Language of document : ECLI:EU:C:2018:1030

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 19ης Δεκεμβρίου 2018 (1)

Υπόθεση C-202/18

Ilmārs Rimšēvičs

κατά

Δημοκρατία της Λεττονίας


και



Υπόθεση C238/18




Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

κατά

Δημοκρατία της Λεττονίας

«Προσφυγή στηριζόμενη σε παράβαση του άρθρου 14.2, δεύτερο εδάφιο, του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – Απόφαση εθνικής αρχής περί αναστολής ασκήσεως των καθηκόντων του διοικητή της εθνικής κεντρικής τράπεζας»






Περιεχόμενα



I.      Εισαγωγή

1.        Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απαλλάσσουν τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών τους από τα καθήκοντά τους;

2.        Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται στις υπό κρίση υποθέσεις όσον αφορά τον Ilmārs Rimšēvičs, διοικητή της Latvijas Banka (Τράπεζας της Λεττονίας), στον οποίο επιβλήθηκε αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του με απόφαση του Korupcijas novēršanas un apkarošanas birojs (γραφείου προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς, Λεττονία) (στο εξής: KNAB) λόγω υπονοιών για αθέμιτη άσκηση επιρροής υπέρ της λεττονικής τράπεζας Trasta Komercbanka (2).

3.        Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται του ζητήματος αυτού, για πρώτη φορά, δυνάμει της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 14.2 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Συνθήκης ΛΕΕ για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (3) (στο εξής: καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) να διατυπώνει κρίση επί αποφάσεων απαλλαγής των διοικητών των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών από τα καθήκοντά τους.

4.        Η αρμοδιότητα αυτή θεμελιώνεται, ιδίως, στο γεγονός ότι οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, καίτοι διορίζονται και απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους από τα κράτη μέλη, είναι επίσης μέλη που απαρτίζουν όργανο θεσμικού οργάνου της Ένωσης, ήτοι το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: διοικητικό συμβούλιο). Το διοικητικό συμβούλιο είναι το κύριο όργανο λήψεως αποφάσεων της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματος (4) και διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός της Ένωσης (5).

5.        Επομένως, η ανεξαρτησία των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών, όπως και η ανεξαρτησία της ΕΚΤ, απολαύει ειδικής προστασίας, ιδίως επειδή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των τιμών, πρωταρχικό στόχο της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ένωσης (6) της οποίας η σημασία αναδεικνύεται από το γεγονός ότι μνημονεύεται στο άρθρο 3 της Συνθήκης ΕΕ (7).

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

6.        Τα άρθρα 129 έως 131 ΣΛΕΕ έχουν ως εξής:

«Άρθρο 129

1.      Το ΕΣΚΤ διοικείται από τα όργανα λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα οποία είναι το διοικητικό συμβούλιο και η εκτελεστική επιτροπή.

2.      Το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εφεξής οριζόμενο ως το “Καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ”, παρατίθεται σε Πρωτόκολλο που προσαρτάται στις Συνθήκες.

[…]

Άρθρο 130

Κατά την άσκηση των εξουσιών και την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που τους ανατίθενται από τις Συνθήκες και το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ούτε οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, ούτε κανένα μέλος των οργάνων λήψης αποφάσεων των ιδρυμάτων αυτών, δεν ζητάει ούτε δέχεται υποδείξεις από τα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμούς, από την κυβέρνηση κράτους μέλους ή από άλλο οργανισμό. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης, καθώς και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τηρούν την αρχή αυτή και να μην επιδιώκουν να επηρεάζουν τα μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή των εθνικών κεντρικών τραπεζών, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 131

Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι η εθνική νομοθεσία του, συμπεριλαμβανομένου του καταστατικού της εθνικής κεντρικής του τράπεζας, συμφωνεί με τις Συνθήκες και το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.»

7.        Τα άρθρα 282 και 283 ΣΛΕΕ έχουν ως εξής:

«Άρθρο 282

1.      Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες συγκροτούν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ). Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ συγκροτούν το Ευρωσύστημα και ασκούν τη νομισματική πολιτική της Ένωσης.

[…]

Άρθρο 283

1.      Το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απαρτίζεται από τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τους διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ.

[…]»

2.      Το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

8.        Το άρθρο 14 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ επιγράφεται «Εθνικές κεντρικές τράπεζες» και προβλέπει τα εξής:

«14.1.      Σύμφωνα με το άρθρο 131 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι η εθνική του νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του καταστατικού της εθνικής κεντρικής του τράπεζας, συμβιβάζεται με τις Συνθήκες και το παρόν καταστατικό.

14.2.      Τα καταστατικά των εθνικών κεντρικών τραπεζών προβλέπουν ειδικότερα ότι η θητεία του διοικητή εθνικής κεντρικής τράπεζας δεν είναι μικρότερη από πέντε έτη.

Ο διοικητής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο εάν δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή εάν διαπράξει βαρύ παράπτωμα. Σχετική απόφαση μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διοικητή ή από το Διοικητικό Συμβούλιο, λόγω παράβασης των Συνθηκών ή κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους. Η διαδικασία κινείται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης ή από την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα, ή ελλείψει των ανωτέρω, από την ημέρα που ο προσφεύγων έλαβε γνώση, ανάλογα με την περίπτωση.

14.3.      Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ΕΣΚΤ και ενεργούν σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες της ΕΚΤ. Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες της ΕΚΤ και απαιτεί να της παρέχεται κάθε αναγκαία πληροφορία.

[…]»

2.      Το λεττονικό δίκαιο

1.      Ο κώδικας ποινικής δικονομίας

9.        Το άρθρο 249, παράγραφος 1, του Kriminālprocesa likums (κώδικα ποινικής δικονομίας, Λεττονία) έχει ως εξής:

«(1)      Εάν, κατά την επιβολή του περιοριστικού όρου, η βάση του κατέστη άνευ αντικειμένου ή μεταβλήθηκε, εάν οι προϋποθέσεις επιβολής ή η συμπεριφορά του προσώπου μεταβλήθηκαν ή εάν διαπιστώθηκαν άλλες περιστάσεις, οι οποίες είχαν καθορίσει την επιλογή του περιοριστικού όρου, ο υπεύθυνος της διαδικασίας αποφασίζει την τροποποίηση ή την ανάκληση του εν λόγω όρου.»

10.      Το άρθρο 262, παράγραφος 1, σημεία 2 και 3, και παράγραφοι 2 έως 5, του κώδικα ποινικής δικονομίας έχει ως εξής:

«(1)      Στο προκαταρκτικό στάδιο της δίκης, προσφυγή κατά της αποφάσεως που έλαβε ο υπεύθυνος της διαδικασίας μπορεί να ασκηθεί κατά:

[…]

2)      της απαγορεύσεως ασκήσεως συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας·

3)      της απαγορεύσεως εξόδου από την εθνική επικράτεια·

[…]

(2)      Προσφυγή κατά της μνημονευόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος είναι σε θέση να δικαιολογήσει την αδυναμία εκτελέσεως του όρου αυτού ως προς το πρόσωπό του. Η προσφυγή μπορεί να κατατεθεί ενώπιον του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, τον δικηγόρο ή τον εκπρόσωπό του, εντός προθεσμίας επτά ημερών από την παραλαβή του αντιγράφου της αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται ο περιοριστικός όρος.

(3)      Ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής εξετάζει την προσφυγή, στο πλαίσιο γραπτής διαδικασίας, εντός προθεσμίας τριών εργάσιμων ημερών. Εφόσον απαιτείται, ο δικαστής ζητεί τη δικογραφία και διευκρινίσεις από τον αρμόδιο ανακριτή ή το πρόσωπο που κατέθεσε την προσφυγή.

(4)      Ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής δύναται να εκδώσει απόφαση με την οποία απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει τον αρμόδιο ανακριτή να τροποποιήσει τον επιβληθέντα περιοριστικό όρο ή ορισμένες από τις διατάξεις του εντός προθεσμίας τριών εργάσιμων ημερών, ή να καθορίσει το ποσό της εγγυήσεως.

(5)      Αντίγραφο της αποφάσεως του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή κοινοποιείται στον αρμόδιο ανακριτή, στο πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε ο επίμαχος περιοριστικός όρος και στο πρόσωπο που κατέθεσε την προσφυγή. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί να προσβληθεί.»

11.      Το άρθρο 375, παράγραφος 1, του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει τα εξής:

«(1)      Κατά την ποινική διαδικασία, τα στοιχεία της δικογραφίας της υποθέσεως καλύπτονται από το απόρρητο της έρευνας· δικαιούνται να λάβουν γνώση αυτών οι αρμόδιοι για την ποινική διαδικασία υπάλληλοι καθώς και τα πρόσωπα στα οποία αυτοί επιδεικνύουν τα εν λόγω στοιχεία σύμφωνα με την προβλεπόμενη στον παρόντα νόμο διαδικασία.»

2.      Ο νόμος για την Τράπεζα της Λεττονίας

12.      Το άρθρο 22 του Likums par Latvijas Banku (νόμου για την Τράπεζα της Λεττονίας) ορίζει τα εξής:

«Ο διοικητής της Τράπεζας της Λεττονίας διορίζεται από το κοινοβούλιο, κατόπιν συστάσεως τουλάχιστον δέκα εκ των μελών του.

Ο υποδιοικητής και τα μέλη του συμβουλίου της Τράπεζας της Λεττονίας διορίζονται από το Κοινοβούλιο, κατόπιν συστάσεως του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας.

Η θητεία του διοικητή, του υποδιοικητή και των μελών του συμβουλίου της Τράπεζας της Λεττονίας είναι εξαετής. Εάν μέλος του συμβουλίου παραιτηθεί από τα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της θητείας του, διορίζεται νέο μέλος του συμβουλίου της Τράπεζας της Λεττονίας για θητεία διάρκειας έξι ετών.

