Language of document : ECLI:EU:C:2018:1021

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 17ης Δεκεμβρίου 2018 (*)

«Ασφαλιστικά μέτρα – Άρθρο 279 ΣΛΕΕ – Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Ανεξαρτησία των δικαστών»

Στην υπόθεση C-619/18 R,

με αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ και του άρθρου 160, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η οποία υποβλήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2018,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την K. Banks, καθώς και τους H. Krämer και S. L. Kaleda,

αιτούσα,

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας, εκπροσωπούμενης από τον B. Majczyna, καθώς και τις K. Majcher και S. Żyrek,

καθής,

υποστηριζομένης από την:

Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Αντιπρόεδρο, A. Arabadjiev, A. Prechal, Μ. Βηλαρά, T. von Danwitz, C. Toader, F. Biltgen, K. Jürimäe και Κ. Λυκούργο, προέδρους τμήματος, L. Bay Larsen, D. Šváby, C. G. Fernlund, C. Vajda και S. Rodin, δικαστές,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα E. Tanchev,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Με την αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εν αναμονή της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως:

–        να αναστείλει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 37, παράγραφοι 1 έως 4, και του άρθρου 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του ustawa o Sądzie Najwyższym (νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 8ης Δεκεμβρίου 2017 (Dz. U. του 2018, θέση 5), του άρθρου 5 του ustawa o zmianie ustawy – Prawo o ustroju sądów powszechnych, ustawy o Sądzie Najwyższym oraz niektórych innych ustaw (νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ορισμένων άλλων νόμων), της 10ης Μαΐου 2018 (Dz. U. του 2018, θέση 1045, στο εξής: νόμος περί τροποποιήσεως) (στο εξής, από κοινού: επίμαχες εθνικές διατάξεις), καθώς και παντός άλλου μέτρου λαμβανομένου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών·

–        να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις θα έχουν τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους στη θέση που κατείχαν στις 3 Απριλίου 2018, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απολαύοντας ταυτόχρονα του ιδίου καθεστώτος και των ιδίων δικαιωμάτων και συνθηκών απασχολήσεως όπως και πριν από την 3η Απριλίου 2018·

–        να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) αντί εκείνων τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις, καθώς και οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό του νέου πρώτου προέδρου του δικαστηρίου αυτού ή τον καθορισμό του προσώπου το οποίο θα επιφορτισθεί με την ευθύνη να προΐσταται του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντί του πρώτου προέδρου του έως τον διορισμό του νέου πρώτου προέδρου, και

–        να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της διατάξεως του Δικαστηρίου περί της λήψεως των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν, εν συνεχεία δε καθ’ έκαστο μήνα, όλα τα μέτρα τα οποία θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή.

2        Η Επιτροπή ζήτησε επίσης, βάσει του άρθρου 160, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τη λήψη των μνημονευθεισών στην προηγούμενη σκέψη προσωρινών μέτρων πριν ακόμη η καθής υποβάλει τις παρατηρήσεις της, λόγω του άμεσου κινδύνου επελεύσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας ως προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

3        Τα αιτήματα αυτά υποβλήθηκαν στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, την οποία άσκησε η Επιτροπή στις 2 Οκτωβρίου 2018 (στο εξής: προσφυγή λόγω παραβάσεως), με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και εφαρμόζοντας το μέτρο αυτό στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018, αφενός, και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου πέραν της προσφάτως καθορισθείσας ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως C-619/18.

4        Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-619/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:852), η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε προσωρινά, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 160, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων μέχρι να εκδοθεί η διάταξη με την οποία θα περατώνεται η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

5        Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 161, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο, το οποίο, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της υποθέσεως αυτής, την ανάθεσε στο τμήμα μείζονος συνθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 60, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

6        Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2018, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση της Ουγγαρίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατά το στάδιο της προφορικής διαδικασίας.

7        Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-619/18, EU:C:2018:910), η υπόθεση C-619/18 υπήχθη στην ταχεία διαδικασία του άρθρου 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας.

8        Στις 16 Νοεμβρίου 2018 τόσο οι διάδικοι όσο και η Ουγγαρία ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το πολωνικό Σύνταγμα

9        Το άρθρο 183, παράγραφος 2, του πολωνικού Συντάγματος ορίζει ότι ο πρώτος πρόεδρος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) διορίζεται για εξαετή θητεία.

 Ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου

10      Το άρθρο 37, παράγραφοι 1 έως 4, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζει τα εξής:

«1.      Οι δικαστές του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] συνταξιοδοτούνται με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών, εκτός εάν καταθέσουν, δώδεκα μήνες το νωρίτερο και έξι μήνες το αργότερο πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας [των 65 ετών], δήλωση με την οποία γνωστοποιούν τη βούλησή τους να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους και πιστοποιητικό, σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν για τους υποψηφίους του δικαστικού σώματος, εκ του οποίου να προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας τους επιτρέπει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και εφόσον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δώσει τη συγκατάθεση του για την παραμονή τους στη θέση δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)].

1bis.      Πριν δώσει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή των ενδιαφερομένων στη θέση δικαστή του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας ζητεί γνωμοδότηση από το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο. Το εν λόγω όργανο υποβάλλει τη γνωμοδότησή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας εντός 30 ημερών από την υποβολή της αιτήσεως του για γνωμοδότηση. Εάν η γνωμοδότηση δεν κοινοποιηθεί εντός της αναφερομένης στη δεύτερη περίοδο προθεσμίας, θεωρείται ότι το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο γνωμοδότησε θετικά.

1ter.      Το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, για τη μνημονευόμενη στην παράγραφο 1α γνωμοδότηση, λαμβάνει υπόψη τη σημασία [της παραμονής του δικαστή] όσον αφορά την απονομή της δικαιοσύνης ή τα σημαντικά κοινωνικά συμφέροντα, ιδίως, την ορθολογική κατανομή των μελών του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] ή τις ανάγκες των διαφόρων τμημάτων του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] λόγω φόρτου εργασίας.

2.      Η δήλωση και το πιστοποιητικό που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 απευθύνονται στον πρώτο πρόεδρο του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], ο οποίος τα διαβιβάζει πάραυτα, μαζί με τη γνώμη του, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο πρώτος πρόεδρος του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] κοινοποιεί τη δική του δήλωση και το πιστοποιητικό του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας, μαζί με τη γνώμη της ολομέλειας του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)].

3.      Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας παρέχει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] στα καθήκοντά του εντός 3 μηνών από τη λήψη της αναφερομένης στο άρθρο 1bis γνωμοδοτήσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου ή τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της εν λόγω γνωμοδοτήσεως. Σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια εντός της μνημονευομένης στην πρώτη περίοδο προθεσμίας, ο δικαστής θεωρείται ότι συνταξιοδοτήθηκε από την ηλικία των 65 ετών. Σε περίπτωση που δικαστής του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] συμπληρώσει την αναφερομένη στην παράγραφο 1 ηλικία πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας παρατάσεως της θητείας του, αυτός εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την περάτωση της εν λόγω διαδικασίας.

4.      Η μνημονευόμενη στην παράγραφο 1 άδεια χορηγείται για θητεία τριετούς διάρκειας, άπαξ ανανεώσιμη. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 έχουν εφαρμογή κατ’ αναλογία. Δικαστής στον οποίο επετράπη να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του στο [Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο)] δύναται να συνταξιοδοτηθεί ανά πάσα στιγμή αφού συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του· υποβάλλει προς τούτο δήλωση στον πρώτο πρόεδρο του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], ο οποίος τη διαβιβάζει πάραυτα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο πρώτος πρόεδρος του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] υποβάλλει τη δήλωσή του απευθείας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας.»

11      Το άρθρο 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Οι δικαστές του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] οι οποίοι, κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου, έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών ή θα συμπληρώσουν την ηλικία αυτή εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας αυτής, συνταξιοδοτούνται από την επομένη ημέρα της λήξεως προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου, εκτός εάν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, καταθέσουν τη δήλωση και το πιστοποιητικό του άρθρου 37, παράγραφος 1, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δώσει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή τους στη θέση δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)]. Οι διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφοι 2 έως 4, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

1bis.      Οι δικαστές του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] οι οποίοι θα συμπληρώσουν την ηλικία των 65 ετών κατόπιν της εκπνοής προθεσμίας τριών μηνών και πριν εκπνεύσει προθεσμία δώδεκα μηνών από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου συνταξιοδοτούνται δώδεκα μήνες μετά τη θέση αυτή σε ισχύ, εκτός εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, καταθέσουν τη δήλωση και το πιστοποιητικό που διαλαμβάνονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, και εφόσον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δώσει τη συγκατάθεσή του ώστε να εξακολουθήσουν να ασκούν καθήκοντα δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)]. Οι διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφοι 1bis έως 4, έχουν εφαρμογή κατ’ αναλογία.»

