Language of document : ECLI:EU:C:2018:982

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERARD HOGAN

της 5ης Δεκεμβρίου 2018(1)

Υπόθεση C450/17 P

Landeskreditbank Baden-Württemberg - Förderbank

κατά

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)

«Αίτηση αναιρέσεως – Οικονομική και νομισματική πολιτική – Προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων – Κανονισμός (ΕΕ) 1024/2013 – Άρθρο 6, παράγραφος 4 – Κανονισμός (ΕΕ) 468/2014 – Άρθρο 70, παράγραφος 1 – Ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ) – Αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) – Αποκεντρωμένη άσκηση από τις εθνικές αρχές – Χαρακτηρισμός ιδρύματος ως σημαντικής οντότητας – Άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ – Εξαίρεση – Συνδρομή ειδικών περιστάσεων – Ακατάλληλος χαρακτηρισμός μιας εποπτευόμενης οντότητας ως σημαντικής»






1.        Η κατάρρευση της κορυφαίας επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ Lehman Brothers, τον Σεπτέμβριο του 2008, θεωρείται κατά γενική παραδοχή ότι σηματοδότησε την έναρξη μιας μεγάλης χρηματοπιστωτικής και τραπεζικής κρίσεως, η οποία εξαπλώθηκε σχεδόν σε όλες τις προηγμένες οικονομίες. Τόσο σοβαρή και παρατεταμένη ήταν η κρίση αυτή –καθιστώντας αναγκαία ακόμη και την ανακεφαλαιοποίηση και κρατικοποίηση τραπεζών σε διάφορα κράτη μέλη–, ώστε αποτέλεσε καίρια απειλή για τη δημοσιονομική σταθερότητα διαφόρων χωρών της ζώνης του ευρώ, καθώς και, κατά καιρούς, ακόμα και για την ίδια την επιβίωση του ευρώ ως νομίσματος.

2.        Η κρίση αυτή άπλωσε, συνακόλουθα, βαριά τη σκιά της. Έκτοτε, νομοθέτες και ρυθμιστικές αρχές πασχίζουν να αναμετρηθούν με την τεράστια έκταση που προσέλαβε η εν λόγω τραπεζική κρίση και να κατανοήσουν πώς, ενώ μέχρι πρότινος φαινόταν απολύτως επαρκές, το ρυθμιστικό καθεστώς για τον χρηματοπιστωτικό τομέα απέτυχε εν τέλει, όταν δοκιμάσθηκε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο που άρχισε το 2008. Ένα από τα διδάγματα που άντλησε ο νομοθέτης της Ένωσης ήταν ότι οι σκιώδεις τραπεζικές πρακτικές και η αδυναμία κατανοήσεως της φύσεως των συστημικών κινδύνων που εγκυμονούν τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα βρίσκονται στον πυρήνα των ρυθμιστικών αστοχιών που ήλθαν στο φως στο πλαίσιο της κρίσεως του 2008.

3.        Όλα τα ανωτέρω συναπαρτίζουν τρόπον τινά το πλαίσιο εντός του οποίου ασκήθηκε η υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως από τη Landeskreditbank Baden-Württemberg – Förderbank (στο εξής: αναιρεσείουσα), με την οποία ζητείται από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Μαΐου 2017, Landeskreditbank Baden-Württemberg κατά ΕΚΤ (T‑122/15, EU:T:2017:337) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας περί ακυρώσεως της αποφάσεως ECB/SSM/15/1 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: ΕΚΤ) της 5ης Ιανουαρίου 2015. Η απόφαση της ΕΚΤ είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, και του άρθρου 24, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2013, L 287, σ. 63) (στο εξής: βασικός κανονισμός). Με την απόφασή της αυτή, η ΕΚΤ κατ’ ουσίαν δεν αναγνώρισε στην αναιρεσείουσα την ιδιότητα της «λιγότερο σημαντικής οντότητας» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

4.        Ο χαρακτηρισμός της αναιρεσείουσας ως σημαντικής οντότητας συνεπαγόταν την άμεση προληπτική εποπτεία της οντότητας αυτής από την ΕΚΤ, αντί από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως λιγότερο σημαντική οντότητα λόγω της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και το άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ) 468/2014 της ΕΚΤ, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕ 2014, L 141, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ). Πριν από την εξέταση του επιχειρήματος αυτού είναι, ωστόσο, αναγκαίο να παρατεθούν κατ’ αρχάς οι κρίσιμες νομοθετικές διατάξεις.

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Ο βασικός κανονισμός

5.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι «[μ]ε τον παρόντα κανονισμό ανατίθενται στην ΕΚΤ ειδικά καθήκοντα σχετικά με τις πολιτικές προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, με σκοπό να συμβάλει στην ασφάλεια και την ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην ΕΕ και σε κάθε κράτος μέλος, διαφυλασσομένης πλήρως της ενότητας και της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς με γνώμονα την ίση μεταχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων προς αποτροπή της καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας».

6.        Το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού, που επιγράφεται «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι εξής ορισμοί:

[…]

9) “ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ)”: ένα ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοπιστωτικής εποπτείας που απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εθνικές αρμόδιες αρχές συμμετεχόντων κρατών μελών όπως περιγράφονται στο άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού.»

7.        Το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού, που επιγράφεται «Καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΚΤ», ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι, «[σ]το πλαίσιο του άρθρου 6, η ΕΚΤ, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτελεί, για σκοπούς προληπτικής εποπτείας, [εννέα παρατιθέμενα καθήκοντα] όσον αφορά όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στα συμμετέχοντα κράτη μέλη».

8.        Το άρθρο 6 του βασικού κανονισμού, που επιγράφεται «Συνεργασία εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού», ορίζει τα εξής:

«1. Η ΕΚΤ εκτελεί τα καθήκοντά της στο πλαίσιο ενιαίου εποπτικού μηχανισμού αποτελουμένου από την ΕΚΤ και τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού.

[…]

4. Αναφορικά με τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 4, πλην των στοιχείων α) και γ) της παραγράφου 1, η ΕΚΤ έχει τις αρμοδιότητες που παρατίθενται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, ενώ οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν τις ευθύνες της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, εντός του πλαισίου που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου και δυνάμει των σχετικών διαδικασιών, όσον αφορά την εποπτεία των ακόλουθων πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών [ή] μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, ή υποκαταστημάτων που είναι εγκατεστημένα σε συμμετέχοντα κράτη μέλη και τα οποία ανήκουν σε πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη:

–        Εκείνα που είναι λιγότερο σημαντικά σε ενοποιημένη βάση, το υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης των οποίων είναι στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, ή μεμονωμένα στην ειδική περίπτωση των υποκαταστημάτων, τα οποία είναι εγκατεστημένα σε συμμετέχοντα κράτη μέλη, ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη. Η σημασία αξιολογείται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:

i)      μέγεθος,

ii)      σημασία για την οικονομία της ΕΕ ή ενός συμμετέχοντος κράτους μέλους,

iii)      φάσμα διασυνοριακών δραστηριοτήτων.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο εδάφιο ανωτέρω, ένα πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν θεωρείται λιγότερο σημαντική, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών περιστάσεων που πρέπει να διευκρινιστούν στη μεθοδολογία, εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)      η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού υπερβαίνει τα 30 δισεκατ. EUR, ή

ii)      το ποσοστό του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού ως προς το ΑΕΠ του συμμετέχοντος κράτους μέλους εγκατάστασης, υπερβαίνει το 20 %, εκτός εάν η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού δεν υπερβαίνει τα 5 δισεκατ. EUR, ή

iii)      εν συνεχεία κοινοποίησης από την αρμόδια εθνική αρχή, η οποία εκτιμά ότι το πιστωτικό ίδρυμα είναι ιδιαίτερης σημασίας για την εγχώρια οικονομία, η ΕΚΤ λαμβάνει απόφαση επιβεβαιώνοντας τη σημασία του μετά από συνολική αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του ισολογισμού, του πιστωτικού ιδρύματος.

Η ΕΚΤ δύναται επίσης, ιδία πρωτοβουλία, να θεωρεί ένα ίδρυμα ιδιαίτερα σημαντικό όταν διαθέτει θυγατρικές πιστωτικά ιδρύματα σε πλείονα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τα διασυνοριακά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του αποτελούν σημαντικό μέρος των συνολικών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του, υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται στη μεθοδολογία.

Δεν θεωρούνται λιγότερο σημαντικά εκείνα που έχουν ζητήσει ή έχουν λάβει άμεσα δημόσια χρηματοδοτική στήριξη από το [Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ)] ή τον [Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ)].

Παρά τις διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων, η ΕΚΤ ασκεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τα τρία πιο σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος, εκτός εάν δικαιολογείται από ιδιαίτερες περιστάσεις.

[…]

5.      Σε ό,τι αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 4, και εντός του πλαισίου της παραγράφου 7:

α)      Η ΕΚΤ εκδίδει κανονισμούς, κατευθυντήριες γραμμές ή γενικές οδηγίες προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 4, πλην των στοιχείων α) και γ) της παραγράφου 1, ασκούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες και λαμβάνουν τις εποπτικές αποφάσεις.

Οι οδηγίες αυτές μπορούν να αφορούν τις ειδικές εξουσίες του άρθρου 16, παράγραφος 2 για ομίλους ή κατηγορίες πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνοχή των εποπτικών αποτελεσμάτων εντός του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού,

β)      Όταν απαιτείται για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής υψηλών εποπτικών κανόνων, η ΕΚΤ δύναται, ανά πάσα στιγμή, ιδία πρωτοβουλία κατόπιν διαβούλευσης με τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή κατόπιν αιτήματος αρμόδιας εθνικής αρχής, να αποφασίσει να ασκεί η ίδια άμεσα τις σχετικές εξουσίες για ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα αναφερόμενα στην παράγραφο 4, ακόμα και αν έχει ζητηθεί ή ληφθεί έμμεσα χρηματοδοτική στήριξη από το ΕΤΧΣ ή τον ΕΜΣ,

γ)            Η ΕΚΤ ασκεί την εποπτεία της λειτουργίας του συστήματος, βάσει των ευθυνών και των διαδικασιών που ορίζονται στο παρόν άρθρο, και ειδικότερα στην παράγραφο 7 στοιχείο γ),

δ)      Η ΕΚΤ μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει χρήση των εξουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 10 έως 13,

ε)      Η ΕΚΤ μπορεί επίσης σε ad hoc και διαρκή βάση να απαιτεί πληροφορίες από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος άρθρου.

6.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές εκτελούν και έχουν την ευθύνη για τα καθήκοντα που αναφέρονται στα στοιχεία β), δ) - στ) και θ) του άρθρου 4 παράγραφος 1 και για τη θέσπιση όλων των συναφών εποπτικών αποφάσεων αναφορικά με τα πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 4 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, εντός του πλαισίου και σύμφωνα με τις διαδικασίες της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου.