Το κοινοβούλιο μπορεί να απαλλάξει από τα καθήκοντά τους τον διοικητή, τον υποδιοικητή και τα μέλη του συμβουλίου της Τράπεζας της Λεττονίας πριν από τη λήξη της προβλεπόμενης στο τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου θητείας μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1.      οικειοθελής παραίτηση·

2.      βαρύ παράπτωμα κατά την έννοια του άρθρου 14.2 [του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ]·

3.      άλλοι λόγοι απαλλαγής από τα καθήκοντα οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 14.2 [του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ].

Στην περίπτωση του σημείου 2 του τέταρτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, το Κοινοβούλιο δύναται να αποφασίσει να απαλλάξει από τα καθήκοντά τους τον διοικητή, τον υποδιοικητή και τα μέλη του συμβουλίου της Τράπεζας της Λεττονίας αφότου η καταδικαστική απόφαση αρχίσει να παράγει αποτελέσματα.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Λεττονίας δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως του Κοινοβουλίου περί απαλλαγής του από τα καθήκοντά του κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14.2 [του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ]. Ο υποδιοικητής ή μέλος του συμβουλίου της Τράπεζας της Λεττονίας δύνανται να προσφύγουν κατά της αποφάσεως του Κοινοβουλίου περί απαλλαγής τους από τα καθήκοντά τους ενώπιον του δικαστηρίου που προβλέπεται στον κώδικα διοικητικής δικονομίας.»

3.      Ο νόμος για το γραφείο προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς

13.      Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του Korupcijas novēršanas un apkarošanas biroja likums (νόμου για το γραφείο προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς):

«(1)      Το γραφείο είναι αρχή της άμεσης διοίκησης η οποία ασκεί τα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο καθήκοντα πρόληψης και καταπολέμησης της διαφθοράς […]

(2)      Το γραφείο τελεί υπό τον έλεγχο του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί τον θεσμικό έλεγχο μέσω του Πρωθυπουργού. Ο έλεγχος περιλαμβάνει το δικαίωμα του Πρωθυπουργού να ελέγχει τη νομιμότητα των διοικητικών αποφάσεων που εκδίδει ο προϊστάμενος του Γραφείου και να ακυρώνει τις παράνομες αποφάσεις καθώς και να διατάσσει, σε περίπτωση διαπίστωσης παράνομης παράλειψης ενέργειας, τη λήψη απόφασης. Το δικαίωμα ελέγχου του Υπουργικού Συμβουλίου δεν αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνει το Γραφείο κατά την άσκηση των μνημονευόμενων στα άρθρα 7, 8, 9 και 91 του παρόντος νόμου καθηκόντων.»

14.      Το άρθρο 8, παράγραφος 1, σημείο 2, του νόμου για το γραφείο προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς έχει ως εξής:

«(1)      Στο πλαίσιο της καταπολέμησης της διαφθοράς, το γραφείο ασκεί τα ακόλουθα καθήκοντα:

[…]

2)      διενεργεί έρευνες και ασκεί επιχειρησιακές δραστηριότητες για τον εντοπισμό ποινικών αδικημάτων προβλεπόμενων από τον ποινικό κώδικα και τελεσθέντων κατά την υπηρεσία στα δημόσια όργανα, εάν τα αδικήματα αυτά συνδέονται με διαφθορά.»

III. Πλαίσιο της διαφοράς

15.      Στις 31 Οκτωβρίου 2013, ο I. Rimšēvičs διορίστηκε εκ νέου στη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας με απόφαση του κοινοβουλίου για νέα εξαετή θητεία, από τις 21 Δεκεμβρίου 2013 έως τις 21 Δεκεμβρίου 2019.

16.      Στις 17 Φεβρουαρίου 2018, ο Ι. Rimšēvičs συνελήφθη κατόπιν κινήσεως, στις 15 Φεβρουαρίου 2018, προκαταρκτικής έρευνας από το KNAB διότι θεωρείται ύποπτος ότι, υπό την ιδιότητα του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας, διέπραξε έγκλημα ζητώντας και δεχόμενος να δωροδοκηθεί.

17.      Στις 19 Φεβρουαρίου 2018, ο Ι. Rimšēvičs αποφυλακίστηκε έναντι καταβολής εγγυήσεως. Ο αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος ερευνών του KNAB εξέδωσε, αυθημερόν, απόφαση σχετικά με την αναγνώριση του Ι. Rimšēvičs ως υπόπτου, στην οποία εξετίθεντο λεπτομερώς οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και απαριθμούνταν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και απόφαση με την οποία του επιβλήθηκαν διάφοροι περιοριστικοί όροι, ήτοι, πέραν της καταβολής της εγγυήσεως, η απαγόρευση ασκήσεως ορισμένων επίσημων δραστηριοτήτων, συγκεκριμένα δε των καθηκόντων του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας, η απαγόρευση προσέγγισης ορισμένων προσώπων και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα χωρίς προηγούμενη άδεια. Στην απόφαση διευκρινιζόταν ότι οι εν λόγω περιοριστικοί όροι πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας και έως ότου αυτοί τροποποιηθούν ή ακυρωθούν.

18.      Στις 27 Φεβρουαρίου 2018, ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας, Λεττονία) απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ο Ι. Rimšēvičs κατά δύο εκ των επιβληθέντων από το KNAB περιοριστικών όρων, συγκεκριμένα δε κατά της απαγορεύσεως ασκήσεως ορισμένων επίσημων δραστηριοτήτων και της απαγορεύσεως εξόδου από τη χώρα χωρίς άδεια.

19.      Την 1η Ιουνίου 2018, ο αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος ερευνών του KNAB εξέδωσε νέα απόφαση σχετικά με την αναγνώριση του Ι. Rimšēvičs ως υπόπτου, η οποία συμπληρώθηκε με νέα πραγματικά περιστατικά.

20.      Στις 28 Ιουνίου 2018, ο εισαγγελέας της γενικής εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λεττονίας αποφάσισε να αποδώσει ποινική ευθύνη (να απαγγείλει κατηγορίες) στον Ι. Rimšēvičs.

21.      Στις 20 Ιουλίου 2018, ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη Δημοκρατία της Λεττονίας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αναστολή, έως την έκδοση της αποφάσεως που θα περατώσει τη δίκη στην υπόθεση C-238/18, των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν εις βάρος του Ι. Rimšēvičs, καθόσον οι όροι αυτοί εμποδίζουν τον τελευταίο να διορίσει αναπληρωτή ο οποίος θα τον αντικαταστήσει ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ (8).

22.      Στις 25 Ιουλίου 2018, ο εισαγγελέας της γενικής εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λεττονίας εξέδωσε απόφαση για την τροποποίηση των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν εις βάρος του Ι. Rimšēvičs. Την 1η Αυγούστου 2018, ο Ι. Rimšēvičs υπέβαλε καταγγελία αμφισβητώντας τους τροποποιηθέντες περιοριστικούς όρους. Στις 22 Αυγούστου 2018, ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας, Λεττονία) έκανε εν μέρει δεκτή την καταγγελία του Ι. Rimšēvičs. Στις 28 Αυγούστου 2018, ο εισαγγελέας της γενικής εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λεττονίας εξέδωσε απόφαση με την οποία τροποποίησε εκ νέου τους περιοριστικούς όρους που επιβλήθηκαν εις βάρος του Ι. Rimšēvičs.

IV.    Οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

23.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαρτίου 2018, ο Ι. Rimšēvičs άσκησε την προσφυγή της υποθέσεως C-202/18.

24.      Ο Ι. Rimšēvičs ζητεί από το Δικαστήριο:

1.      να διαπιστώσει ότι ο προσφεύγων παρανόμως απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του ως διοικητής της Latvijas Banka (Τράπεζας της Λεττονίας) με την απόφαση περί επιβολής περιοριστικών όρων την οποία εξέδωσε στις 19 Φεβρουαρίου 2018 το γραφείο προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς εν ονόματι της Δημοκρατίας της Λεττονίας·

2.      να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα του περιοριστικού όρου ο οποίος επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα με την απόφαση περί επιβολής περιοριστικού όρου που εξέδωσε στις 19 Φεβρουαρίου 2018 το γραφείο προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς εν ονόματι της Δημοκρατίας της Λεττονίας [της απαγορεύσεως ασκήσεως συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, με την οποία απαγορεύθηκε στον προσφεύγοντα να ασκεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του διοικητή της Latvijas Banka (Τράπεζας της Λεττονίας)]·

3.      να διαπιστώσει ότι παρανόμως εφαρμόστηκαν εις βάρος του προσφεύγοντος οι περιορισμοί στην άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οι οποίοι απορρέουν από την απόφαση περί επιβολής περιοριστικού όρου που εξέδωσε στις 19 Φεβρουαρίου 2018 το γραφείο προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς εν ονόματι της Δημοκρατίας της Λεττονίας.

25.      Με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση C-202/18, η Δημοκρατία της Λεττονίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει στο σύνολό της την προσφυγή του Ι. Rimšēvičs.

26.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Απριλίου 2018, η ΕΚΤ άσκησε την προσφυγή της υποθέσεως C-238/18.

27.      Η ΕΚΤ ζητεί από το Δικαστήριο:

1.      να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Λεττονίας, βάσει του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 62 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να προσκομίσει όλα τα κρίσιμα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις τρέχουσες έρευνες που διεξάγει το KNAB εις βάρος του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας και

2.      να διαπιστώσει, βάσει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας παρέβη το δεύτερο εδάφιο της διάταξης αυτής, καθόσον:

–        ο κάτοχος της θέσης του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του χωρίς να έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της ουσίας από ανεξάρτητο δικαστήριο και

–        δεν συντρέχει, εφόσον τούτο επιβεβαιωθεί από τα πραγματικά στοιχεία που προσκομίζει η Δημοκρατία της Λεττονίας, εξαιρετική περίσταση ικανή να δικαιολογήσει την εν προκειμένω απαλλαγή του I. Rimšēvičs από τα καθήκοντά του·

3.      να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Λεττονίας στα δικαστικά έξοδα.

