Language of document : ECLI:EU:T:2018:941

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 13ης Δεκεμβρίου 2018 (*)

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης PLOMBIR – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Περιγραφικός χαρακτήρας – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] – Εξέταση των πραγματικών περιστατικών – Άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001) – Αποδεικτικά στοιχεία προσκομιζόμενα για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου»

Στην υπόθεση T‑830/16,

Monolith Frost GmbH, με έδρα το Leopoldshöhe (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους E. Liebich και S. Labesius, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τις A. Söder, D. Walicka και τον M. Fischer,

καθού,

αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:

Dovgan GmbH, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους J.‑C. Plate και R. Kaase, δικηγόρους,

με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 22ας Σεπτεμβρίου 2016 (υπόθεση R 1812/2015‑4), σχετικά με διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας μεταξύ των Monolith Frost και Dovgan,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, V. Valančius και U. Öberg (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: R. Ukelyte, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 2016,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του EUIPO που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 2017,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Μαρτίου 2017,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Απριλίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 14 Ιουνίου 2010 η παρεμβαίνουσα, Dovgan GmbH, υπέβαλε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].

2        Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο PLOMBIR.

3        Τα προϊόντα που αφορά η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 29 και 30 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τα προϊόντα της κάθε κλάσεως, στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 29: «Κομπόστες (σάλτσες από φρούτα), αβγά, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα»·

–        κλάση 30: «Παγωτά, καφές, κακάο».

4        Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 2011/118, της 27ης Ιουνίου 2011. Το σήμα καταχωρίσθηκε ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 4 Οκτωβρίου 2011 με αριθμό 009171695 για τα προϊόντα που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.

5        Στις 12 Μαΐου 2014 η προσφεύγουσα, Monolith Frost GmbH, υπέβαλε στο EUIPO αίτηση για την κήρυξη μερικής ακυρότητας του σήματος PLOMBIR για τα προϊόντα που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω, βάσει του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 [νυν άρθρου 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001].

6        Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε την ανάγκη ελεύθερης χρήσεως προς εξαγωγή και προέβαλε ότι το αμφισβητούμενο σήμα αποτελούσε τη μεταγραφή με λατινικούς χαρακτήρες της λέξεως «Пломбир», που σημαίνει «κρέμα παγωτού» στη ρωσική γλώσσα. Υποστήριξε ότι ο περιγραφικός χαρακτήρας του αμφισβητούμενου σήματος γίνεται αντιληπτός από τα πρόσωπα που κατοικούν στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στις χώρες της Βαλτικής, τα οποία γνωρίζουν τη ρωσική γλώσσα.

7        Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2015, το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO δέχτηκε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας για ορισμένα προϊόντα των κλάσεων 29 (γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα) και 30 (παγωτά) (στο εξής, από κοινού: επίμαχα προϊόντα).

8        Στις 9 Νοεμβρίου 2015 η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001), κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων. Αιτιολόγησε την προσφυγή της στις 16 Νοεμβρίου 2015.

9        Με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2016 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και απέρριψε την προσφυγή για την κήρυξη ακυρότητας στο σύνολό της. Ειδικότερα, πρώτον, έκρινε ότι, ακόμη και αν τα επίμαχα προϊόντα προορίζονται, εν προκειμένω, για κάθε τελικό καταναλωτή, ανεξαρτήτως ηλικίας, εισοδήματος ή γλωσσικών γνώσεων, έπρεπε να περιοριστεί η εκτίμηση του περιγραφικού χαρακτήρα του αμφισβητούμενου σήματος μόνο στο γερμανικό έδαφος, καθόσον τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και οι διευκρινίσεις της προσφεύγουσας αφορούσαν αποκλειστικώς το έδαφος αυτό.

10      Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των τελικών καταναλωτών των επίμαχων προϊόντων στη Γερμανία γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα καθόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν σχετικώς ήταν αναξιόπιστα ή ακατάλληλα.

11      Τρίτον, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό κατανοεί πλήρως τη σημασία του όρου «plombir». Συναφώς, διευκρίνισε ότι, στο μέτρο που το ενδιαφερόμενο κοινό της Γερμανίας πρέπει να προβεί σε μεταγραφή του όρου «plombir» με κυριλλικούς χαρακτήρες και να το αναγνωρίσει ως «Пломбир» στη ρωσική γλώσσα, πριν να μπορέσει να του αποδώσει περιγραφική έννοια, είναι αναγκασμένο να καταβάλει διττή διανοητική προσπάθεια. Τέλος, έκρινε ότι δεν διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο όρος «plombir» ή «Пломбир» προσδιορίζει, στη ρωσική γλώσσα, τα «παγωτά».