[…]

7.      Η ΕΚΤ, σε διαβούλευση με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, και βάσει πρότασης του εποπτικού συμβουλίου, θεσπίζει και κοινοποιεί το πλαίσιο οργάνωσης των πρακτικών λεπτομερειών εφαρμογής του παρόντος άρθρου. […]»

2.      Ο κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ

9.        Το άρθρο 1 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, που επιγράφεται «Αντικείμενο και σκοπός», προβλέπει τα εξής:

«1.      Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες για τα ακόλουθα:

α)      το πλαίσιο που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, του [βασικού κανονισμού], και συγκεκριμένα το πλαίσιο οργάνωσης των πρακτικών λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου 6 αυτού όσον αφορά τη συνεργασία εντός του ΕΕΜ, το οποίο περιλαμβάνει:

i)      την ειδικά προβλεπόμενη μεθοδολογία για την αξιολόγηση και την επανεξέταση του χαρακτηρισμού μιας εποπτευόμενης οντότητας ως σημαντικής ή λιγότερο σημαντικής βάσει των κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 4, του [βασικού κανονισμού], καθώς και τις ρυθμίσεις που συνεπάγεται η εν λόγω αξιολόγηση,

[…]».

10.      Το άρθρο 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, το οποίο επιγράφεται «Ειδικές περιστάσεις που συνεπάγονται τον χαρακτηρισμό μιας σημαντικής εποπτευόμενης οντότητας ως λιγότερο σημαντικής», ορίζει τα εξής:

«1.      Ειδικές περιστάσεις κατά τα αναφερόμενα στο δεύτερο και το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 4 του [βασικού κανονισμού] (εφεξής “ειδικές περιστάσεις”) συντρέχουν όταν ιδιαίτερες και πραγματικές συνθήκες καθιστούν ακατάλληλο τον χαρακτηρισμό μιας εποπτευόμενης οντότητας ως σημαντικής, λαμβανομένων υπόψη των στόχων και των αρχών του [βασικού κανονισμού] και, ιδίως, της ανάγκης να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή υψηλών εποπτικών κανόνων.

2.      Ο όρος “ειδικές περιστάσεις” ερμηνεύεται στενά.»

11.      Το άρθρο 71 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, που επιγράφεται «Αξιολόγηση αναφορικά με τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων», προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«1. Το αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό ως λιγότερο σημαντικής μιας εποπτευόμενης οντότητας που κατά τα λοιπά θα χαρακτηριζόταν σημαντική καθορίζεται κατά περίπτωση και ειδικά για τη συγκεκριμένη εποπτευόμενη οντότητα ή τον συγκεκριμένο εποπτευόμενο όμιλο, δηλαδή όχι για κατηγορίες εποπτευόμενων οντοτήτων.

[…]»

II.    Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση

12.      Αναιρεσείουσα είναι η τράπεζα επενδύσεων και αναπτύξεως (Förderbank) της Βάδης-Βυρτεμβέργης (Γερμανία). Συσταθείσα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου περί της περιφερειακής τράπεζας της Βάδης-Βυρτεμβέργης, είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μοναδικός μέτοχος του οποίου είναι το Land (ομόσπονδο κράτος) της Βάδης-Βυρτεμβέργης.

13.      Στις 25 Ιουνίου 2014, η ΕΚΤ ενημέρωσε την αναιρεσείουσα κατ' ουσίαν ότι, λόγω του μεγέθους της, ενέπιπτε στην αποκλειστική εποπτεία της ΕΚΤ, και όχι στην από κοινού εποπτεία στο πλαίσιο του ΕΕΜ, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.

14.      Στις 10 Ιουλίου 2014, η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την ανάλυση αυτή, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και των άρθρων 70 και 71 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

15.      Την 1η Σεπτεμβρίου 2014, η ΕΚΤ εξέδωσε απόφαση με την οποία χαρακτήρισε την αναιρεσείουσα ως σημαντική οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.

16.      Στις 6 Οκτωβρίου 2014, η αναιρεσείουσα ζήτησε την επανεξέταση της αποφάσεως αυτής βάσει του άρθρου 24, παράγραφοι 1, 5 και 6, του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της αποφάσεως [2014/360/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας], της 14ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του (ΕΕ 2014, L 175, σ. 47). Στις 23 Οκτωβρίου 2014 πραγματοποιήθηκε ακρόαση ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως.

17.      Στις 20 Νοεμβρίου 2014, το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάσεως εξέδωσε γνωμοδότηση, με την οποία έκρινε νόμιμη την απόφαση της ΕΚΤ.

18.      Στις 5 Ιανουαρίου 2015, η ΕΚΤ εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατήργησε και αντικατέστησε την απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2014, διατηρώντας ωστόσο τον χαρακτηρισμό της αναιρεσείουσας ως σημαντικής οντότητας.

19.      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ΕΚΤ επισήμανε ότι η αξία του ενεργητικού της αναιρεσείουσας υπερβαίνει τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ και δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας περί συνδρομής, ως προς αυτήν, «ειδικών περιστάσεων» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, λόγω των οποίων πρέπει να εξακολουθήσει να υπόκειται στην άμεση προληπτική εποπτεία των γερμανικών αρχών.

20.      Η ΕΚΤ υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, τα εξής:

–        ο χαρακτηρισμός της αναιρεσείουσας ως σημαντικής οντότητας δεν είναι αντίθετος προς τους σκοπούς του βασικού κανονισμού·

–        το προφίλ κινδύνου μιας οντότητας δεν ασκεί επιρροή κατά το στάδιο του χαρακτηρισμού της·

–        ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, θα έπρεπε περαιτέρω να ελεγχθεί αν οι περιστάσεις αυτές δικαιολογούν τον επαναχαρακτηρισμό της αναιρεσείουσας ως λιγότερο σημαντικής οντότητας·

–        βάσει του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, η έννοια των «ειδικών περιστάσεων» πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς και, ως εκ τούτου, μόνον αν είναι ακατάλληλη η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ είναι δυνατός ο επαναχαρακτηρισμός μιας οντότητας ως «λιγότερο σημαντικής» αντί «σημαντικής»·

–        η αρχή της αναλογικότητας ως στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία δεν υποχρεώνει την ΕΚΤ να ελέγξει κατά πόσον είναι αναλογική η εφαρμογή των κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού επί μιας οντότητας και η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο χαρακτηρισμός μιας οντότητας ως σημαντικής είναι «ακατάλληλος» δεν ισοδυναμεί με τέτοια έλεγχο αναλογικότητας·

–        η επάρκεια των εθνικών εποπτικών πλαισίων και η δυνατότητα που αυτά παρέχουν για την εφαρμογή υψηλών εποπτικών προδιαγραφών δεν σημαίνουν ότι πρέπει να διαπιστωθεί ότι είναι ακατάλληλη η άσκηση άμεσης προληπτικής εποπτείας από την ΕΚΤ, καθότι ο βασικός κανονισμός δεν εξαρτά την άσκησή της από την απόδειξη της ανεπάρκειας των εθνικών εποπτικών πλαισίων ή των εθνικών εποπτικών προτύπων.

III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

21.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 2015, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της: i) παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ κατά την επιλογή των κριτηρίων τα οποία εφάρμοσε η ΕΚΤ, ii) πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, iii) παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, iv) κατάχρηση εξουσίας λόγω της μη ασκήσεως από την ΕΚΤ της διακριτικής της ευχέρειας και v) παράβαση της υποχρεώσεως της ΕΚΤ να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη υπόθεση.

22.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα προσφυγή ακυρώσεως.

IV.    Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

23.      Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων της αντικατασταθείσας αποφάσεως της ΕΚΤ της 1ης Σεπτεμβρίου 2014·

–        επικουρικώς, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου·

–        να καταδικάσει την ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα.

24.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–        να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

V.      Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

25.      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλονται τρεις λόγοι αναιρέσεως, ήτοι: i) παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, ii) παραμόρφωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και εσφαλμένη εκτίμηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, και iii) διαδικαστική πλημμέλεια του Γενικού Δικαστηρίου λόγω συνεκτιμήσεως στοιχείων που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

1.      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του δικαίου της Ένωσης κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ

26.      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.

1.      Εσφαλμένη ερμηνεία του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ

27.      Στο πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και το άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

28.      Η αναιρεσείουσα στηρίζεται σε τρία επιχειρήματα.

1)      Εσφαλμένη γραμματική ερμηνεία

29.      Πρώτον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι «ειδικές περιστάσεις» (2) συνεπαγόμενες τον χαρακτηρισμό οντότητας ως λιγότερο σημαντικής συντρέχουν μόνον εφόσον η άμεση εποπτεία από τις εθνικές αρχές είναι περισσότερη ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού απ’ ό,τι η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ. Κατά την αναιρεσείουσα, η κυριολεκτική ερμηνεία του όρου «ακατάλληλος» (3) από το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε αποκλειστικά στη νομολογία του Δικαστηρίου για την αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία το ζήτημα αν μια πράξη της Ένωσης είναι κατάλληλη αφορά κατά κύριο λόγο το αν είναι πρόσφορη για την επίτευξη των νομίμως επιδιωκόμενων από την οικεία ρύθμιση σκοπών (4). Η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ορολογία η οποία χρησιμοποιείται σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο και όχι στην κανονική σημασία του όρου.

30.      Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως εξέλαβε την αγγλική γλωσσική απόδοση του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ (και, ειδικότερα, τον όρο «inappropriate») ως τη μόνη καθοριστική, παραβιάζοντας ως εκ τούτου την αρχή ότι όλες οι γλωσσικές αποδόσεις είναι εξίσου αυθεντικές. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι λέξεις «geeignet», «aptes», «idóneos», «idonei» και «geschickt» που χρησιμοποιούνται αντιστοίχως στη γερμανική, τη γαλλική, την ισπανική, την ιταλική και την ολλανδική γλωσσική απόδοση της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (5), δεν αντιστοιχούν στους όρους «unangemessen», «inappropriée», «inadecuada», «inappropriata» και «niet passend» που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

31.      Κατά την αναιρεσείουσα, οι όροι «ακατάλληλος» και «ειδικές περιστάσεις» αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και το άρθρο 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθούν με γνώμονα τον σκοπό τους και τη γενική διάρθρωσή τους υπό το πρίσμα των κανόνων δικαίου υπέρτερης ισχύος.

32.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή διατείνονται ότι το ανωτέρω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Δεν μπορώ παρά να συνταχθώ με την άποψη αυτή.