12      Ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου τέθηκε σε ισχύ στις 3 Απριλίου 2018.

 Ο νόμος περί τροποποιήσεως

13      Το άρθρο 5 του νόμου περί τροποποιήσεως έχει ως εξής:

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας διαβιβάζει πάραυτα προς γνωμοδότηση στο Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο τις δηλώσεις οι οποίες διαλαμβάνονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, και στο άρθρο 111, παράγραφος 1, του νόμου [περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου] και τις οποίες δεν είχε εξετάσει κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου. Το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία το είχε καλέσει να γνωμοδοτήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δύναται να χορηγήσει άδεια σε δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] προκειμένου αυτός να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του εντός προθεσμίας 60 ημερών από την ημερομηνία λήψεως της γνωμοδοτήσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου ή από την εκπνοή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να κοινοποιηθεί η γνωμοδότηση αυτή. Οι διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφοι 2 έως 4, του νόμου [περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου], όπως τροποποιήθηκε με τον παρόντα νόμο, έχουν εφαρμογή κατ’ αναλογία.»

 Το ιστορικό της διαφοράς

 Τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο της εφαρμογής των επίμαχων εθνικών διατάξεων

14      Στις 3 Ιουλίου 2018, υπηρετούσαν στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) 72 δικαστές, εκ των οποίων 27 είχαν συμπληρώσει κατά την ημερομηνία αυτή το 65ο έτος της ηλικίας.

15      Στις 4 Ιουλίου 2018, δεκαπέντε από τους 27 δικαστές αυτούς ενημερώθηκαν για τη συνταξιοδότησή τους κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων, εκ των οποίων οι ένδεκα δεν ζήτησαν παράταση της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας τους, ενώ οι τέσσερις εξ αυτών υπέβαλαν εκπροθέσμως δήλωση ότι επιθυμούν να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους. Μεταξύ των δεκαπέντε δικαστών αυτών οι οποίοι συνταξιοδοτούνται καταλέγεται η πρώτη πρόεδρος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), της οποίας η θητεία έπρεπε να λήξει, σύμφωνα με το πολωνικό Σύνταγμα, στις 30 Απριλίου 2020, στοιχείο που επιβεβαιώθηκε με το ψήφισμα της 28ης Ιουνίου 2018, το οποίο εξέδωσε ομοφώνως η ολομέλεια των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου).

16      Οι υπόλοιποι δώδεκα δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που είχαν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας στις 3 Ιουλίου 2018 υπέβαλαν δήλωση περί της επιθυμίας τους να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στις 12 Ιουλίου 2018, το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο εξέδωσε πέντε θετικές και επτά αρνητικές γνωμοδοτήσεις, εκ των οποίων οι δύο αφορούσαν δύο προέδρους τμήματος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), όσον αφορά τη συνέχεια της ενεργού υπηρεσίας. Τέσσερις από τους επτά δικαστές για τους οποίους εκδόθηκε αρνητική γνωμοδότηση του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου προσέβαλαν τη γνωμοδότηση αυτή και ζήτησαν από το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο να την αιτιολογήσει.

17      Δεδομένου ότι διατηρούσε αμφιβολίες ως προς τον σύμφωνο χαρακτήρα του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου ιδίως με την απαίτηση περί ισοβιότητας των δικαστών και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους, το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφαση της 2ας Αυγούστου 2018, αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στο πλαίσιο της υποθέσεως C-522/18, Zakład Ubezpieczeń Społecznych, η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος και η οποία αφορά την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, σχετικά με τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου στους δικαστές που υπηρετούν σε αυτό το δικαστήριο. Με την ίδια απόφαση, ανέστειλε την εφαρμογή διατάξεων του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέχρι να αποφανθεί επί της υποθέσεως, αφού λάβει την απάντηση του Δικαστηρίου στην ως άνω αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

18      Αυθημερόν, η Γραμματεία του Προέδρου της Δημοκρατίας της Πολωνίας γνωστοποίησε ότι η απόφαση του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) περί αναστολής της εφαρμογής διατάξεων του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου «είχε εκδοθεί άνευ προσήκουσας νομικής βάσεως και δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα έναντι του Προέδρου της Δημοκρατίας της Πολωνίας και κάθε άλλου θεσμικού οργάνου», επιπλέον δε «στερούνταν έννομων συνεπειών».

19      Στις 11 Σεπτεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αφενός μεν, αποφάσισε να επιτρέψει σε πέντε δικαστές από τους δώδεκα που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 16 της παρούσας διατάξεως να εξακολουθήσουν να ασκούν τα δικαστικά καθήκοντά τους για χρονικό διάστημα τριών ετών, αφετέρου δε, γνωστοποίησε, διά ανακοινωθέντος, ότι οι επτά άλλοι δικαστές, περιλαμβανομένων των δύο προέδρων τμήματος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) οι οποίοι μνημονεύθηκαν στη σκέψη 16 της παρούσας διατάξεως, θα συνταξιοδοτούνταν από της 12ης Σεπτεμβρίου 2018. Στο ανακοινωθέν αυτό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας επισήμανε, επίσης, ότι οι προσφυγές που είχαν ασκήσει ορισμένοι δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κατά της αρνητικής γνωμοδοτήσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου ως προς τη συνέχιση της ενεργού υπηρεσίας τους δεν επρόκειτο να επηρεάσουν τις αποφάσεις του, δεδομένου ότι η γνωμοδότηση αυτή δεν ήταν αναγκαία για την εκ μέρους του λήψη αποφάσεως. Γνωστοποίησε, εξάλλου, ότι οι αποφάσεις του σχετικά με την παράταση της ενεργού υπηρεσίας των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν απαιτούνταν να είναι αιτιολογημένες.

20      Στις 12 Σεπτεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας υπέγραψε τις αποφάσεις με τις οποίες απέρριπτε το αίτημα παρατάσεως της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των μνημονευθέντων στην προηγούμενη σκέψη επτά δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Οι αποφάσεις αυτές στηρίζονται στο άρθρο 111, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του οποίου η εφαρμογή ανεστάλη με την απόφαση του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που μνημονεύθηκε στη σκέψη 17 της παρούσας διατάξεως.

21      Αυθημερόν, συνεδρίασε δικαστικός σχηματισμός του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) στον οποίο μετείχαν δύο δικαστές τους οποίους αφορούσαν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις. Ο δικαστικός σχηματισμός αυτός έκρινε ότι οι οικείοι δικαστές μπορούσαν να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους, δεδομένου ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είχε ανασταλεί με την απόφαση του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 17 της παρούσας διατάξεως.

 Οι διαδικασίες διορισμού των νέων δικαστών του SądNajwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)

22      Στις 29 Μαρτίου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας αύξησε τον συνολικό αριθμό των θέσεων δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) από 93 σε 120. Στις 29 Ιουνίου 2018, δημοσιεύθηκε προκήρυξη για την πλήρωση 44 κενών θέσεων δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου).

23      Ο ustawa o zmianie ustawy – Prawo o ustroju sądów powszechnych oraz niektórych innych ustaw (νόμος περί τροποποιήσεως του καθεστώτος των τακτικών δικαστηρίων και ορισμένων άλλων νόμων), της 20ής Ιουλίου 2018 (Dz. U. του 2018, θέση 1443), τροποποίησε τους κανόνες της μεταβατικής διαδικασίας επιλογής του πρώτου προέδρου του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Ειδικότερα, με τον νόμο αυτό μειώθηκε από 110 σε 80 ο αριθμός των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) οι οποίοι πρέπει να συναινέσουν στην κίνηση της διαδικασίας αυτής. Επιπλέον, με τον νόμο αυτό περιορίσθηκε το ανασταλτικό αποτέλεσμα των προσφυγών κατά των γνωμοδοτήσεων του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου που έχουν ασκήσει υποψήφιοι για θέσεις δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Ο εν λόγω νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 9 Αυγούστου 2018 και έχει εφαρμογή στις διαδικασίες διορισμού δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) οι οποίες είχαν κινηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή.

