Language of document : ECLI:EU:T:2018:964

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 14ης Δεκεμβρίου 2018 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Μεταρρύθμιση του ΚΥΚ – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 – Τύποι θέσης – Μεταβατικοί κανόνες σχετικά με την κατάταξη σε τύπους θέσης – Άρθρο 31 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ – Βοηθοί διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς – Προαγωγή βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ η οποία επιτρέπεται αποκλειστικά εντός της σταδιοδρομίας που αντιστοιχεί στον κατεχόμενο τύπο θέσης – Πρόσβαση στον τύπο θέσης “Ανώτερος βοηθός διοίκησης” (AST 10) αποκλειστικά κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 4 και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ – Ίση μεταχείριση – Απώλεια της δυνατότητας προαγωγής στον βαθμό AST 10 – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»

Στην υπόθεση T‑525/16,

GQ, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και οι λοιποί υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται σε παράρτημα(1), εκπροσωπούμενοι από τους T. Bontinck και A. Guillerme, δικηγόρους,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους J. Currall και G. Gattinara, στη συνέχεια, από τον G. Gattinara και την C. Berardis-Kayser και, τέλος, από τους G. Gattinara και G. Berscheid,

καθής,

υποστηριζόμενης από το

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τις M. Dean και N. Chemaï, στη συνέχεια, από τον J. Steele, την L. Deneys και τον J. Van Pottelberge,

και από το

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τους M. Bauer και E. Rebasti, στη συνέχεια, από τους M. Bauer και R. Meyer,

παρεμβαίνοντες,

με αντικείμενο αίτημα βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ για την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του εν λόγω θεσμικού οργάνου κατέταξε τους προσφεύγοντες στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», με αποτέλεσμα να απολέσουν, από 1ης Ιανουαρίου 2014, τη δυνατότητά τους για προαγωγή στον ανώτερο βαθμό, όπως οι αποφάσεις αυτές επικυρώθηκαν με την απόφαση της εν λόγω αρχής, της 3ης Ιουλίου 2014, περί απορρίψεως των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες μεταξύ 11ης και 28ης Μαρτίου 2014,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, P. Nihoul και J. Svenningsen (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Οκτωβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Η GQ και οι λοιποί επτά προσφεύγοντες, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται σε παράρτημα, είναι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της ομάδας καθηκόντων των βοηθών (AST) βαθμού AST 9.

2        Από το τμήμα A του παραρτήματος I του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε από 1ης Μαΐου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2013 (στο εξής: ΚΥΚ του 2004), προκύπτει ότι οι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων των βοηθών που κατετάγησαν σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω ΚΥΚ μπορούσαν να προαχθούν από τον βαθμό AST 1 έως τον βαθμό AST 11 με προαγωγή βάσει του άρθρου 45 του εν λόγω ΚΥΚ, η οποία «συνεπάγεται για τον υπάλληλο την τοποθέτησή του στον αμέσως ανώτερο βαθμό της ομάδας καθηκόντων στην οποία ανήκει» και «απονέμεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον δύο έτη στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων». Συνεπώς, υπό το κράτος του εν λόγω ΚΥΚ, ο υπάλληλος που κατείχε θέση βοηθού βαθμού AST 9 είχε δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό AST 10 και εν συνεχεία στον βαθμό AST 11 βάσει του άρθρου 45 του ιδίου ΚΥΚ.

3        Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15), τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2013. Οι αιτιολογικές σκέψεις 17, 18 και 19 του κανονισμού αυτού έχουν ως εξής:

«(17)      Το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να εκπονήσει μια μελέτη και να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις σχετικά με το άρθρο 5 παράγραφος 4, το παράρτημα Ι τμήμα Α και το άρθρο 45 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [του 2004], με σκοπό να καθοριστεί σαφής σύνδεσμος μεταξύ των αρμοδιοτήτων και του βαθμού και να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο επίπεδο των αρμοδιοτήτων κατά τη σύγκριση των προσόντων στο πλαίσιο της προαγωγής.

(18)      Με γνώμονα αυτό το αίτημα, είναι σκόπιμο η προαγωγή σε υψηλότερο βαθμό να εξαρτάται από την προσωπική προσήλωση, τη βελτίωση των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων, και την άσκηση καθηκόντων των οποίων η σημασία δικαιολογεί τον διορισμό του υπαλλήλου σ’ αυτόν τον υψηλότερο βαθμό.

(19)      Η σταδιοδρομία στο πλαίσιο των ομάδων καθηκόντων [των διοικητικών υπαλλήλων (AD) και των βοηθών (AST)] θα πρέπει να αναδιαρθρωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι υψηλότεροι βαθμοί να προορίζονται για περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων που ασκούν αρμοδιότητες ανωτάτου επιπέδου. Στο πλαίσιο αυτό, οι διοικητικοί υπάλληλοι μπορούν να φτάσουν μόνον έως τον βαθμό AD 12, εκτός αν τοποθετηθούν σε συγκεκριμένη θέση υψηλότερη από τον βαθμό αυτό, οι δε βαθμοί AD 13 και 14 θα πρέπει να προορίζονται αποκλειστικά για τους υπαλλήλους των οποίων τα καθήκοντα συνεπάγονται την ανάληψη σημαντικών ευθυνών. Ομοίως, οι υπάλληλοι βαθμού AST 9 μπορούν να προάγονται στον βαθμό AST 10 μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»

4        Το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε από 1ης Ιανουαρίου 2014 (στο εξής: νέος ΚΥΚ ή ΚΥΚ), ορίζει τα εξής:

«Στο παράρτημα I τμήμα Α [του νέου ΚΥΚ] περιλαμβάνεται πίνακας περιγραφής των θέσεων-τύπων. Με βάση τον πίνακα αυτό, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου καθορίζει λεπτομερέστερα, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα καθήκοντα και τις συναφείς με κάθε τύπο θέσης αρμοδιότητες.»

5        Από το σημείο 2 του τμήματος A του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ, που επιγράφεται «Τύποι θέσης σε καθεμία από τις ομάδες καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4», όσον αφορά την ομάδα καθηκόντων AST, προκύπτει ότι:

–        οι νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι οι οποίοι διορίζονται στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης» μπορούν να εξελιχθούν από τον βαθμό AST 1 έως τον βαθμό AST 9·

–        οι νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι οι οποίοι διορίζονται στον τύπο θέσης «Ανώτερος βοηθός διοίκησης» μπορούν να εξελιχθούν από τον βαθμό AST 10 έως τον βαθμό AST 11.

6        Κατά το σημείο 2 του τμήματος A του παραρτήματος Ι του νέου ΚΥΚ, ο «βοηθός διοίκησης» είναι αρμόδιος για την «[ά]σκηση διοικητικών, τεχνικών ή επιμορφωτικών καθηκόντων για τα οποία απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός αυτονομίας, ιδίως σε σχέση με την εφαρμογή κανόνων και κανονισμών ή γενικών οδηγιών, ή υπό την ιδιότητα του προσωπικού βοηθού ενός Μέλους του θεσμικού οργάνου ή του [π]ροϊσταμένου του [ι]διαίτερου [γ]ραφείου ενός Μέλους ή ενός ([α]ναπληρωτή) [γ]ενικού [δ]ιευθυντή ή άλλου ανώτερου διευθυντικού στελέχους ανάλογου επιπέδου». Ο δε «ανώτερος βοηθός διοίκησης» είναι αρμόδιος για την «[ά]σκηση διοικητικών, τεχνικών ή επιμορφωτικών καθηκόντων για τα οποία απαιτείται υψηλός βαθμός αυτονομίας και [την] εκπλήρωση σημαντικών ευθυνών στους τομείς της διαχείρισης προσωπικού, της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ή του πολιτικού συντονισμού».

7        Εξάλλου, το άρθρο 45 του ΚΥΚ του 2004 τροποποιήθηκε με την προσθήκη, στην εν λόγω διάταξη όπως αυτή περιλαμβάνεται στον νέο ΚΥΚ, της ακόλουθης περιόδου: «Οι υπάλληλοι μπορούν να προάγονται μόνον εφόσον κατέχουν θέση που αντιστοιχεί σε έναν από τους τύπους θέσης που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α για τον αμέσως ανώτερο βαθμό, εκτός αν εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29 παράγραφος 1 [του ΚΥΚ]».

8        Στο πλαίσιο των μεταβατικών μέτρων που αποτελούν αντικείμενο του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, το άρθρο 31 του εν λόγω παραρτήματος ορίζει τα εξής:

«1. Κατά παρέκκλιση από το παράρτημα I, τμήμα A, σημείο 2, στους υπαλλήλους που ήταν εν υπηρεσία στις 31 Δεκεμβρίου 2013 εφαρμόζεται ο ακόλουθος πίνακας τύπων θέσης στο πλαίσιο της ομάδας καθηκόντων AST:

Ανώτερος βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς

AST 10 – AST 11

Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς

AST 1 – AST 9

Διοικητικός βοηθός υπό μεταβατικό καθεστώς

AST 1 – AST 7

Βοηθητικός υπάλληλος υπό μεταβατικό καθεστώς

AST 1 – AST 5


2. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατατάσσει τους υπαλλήλους που ήταν εν υπηρεσία την 31η Δεκεμβρίου 2013 στην ομάδα καθηκόντων AST σε τύπους θέσης ως εξής:

α)      οι υπάλληλοι οι οποίοι ήταν στον βαθμό AST 10 ή AST 11 την 31η Δεκεμβρίου 2013 τοποθετούνται στον τύπο θέσης “Ανώτερος βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς”,

β)      οι υπάλληλοι που δεν καλύπτονται από το στοιχείο α) και οι οποίοι ήταν πριν από την 1η Μαΐου 2004 στην πρώην κατηγορία Β ή που ήταν πριν από την 1η Μαΐου 2004 στην πρώην κατηγορία C ή D και έχουν γίνει μέλος της ομάδας καθηκόντων AST χωρίς περιορισμό καθώς και οι υπάλληλοι AST που έχουν προσληφθεί μετά την 1η Μαΐου 2004 τοποθετούνται στον τύπο θέσης “Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς”,

γ)      οι υπάλληλοι που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) και β) και οι οποίοι ήταν πριν από την 1η Μαΐου 2004 στην πρώην κατηγορία C τοποθετούνται στον τύπο θέσης “Διοικητικός βοηθός υπό μεταβατικό καθεστώς”,

δ)      οι υπάλληλοι που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) και β) και οι οποίοι ήταν πριν από την 1η Μαΐου 2004 στην πρώην κατηγορία D τοποθετούνται στον τύπο θέσης “Βοηθητικός υπάλληλος υπό μεταβατικό καθεστώς”.