 Αιτήματα των διαδίκων

12      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

13      Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

14      Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι ορισμένα έγγραφα κατατέθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα τα παραρτήματα Κ6 έως Κ12 και Κ14 και Κ15 του δικογράφου της προσφυγής καθώς και τα παραρτήματα K16 έως K24 του αιτήματος διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, τα οποία αφορούν την κατανόηση της ρωσικής γλώσσας στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ένωση, συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των χωρών της Βαλτικής, τον ορισμό του όρου «Пломбир» σε διαδικτυακά λεξικά και τη χρήση του όρου «plombir» για περιγραφικούς σκοπούς, για τον προσδιορισμό του παγωτού, στη Γερμανία.

15      Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του EUIPO κατά την έννοια του άρθρου 65 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 72 του κανονισμού 2017/1001), και, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Kaul, C‑29/05 P, EU:C:2007:162, σκέψη 54, και της 21ης Απριλίου 2005, Ampafrance κατά ΓΕΕΑ – Johnson & Johnson (monBeBé), T‑164/03, EU:T:2005:140, σκέψη 29].

16      Παρά ταύτα, δεν μπορεί να απαγορεύεται ούτε στους διαδίκους ούτε στο Γενικό Δικαστήριο να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία αντλούμενα από την εθνική νομοθεσία, νομολογία και θεωρία, δεδομένου ότι δεν εγείρεται ζήτημα ως προς τη συνεκτίμηση από το τμήμα προσφυγών πραγματικών στοιχείων από συγκεκριμένη απόφαση εθνικού δικαστηρίου, αλλά, αντιθέτως, πρόκειται για επίκληση αποφάσεων και επιστημονικών δημοσιεύσεων προς στήριξη λόγου ακυρώσεως που αφορά τη μη ορθή εφαρμογή από το τμήμα προσφυγών διατάξεως του κανονισμού 207/2009 [βλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2016, Karl-May-Verlag κατά ΓΕΕΑ – Constantin Film Produktion (WINNETOU), T‑501/13, EU:T:2016:161, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

17      Εν προκειμένω, τα παραρτήματα Κ7 έως Κ9 του δικογράφου της προσφυγής συνίστανται σε διάφορες αποφάσεις του Bundespatentgericht (ομοσπονδιακού δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, Γερμανία). Ωστόσο, αποσκοπούν μάλλον στην απόδειξη της κατανοήσεως της ρωσικής γλώσσας από το εξειδικευμένο γερμανικό κοινό στις εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία και, κατά συνέπεια, στο να προσαφθεί στο τμήμα προσφυγών ότι δεν έλαβε υπόψη πραγματικά στοιχεία, παρά στην αποσαφήνιση του περιεχομένου του εθνικού δικαίου. Σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 16 ανωτέρω, πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθούν απαράδεκτα.

18      Απεναντίας, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν το EUIPO και η παρεμβαίνουσα, πρέπει να κριθεί παραδεκτό το παράρτημα Κ6 του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο περιέχει αποσπάσματα έρευνας αγοράς του [γερμανικού] Ομοσπονδιακού Υπουργείου Διατροφής και Γεωργίας του 2014, καθόσον η εν λόγω έρευνα αγοράς χρησίμευσε ως βάση για την απόφαση του Bundespatentgericht (ομοσπονδιακού δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) της 6ης Απριλίου 2016 [28 W (pat) 17/13] και συνιστά συμπλήρωμα αποδεικτικού στοιχείου που έχει ήδη προσκομισθεί ενώπιον των οργάνων του EUIPO.

19      Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, τα παραρτήματα Κ10 έως Κ12 του δικογράφου της προσφυγής πρέπει επίσης να κριθούν παραδεκτά. Μολονότι προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, εντούτοις σκοπός τους είναι να αποδειχθεί ότι αληθεύει ένα παγκοίνως γνωστό πραγματικό περιστατικό, δηλαδή ότι η ρωσική γλώσσα είναι κατανοητή στις χώρες της Βαλτικής. Οι διάδικοι δικαιούνται να προτείνουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου έγγραφα προς τεκμηρίωση της αλήθειας παγκοίνως γνωστού πραγματικού περιστατικού το οποίο δεν διαπιστώθηκε στην απόφαση του οργάνου του EUIPO που προσβάλλεται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2011, LG Electronics κατά ΓΕΕΑ, C‑88/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:727, σκέψεις 29 και 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 20ής Ιουνίου 2012, Kraft Foods Schweiz κατά ΓΕΕΑ – Compañía Nacional de Chocolates (CORONA), T‑357/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:312, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

20      Όσον αφορά τα παραρτήματα Κ14 και Κ15 του δικογράφου της προσφυγής και τα παραρτήματα K16 έως K24 του αιτήματος για διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, επισημαίνεται ότι αποβλέπουν, τα μεν πρώτα, στην αμφισβήτηση των συμπερασμάτων του τμήματος προσφυγών που οδήγησαν στην ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων, τα δε δεύτερα, στην αντίκρουση των επιχειρημάτων του EUIPO στο πλαίσιο της πρώτης ανταλλαγής υπομνημάτων.