28.      Επιπλέον, με χωριστά δικόγραφα τα οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα με την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής της, η ΕΚΤ ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικαστεί η υπόθεση C-238/18 με την ταχεία διαδικασία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, παράγραφος 4, και του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας και υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ και του άρθρου 160 του Κανονισμού Διαδικασίας, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως C‑238/18 R.

29.      Με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση C-238/18, η Δημοκρατία της Λεττονίας ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει στο σύνολό της την προσφυγή της ΕΚΤ.

30.      Με διατάξεις της 12ης Ιουνίου 2018, Rimšēvičs κατά Λεττονίας (9) και ΕΚΤ κατά Λεττονίας (10), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να εκδικαστούν οι υποθέσεις C-202/18 και C-238/18 με την ταχεία διαδικασία δυνάμει του άρθρου 133 του Κανονισμού Διαδικασίας.

31.      Με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 20ής Ιουλίου 2018, ΕΚΤ κατά Λεττονίας (11), ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη Δημοκρατία της Λεττονίας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αναστολή, έως την έκδοση της αποφάσεως που θα περατώσει τη δίκη στην υπόθεση C-238/18, των περιοριστικών όρων που επέβαλε το KNAB στον I. Rimšēvičs στις 19 Φεβρουαρίου 2018, καθόσον οι όροι αυτοί εμποδίζουν τον τελευταίο να διορίσει αναπληρωτή ο οποίος θα τον αντικαταστήσει ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε κατά τα λοιπά και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

32.      Στις 25 Σεπτεμβρίου 2018 διεξήχθη κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις C-202/18 και C-238/18.

33.      Κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο ζήτησε από τη Δημοκρατία της Λεττονίας να προσκομίσει εντός προθεσμίας οκτώ ημερών όλα τα έγγραφα που είναι αναγκαία για να δικαιολογηθούν οι επιβληθέντες στον Ι. Rimšēvičs περιοριστικοί όροι καθώς και την απόφαση αποδόσεως ποινικής ευθύνης εις βάρος του.

34.      Στις 2 Οκτωβρίου 2018, η Δημοκρατία της Λεττονίας προσκόμισε την απόφαση αποδόσεως ποινικής ευθύνης εις βάρος του Ι. Rimšēvičs της 28ης Ιουνίου 2018 καθώς και 43 άλλα έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά κοινοποιήθηκαν στον Ι. Rimšēvičs και στην ΕΚΤ, οι οποίοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους στις 19 Οκτωβρίου 2018.

V.      Εκτίμηση

35.      Οι υπό κρίση προσφυγές είναι οι πρώτες που ασκούνται βάσει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Είναι, επομένως, σκόπιμο να εξεταστούν ορισμένες πτυχές σχετικές με τα βασικά χαρακτηριστικά των προσφυγών που ασκούνται δυνάμει της διατάξεως αυτής (A), προτού εξεταστούν το παραδεκτό (B) και, εν συνεχεία, η ουσία (Γ) των προσφυγών που άσκησαν εν προκειμένω ο Ι. Rimšēvičs και η ΕΚΤ.

1.      Επί των βασικών χαρακτηριστικών της προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ

1.      Επί της φύσεως της προσφυγής

36.      Το προβλεπόμενο στο άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ ένδικο βοήθημα συνιστά sui generis προσφυγή στο σύστημα των προσφυγών ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, καθώς παρέχει στον διοικητή εθνικής κεντρικής τράπεζας και στην ΕΚΤ (12) τη δυνατότητα να υποβάλουν απευθείας στον έλεγχο του Δικαστηρίου πράξη εκδοθείσα από εθνική αρχή.

37.      Συγκεκριμένα, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ασκούν βεβαίως ουσιώδη λειτουργία εντός του ΕΣΚΤ και στην υλοποίηση της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης. Ωστόσο, όπως και τα λοιπά όργανα των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, εξακολουθούν να υπάγονται στην εθνική σφαίρα όσον αφορά τη σύνθεση και τους κανόνες λειτουργίας τους. Επομένως, στο πλαίσιο που θεσπίζουν το άρθρο 131 ΣΛΕΕ και το άρθρο 14 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, η έκδοση και η εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την ανάληψη των καθηκόντων των διοικητών των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών και την απαλλαγή τους από τα καθήκοντα αυτά υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

38.      Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί το ένδικο βοήθημα του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ ως προσφυγή ακυρώσεως καίτοι, στο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων της Συνθήκης ΛΕΕ, η προσφυγή ακυρώσεως προορίζεται καταρχήν για την προσβολή πράξεων των οργάνων της Ένωσης (13); Ή πρέπει να γίνει αντιληπτή, όπως και η προσφυγή λόγω παραβάσεως, ως προσφυγή με αίτημα να διαπιστωθεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του έστω και εάν, κατά κανόνα, την εξουσία να προσφύγουν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης για τέτοια παράβαση έχουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη (14);

39.      Πέραν των θεωρητικών αυτών προβληματισμών, οι πρακτικές συνέπειες της απαντήσεως στο ερώτημα σχετικά με τη φύση των υπό κρίση προσφυγών δεν είναι αμελητέες: εάν το Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση του KNAB περί επιβολής των επίμαχων περιοριστικών όρων στον Ι. Rimšēvičs, αυτός θα μπορεί να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Εάν, αντιθέτως, το Δικαστήριο περιοριστεί να διαπιστώσει ότι οι επίμαχοι όροι δεν συνάδουν προς το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, θα απόκειται στη Δημοκρατία της Λεττονίας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην εσωτερική έννομη τάξη της.

40.      Όπως προκύπτει από τη διατύπωση των αιτημάτων τους και όπως επιβεβαίωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Ι. Rimšēvičs και η ΕΚΤ επιδιώκουν την εκ μέρους του Δικαστηρίου έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως με την οποία θα διαπιστώνεται ότι, επιβάλλοντας τους επίμαχους περιοριστικούς όρους εις βάρος του Ι. Rimšēvičs, η Δημοκρατία της Λεττονίας παρέβη το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Κατόπιν της εκδόσεως τέτοιας αναγνωριστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο, θα απόκειται στις λεττονικές αρχές να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της σε εθνικό επίπεδο.

41.      Προκειμένου να καθοριστούν η φύση της προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ καθώς και ο ρόλος του Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται προσφυγής δυνάμει της διατάξεως αυτής, πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνο το γράμμα της διατάξεως, αλλά και η γενική οικονομία και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος, οι σκοποί και οι στόχοι που επιδιώκει η τελευταία (15) καθώς και το ιστορικό θεσπίσεώς της (16).

1)      Γράμμα και ιστορικό θεσπίσεως

42.      Καταρχάς, το γράμμα του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ δεν διευκρινίζει τη φύση της προσφυγής που προβλέπεται με σκοπό τον έλεγχο από το Δικαστήριο της αποφάσεως περί απαλλαγής διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του.

43.      Βεβαίως, σε μερικές γλωσσικές αποδόσεις, μεταξύ άλλων στη γαλλική γλώσσα, το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ προβλέπει προσφυγή «contre» (κατά) της αποφάσεως απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του, όπως ακριβώς το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει προσφυγή «contre les actes […]» («κατά των πράξεων») (17). Επιπλέον, στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ο λόγος για τον οποίο μπορεί να ασκηθεί η προσφυγή («λόγω παράβασης των Συνθηκών ή κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους») καθώς και η τελευταία περίοδος σχετικά με την προθεσμία ταυτίζονται σχεδόν με τους παρόμοιους όρους του άρθρου 263, δεύτερο και έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

44.      Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού θεσπίσεως του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, αυτά τα στοιχεία ορολογίας δεν φαίνεται να εκφράζουν συνειδητή επιλογή του νομοθέτη υπέρ της υπαγωγής της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή προσφυγής στις προσφυγές ακυρώσεως.

45.      Συγκεκριμένα, αφενός, το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, το οποίο προοριζόταν να ενσωματωθεί στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, καταρτίστηκε από τους προέδρους των εθνικών κεντρικών τραπεζών μόνο στην αγγλική γλώσσα (18).

46.      Οι προτάσεις που υποβλήθηκαν, όμως, στο πλαίσιο αυτό περιείχαν μόνο τη διατύπωση, η οποία εξακολουθεί να είναι η διατύπωση της αγγλικής αποδόσεως σήμερα, κατά την οποία απόφαση περί απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του «may be referred to the Court of Justice» (19). Το ίδιο συμβαίνει με την πρόταση της Προεδρίας της Διακυβερνητικής Διασκέψεως για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της 30ής Οκτωβρίου 1991 (20).

47.      Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι μερικές γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ κάνουν λόγο για προσφυγή «κατά» της αποφάσεως απαλλαγής του διοικητή από τα καθήκοντά του είναι αποτέλεσμα τυχαίων μεταφραστικών επιλογών. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί, επομένως, να υποδηλώνει απόφαση του νομοθέτη να νοείται η προσφυγή της διατάξεως αυτής ως προσφυγή ακυρώσεως. Την εκτίμηση αυτή υποστηρίζει η απουσία, σε πολλές γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, διατυπώσεως ανάλογης με εκείνη του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (21).

48.      Αφετέρου, η απόδοση του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ που περιέχεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία εγκρίθηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Μάαστριχτ από τις 9 έως τις 11 Δεκεμβρίου 1991 και υπεγράφη εν συνεχεία τον Φεβρουάριο του 1992, περιέχει ακολούθως τη φράση κατά την οποία η απόφαση μπορεί να προσβληθεί «λόγω παράβασης των Συνθηκών ή κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους», καθώς και την τελευταία περίοδο σχετικά με την προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής.