24      Στις 28 Αυγούστου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας προέβη στη δημοσίευση προκηρύξεως για την πλήρωση νέων κενών θέσεων δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), μεταξύ των οποίων καταλεγόταν και η θέση του πρώτου προέδρου του δικαστηρίου αυτού.

25      Μεταξύ της 20ής και της 28ης Αυγούστου 2018, το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο κατήρτισε τον τελικό πίνακα υποψηφιοτήτων που έπρεπε να υποβληθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας ενόψει των διορισμών δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο).

26      Στις 20 Σεπτεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας αποφάσισε να διορίσει δέκα δικαστές στο πειθαρχικό τμήμα του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου).

27      Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, στις 10 Οκτωβρίου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας επισημοποίησε τον διορισμό 27 νέων δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο).

 Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων

28      Το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται».

29      Επομένως, προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η λήψη του δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως βάσει των προβαλλομένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών (fumus boni juris) και ότι το μέτρο αυτό είναι επείγον, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθεί και να παραγάγει τα αποτελέσματά του πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κυρίας δίκης. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, οπότε η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων απορρίπτεται σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούται μία εκ των προϋποθέσεων αυτών (διάταξη της 20ής Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-441/17 R, EU:C:2017:877, σκέψεις 29 και 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 Επί του fumus boni juris

30      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προϋπόθεση περί fumus boni juris πληρούται εφόσον ένας τουλάχιστον από τους λόγους που προβάλλει ο αιτών τη λήψη προσωρινών μέτρων διάδικος προς στήριξη της κύριας προσφυγής του δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, οσάκις ένας από τους προβληθέντες λόγους καταδεικνύει την ύπαρξη σύνθετων νομικών ζητημάτων των οποίων η επίλυση δεν είναι προφανής και απαιτεί, ως εκ τούτου, ενδελεχή εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο της επί της ουσίας κύριας διαδικασίας, ή οσάκις η μεταξύ των διαδίκων κατ’ αντιμωλία διαδικασία αναδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαμάχης της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής (διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Ιουλίου 2018, ΕΚΤ κατά Λεττονίας, C-238/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:581, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Εν προκειμένω, για να αποδειχθεί η ύπαρξη fumus boni juris, η Επιτροπή επικαλείται δύο λόγους, οι οποίοι προβάλλονται και με την προσφυγή της λόγω παραβάσεως και αφορούν, ο μεν πρώτος, ότι οι διατάξεις του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με τη μείωση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) (στο εξής: διατάξεις περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως), καθόσον έχουν εφαρμογή στην περίπτωση των εν ενεργεία δικαστών, οι οποίοι διορίσθηκαν στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018, αντιβαίνουν στην αρχή της ισοβιότητας των δικαστών, ο δε δεύτερος ότι οι διατάξεις του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου που παρέχουν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του δικαστηρίου αυτού πέραν του προσφάτως καθορισθέντος ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως αντιβαίνουν στις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη.

32      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η Επιτροπή επισημαίνει, καταρχάς, ότι πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συγκεκριμένα δε πριν από τις 3 Απριλίου 2018, το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) είχε καθορισθεί στα 70 έτη και ότι με τον νόμο αυτό το συγκεκριμένο όριο ηλικίας μειώθηκε στα 65 έτη, προβλεπομένης, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από μεταβατικές διατάξεις, της άμεσης εφαρμογής της μειώσεως αυτής όχι μόνο στους δικαστές του εν λόγω δικαστηρίου που διορίσθηκαν κατόπιν της ως άνω ημερομηνίας, αλλά και σε εκείνους οι οποίοι ήδη υπηρετούσαν στο εν λόγω δικαστήριο κατά την ημερομηνία αυτήν και των οποίων ο αριθμός ανέρχεται στους 72.

33      Η Επιτροπή επισημαίνει, εν συνεχεία, ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είχε ήδη ως αποτέλεσμα τη συνταξιοδότηση 22 δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), εκ των οποίων οι δεκαπέντε, περιλαμβανομένης και της πρώτης προέδρου, συνταξιοδοτήθηκαν στις 4 Ιουλίου 2018, ενώ οι υπόλοιποι επτά δικαστές, περιλαμβανομένων και δύο προέδρων τμήματος, συνταξιοδοτήθηκαν στις 12 Σεπτεμβρίου 2018, αριθμός που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 30 % των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) οι οποίοι υπηρετούσαν κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

34      Η Επιτροπή θεωρεί, τέλος, ότι η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και η εφαρμογή της μειώσεως αυτής στους ευρισκομένους σε ενεργό υπηρεσία δικαστές κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της χρονικής διάρκειας της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των δικαστών αυτών. Επομένως, η συνταξιοδότηση των εν λόγω δικαστών λόγω της αιφνίδιας μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως συνιστούν, στην πράξη, παύση των δικαστών αυτών από τα καθήκοντά τους, η οποία είναι αντίθετη προς την αρχή της ισοβιότητας των δικαστών.

35      Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απόκειται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας να εγκρίνει την παράταση της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) πέραν της ηλικίας των 65 ετών και ότι η άδεια αυτή είναι ανανεώσιμη άπαξ. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αδείας αυτής, η Επιτροπή τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι, αφενός, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας πρέπει να ζητήσει τη γνώμη του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία, όμως, δεν είναι δεσμευτική, και, αφετέρου, ότι η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας της Πολωνίας εκδίδεται κατά διακριτική ευχέρεια και δεν είναι δεκτική προσφυγής.

36      Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας επέτρεψε, στις 11 Σεπτεμβρίου 2018, σε πέντε δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), οι οποίοι είχαν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας, να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους για χρονικό διάστημα τριών ετών.

37      Η Επιτροπή θεωρεί ότι η έλλειψη κριτηρίων βάσει των οποίων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας αποφασίζει για την παράταση της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) πέραν της ηλικίας των 65 ετών, σε συνδυασμό με την έλλειψη δικαστικού ελέγχου της αποφάσεως αυτής, έχει ως αποτέλεσμα να παρέχει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια θίγουσα την ανεξαρτησία των δικαστών, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη της επιρροής και των πιέσεων επί των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που ενδέχεται να οφείλονται στην εξουσία την οποία αποκτά κατά τον τρόπο αυτό ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας.

38      Επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου περί δικαστικής ανεξαρτησίας, ειδικότερα δε τις αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C-64/16, EU:C:2018:117), και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586), εκ των οποίων προκύπτει ότι η προάσπιση της ανεξαρτησίας των δικαστών είναι ουσιώδης προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, θεσπίζοντας τις επίμαχες εθνικές διατάξεις, παρέβη την υποχρέωση που υπέχει, βάσει των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη, να διασφαλίζει τον σεβασμό του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.

39      Πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι οι λόγοι που προβάλλει η Επιτροπή εγείρουν το ζήτημα του ακριβούς περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη στο πλαίσιο της εκ μέρους κράτους μέλους ασκήσεως της αρμοδιότητάς του για την οργάνωση του δικαστικού συστήματός του. Πρόκειται για σύνθετο νομικό ζήτημα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων και του οποίου η επίλυση δεν είναι προφανής, αλλά απαιτεί ενδελεχή εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων.

40      Δεύτερον, χωρίς το Δικαστήριο να αποφαίνεται στο παρόν στάδιο επί του βασίμου των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι διάδικοι στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, κάτι που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της κύριας προσφυγής, διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών στοιχείων που παρέθεσε η Επιτροπή και της νομολογίας του Δικαστηρίου, ιδίως δε των αποφάσεων της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C-64/16, EU:C:2018:117), και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586), τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή, στο πλαίσιο των δύο αυτών λόγων, δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος.

41      Πράγματι, κατά τη νομολογία αυτή, κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει ότι τα όργανα τα οποία εντάσσονται, ως «δικαστήρια», υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων στους «τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

42      Για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής, όμως, η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των εν λόγω οργάνων έχει πρωταρχική σημασία, όπως επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε «ανεξάρτητο» δικαστήριο σε μία από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

43      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο] ενδέχεται να κληθεί να αποφανθεί επί ζητημάτων που συνδέονται με την εφαρμογή και την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, ως «δικαστήριο», κατά την οριζόμενη από το δίκαιο της Ένωσης έννοια, εντάσσεται στο πολωνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων στους «τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης», κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και, συνεπώς, πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

44      Εκ πρώτης όψεως, όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις παραβιάζουν την υποχρέωση που υπέχει η Δημοκρατία της Πολωνίας να διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη.