33.      Είναι σημαντικό να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί το κύρος του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ή του άρθρου 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ. Αντιθέτως, αντικείμενο της διαφοράς στην παρούσα δίκη –και στην προηγηθείσα δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου– είναι η ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων. Επιπλέον, δεδομένου ότι το ενεργητικό της αναιρεσείουσας υπερβαίνει τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ (6), έπεται, κατά συνέπεια, λόγω του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, ότι αυτή «δεν θεωρείται λιγότερο σημαντική, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών περιστάσεων». Επιπλέον, παρατηρείται ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την εκτίμηση της ΕΚΤ ότι το ενεργητικό της υπερβαίνει κατά πολύ το ισχύον νομοθετικό όριο.

34.      Κατά την άποψή μου, από τη φράση «εκτός εάν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών περιστάσεων», που περιλαμβάνεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, προκύπτει σαφώς ότι ο χαρακτηρισμός ως λιγότερο σημαντικής μιας οντότητας που πληροί οποιοδήποτε από τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη λεπτομερή κριτήρια αποτελεί εξαίρεση από τον βασικό κανόνα ότι η άμεση προληπτική εποπτεία μιας τέτοιας οντότητας, η οποία κατά τα λοιπά ανταποκρίνεται στα κριτήρια αυτά, πρέπει να ασκείται από την ΕΚΤ. Κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, τέτοιες «ειδικές περιστάσεις» συντρέχουν όταν ο χαρακτηρισμός οντότητας ως σημαντικής είναι «ακατάλληλος», λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και των αρχών του βασικού κανονισμού και, ιδίως, της ανάγκης να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή υψηλών εποπτικών προδιαγραφών και, θα προσέθετα, λαμβανομένης επίσης υπόψη της ανάγκης προστασίας από ενδεχομένως λανθάνοντες συστημικούς κινδύνους τους οποίους εγκυμονούν τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα με κεφαλαιακά στοιχεία μεγάλου ύψους. Τούτο υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ προβλέπει ότι πρέπει να ερμηνεύεται στενά ο όρος «ειδικές περιστάσεις» στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Εν προκειμένω, συνάγεται το προφανές συμπέρασμα ότι ο χαρακτηρισμός ως λιγότερο σημαντικής μιας οντότητας η οποία πληροί οποιοδήποτε από τα ισχύοντα κριτήρια είναι όλως εξαιρετικής φύσεως και συνιστά παρέκκλιση από τον κανόνα. Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει, επομένως, ότι, στις περιπτώσεις που πληρούται κάποιο από τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, οι τραπεζικές οντότητες, όπως η αναιρεσείουσα, που επιθυμούν να καταδείξουν τη συνδρομή «ειδικών περιστάσεων» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν αρκεί απλώς να προβάλλουν σχετικό ισχυρισμό, αλλά και πρέπει και να τον στοιχειοθετούν με ιδιαιτέρως πειστικό τρόπο.

35.      Φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γράμμα του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ αναφέρεται αποκλειστικώς στην εξέταση της καταλληλότητας, ή μη, της υπαγωγής στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ μιας οντότητας η οποία κατ’ αρχήν δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως λιγότερο σημαντική (7) και θα πρέπει, επομένως, να υπόκειται στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ. Όπως ορθώς επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και το άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ δεν αναφέρονται σε εξέταση της αναγκαιότητας υπαγωγής μιας οντότητας στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, ούτε στο ενδεχόμενο να είναι η άμεση εποπτεία από τις εθνικές αρχές εξίσου ενδεδειγμένη για την επίτευξη των σκοπών του βασικού κανονισμού με την εποπτεία που ασκείται μόνον από την ΕΚΤ (8).

36.      Από την άποψη αυτή, το νομοθετικό πλαίσιο είναι σαφές. Αφετηρία αποτελεί η παραδοχή ότι κάθε τραπεζική οντότητα που πληροί κάποιο από τα λεπτομερή κριτήρια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού θεωρείται ή λογίζεται από τον νομοθέτη της Ένωσης ως «σημαντική», οπότε καθίσταται αναγκαία η άμεση εποπτεία της από την ΕΚΤ. Στις περιπτώσεις οντοτήτων όπως η αναιρεσείουσα, όταν το ενεργητικό τους υπερβαίνει το όριο των 30 δισεκατομμυρίων ευρώ, ο νομοθέτης της Ένωσης καθιερώνει τo ex ante τεκμήριο ότι απαιτείται άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ, εκτός αν στοιχειοθετείται με πειστικό τρόπο η συνδρομή ειδικών περιστάσεων που ανατρέπουν το τεκμήριο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

37.      Ποιες είναι λοιπόν οι ειδικές περιστάσεις που προβάλλονται από την αναιρεσείουσα προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 6, παράγραφος 4; Τα κύρια επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο αυτό αφορούν τους κανόνες που διέπουν το επιχειρηματικό της μοντέλο και τη φύση των δραστηριοτήτων της στη λιανική αγορά. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι νομοθετικοί σκοποί καθορίζουν τον κύριο σκοπό της, που συνίσταται στην παροχή χρηματοδοτήσεως για την εκτέλεση συγκεκριμένων δημόσιων καθηκόντων, και επιβάλλουν στο ομόσπονδο κράτος (Land) της Βάδης-Βυρτεμβέργης την υποχρέωση να της παρέχει τους πόρους που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι το δικό της επιχειρηματικό μοντέλο χαρακτηρίζεται κατ’ ουσίαν από απροθυμία αναλήψεως κινδύνων και, καθότι σχεδόν όλες οι δραστηριότητες της εντοπίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους, αυτή καθ’ εαυτήν η απλότητα της διαρθρώσεώς της διασφαλίζει τη χρηστή διαχείριση κινδύνων και συνεπάγεται ότι η ίδια δεν έχει συστημική σημασία ως πιστωτικό ίδρυμα εντός του ευρύτερου γερμανικού τραπεζικού συστήματος.

38.      Κατά την άποψή μου, τα ανωτέρω επιχειρήματα, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ισχύουν από πλευράς πραγματικών διαπιστώσεων, είναι αλυσιτελή όσον αφορά τα ζητήματα που τίθενται εν προκειμένω. Από κανένα στοιχείο του βασικού κανονισμού και του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ δεν συνάγεται ότι η νομική διάρθρωση της τραπεζικής οντότητας ή οι κανόνες που διέπουν την άσκηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων της και το επιχειρηματικό της μοντέλο ή, επίσης, η φύση των κινδύνων που αυτή εγκυμονεί για την τραπεζική σταθερότητα αποτελούν στοιχεία που ασκούν επιρροή για τον χαρακτηρισμό της ως σημαντικής με βάση τον βασικό κανονισμό. Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπομνησθεί ότι το τρίτο εδάφιο του άρθρου 1 του βασικού κανονισμού επιβάλλει στην ΕΚΤ την υποχρέωση να «λαμβάνει πλήρως υπόψη τις διαφορές στον τύπο, στα επιχειρησιακά μοντέλα και στο μέγεθος των πιστωτικών ιδρυμάτων» και ότι, επομένως, το νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ότι η ΕΚΤ θα ασκεί εποπτικό έλεγχο επί πιστωτικών ιδρυμάτων με ποικίλα επιχειρηματικά μοντέλα. Ένα περαιτέρω δίδαγμα που άντλησε ο νομοθέτης της Ένωσης από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ήταν ότι πολλές από τις προηγουμένως θεωρούμενες ως ασφαλείς παραδοχές σχετικά με τη φύση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου ή τη μη συστημική σημασία ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων αποδείχθηκαν εν τέλει αβάσιμες, μόλις δοκιμάσθηκαν στην πράξη. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που ο βασικός κανονισμός καθιερώνει το ex ante τεκμήριο ότι τα πιστωτικά ιδρύματα με ενεργητικό τέτοιου μεγέθους πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία από την ΕΚΤ, ανεξαρτήτως του αν αυτά ενέχουν πραγματικούς συστημικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Έπεται, συνεπώς, ότι η εικαζόμενη απουσία συστημικού κινδύνου δεν σημαίνει, αυτή και μόνον, ότι ο χαρακτηρισμός του επίμαχου πιστωτικού ιδρύματος ως σημαντικής οντότητας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού καθίσταται, για τον λόγο αυτόν, ακατάλληλος.

39.      Το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο (9) στηρίχθηκε στη διατύπωση που χρησιμοποιείται στη σκέψη 67 της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400), προκειμένου να ερμηνεύσει τον όρο «ακατάλληλος» δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ότι συνιστά πλάνη περί το δίκαιο. Καίτοι η σκέψη 67 της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400), αφορά αναμφίβολα την αρχή της αναλογικότητας, το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε την επίμαχη σκέψη απλώς και μόνο για να καταδείξει, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εξέταση της καταλληλότητας είναι χωριστή από την εξέταση της τυχόν υπερβάσεως του αναγκαίου μέτρου.

40.      Επιπλέον, εκτιμώ ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας όσον αφορά τις διαφορετικές γλωσσικές αποδόσεις, αφενός, του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ και, αφετέρου, της σκέψεως 67 της αποφάσεως Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400) δεν είναι πειστικά. Φρονώ ότι οι όροι «geeignet», «aptes», «idóneos», «idonei» και «geschickt», που χρησιμοποιούνται αντιστοίχως στη γερμανική, τη γαλλική, την ισπανική, την ιταλική και την ολλανδική γλωσσική απόδοση της αποφάσεως Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 67) είναι, κατά τη συνήθη τους σημασία, τα αντώνυμα των όρων «unangemessen», «inappropriée», «inadecuada», «inappropriata» και «niet passend», που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ. Επομένως, από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ προκύπτει σαφώς ότι η εποπτεία οντότητας από αρμόδια εθνική αρχή επιτρέπεται μόνον εφόσον η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ είναι απρόσφορη ή ανεπαρκής ή «ακατάλληλη» υπό το πρίσμα των σκοπών του βασικού κανονισμού. Τέτοια περίπτωση μπορεί, επί παραδείγματι, να συντρέχει αν η προληπτική εποπτεία δεν μπορεί να διασφαλισθεί επαρκώς από την ΕΚΤ.

2)      Η αρχή της αναλογικότητας

41.      Δεύτερον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ερμήνευσε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και το άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία έχει εφαρμογή σε θέματα σχετικά με τις αρμοδιότητες, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ.

42.      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η εφαρμοστέα σε θέματα αρμοδιοτήτων αρχή της αναλογικότητας δεν ασκεί επιρροή κατά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ (10), στηριζόμενο στο γεγονός ότι «οι εθνικές αρχές […] ενεργούν στο πλαίσιο αποκεντρωμένης ασκήσεως αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης και όχι ασκήσεως εθνικής αρμοδιότητας» (11). Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η αρχή της αναλογικότητας κατ’ άρθρον 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ έχει εφαρμογή και επί των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης και πρέπει, ως εκ τούτου, να τηρείται από την ΕΚΤ όταν αυτή ενεργεί ως ευρωπαϊκή εποπτική αρχή και, ιδίως, όταν χαρακτηρίζει μια οντότητα ως σημαντική ή λιγότερο σημαντική.