49.      Φαίνεται βεβαίως ότι τα δύο αυτά στοιχεία, ακόμη και στην αγγλική απόδοσή τους, συνιστούν «δάνειο» από την προϊσχύσασα του άρθρου 263, δεύτερο και έκτο εδάφιο, της ΣΛΕΕ διάταξη. Ωστόσο, οι προσαρτηθείσες στις διάφορες αποδόσεις παρατηρήσεις και οι σχετικές συνομιλίες (22) δεν περιέχουν κανένα ίχνος συζητήσεων σχετικών με τη φύση της προσφυγής που προβλέπεται κατά της αποφάσεως απαλλαγής διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του.

50.      Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται καμία ένδειξη από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι η εισαγωγή, την τελευταία στιγμή (23), των δύο στοιχείων που μνημονεύονται στα προηγούμενα σημεία συνιστά εννοιολογική επιλογή του νομοθέτη υπέρ της προσφυγής ακυρώσεως κατά το πρότυπο της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Η πρόβλεψη προθεσμίας ενδέχεται να ανταποκρίνεται μάλλον σε μέριμνα σχετική με την ταχύτητα και την ασφάλεια δικαίου σε περίπτωση αμφισβητήσεως της απαλλαγής διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του.

51.      Η ερμηνεία αυτή υποστηρίζεται από την απουσία, στο άρθρο 14 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, διατάξεως αντίστοιχης με εκείνη του άρθρου 264 ΣΛΕΕ, η οποία καθορίζει τον ρόλο του δικαστή στο πλαίσιο της προσφυγής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, διευκρινίζοντας ότι, εάν η προσφυγή είναι βάσιμη, ο δικαστής κηρύσσει την προσβαλλόμενη πράξη άκυρη.

2)      Συστηματική και τελολογική ερμηνεία

52.      Στο μέτρο που το γράμμα και το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ δεν μπορούν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο όσον αφορά τη φύση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή προσφυγής, πρέπει να εξεταστούν η γενική οικονομία και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος, καθώς και οι σκοποί και οι στόχοι που επιδιώκει η τελευταία.

53.      Λαμβανομένης υπόψη της διαρθρώσεως των ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώνουν οι Συνθήκες, λόγοι συνοχής επιβάλλουν να εξεταστεί το ένδικο βοήθημα του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ όχι ως προσφυγή ακυρώσεως, αλλά ως προσφυγή με αναγνωριστικό αίτημα η οποία είναι παρόμοια με την προσφυγή λόγω παραβάσεως.

54.      Συγκεκριμένα, το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που μπορούν να ασκηθούν ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης περιλαμβάνει δύο σφαίρες οι οποίες, καίτοι αλληλένδετες, είναι εντούτοις σαφώς διακριτές. Η πρώτη είναι αυτή των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, των οποίων οι πράξεις υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας και στην εξουσία ακυρώσεως του δικαστή της Ένωσης. Μετά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας ακυρώσεως, η έννομη τάξη της σφαίρας των πράξεων της Ένωσης μεταβάλλεται άμεσα: η ακυρωθείσα πράξη παύει πάραυτα να παράγει αποτελέσματα. Το γεγονός ότι το άρθρο 266 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι η εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως μπορεί να συνεπάγεται άλλα μέτρα τα οποία οφείλει να λάβει το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη ουδόλως επηρεάζει τη διαπλαστική αυτή συνέπεια της προσφυγής ακυρώσεως.

55.      Αντιθέτως, στη δεύτερη σφαίρα, αυτή των κρατών μελών και των θεσμικών και λοιπών οργάνων τους, ο δικαστής της Ένωσης δεν παρεμβαίνει διαμορφώνοντας άμεσα την εθνική έννομη τάξη, αλλά μόνο διαπιστώνοντας την ασυμβατότητα πράξεως ή έννομης καταστάσεως του εθνικού δικαίου προς το δίκαιο της Ένωσης και τις υποχρεώσεις που υπέχει το οικείο κράτος μέλος από τις Συνθήκες. Αυτή η διαφορά στη φύση της παρεμβάσεως του δικαστή αντικατοπτρίζει τη συστημική διαφορά μεταξύ της σφαίρας των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και εκείνης των κρατών μελών: ενώ ο δικαστής της Ένωσης ανήκει άμεσα στην πρώτη και παρεμβαίνει σε αυτήν ως θεσμικό όργανο της Ένωσης, παραμένει εκτός της δεύτερης σφαίρας, η οποία είναι, για κάθε κράτος μέλος, ιδιαίτερο σύστημα εντός του οποίου τα εθνικά όργανα, περιλαμβανομένων των δικαστηρίων, αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν τις αποφάσεις του. Επομένως, στη σφαίρα των κρατών μελών, απόκειται σε αυτά να τροποποιήσουν την εθνική έννομη τάξη συμμορφούμενα προς τις συνέπειες των αποφάσεων του Δικαστηρίου όσον αφορά τη νομική υπόσταση των επίμαχων πράξεων του εθνικού δικαίου.

56.      Εξάλλου, συνάδει προς τη διάκριση των δύο αυτών σφαιρών το γεγονός ότι το Δικαστήριο επιλαμβάνεται, στο πλαίσιο του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, της αποφάσεως κράτους μέλους με την οποία διοικητής κεντρικής τράπεζας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του και όχι προσφυγής του εν λόγω κράτους μέλους με αίτημα να προβεί το ίδιο το Δικαστήριο στην απαλλαγή αυτή. Συγκεκριμένα, εν αντιθέσει προς ό,τι προβλέπεται για τα μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (24), το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί άμεσα επί της απαλλαγής των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών από τα καθήκοντά τους, δεδομένου ότι αυτοί μπορούν να διοριστούν και να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους μόνο από τις εθνικές αρχές (25).

57.      Ως εκ τούτου, είναι επίσης λογικό να προβλέπει το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ ως λόγο ασκήσεως της προσφυγής μόνο την παράβαση των Συνθηκών ή κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους και όχι επίσης, όπως το άρθρο 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την αναρμοδιότητα, την παράβαση ουσιώδους τύπου ή, ακόμη, την κατάχρηση εξουσίας. Συγκεκριμένα, οι τρεις τελευταίοι αυτοί λόγοι ασκήσεως προσφυγής δεν είναι κρίσιμοι για τον έλεγχο από το Δικαστήριο της αποφάσεως απαλλαγής διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του. Η απόφαση αυτή εμπίπτει, όσον αφορά την εξωτερική νομιμότητα και την αρμοδιότητα του οργάνου που την εκδίδει, στη σφαίρα των κρατών μελών, ήτοι στους κανόνες του εθνικού δικαίου και στον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο ελέγχει μόνο αν πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ προϋποθέσεις για την απαλλαγή διοικητή από τα καθήκοντά του (26).

58.      Επομένως, η άσκηση εξουσίας ακυρώσεως από τον δικαστή της Ένωσης στο πλαίσιο της προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ θα προκαλούσε σύγχυση της σφαίρας της Ένωσης και εκείνης των κρατών μελών.

59.      Βεβαίως, η παροχή στο Δικαστήριο της εξουσίας ακυρώσεως αποφάσεως με την οποία διοικητής απαλλάσσεται αδικαιολόγητα από τα καθήκοντά του θα ήταν πολύ αποτελεσματικό μέσο για την προστασία του σκοπού του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ήτοι της διαφυλάξεως της ανεξαρτησίας των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών.

60.      Ωστόσο, η ακύρωση πράξεως εκδοθείσας από εθνική αρχή θα συνιστούσε επέμβαση όχι μόνο ασυνήθιστη αλλά και εξαιρετικά σημαντική στον τομέα της αρμοδιότητας και στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών. Λαμβανομένης υπόψη, όμως, της συνταγματικής σημασίας των αρχών της επικουρικότητας και της δοτής αρμοδιότητας που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4 και 5 ΣΕΕ, η δυνατότητα τέτοιας επεμβάσεως θα έπρεπε να προβλέπεται ρητώς από τις Συνθήκες.

61.      Επιπλέον, το γεγονός ότι ο δικαστής της Ένωσης καλείται να εκδώσει μόνο αναγνωριστική απόφαση και όχι απόφαση ακυρώσεως ουδόλως μειώνει τη νομική ισχύ της παρεμβάσεώς του: τα κράτη μέλη οφείλουν, όπως και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης, να συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις του.

62.      Ως εκ τούτου, εάν, στο πλαίσιο της προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, το Δικαστήριο διαπιστώσει το απαράδεκτο αποφάσεως απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του αντί να την ακυρώσει, τα κράτη μέλη οφείλουν και στην περίπτωση αυτή να εκτελέσουν πάραυτα την απόφαση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει τη διαδικασία των άρθρων 258 έως 260 ΣΛΕΕ, η οποία συνιστά το προβλεπόμενο από τις Συνθήκες μέσο για να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους.

2.      Επί του καθ’ ου η προσφυγή

63.      Η εξέταση της προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ ως προσφυγής με αναγνωριστικό αίτημα εμπνευσμένης από την προσφυγή λόγω παραβάσεως ευσταθεί επίσης υπό το πρίσμα της ασκήσεώς της στην πράξη.

64.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ δεν διευκρινίζει ποιος είναι ο καθ’ ου η προβλεπόμενη σε αυτό προσφυγή.

65.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρότυπο της προσφυγής λόγω παραβάσεως καθιστά δυνατό να θεωρηθεί ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως απαλλαγής του διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του πρέπει να στρέφεται κατά του οικείου κράτους μέλους στο σύνολό του, στο οποίο καταλογίζονται οι πράξεις όλων των οργάνων και διοικητικών φορέων του. Επομένως, απόκειται στο κράτος μέλος να υπερασπιστεί την απόφαση απαλλαγής του διοικητή της κεντρικής τράπεζάς του από τα καθήκοντά του καθώς και να εξασφαλίσει την εκτέλεση της επακόλουθης αποφάσεως του Δικαστηρίου στις εσωτερικές έννομες σχέσεις του.