21      Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο κανόνας περί προθεσμιών του άρθρου 85, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο οποίος προβλέπει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται και τα αποδεικτικά μέσα προτείνονται στο πλαίσιο της πρώτης ανταλλαγής υπομνημάτων, δεν αφορά την ανταπόδειξη και την περαιτέρω επίκληση αποδεικτικών μέσων κατόπιν της ανταποδείξεως που προσκομίζει ο αντίδικος με το υπόμνημα αντικρούσεως. Πράγματι, η διάταξη αυτή αφορά τα νέα αποδεικτικά μέσα και πρέπει να συνδυάζεται με το άρθρο 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας που ορίζει ρητώς ότι η ανταπόδειξη και η συμπλήρωση των αποδείξεων είναι δυνατή [απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Biogena Naturprodukte κατά EUIPO (ZUM wohl), T‑236/16, EU:T:2017:416, σκέψη 17· βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, C‑185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 72, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑394/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:417, σκέψη 45].

22      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι τα παραρτήματα K16 έως K24 του αιτήματος για διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι παραδεκτά όπως και τα παραρτήματα Κ14 και Κ15 του δικογράφου της προσφυγής και όλα τα λοιπά έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την προσφεύγουσα για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με εξαίρεση τα παραρτήματα Κ7 έως Κ9 του δικογράφου της προσφυγής.

23      Όσον αφορά το έγγραφο που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το οποίο συνίσταται σε απόφαση του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία) της 6ης Ιουλίου 2017, περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Bundespatentgericht (ομοσπονδιακού δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) της 6ης Απριλίου 2016, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση του εγγράφου αυτού στη δικογραφία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διότι είχε προταθεί εκπροθέσμως.

 Επί της ουσίας

24      Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αφορούν, ο πρώτος, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, ο δεύτερος, παραβίαση της αρχής της αυτεπάγγελτης εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών του άρθρου 76, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (νυν άρθρου 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001), και, ο τρίτος, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 75 του ιδίου αυτού κανονισμού (νυν άρθρο 94 του κανονισμού 2017/1001).

25      Το Γενικό Δικαστήριο θα εξετάσει, καταρχάς, τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως και, εν συνεχεία, τον πρώτο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.

 Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009

26      Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν έλαβε υπόψη παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν τη διάδοση της ρωσικής γλώσσας στη Γερμανία και τις χώρες της Βαλτικής και τα οποία είχε ήδη επικαλεστεί ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων.

27      Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

28      Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι η ρωσική γλώσσα είναι κατανοητή στη Γερμανία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με το επιχείρημα αυτό αμφισβητείται το βάσιμο του συμπεράσματος του τμήματος προσφυγών, σύμφωνα με το οποίο, κατ’ ουσίαν, δεν μπορεί να συναχθεί από ευρέως γνωστά πραγματικά περιστατικά ότι σημαντικό μέρος του ενδιαφερόμενου κοινού στη Γερμανία κατανοεί τη ρωσική γλώσσα, και προσάπτεται στο τμήμα προσφυγών ότι παρέλειψε να εκτιμήσει την ορθότητα του επιχειρήματος αυτού.

29      Στον βαθμό που το ζήτημα εάν το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ορθώς ορισμένα πραγματικά περιστατικά, επιχειρήματα ή αποδεικτικά στοιχεία εμπίπτει στον έλεγχο της ουσιαστικής νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι του νομότυπου χαρακτήρα της διαδικασίας κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ότι το εν λόγω επιχείρημα της προσφεύγουσας προβάλλεται αλυσιτελώς στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αποσκοπεί στην απόδειξη της παραβιάσεως της αρχής της αυτεπάγγελτης εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών που προβλέπεται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 [βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Reisswolf κατά EUIPO (secret.service.), T‑163/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:350, σκέψη 21].

30      Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι η ρωσική γλώσσα είναι κατανοητή στις χώρες της Βαλτικής, με το επιχείρημα αυτό κατ’ ουσίαν αμφισβητείται το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών ότι δεν συνέτρεχε λόγος να λάβει υπόψη τους υπηκόους των χωρών της Βαλτικής κατά τον ορισμό του ενδιαφερόμενου κοινού, διότι, κατά την κρίση του, η προσφεύγουσα απλώς και μόνον υποστήριξε ότι στις χώρες αυτές υπήρχε υψηλό ποσοστό ρωσόφωνων, πλην όμως δεν προσκόμισε προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία.