3. Η τοποθέτηση σε τύπο θέσης ισχύει έως ότου ο υπάλληλος αναλάβει νέα καθήκοντα που αντιστοιχούν σε άλλο τύπο θέσης. Οι διοικητικοί βοηθοί υπό μεταβατικό καθεστώς και οι βοηθητικοί υπάλληλοι υπό μεταβατικό καθεστώς μπορούν να τοποθετούνται στον τύπο θέσης “[Β]οηθός διοίκησης” όπως ορίζεται στο παράρτημα I, τμήμα Α, μόνον σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 4 και 29 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι προαγωγές επιτρέπονται μόνον εντός της σταδιοδρομίας που αντιστοιχεί σε κάθε τύπο θέσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

[…]»

9        Στις 16 Δεκεμβρίου 2013 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2013) 8968 τελικό, που αφορά τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 45 του νέου ΚΥΚ, η οποία δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες αριθ. 55-2013 της 19ης Δεκεμβρίου 2013. Κατά το άρθρο 3, δεύτερη περίπτωση, των εν λόγω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, «[έ]νας υπάλληλος μπορεί να προαχθεί [μόνον] αν», «κατά τον χρόνο ενάρξεως της ετήσιας περιόδου προαγωγών […], κατέχει θέση που αντιστοιχεί σε έναν από τους τύπους θέσης για τον βαθμό στον οποίο δύναται να προαχθεί, οι οποίοι απαριθμούνται στο παράρτημα I, τμήμα A, στο άρθρο 30, παράγραφος 1, ή στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του [νέου] ΚΥΚ».

10      Μετά την έναρξη ισχύος, από 1ης Ιανουαρίου 2014, των μέτρων που αναφέρονται ανωτέρω στις σκέψεις 3 έως 9, οι προσφεύγοντες κατετάγησαν στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», γεγονός που συνεπαγόταν ότι η σταδιοδρομία τους μπορούσε να εξελιχθεί μεταξύ των βαθμών AST 1 και AST 9. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) της Επιτροπής τροποποίησε τους ατομικούς φακέλους των προσφευγόντων στο ηλεκτρονικό σύστημα διαχειρίσεως του προσωπικού με την ονομασία «SysPer 2» (στο εξής: SysPer 2), σημειώνοντας ότι κατείχαν θέση που ενέπιπτε σε έναν τέτοιο τύπο θέσης, γεγονός που είχε ως συνέπεια ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2014, δεν είχαν πλέον δυνατότητα προαγωγής στον ανώτερο βαθμό AST 10.

11      Μεταξύ 11ης και 28ης Μαρτίου 2014, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν έκαστος, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση τόσο κατά των αποφάσεων γενικής ισχύος όσο και κατά των αποφάσεων ατομικής ισχύος της ΑΔΑ, με τις οποίες αποκλείστηκε η δυνατότητα προαγωγής των προσφευγόντων στον βαθμό AST 10 στο πλαίσιο της ετήσιας περιόδου προαγωγών βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ.

12      Με αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, οι οποίες έχουν πανομοιότυπη διατύπωση, η ΑΔΑ απέρριψε τις ενστάσεις των προσφευγόντων.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

13      Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 17 Οκτωβρίου 2014, το οποίο καταχωρίστηκε με τον αριθμό F‑111/14, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

14      Με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, μετά από ακρόαση των διαδίκων, αποφάσισε να αναστείλει την παρούσα υπόθεση έως ότου αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου οι αποφάσεις που περατώνουν τη δίκη στις υποθέσεις U4U κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑17/14) και USFSPEI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑75/14).

15      Στις 10 Δεκεμβρίου 2014 και στις 20 Ιανουαρίου 2015, αντίστοιχα, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Ενημερώθηκαν επ’ αυτού ότι η εξέταση των αιτήσεών τους θα γινόταν κατά την επανάληψη της διαδικασίας.

16      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), η παρούσα υπόθεση μεταφέρθηκε στο Γενικό Δικαστήριο στο στάδιο που βρισκόταν στις 31 Αυγούστου 2016 και πρέπει πλέον να εκδικασθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Η υπόθεση αυτή καταχωρίστηκε, κατόπιν τούτου, με αριθμό T‑525/16 και ανατέθηκε στο πρώτο τμήμα.

17      Μετά την έκδοση της αποφάσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, U 4U κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑17/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:489), και εν συνεχεία της αποφάσεως της 16ης Νοεμβρίου 2017, USFSPEI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑75/14, EU:T:2017:813), και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτών εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προθεσμίας, επαναλήφθηκε η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση και η Επιτροπή κλήθηκε να καταθέσει υπόμνημα αντικρούσεως, όπως και έπραξε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ήτοι στις 15 Απριλίου 2018.

18      Με απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή, δυνάμει του άρθρου 144 του Κανονισμού Διαδικασίας, την αίτηση παρεμβάσεως του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

19      Στις 29 και 30 Μαΐου 2018 αντίστοιχα, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατέθεσαν υπομνήματα παρεμβάσεως, επί των οποίων οι κύριοι διάδικοι δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις.

20      Στις 30 Μαΐου 2018 οι προσφεύγοντες κατέθεσαν υπόμνημα απαντήσεως στο πλαίσιο της δεύτερης ανταλλαγής υπομνημάτων που επετράπη από το Γενικό Δικαστήριο.

21      Μετά την υποβολή, στο πλαίσιο της υποθέσεως GM κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑539/16), αιτήματος συνεκδικάσεως της υποθέσεως εκείνης με την παρούσα υπόθεση, οι διάδικοι τοποθετήθηκαν επί του ζητήματος αυτού και δεν διατύπωσαν καμία σχετική αντίρρηση.

22      Κατόπιν της καταθέσεως στις 18 Ιουλίου 2018 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, περατώθηκε η έγγραφη διαδικασία.

23      Με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2018, μετά από ακρόαση των διαδίκων, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση της παρούσας υποθέσεως με τις υποθέσεις T‑526/16 (FZ κ.λπ. κατά Επιτροπής) και T‑540/16 (FZ κ.λπ. κατά Επιτροπής) για τους σκοπούς της προφορικής διαδικασίας.

24      Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Οκτωβρίου 2018. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει, εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων, ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη σημερινή υπηρεσιακή κατάσταση των προσφευγόντων. Μετά την απάντηση της Επιτροπής που διαβιβάστηκε στις 31 Οκτωβρίου 2018 και τις παρατηρήσεις των προσφευγόντων της 13ης Νοεμβρίου 2018, περατώθηκε η προφορική διαδικασία.

25      Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

–        κυρίως,

–        να διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 45 και του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ, καθώς και των οικείων μεταβατικών μέτρων·

–        να ακυρώσει τόσο τις αποφάσεις γενικής ισχύος όσο και τις αποφάσεις ατομικής ισχύος της ΑΔΑ, με τις οποίες αποκλείστηκε κάθε δυνατότητα προαγωγής των προσφευγόντων, ως υπαλλήλων βαθμού AST 9, στο πλαίσιο της ετήσιας περιόδου προαγωγών του έτους 2014·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·

–        επικουρικώς,

–        να ακυρώσει τόσο τις αποφάσεις γενικής ισχύος όσο και τις αποφάσεις ατομικής ισχύος, με τις οποίες αποκλείστηκε κάθε δυνατότητα προαγωγής των προσφευγόντων, ως υπαλλήλων βαθμού AST 9, στο πλαίσιο της ετήσιας περιόδου προαγωγών του έτους 2014·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

26      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

27      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει «τους ισχυρισμούς τ[ων] προσφευγ[όντων] που αποσκοπούν στο να κηρυχθεί ανεφάρμοστο το άρθρο 45 του [νέου] ΚΥΚ».

28      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού της προσφυγής

29      Η Επιτροπή δέχεται μεν ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή, υπογραμμίζει, όμως, ότι η προσφυγή αυτή βάλλει κατ’ ουσίαν μόνο κατά των αποφάσεων της ΑΔΑ με τις οποίες οι προσφεύγοντες κατετάγησαν στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς» με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2014 και ότι, υπό το πρίσμα αυτό, οι διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων κατά της εν λόγω βλαπτικής γι’ αυτούς πράξεως ασκήθηκαν εντός των προβλεπόμενων από τον ΚΥΚ προθεσμιών.

30      Δεδομένου ότι η ύπαρξη βλαπτικής πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, και του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε προσφυγής που ασκείται από υπαλλήλους κατά του θεσμικού οργάνου στο οποίο υπάγονται, πρέπει, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να καθοριστεί, καταρχάς, κατά ποίων πράξεων βάλλουν οι προσφεύγοντες μέσω της παρούσας προσφυγής και να εξεταστεί εάν οι εν λόγω πράξεις αποτελούν βλαπτικές γι’ αυτούς πράξεις (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2017, HN κατά Επιτροπής, T‑588/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:292, σκέψη 39, και διάταξη της 16ης Ιουλίου 2015, FG κατά Επιτροπής, F‑20/15, EU:F:2015:93, σκέψη 43).

31      Συναφώς, αντίθετα από ό,τι ίσχυε για τους υπαλλήλους που κατείχαν θέσεις διοικητικού υπαλλήλου, οι οποίοι μπορούσαν να τοποθετηθούν σε διάφορους τύπους θέσεων, όπως στις θέσεις «Ανώτερος διοικητικός υπάλληλος υπό μεταβατικό καθεστώς», «Διοικητικός υπάλληλος υπό μεταβατικό καθεστώς», «Διοικητικός υπάλληλος», «Σύμβουλος ή ισοδύναμη θέση» ή «Προϊστάμενος μονάδας ή ισοδύναμη θέση» (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 2017, HN κατά Επιτροπής, T‑588/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:292, σκέψη 40, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 43), εν προκειμένω πράγματι η ΑΔΑ δεν είχε άλλη επιλογή από το να τοποθετήσει τους υπαλλήλους που κατείχαν, στις 31 Δεκεμβρίου 2013, θέση βοηθού AST 9 στον μοναδικό τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς» που προβλέπεται από το άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ.

32      Εντούτοις, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ακόμη και όταν η ΑΔΑ απλώς εφαρμόζει τις διατάξεις του ΚΥΚ που έχουν προσφάτως τεθεί σε ισχύ, η απόφαση με την οποία οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται για πρώτη φορά μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1985, Agostini κ.λπ. κατά Επιτροπής, 233/83, EU:C:1985:291, σκέψη 13, και της 20ής Ιουλίου 2017, Barnett και Mogensen κατά Επιτροπής, T‑148/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:539, σκέψη 47).