66.      Εξάλλου, δύσκολα μπορεί να υποτεθεί ότι ο συνομιλητής του Δικαστηρίου δεν θα είναι το κράτος μέλος στο σύνολό του, αλλά η αρχή εντός αυτού η οποία είναι υπεύθυνη για τη λήψη του επίμαχου μέτρου –όπως θα μπορούσε να συμβεί εάν η προσφυγή είχε ως πρότυπο την προσφυγή ακυρώσεως. Θα απέκειτο στο Δικαστήριο να προσδιορίσει, σε εθνικό επίπεδο, το όργανο που εκδίδει απόφαση απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του, ακόμη και να καθορίσει αν εθνική αρχή διαθέτει, δυνάμει του εθνικού δικαίου, ίδια νομική προσωπικότητα, διακριτή εκείνης του κράτους μέλους, η οποία καθιστά δυνατή την προσαγωγή της ενώπιον της δικαιοσύνης; Και τι θα συνέβαινε εάν η απόφαση απαλλαγής διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του δεν είχε ληφθεί από διοικητικό φορέα, αλλά από το κοινοβούλιο του οικείου κράτους μέλους ή από εθνικό δικαστήριο; Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ο ελάχιστα πρόσφορος χαρακτήρας της άμεσης προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά εθνικής αρχής με σκοπό την ακύρωση πράξεώς της.

67.      Ως εκ τούτου, ορθώς ο Ι. Rimšēvičs και η ΕΚΤ άσκησαν την προσφυγή τους κατά της Δημοκρατίας της Λεττονίας.

3.      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

68.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι υπό κρίση προσφυγές πρέπει να εξεταστούν ως προσφυγές με αίτημα να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι, επιβάλλοντας εις βάρος του Ι. Rimšēvičs περιοριστικούς όρους οι οποίοι τον εμποδίζουν να εκτελεί τα καθήκοντα του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λεττονίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

2.      Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί των περιοριστικών όρων που επέβαλε το KNAB στον Ι. Rimšēvičs

1.      Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

69.      Δεδομένου ότι το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ αναφέρεται στο «Δικαστήριο», η προσφυγή που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή εμπίπτει, στο πλαίσιο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και όχι σε εκείνη του Γενικού Δικαστηρίου.

70.      Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 19 ΣΕΕ, οι όροι «Δικαστήριο» και «Γενικό Δικαστήριο» προσδιορίζουν τα δύο δικαστήρια που συνιστούν τον θεσμό του «Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ είναι σύμφωνο προς την ορολογία αυτή, καθώς τα άρθρα 35 και 36 παραπέμπουν, για τις διαδικασίες της ΕΚΤ ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης πλην της διαδικασίας του άρθρου 14.2 του εν λόγω καταστατικού ή άλλων ειδικών διαδικασιών, στο «Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Συνεπώς, για τις γενικές ένδικες διαδικασίες της ΕΚΤ ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, εφαρμόζονται οι συνήθεις κανόνες κατανομής αρμοδιοτήτων.

71.      Εξάλλου, η αναγνώριση στο Δικαστήριο της αρμοδιότητας να επιληφθεί της ειδικής προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ δικαιολογείται υπό το πρίσμα της συνταγματικής σημασίας της ανεξαρτησίας των διοικητών των κεντρικών τραπεζών (27) και του πολιτικά ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητημάτων που συνδέονται με την απαλλαγή τους από τα καθήκοντά τους. Τέλος, η αναγκαιότητα να επιλυθεί ταχέως διαφορά σχετική με την απόφαση απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ αντιτίθεται στη θέσπιση δύο βαθμών δικαιοδοσίας για την προσφυγή κατά τέτοιας αποφάσεως.

2.      Επί των όρων που επιβλήθηκαν στον I. Rimšēvičs ως απαλλαγή από τα καθήκοντά του κατά την έννοια του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ

72.      Η Δημοκρατία της Λεττονίας υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, επί των περιοριστικών όρων που επέβαλε το KNAB στον Ι. Rimšēvičs διότι δεν συνιστούν απαλλαγή από τα καθήκοντά του κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Μοναδικός σκοπός των όρων αυτών είναι, κατά τη Δημοκρατία της Λεττονίας, η διευκόλυνση της ομαλής διεξαγωγής της έρευνας και έχουν απλώς προσωρινό χαρακτήρα και περιορισμένη διάρκεια εφαρμογής. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 249, παράγραφος 1, του λεττονικού κώδικα ποινικής δικονομίας (28), οι όροι αυτοί μπορούν να τροποποιηθούν ή να ανακληθούν οποτεδήποτε και, σύμφωνα με το άρθρο 389, παράγραφος 1, σημείο 4, του κώδικα αυτού, δεν μπορούν να έχουν διάρκεια μεγαλύτερη των 22 μηνών. Αντιθέτως, η έννοια της απαλλαγής από τα καθήκοντα, κατά το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, συνεπάγεται διακοπή του νομικού και θεσμικού δεσμού μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου. Όσον αφορά όμως τον Ι. Rimšēvičs, τη διακοπή του δεσμού αυτού μπορεί να αποφασίσει μόνο το λεττονικό κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 22 του νόμου για την Τράπεζα της Λεττονίας (29).

73.      Αντιθέτως, η ΕΚΤ και ο Ι. Rimšēvičs υποστηρίζουν ότι οι περιοριστικοί όροι που επέβαλε το KNAB στον τελευταίο τον εμποδίζουν πράγματι να εκτελεί τα καθήκοντα του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Ως εκ τούτου, προκειμένου να αποδοθεί πρακτική αποτελεσματικότητα στο άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, σκοπός του οποίου είναι να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών έναντι κάθε πιέσεως ασκούμενης από τα κράτη μέλη, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι επίμαχοι όροι μπορούν να ελεγχθούν από το Δικαστήριο δυνάμει της εν λόγω διατάξεως.

74.      Η τελευταία αυτή επιχειρηματολογία είναι πειστική.

75.      Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο, εν προκειμένω, να ορίσει το Δικαστήριο με διεξοδικό τρόπο την έννοια της απαλλαγής από τα καθήκοντα κατά το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, αρκεί να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας εάν όροι όπως οι επιβληθέντες από το KNAB στον Ι. Rimšēvičs με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018 δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της.

76.      Όπως προεκτέθηκε, σκοπός του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ είναι να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών και του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, κύριου οργάνου λήψεως αποφάσεων της τελευταίας, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των τιμών, πρωταρχικό στόχο της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ένωσης και του ΕΣΚΤ (30). Η αποτελεσματική όμως προστασία της ανεξαρτησίας των διοικητών των εθνικών κρατικών τραπεζών απαιτεί να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο το βάσιμο εθνικού μέτρου, εάν το μέτρο αυτό έχει ως απτό αποτέλεσμα να εμποδίζει τον διοικητή να ασκεί τα καθήκοντά του, ανεξάρτητα από τον τυπικό χαρακτηρισμό του στο εθνικό δίκαιο. Εξάλλου, σε συμφωνία προς όσα προεκτέθηκαν σχετικά με τους λόγους ασκήσεως της προσφυγής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ(31), δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει αν μέτρο το οποίο έχει συνέπειες στην εκτέλεση των καθηκόντων του διοικητή εθνικής κεντρικής τράπεζας αντιστοιχεί τυπικώς σε απαλλαγή από τα καθήκοντα βάσει του εθνικού δικαίου ή αν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο για τον σκοπό αυτό διαδικασίες (32).

77.      Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικού ορισμού, η έννοια της απαλλαγής από τα καθήκοντα κατά το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ δεν παύει να είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία, για τους σκοπούς της υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής της, συνδέεται όχι με τον τύπο του μέτρου και τον χαρακτηρισμό του στο εθνικό δίκαιο, αλλά με την ουσία και τα συγκεκριμένα αποτελέσματά του.

78.      Συναφώς, η γαλλική και η λεττονική απόδοση του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ χρησιμοποιούν βεβαίως, όπως και άλλες γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως αυτής, όρους οι οποίοι υποδηλώνουν ότι τίθεται τέλος στην εκτέλεση των καθηκόντων ή στην κατοχή της θέσεως ή στη θητεία του ενδιαφερόμενου διοικητή (33). Η διαπίστωση αυτή δεν χάνει τη σημασία της, όπως προτείνει η ΕΚΤ, λόγω του γεγονότος ότι οι διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την αναγκαστική αποχώρηση των μελών ορισμένων θεσμικών ή λοιπών οργάνων της Ένωσης από τη θέση εργασίας τους αναφέρονται [στη γαλλική απόδοση της Συνθήκης] σε «démission d’office» και όχι σε «relèvement de fonctions», κάτι το οποίο υποδεικνύει, κατά την ΕΚΤ, τον γενικότερο χαρακτήρα της τελευταίας αυτής έννοιας (34). Εξάλλου, το επιχείρημα αυτό δεν βρίσκει έρεισμα σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις.