31      Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι το τεκμήριο εγκυρότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο χαρακτηρίζει τις διαδικασίες για την κήρυξη ακυρότητας περιορίζει την κατά το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 υποχρέωση του EUIPO να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων θα μπορούσε να εφαρμόσει κάποιον απόλυτο λόγο απαραδέκτου. Δεδομένου ότι το καταχωρισμένο σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τεκμαίρεται έγκυρο, απόκειται στο πρόσωπο που υπέβαλε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας του σήματος αυτού να προβάλει ενώπιον του EUIPO τα συγκεκριμένα στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση το κύρος του σήματος [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, Fürstlich Castell’sches Domänenamt κατά ΓΕΕΑ – Castel Frères (CASTEL), T‑320/10, EU:T:2013:424, σκέψεις 27 και 28, και της 28ης Σεπτεμβρίου 2016, European Food κατά EUIPO – Société des produits Nestlé (FITNESS), T‑476/15, EU:T:2016:568, σκέψεις 47 και 48].

32      Προκειμένου να αμφισβητήσει το κύρος καταχωρισμένου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αιτών την κήρυξη της ακυρότητας μπορεί, ωστόσο, να επικαλεστεί παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά. Κατά τη νομολογία, τα παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά ορίζονται ως περιστατικά τα οποία μπορεί να γνωρίζει ο οποιοσδήποτε ή μπορούν να γίνουν γνωστά από γενικώς προσιτές πηγές [αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2004, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ – DaimlerChrysler (PICARO), T‑185/02, EU:T:2004:189, σκέψη 29, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Wilfer κατά ΓΕΕΑ (Απεικόνιση κεφαλής κιθάρας), T‑458/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:358, σκέψη 72].

33      Επιπλέον, κατά τη νομολογία, όταν τα όργανα του EUIPO αποφασίζουν να λάβουν υπόψη παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά, δεν υποχρεούνται να αποδεικνύουν, στις αποφάσεις τους, την αλήθεια τέτοιων πραγματικών περιστατικών [βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, Peri κατά ΓΕΕΑ (Multiprop), T‑538/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:117, σκέψη 14 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Novartis κατά EUIPO – Meda (Zimara), T‑238/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:636, σκέψη 123].

34      Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορεί να προσαφθεί στους διαδίκους σε διαδικασία ενώπιον των οργάνων του EUIPO ότι δεν προσκόμισαν τα αποδεικτικά στοιχεία προς επιβεβαίωση της αλήθειας παγκοίνως γνωστών πραγματικών περιστατικών. Μόνον αφού επισημάνει ότι τα παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά που προβάλλουν οι διάδικοι σε διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια, δύναται το τμήμα προσφυγών, κατά περίπτωση, να τα απορρίψει με το σκεπτικό ότι οι διάδικοι δεν πρότειναν επαρκή στοιχεία προκειμένου να αποδείξουν ότι τα περιστατικά αυτά είναι αληθή.

35      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, καθόσον δεν μπορούσε να αποκλείσει τους υπηκόους των χωρών της Βαλτικής από τον προσδιορισμό του ενδιαφερόμενου κοινού, με μόνη αιτιολογία την έλλειψη συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά την κατανόηση της ρωσικής γλώσσας στις χώρες αυτές, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί του ζητήματος αν ήταν παγκοίνως γνωστό, όπως υποστήριζε η προσφεύγουσα, ότι ήταν σύνηθες να κατανοεί ο συγκεκριμένος πληθυσμός τη ρωσική γλώσσα.

36      Κατά συνέπεια, στον βαθμό που το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, σύμφωνα με την οποία ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού των χωρών της Βαλτικής είναι ρωσόφωνο και δεν εξακρίβωσε τον παγκοίνως γνωστό χαρακτήρα αυτού του πραγματικού περιστατικού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος.

37      Αυτό και μόνο το συμπέρασμα δεν αρκεί, ωστόσο, για να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως διότι το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα προσφυγών, το οποίο αφορά παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, δεν μπορούσε αφ’ εαυτού να επηρεάσει καθοριστικά το αποτέλεσμα [βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Philip Morris Products κατά ΓΕΕΑ (Σχήμα πακέτου τσιγάρων), T‑140/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:272, σκέψη 72].