33      Συνεπώς, έστω και αν, βάσει του γράμματος του άρθρου 31, παράγραφος 2, του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, ελήφθησαν κατά δέσμια αρμοδιότητα, οι αποφάσεις της ΑΔΑ με τις οποίες οι προσφεύγοντες κατετάγησαν στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς» από 1ης Ιανουαρίου 2014, οι οποίες υλοποιήθηκαν με την εισαγωγή, στις 30 Ιανουαρίου 2013, μνείας σχετικής με την κατάταξή τους στον εν λόγω τύπο θέσης στους αντίστοιχους ατομικούς τους φακέλους που τηρούνται στο SysPer 2 (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις), είναι βλαπτικές γι’ αυτούς πράξεις καθόσον έχουν ως συνέπεια να απολέσουν τη δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό AST 10 (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 2017, HN κατά Επιτροπής, T‑588/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:292, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 45). Επιπλέον, εν πάση περιπτώσει, κατά των πράξεων αυτών ασκήθηκαν διοικητικές ενστάσεις εντός προθεσμίας τριών μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

34      Υπό τις περιστάσεις αυτές, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή στο μέτρο που βάλλει κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του εξελικτικού χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αιτιολογία των αποφάσεων περί απορρίψεως των διοικητικών ενστάσεων των προσφευγόντων, καθόσον η εν λόγω αιτιολογία θεωρείται ότι συμπίπτει με την αιτιολογία των προσβαλλόμενων αποφάσεων (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Birkhoff, T‑377/08 P, EU:T:2009:485, σκέψεις 58 και 59, και της 16ης Ιανουαρίου 2018, SE κατά Συμβουλίου, T‑231/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:3, σκέψη 22).

 Επί των αιτημάτων για διαπίστωση της ελλείψεως νομιμότητας ορισμένων διατάξεων του ΚΥΚ

35      Όσον αφορά τα αιτήματα με τα οποία ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 45 του νέου ΚΥΚ και των οικείων μεταβατικών μέτρων, υπενθυμίζεται ότι, αναμφισβήτητα, στο πλαίσιο αιτημάτων ακυρώσεως ατομικής πράξεως που τον αφορά, ο υπάλληλος, μόνιμος ή μη, μπορεί, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, να προβάλει την έλλειψη νομιμότητας της πράξεως γενικής ισχύος βάσει της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Πράγματι, μόνον ο δικαστής της Ένωσης έχει, κατά το άρθρο αυτό, την εξουσία να διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας πράξεως γενικής ισχύος και να αντλήσει τις συνέπειες της απορρέουσας από αυτήν την έλλειψη νομιμότητας αδυναμίας εφαρμογής της προσβληθείσας ενώπιόν του πράξεως ατομικής ισχύος (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, EKT κατά Cerafogli, T‑787/14 P, EU:T:2016:633, σκέψη 49).

36      Ωστόσο, η διαπίστωση περί ελλείψεως νομιμότητας στην οποία προβαίνει ο δικαστής της Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 ΣΛΕΕ δεν παράγει αποτελέσματα erga omnes, καθόσον, καίτοι συνεπάγεται την έλλειψη νομιμότητας της προσβληθείσας ατομικής αποφάσεως, εντούτοις αφήνει να διατηρηθεί στην έννομη τάξη η πράξη γενικής ισχύος χωρίς να θίγει τη νομιμότητα των λοιπών πράξεων που εκδόθηκαν βάσει αυτής και οι οποίες δεν προσεβλήθησαν εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1974, Kortner κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., 15/73 έως 33/73, 52/73, 53/73, 57/73 έως 109/73, 116/73, 117/73, 123/73, 132/73 και 135/73 έως 137/73, EU:C:1974:16, σκέψεις 37 και 38, και της 27ης Οκτωβρίου 2016, ΕΚ Τ κατά Cerafogli, T‑787/14 P, EU:T:2016:633, σκέψη 53).

37      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στο πλαίσιο αιτήματος ακυρώσεως ατομικής βλαπτικής πράξεως, ο δικαστής της Ένωσης είναι όντως αρμόδιος να διαπιστώσει παρεμπιπτόντως τον παράνομο χαρακτήρα γενικής διατάξεως επί της οποίας στηρίζεται η προσβαλλόμενη πράξη. Εντούτοις, δεν είναι αρμόδιος να προβαίνει σε τέτοιες διαπιστώσεις με το διατακτικό των αποφάσεών του (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2009, Ramaekers -Jørgensen κατά Επιτροπής, F‑74/08, EU:F:2009:142, σκέψη 37).

38      Κατά συνέπεια, όπως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή, τα αιτήματα με τα οποία ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 45 και του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ, καθώς και των οικείων μεταβατικών μέτρων, πρέπει, στο μέτρο που δεν εντάσσονται σε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ για ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, να κηρυχθούν προδήλως απαράδεκτα.

 Επί των ακυρωτικών αιτημάτων

39      Προς στήριξη των ακυρωτικών τους αιτημάτων, οι προσφεύγοντες προβάλλουν, κυρίως, δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι στηρίζονται, πρώτον, σε έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 45 και του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ και, δεύτερον, σε έλλειψη νομιμότητας των εν λόγω διατάξεων, λόγω της μη θεσπίσεως μεταβατικών διατάξεων που να αντισταθμίζουν την απώλεια της δυνατότητας προαγωγής των υπαλλήλων βαθμού AST 9. Επικουρικώς, προβάλλουν ακόμη δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του εν λόγω άρθρου και ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και ο δεύτερος παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

40      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ζητεί την απόρριψη του συνόλου των λόγων ακυρώσεως ως αβάσιμων.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 45 και του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ

41      Κατά τους προσφεύγοντες, το προβλεπόμενο από τον νέο ΚΥΚ μέτρο, ήτοι το να μην δύνανται οι υπάλληλοι του βαθμού AST 9, οι οποίοι έχουν καταταγεί στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», να προαχθούν στον ανώτερο βαθμό βάσει του άρθρου 45 του νέου ΚΥΚ, καθόσον αυτοί δεν υπάγονται σε τύπο θέσης που δίνει δικαίωμα προσβάσεως στον βαθμό AST 10, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, την αρχή της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας, την αρχή της αναλογικότητας καθώς και το καθήκον μέριμνας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούν ότι, κατά την πρόσληψή τους, είχαν δυνατότητα προαγωγής έως τον βαθμό AST 11 χωρίς κανέναν περιορισμό. Επομένως, το εν λόγω άρθρο και το παράρτημα I του νέου ΚΥΚ προσβάλλουν κεκτημένα δικαιώματά τους. Κατά συνέπεια, επικαλούνται έλλειψη νομιμότητας των εν λόγω διατάξεων.

42      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ζητεί την απόρριψη της ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας ως αβάσιμης.

43      Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει έξι, σκέλη τα οποία πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.

–       Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας

44      Προς στήριξη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 5, παράγραφος 5, του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει ότι «[ο]ι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων υπόκεινται σε ταυτόσημους όρους πρόσληψης και επαγγελματικής σταδιοδρομίας», ο νομοθέτης της Ένωσης παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας.

45      Αφενός, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, προβλέποντας στο άρθρο 31, παράγραφοι 1 έως 3, του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, το οποίο θεσπίζει τα «[μ]εταβατικά μέτρα που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους της Ένωσης», ότι «[εφεξής] [ο]ι προαγωγές επιτρέπονται μόνον εντός της σταδιοδρομίας που αντιστοιχεί σε κάθε τύπο θέσης», παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας, καθηλώνοντας τους προσφεύγοντες στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», ο οποίος δεν τους παρέχει πλέον τη δυνατότητα να προαχθούν στον βαθμό AST 10, καθόσον ο τελευταίος αυτός βαθμός προορίζεται για τους υπαλλήλους που κατέχουν τον μεταβατικό τύπο θέσης «Ανώτερος βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», που προβλέπεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του εν λόγω παραρτήματος, ή τον τύπο θέσης του «Ανώτερου βοηθού διοίκησης», ο οποίος προβλέφθηκε προσφάτως με το σημείο 2 του τμήματος A του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ.

46      Αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης παραβίασε επίσης τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας, προσθέτοντας στο άρθρο 45 του νέου ΚΥΚ την ακόλουθη περίοδο: «[o]ι υπάλληλοι μπορούν να προάγονται μόνον εφόσον κατέχουν θέση που αντιστοιχεί σε έναν από τους τύπους θέσης που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α για τον αμέσως ανώτερο βαθμό, εκτός αν εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29 παράγραφος 1 [του ΚΥΚ]».

47      Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι υφίστανται άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους βοηθούς των χαμηλότερων του AST 9 βαθμών, καθόσον οι τελευταίοι εξακολουθούν να επωφελούνται του μηχανισμού προαγωγής που βασίζεται σε σύγκριση των προσόντων που αποκτώνται με την πάροδο του χρόνου, ενώ στην περίπτωσή τους, η προαγωγή στον βαθμό AST 10 είναι δυνατή μόνο βάσει της διαδικασίας του άρθρου 4 και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η οποία δεν επιτρέπει την προαγωγή με απόδειξη των προσόντων που έχουν αποκτηθεί με την πάροδο του χρόνου, καθόσον βασίζεται κυρίως στην εκτίμηση των δεξιοτήτων των υπαλλήλων AST 9 που εκδηλώνουν ενδιαφέρον να διοριστούν σε κενή θέση «Ανώτερου βοηθού διοίκησης».

48      Επιπλέον, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, ενώ για τους βοηθούς των κατώτερων βαθμών, AST 1 έως AST 8, υφίστανται εγγυήσεις προαγωγής, λόγω του αριθμού προαγωγών που πρέπει να εγκρίνονται ετησίως από την ΑΔΑ εντός του θεσμικού οργάνου, οι ίδιοι οι προσφεύγοντες εκτίθενται σε αβεβαιότητα όσον αφορά τον αριθμό των κενών θέσεων των «ανώτερων βοηθών διοίκησης» που η ΑΔΑ θα αποφασίσει να πληρωθούν κατ’ έτος βάσει της διαδικασίας του άρθρου 4 και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού σε τέτοιες θέσεις, η ΑΔΑ διαθέτει μεγαλύτερη εξουσία εκτιμήσεως από ό,τι στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγής, ιδίως λόγω της μη παρεμβάσεως της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις προαγωγές. Οι προσφεύγοντες προσθέτουν ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας διορισμού, δεν ανταγωνίζονται μόνο με τους άλλους βοηθούς που υπηρετούν στην Επιτροπή, όπως συμβαίνει στη σύγκριση των προσόντων που γίνεται βάσει της διαδικασίας προαγωγής, αλλά και με αυτούς των άλλων θεσμικών οργάνων, γεγονός που μειώνει τις πιθανότητές τους να προαχθούν.

49      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η έννομη σχέση μεταξύ υπαλλήλων και Διοικήσεως είναι κανονιστικής και όχι συμβατικής φύσεως (πρβλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1975, Gillet κατά Επιτροπής, 28/74, EU:C:1975:46, σκέψη 4). Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί ανά πάσα στιγμή να τροποποιήσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μονίμων υπαλλήλων και, στο πλαίσιο αυτό, οι τροποποιητικοί μιας νομοθετικής διατάξεως νόμοι, όπως οι τροποποιητικοί του ΚΥΚ κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 336 ΣΛΕΕ, εφαρμόζονται καταρχήν, πλην εξαιρέσεως, στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων γεννημένων υπό το κράτος της προγενέστερης νομοθετικής διατάξεως, πλην των καταστάσεων που έχουν γεννηθεί και έχουν διαμορφωθεί οριστικά υπό το κράτος της προηγούμενης διατάξεως, οι οποίες δημιουργούν κεκτημένα δικαιώματα (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψεις 60 έως 62, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 58).