43.      Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι από μια σφαιρική ανάλυση των άρθρων 4 και 6 του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η ΕΚΤ διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την εποπτεία των σημαντικών οντοτήτων, ενώ οι εθνικές αρχές διατηρούν τις προϋφιστάμενες αρμοδιότητές τους σε σχέση με τις λιγότερο σημαντικές οντότητες. Οι αιτιολογικές σκέψεις 15, 28 (12) και 37 έως 40 (13) του βασικού κανονισμού δεν συνηγορούν υπέρ του αντίθετου συμπεράσματος, στο οποίο κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο.

44.      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης ότι, επειδή η νομική βάση του βασικού κανονισμού είναι το άρθρο 127, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο δεν επιτρέπεται να αναθέτει εξουσίες στις αρμόδιες εθνικές αρχές, αντιθέτως προς το συμπέρασμα που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 63 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, διατείνεται ότι, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ, δεν απαιτείται άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ στις περιπτώσεις που οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι σε θέση να εκπληρώσουν τους σκοπούς του βασικού κανονισμού. «Ειδικές περιστάσεις» κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού συντρέχουν, κατά την αναιρεσείουσα, όταν, λόγω των ειδικών και πραγματικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, η άμεση προληπτική εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές είναι τουλάχιστον εξίσου ικανή να εκπληρώσει τους σκοπούς του βασικού κανονισμού όπως η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται επαναχαρακτηρισμός μιας σημαντικής οντότητας ως λιγότερο σημαντικής.

45.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή διατείνονται ότι το ανωτέρω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Συντάσσομαι με την άποψή τους.

46.      Είναι σημαντικό να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι η αναιρεσείουσα δεν υποστηρίζει ότι κάποια διάταξη του βασικού κανονισμού ή του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας όπως αυτή οριοθετείται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ (14).

47.      Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι, επειδή τα άρθρα 4 και 6 του βασικού κανονισμού απλώς απονέμουν αποκλειστικές εποπτικές εξουσίες στην ΕΚΤ σε σχέση τις σημαντικές οντότητες, ενώ οι εθνικές αρχές παραμένουν κατ’ αρχήν αρμόδιες ως προς τις λιγότερο σημαντικές οντότητες, η ΕΚΤ, όταν εξετάζει τον επαναχαρακτηρισμό οντότητας ως λιγότερη σημαντικής λόγω της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων», δεσμεύεται από την αρχή της αναλογικότητας. Η ΕΚΤ πρέπει, επομένως, να εξετάζει κατά περίπτωση το αν η προληπτική εποπτεία συγκεκριμένης οντότητας μπορεί να ασκηθεί εξίσου καλά από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οπότε η οντότητα θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως λιγότερο σημαντική.

48.      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι είναι αναγκαίο να εξετασθεί κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο τα άρθρα 4 και 6 του βασικού κανονισμού κατανέμουν τις αρμοδιότητες μεταξύ της ΕΚΤ και των αρμόδιων εθνικών αρχών όσον αφορά τις λιγότερο σημαντικές οντότητες, προτού εξετασθεί η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας από το ίδιο αυτό δικαιοδοτικό όργανο.

1)      Κατανομή αρμοδιοτήτων

49.      Στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «το Συμβούλιο έχει αναθέσει στην ΕΚΤ αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τα καθήκοντα τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και ότι το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού έχει ως μόνο σκοπό να καταστήσει δυνατή την αποκεντρωμένη άσκηση στο πλαίσιο του ΕΕΜ (15) της αρμοδιότητας αυτής από τις εθνικές αρχές, υπό τον έλεγχο της ΕΚΤ, έναντι οντοτήτων λιγότερο σημαντικών και όσον αφορά τα καθήκοντα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ έως θʹ, του βασικού κανονισμού, αναθέτοντας παράλληλα στην ΕΚΤ την αποκλειστική αρμοδιότητα να καθορίζει το περιεχόμενο της έννοιας “ειδικές περιστάσεις” κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, την οποία η ΕΚΤ άσκησε με την έκδοση των άρθρων 70 και 71 του κανονισμού-πλαισίου ΕΕΜ».

50.      Συντάσσομαι πλήρως με την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού απονέμει στην ΕΚΤ αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτελεί τα εννέα απαριθμούμενα καθήκοντα ως προς «όλα» τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στα συμμετέχοντα κράτη μέλη (16), στο πλαίσιο του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού. Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού δεν διακρίνει, για τον σκοπό αυτό, μεταξύ σημαντικών και λιγότερο σημαντικών οντοτήτων. Ωστόσο, το άρθρο 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού προβλέπει, για τις λιγότερο σημαντικές οντότητες, ότι η ΕΚΤ έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες (17) αναφορικά με τα καθήκοντα που ορίζονται στα στοιχεία βʹ, δʹ έως ζʹ και θʹ του άρθρου 4, παράγραφος 1, ενώ οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν άλλες ευθύνες αναφορικά με τα καθήκοντα αυτά. Η ΕΚΤ είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τα καθήκοντα που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού όσον αφορά τις λιγότερο σημαντικές οντότητες.

51.      Το άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι η ΕΚΤ εκδίδει κανονισμούς, κατευθυντήριες γραμμές ή γενικές οδηγίες προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές, σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 4 (18). Προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή υψηλών εποπτικών προδιαγραφών, η ΕΚΤ δύναται να αποφασίσει να ασκεί η ίδια όλες τις σχετικές εξουσίες για μία ή περισσότερες λιγότερο σημαντικές οντότητες (19). Επιπλέον, η ΕΚΤ έχει την εξουσία να επιβλέπει τη λειτουργία του συστήματος (20), μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει χρήση των εξουσιών έρευνας στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 10 έως 13 του βασικού κανονισμού (21) και μπορεί να απαιτεί πληροφορίες από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους (22).

52.      Αντιθέτως, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να εκτελούν –και έχουν την ευθύνη για– τα καθήκοντα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, εξαιρουμένων εκείνων του άρθρου 4, στοιχεία αʹ και γʹ, καθώς και να εκδίδουν όλες τις συναφείς εποπτικές αποφάσεις αναφορικά με τα λιγότερο σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με το πλαίσιο που έχει θεσπίσει η ΕΚΤ, «σε διαβούλευση με τις αρμόδιες εθνικές αρχές», δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού (23). Στηριζόμενη σε αυτό το πλέγμα διατάξεων, η ΕΚΤ εξέδωσε τον κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 70 και 71, με τα οποία τίθενται κανόνες για τη διαπίστωση της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» (24).

53.      Δεδομένου του μεγάλου εύρους των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στην ΕΚΤ όσον αφορά τις λιγότερο σημαντικές οντότητες και του σαφώς δευτερεύοντος ή επικουρικού ρόλου που ανατίθεται συναφώς στις αρμόδιες εθνικές αρχές από τον βασικό κανονισμό, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι τελευταίες διατηρούν τις προϋφιστάμενες αρμοδιότητές τους σε σχέση με τις οντότητες αυτές. Επομένως, η ΕΚΤ ασκεί αποκλειστική προληπτική εποπτεία επί των λιγότερο σημαντικών οντοτήτων ως προς τα εννέα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και επικουρείται (25) κατά την άσκηση των καθηκόντων που ορίζονται ειδικότερα στα στοιχεία βʹ, δʹ έως ζʹ και θʹ του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.

54.      Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας αναφορικά με τη νομική βάση του βασικού κανονισμού, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την προτεινόμενη από αυτήν ανάλυση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε, στις σκέψεις 63 και 72 της αποφάσεώς του, ότι ανατέθηκαν εξουσίες στις αρμόδιες εθνικές αρχές. Οι σκέψεις αυτές αναφέρονται συγκεκριμένα στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΚΤ/Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι ο βασικός κανονισμός προβλέπει ότι η ΕΚΤ, και όχι τα κράτη μέλη, ασκεί αποκλειστική προληπτική εποπτεία επί των λιγότερο σημαντικών οντοτήτων όσον αφορά τα εννέα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το προεκτεθέν στο σημείο 44 επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με τη νομική βάση του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να ευδοκιμήσει και πρέπει να απορριφθεί.

2)      Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας

55.      Σε αντίθεση προς τους προεκτεθέντες στο σημείο 42 ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν ασκεί επιρροή για την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό ενδελεχώς, στις σκέψεις 66 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και παρέπεμψε, με τις σκέψεις 66 έως 68 της αποφάσεώς του, στη νομολογία του Δικαστηρίου για την εν λόγω αρχή.

56.      Από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ προκύπτει σαφώς ότι η αρχή της αναλογικότητας έχει εφαρμογή επί του περιεχομένου και της μορφής οποιασδήποτε δράσεως της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης, όπως υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα, κάθε δράσεως που αναλαμβάνεται από την Ένωση κατ’ ενάσκηση της αποκλειστικής της αρμοδιότητας.

57.      Κατά την άποψή μου, η αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να μεταβάλει την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης, η οποία διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας κατ’ άρθρον 5, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[η] οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας». Το άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ προβλέπει ότι, «[σ]ύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν. Κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη». Συνεπώς, δεν χωρεί επίκληση της αρχής της αναλογικότητας προκειμένου να μεταβιβασθεί μια αρμοδιότητα της Ένωσης στα κράτη μέλη, ή αντιστρόφως. Η «άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται [ωστόσο] από τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας» (26).

58.      Κατά την ερμηνεία των εννοιών «ειδικές περιστάσεις», κατ’ άρθρον 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, και «ακατάλληλος», κατ’ άρθρον 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, η ΕΚΤ δεν επιτρέπεται να χαρακτηρίσει μια κατά τα λοιπά σημαντική οντότητα ως ασήμαντη, παρά μόνον αν ο χαρακτηρισμός αυτός είναι, μεταξύ άλλων, κατάλληλος για την εκπλήρωση των νόμιμων σκοπών του βασικού κανονισμού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

59.      Επομένως, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να εκπληρώσουν τους σκοπούς του βασικού κανονισμού (27), όπως υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα, καθότι έτσι απλώς πληρούται η απαίτηση περί καταλληλότητας με βάση το κριτήριο της αναλογικότητας. Αντιθέτως, πρέπει να διαπιστωθεί επίσης ότι η εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού (28), διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι ο χαρακτηρισμός μιας κατά τα λοιπά σημαντικής οντότητας ως ασήμαντης δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την εκπλήρωση των σκοπών αυτών.