38      Πράγματι, μόνον εφόσον αποδειχθεί βάσιμος ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, ιδίως ως προς την περιγραφική σημασία που μπορεί να έχει το αμφισβητούμενο σήμα για το ρωσόφωνο τμήμα του ενδιαφερομένου κοινού που κατοικεί, κατά περίπτωση, μεταξύ άλλων στις χώρες της Βαλτικής, θα μπορούσε το σφάλμα που διαπιστώθηκε στη σκέψη 36 ανωτέρω να επηρεάσει το αποτέλεσμα της εξετάσεως και, ως εκ τούτου, να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

 Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009

39      Με τον πρώτο λόγο, ο οποίος διακρίνεται σε τέσσερα σκέλη, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι ο ορισμός του ενδιαφερόμενου κοινού από το τμήμα προσφυγών είναι εσφαλμένος καθόσον δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε το εξειδικευμένο κοινό της Ένωσης που έχει εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία ούτε το ρωσόφωνο κοινό της Ένωσης.

40      Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών δεν εκτίμησε ορθώς, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001), το τμήμα της Ένωσης ως προς το οποίο ο προβλεπόμενος στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού απόλυτος λόγος απαραδέκτου μπορούσε να εφαρμοστεί.

41      Τρίτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά τη σημασία του όρου «Пломбир» στη ρωσική γλώσσα. Τέταρτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ενδιαφερόμενο κοινό τη μεταγραφή του όρου αυτού με λατινικούς χαρακτήρες (plombir).

42      Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο όρος «plombir» ή «Пломбир» μπορεί να εκληφθεί ως δηλωτικός του παγωτού στη ρωσική γλώσσα. Εκτιμούν, εν πάση περιπτώσει, ότι αυτή η περιγραφική σημασία δεν γίνεται αντιληπτή από το ενδιαφερόμενο κοινό. Κατά το EUIPO, δεν υπάρχουν γενικές γνώσεις σχετικά με την κατανόηση της ρωσικής γλώσσας στην Ένωση. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που η ρωσική γλώσσα είναι ξένη γλώσσα για τους πολίτες της Ένωσης, εναπόκειτο στην προσφεύγουσα να αποδείξει ότι ο όρος «plombir» εντάσσεται στο βασικό λεξιλόγιο της γλώσσας αυτής.

43      Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ότι το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κηρύσσεται άκυρο εάν το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν καταχωρίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ίδιου κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση «τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών».

44      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, το οποίο επιτάσσει να παραμένουν ελεύθερα προς χρήση από όλους τα σημεία ή οι ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, για να δηλώσουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση. Η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει, επομένως, να αποκτά μία μόνον επιχείρηση την αποκλειστικότητα της χρήσεως των εν λόγω σημείων ή ενδείξεων, διά της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων, ούτε να μονοπωλεί μια επιχείρηση τη χρήση ενός περιγραφικού όρου, σε βάρος άλλων επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των ανταγωνιστών της, με συνέπεια τον περιορισμό του διαθέσιμου για την περιγραφή των προϊόντων τους λεξιλογίου [βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2015, Ewald Dörken κατά ΓΕΕΑ – Schürmann (VENT ROLL), T‑223/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:879, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

–       Επί του πρώτου και του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου

45      Επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, καθώς αμφότερα αποσκοπούν στο να αποδειχθεί ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό και το τμήμα της Ένωσης σε σχέση με τα οποία έπρεπε να εκτιμηθεί ο περιγραφικός χαρακτήρας του αμφισβητούμενου σήματος.

46      Κατά πάγια νομολογία, ο περιγραφικός χαρακτήρας ενός σημείου πρέπει να εκτιμάται μόνον, αφενός, σε σχέση με τα οικεία προϊόντα ή τις υπηρεσίες και, αφετέρου, σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό από το συγκεκριμένο κοινό, το οποίο αποτελείται από τον καταναλωτή αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών [αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2002, Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ (EUROCOOL), T‑34/00, EU:T:2002:41, σκέψη 38, και της 22ας Μαΐου 2008, Radio Regenbogen Hörfunk in Baden κατά ΓΕΕΑ (RadioCom), T‑254/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:165, σκέψη 33· βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Μαΐου 2011, Consejo Regulador de la Denominación de Origen Txakoli de Álava κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (TXAKOLI), T‑341/09, EU:T:2011:220, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

47      Εν προκειμένω, στο σημείο 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα προσδιοριζόμενα με το αμφισβητούμενο σήμα προϊόντα προορίζονταν για κάθε τελικό καταναλωτή της Ένωσης, κρίση την οποία δεν αμφισβητεί, εξάλλου, η προσφεύγουσα.

48      Εντούτοις, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κακώς το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε τον κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 απόλυτο λόγο απαραδέκτου υπό το πρίσμα, αφενός, του εξειδικευμένου κοινού στις εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία και, αφετέρου, του ρωσόφωνου τμήματος των καταναλωτών που ανήκουν στο ευρύ κοινό της Ένωσης και διαμένουν κυρίως στη Γερμανία και στις χώρες της Βαλτικής.