50      Κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ, ένα δικαίωμα θεωρείται ως κεκτημένο μόνον όταν το γενεσιουργό αυτού γεγονός έλαβε χώρα πριν από την τροποποίηση της οικείας νομοθεσίας και τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση δικαιώματος του οποίου το γενεσιουργό γεγονός δεν επήλθε υπό το κράτος της νομοθεσίας που τροποποιήθηκε. Συνεπώς, σε περίπτωση που, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του νέου ΚΥΚ οι υπάλληλοι είχαν μόνο προσδοκία προαγωγής και η προαγωγή προϋπέθετε την έκδοση αποφάσεως προαγωγής στον βαθμό AST 10, για την οποία αρμόδια ήταν η ΑΔΑ και η οποία δεν είχε ακόμη εκδοθεί, εν προκειμένω, την 1η Ιανουαρίου 2014, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν μπορούν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα όσον αφορά τη διατήρηση της προσδοκίας της προαγωγής αυτής μετά την ανωτέρω ημερομηνία (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψεις 63 έως 65, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 59).

51      Επιπλέον, οι υπάλληλοι δεν μπορούν να επικαλεστούν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να αντιταχθούν στην εφαρμογή νέας νομοθετικής διατάξεως, ιδίως σε έναν τομέα στον οποίο ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψη 91, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 60). Επομένως, τα επιχειρήματα των προσφευγόντων, σχετικά με παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των υποτιθέμενων κεκτημένων δικαιωμάτων τους όσον αφορά τη δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό AST 10, λόγω της υποτιθέμενης καθηλώσεως της σταδιοδρομίας τους την οποία αποφάσισε ο εν λόγω νομοθέτης και/ή η Επιτροπή και η οποία προκύπτει από την κατάταξή τους στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», πρέπει να απορριφθούν.

52      Εν συνεχεία, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, δεδομένης της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στον νομοθέτη της Ένωσης, ο τελευταίος μπορούσε να θεωρήσει, στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 1023/2013 και στο σημείο 2 του τμήματος Α του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ, ότι οι βαθμοί AST 10 και AST 11 πρέπει εφεξής να προορίζονται για περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων, εν προκειμένω, μόνον για τους βοηθούς που ασκούν αρμοδιότητες ανωτάτου επιπέδου κατά την έννοια της εν λόγω αιτιολογικής σκέψεως, ήτοι που είναι επιφορτισμένοι με «σημαντικ[ές] ευθ[ύνες] στους τομείς της διαχείρισης προσωπικού, της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ή του πολιτικού συντονισμού».

53      Ειδικότερα, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορούσε να θεωρήσει ότι η πρόσβαση σε θέση του βαθμού AST 10 με τίτλο «Ανώτερος βοηθός διοίκησης» δεν πρέπει πλέον να γίνεται στο πλαίσιο προαγωγής βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ του 2004, διαδικασία με την οποία, κατά τη νομολογία, επιδιώκεται η διαμόρφωση της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων βάσει των προσπαθειών που έχουν καταβάλει και των προσόντων που έχουν επιδείξει, ακόμη και με την πάροδο του χρόνου (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2007, Κονιδάρης κατά Επιτροπής, T‑93/03, EU:T:2007:209, σκέψη 91, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 72), αλλά ότι εφεξής πρέπει να γίνεται βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διαδικασίας διορισμού.

54      Πράγματι, σκοπός της διαδικασίας πληρώσεως κενής θέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ είναι να αναζητηθεί, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ο υπάλληλος του θεσμικού οργάνου ή των άλλων θεσμικών οργάνων που είναι ο ικανότερος για την εκτέλεση των καθηκόντων της προς πλήρωση θέσεως. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του νομοθέτη της Ένωσης για εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών και για συσχετισμό μεταξύ των καθηκόντων και του βαθμού, ο εν λόγω νομοθέτης μπορούσε να θεωρήσει ότι μια τέτοια διαδικασία είναι καταλληλότερη προκειμένου η ΑΔΑ να αναθέτει τα πιο σημαντικά και ανωτάτου επιπέδου καθήκοντα σε περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων που έχουν τις περισσότερο ενδεδειγμένες επαγγελματικές ικανότητες, εν προκειμένω στους βοηθούς που μπορούν να αναλάβουν σημαντικές ευθύνες για τις οποίες απαιτείται μεγάλη αυτονομία.

55      Επίσης, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την οργάνωση και τη διάρθρωση των υπηρεσιών της και, επομένως, του επιπέδου των ευθυνών των καθηκόντων που θεωρεί απαραίτητο να αναθέσει στους υπαλλήλους της, μόνιμους και μη (βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2017, HN κατά Επιτροπής, T‑588/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:292, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), γεγονός που συνεπάγεται ότι είναι ελεύθερη, τελώντας υπό τον έλεγχο της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής, να καθορίσει και να εξορθολογήσει τον αριθμό των ανώτερων βοηθών διοίκησης τους οποίους έχει πραγματικά ανάγκη.

56      Συναφώς, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, η τροποποίηση του ΚΥΚ όσον αφορά τη διάρθρωση της σταδιοδρομίας των βοηθών δεν είναι αντίθετη με τη διατήρηση, στον νέο ΚΥΚ, του άρθρου 5, παράγραφος 5, κατά το οποίο «[ο]ι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων υπόκεινται σε ταυτόσημους όρους πρόσληψης και επαγγελματικής σταδιοδρομίας». Πράγματι, με το νέο πλαίσιο του ΚΥΚ, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας προσλήψεώς τους ή αναλήψεως των καθηκόντων τους, οι βοηθοί υπόκεινται όλοι σε ταυτόσημους όρους επαγγελματικής σταδιοδρομίας, ήτοι έχουν δυνατότητα προαγωγής έως τον βαθμό AST 9 μέσω του μηχανισμού προαγωγών που προβλέπεται στο άρθρο 45 του νέου ΚΥΚ και προαγωγή πέραν του βαθμού αυτού, προκειμένου να καταλάβουν καθήκοντα που συνεπάγονται υψηλού επιπέδου ευθύνες, όπως αυτά της θέσης του «Ανώτερου βοηθού διοίκησης», η οποία γίνεται αποκλειστικώς μέσω της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του νέου ΚΥΚ διαδικασίας.

57      Όσον αφορά την αρχή της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας, υπενθυμίζεται επίσης ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν κατοχυρώνει ρητώς ούτε αρχή της ενότητας της σταδιοδρομίας ούτε αρχή της σταδιοδρομίας. Αντίθετα, η νομολογία καθιέρωσε την αρχή της ομαλής εξελίξεως της σταδιοδρομίας ως ειδική έκφανση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2008, Toronjo Benitez κατά Επιτροπής, F‑33/07, EU:F:2008:25, σκέψεις 87 και 88, και διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, L übking κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑105/06, EU:F:2011:152, σκέψεις 81 και 82).

58      Συναφώς, αναμφισβήτητα από το άρθρο 5, παράγραφος 5, του ΚΥΚ προκύπτει ότι «[ο]ι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων υπόκεινται σε ταυτόσημους όρους πρόσληψης και επαγγελματικής σταδιοδρομίας». Εντούτοις, από το άρθρο 45 και το άρθρο 31, παράγραφος 3, του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, το οποίο παράρτημα έχει την ίδια νομική ισχύ με τον ίδιο τον ΚΥΚ (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑40/10, EU:C:2010:713, σκέψη 61, και της 5ης Φεβρουαρίου 2016, Barnett και Mogensen κατά Επιτροπής, F‑56/15, EU:F:2016:11, σκέψη 68), προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2014, «[ο]ι υπάλληλοι μπορούν να προάγονται μόνον εφόσον κατέχουν θέση που αντιστοιχεί σε έναν από τους τύπους θέσης που αναφέρονται στο [παράρτημα Ι, τμήμα Α, του ΚΥΚ] για τον αμέσως ανώτερο βαθμό, εκτός αν εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29 παράγραφος 1» και ότι, με άλλα λόγια, «[ο]ι προαγωγές θα επιτρέπ[ονταν] μόνον εντός της σταδιοδρομίας που αντιστοιχεί σε κάθε τύπο θέσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 [του άρθρου 31 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ]».

59      Επομένως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 1023/2013, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, κατά την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 5, του ΚΥΚ, το οποίο επιτάσσει «ταυτόσημους όρους πρόσληψης και επαγγελματικής σταδιοδρομίας» για όλους τους βοηθούς, «να αναδιαρθρώσει» τη σταδιοδρομία των βοηθών προβλέποντας δύο διαδοχικές σταδιοδρομίες γι’ αυτούς, μία πρώτη για τους βαθμούς AST 1 έως AST 9 και μία δεύτερη που προορίζεται μόνον για τους βοηθούς που ασκούν αρμοδιότητες ανωτάτου επιπέδου και η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στους ανώτερους βαθμούς AST, ήτοι στους βαθμούς AST 10 και AST 11.

60      Όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο, ο νομοθέτης της Ένωσης, επιτάσσοντας πλέον οι υπάλληλοι να μπορούν να προάγονται μόνον εφόσον κατέχουν θέση που αντιστοιχεί σε έναν από τους τύπους θέσης για τον αμέσως ανώτερο βαθμό –εκτός αν εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ– θέσπισε έναν περιορισμό ο οποίος ισχύει αδιακρίτως για όλες τις ομάδες καθηκόντων και, στο εσωτερικό των εν λόγω ομάδων, σε όλους τους διοικητικούς υπαλλήλους και βοηθούς, τούτο δε ανεξαρτήτως της ημερομηνίας προσλήψεώς τους ή αναλήψεως των καθηκόντων τους.

61      Εν πάση περιπτώσει, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία έχει εφαρμογή στο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο της Ένωσης, στοιχειοθετείται μόνον όταν τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως κατά τη βαθμολογική τους κατάταξη δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων η πραγματική και νομική κατάσταση δεν εμφανίζει ουσιώδη διαφορά, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικά. Κατά την εφαρμογή της αρχής αυτής, η εξέταση των προς σύγκριση καταστάσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 65· πρβλ. επίσης αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψη 76· της 15ης Νοεμβρίου 2011, Nolin κατά Επιτροπής, T‑58/11 P, EU:T:2011:664, σκέψεις 37 και 38).

62      Επομένως πρέπει να προσδιοριστεί εάν οι υπάλληλοι του βαθμού AST 9, οι οποίοι κατετάγησαν στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με αυτή των υπαλλήλων των κατώτερων βαθμών, AST 1 έως AST 8, οι οποίοι όμως μπορούν να συνεχίσουν να προάγονται βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ.