79.      Ωστόσο, ο προσωρινός χαρακτήρας του μέτρου ή το γεγονός ότι δεν έχει ως αποτέλεσμα την οριστική διακοπή του νομικού και θεσμικού δεσμού μεταξύ του ενδιαφερόμενου διοικητή και της εθνικής κεντρικής τράπεζας δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό του μέτρου αυτού ως απαλλαγής από τα καθήκοντα κατά την έννοια του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, εάν έχει όντως ως αποτέλεσμα να εμποδίζει τον διοικητή να εκτελεί τα καθήκοντά του. Σε διαφορετική περίπτωση, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να καταστρατηγήσουν την απαγόρευση που επιβάλλει η εν λόγω διάταξη λαμβάνοντας μέτρα τα οποία δεν χαρακτηρίζονται τυπικώς ως απαλλαγή από τα καθήκοντα αλλά έχουν στην πράξη ισοδύναμο αποτέλεσμα. Επιπλέον, όπως ορθώς επισημαίνει η ΕΚΤ, μέτρο το οποίο έχει φαινομενικά προσωρινό χαρακτήρα μπορεί να καταστεί οριστικό εάν τα αποτελέσματά του διαρκέσουν έως τη λήξη της θητείας του ενδιαφερόμενου διοικητή. Περαιτέρω, όπως επισημαίνουν τόσο η ΕΚΤ όσο και ο Ι. Rimšēvičs, ακόμη και προσωρινή παρεμπόδιση εκτελέσεως των καθηκόντων του συνιστά πίεση ασκούμενη στον διοικητή εθνικής κεντρικής τράπεζας και, ως εκ τούτου, απειλή για την ανεξαρτησία αυτού, την οποία το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ επιδιώκει ακριβώς να αποτρέψει.

80.      Επομένως, οι περιοριστικοί όροι που επέβαλε εν προκειμένω το KNAB εις βάρος του Ι. Rimšēvičs με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018, ήτοι η απαγόρευση εκτελέσεως των καθηκόντων του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας καθώς και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα χωρίς προηγούμενη άδεια (στο μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει τον Ι. Rimšēvičs να μεταβαίνει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ), πρέπει να χαρακτηριστούν ως απαλλαγή από τα καθήκοντα κατά την έννοια του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Συναφώς, ο ισχυρισμός της Δημοκρατίας της Λεττονίας ότι οι επιβληθείσες στον Ι. Rimšēvičs απαγορεύσεις δεν παρεμπόδισαν τη λειτουργία της Τράπεζας της Λεττονίας –έστω και εάν θεωρηθεί αποδεδειγμένος– δεν ασκεί επιρροή. Σκοπός του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ είναι να προστατεύει τη θεσμική και προσωπική ανεξαρτησία των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών και του ρόλου τους εντός του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, και όχι μόνον την εύρυθμη καθημερινή λειτουργία των εθνικών κρατικών τραπεζών.

81.      Για λόγους πληρότητας, επισημαίνεται ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν μπορεί να επικαλεστεί βασίμως ούτε το άρθρο 276 ΣΛΕΕ για να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εν προκειμένω. Σύμφωνα με το άρθρο 276 ΣΛΕΕ, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως προς τις διατάξεις των κεφαλαίων 4 («Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις») και 5 («Αστυνομική συνεργασία») του τίτλου V του τρίτου μέρους της ΣΛΕΕ, σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αρμόδιο να ελέγχει το κύρος ή την αναλογικότητα επιχειρησιακών δράσεων της αστυνομίας ή άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου κράτους μέλους, ούτε να αποφαίνεται για την άσκηση των ευθυνών που φέρουν τα κράτη μέλη για την τήρηση της δημόσιας τάξεως και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας.

82.      Οι επίμαχοι εν προκειμένω όροι δεν εμπίπτουν όμως, όπως ήδη διαπίστωσε ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου (35), ούτε στη δικαστική συνεργασία των κρατών μελών σε ποινικές υποθέσεις ούτε στην αστυνομική συνεργασία τους. Ως εκ τούτου, το άρθρο 276 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθεται στην εξέταση από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων, των περιοριστικών όρων που επέβαλε το KNAB στον Ι. Rimšēvičs υπό το πρίσμα των κριτηρίων του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

83.      Τέλος, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Λεττονίας με τα οποία υποστηρίζει ότι η αναγνώριση, εν προκειμένω, της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ισοδυναμεί με την παροχή ποινικής ασυλίας στον διοικητή της οικείας κεντρικής τράπεζας καθώς και με επέμβαση στην εθνική ποινική διαδικασία πρέπει επίσης να απορριφθούν. Συγκεκριμένα, ουδόλως τίθεται ζήτημα αναγνωρίσεως ποινικής ασυλίας στον Ι. Rimšēvičs (36) ή παρεμποδίσεως του KNAB ή άλλης λεττονικής αρχής επιβολής του νόμου να διενεργήσει ποινική έρευνα. Επιδιώκεται μόνο να ελεγχθεί αν οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον Ι. Rimšēvičs με δεδηλωμένο σκοπό να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή της έρευνας του KNAB είναι δικαιολογημένοι υπό το πρίσμα των κριτηρίων του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

84.      Βεβαίως, εάν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν ισχύει, ενδέχεται να διαπιστώσει το ασυμβίβαστο προς το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ μέτρου επιβληθέντος για τη διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής ποινικής έρευνας. Ωστόσο, μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι, εάν δεν διαπιστωθεί ότι ο διοικητής εθνικής κεντρικής τράπεζας δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή ότι έχει διαπράξει βαρύ παράπτωμα, έρευνα η οποία αφορά άλλα πραγματικά περιστατικά θα μπορεί να διενεργηθεί χωρίς να είναι αναγκαίο να εμποδιστεί ο εν λόγω διοικητής να εκτελεί τα καθήκοντά του. Εάν, αντιθέτως, διαπιστωθεί ότι η ομαλή διεξαγωγή ποινικής έρευνας εις βάρος του επιβάλλει να εμποδιστεί ο διοικητής εθνικής κεντρικής τράπεζας να εκτελεί τα καθήκοντά του, είναι πιθανό να διαπιστωθεί επίσης ότι δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή ότι έχει διαπράξει βαρύ παράπτωμα.

85.      Εν πάση περιπτώσει, είναι πιθανό, στις περισσότερες περιπτώσεις, πραγματικά περιστατικά ικανά να αποδείξουν ότι ένας διοικητής δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή έχει διαπράξει βαρύ παράπτωμα να ασκούν επίσης επιρροή υπό το πρίσμα του εθνικού ποινικού δικαίου. Ως εκ τούτου, φαίνεται να είναι πολύ πιθανή η διεξαγωγή εθνικής ποινικής έρευνας παράλληλα με τη διαδικασία του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Τούτο ισχύει έτι περισσότερο εάν δεχθούμε ότι καταρχήν η άσκηση των καθηκόντων του διοικητή πρέπει να μπορεί να ανασταλεί ακόμη και ελλείψει ποινικής καταδίκης εάν υπάρχουν στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή του από τα καθήκοντά του (37).

86.      Επομένως, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν μπορεί να υποστηρίξει ούτε ότι η κοινοποίηση στο Δικαστήριο στοιχείων της δικογραφίας της ποινικής έρευνας για τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ εμποδίζει την ομαλή διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας. Ειδικότερα, το άρθρο 375, παράγραφος 1, του λεττονικού κώδικα ποινικής δικονομίας προβλέπει βεβαίως ότι τα στοιχεία της δικογραφίας καλύπτονται από το απόρρητο της έρευνας και δεν κοινοποιούνται σε άλλα πρόσωπα πλην των προβλεπόμενων στον εν λόγω κώδικα (38). Ωστόσο, κατά τη σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του κώδικα αυτού, το Δικαστήριο πρέπει να εξομοιωθεί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του παρέχει το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ με πρόσωπο στο οποίο μπορεί να κοινοποιηθεί η δικογραφία σχετικά με την έρευνα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν είναι οποιοσδήποτε τρίτος, αλλά ο κριτής της συμβατότητας, προς το εν λόγω καταστατικό, των εθνικών μέτρων που έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τον διοικητή κεντρικής τράπεζας να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Άλλωστε, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν τεκμηρίωσε κατά πόσον η κοινοποίηση στο Δικαστήριο στοιχείων της δικογραφίας της εθνικής ποινικής έρευνας θα μπορούσε, συγκεκριμένα, να διαταράξει την ομαλή διεξαγωγή της εν λόγω έρευνας.

87.      Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, επί των περιοριστικών όρων που επέβαλε το KNAB στον Ι. Rimšēvičs με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018.

3.      Επί της ουσίας

88.      Κατά το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ο διοικητής κεντρικής τράπεζας μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο εάν δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή εάν διαπράξει βαρύ παράπτωμα. Με άλλα λόγια, και αντιστρόφως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαλλάξουν τον διοικητή της κεντρικής τράπεζάς τους από τα καθήκοντά του εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές ή τουλάχιστον μία εξ αυτών.

89.      Από τον κανόνα αυτόν απορρέουν τόσο οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν προς στήριξη προσφυγής ασκούμενης κατά αποφάσεως περί απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του όσο και ο ρόλος του Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται τέτοιας προσφυγής.

90.      Επομένως, ο ενδιαφερόμενος διοικητής, όπως και η ΕΚΤ, πρέπει να προβάλουν, προς στήριξη προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ότι το κράτος μέλος δεν απέδειξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή διοικητή από τα καθήκοντά του. Συνεπώς, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να κρίνει αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.

91.      Βεβαίως, όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ προβλέπει ότι προσφυγή κατά της αποφάσεως απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του μπορεί να ασκηθεί «λόγω παράβασης των Συνθηκών ή κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους» (39). Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστούν οι διατάξεις της Συνθήκης ή οι κανόνες δικαίου των οποίων η παράβαση θα μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο προσφυγής στηριζόμενης στο άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, πλην της διατάξεως του ίδιου του άρθρου 14.2. Πέραν τούτου, θα μπορούσε ενδεχομένως να πρόκειται για τις διατάξεις, παράβαση των οποίων προβάλλει πράγματι ο Ι. Rimšēvičs εν προκειμένω, που αποσκοπούν να προστατεύουν τους διοικητές από κάθε άσκηση πιέσεως από τα κράτη μέλη (40) (δεδομένου ότι η αδικαιολόγητη απαλλαγή διοικητή από τα καθήκοντά του ισοδυναμεί ακριβώς με άσκηση τέτοιας πιέσεως). Ομοίως, όπως υποδεικνύει η ΕΚΤ, θα μπορούσε να πρόκειται για τους κανόνες που σχετίζονται με τη λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου και του Ευρωσυστήματος καθώς και, γενικότερα, με τις οριζόντιες αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών.