60.      Κάθε απόπειρα να χαρακτηρισθεί μια κατά τα λοιπά σημαντική οντότητα ως ασήμαντη κατ’ άρθρον 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού για τον λόγο ότι οι σκοποί του κανονισμού αυτού θα μπορούσαν να εκπληρωθούν εξίσου καλά μέσω της άμεσης εποπτείας από τις αρμόδιες εθνικές αρχές όχι μόνον αντιβαίνει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της ΕΚΤ, αλλά παραβιάζει και την αρχή της αναλογικότητας.

61.      Σε κάθε περίπτωση, φρονώ ότι το επιχείρημα περί αναλογικότητας, όπως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα με την υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως, ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με έμμεση αμφισβήτηση του κύρους του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Όπως έχω επισημάνει ήδη, το νομοθετικό πλαίσιο καθιστά σαφές ότι οι τραπεζικές οντότητες που πληρούν οποιαδήποτε από τις εκεί απαριθμούμενες προϋποθέσεις τεκμαίρεται ότι είναι σημαντικές, εκτός αν στοιχειοθετηθεί με σαφήνεια η συνδρομή ειδικών περιστάσεων. Τούτο υπογραμμίζεται από τα οριζόμενα στο άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, κατά το οποίο ο όρος «ειδικές περιστάσεις» πρέπει να ερμηνεύεται στενά.

62.      Καίτοι, ομολογουμένως, η ενδεχόμενη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, σε συγκεκριμένες κατάλληλες περιπτώσεις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ωστόσο δεν είναι δυνατόν να γίνεται επίκληση της αρχής αυτής κατά τρόπο που θα υπονόμευε εν τέλει την πρακτική αποτελεσματικότητα του νομοθετικού πλαισίου το οποίο έχει θεσπισθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης. Τούτο όμως ακριβώς επιδιώκει εν τέλει να επιτύχει η αναιρεσείουσα με την υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως.

63.      Παρεμπιπτόντως, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει προβάλει κανένα απολύτως επιχείρημα που να στηρίζεται στη συνδρομή ειδικών περιστάσεων κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Αντιθέτως, το επιχείρημα περί αναλογικότητας φαίνεται να ισοδυναμεί με το επιχείρημα ότι, επειδή θα ήταν δυνατόν –ακόμη δε και επιθυμητό– να υπαχθεί η αναιρεσείουσα στην άμεση ρυθμιστική αρμοδιότητα των εθνικών εποπτικών αρχών, το βάρος μετατίθεται ως εκ τούτου στην ΕΚΤ να αποδείξει ότι το αντίθετο ήταν τρόπον τινά αναγκαίο. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δύσκολα συνάδει με το σαφές νομοθετικό πλαίσιο και, όπως προεξέθεσα, ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με έμμεση αμφισβήτηση του κύρους του.

64.      Για όλους τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι το επιχείρημα περί αναλογικότητας, όπως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμο.

3)      Παραβίαση της ερμηνευτικής αρχής «ut res magis valeat quam pereat» και παράβαση της υποχρεώσεως να μην απαιτείται «probatio diabolica»

65.      Τρίτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την ερμηνευτική αρχή ut res magis valeat quam pereat και ότι παρέβη την υποχρέωση να μην απαιτείται probatio diabolica. Με το επιχείρημα αυτό υποστηρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι δεν πρέπει να καθίσταται υπέρμετρα δύσκολο να αποδειχθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4.

66.      Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η έννοια των «ειδικών περιστάσεων» κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή του τεκμηρίου ότι οι οντότητες που πληρούν τα εκεί περιγραφόμενα κριτήρια πρέπει να χαρακτηρίζονται ως σημαντικές οντότητες. Καίτοι τα κριτήρια όσον αφορά τη συνδρομή των «ειδικών περιστάσεων» πρέπει, κατά το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, «να ερμηνεύονται στενά», η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι πρέπει πάντως να εξακολουθεί να υφίσταται πεδίο εφαρμογής των κριτηρίων αυτών. Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 46 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έδειξε ότι δεν κατανόησε το εν λόγω επιχείρημα, καθιστώντας, ως εκ τούτου, αδύνατη τη στοιχειοθέτηση της συνδρομής τέτοιων ειδικών περιστάσεων από την αναιρεσείουσα.

67.      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, επειδή διαπίστωσε, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η άμεση προληπτική εποπτεία από τις εθνικές αρχές [πρέπει να] είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών και αρχών του βασικού κανονισμού» και ότι το στοιχείο αυτό πρέπει να αποδεικνύεται από τις σημαντικές οντότητες. Κατά την αναιρεσείουσα, ούτε ο βασικός κανονισμός ούτε ο κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ καθιερώνουν τέτοια ιεραρχική σχέση μεταξύ της εποπτείας που είναι «περισσότερο ενδεδειγμένη» για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού και της εποπτείας που είναι «λιγότερο ενδεδειγμένη» σχετικώς. Το κριτήριο του Γενικού Δικαστηρίου ότι η εποπτεία από τις εθνικές αρχές πρέπει να είναι «περισσότερο» ενδεδειγμένη είναι, κατά την αναιρεσείουσα, ακατάλληλο και στερεί από τις σημαντικές οντότητες κάθε ρεαλιστική δυνατότητα να προσκομίσουν πράγματι τα απαιτούμενα από το Γενικό Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία, καθότι οι οντότητες αυτές καλούνται να τεκμηριώσουν πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν τον τρόπο λειτουργίας των διάφορων εποπτικών αρχών, ήτοι περιστατικά που δεν εμπίπτουν καν στη σφαίρα της αρμοδιότητάς τους. Ο κανόνας περί «ειδικών περιστάσεων» κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και κατά το άρθρο 70 του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ αποσκοπεί στην αποφυγή των ανακολουθιών που μπορούν να προκύψουν από την υπεραπλουστευτική εφαρμογή του κριτήριου του μεγέθους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την απονομή υπέρμετρα εκτεταμένων αρμοδιοτήτων στην ΕΚΤ.

68.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αμυνόμενες, ότι η συνδρομή «ειδικών περιστάσεων» κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού μπορεί να αποδειχθεί. Ανέφεραν διάφορα παραδείγματα αποφάσεων που έχει εκδώσει η ΕΚΤ συναφώς.

69.      Απαντώντας, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι στις μνημονευόμενες από την ΕΚΤ και την Επιτροπή αποφάσεις της ΕΚΤ δεν εφαρμόστηκαν τα κριτήρια που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά την αναιρεσείουσα, οι εν λόγω αποφάσεις της ΕΚΤ αποδεικνύουν, αντιθέτως, ότι η ΕΚΤ εκδίδει τις αποφάσεις της αυθαίρετα και με βάση τα συμφέροντά της.

70.      Φρονώ ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί. Προκαταρκτικώς, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει κατά πόσον τα παραδείγματα αποφάσεων της ΕΚΤ τα οποία επικαλούνται η ΕΚΤ και η Επιτροπή επιρρωννύουν τον ισχυρισμό τους ότι η εφαρμογή της ερμηνείας του Γενικού Δικαστηρίου επί του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν απαιτεί «probatio diabolica». Τούτο αποτελεί ζήτημα αποδείξεως πραγματικών περιστατικών, το οποίο δεν εμπίπτει στην αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

71.      Όπως έχω επισημάνει ήδη, από το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ προκύπτει σαφώς ότι ο όρος «ειδικές περιστάσεις» του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Συνεπώς, ο επαναχαρακτηρισμός σημαντικής οντότητας ως λιγότερο σημαντικής λόγω της συνδρομής ειδικών περιστάσεων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι εξαιρετικής φύσεως.

72.      Δεν είναι ίσως καν σκόπιμο να επιχειρηθεί η διατύπωση ενός εξαντλητικού ορισμού του τι συνιστά «ειδικές περιστάσεις» στο πλαίσιο της υπό εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως. Δεδομένου, πάντως, του ρυθμιστικού σκοπού των δυο κανονισμών –ο οποίος συνίσταται εν τέλει στη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής υψηλών εποπτικών προδιαγραφών μέσω της εφαρμογής των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου όσον αφορά την προληπτική εποπτεία της εκάστοτε οντότητας, ανεξαρτήτως του αν τούτο συμβαίνει σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο ΕΚΤ–, η προβλεπόμενη στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού εξαίρεση φαίνεται κατά βάση να αφορά τις ειδικές και ασυνήθιστες εκείνες περιστάσεις όπου ο χαρακτηρισμός της οντότητας ως σημαντικής θα ισοδυναμούσε, στην πράξη, με παρεμπόδιση της συνεπούς εφαρμογής των υψηλών αυτών εποπτικών προδιαγραφών.

73.      Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με την απάντησή της, ότι είναι πρακτικά αδύνατον να αποδειχθεί ότι η άμεση προληπτική εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού, καθότι τούτο προϋποθέτει γνώση του τρόπου λειτουργίας των διαφόρων εποπτικών αρχών.

74.      Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι καθόλου πειστικό. Δέχομαι ότι ευχερέστερα μπορεί να πληρωθεί το κριτήριο το οποίο προτείνει η αναιρεσείουσα, παρά εκείνο που θέτει το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, αμφότερα τα κριτήρια απαιτούν σε βάθος γνώση του τρόπου λειτουργίας της ΕΚΤ και της αντίστοιχης αρμόδιας εθνικής αρχής. Δεδομένου ότι ο τρόπος λειτουργίας της ΕΚΤ και των αρμόδιων εθνικών αρχών δεν αποτελεί ζήτημα εμπιστευτικού χαρακτήρα, δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιον λόγο είναι αδύνατον να καταδειχθεί, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η άμεση προληπτική εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα αποτελεί οντότητα που διαθέτει τεράστιους πόρους και, όπως μπορεί να υποτεθεί, εκτενή γνώση των τραπεζικών πρακτικών και ρυθμιστικών κανόνων. Αν συνέτρεχαν πράγματι «ειδικές περιστάσεις» που θα δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, με αποτέλεσμα την επιστροφή της άμεσης εποπτείας από την ΕΚΤ στις αρμόδιες εθνικές αρχές, η αναιρεσείουσα λογικά θα έσπευδε να τονίσει τις ειδικές παραμέτρους αυτές. Εντούτοις, περιέργως δεν αναφέρεται καθόλου στο συγκεκριμένο ζήτημα, προτιμώντας να προβάλει ορισμένα, θα τολμούσα να πω με βάση το ιστορικό της υπό εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ θεωρητικά επιχειρήματα όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή συνδυάζεται με τη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.