63      Συναφώς, όσον αφορά τους βοηθούς που υπηρετούσαν την 31η Δεκεμβρίου 2013, υπενθυμίζεται ότι, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε για τους διοικητικούς υπαλλήλους, η ΑΔΑ είχε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τον τύπο θέσης στον οποίο έπρεπε να τοποθετηθούν μόνον όσον αφορά τους βοηθούς των βαθμών AST 1 έως AST 7, οι οποίοι μπορούσαν να καταταγούν στις μεταβατικούς τύπους θέσης είτε του «Βοηθητικού υπάλληλου υπό μεταβατικό καθεστώς» (AST 1 – AST 5), είτε του «Διοικητικού βοηθού υπό μεταβατικό καθεστώς» (AST 1 – AST 7), είτε ακόμη του «Βοηθού διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς» (AST 1 – AST 9). Αντιθέτως, υπάλληλοι, όπως οι προσφεύγοντες, οι οποίοι κατείχαν τον τύπο θέσης του βοηθού υπό το κράτος του ΚΥΚ του 2004 και οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί στον βαθμό AST 9 στις 31 Δεκεμβρίου 2013, μπορούσαν να καταταγούν μόνο στον τύπο θέσης του «Βοηθού διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς».

64      Όσον αφορά τους βοηθούς βαθμού AST 1 έως AST 8, αυτοί δεν τελούν αντικειμενικώς στην ίδια κατάσταση με αυτή των υπαλλήλων του βαθμού AST 9, καθόσον, σε αντίθεση με τους τελευταίους και έστω και αν, υπό το κράτος του ΚΥΚ του 2004, είχαν όλοι καταταγεί στον ίδιο τύπο θέσης, δεν είχαν ακόμη καταλάβει τον ανώτερο βαθμό για τον τύπο θέσης εντός του οποίου μπορούσαν να εξελιχθούν.

65      Κατά τη νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται ότι όλοι οι υπάλληλοι που προάγονται στον ίδιο βαθμό πρέπει, εφόσον έχουν τα ίδια προσόντα, να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να προαχθούν στον ανώτερο βαθμό (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, συνάδει με την αρχή αυτή οι βοηθοί διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς ή οι βοηθοί να υπόκεινται όλοι στη διαδικασία προαγωγής του άρθρου 45 του ΚΥΚ προκειμένου να καταλάβουν τον ανώτατο βαθμό που προσφέρεται για αυτούς τους τύπους θέσης και, άπαξ και καταλάβουν τον ανώτατο αυτό βαθμό AST 9, να υπόκεινται όλοι στην ίδια διαδικασία, εν προκειμένω αυτή του άρθρου 4 και του άρθρου 29 του ΚΥΚ, προκειμένου να προαχθούν σε κάποια από τις θέσεις ανώτερου βαθμού, εν προκειμένω στον βαθμό AST 10, των οποίων ο αριθμός καθορίζεται από την ΑΔΑ ανάλογα με τις ανάγκες της.

66      Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, επαλλήλως, ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε οι υπάλληλοι του βαθμού AST 9 που προήχθησαν κατά τα ανωτέρω έτσι στον βαθμό AST 10 στο πλαίσιο διορισμού βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ τελούν στην ίδια κατάσταση με τους υπαλλήλους οι οποίοι μπορούσαν να προαχθούν στον εν λόγω βαθμό AST 10 βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ του 2004 και οι οποίοι απώλεσαν την εν λόγω δυνατότητα λόγω της επιλογής του νομοθέτη της Ένωσης, ο οποίος θέλησε οι θέσεις βοηθού των βαθμών AST 10 και AST 11 να προορίζονται για έναν περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων που ασκούν αρμοδιότητες ανωτάτου επιπέδου.

67      Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγοντες δεν ισχυρίζονται ούτε αποδεικνύουν ότι ασκούσαν, στις 31 Δεκεμβρίου 2013, αρμοδιότητες ανωτάτου επιπέδου υπό την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 19 του κανονισμού 1023/2013 ή ακόμη ότι ασκούσαν «σημαντικές ευθύνες στους τομείς της διαχείρισης προσωπικού, της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ή του πολιτικού συντονισμού» υπό την έννοια του σημείου 2 του τμήματος A του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ.

68      Κατόπιν των ανωτέρω το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

69      Προς στήριξη του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η καθήλωση της σταδιοδρομίας τους στον βαθμό AST 9, την οποία επέφεραν, κατ’ αυτούς, οι νέες διατάξεις του ΚΥΚ, είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον διακηρυγμένο σκοπό του νομοθέτη της Ένωσης, κατά τον οποίο οι πιο υψηλές θέσεις προορίζονται για περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων που ασκούν αρμοδιότητες ανωτάτου επιπέδου. Αφενός, ο σκοπός αυτός έχει ήδη επιτευχθεί λόγω της καθηλώσεως, υπό το κράτος του ΚΥΚ του 2004, της προσβάσεως στους βαθμούς AD 15 και AD 16 για τους διοικητικούς υπαλλήλους, καθόσον οι εν λόγω βαθμοί προορίζονταν πλέον μόνον για τους διευθυντές και τους γενικούς διευθυντές. Αφετέρου, το επίμαχο στην περίπτωση των προσφευγόντων μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανό να επιτύχει τον προβαλλόμενο σκοπό, διότι η ΑΔΑ θα μπορούσε να επανεξετάζει κάθε έτος τον αριθμό των βαθμών που θεωρείται ότι πρέπει να προορίζονται για τα ανώτερα στελέχη και, κατά τον τρόπο αυτό, να περιορίζει αδικαιολογήτως τις δυνατότητες σταδιοδρομίας των υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων των βοηθών.

70      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών, το Δικαστήριο αναγνώρισε στον νομοθέτη της Ένωσης, στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων του, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στους τομείς στους οποίους καλείται να προβεί σε σύνθετες αξιολογήσεις και εκτιμήσεις και σε επιλογές τόσο πολιτικής όσο και οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως. Ειδικότερα, το ζήτημα δεν είναι αν το μέτρο που θεσπίστηκε στον τομέα αυτό είναι το μόνο ή το καλύτερο δυνατό. Πράγματι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όπως όταν προβαίνει, δυνάμει του άρθρου 336 ΣΛΕΕ, σε τροποποιήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, η νομιμότητα ενός τέτοιου μέτρου σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπό (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2016, Bodson κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, T‑240/14 P, EU:T:2016:104, σκέψεις 116 και 117).

71      Εν προκειμένω, προκύπτει ότι, όσον αφορά τις επίμαχες στην παρούσα υπόθεση διατάξεις της μεταρρυθμίσεως οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2014, ο νομοθέτης της Ένωσης έθεσε ως θεμιτό σκοπό να διασφαλιστεί ότι η προαγωγή σε υψηλότερο βαθμό θα εξαρτάται από την προσωπική προσήλωση, τη βελτίωση των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων, και την άσκηση καθηκόντων των οποίων η σημασία δικαιολογεί τον διορισμό του υπαλλήλου σε αυτόν τον ανώτερο βαθμό.

72      Συγκεκριμένα, σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να αποκαταστήσει μια δυσλειτουργία της δημόσιας διοίκησης της Ένωσης που είχε διαπιστωθεί στην πράξη, ήτοι το ότι δεν μπορούσε να προκύψει απαραιτήτως σαφής σύνδεση μεταξύ των αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων και του βαθμού τους. Συναφώς, από την Έκθεση της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2011 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την ισοδυναμία μεταξύ παλαιάς και νέας διάρθρωσης της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων [COM(2011) 171 τελικό] προκύπτει ειδικότερα ότι «η […] δομή σταδιοδρομίας [του ΚΥΚ του 2004] μπορ[ούσε] να έχει μεγαλύτερες συνέπειες όσον αφορά τη μισθολογική διάρθρωση στο εσωτερικό διοικητικών μονάδων από ό,τι προβλεπόταν αρχικά» και ότι, «[γ]ια παράδειγμα, δεν [ήταν] αδύνατο ο προϊστάμενος μιας διοικητικής μονάδας να έχει μικρότερες αποδοχές από όλους τους υφισταμένους του, περιλαμβανομένης της γραμματείας του [· και ότι ο]ι προϊστάμενοι διοικητικών μονάδων μπορού[σαν] να διοριστούν στον βαθμό AD 9, ενώ οι διοικητικοί υπάλληλοι μπορού[σαν] να φθάσουν μέχρι τον βαθμό AD 14 (δηλαδή πέντε βαθμούς πιο πάνω σε αντίθεση με τον έναν βαθμό πιο πάνω που ήταν δυνατόν βάσει του προηγούμενου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης), και οι γραμματείς/βοηθοί γραφείου μέχρι τον βαθμό AST 11 (δηλαδή δύο βαθμούς πιο πάνω από τον βαθμό εισόδου για τη θέση Προϊστάμενου Διοικητικής Μονάδας)».

73      Συνεπώς, κατά τον νομοθέτη της Ένωσης, εφεξής έμφαση θα πρέπει να δίνεται περισσότερο στο επίπεδο των αρμοδιοτήτων κατά τη σύγκριση των προσόντων στο πλαίσιο της προαγωγής. Εν τέλει, από τον κανονισμό 1023/2013 προκύπτει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι ο εν λόγω νομοθέτης θέλησε να θέσει τέλος στη δυνατότητα που παρασχέθηκε με τον ΚΥΚ του 2004, να είναι αναπόφευκτη η προαγωγή υπαλλήλων στους πιο υψηλούς βαθμούς χωρίς να είναι δυνατός ο καθορισμός ενός συνδέσμου μεταξύ των ευθυνών που αυτοί αναλάμβαναν και του βαθμού που κατείχαν, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια υπάλληλοι της κατηγορίας των βοηθών να προάγονται στους βαθμούς AST 10 ή AST 11 χωρίς να ασκούν κατ’ ανάγκη αυξημένες ή ανωτάτου επιπέδου αρμοδιότητες.

74      Υπό το πρίσμα του θεμιτού αυτού σκοπού, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορούσε, χωρίς να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, να θεωρήσει ότι οι βαθμοί AST 10 και AST 11, οι οποίοι οδηγούν σε ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο αμοιβής, το οποίο άλλωστε ήταν το ίδιο με αυτό των υπαλλήλων της ομάδας καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων βαθμών AD 10 και AD 11, θα προορίζονται πλέον μόνον για τους βοηθούς που ασκούν ανωτάτου επιπέδου αρμοδιότητες. Πράγματι, ένα τέτοιο μέτρο φαίνεται πρόσφορο προκειμένου να αποκατασταθεί η διαπιστωθείσα έλλειψη σύνδεσης μεταξύ, αφενός, του υψηλού βαθμού στον οποίο προήχθησαν ορισμένοι βοηθοί μέσω του μηχανισμού προαγωγής του άρθρου 45 του ΚΥΚ, ο οποίος βασίζεται κυρίως στα αποκτηθέντα με την πάροδο του χρόνου προσόντα και όχι στις δεξιότητες και ικανότητες των ενδιαφερομένων, και, αφετέρου, του επιπέδου αρμοδιοτήτων που τους είχαν ανατεθεί και που ήταν δυνατόν να μην έχει μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου.