45      Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων των διαδίκων, εγείρονται σύνθετα νομικά ζητήματα που απαιτούν ενδελεχή εξέταση εκ μέρους του δικαστή της κύριας προσφυγής, όπως, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εγγύηση περί ισοβιότητας των δικαστών επιτάσσει οι διατάξεις περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως να μην έχουν εφαρμογή στην περίπτωση των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) οι οποίοι είχαν διορισθεί πριν τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις αυτές ή το ζήτημα κατά πόσον παρέμβαση οργάνου της εκτελεστικής εξουσίας στην απόφαση περί παρατάσεως της ενεργού υπηρεσίας, πέραν του προσφάτως καθορισθέντος ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, των δικαστών αυτών ή εκείνων που θα διορισθούν στο εν λόγω δικαστήριο κατόπιν της θέσεως αυτής σε ισχύ, δύναται να παραβιάζει την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων.

46      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας διατάξεως.

47      Η κρίση αυτή δεν δύναται να κλονισθεί από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας.

48      Πρώτον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων την οποία υπέβαλε η Επιτροπή δεν είναι εκ πρώτης όψεως βάσιμη, για τον λόγο ότι το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφανθεί, για πρώτη φορά, επί προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους που θέσπισε διατάξεις σχετικές με την οργάνωση εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου.

49      Πράγματι, το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για πρώτη φορά επί προσφυγής λόγω παραβάσεως με αντικείμενο όπως αυτό της κύριας προσφυγής δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη fumus boni juris. Αντιθέτως, ο πρωτοφανής χαρακτήρας των αιτιάσεων που προβάλλει η Επιτροπή τείνει να ενισχύσει τη διαπίστωση που εξετέθη στη σκέψη 39 της παρούσας διατάξεως.

50      Δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα ότι, αφενός, η Επιτροπή δεν μπορεί να επαναλάβει, στο πλαίσιο της αιτήσεώς της προσωρινών μέτρων, τα επιχειρήματα που προέβαλε στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως και ότι, αφετέρου, η εκτίμηση περί του βασίμου, ακόμη και εκ πρώτης όψεως, των επιχειρημάτων αυτών απαιτεί όλως επακριβή ανάλυση της απόψεως των διαδίκων.

51      Πράγματι, το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της για τη λήψη προσωρινών μέτρων είναι ανάλογη εκείνης που προβάλλει στο πλαίσιο της προσφυγής της λόγω παραβάσεως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να γίνει δεκτό ότι πληρούται η προϋπόθεση περί fumus boni juris, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας διατάξεως, η προϋπόθεση αυτή επιτάσσει, ακριβώς, την εκ μέρους του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του βασίμου των λόγων που προβάλλονται στο πλαίσιο της επί της ουσίας διαφοράς, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η προσφυγή αυτή δεν στερείται προδήλως οποιασδήποτε προοπτικής ευδοκιμήσεως.

52      Επιπλέον, η περίσταση την οποία επικαλέσθηκε η Δημοκρατία της Πολωνίας σχετικά με το ότι η εκτίμηση, ακόμη και εκ πρώτης όψεως, του βασίμου των επιχειρημάτων των διαδίκων όσον αφορά την ουσία της διαφοράς απαιτεί επακριβή ανάλυση της απόψεως των διαδίκων αυτών επιρρωννύει τη διαπίστωση ότι υφίσταται νομική διαφορά της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής και, ως εκ τούτου, επιβεβαιώνει ότι πληρούται η προϋπόθεση περί fumus boni juris, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 30 της παρούσας διατάξεως.

53      Τρίτον, δεν είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι, αφενός, είναι αδύνατο να διακριβωθεί ότι όλοι οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή είναι εκ πρώτης όψεως βάσιμοι, λόγω της ελλείψεως αιτιολογίας που ενέχουν τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των λόγων αυτών και ότι, αφετέρου, τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται αμιγώς σε υποθέσεις.

54      Πράγματι, η Επιτροπή εξέθεσε επαρκώς τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη προσωρινών μέτρων. Εξάλλου, η Επιτροπή παρέσχε λεπτομερείς εξηγήσεις τόσο ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων εθνικών διατάξεων όσο και ως προς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι διατάξεις αυτές αντιβαίνουν στις υποχρεώσεις υπέχει η Δημοκρατία της Πολωνίας από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη.

55      Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι οι λόγοι που προβάλλει η Επιτροπή στηρίζονται απλώς σε υποθέσεις, πρέπει να επισημανθεί, όσον αφορά, αφενός, τον πρώτο λόγο, ότι η Επιτροπή εξέθεσε σαφώς τη φύση της συσχετίσεως στην οποία επιδιώκει να προβεί μεταξύ της εφαρμογής του μέτρου της μειώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) στην περίπτωση των εν ενεργεία δικαστών που διορίσθηκαν σε αυτό πριν από τις 3 Απριλίου 2018 και της εκ μέρους της Δημοκρατίας της Πολωνίας παραβάσεως της υποχρεώσεώς της να διασφαλίζει ότι το εν λόγω δικαστήριο πληροί τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.

56      Όσον αφορά, αφετέρου, τον δεύτερο λόγο, διαπιστώνεται ότι με αυτόν η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας θα κάνει χρήση της εξουσίας του να αποφασίζει επί της παρατάσεως της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) πέραν της ηλικίας των 65 ετών προκειμένου να ασκήσει πιέσεις στους δικαστές αυτούς, αλλά ότι, παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας την εξουσία αυτή, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις καθιστούν δυνατή την εκ μέρους του άσκηση τέτοιας πιέσεως.

57      Τέλος, η Δημοκρατία της Πολωνίας επικαλείται την ύπαρξη, σε άλλα κράτη μέλη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ή η Γαλλική Δημοκρατία, καθώς και στην περίπτωση του ιδίου του Δικαστηρίου, κανόνων παρεμφερών εκείνων οι οποίοι ισχύουν στη Δημοκρατία της Πολωνίας και βάσει των οποίων η απόφαση περί της παρατάσεως της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των δικαστών απόκειται αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους. Η Δημοκρατία της Πολωνίας μνημονεύει επίσης τις διάφορες τροποποιήσεις του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών στην Ιταλία. Κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τους εθνικούς κανόνες αυτούς καταδεικνύει ότι η προϋπόθεση περί fumus boni juris δεν πληρούται εν προκειμένω.

58      Ωστόσο, αρκεί να επισημανθεί συναφώς, όσον αφορά την παρούσα διαδικασία, ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν δύναται να επικαλεσθεί την προβαλλόμενη ύπαρξη κανόνων παρεμφερών των επίμαχων εθνικών διατάξεων προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση περί fumus boni juris.

59      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι η προϋπόθεση περί fumus boni juris πληρούται εν προκειμένω.

 Επί του επείγοντος χαρακτήρα

60      Κατά πάγια νομολογία, σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που παρέχει το Δικαστήριο. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, ο επείγων χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την προσωρινή προστασία. Στον διάδικο αυτό απόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατό να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί ζημία τέτοιου χαρακτήρα [διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 2018, Επιτροπή κατά RW, C-442/17 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:6, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας δεν απαιτείται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα η επέλευση της ζημίας. Αρκεί η επέλευση αυτή να πιθανολογηθεί επαρκώς (διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά ΑΝΚΟ, C-78/14 P-R, EU:C:2014:239, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Εξάλλου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξετάσει, αποκλειστικώς και μόνον προς εκτίμηση του επείγοντος χαρακτήρα και χωρίς τούτο να συνεπάγεται οποιαδήποτε εκ μέρους του λήψη θέσεως ως προς το βάσιμο των αιτιάσεων που προβάλλει επί της ουσίας ο αιτών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αν οι αιτιάσεις αυτές είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές. Πράγματι, η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία της οποίας πρέπει να αποδεικνύεται η ιδιαιτέρως πιθανή επέλευση είναι η ζημία που οφείλεται, ενδεχομένως, στην απόρριψη της αιτήματος λήψεως των προσωρινών μέτρων σε περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει εν συνεχεία η κύρια προσφυγή (διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Ιουλίου 2018, ΕΚΤ κατά Λεττονίας, C‑238/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:581, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62      Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, το Δικαστήριο πρέπει, για να εκτιμήσει το ζήτημα του επείγοντος χαρακτήρα, να εξετάσει αν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις και τα μέτρα εφαρμογής τους δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και, επομένως, να αντιβαίνουν στην υποχρέωση που υπέχει η Δημοκρατία της Πολωνίας να διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη.