2.      Πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών

75.       Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 101 έως 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επειδή παρέλειψε να εξετάσει τις συγκεκριμένες περιστάσεις τις οποίες προέβαλε η αναιρεσείουσα και να εκτιμήσει αν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, συνέτρεχαν «ειδικές περιστάσεις» κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να πραγματοποιήσει τέτοια εκτίμηση και απλώς έκρινε, με τη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν υποστήριξε ότι η εθνική εποπτεία είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού απ’ ό,τι η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ.

76.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή διατείνονται ότι το ανωτέρω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Συντάσσομαι με την άποψή τους.

77.      Πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προεξέθεσα, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, με την πρωτόδικη προσφυγή της, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι πρέπει να επαναχαρακτηρισθεί ως λιγότερο σημαντική οντότητα είχαν ως αποκλειστικό σκοπό να καταδειχθεί ότι η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ δεν ήταν αναγκαία (29).

78.      Κατά την άποψή μου, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε εξετάσει, με δική του πρωτοβουλία, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να εκτιμήσει αν η άμεση εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ήταν περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού, θα είχε παραβιάσει την αρχή της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης (30). Το ζήτημα αυτό, το οποίο δεν τέθηκε από την αναιρεσείουσα με την πρωτόδικη προσφυγή της, δεν εμπίπτει στην εξαίρεση για τους λόγους δημοσίου συμφέροντος τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δύναται να προβάλλει αυτεπαγγέλτως.

79.      Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί επίσης την κρίση που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 109 έως 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι, λόγω της ποικιλομορφίας των νομικών πλαισίων και των εποπτικών αρχών, οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να συνεργάζονται καλύτερα μεταξύ τους από ό,τι με την ΕΚΤ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή των προδιαγραφών προληπτικής εποπτείας, στηριζόμενο στο σκεπτικό ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων γερμανικών αρχών ήταν ευκολότερη από ό,τι με την ΕΚΤ.

80.      Από τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα μόνο με το απαντητικό της υπόμνημα στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσκόμισε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να καταδείξει ότι η αρμόδια εθνική αρχή είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού. Ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, δεδομένου ότι αποτελούσαν, κατά την ΕΚΤ και την Επιτροπή, νέο λόγο προσφυγής και ήσαν ως εκ τούτου απαράδεκτα, φρονώ ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει στην πραγματικότητα ισχυρισθεί ότι η περιλαμβανόμενη στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη. Με την υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει απλώς ότι δεν ήταν ενήμερη ότι όφειλε να προσκομίσει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία και ότι, σε κάθε περίπτωση, τούτο θα συνιστούσε υπέρμετρη επιβάρυνση για αυτήν.

81.      Δεδομένου ότι η ίδια η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό, φέρει αυτή το βάρος της επικλήσεως αποδεικτικών στοιχείων προς στήριξή του. Επιπλέον, υπό το πρίσμα της απαντήσεώς μου στο προηγούμενο τμήμα (31), δεν πείθομαι από τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι αδυνατεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τα εθνικά νομικά πλαίσια και τη λειτουργία των εθνικών αρχών και της ΕΚΤ, τα οποία είναι όλα ζητήματα που ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Αρκεί να επισημανθεί και πάλι ότι, αν η εποπτεία επί της αναιρεσείουσας σε επίπεδο ΕΚΤ ήταν πράγματι πιθανό να θίξει την εφαρμογή κατάλληλων ρυθμιστικών τραπεζικών προτύπων υψηλού επιπέδου, η αναιρεσείουσα διαθέτει αναμφίβολα την αναγκαία εξειδίκευση και τους πόρους που θα της παρείχαν τη δυνατότητα να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω εκ νέου ότι παρέλειψε να το πράξει, προτιμώντας να στηριχθεί, για τον σκοπό αυτό, σε κατ’ ουσίαν αόριστα επιχειρήματα περί αναλογικότητας.

3.      Εσφαλμένη κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, στον βαθμό που δεν δέχθηκε ότι η ΕΚΤ παρέλειψε να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια και παρέβη την υποχρέωσή της να εξετάσει τον προβληθέντα ισχυρισμό

82.      Στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, επειδή έκρινε ότι η ΕΚΤ δεν παρέβη την υποχρέωσή της να κάνει χρήση της διακριτικής της ευχέρειας, καθότι «αποκλειστικός σκοπός της επιχειρηματολογίας την οποία προέβαλε η [αναιρεσείουσα] κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ήταν να αποδείξει ότι οι σκοποί του βασικού κανονισμού μπορούσαν να επιτευχθούν με την άμεση εποπτεία της [αναιρεσείουσας] από τις εθνικές αρχές». Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως, στις σκέψεις 140 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «δεν μπορεί να προσαφθεί στην ΕΚΤ ότι δεν άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως απορρίπτοντας εκ προοιμίου την αλυσιτελή επιχειρηματολογία».

83.      Εξίσου εσφαλμένη είναι, κατά την αναιρεσείουσα, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία διατυπώνεται στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «οι περιστάσεις τις οποίες, κατά την άποψη της [αναιρεσείουσας], δεν συνεκτίμησε η ΕΚΤ στερούνταν λυσιτέλειας για την εφαρμογή του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού-πλαισίου ΕΕΜ» και ότι, ως εκ τούτου, «δεν μπορεί να προσαφθεί λυσιτελώς στην ΕΚΤ ότι δεν έλαβε υπόψη τις περιστάσεις αυτές κατά την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως».

84.      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά δεν στερούνταν σημασίας για την εξέταση στην οποία προέβη η ΕΚΤ και για την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, καθότι η αναιρεσείουσα στήριξε σε αυτά την άποψή της ως προς το ορθό νομικό κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ. Εν πάση περιπτώσει, ούτε η ΕΚΤ ούτε το Γενικό Δικαστήριο μπορούν απλώς να απορρίψουν ένα επιχείρημα ως «αλυσιτελές» μόνο για τον λόγο ότι, από τη δική τους σκοπιά, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένο νομικό κριτήριο. Αντιθέτως, η ΕΚΤ οφείλει να εξετάζει όλα τα πραγματικά περιστατικά που ασκούν επιρροή και να ασκεί πλήρως τη διακριτική της ευχέρεια. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ΕΚΤ δεν τήρησε την ως άνω απαίτηση.

85.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το ανωτέρω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Συντάσσομαι με την άποψή τους.

86.      Δεδομένου ότι το ορθό νομικό κριτήριο για τη διαπίστωση της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού και για τη διαπίστωση της πληρώσεως της προϋποθέσεως της «ακαταλληλότητας» κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ είναι αν η εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού μπορεί να διασφαλισθεί καλύτερα με την άμεση εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, με τις σκέψεις 140 και 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι είναι αλυσιτελή τα επιχειρήματα ή τα αποδεικτικά στοιχεία που κατατείνουν στην πλήρωση ενός διαφορετικού νομικού κριτηρίου, ήτοι ότι η εποπτεία από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές αρκεί για την εκπλήρωση των σκοπών αυτών. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η ΕΚΤ δεν έκανε κακή χρήση των εξουσιών της, επειδή παρέλειψε να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια κατά την εφαρμογή του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ και ότι δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που ασκούν επιρροή.

87.      Θα προσέθετα ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο ή ακόμη και η ΕΚΤ είχαν ενεργήσει με βάση αποδεικτικά στοιχεία τα οποία απλώς καταδείκνυαν ότι η εποπτεία από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές αρκούσε για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού, αλλά δεν προχωρούσαν παραπέρα και δεν τεκμηρίωναν τον ισχυρισμό ότι η εκπλήρωση των σκοπών του εν λόγω κανονισμού μπορούσε να διασφαλισθεί καλύτερα με την άμεση εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, θα είχαν υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο.

2.      Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και εσφαλμένη εκτίμηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

88.      Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.

1.      Το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως

89.      Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, με τις σκέψεις 31 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο (32).

90.      H αναιρεσείουσα θεωρεί, πρώτον, ότι, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε τη σειρά των προτάσεων που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και, δεύτερον, ότι συνέδεσε την απόφαση αυτή με τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014 (33), καίτοι τέτοια σύνδεση δεν προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναιρεσείουσα τονίζει ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση απλώς αναφέρεται ότι ο χαρακτηρισμός της εποπτευόμενης οντότητας ως σημαντικής δεν είναι αντίθετος προς τους σκοπούς του βασικού κανονισμού. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ότι αυτός είναι ο λόγος που η εποπτεία της αναιρεσείουσας δεν είναι «ακατάλληλη» κατά την έννοια του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάσεως είχε τονίσει ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να στοιχειοθετήσει τη συνδρομή περιστάσεων από τις οποίες θα προέκυπτε ότι η άμεση εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ενδείκνυται περισσότερο για τη διασφάλιση της εκπληρώσεως των σκοπών του βασικού κανονισμού. Η αναιρεσείουσα θεωρεί, ωστόσο, ότι αυτή η υποτιθέμενη σύνδεση μεταξύ των κριτηρίων της από 20 Νοεμβρίου 2014 γνωμοδοτήσεως του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως και των κριτηρίων της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν υφίσταται. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραπέμπει στο παρατιθέμενο εδάφιο από τη γνωμοδότηση εκείνη ούτε σε οποιοδήποτε άλλο εδάφιο αυτής. Αντιστρόφως, η γνωμοδότηση δεν αναφέρει το κριτήριο της «αντιθέσεως» προς τους σκοπούς του βασικού κανονισμού, το οποίο μνημονεύει η προσβαλλόμενη απόφαση.

91.      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, μετά τη μνεία της εσφαλμένης παραθέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε, στη σκέψη 34 της αποφάσεώς του, το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως την άποψη της ΕΚΤ ως προς το κριτήριο εκτιμήσεως που χρήζει εφαρμογής. Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι, κατά το Γενικό Δικαστήριο, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της γνωμοδοτήσεως, προκύπτει ότι η ΕΚΤ θεωρεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ μπορεί να συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό οντότητας ως λιγότερο σημαντικής μόνο εφόσον η άμεση εποπτεία από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για τη διασφάλιση της εκπληρώσεως των σκοπών του βασικού κανονισμού απ’ ό,τι η επιτήρηση από την ΕΚΤ (34). Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει ούτε μία φορά το κριτήριο αυτό.

92.      Η ΕΚΤ και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το ανωτέρω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Συντάσσομαι με την άποψή τους.

93.      Πέραν της υποχρεώσεως την οποία υπέχει η ΕΚΤ από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 22, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού και από το άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, το άρθρο 296 ΣΛΕΕ ορίζει σαφώς ότι οι νομικές πράξεις (35) αιτιολογούνται.