49      Συναφώς, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την εκ μέρους του τμήματος προσφυγών ερμηνεία της φράσεως «τμήμα της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, το οποίο προβλέπει ότι ένα σήμα δεν γίνεται δεκτό προς καταχώριση ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης «ακόμη και αν οι [απόλυτοι] λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Ένωσης». Υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε να εξετάσει τον περιγραφικό χαρακτήρα του αμφισβητούμενου σήματος έχοντας υπόψη τους ρωσόφωνους καταναλωτές που ανήκουν στο ευρύ κοινό της Ένωσης και κατοικούν κυρίως στη Γερμανία και στις χώρες της Βαλτικής ως «τμήμα της Ένωσης» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

50      Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στο σημείο 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι μια διασυνοριακή μειονότητα, σε αντίθεση με ένα κράτος μέλος ή μια ομάδα κρατών μελών, δεν μπορεί να αποτελέσει «τμήμα της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009.

51      Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Storck κατά ΓΕΕΑ (C‑25/05 P, EU:C:2006:422, σκέψη 83), τμήμα της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, μπορεί να είναι και ένα μόνο κράτος μέλος.

52      Εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία αυτή, η οποία στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως, ότι, με τον τρόπο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης θέλησε να ερμηνεύσει τη φράση «τμήμα της [Ένωσης]» του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 υπό την έννοια ότι το τμήμα αυτό δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε έδαφος μικρότερο από εκείνο ενός κράτους μέλους. Από την επιλογή των όρων που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης στο εν λόγω άρθρο προκύπτει ότι θέλησε να καταστήσει αδύνατη την καταχώριση ενός σημείου για λόγους απαραδέκτου που υφίστανται σε τμήμα ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών [βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2012, Sogepi Consulting y Publicidad κατά ΓΕΕΑ (ESPETEC), T‑72/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:424, σκέψεις 35 και 36].

53      Εξάλλου, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 δεν θα μπορούσε περαιτέρω να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο υποχρεωτικώς, στην περίπτωση λεκτικού σημείου, σε μία από τις επίσημες γλώσσες ενός κράτους μέλους ή της Ένωσης [απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2012, ESPETEC, T‑72/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:424, σκέψη 36· βλ., επίσης, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2017, Lackmann Fleisch- und Feinkostfabrik κατά EUIPO (медведь), T‑432/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:527, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

54      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, όπως υποστηρίζει και η προσφεύγουσα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, το ενδιαφερόμενο κοινό σε σχέση με το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου απαρτίζεται από ρωσόφωνους καταναλωτές που ανήκουν στο ευρύ κοινό της Ένωσης, στον βαθμό που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το αμφισβητούμενο σήμα έχει περιγραφικό χαρακτήρα στη ρωσική γλώσσα.

55      Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι ρωσόφωνοι καταναλωτές της Ένωσης κατοικούν, μεταξύ άλλων, στη Γερμανία και στις χώρες της Βαλτικής, πρώτον, κρίνεται ότι, αντιθέτως προς το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών στα σημεία 23 και 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιόν του τεκμηριώνουν με πειστικό τρόπο ότι σημαντικό τμήμα του γερμανικού πληθυσμού γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Amtsgericht Köln (περιφερειακού δικαστηρίου της Κολωνίας, Γερμανία), της 27ης Ιανουαρίου 2016, την οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ο ρωσόφωνος πληθυσμός στη γερμανική επικράτεια αριθμεί περίπου τρία εκατομμύρια.

56      Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα εάν σημαντικό τμήμα των ρωσόφωνων πολιτών της Ένωσης κατοικεί στις χώρες της Βαλτικής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το EUIPO παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι η ρωσική γλώσσα είναι εν γένει κατανοητή στις χώρες της Βαλτικής.

57      Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι σημαντικό τμήμα των υπηκόων των χωρών της Βαλτικής γνωρίζουν ή ομιλούν τη ρωσική ως μητρική γλώσσα (βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2017, медведь, T‑432/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:527, σκέψη 29). Η προσφεύγουσα τόνισε ορθώς ότι το πρώτο τμήμα προσφυγών του EUIPO είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα στην απόφαση της 17ης Μαΐου 2016 που αποτέλεσε το αντικείμενο της ως άνω αποφάσεως όπως και σε μια άλλη απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως R 814/2012‑1 και επίσης μνημονεύεται στο δικόγραφο της προσφυγής.

58      Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πρέπει να είναι αυστηρή και πλήρης και να διενεργείται κατά περίπτωση (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 77). Η νομιμότητα των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του EUIPO πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικά με βάση τον κανονισμό 207/2009, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από τον δικαστή της Ένωσης, και όχι με βάση τις παλαιότερες αποφάσεις του EUIPO [βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2012, Mizuno κατά ΓΕΕΑ – Golfino (G), T‑101/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:223, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, συναφώς, αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C‑412/05 P, EU:C:2007:252, σκέψη 65, και της 2ας Μαΐου 2012, Universal Display κατά ΓΕΕΑ (UniversalPHOLED), T‑435/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:210, σκέψη 37].