63      Για την εκτίμηση αυτή, πρέπει, εξάλλου, να ληφθεί υπόψη ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις έχουν αρχίσει να παράγουν τα αποτελέσματά τους, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 14 έως 21 της παρούσας διατάξεως. Πράγματι, αφενός, η εφαρμογή των διατάξεων περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εν ενεργεία δικαστών, οι οποίοι διορίσθηκαν στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) πριν από τις 3 Απριλίου 2018, είχε ως αποτέλεσμα τη συνταξιοδότηση 22 δικαστών του δικαστηρίου αυτού, μεταξύ των οποίων καταλέγονται η πρώτη πρόεδρος και δύο πρόεδροι τμήματος, και, αφετέρου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων σχετικά με την εξουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας της Πολωνίας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών, πέντε δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), από τους δώδεκα που είχαν καταθέσει δήλωση περί της επιθυμίας τους να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους, έχουν τύχει επί του παρόντος παρατάσεως της θητείας τους δυνάμει αποφάσεως του Προέδρου της Δημοκρατίας της Πολωνίας, ενώ στους υπόλοιπους επτά γνωστοποιήθηκε η συνταξιοδότησή τους από 12ης Σεπτεμβρίου 2018.

64      Ο έλεγχος της προϋποθέσεως περί του επείγοντος χαρακτήρα συνεπάγεται ότι πρέπει να εξετασθεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής λόγω παραβάσεως (στο εξής: οριστική απόφαση) δύναται να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία ως προς την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

65      Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 και 42 της παρούσας διατάξεως, η προάσπιση της ανεξαρτησίας των οργάνων που εντάσσονται, ως «δικαστήρια», υπό την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων κράτους μέλους στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο αυτό, έχει καθοριστική σημασία προκειμένου να διασφαλίζεται η δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που παρέχονται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης.

66      Ειδικότερα, η ανεξαρτησία των εθνικών δικαστηρίων είναι ουσιώδης για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος δικαστικής συνεργασίας το οποίο ενσαρκώνει ο μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο μηχανισμός αυτός δύναται να ενεργοποιηθεί μόνον από επιφορτισμένο με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όργανο το οποίο πληροί, μεταξύ άλλων, το κριτήριο αυτό της ανεξαρτησίας [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

67      Η προάσπιση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων έχει επίσης καθοριστική σημασία στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνει η Ένωση στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Πράγματι, τα μέτρα αυτά στηρίζονται στην ιδιαίτερη αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών όσον αφορά τα αντίστοιχα δικαστικά συστήματά τους και, επομένως, στην παραδοχή ότι τα δικαστήρια των λοιπών κρατών μελών πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, μεταξύ των οποίων καταλέγεται, ιδίως, η ανεξαρτησία των δικαστηρίων αυτών [βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 58].

68      Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο, λόγω της εφαρμογής των επίμαχων εθνικών διατάξεων, να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως δύναται να προκαλέσει σοβαρή ζημία ως προς την έννομη τάξη της Ένωσης και, ως εκ τούτου, ως προς τα δικαιώματα που παρέχονται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης, καθώς και ως προς τις αξίες, κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ, στις οποίες βασίζεται η Ένωση αυτή, ιδίως δε εκείνη του κράτους δικαίου.

69      Επιπλέον υπενθυμίζεται ότι τα εθνικά ανώτατα δικαστήρια επιτελούν, εντός των δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών στα οποία υπάγονται, πρωταρχικής σημασίας αποστολή ως προς την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, του δικαίου της Ένωσης, οπότε ενδεχόμενη προσβολή της ανεξαρτησίας εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου μπορεί να θίγει το σύνολο του δικαστικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους.

70      Εξάλλου, η διαλαμβανόμενη στη σκέψη 68 της παρούσας διατάξεως ζημία μπορεί να είναι και ανεπανόρθωτη.

71      Πράγματι, αφενός, ως δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) εκδίδει αποφάσεις επί υποθέσεων, περιλαμβανομένων και εκείνων στις οποίες έχει εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, που περιβάλλονται με την ισχύ του δεδικασμένου και δύνανται, ως εκ τούτου, να έχουν αποτελέσματα μη αναστρέψιμα όσον αφορά την έννομη τάξη της Ένωσης.

72      Ο ισχυρισμός της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν αποφαίνεται επί της ουσίας των υποθέσεων των οποίων επιλαμβάνεται ουδόλως μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή, δεδομένου ότι, όπως επιβεβαίωσε η Δημοκρατία της Πολωνίας κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση επ’ ακροατηρίου, το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) μεριμνά για την τήρηση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση της ομοιογένειας της νομολογίας, ακόμη και οσάκις εφαρμόζει εθνικούς κανόνες θεσπισθέντες προς εκτέλεση του δικαίου της Ένωσης, με συνέπεια τα κατώτερα δικαστήρια που πρέπει να αποφαίνονται, εν συνεχεία, επί των υποθέσεων που αναπέμπει το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) να δεσμεύονται από την εκ μέρους του εν λόγω δικαστηρίου ερμηνεία των κανόνων αυτών.

73      Αφετέρου, λόγω του κύρους των αποφάσεων του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) έναντι των κατώτερων εθνικών δικαστηρίων, το ενδεχόμενο, σε περίπτωση εφαρμογής των επίμαχων εθνικών διατάξεων, να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του δικαστηρίου αυτού έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως δύναται να θέσει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη των κρατών μελών και των δικαστηρίων τους στο δικαστικό σύστημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας και, κατά συνέπεια, στην εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους τήρηση της αρχής του κράτους δικαίου.

74      Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αρχές της μεταξύ των κρατών μελών αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που δικαιολογούνται από την παραδοχή ότι τα κράτη μέλη αποδέχονται από κοινού σειρά κοινών αξιών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση, όπως η αρχή του κράτους δικαίου [βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], ενδέχεται να τίθενται σε κίνδυνο.

75      Όπως μάλιστα επισημαίνει η Επιτροπή, η αμφισβήτηση των αρχών αυτών δύναται να έχει σοβαρά και ανεπανόρθωτα αποτελέσματα ως προς την εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξεως της Ένωσης, ειδικότερα δε στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, η οποία βασίζεται σε ιδιαιτέρως υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το ότι τα δικαστικά συστήματά τους πληρούν τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

76      Πράγματι, το ενδεχόμενο, λόγω της εφαρμογής των επίμαχων εθνικών διατάξεων, να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να αρνούνται την αναγνώριση ή την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδουν τα δικαστήρια της Δημοκρατίας της Πολωνίας, κάτι που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης.

77      Συναφώς, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, ο κίνδυνος απώλειας της εμπιστοσύνης στο πολωνικό δικαστικό σύστημα δεν είναι πλασματικός ή υποθετικός, αλλά σαφώς πραγματικός. Τούτο καταδεικνύεται, στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586), από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία) στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως που είχαν εκδώσει τα πολωνικά δικαστήρια, διότι το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω των προβαλλομένων συστημικών πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία των δικαστηρίων της Δημοκρατίας της Πολωνίας, οι οποίες οφείλονταν στις εκ μέρους αυτού του κράτους μέλους νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος, ιδίως δε στη θέσπιση των επίμαχων εθνικών διατάξεων, υφίστατο ο κίνδυνος, σε περίπτωση παραδόσεως στις πολωνικές δικαστικές αρχές του προσώπου σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος του προσώπου αυτού σε ανεξάρτητο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.

78      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι, σε περίπτωση μη λήψεως των προσωρινών μέτρων που ζήτησε, η εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως δύναται να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία ως προς την έννομη τάξη της Ένωσης.

79      Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας με σκοπό να αποδείξει ότι δεν υφίσταται ζήτημα επείγοντος.

80      Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως έξι και πλέον μήνες κατόπιν της θεσπίσεως του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μόλις δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να συνταξιοδοτηθούν οι δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί επείγοντος χαρακτήρα.