75      Η περίσταση που επικαλούνται οι προσφεύγοντες ότι, για την ομάδα καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων, υπό το κράτος του ΚΥΚ, του 2004 οι βαθμοί AD 15 και AD 16 προορίζονταν μόνο για τους διευθυντές, δεν ασκεί καμία επιρροή. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως που τέθηκε σε εφαρμογή το 2014, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε η πρόσβαση στους πιο υψηλούς βαθμούς να μην γίνεται μέσω του αποκλειστικού μηχανισμού προαγωγής του άρθρου 45 του νέου ΚΥΚ, τόσο για τους διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να προαχθούν στους βαθμούς AD 13 και AD 14 μέσω αυτού του απλού μηχανισμού, όσο και για τους «βοηθούς» ή τους «βοηθούς διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», οι οποίοι έχουν πλέον αποκλειστεί από τη δυνατότητα προσβάσεως στους βαθμούς AST 10 και AST 11 μέσω της απλής προαγωγής η οποία έχει πλέον αντικατασταθεί από τον μηχανισμό του διορισμού-προαγωγής στον τύπο θέσης «Ανώτερος βοηθός διοίκησης» βάσει της προβλεπόμενης από το άρθρο 4 και το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διαδικασίας.

76      Κατόπιν των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

–       Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και του καθήκοντος μέριμνας

77      Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων η ΑΔΑ δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα συμφέροντά τους, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τόσο την αρχή της χρηστής διοικήσεως όσο και το καθήκον μέριμνας. Επιπλέον, επικρίνουν το γεγονός ότι εφεξής θα πρέπει να υποβάλλονται εκ νέου σε δοκιμασίες που θα ελέγχουν τις ικανότητές τους για άσκηση των καθηκόντων του «Ανώτερου βοηθού διοίκησης», ενώ δεν έχουν αλλάξει ομάδα καθηκόντων και παρότι η ΑΔΑ τους είχε ήδη υποβάλει σε τέτοιες δοκιμασίες ικανοτήτων κατά την πρόσληψή τους και έχουν αποδείξει τα προσόντα τους καθ’ όλη της διάρκεια της σταδιοδρομίας τους.

78      Όσον αφορά την προβαλλόμενη από τους προσφεύγοντες παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και του καθήκοντος μέριμνας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αρχές αυτές δεν θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην ΑΔΑ να παραβιάζει διατάξεις του ΚΥΚ που έχουν θεσπιστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης, οι οποίες, ως τέτοιες, δεσμεύουν την εν λόγω ΑΔΑ, όπως και σε όλες τις άλλες αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των άλλων θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης. Ειδικότερα, το καθήκον μέριμνας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτάσσει η ΑΔΑ να έχει την υποχρέωση να αντισταθμίσει την απώλεια της δυνατότητας προαγωγής στον βαθμό AST 10, η οποία αποφασίστηκε τον εν λόγω νομοθέτη, με εσωτερικά μέτρα που θα αποσκοπούν στη δημιουργία περισσότερων θέσεων «Ανώτερων βοηθών διοίκησης» των βαθμών AST 10 και AST 11, καθόσον μια τέτοια ενέργεια θα είχε ως συνέπεια την καταστρατήγηση, εκ μέρους της ΑΔΑ, της βουλήσεως του νομοθέτη της Ένωσης μειώνοντας τον επιθυμητό αντίκτυπο των μέτρων που ελήφθησαν από αυτόν στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως.

79      Πράγματι, από τον κανονισμό 1023/2013 προκύπτει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να θέσει τέλος στη δυνατότητα που παρασχέθηκε με τον ΚΥΚ του 2004, να είναι αναπόφευκτη η προαγωγή υπαλλήλων στους πιο υψηλούς βαθμούς χωρίς να είναι δυνατός ο καθορισμός ενός συνδέσμου μεταξύ των ευθυνών που αυτοί αναλάμβαναν και του βαθμού που κατείχαν, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια υπάλληλοι της κατηγορίας των βοηθών να προάγονται στους βαθμούς AST 10 ή AST 11 χωρίς να ασκούν κατ’ ανάγκη αυξημένες ή ανωτάτου επιπέδου αρμοδιότητες.

80      Υπό τις περιστάσεις αυτές η ΑΔΑ δεν μπορούσε παρά να εφαρμόσει τις διατάξεις του ΚΥΚ, καθόσον δεν διέθετε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στις αποφάσεις της περί κατατάξεως των προσφευγόντων στον τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς» δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΧΙΙΙ του νέου ΚΥΚ.

81      Κατά συνέπεια, παρά τις δυσκολίες που αναφέρουν οι προσφεύγοντες όσον αφορά το ότι πλέον είναι πιο περιορισμένες οι προοπτικές τους να έχουν πρόσβαση σε μια θέση AST 10 λόγω των πιο αυστηρών και επιλεκτικών κανόνων που ισχύουν για την πρόσβαση στον τύπο θέσης «Ανώτερος βοηθός διοίκησης», δεν απέκειτο στην ΑΔΑ να εμποδίσει την εφαρμογή των νέων διατάξεων του ΚΥΚ στο όνομα της αρχής της χρηστής διοικήσεως ή του καθήκοντος μέριμνας.

82      Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

–       Επί του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με προσβολή κεκτημένων δικαιωμάτων

83      Προς στήριξη του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, αποκλείοντας τη δυνατότητα προαγωγής τους στον βαθμό AST 10 βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 45 του ΚΥΚ διαδικασίας προαγωγής, προσέβαλε τα κεκτημένα δικαιώματά τους για σύγκριση των προσόντων τους με αυτά του συνόλου των υπαλλήλων του βαθμού AST 9.

84      Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι όταν, όπως εν προκειμένω, μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του νέου ΚΥΚ οι υπάλληλοι είχαν απλώς δυνατότητα προαγωγής και η προαγωγή αυτή προϋπέθετε προηγούμενη απόφαση της ΑΔΑ για προαγωγή στον βαθμό AST 10 την οποία η εν λόγω αρχή δεν είχε ακόμη εκδώσει, εν προκειμένω, την 1η Ιανουαρίου 2014, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν μπορούν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα όσον αφορά τη διατήρηση της προσδοκίας της προαγωγής αυτής μετά την ανωτέρω ημερομηνία (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψεις 63 έως 65, και της 16ης Ιουλίου 2015, EJ κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑112/14, EU:F:2015:90, σκέψη 59). Η δε νομολογία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), η οποία δεν αφορά τον ΚΥΚ, δεν ασκεί καμία επιρροή επί του ζητήματος αυτού (πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, T‑482/16 RENV, EU:T:2017:901, μη δημοσιευθείσα, σκέψη 113).

85      Επιπλέον, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να υποστηρίζουν βασίμως ότι ο περιορισμός της προσβάσεως στον βαθμό AST 10 μόνον για όσους επιλέγονται μετά από την προβλεπόμενη στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διαδικασία προκειμένου να καταλάβουν τις νεοσυσταθείσες θέσεις των «Ανώτερων βοηθών διοίκησης» «προσβάλλει προδήλως τους θεμελιώδεις όρους απασχόλησης οι οποίοι ήταν [γι’ αυτούς] καθοριστικής σημασίας σε σχέση με την απόφασή τους να εισέλθουν και να παραμείνουν [στην υπηρεσία] των θεσμικών οργάνων» της Ένωσης.

86      Πράγματι, δυνάμει του νέου ΚΥΚ, οι υπάλληλοι με βαθμό AST 9 δεν αποκλείονται από την πρόσβαση στον βαθμό AST 10, απλώς προκειμένου να προαχθούν στον βαθμό αυτό πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν τις ικανότητες που θεωρούνται αναγκαίες από την ΑΔΑ για το υψηλό επίπεδο αρμοδιοτήτων που αναμένεται από τους κατόχους τέτοιων θέσεων. Συνεπώς, δεν πρόκειται για καθήλωση της σταδιοδρομίας τους, αλλά, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, για μια αλλαγή στη διαδικασία που επιτρέπει την προαγωγή στους βαθμούς AST 10 και AST 11, τους πιο υψηλούς της ομάδας καθηκόντων των βοηθών, αφού καταφέρουν, εν προκειμένω, να επιλεγούν για να τοποθετηθούν σε μια νέα θέση που συνοδεύεται από πραγματικά υψηλού επιπέδου αρμοδιότητες, οι οποίες δικαιολογούν το συνακόλουθο υψηλό επίπεδο αμοιβής. Επομένως, οι προσφεύγοντες εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν σε διαδικασία επιλογής δυνάμει του άρθρου 4 και του άρθρου 29 του ΚΥΚ, προκειμένου να καταλάβουν τον τύπο θέσης «Ανώτερος βοηθός διοίκησης», που τους επιτρέπει να ανακτήσουν τη δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό AST 10 (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2017, HN κατά Επιτροπής, T‑588/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:292, σκέψη 86). Τούτο έπραξαν, άλλωστε, οι προσφεύγοντες, με αποτέλεσμα έξι εξ αυτών να μπορέσουν να διοριστούν σε θέση ανώτερου βοηθού διοίκησης που δίνει τη δυνατότητα προαγωγής στους βαθμούς AST 10 και AST 11.

87      Κατόπιν των προεκτεθέντων, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παραβίαση των ποσοστών που προβλέπονται στο άρθρο 9 του παραρτήματος XIII και στο τμήμα B του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ

88      Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι νέες διατάξεις του ΚΥΚ παραβιάζουν τους κανόνες και τις αρχές που διέπουν τα ποσοστά προαγωγών, κατά τα οριζόμενα στο τμήμα B του παραρτήματος I του νέου ΚΥΚ και στο άρθρο 9 του παραρτήματος XIII του εν λόγω ΚΥΚ, επειδή τα εν λόγω ποσοστά δεν εφαρμόζονται πλέον σε αυτούς και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να προσδοκούν προαγωγή στον βαθμό AST 10.

89      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, ο νομοθέτης της Ένωσης αποκλείοντας τη δυνατότητα η πρόσβαση στους βαθμούς αυτούς να γίνεται με τον αποκλειστικό μηχανισμό προαγωγής του άρθρου 45 του ΚΥΚ, ο οποίος στο παρελθόν διασφάλιζε, με αυτόματο σχεδόν τρόπο, ότι ορισμένος αριθμός βοηθών του βαθμού AST 9 θα προαγόταν κατ’ έτος στον βαθμό AST 10 χωρίς οι υπάλληλοι αυτοί να ασκούν κατ’ ανάγκη αυξημένες ή ανωτάτου επιπέδου αρμοδιότητες, αποσκοπούσε στη διασφάλιση μεγαλύτερης σύνδεσης μεταξύ των βαθμών AST 10 ή AST 11 και του επιπέδου των αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων που κατέχουν τους εν λόγω βαθμούς.