59      Ωστόσο, υπό το πρίσμα της νομολογίας κατά την οποία το EUIPO πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις και να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή εάν πρέπει ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 74), πρέπει να θεωρηθεί ότι οι προγενέστερες αποφάσεις τις οποίες επικαλέστηκε η προσφεύγουσα προδήλως συνιστούσαν πρόσφατη ένδειξη του ότι η κατανόηση της ρωσικής γλώσσας στην Ένωση, και ιδίως στις χώρες της Βαλτικής, μπορούσε να θεωρηθεί «παγκοίνως γνωστό πραγματικό περιστατικό», όπερ ελήφθη υπόψη από τα όργανα του EUIPO στο πλαίσιο των εν λόγω αποφάσεων.

60      Υπό τις συνθήκες αυτές, και χωρίς να απαιτείται να εκτιμηθεί εάν είναι βάσιμο το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με την ύπαρξη κοινού ειδικευμένου στις εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως κατά τον προσδιορισμό του ενδιαφερόμενου κοινού, καθώς και σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, δεδομένου ότι το ενδιαφερόμενο κοινό σε σχέση με το οποίο έπρεπε να εκτιμηθεί ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου ήταν το ρωσόφωνο κοινό, το οποίο περιλαμβάνει το ευρύ κοινό της Ένωσης που κατανοεί ή ομιλεί τη ρωσική γλώσσα και κατοικεί κυρίως στη Γερμανία και στις χώρες της Βαλτικής.

61      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

–       Επί του τρίτου και του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως

62      Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών σύμφωνα με το οποίο η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο όρος «Пломбир» είχε περιγραφική σημασία στη ρωσική γλώσσα για τα προσδιοριζόμενα από το αμφισβητούμενο σήμα προϊόντα. Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αμφισβητεί την κρίση του τμήματος προσφυγών κατά την οποία το γεγονός ότι θα απαιτούνταν από το ενδιαφερόμενο κοινό να καταβάλει «διανοητική προσπάθεια», δηλαδή προσπάθεια μεταφράσεως σε συνδυασμό με προσπάθεια μεταγραφής, δεν αποδεικνύει ότι ο όρος «plombir» αποκτά ενδεχομένως περιγραφική σημασία.

63      Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

64      Όσον αφορά, πρώτον, την έννοια του όρου «Пломбир» ή «plombir» στη ρωσική γλώσσα, υπενθυμίζεται ότι το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO έκρινε, χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ονομασία «Пломбир» χρησιμοποιούνταν, κατά την εποχή της πρώην Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (πρώην ΕΣΣΔ), για να περιγράψει ένα είδος κρέμας παγωτού.

65      Το τμήμα προσφυγών δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο όρος «plombir» δεν χρησιμοποιείται πλέον στη Ρωσία. Συγκεκριμένα, καίτοι διευκρίνισε, στο σημείο 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι όροι «παγωτά» ή «κρέμα παγωτού» μεταφράζονται ως «(sliwotschnoje) moroschenoje» (сливочное мороженое) σε λεξικά γερμανικής-ρωσικής γλώσσας, οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι ικανές, αφ’ εαυτές, να αποκλείσουν ότι και οι όροι «Пломбир» ή «plombir» χρησιμοποιούνται στη ρωσική γλώσσα για τον προσδιορισμό των προϊόντων αυτών ή ποικιλίας των προϊόντων αυτών.

66      Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως και τον φάκελο της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, η προσφεύγουσα προσκόμισε ενώπιον του τμήματος προσφυγών αποσπάσματα των τεχνικών προτύπων GOST του 2003, όπου τα προϊόντα που προσδιορίζονται με τον όρο «plombir» και τα προϊόντα που προσδιορίζονται με τον όρο «moroschenoje» περιλαμβάνονται στον ίδιο αριθμό ταξινομήσεως (52175-2003). Τα εν λόγω επίσημα πρότυπα, που καταρτίζονται από την κρατική επιτροπή της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την τυποποίηση, τη μετρολογία και την πιστοποίηση, μετά τη διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ, συνιστούν συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο αποδεικνύει ότι οι όροι «plombir» ή «Пломбир» είναι συνήθεις στη ρωσική γλώσσα για τον προσδιορισμό των παγωτών.

67      Η προσφεύγουσα προσκόμισε επίσης ενώπιον του τμήματος προσφυγών την απόφαση του Deutsches Patent- und Markenamt (γερμανικού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Σημάτων) της 12ης Μαρτίου 2013, η οποία επιβεβαιώνει ότι οι όροι «plombir» ή «Пломбир» προσδιόριζαν στη ρωσική γλώσσα, και κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, την κρέμα παγωτού.