92.      Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω δεν είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν με εξαντλητικό τρόπο οι διατάξεις των οποίων η παράβαση θα μπορούσε ενδεχομένως να προβληθεί προς στήριξη προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων, τόσο ο Ι. Rimšēvičs όσο και η ΕΚΤ προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στη Δημοκρατία της Λεττονίας ότι δεν απέδειξε ότι οι προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις για την απαλλαγή διοικητή από τα καθήκοντά του πληρούνται όσον αφορά τον Ι. Rimšēvičs (βλ. κατωτέρω υπό 1). Για λόγους πληρότητας, πρέπει να εξεταστεί η λυσιτέλεια δύο ακόμη ρυθμίσεων των οποίων την παράβαση προβάλλει ο Ι. Rimšēvičs, ήτοι, αφενός, του πρωτοκόλλου αριθ. 7 της ΣΛΕΕ περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. κατωτέρω υπό 2) και, αφετέρου, ορισμένων διατάξεων του λεττονικού δικαίου (βλ. κατωτέρω υπό 3).

1.      Επί της παραβάσεως του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ

93.      Ο Ι. Rimšēvičs και η ΕΚΤ υποστηρίζουν ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν τις πράξεις δωροδοκίας για τις οποίες κατηγορείται ο Ι. Rimšēvičs. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν απέδειξε ότι, εν προκειμένω, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ για την απαλλαγή διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του.

1)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

94.      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας L. A. Geelhoed στην υπόθεση Επιτροπή κατά Cresson (41), αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό των καθηκόντων των μελών των θεσμικών οργάνων της Ένωσης καθώς και των υψηλότερων δημόσιων αξιωμάτων στα κράτη μέλη να μην υπόκεινται οι κάτοχοι των θέσεων αυτών σε κανενός είδους ιεραρχικό έλεγχο και να μην μπορούν να παυθούν για λόγους που ανάγονται στην άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, η εξουσία κολασμού η οποία προορίζεται να τιμωρήσει ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του κατόχου τέτοιου αξιώματος απονέμεται, κατά κανόνα, είτε στο όργανο του οποίου είναι μέλος το εμπλεκόμενο πρόσωπο είτε σε άλλο όργανο, το οποίο είναι ισότιμο εντός του θεσμικού πλαισίου.

95.      Συναφώς, επισημάνθηκε ήδη ότι τα μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης μπορούν να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους μόνο από το Δικαστήριο, ενδεχομένως (ήτοι με εξαίρεση τα μέλη του ίδιου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) κατόπιν αιτήσεως του θεσμικού οργάνου του οποίου είναι μέλη ή άλλου θεσμικού οργάνου με ισότιμο θεσμικό καθεστώς (42). Συνεπώς, καίτοι το βάρος αποδείξεως της εκ μέρους του ενδιαφερόμενου προσώπου παραβάσεως των καθηκόντων του φέρει το θεσμικό όργανο που την προβάλλει, απόκειται μόνο στο Δικαστήριο, κάνοντας πλήρη χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό καθώς και να διαπιστώσει αν πράγματι συνέβησαν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά. Ως εκ τούτου, κατά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο μπορεί βεβαίως να λάβει υπόψη διαπιστώσεις περιεχόμενες σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου, αλλά δεν δεσμεύεται από τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που περιέχεται σε μια τέτοια απόφαση (43).

96.      Όπως επισήμανε η ΕΚΤ, ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί άμεσα επί της απαλλαγής των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών από τα καθήκοντά τους είναι ότι οι διοικητές διορίζονται και μπορούν να απαλλαγούν μόνο βάσει των διαδικασιών που ισχύουν στα οικεία κράτη μέλη (44). Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται άμεσα επί της απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του κατόπιν προσφυγής θεσμικού οργάνου, αλλά εξετάζει αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ορθώς απάλλαξε από τα καθήκοντά του τον διοικητή της κεντρικής τράπεζάς του. Εντούτοις, η διαφορά αυτή σε σχέση με τις διαδικασίες που καθιστούν δυνατή την απαλλαγή των μελών των θεσμικών οργάνων της Ένωσης από τα καθήκοντά τους έχει απλώς δικονομικό χαρακτήρα· από ουσιαστική άποψη, τα κριτήρια εξετάσεως είναι τα ίδια, καθώς, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πρέπει να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η απαλλαγή από τα καθήκοντα.

97.      Επομένως, απόκειται στο Δικαστήριο, αρχικά, να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στον ενδιαφερόμενο διοικητή, ήτοι να κρίνει αν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά είναι ικανά να αποδείξουν ότι αυτός δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή συνιστούν βαρύ παράπτωμα κατά την έννοια του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ (βλ. κατωτέρω υπό β). Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το Δικαστήριο οφείλει, εν συνεχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθώς και, ενδεχομένως, κάνοντας χρήση των εξουσιών διεξαγωγής αποδείξεων που του παρέχει ο Κανονισμός Διαδικασίας του, να εξετάσει αν πράγματι συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον εν λόγω διοικητή (βλ. κατωτέρω υπό γ).

2)      Επί της έννοιας των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εκτέλεση των καθηκόντων του διοικητή κεντρικής τράπεζας και της έννοιας του βαρέος παραπτώματος

98.      Το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ ορίζει ότι ο διοικητής κεντρικής τράπεζας μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο εάν δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων ή εάν διαπράξει βαρύ παράπτωμα, χωρίς ωστόσο να ορίζει ειδικότερα τις έννοιες αυτές.

99.      Εν προκειμένω, από την απόφαση του KNAB, της 19ης Φεβρουαρίου 2018, με την οποία ο Ι. Rimšēvičs χαρακτηρίστηκε ως ύποπτος (45) προκύπτει ότι ο τελευταίος κατηγορείται ότι ζήτησε και δέχθηκε ποσό ύψους τουλάχιστον 100 000 ευρώ, ως δωροδοκία, από μέλος του διοικητικού συμβουλίου τράπεζας και δεσμεύθηκε, ως αντάλλαγμα, να μην παρεμποδίσει τις δραστηριότητες της τράπεζας αυτής και να τη στηρίξει με συμβουλές και συστάσεις στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τη λεττονική επιτροπή χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιαγορών (Finanšu un kapitāla tirgus komisija). Επιπλέον, ο Ι. Rimšēvičs φέρεται να δεσμεύθηκε να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο στο πλαίσιο της εκτελέσεως των επίσημων καθηκόντων του και μέσω της επιρροής που μπορούσε να ασκήσει στις δραστηριότητες της επιτροπής χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιαγορών καθώς και μέσω των πληροφοριών που διέθετε λόγω των καθηκόντων του.

100. Δεδομένων των ισχυρισμών αυτών, δεν είναι αναγκαίο να ορίσει το Δικαστήριο με εξαντλητικό τρόπο την έννοια των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εκτέλεση των καθηκόντων διοικητή κεντρικής τράπεζας ή την έννοια του βαρέος παραπτώματος κατά το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, αρκεί να διαπιστωθεί ότι εν προκειμένω, εν πάση περιπτώσει, οι πράξεις που προσάπτει το KNAB στον Ι. Rimšēvičs, ήτοι πράξεις δωροδοκίας στο πλαίσιο της εκτελέσεως των επίσημων καθηκόντων του καθώς και καταστρατήγηση των καθηκόντων αυτών προς το συμφέρον ιδιωτικού οργανισμού, όχι μόνο συνιστούν –εφόσον αποδειχθεί ότι πράγματι συνέβησαν– βαρύ παράπτωμα του ενδιαφερόμενου διοικητή, αλλά αποδεικνύουν επίσης ότι αυτός δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η ΕΚΤ, η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει μόνο στη δεύτερη, αλλά και στην πρώτη περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

101. Αφενός, ακόμη και χωρίς να επιδιώκεται ο εξαντλητικός ορισμός των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εκτέλεση των καθηκόντων διοικητή κεντρικής τράπεζας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ανεξαρτησία συνιστά, εν πάση περιπτώσει, τον απαραβίαστο σκληρό πυρήνα αυτών (46). Συγκεκριμένα, όπως ήδη αναφέρθηκε δύο φορές, η ανεξαρτησία των εθνικών κεντρικών τραπεζών μελών του ΕΣΚΤ καθώς και του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ως κύριου οργάνου λήψεως αποφάσεων της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματος, κατοχυρώνεται στη Συνθήκη ΛΕΕ ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα των τιμών, πρωταρχικό στόχο της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ένωσης και του ΕΣΚΤ (47). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 130 ΣΛΕΕ καθώς και το άρθρο 7 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ ορίζουν ρητώς ότι τα μέλη των οργάνων λήψεως αποφάσεων της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών δεν μπορούν, κατά την άσκηση των εξουσιών και την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που τους ανατίθενται από τις Συνθήκες και το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, να ζητούν ούτε να δέχονται υποδείξεις από οποιονδήποτε οργανισμό.

102. Εξάλλου, η ανεξαρτησία είναι η πρώτη ιδιότητα την οποία πρέπει να διαθέτουν τα μέλη όλων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (48). Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σε σχέση με τα μέλη της Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των υψηλού επιπέδου ευθυνών που τους ανατίθενται, τα μέλη αυτά οφείλουν να τηρούν τα αυστηρότερα πρότυπα συμπεριφοράς, πράγμα το οποίο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να ενεργούν με πλήρη ανεξαρτησία και προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης και να προκρίνουν πάντοτε το συμφέρον αυτό έναντι των προσωπικών συμφερόντων (49).