81      Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι, πριν κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή κίνησε τους μηχανισμούς που προβλέπει η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 11ης Μαρτίου 2014, η οποία φέρει τον τίτλο «Ένα νέο πλαίσιο της [Ένωσης] για την ενίσχυση του κράτους δικαίου» [COM(2014) 158 τελικό].

82      Συναφώς, στις 20 Δεκεμβρίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπεγράφη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η Επιτροπή εξέδωσε την σύσταση (ΕΕ) 2018/103 σχετικά με το κράτος δικαίου στην Πολωνία [και] συμπληρωματική προς τις συστάσεις (ΕΕ) 2016/1374, (ΕΕ) 2017/146 και (ΕΕ) 2017/1520 (ΕΕ 2018, L 17, σ. 50), καθώς και αιτιολογημένη πρόταση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, [ΣΕΕ] σχετικά με το κράτος δικαίου στην Πολωνία [COM(2017) 835 τελικό], στις οποίες το θεσμικό αυτό όργανο εξέθετε, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα που εγείρουν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις όσον αφορά την ανεξαρτησία των δικαστών, όπως αυτά εκτίθενται εκ νέου στην προσφυγή λόγω παραβάσεως.

83      Επιπλέον, με τη σύσταση 2018/103, η Επιτροπή κάλεσε τις πολωνικές αρχές να επιλύσουν τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν εντός προθεσμίας τριών μηνών και να της γνωστοποιήσουν τα μέτρα που θα λάβουν προς τούτο. Επισήμανε επίσης ότι ήταν έτοιμη να συνεχίσει εποικοδομητικό διάλογο με την Πολωνική Κυβέρνηση. Κατόπιν επί μακρόν διαβουλεύσεων και ανταλλαγής απόψεων με την κυβέρνηση αυτή, ωστόσο, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την προσφυγή λόγω παραβάσεως, ελλείψει ικανοποιητικών αποτελεσμάτων όσον αφορά τα ζητήματα που είχε εγείρει.

84      Τέλος, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η ανακοίνωση που μνημονεύθηκε στη σκέψη 81 της παρούσας διατάξεως, της εκ μέρους της Επιτροπής εκδόσεως της συστάσεως 2018/103 έπρεπε να προηγηθεί εκτίμηση περί του ενδεχομένου υπάρξεως, στην Πολωνία, καταστάσεως συστημικής απειλής για το κράτος δικαίου, καθώς και η έναρξη διαλόγου με τη Δημοκρατία της Πολωνίας ο οποίος θα παρείχε τη δυνατότητα στην Επιτροπή να καταστήσει γνωστές τις ανησυχίες της και στο κράτος μέλος αυτό να απαντήσει σχετικώς. Δεν αμφισβητείται, επομένως, ότι κατά την ίδια τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας που είχε ως αποτέλεσμα τη θέσπιση του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Επιτροπή είχε ήδη προβεί σε διαβήματα προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας όσον αφορά τα ζητήματα που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως.

85      Κατά τα λοιπά, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφυγή λόγω παραβάσεως με την οποία συνδέεται η υπό κρίση αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δεν αφορά μόνον τον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και τον νόμο περί τροποποιήσεως, ο οποίος εκδόθηκε στις 10 Μαΐου 2018, δηλαδή δύο μήνες πριν η Επιτροπή απευθύνει στη Δημοκρατία της Πολωνίας προειδοποιητική επιστολή όσον αφορά το ζήτημα αν οι δύο αυτοί νόμοι είναι σύμφωνοι με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη.

86      Υπό τις συνθήκες αυτές, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν μπορεί να επικαλεσθεί ότι η Επιτροπή ανέμεινε περισσότερο από έξι μήνες για να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.

87      Κατά δεύτερον, η προβαλλόμενη ύπαρξη ανάλογων κανόνων με τις επίμαχες εθνικές διατάξεις, οι οποίοι ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο επείγων χαρακτήρας της λήψεως των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν.

88      Κατά τρίτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ούτε το επιχείρημα το οποίο προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου συζήτηση, συγκεκριμένα δε το ότι η υπόθεση C-619/18 υπήχθη στην ταχεία διαδικασία, οπότε δεν υφίσταται ζήτημα επείγοντος δικαιολογούντος τη λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν.

89      Πράγματι, αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι το γεγονός ότι η οριστική απόφαση θα εκδοθεί κατά το πέρας ταχείας διαδικασίας δεν δύναται να αποτρέψει την επέλευση, πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, της σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας που διαλαμβάνεται στη σκέψη 78 της παρούσας διατάξεως.

90      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση περί επείγοντος χαρακτήρα.

 Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων

91      Στην πλειονότητα των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων, τόσο η παροχή όσο και η απόρριψη του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως δύνανται να παραγάγουν, σε ορισμένο βαθμό, ορισμένα αποτελέσματα οριστικού χαρακτήρα, απόκειται δε στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος έχει επιληφθεί αιτήματος αναστολής, να σταθμίσει τους κινδύνους που ενέχει καθεμία από τις πιθανές λύσεις [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Ιουνίου 1998, Antilles néerlandaises κατά Συμβουλίου, C-159/98 P(R), EU:C:1998:329, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Συγκεκριμένα, τούτο προϋποθέτει ιδίως την εξέταση του ζητήματος αν το συμφέρον του αιτούντος τη λήψη των προσωρινών μέτρων να τύχει της αναστολής εκτελέσεως των εθνικών διατάξεων κατισχύει ή όχι του συμφέροντος στην άμεση εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Κατά την οικεία εξέταση πρέπει να κριθεί αν ενδεχόμενη κατάργηση των διατάξεων αυτών, αφού το Δικαστήριο δεχθεί την κύρια προσφυγή, θα καθιστούσε δυνατό να αρθεί η κατάσταση που θα προκληθεί από την άμεση εκτέλεσή τους και, αντιστρόφως, σε ποιο βαθμό η αναστολή ενδέχεται να παρακωλύσει την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με τις εν λόγω διατάξεις σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας προσφυγής [βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 2018, Επιτροπή κατά RW, C-442/17 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:6, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

92      Η Επιτροπή φρονεί ότι εν προκειμένω πλέον σημαντικός είναι ο κίνδυνος να θιγεί το γενικό συμφέρον της Ένωσης. Υποστηρίζει συναφώς ότι, αν το Δικαστήριο δεν διατάξει τη λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν και εν συνεχεία δεχθεί την προσφυγή λόγω παραβάσεως, τότε θα θιγεί κατά τρόπο συστημικό η εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξεως της Ένωσης, ενώ, αν το Δικαστήριο διατάξει τη λήψη των μέτρων και εν συνεχεία απορρίψει την προσφυγή, απλώς θα μετατεθεί χρονικώς το αποτέλεσμα των επίμαχων εθνικών διατάξεων.

93      Προς απόδειξη του συμφέροντός της στην άμεση εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων, η Δημοκρατία της Πολωνίας αμφισβητεί, κατά πρώτον, ότι τα προσωρινά μέτρα που ζήτησε η Επιτροπή μπορούν να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή να διασφαλίσουν τη δυνατότητα εκτελέσεως της οριστικής αποφάσεως, σε περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή λόγω παραβάσεως γίνει τελικώς δεκτή, οπότε η λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητήθηκαν δεν δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον της Ένωσης το οποίο επικαλείται η Επιτροπή.