94.      Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των βλαπτικών πράξεων, η οποία αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον θιγόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η πράξη είναι όντως ορθή ή αν ενδεχομένως βαρύνεται με πλημμέλεια δυνάμενη να αποτελέσει λόγο αμφισβητήσεως του κύρους της ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και, αφετέρου, να παράσχει στα εν λόγω όργανα τη δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας της πράξεως αυτής. Από την υποχρεωτική, κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου το οποίο εξέδωσε την πράξη, κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα στον μεν θιγόμενο να γνωρίζει τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη των μέτρων, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της επίμαχης πράξεως και στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Δεν απαιτείται να προσδιορίζονται στην αιτιολογία όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον ο επαρκής χαρακτήρας μιας αιτιολογίας πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Ειδικότερα, μια βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον έχει εκδοθεί εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον θιγόμενο και του δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσει το περιεχόμενο του ληφθέντος εις βάρος του μέτρου (36).

95.      Επισημαίνω προκαταρκτικώς ότι απλώς και μόνον ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η σειρά των προτάσεων της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει αντιστραφεί από το Γενικό Δικαστήριο δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι το νόημα της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει παραμορφωθεί.

96.      Επιπλέον, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014 (37) συνδέεται με την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι αποτελεί, ως εκ τούτου, μέρος του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω απόφαση (38).

97.      Η ίδια η αναιρεσείουσα όχι μόνον αναφέρει ότι η γνωμοδότηση «προσαρτήθηκε» στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι μνημονεύεται εκεί ως εντασσόμενη στο ιστορικό πλαίσιο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, αλλά εκθέτει επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού (39) και του άρθρου 18 της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 14ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του (40), η ΕΚΤ υποχρεούται να προσαρτά (41) τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως σε κάθε νέα της απόφαση.

98.      Φρονώ ότι από το άρθρο 24, παράγραφοι 7 (42) και 9, του βασικού κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι η γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως, το νέο σχέδιο αποφάσεως του εποπτικού συμβουλίου και η απόφαση που εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο συνδέονται εγγενώς. Τούτο ισχύει καίτοι η γνωμοδότηση δεν δεσμεύει το εποπτικό συμβούλιο ούτε το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ (43).

99.      Δεδομένης της προβλεπόμενης στο άρθρο 24, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού υποχρεώσεως του εποπτικού συμβουλίου να λαμβάνει υπόψη τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως και να υποβάλλει τάχιστα νέο σχέδιο αποφάσεως στο διοικητικό συμβούλιο, και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα όπως και η γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απεφάνθη ότι η γνωμοδότηση μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της επάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (44).

100. Επομένως, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

2.      Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να διαπιστώσει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη

101. Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, επειδή το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και αντικατέστησε την αιτιολογία της ΕΚΤ με το δικό του σκεπτικό, δεν έλαβε υπόψη ότι η ΕΚΤ δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Κατά την αναιρεσείουσα, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι παράλογη και εγγενώς αντιφατική.

102. Δεδομένου ότι το σκέλος αυτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως στηρίζεται στην παραδοχή ότι δεν υφίσταται σύνδεση μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως και της γνωμοδοτήσεως του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014 και ότι η τελευταία δεν εντάσσεται στο πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, φρονώ ότι θα πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αλυσιτελές.

103. Χάριν πληρότητας, ωστόσο, θα εξετάσω ορισμένα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα.

104. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, επειδή δεν αναγνώρισε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται, δεδομένου ότι η ΕΚΤ, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απλώς παραθέτει διαφορετικά νομικά κριτήρια. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία η ΕΚΤ σκόπευε να λάβει υπόψη προκειμένου να αποφασίσει αν ο χαρακτηρισμός οντότητας ως σημαντικής είναι ακατάλληλος.

105. Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν υφίσταται αντίφαση «μεταξύ, από τη μία, της περιεχόμενης στη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως μνείας του ότι η συνδρομή “ειδικών περιστάσεων” συνεπάγεται ότι οι σκοποί του βασικού κανονισμού, και δη η ανάγκη διασφαλίσεως της συνεπούς εφαρμογής υψηλών εποπτικών προτύπων, πρέπει να διασφαλίζονται καλύτερα με την άμεση εποπτεία από τις εθνικές αρχές και, από την άλλη, της περιεχόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση μνείας του ότι η άμεση εποπτεία της [αναιρεσείουσας] από την ΕΚΤ έπρεπε να είναι αντίθετη προς τους σκοπούς του βασικού κανονισμού, προκειμένου να είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 70, παράγραφος 1, του κανονισμού-πλαισίου ΕΕΜ».

106. Συμφωνώ ότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των δύο αυτών αναφορών και ότι, δεδομένης της συνδέσεως των επίμαχων εγγράφων, το πρώτο απλώς αποσαφηνίζει το δεύτερο υπό το πρίσμα του σχετικού νομικού πλαισίου. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού απαιτεί τη συνδρομή «ειδικών περιστάσεων» προκειμένου να επαναχαρακτηρισθεί μια κατά τα λοιπά σημαντική οντότητα ως λιγότερο σημαντική, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η άμεση προληπτική εποπτεία θα ασκείται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, και όχι από την ΕΚΤ. Κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ, «ειδικές περιστάσεις» συντρέχουν, μεταξύ άλλων, όταν ο χαρακτηρισμός μιας εποπτευόμενης οντότητας ως σημαντικής είναι ακατάλληλος, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και των αρχών του βασικού κανονισμού. Επομένως, η έμφαση που δίδεται τόσο με τη γνωμοδότηση όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση στους σκοπούς του βασικού κανονισμού συνάδει πλήρως με το νομικό πλαίσιο και δεν είναι αντιφατική. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, στην πραγματικότητα, την απαίτηση, η οποία μνημονεύεται τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως (45) και η οποία έγινε δεκτή από το Γενικό Δικαστήριο (46), ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι η συνεπής εφαρμογή υψηλών προδιαγραφών προληπτικής εποπτείας διασφαλίζεται καλύτερα με την άμεση εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Αυτό αποτελεί ζήτημα ουσίας, και όχι για ζήτημα επάρκειας της αιτιολογίας (47).

107. Η αναιρεσείουσα θεωρεί επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι η ΕΚΤ παρέλειψε να εξετάσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα επιχειρήματα που αυτή προέβαλε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΕΚΤ δεν όφειλε να αιτιολογήσει αναλυτικά την απόρριψη της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας, καθότι αυτή «προδήλως στερείτ[ο] λυσιτέλειας» για την ερμηνεία την οποία επέλεξε η ΕΚΤ. Η αναιρεσείουσα υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και εξακολουθεί να υποστηρίζει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να συναγάγει από την προσβαλλόμενη απόφαση ή από τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως τους λόγους για τους οποίους τα επιχειρήματά της ήταν «αλυσιτελή».

108. Φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, με τη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε εύκολα να συναγάγει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως τον λόγο για τον οποίο «προδήλως στερ[ούντο] λυσιτέλειας» τα επιχειρήματά της, με τα οποία, κατά την άποψή μου, τασσόταν σαφώς υπέρ ενός εντελώς διαφορετικού κριτηρίου για τη διαπίστωση της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» σε σχέση με εκείνο που έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση και τη γνωμοδότηση.

109. Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμο.

3.      Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται διαδικαστική πλημμέλεια του Γενικού Δικαστηρίου λόγω συνεκτιμήσεως στοιχείων που δεν αποτελούσαν αντικείμενο της διαδικασίας

110. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα ακροάσεως και την απαίτηση συμμορφώσεως με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης. Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε δύο καθοριστικά στοιχεία, τα οποία δεν αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας, ήτοι στην απαίτηση αποδείξεως ότι η εποπτεία από την αρμόδια γερμανική αρχή ήταν καταλληλότερη από την εποπτεία από την ΕΚΤ και στην απαίτηση προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων περί της συνεργασίας μεταξύ της αρχής αυτής και του υπουργείου οικονομικών του ομόσπονδου κράτους (Land).

111. Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι «ειδικές περιστάσεις» «συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι […] αφορ[ούν] μόνον την περίπτωση κατά την οποία η άσκηση άμεσης προληπτικής εποπτείας από την ΕΚΤ, λόγω του χαρακτηρισμού οντότητας ως “σημαντικής”, ενδείκνυται λιγότερο για την επίτευξη των σκοπών του βασικού κανονισμού απ’ ό,τι η άσκηση άμεσης προληπτικής εποπτείας της οντότητας αυτής από τις εθνικές αρχές». Το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την κρίση του στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν υποστήριξε ότι η άμεση εποπτεία από την αρμόδια γερμανική αρχή είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού από ό,τι η άμεση εποπτεία από την ΕΚΤ (48). Δεδομένου ότι το κριτήριο αυτό δεν μνημονεύθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ούτε από την ΕΚΤ ούτε από το Γενικό Δικαστήριο και δεν μνημονεύεται ούτε στις κρίσιμες νομοθετικές διατάξεις, το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας περί ακροάσεως και την απαίτηση συμμορφώσεως με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε «απόφαση-έκπληξη».

112. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα ουσιαστικά της επιχειρήματα ήταν αλυσιτελή, καθότι δεν υποστήριξε ότι η άμεση εποπτεία από την αρμόδια γερμανική αρχή είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών του βασικού κανονισμού.

113. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η αναιρεσείουσα υποστήριξε, όσον αφορά τον σκοπό της συνεπούς εφαρμογής υψηλών προδιαγραφών προληπτικής εποπτείας, ότι η ίδια όχι μόνον υπόκειται σε διάφορους κανόνες του εθνικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης, αλλά και ότι εποπτεύεται από διάφορες εθνικές αρχές . Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό, με το σκεπτικό ότι «[α]ρκεί συναφώς η παρατήρηση ότι η [αναιρεσείουσα] δεν επικαλείται οποιαδήποτε συμφωνία ή συνεργασία μεταξύ των αρχών του ομόσπονδου κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης και των γερμανικών αρχών που θα μπορούσε να καταστήσει ευκολότερη τη μεταξύ τους συνεργασία απ’ ό,τι με την ΕΚΤ» (49). Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η απαίτηση αποδείξεως της υπάρξεως τέτοιας συμφωνίας ή άλλης μορφής «συνεργασίας» μεταξύ της αρμόδιας γερμανικής αρχής, της Deutsche Bundesbank και του ομόσπονδου κράτους (Land), προκειμένου να αποδειχθεί ότι η άμεση εποπτεία από την αρμόδια γερμανική αρχή είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση του σκοπού της συνεπούς εφαρμογής υψηλών προτύπων προληπτικής εποπτείας, δεν είχε προγενέστερα μνημονευθεί ούτε από την ΕΚΤ ούτε από το Γενικό Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

114. Η ΕΚΤ και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Συντάσσομαι με την άποψή τους.