68      Επομένως, η προσφεύγουσα προσκόμισε ενώπιον του τμήματος προσφυγών αποδεικτικά στοιχεία επαρκή για την απόδειξη του ότι οι όροι «plombir» ή «Пломбир» περιέγραφαν τα επίμαχα προϊόντα στη ρωσική γλώσσα.

69      Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα αποσπάσματα λεξικού τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (παραρτήματα K16 και K17 του αιτήματος περί διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως) επιβεβαιώνουν ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται ευρέως στη ρωσική γλώσσα ως δηλωτικός του παγωτού.

70      Το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η χρήση των όρων «plombir» ή «Пломбир» για τον προσδιορισμό άλλων προϊόντων δεν μπορεί να κλονίσει το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι μια έκφραση επιδέχεται πλείονες σημασίες δεν αποκλείει την ύπαρξη περιγραφικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Συναφώς, αρκεί, σε μία τουλάχιστον από τις σημασίες του, το σήμα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή των επίμαχων προϊόντων (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN Nederland, C‑363/99, EU:C:2004:86, σκέψη 97 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

71      Όσον αφορά, δεύτερον, τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το αμφισβητούμενο σήμα από τους ρωσόφωνους καταναλωτές της Ένωσης που κατοικούν, μεταξύ άλλων, στις χώρες της Βαλτικής και στη Γερμανία, υπενθυμίζεται ότι, για να εμπίπτει ένα σημείο στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να παρουσιάζει μια αρκούντως άμεση και συγκεκριμένη σχέση με τα προϊόντα ή υπηρεσίες που δηλώνει, η οποία να παρέχει στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να αντιληφθεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη την περιγραφή των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών ή ενός εκ των χαρακτηριστικών τους [βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2005, Metso Paper Automation κατά ΓΕΕΑ (PAPERLAB), T‑19/04, EU:T:2005:247, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

72      Εν προκειμένω, αντιθέτως προς την κρίση που διατύπωσε το τμήμα προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση, θα είναι πιο προφανές για το ρωσόφωνο κοινό της Ένωσης να αποδώσει στον όρο «plombir», αντί στον όρο «Пломбир», περιγραφική σημασία της κρέμας παγωτού στη ρωσική γλώσσα, δεδομένου ότι το σύνολο του κοινού αυτού γνωρίζει το λατινικό αλφάβητο, αλλά όχι κατ’ ανάγκην το κυριλλικό.

73      Όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το ρωσόφωνο κοινό της Ένωσης ενδέχεται επίσης να χρησιμοποιεί μέσα επικοινωνίας που δεν μπορούν να επεξεργάζονται τους χαρακτήρες του κυριλλικού αλφαβήτου και, επομένως, είναι εξοικειωμένο στη μεταγραφή λέξεων της ρωσικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες.

74      Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι η μεταγραφή με λατινικούς χαρακτήρες λέξεων άλλου αλφαβήτου δεν εμποδίζει κατ’ ανάγκην τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ενδιαφερόμενο κοινό την περιγραφική σημασία της λέξεως αυτής [βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Deutsche Steinzeug Cremer & Breuer κατά ΓΕΕΑ (CHROMA), T‑281/09, EU:T:2010:537, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

75      Εν προκειμένω, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, καθόσον ο όρος «plombir» αποτελεί πιστή μεταγραφή του όρου «Пломбир» με γράμματα του λατινικού αλφαβήτου το οποίο είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο ρωσόφωνο καταναλωτή της Ένωσης, η περιγραφική του σημασία είναι ικανή να γίνει αμέσως και απευθείας αντιληπτή από τον καταναλωτή αυτόν.

76      Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό και το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

77      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, και χωρίς να απαιτείται η εξέταση του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση της κατά το άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009 υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

78      Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

79      Σύμφωνα με το άρθρο 190, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως έξοδα τα οποία μπορούν να αναζητηθούν τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO.

80      Δεδομένου ότι το EUIPO ηττήθηκε, πρέπει να υποχρεωθεί να φέρει τα δικαστικά έξοδά του, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της. Τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν επίσης τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO.

81      Δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα ηττήθηκε όσον αφορά τα αιτήματά της, φέρει τα έξοδά της.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 22ας Σεπτεμβρίου 2016 (υπόθεση R 1812/20154).

2)      Το EUIPO φέρει, πέραν των δικών του εξόδων, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Monolith Frost GmbH, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Monolith Frost στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO.

3)      Η Dovgan GmbH φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

Pelikánová

Valančius

Öberg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.