94      Ειδικότερα, όσον αφορά, πρώτον, το προσωρινό μέτρο της αναστολής της εφαρμογής των επίμαχων εθνικών διατάξεων, η Δημοκρατία της Πολωνίας διατείνεται, καταρχάς, ότι η αναστολή του άρθρου 37 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία καθορίζεται κυρίως το νέο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), θα έχει ως μόνο αποτέλεσμα, κατά την καθής, τη δημιουργία κενού δικαίου ως προς τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Εν συνεχεία, η αναστολή εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 37 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες διέπουν την παράταση της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) πέραν της ηλικίας των 65 ετών δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εκτελέσεως της οριστικής αποφάσεως, δεδομένου ότι οι επόμενοι δικαστές του εν λόγω δικαστηρίου τους οποίους θα αφορά η συνταξιοδότηση δεν πρόκειται να συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας πριν από την παρέλευση περίπου δύο ετών. Επιπλέον, καθόσον το άρθρο 111, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο αφορά τους δικαστές που συμπλήρωσαν το 65ο έτος της ηλικίας μεταξύ της 3ης Απριλίου 2018 και της 3ης Ιουλίου 2018, έχει ήδη εξαντλήσει τα αποτελέσματά του, η αναστολή εφαρμογής της διατάξεως αυτής και παντός άλλου μέτρου ληφθέντος προς εκτέλεσή της θα είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί, δεδομένου ότι ένα προσωρινό μέτρο δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τέλος, κατά την καθής, η αναστολή εφαρμογής του άρθρου 111, παράγραφος 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο αφορά τους δικαστές που θα συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους μεταξύ της 4ης Ιουλίου 2018 και της 3ης Απριλίου 2019, θα έχει ως συνέπεια ο μόνος δικαστής τον οποίο αφορά η διάταξη αυτή να συνταξιοδοτηθεί βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή χωρίς να δύναται να επωφεληθεί της μεταβατικής περιόδου προκειμένου να δηλώσει την επιθυμία του να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του.

95      Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Πολωνίας στηρίζονται, εντούτοις, σε παρανόηση της φύσεως και των αποτελεσμάτων των προσωρινών μέτρων των οποίων τη λήψη ζήτησε η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Πράγματι, η λήψη τέτοιων προσωρινών μέτρων συνεπάγεται την υποχρέωση του κράτους μέλους αυτού να αναστείλει αμέσως την εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων, περιλαμβανομένων και εκείνων που έχουν ως αποτέλεσμα την κατάργηση ή την αντικατάσταση των προγενέστερων διατάξεων περί του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), με συνέπεια οι προϊσχύσασες αυτές διατάξεις να καθίστανται εκ νέου εφαρμοστέες εν αναμονή της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως. Επομένως, η εκτέλεση προσωρινού μέτρου που έχει ως σκοπό την αναστολή της εφαρμογής διατάξεως συνεπάγεται την υποχρέωση να διασφαλισθεί η επαναφορά του δικαίου που ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ η διάταξη αυτή, εν προκειμένω του νομικού καθεστώτος που προέβλεπαν οι εθνικές διατάξεις οι οποίες καταργήθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από τις επίμαχες εθνικές διατάξεις.

96      Όσον αφορά, δεύτερον, το προσωρινό μέτρο της επανεντάξεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που συνταξιοδοτήθηκαν κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η εκτέλεση του μέτρου αυτού δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οριστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το εν λόγω μέτρο θα έχει εφαρμογή αποκλειστικώς έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οι δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που θα επιστρέψουν προσωρινά στις θέσεις τους θα πρέπει να συνταξιοδοτηθούν εκ νέου κατόπιν της εκδόσεως αυτής της αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων. Εξάλλου, η προσωρινή επανένταξη των δικαστών τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις προϋποθέτει, κατά την καθής, τη λήψη μέτρων με αναδρομική ισχύ, μολονότι ένα προσωρινό μέτρο δεν δύναται να έχει τέτοια ισχύ.

97      Συναφώς, όσον αφορά, αφενός, την προβαλλόμενη αναδρομική ισχύ των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την προσωρινή επιστροφή στην ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που συνταξιοδοτήθηκαν κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων, αρκεί να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 95 της παρούσας διατάξεως, η υποχρέωση της Πολωνικής Δημοκρατίας να διασφαλίσει μια τέτοια επανένταξη θα συνιστά άμεσο αποτέλεσμα των προσωρινών μέτρων που θα διαταχθούν, τα οποία συνεπάγονται την υποχρέωση αναστολής της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και των μέτρων εφαρμογής τους, δηλαδή εν προκειμένω των μέτρων περί συνταξιοδοτήσεως των οικείων δικαστών, και διασφαλίσεως της επαναφοράς στην κατάσταση προ της θέσεως σε ισχύ των επίμαχων διατάξεων.

98      Αφετέρου, οι δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) που θα επανενταχθούν προσωρινά, σε εκτέλεση των προσωρινών μέτρων των οποίων ζητήθηκε η λήψη, θα συνταξιοδοτηθούν, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων, μόνον κατόπιν της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως και εφόσον με την απόφαση αυτή απορριφθεί η προσφυγή λόγω παραβάσεως.

99      Όσον αφορά, τρίτον, το προσωρινό μέτρο που συνίσταται στο να υποχρεωθεί η Δημοκρατία της Πολωνίας να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) στις θέσεις των συνταξιοδοτηθέντων δικαστών, η Δημοκρατία της Πολωνίας ισχυρίζεται ότι το προσωρινό μέτρο αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της οριστικής αποφάσεως, καθόσον οι μηχανισμοί που προβλέπει το πολωνικό δίκαιο καθιστούν δυνατή τη διασφάλιση, εν πάση περιπτώσει, της επανεντάξεως των δικαστών τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις στις θέσεις που κατείχαν πριν συνταξιοδοτηθούν. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οι θέσεις δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν είναι προσωποπαγείς, οι δικαστές που συνταξιοδοτούνται κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων μπορούν να επανενταχθούν είτε σε κενές θέσεις δικαστών είτε, σε περίπτωση πληρώσεως όλων των θέσεων δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κατά τον χρόνο εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως, σε νέες θέσεις δικαστών τις οποίες έχει τη διακριτική ευχέρεια να συστήσει με διάταγμα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας.

100    Εντούτοις, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, οι μνημονευθέντες από το κράτος μέλος αυτό μηχανισμοί δεν δύνανται να αποτρέψουν τον κίνδυνο που επικαλέσθηκε η Επιτροπή.

101    Πράγματι, αφενός, το γεγονός ότι οι θέσεις δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν είναι προσωποπαγείς αυξάνει, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Δημοκρατία της Πολωνίας, τον κίνδυνο οι συνταξιοδοτούμενοι δικαστές να μην μπορούν να επανενταχθούν στις θέσεις που κατείχαν πριν από τη συνταξιοδότηση, σε περίπτωση κατά την οποία κινηθούν εκ νέου οι διαδικασίες διορισμού νέων δικαστών του δικαστηρίου αυτού. Δεδομένου ότι όλες οι προς πλήρωση θέσεις δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) έχουν υπαχθεί σε γενικό εφεδρικό πίνακα και πληρούνται σταδιακά με το πέρας διαδικασιών διορισμού, δεν μπορεί να διασφαλισθεί ότι οι δικαστές τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις θα έχουν τη δυνατότητα, κατά τον χρόνο εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως, να αναλάβουν εκ νέου τα καθήκοντα που ασκούσαν πριν από τη συνταξιοδότησή τους.

102    Αφετέρου, αν γίνει δεκτό ότι η αύξηση του αριθμού των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) βάσει διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας της Πολωνίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη σύσταση θέσεων δικαστών στα τμήματα όπου ασκούσαν τα καθήκοντά τους οι δικαστές που συνταξιοδοτούνται κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων εθνικών διατάξεων, δεν μπορεί, πάντως, να συναχθεί από τη σύσταση αυτή νέων θέσεων ότι θα διασφαλισθεί η επιστροφή της πρώτης προέδρου του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και των δύο προέδρων τμήματος που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 16 της παρούσας διατάξεως στις θέσεις που κατείχαν πριν από τη συνταξιοδότησή τους. Πράγματι, λόγω της ταχύτητας των διαδικασιών διορισμού δικαστών στο δικαστήριο αυτό, την οποία καταδεικνύει η αλληλουχία των γεγονότων που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 22 έως 26 της παρούσας διατάξεως, οι θέσεις αυτές ενδέχεται να έχουν πληρωθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως.

103    Τέλος, το γεγονός ότι, κατόπιν της διατάξεως της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-619/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:852), οι διαδικασίες διορισμού έχουν επί του παρόντος ανασταλεί δεν εξαλείφει τον κίνδυνο που επικαλέσθηκε η Επιτροπή. Πράγματι, πρέπει να επισημανθεί ότι τα μέτρα που διατάχθηκαν με τη διάταξη αυτή και τα οποία αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην αναστολή της εφαρμογής των επίμαχων εθνικών διατάξεων, στην επανένταξη των δικαστών τους οποίους αφορούν τα μέτρα αυτά στις θέσεις που κατείχαν πριν από τη συνταξιοδότησή τους, καθώς και στο πάγωμα των διαδικασιών διορισμού νέων δικαστών αντί εκείνων τους οποίους αφορούν οι επίμαχες διατάξεις και του νέου πρώτου προέδρου του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), ισχύουν, κατά το γράμμα του διατακτικού της εν λόγω διατάξεως, «μέχρι να εκδοθεί η διάταξη με την οποία θα περατωθεί η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων». Ως εκ τούτου, αν με την παρούσα διάταξη δεν ληφθούν τα προσωρινά μέτρα που ζητεί η Επιτροπή, δεν θα υφίστανται εγγυήσεις περί του ότι οι επίμαχες διαδικασίες διορισμού δεν θα κινηθούν εκ νέου.