90      Ήταν, συνεπώς, εύλογο ο νομοθέτης της Ένωσης να προβλέψει ότι, για τον λόγο αυτό, ο αριθμός των θέσεων των «Ανώτερων βοηθών διοίκησης» βαθμού AST 10 δεν θα καθορίζεται, υπό το κράτος του νέου ΚΥΚ, βάσει των ποσοστών που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγής. Σκοπός του μέτρου που ελήφθη στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ ήταν, αντιθέτως, να προσδιορίζεται από την ΑΔΑ ο αριθμός αυτός –ο οποίος άλλωστε είναι περιορισμένος– ανάλογα με τις πραγματικές της ανάγκες για προσωπικό ανωτάτου επιπέδου εντός της ομάδας καθηκόντων των βοηθών και όχι πλέον μέσω μιας αυτόματης διαδικασίας.

91      Επιπλέον, δεδομένου ότι ο αποκλεισμός της εφαρμογής της διαδικασίας προαγωγής του άρθρου 45 του ΚΥΚ, για την πρόσβαση στον βαθμό AST 10, δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δεν συντρέχει εν προκειμένω λόγος να εξετασθεί εάν οι μηχανισμοί που εφαρμόζονται κανονικά στη διαδικασία προαγωγής θα έπρεπε να επεκταθούν στην προβλεπόμενη στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διαδικασία.

92      Εξάλλου, αφενός, είναι σύμφυτο με τον σκοπό της μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ να περιοριστεί ο αριθμός των θέσεων των βαθμών AST 10 και AST 11 στους υπαλλήλους που ασκούν ανωτάτου επιπέδου αρμοδιότητες, με την αφαίρεση τέτοιων θέσεων από τον αποκλειστικό μηχανισμό προαγωγής.

93      Αφετέρου, απόκειται στις ΑΔΑ να καθορίσουν τον αριθμό των θέσεων των ανώτερων βοηθών διοίκησης που έχουν ανάγκη, το προφίλ των δεξιοτήτων που πρέπει να αναζητηθούν για την πλήρωση των εν λόγω θέσεων και, επιπλέον, να λάβουν τη σχετική άδεια της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής για τη σύσταση των εν λόγω θέσεων. Εάν ο νομοθέτης της Ένωσης είχε αποφασίσει ότι οι ΑΔΑ υποχρεούνται να ανοίγουν ετησίως έναν συγκεκριμένο αριθμό θέσεων ανώτερων βοηθών διοίκησης βαθμού AST 10, τούτο θα είχε εμμέσως ως συνέπεια την επανεισαγωγή του συστήματος προαγωγής το οποίο, κατά την άποψή του, δεν διασφάλιζε ότι η προαγωγή στους πιο υψηλούς βαθμούς, όπως οι βαθμοί AST 10 και AST 11, θα εξαρτάται από την προσωπική προσήλωση, τη βελτίωση των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων καθώς και την άσκηση αυξημένων ή ανωτάτου επιπέδου αρμοδιοτήτων.

94      Το ανωτέρω σκεπτικό ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά τα προβλεπόμενα στο τμήμα B του παραρτήματος I του ΚΥΚ ποσοστά τα οποία, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, θα ίσχυαν, εν πάση περιπτώσει, μόνον έως την 30ή Απριλίου 2011.

95      Κατόπιν των προεκτεθέντων, το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επί του έκτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με παραβίαση του «συμφώνου» που συνήφθη μεταξύ των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων και του Συμβουλίου κατά τη θέσπιση της προηγούμενης μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ

96      Με το έκτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, με την έκδοση του κανονισμού 1023/2013, ο νομοθέτης της Ένωσης και η Επιτροπή, αφενός, παραβίασαν τη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ του Συμβουλίου και των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων (στο εξής: ΣΕΟ) στο πλαίσιο της προηγούμενης μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ του 2004 και, αφετέρου, παρέβησαν την υποχρέωσή τους περί δέουσας διαβουλεύσεως με τις ΣΕΟ και, ιδίως, περί αποτελεσματικής διαβουλεύσεως, η οποία συνεπάγεται την προσκόμιση των κατάλληλων πληροφοριών. Όσον αφορά ειδικότερα την καθήλωση της σταδιοδρομίας των βοηθών βαθμού AST 9, δεν έλαβε χώρα κανένας διάλογος και, εν τέλει, οι ΣΕΟ είχαν ελλιπή και κακή ενημέρωση για τις αλλαγές που προβλέπονταν στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ. Από τα ανωτέρω οι προσφεύγοντες συνάγουν ότι υπήρξε παράβαση των άρθρων 27 και 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

97      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η συμφωνία που συνήφθη μεταξύ του Συμβουλίου και των ΣΕΟ στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως η οποία οδήγησε στη θέσπιση του ΚΥΚ του 2004, αφορούσε μόνο, τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση και ότι, κατά συνέπεια, η μεταγενέστερη έκδοση του κανονισμού 1023/2013 δεν ήταν δυνατόν να παραβιάζει την εν λόγω συμφωνία, καθόσον η παραδοχή ενός τέτοιου συλλογισμού θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 366 ΣΛΕΕ αρμοδιότητας του νομοθέτη της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2017, USFSPEI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑75/14, EU:T:2017:813, σκέψεις 86 έως 89).

98      Όσον αφορά το ζήτημα αν υπήρξε επαρκής ενημέρωση και διαβούλευση με τις ΣΕΟ στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του νέου ΚΥΚ, υπό το πρίσμα και των άρθρων 27 και 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Γενικό Δικαστήριο έχει αποφανθεί εμπεριστατωμένα επί του ζητήματος αυτού, απαντώντας κατά τρόπο εξαντλητικό στις σχετικές αιτιάσεις που διατύπωσαν διάφορες ΣΕΟ στις αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, U 4U κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑17/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:489, σκέψεις 120 έως 174), και της 16ης Νοεμβρίου 2017, USFSPEI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑75/14, EU:T:2017:813, σκέψεις 96 έως 124).

99      Ελλείψει προβολής κάποιου ισχυρισμού πραγματικά νέου σε σχέση με αυτούς που προέβαλαν κατά τρόπο εμπεριστατωμένο και τεκμηριωμένο οι ίδιες οι ΣΕΟ στις υποθέσεις οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση των δύο αποφάσεων που αναφέρονται στη σκέψη 98 ανωτέρω, το έκτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που έγιναν δεκτοί στις δύο αυτές αποφάσεις, εν αναμονή της εκδόσεως των οποίων είχε ανασταλεί η παρούσα διαδικασία.

100    Λόγω της απορρίψεως των επιμέρους σκελών του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 31 του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ λόγω της ελλείψεως μεταβατικών διατάξεων αντισταθμιστικών της απώλειας της δυνατότητας προαγωγής των υπαλλήλων με βαθμό AST 9

101    Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 31 του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, καθόσον το άρθρο αυτό, σε αντίθεση με όσα προβλέπονται στο άρθρο 30 του ιδίου παραρτήματος για την ομάδα καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων, δεν προβλέπει ένα μεταβατικό καθεστώς το οποίο θα επέτρεπε στους βοηθούς, κατά τρόπο ανάλογο προς το καθεστώς που προβλέφθηκε για τους διοικητικούς υπαλλήλους, να καταταγούν σε τύπους θέσης που δίνουν τη δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό AST 10 ή και τη δυνατότητα να λάβουν συμπληρωματική προσαύξηση του βασικού τους μισθού. Κατά τους προσφεύγοντες πρόκειται για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των δύο αυτών ομάδων καθηκόντων. Επίσης, κατά τον τρόπο αυτό δεν έγινε σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προσφευγόντων όσον αφορά την έκδοση μεταβατικών μέτρων.

102    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου.

103    Υπενθυμίζεται ως προς το ζήτημα αυτό ότι παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συντρέχει όταν δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων η νομική και πραγματική κατάσταση δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές αντιμετωπίζονται διαφορετικά, χωρίς η διαφορετική μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικώς. Κατά την εφαρμογή της αρχής αυτής, η εξέταση των προς σύγκριση καταστάσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 15ης Νοεμβρίου 2011, Nolin κατά Επιτροπής, T‑58/11 P, EU:T:2011:664, σκέψη 38).

104    Επιπλέον, σε τομέα που εμπίπτει στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας, όπως είναι η θέσπιση μεταβατικών κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της δίκαιης μεταβάσεως από ένα παλαιό υπηρεσιακό καθεστώς σε ένα νέο, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως παραβιάζεται μόνον όταν το οικείο θεσμικό όργανο προβαίνει σε διαφοροποίηση αυθαίρετη ή προδήλως ακατάλληλη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την οικεία ρύθμιση σκοπό (απόφαση της 20ής Μαρτίου 2012, Kurrer κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑441/10 P έως T‑443/10 P, EU:T:2012:133, σκέψη 54).

105    Εν πρoκειμένω διαπιστώνεται ότι, λόγω της ίδιας της φύσεως των καθηκόντων που ασκούν καθώς και των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για την πρόσβαση στα καθήκοντα αυτά, όπως προβλέπονται, ιδίως, στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, οι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων και οι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων των βοηθών τελούν σε πραγματικές και νομικές καταστάσεις οι οποίες είναι αντικειμενικώς και ουσιαστικώς διαφορετικές.

106    Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής φύσεως των καθηκόντων που ασκούν οι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων και των καθηκόντων που ασκούν οι υπάλληλοι της ομάδας καθηκόντων των βοηθών, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν ήταν υποχρεωμένος να εκδώσει μεταβατικά μέτρα ούτε να λάβει μέτρα ίδιας φύσεως για τις δύο αυτές ομάδες καθηκόντων.

107    Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορούσε, αφενός, να προβλέψει αποκλειστικά για τους διοικητικούς υπαλλήλους που υπηρετούσαν στις 31 Δεκεμβρίου 2013 ότι ήταν δυνατόν, ανάλογα με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους, να καταταγούν αντίστοιχα σε διάφορους τύπους θέσεων, όπως «Διοικητικός υπάλληλος», «Διοικητικός υπάλληλος υπό μεταβατικό καθεστώς», «Ανώτερος διοικητικός υπάλληλος υπό μεταβατικό καθεστώς», «Σύμβουλος ή ισοδύναμη θέση» και «Προϊστάμενος μονάδας ή ισοδύναμη θέση», ανάλογα με το επίπεδο και τη φύση των αρμοδιοτήτων τους. Εξάλλου, η δημιουργία του τύπου θέσης «Ανώτερος βοηθός διοίκησης» βασίζεται σε μια ανάλογη λογική. Ελλείψει, όμως, συγκρίσιμων καταστάσεων μεταξύ των δύο αυτών ομάδων καθηκόντων, ο εν λόγω νομοθέτης δεν ήταν υποχρεωμένος να προβλέψει για την ομάδα καθηκόντων των βοηθών τη δυνατότητα μιας κατά παρέκκλιση κατατάξεως όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 3, του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, η οποία στηρίζεται στην άσκηση «ειδικών ευθυνών» από ορισμένους διοικητικούς υπαλλήλους που κατετάγησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2015.