115. Στα σημεία 45 και 46 της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι το κριτήριο για τη διαπίστωση της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» το οποίο περιεγράφη με τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014, ήτοι ότι «οι σκοποί του [βασικού κανονισμού] και ιδίως η τήρηση υψηλών εποπτικών προτύπων μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα αν η οντότητα που πληροί τα κριτήρια περί σημαντικής οντότητας χαρακτηρισθεί ως λιγότερο σημαντική, με αποτέλεσμα να παραμείνει υπό την άμεση εποπτεία της [αρμόδιας εθνικής αρχής]», ήταν εσφαλμένο, καθότι δεν απέρρεε από τον βασικό κανονισμό ούτε από τον κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ (50). Η ΕΚΤ απάντησε στο επιχείρημα αυτό εκτενώς, αμυνόμενη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ιδίως στα σημεία 26 και 50 του υπομνήματος αντικρούσεως που κατέθεσε (51).

116. Συνεπώς, ήδη από την ανωτέρω προσφυγή και την άμυνα κατά αυτής προκύπτει σαφώς ότι το κριτήριο για τη διαπίστωση της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» το οποίο έγινε δεκτό από το Γενικό Δικαστήριο αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς αντιπαραθέσεως μεταξύ των διαδίκων, οπότε διασφαλίσθηκαν τόσο ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως της αναιρεσείουσας όσο και η τήρηση της απαιτήσεως συμμορφώσεως με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.

117. Το γεγονός ότι, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα απλώς υποστήριξε με τις από 10 Ιουλίου 2014 (52) και 6 Οκτωβρίου 2014 (53) επιστολές της ότι δεν ήταν αναγκαία η προληπτική εποπτεία από την ΕΚΤ προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή υψηλών εποπτικών προτύπων, χωρίς να υποστηρίξει ότι η εθνική εποπτεία ήταν περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση των σκοπών αυτών, δεν καταδεικνύει ότι το κριτήριο για τη διαπίστωση της συνδρομής «ειδικών περιστάσεων» το οποίο έγινε δεκτό από το Γενικό Δικαστήριο δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαραθέσεως ενώπιόν του από τους διαδίκους (54) και ο εν λόγω ισχυρισμός καταρρίπτεται σαφώς από την ανάγνωση των υπομνημάτων που κατέθεσαν οι διάδικοι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως καταδείχθηκε στα σημεία 115 και 116 ανωτέρω.

118. Όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας αναφορικά με τη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (55), φρονώ ότι δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απλώς απέρριψε ως ατεκμηρίωτο το επιχείρημα που προέβαλε η αναιρεσείουσα, με το υπόμνημα απαντήσεως της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι η προληπτική εποπτεία από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την εκπλήρωση του σκοπού των υψηλών προτύπων προληπτικής εποπτείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ.

119. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

120. Δεδομένου ότι κανείς από τους λόγους αναιρέσεως στους οποίους η αναιρεσείουσα στήριξε την αίτησή της περί αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

VI.    Επί των δικαστικών εξόδων

121. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

122. Δεδομένου ότι η ΕΚΤ και η Επιτροπή ζήτησαν την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, η αναιρεσείουσα πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα της ΕΚΤ και της Επιτροπής.

VII. Πρόταση

123. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να:

–        απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        καταδικάσει τη Landeskreditbank Baden-Württemberg – Förderbank στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα έξοδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Βλ. δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.


3      Βλ. άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού για το πλαίσιο ΕΕΜ και σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


4      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 67).


5      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 67).


6      Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο, η συνολική αξία του ενεργητικού της αναιρεσείουσας ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στα 70.682 δισεκατομμύρια ευρώ.


7      Με βάση τα λεπτομερή κριτήρια που παρατίθενται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.


8      Βλ. σκέψεις 44 και 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


9      Βλ. σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


10      Βλ. σκέψεις 66 έως 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


11      Βλ. σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


12      Βλ. σκέψεις 56 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


13      Βλ. σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


14      Βλ., επί παραδείγματι, σκέψεις 61 έως 72 της αποφάσεως της 12ης Μαΐου 2011, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑176/09, EU:C:2011:290). Στην υπόθεση εκείνη, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστήριζε ότι διάταξη οδηγίας παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου ότι το κριτήριο βάσει του οποίου καθοριζόταν το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ουδεμία σχέση είχε με τους σκοπούς της.


15      Το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού έχει ως εξής: «“ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ)”: ένα ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοπιστωτικής εποπτείας που απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εθνικές αρμόδιες αρχές συμμετεχόντων κρατών μελών όπως περιγράφονται στο άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού».


16      Η πρόθεση να ανατεθούν ορισμένα ειδικά εποπτικά καθήκοντα στην ΕΚΤ προκύπτει σαφώς ακόμη και από τη γραμματική διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 15 του βασικού κανονισμού. Επιπλέον, κατά την αιτιολογική σκέψη 28 του βασικού κανονισμού, «[τ]α εποπτικά καθήκοντα που δεν ανατίθενται στην ΕΚΤ θα πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών». Τα καθήκοντα που μνημονεύονται στην τελευταία αυτή αιτιολογική σκέψη ως παραδείγματα καθηκόντων τα οποία πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, δεν συμπίπτουν με τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΚΤ από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Βλ. σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ουδόλως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι η απαρίθμηση των εποπτικών καθηκόντων που πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών είναι εξαντλητική. Πράγματι, από τη χρήση της λέξεως «περιλαμβάνεται» στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη καθίσταται σαφές ότι η απαρίθμηση καθηκόντων είναι ενδεικτική.


17      Οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού.


18      Εξαιρουμένων των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 4, στοιχεία αʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού.


19      Άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού.


20      Άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού.


21      Άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ, του βασικού κανονισμού.


22      Άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο εʹ, του βασικού κανονισμού.


23      Άρθρο 6, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, ωστόσο, να ενημερώνουν την ΕΚΤ ως προς τα μέτρα που λαμβάνουν δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού και να συντονίζουν στενά τα μέτρα αυτά με την ΕΚΤ. Επιπλέον, οφείλουν να υποβάλλουν έκθεση στην ΕΚΤ, σε τακτική βάση, ως προς την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.


24      Άρθρο 6, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού.


25      Βλ. αιτιολογική σκέψη 37 του βασικού κανονισμού.


26      Η υπογράμμιση δική μου.


27      Βλ. σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


28      Βλ. σκέψεις 40, 75 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


29      Βλ. σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


30      Όπως προκύπτει από τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως από το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το άρθρο 76 και το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η ένδικη διαφορά κατ’ αρχήν προσδιορίζεται και οριοθετείται από τους διαδίκους, τα δε δικαιοδοτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δύναται να αποφαίνονται πέραν των αιτηθέντων [ultra petita]· βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 3ης Μαΐου 2018, EUIPO κατά European Dynamics Luxembourg κ.λπ. (C‑376/16 P, EU:C:2018:299, σκέψη 33).


31      Βλ. ιδίως σημείο 74 ανωτέρω.


32      Βλ. απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑164/98 P, EU:C:2000:48, σκέψεις 44 έως 49).


33      Βλ. σημείο 17 ανωτέρω.


34      Βλ. σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


35      Ως εκ τούτου, οι νομοθετικές και οι διοικητικές πράξεις πρέπει να αιτιολογούνται. Βλ. επίσης άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως και την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.


36      Απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba (C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψεις 49, 50, 53 και 54).


37      Από το άρθρο 24, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάσεως είναι εσωτερικό όργανο της ΕΚΤ. Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως και η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να μη συνδέονται για τους σκοπούς της εκτιμήσεως της επάρκειας της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, επειδή διαφέρουν oι συντάκτες των δυο κειμένων, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, καθότι αμφότερα τα κείμενα προέρχονται από το ίδιο θεσμικό όργανο και αποτελούν μέρος της διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 24 του βασικού κανονισμού.


38      Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάσεως έχει ως καθήκον την εσωτερική διοικητική επανεξέταση των αποφάσεων που λαμβάνονται από την ΕΚΤ κατά την άσκηση των εξουσιών οι οποίες της ανατίθενται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού ύστερα από αίτημα επανεξετάσεως που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 5.


39      Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «[η] γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου επανεξέτασης, το νέο σχέδιο απόφασης του εποπτικού συμβουλίου και η απόφαση που εκδόθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο σύμφωνα με το παρόν άρθρο αιτιολογούνται και κοινοποιούνται στα μέρη».


40      Κατά τη διάταξη αυτή, «[η] γνώμη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, το νέο σχέδιο απόφασης που υποβάλλεται από το εποπτικό συμβούλιο και η νέα απόφαση που εκδίδεται από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, συνοδευόμενες από τις αιτιολογίες τους, κοινοποιούνται στα μέρη από τον γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου».


41      Ο όρος αυτός δεν χρησιμοποιείται στα ίδια τα νομικά κείμενα.


42      Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, «[α]φού αποφανθεί όσον αφορά το παραδεκτό της επανεξέτασης, το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης γνωμοδοτεί εντός περιόδου ανάλογης με το επείγον του θέματος και το πολύ εντός δύο μηνών από την παραλαβή της αίτησης και την παραπέμπει στο εποπτικό συμβούλιο για προετοιμασία νέου σχεδίου απόφασης. Το εποπτικό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και υποβάλλει τάχιστα νέο σχέδιο απόφασης στο Διοικητικό Συμβούλιο. Το νέο σχέδιο απόφασης καταργεί την αρχική απόφαση, την αντικαθιστά με απόφαση πανομοιότυπου περιεχομένου ή την αντικαθιστά με τροποποιημένη απόφαση. Το νέο σχέδιο απόφασης θεωρείται εγκριθέν εκτός αν το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράσει αντίρρηση εντός ανώτατου χρονικού διαστήματος δέκα εργάσιμων ημερών» (η υπογράμμιση δική μου).


43      Βλ. άρθρο 16, παράγραφος 5, της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 14ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του.


44      Βλ. σκέψη 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


45      Βλ. σκέψεις 31, 32 και 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


46      Βλ. σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


47      Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67).


48      Βλ. σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


49      Βλ. σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


50      Βλ., επίσης, σημεία 8 και 9 του υπομνήματος απαντήσεως της αναιρεσείουσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.


51      Η υπογράμμιση δική μου. Βλ., επίσης, σημεία 4, 10 και 76 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της ΕΚΤ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.


52      Βλ. σημείο 14 ανωτέρω.


53      Βλ. σημείο 16 ανωτέρω.


54      Πράγματι δε, έγινε ρητή μνεία σχετικώς στο σημείο 6.7 της γνωμοδοτήσεως του διοικητικού συμβουλίου επανεξετάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014.


55      Βλ. σημείο 113 ανωτέρω.