104    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αποδεικνύεται ότι τα προσωρινά μέτρα των οποίων ζητήθηκε η λήψη δεν δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον της Ένωσης το οποίο επικαλείται η Επιτροπή.

105    Εν συνεχεία, η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει σειρά επιχειρημάτων προς απόδειξη του ότι κατισχύει το συμφέρον της για την εύρυθμη λειτουργία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), στοιχείο που δικαιολογεί τη μη λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητεί η Επιτροπή.

106    Πρώτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας επικαλείται τη συνδρομή περιστάσεων που καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή την επανένταξη των συνταξιοδοτούμενων δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, ιδίως, ότι η επανένταξη αυτή απαιτεί τη νομοθετική παρέμβαση των πολωνικών αρχών και τη θέσπιση γενικών διατάξεων παρεμπίπτοντος χαρακτήρα, ενδεχόμενο που δεν είναι σύμφωνο με το πολωνικό Σύνταγμα.

107    Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Όπως εξετέθη στις σκέψεις 95 και 97 της παρούσας διατάξεως, η εκτέλεση των προσωρινών μέτρων των οποίων τη λήψη ζήτησε η Επιτροπή συνεπάγεται την υποχρέωση της Δημοκρατίας της Πολωνίας να αναστείλει αμέσως την εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων και των μέτρων εφαρμογής τους, με συνέπεια την υποχρέωση εφαρμογής, εν αναμονή της οριστικής αποφάσεως, των διατάξεων που προΐσχυαν όσον αφορά το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) καθώς και την υποχρέωση επαναφοράς της προ της θέσεως σε ισχύ των επίμαχων εθνικών διατάξεων καταστάσεως.

108    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεώς τους προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης (βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Σλοβακίας, C-626/16, EU:C:2018:525, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

109    Δεύτερον, η Δημοκρατία της Πολωνίας διατείνεται ότι η προσωρινή επιστροφή στην ενεργό δικαστική υπηρεσία των συνταξιοδοτηθέντων δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) ενέχει ουσιωδώς μεγαλύτερο συστημικό κίνδυνο από τη διατήρηση της υπαγωγής τους σε καθεστώς συνταξιούχου. Ειδικότερα, η περίπτωση δικαστή που επιστρέφει στην άσκηση των καθηκόντων του για μη προκαθορισμένο χρονικό διάστημα ενέχει, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τον κίνδυνο να μη διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του δικαστή αυτού, έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως.

110    Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν προέβαλε κανένα στοιχείο δυνάμενο να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου.

111    Τρίτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η προσωρινή επανένταξη των δικαστών τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις θα περιέπλεκε σημαντικά την οργάνωση των εργασιών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Η καθής παρατηρεί, ειδικότερα, ότι η μέση χρονική διάρκεια εκδικάσεως μιας υποθέσεως από το δικαστήριο αυτό ανέρχεται στους επτά μήνες, οπότε, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οι προσωρινώς επανενταχθέντες δικαστές δεν θα έχουν τη δυνατότητα να εκδικάσουν καμία υπόθεση στο σύνολό της.

112    Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η περίσταση αυτή, παρά τη σπουδαιότητά της, η οποία αφορά την προσήκουσα οργάνωση των εργασιών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου), δεν κατισχύει του γενικού συμφέροντος της Ένωσης να λειτουργεί το δικαστήριο αυτό υπό συνθήκες διασφαλίζουσες τον σεβασμό της ανεξαρτησίας του.

113    Τέταρτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί το προσωρινό μέτρο που συνίσταται στο να υποχρεωθεί το κράτος μέλος αυτό να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) στις θέσεις των δικαστών τους οποίους αφορούν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις, δεδομένου ότι οι θέσεις δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν είναι προσωποπαγείς. Επιπλέον, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι η αναστολή των διορισμών στις κενές θέσεις δικαστών στα τμήματα του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) θίγει τα δικαιώματα των υποψηφίων για τις θέσεις δικαστών στο δικαστήριο αυτό.

114    Συναφώς, πέραν της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 108 της παρούσας διατάξεως, επισημαίνεται ότι οι συνδεόμενες με τη λήψη αυτού του προσωρινού μέτρου οργανωτικές δυσχέρειες, καθώς και η όποια ταλαιπωρία στην οποία υποβάλλονται οι υποψήφιοι να καταλάβουν θέσεις δικαστών στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο), δεν κατισχύουν του γενικού συμφέροντος της Ένωσης στην εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξεώς της.

115    Επομένως, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε, σύμφωνα με τη νομολογία η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 91 της παρούσας διατάξεως, προκύπτει ότι το γενικό συμφέρον της Ένωσης στην εύρυθμη λειτουργία της έννομης τάξεώς της διατρέχει τον κίνδυνο να θιγεί κατά τρόπο σοβαρό και ανεπανόρθωτο, εν αναμονή της οριστικής αποφάσεως, αν δεν διαταχθούν τα προσωρινά μέτρα που ζήτησε η Επιτροπή και εν συνεχεία η προσφυγή λόγω παραβάσεως γίνει δεκτή.

116    Αντιθέτως, το συμφέρον της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην εύρυθμη λειτουργία του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν δύναται να θιγεί κατά τέτοιο τρόπο σε περίπτωση κατά την οποία ληφθούν τα προσωρινά μέτρα που ζήτησε η Επιτροπή, πλην όμως, εν συνεχεία, απορριφθεί η κύρια προσφυγή, δεδομένου ότι η λήψη αυτή προσωρινών μέτρων έχει αποκλειστικώς ως αποτέλεσμα τη διατήρηση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, της εφαρμογής του νομικού καθεστώτος που ίσχυε πριν από την έκδοση του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

117    Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της λήψεως των προσωρινών μέτρων που ζήτησε η Επιτροπή.

118    Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση προσωρινών μέτρων την οποία υπέβαλε η Επιτροπή και η οποία διαλαμβάνεται στη σκέψη 1 της παρούσας διατάξεως.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) διατάσσει:

1)      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποχρεούται, αμέσως και έως την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η εκδίκαση της υποθέσεως C-619/18,

–        να αναστείλει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 37, παράγραφοι 1 έως 4, και του άρθρου 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του ustawaoSądzieNajwyższym (νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 8ης Δεκεμβρίου 2017, του άρθρου 5 του ustawaozmianieustawyPrawooustrojusądówpowszechnych, ustawyoSądzieNajwyższymorazniektórychinnychustaw (νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ορισμένων άλλων νόμων), της 10ης Μαΐου 2018, καθώς και παντός άλλου μέτρου λαμβανομένου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών·

–        να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι δικαστές του SądNajwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) τους οποίους αφορούν οι εν λόγω διατάξεις θα έχουν τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους στη θέση που κατείχαν στις 3 Απριλίου 2018, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απολαύοντας ταυτόχρονα του ιδίου καθεστώτος και των ιδίων δικαιωμάτων και συνθηκών απασχολήσεως όπως και πριν από την 3η Απριλίου 2018·

–        να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο SądNajwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) αντί εκείνων τους οποίους αφορούν οι ίδιες διατάξεις, καθώς και οποιουδήποτε μέτρου έχει ως σκοπό τον διορισμό του νέου πρώτου προέδρου του δικαστηρίου αυτού ή τον καθορισμό του προσώπου το οποίο θα επιφορτισθεί με την ευθύνη να προΐσταται του εν λόγω δικαστηρίου αντί του πρώτου προέδρου του έως τον διορισμό του νέου πρώτου προέδρου, και

–        να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, το αργότερο ένα μήνα μετά την κοινοποίηση της παρούσας διατάξεως, εν συνεχεία δε καθ’ έκαστο μήνα, όλα τα μέτρα τα οποία θα έχει λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς τη διάταξη αυτή.

2)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.