108    Αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορούσε επίσης να προβλέψει μεταβατικό καθεστώς όπως αυτό του άρθρου 30, παράγραφοι 5 έως 10, του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, μόνον υπέρ των διοικητικών υπαλλήλων των βαθμών AD 12 και AD 13, στηριζόμενο σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά αυτή την ομάδα καθηκόντων. Στο πλαίσιο αυτό, όπως αναφέρει το Συμβούλιο, μπορούσε να λάβει ιδίως υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω ομάδα καθηκόντων είναι αυτή που εθίγη περισσότερο από την προηγούμενη μεταρρύθμιση του ΚΥΚ.

109    Εν πάση δε περιπτώσει οι προσφεύγοντες, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζουν, δεν μπορούσαν, κατά τον χρόνο προσλήψεώς του ο καθένας, να θεμελιώσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη περί του ότι η σταδιοδρομία τους θα συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη μισθολογική εξέλιξη αντίστοιχη με αυτή των βαθμών AST 10 ή AST 11. Ομοίως, δεν μπορούν να απαιτούν από τον νομοθέτη της Ένωσης τη θέσπιση ενός μεταβατικού καθεστώτος που να έχει εφαρμογή ειδικά στην ατομική τους κατάσταση.

110    Κατόπιν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 45 του ΚΥΚ και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως

111    Προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, οι προσφεύγοντες επικαλούνται «παράβαση του άρθρου 45 του ΚΥΚ και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως», αιτίαση η οποία βάλλει κατ’ ουσίαν κατά της αιτιολογικής σκέψεως 19 του κανονισμού 1023/2013 που εκδόθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης. Υποστηρίζουν συναφώς ότι, εφόσον με τον εν λόγω κανονισμό δεν τροποποιήθηκε ο «σκληρός πυρήνας» του συστήματος προαγωγών που προβλέπεται στο άρθρο 45, ο νομοθέτης της Ένωσης ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει τις αρχές στις οποίες βασίζεται το σύστημα αυτό και επομένως δεν μπορούσε να αποκλείσει τους προσφεύγοντες από κάθε συγκριτική εξέταση των προσόντων τους ενόψει προαγωγής στον ανώτερο βαθμό. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη 19 αντίκειται στο άρθρο 45 του ΚΥΚ.

112    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου.

113    Υπενθυμίζεται ως προς το ζήτημα αυτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να τροποποιήσει ανά πάσα στιγμή τον ΚΥΚ μέσω κανονισμών εκδιδομένων δυνάμει του άρθρου 336 ΣΛΕΕ (βλ. διάταξη της 23ης Απριλίου 2015, Bensai κατά Επιτροπής, F‑131/14, EU:F:2015:34, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Όταν, όμως, αποφασίζει να πράξει κάτι τέτοιο, δεν είναι δυνατόν να του προσαφθεί ότι παραβιάζει τον ίδιο τον ΚΥΚ, δεδομένου ότι αυτός είναι ο εκδότης του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένων και των τροποποιήσεων αυτού, και ότι συνεπώς δεν δεσμεύεται από τον εν λόγω ΚΥΚ όπως θα δεσμευόταν από κείμενα υπέρτερης τυπικής ισχύος όπως η Συνθήκη.

114    Εξάλλου και εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως μπορεί να θεωρηθεί ως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά της αιτιολογικής σκέψεως 19 του κανονισμού 1023/2013 και ότι η ένσταση αυτή είναι παραδεκτή μολονότι κατά τη νομολογία οι αιτιολογικές σκέψεις δεν μπορούν να αποτελέσουν, αυτές καθεαυτές, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Afepadi κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑354/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:798, σκέψη 32), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την εισαγωγή της εν λόγω αιτιολογικής σκέψεως καθώς και με την τροποποίηση του άρθρου 45 και του άρθρου 31 του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, σαφής βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να τροποποιήσει τη διαδικασία προαγωγής του άρθρου 45 του ΚΥΚ του 2004 καθιστώντας τη μη εφαρμοστέα για τους υπαλλήλους του βαθμού AST 9, οι οποίοι εφεξής μπορούν να προαχθούν στον βαθμό AST 10 μόνο μετά από διαδικασία διορισμού σε θέση «Ανώτερου βοηθού διοίκησης» του βαθμού αυτού βάσει του άρθρου 4 και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Συναφώς, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, ο εν λόγω νομοθέτης προσέθεσε ρητώς μια περίοδο στο γράμμα του άρθρου 45 του νέου ΚΥΚ, προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας σε καταστάσεις, όπως αυτές των προσφευγόντων, στις οποίες οι υπάλληλοι έχουν ανέλθει στον ανώτερο βαθμό που προβλέπεται για τον τύπο θέσης που κατέχουν.

115    Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

116    Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, τον οποίο προβάλλουν επικουρικώς, οι προσφεύγοντες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως, παραλείποντας να εξηγήσει περαιτέρω, πέραν των εξηγήσεων που παρέθεσε ο νομοθέτης της Ένωσης στις αιτιολογικές σκέψεις 17 έως 19 του κανονισμού 1023/2013, τους λόγους για τους οποίους θεωρήθηκε ότι δεν ασκούν ανωτάτου επιπέδου αρμοδιότητες και ότι μπορούν πλέον να προαχθούν στον βαθμό AST 10 μόνο βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 και το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διαδικασίας διορισμού.

117    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου.

118    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, η οποία δεν αποτελεί παρά επανάληψη της γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ, έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η πράξη είναι βάσιμη ή αν είναι ενδεχομένως πλημμελής, οπότε μπορεί να αμφισβητηθεί το κύρος της ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, και, αφετέρου, να παράσχει τη δυνατότητα στον εν λόγω δικαστή να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξεως αυτής. Συνεπώς, η αιτιολογία πρέπει, καταρχήν, να ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως με την απόφαση που τον βλάπτει και η έλλειψη αιτιολογίας δεν δύναται να καλυφθεί εκ του ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται την αιτιολογία της αποφάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1981, Michel κατά Κοινοβουλίου, 195/80, EU:C:1981:284, σκέψη 22, και της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Neirinck κατά Επιτροπής, C‑17/07 P, EU:C:2008:134, σκέψη 50).

119    Εντούτοις, οι εν λόγω αρχές πρέπει να εφαρμόζονται υπό το πρίσμα του εξελικτικού χαρακτήρα του προ της ασκήσεως της προσφυγής σταδίου, κατά τον οποίο η διοικητική ένσταση και η απόρριψή της, ρητή ή σιωπηρή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας περίπλοκης διαδικασίας, ενώ η έκδοση της πράξεως με την οποία καθορίζεται η οριστική θέση του θεσμικού οργάνου δεν ολοκληρώνεται παρά με την έκδοση της αποφάσεως της ΑΔΑ επί της διοικητικής ενστάσεως (πρβλ. απόφαση της 21ης Μαΐου 2014, Mocov á κατά Επιτροπής, T‑347/12 P, EU:T:2014:268, σκέψεις 33, 34 και 45).

120    Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η συμπλήρωση της αιτιολογίας, στο στάδιο της αποφάσεως απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, ήταν σύμφωνη προς τον σκοπό του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά το οποίο η ίδια η απόφαση επί της ενστάσεως είναι αιτιολογημένη. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει κατ’ ανάγκη, πράγματι, ότι η αρχή που καλείται να αποφανθεί επί της ενστάσεως δεν περιορίζεται από την αιτιολογία, ενδεχομένως ανεπαρκή ή ακόμη και ανύπαρκτη της αποφάσεως που αποτελεί αντικείμενο της ενστάσεως (αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 2011, Λογγινίδης κατά Cedefop, T‑283/08 P, EU:T:2011:338, σκέψη 72, και της 21ης Μαΐου 2014, Mocov á κατά Επιτροπής, T‑347/12 P, EU:T:2014:268, σκέψη 35).

121    Εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν συνοδεύονταν από ειδική αιτιολογία της ΑΔΑ. Πράγματι, η τελευταία περιορίστηκε ως επί το πλείστον να θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις του ΚΥΚ οι οποίες άρχισαν να ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2014 και οι οποίες συνεπάγονταν, στην περίπτωση των προσφευγόντων, την κατάταξή τους στον μεταβατικό τύπο θέσης «Βοηθός διοίκησης υπό μεταβατικό καθεστώς», η οποία υλοποιήθηκε με την τροποποίηση του ατομικού τους φακέλου που τηρείται στο SysPer 2 με ισχύ από την ημερομηνία αυτή.

122    Ωστόσο, στην απόφασή της επί των διοικητικών ενστάσεων των προσφευγόντων, η ΑΔΑ εξήγησε ότι ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο απλώς έθεσε σε εφαρμογή τις διατάξεις του κανονισμού που είχαν αποφασιστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης, χωρίς να διαθέτει συναφώς εξουσία εκτιμήσεως, και τους παρέθεσε αναλυτική εξήγηση των διακυβευμάτων και του τρόπου εφαρμογής της μεταρρυθμίσεως του ΚΥΚ που τέθηκε σε εφαρμογή το 2014. Τέτοιες εξηγήσεις επαρκούν εκ μέρους της ΑΔΑ, ως εκδούσας αρχής των προσβαλλόμενων αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν κατά δέσμια αρμοδιότητα, υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.

123    Στο μέτρο που, με τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγοντες προσάπτουν στον νομοθέτη της Ένωσης ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει δυνάμει του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, έχει κριθεί, ειδικά σε σχέση με τις αιτιολογικές σκέψεις 17 έως 19 του κανονισμού 1023/2013, ότι από την αιτιολογία των τροποποιήσεων του άρθρου 45 καθώς και των παραρτημάτων I και XIII του νέου ΚΥΚ, σχετικά με τη διάρθρωση της σταδιοδρομίας του προσωπικού, προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, το σκεπτικό του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και ότι επομένως παρείχε τη δυνατότητα στους προσφεύγοντες να γνωρίζουν την αιτιολογία του ληφθέντος μέτρου και στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, U 4U κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑17/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:489, σκέψεις 182 και 183).

124    Επιπλέον, από το νέο πλαίσιο του ΚΥΚ προκύπτει σαφώς ότι οι υπάλληλοι του βαθμού AST 9 μόνον εφόσον η ΑΔΑ αποφασίσει, ανάλογα με τις ανάγκες της, τη σύσταση θέσεων «Ανώτερου βοηθού διοίκησης» ή την πλήρωση κενών θέσεων του τύπου αυτού, θα έχουν τη δυνατότητα, δυνάμει του άρθρου 4 και του άρθρου 29 του ΚΥΚ, να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους να καταλάβουν μια θέση αυτού του τύπου και να επιλεγούν, ενδεχομένως από την ΑΔΑ για την εν λόγω θέση μέσω προαγωγής στη θέση αυτή στον βαθμό AST 10.

125    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

126    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

127    Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.

128    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

129    Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή φέρουν επομένως τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα την GQ και τους λοιπούς υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα.

3)      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Pelikánová

Nihoul

Svenningsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Δεκεμβρίου 2018.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


1      Ο κατάλογος των λοιπών υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.