103. Επομένως, η καταδίκη, αυτή καθεαυτήν, διοικητή κεντρικής τράπεζας για πράξεις όπως αυτές που προσάπτονται εν προκειμένω στον Ι. Rimšēvičs καταδεικνύει ότι ο τελευταίος δεν διαθέτει πλέον την απαιτούμενη ανεξαρτησία για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

104. Αφετέρου, όπως ορθώς επισημαίνει η ΕΚΤ, η έννοια του βαρέος παραπτώματος υποδηλώνει, στις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου της Ένωσης, παράνομη συμπεριφορά του κατόχου μιας θέσεως, η οποία είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την απαλλαγή του προσώπου αυτού από τα καθήκοντά του (50).

105. Οι πράξεις δωροδοκίας που προσάπτονται εν προκειμένω στον Ι. Rimšēvičs, οι οποίες συνιστούν –εφόσον αποδειχθεί ότι πράγματι συνέβησαν– παράβαση του άρθρου 320, παράγραφος 4, του λεττονικού ποινικού κώδικα, είναι, λαμβανομένης υπόψη της καθοριστικής σημασίας της αρχής της ανεξαρτησίας των διοικητών των κεντρικών τραπεζών, αρκούντως σοβαρές ώστε να δικαιολογούν την απαλλαγή διοικητή από τα καθήκοντά του και να συνιστούν, επομένως, βαρύ παράπτωμα κατά την έννοια του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

106. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι, εάν αποδειχθεί ότι οι πράξεις που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs πράγματι συνέβησαν, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ για την απαλλαγή από τα καθήκοντά του. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί εν συνεχεία αν η Δημοκρατία της Λεττονίας απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι οι πράξεις που προσάπτει στον Ι. Rimšēvičs πράγματι συνέβησαν.

3)      Επί των στοιχείων που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του

107. Όπως ορθώς επισημαίνει η ΕΚΤ, θα πρέπει καταρχήν να έχει επιβεβαιωθεί με απόφαση επί της ουσίας εκδοθείσα από ανεξάρτητο δικαστήριο ότι πραγματικά περιστατικά όπως αυτά που προβάλλει εν προκειμένω η Δημοκρατία της Λεττονίας πράγματι συνέβησαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να θεωρήσει τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά ως αποδεδειγμένα για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ (βλ. κατωτέρω υπό 1). Ελλείψει τέτοιας αποφάσεως, το Δικαστήριο πρέπει να διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσει την εδραία πεποίθηση ότι τα προβαλλόμενα εις βάρος του ενδιαφερόμενου διοικητή πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα (βλ. κατωτέρω υπό 2).

1)      Απόφαση επί της ουσίας εκδοθείσα από ανεξάρτητο δικαστήριο

108. Εάν υπάρχει απόφαση επί της ουσίας εκδοθείσα από ανεξάρτητο δικαστήριο η οποία επιβεβαιώνει ότι πράγματι συνέβησαν οι πράξεις που προσάπτονται στον ενδιαφερόμενο διοικητή, θα απόκειται σε αυτόν να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας του οικείου κράτους μέλους καθώς και λόγω της προσωπικής του καταστάσεως, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη προσεβλήθη και ότι η εν λόγω απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένες διαπιστώσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά (51). Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, το Δικαστήριο θα μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης σχετικά με τον σεβασμό, εκ μέρους όλων των κρατών μελών, του δικαίου της Ένωσης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αυτό αναγνωρίζει (52), να θεωρήσει αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, με τη δικαστική απόφαση, βεβαιώνεται ότι πράγματι συνέβησαν χωρίς να προβεί το ίδιο σε εκτίμηση των αποδείξεων.

109. Εν προκειμένω, ωστόσο, οι πράξεις που προσάπτει το KNAB στον Ι. Rimšēvičs δεν έχουν αποτελέσει ακόμη αντικείμενο αποφάσεως επί της ουσίας εκδοθείσας από ανεξάρτητο δικαστήριο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος που έθεσε η ΕΚΤ σχετικά με το αν, για τους σκοπούς της αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται στο πλαίσιο του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, μπορεί να αρκεί απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία δεν έχει ακόμη καταστεί αμετάκλητη.

110. Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, οι περιοριστικοί όροι που επέβαλε το KNAB στον Ι. Rimšēvičs με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018 (53) αποτέλεσαν βεβαίως αντικείμενο προσφυγής του Ι. Rimšēvičs ενώπιον του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας) καθώς και αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού εκδοθείσας στις 27 Φεβρουαρίου 2018 (54), η οποία περιλαμβάνεται στη διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η εν λόγω προσφυγή ασκήθηκε βάσει του άρθρου 262 του λεττονικού κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο καθιστά δυνατή την άσκηση προσφυγής κατά περιοριστικών όρων όπως οι επίμαχοι εν προκειμένω για τον λόγο ότι είναι αδύνατο να συμμορφωθεί ο ενδιαφερόμενος προς τους όρους αυτούς (55).

111. Ωστόσο, κατά τον Ι. Rimšēvičs και την ΕΚΤ, η εξέταση από τον δικαστή που επιλαμβάνεται τέτοιας προσφυγής αφορά μόνο την καταλληλότητα και την αναλογικότητα των επίμαχων περιοριστικών όρων σε σχέση με το προβαλλόμενο αδίκημα και τον επιδιωκόμενο σκοπό (ήτοι, για παράδειγμα, την ομαλή διεξαγωγή της έρευνας ή την αποτροπή άλλων επιζήμιων συνεπειών), καθώς και τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου. Αντιθέτως, δεν εξετάζονται το βάσιμο των εναντίον του ενδιαφερομένου κατηγοριών ούτε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων θεμελιώνονται οι εν λόγω κατηγορίες. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία της αποφάσεως του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, αφορά μόνο το βάσιμο των περιοριστικών όρων σε σχέση με τις εναντίον του Ι. Rimšēvičs κατηγορίες, αλλά ουδόλως αφορά το βάσιμο των κατηγοριών αυτών σε σχέση με πιθανά αποδεικτικά στοιχεία.

112. Βεβαίως, από το άρθρο 262, παράγραφος 3, του λεττονικού κώδικα ποινικής δικονομίας προκύπτει ότι ο δικαστής ο οποίος επιλαμβάνεται της προσφυγής που ασκείται δυνάμει της διατάξεως αυτής δύναται να ζητήσει τη διαβίβαση στοιχείων της δικογραφίας της ποινικής έρευνας καθώς και εξηγήσεις από τον αρμόδιο ανακριτή ή τον προσφεύγοντα. Επιπλέον, η απόφαση του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, περιέχει τη μνεία «λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας της ποινικής έρευνας υπ’ αριθ. […]» (56). Συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας) ο οποίος επιλήφθηκε της εν λόγω προσφυγής να εξέτασε αποδεικτικά στοιχεία προερχόμενα από τη δικογραφία της ποινικής έρευνας.

113. Εντούτοις, η απόφαση του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, δεν περιέχει καμία εκτίμηση περί αποδεικτικών στοιχείων ούτε επιβεβαίωση του υποστατού των πραγματικών περιστατικών βάσει αποδεικτικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή αναφέρεται μόνο στις «πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά οι οποίες προέρχονται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας [της ποινικής έρευνας]» (57). Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να συνίστανται τα στοιχεία της δικογραφίας της ποινικής έρευνας που διαβιβάστηκαν στον αρμόδιο για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), όπως και τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο (58), μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα τα οποία συνέταξαν οι ανακριτικές αρχές και περιέχουν έκθεση των πραγματικών περιστατικών χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να επιβεβαιώσει το υποστατό των εν λόγω πραγματικών περιστατικών.

114. Εξάλλου, η Δημοκρατία της Λεττονίας, καίτοι ερωτήθηκε ρητώς επ’ αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Ι. Rimšēvičs και της ΕΚΤ, κατά τους οποίους ο έλεγχος του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας) που επιλήφθηκε της εξετάσεως των περιοριστικών όρων δεν αφορούσε το βάσιμο των εναντίον του Ι. Rimšēvičs κατηγοριών και το υποστατό των πραγματικών περιστατικών στα οποία βασίστηκαν οι κατηγορίες αυτές. Επιπλέον, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε στοιχεία ούτε παρέσχε, τουλάχιστον, εξηγήσεις για να στηρίξει την άποψή της ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αναγνωρίσει την απόφαση του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ως αποδεικνύουσα ότι πράγματι συνέβησαν οι πράξεις που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs και, ως εκ τούτου, να μην προβεί το ίδιο σε εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και διαπίστωση περί του υποστατού των εν λόγω πράξεων.

115. Το Δικαστήριο μπορεί κατά ελάσσονα λόγο να στηριχθεί στην απόφαση του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, προκειμένου να εξακριβώσει το υποστατό των προσαπτόμενων στον Ι. Rimšēvičs πράξεων καθόσον ο τελευταίος υποστηρίζει ότι δεν είχε πρόσβαση, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως και ακόμη και μέχρι σήμερα, σε αποδείξεις δυνάμενες να θεμελιώσουν τις εναντίον του κατηγορίες. Η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό. Ως εκ τούτου, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας) είχε πρόσβαση σε ορισμένες αποδείξεις της δικογραφίας της ποινικής έρευνας, δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί αν τις εκτίμησε στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας ικανής να διασφαλίσει τα δικαιώματα άμυνας του Ι. Rimšēvičs.

116. Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον Ι. Rimšēvičs αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο αποφάσεως του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας), εκδοθείσας στις 22 Αυγούστου 2018 (59). Η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί καταγγελίας με την οποία ο Ι. Rimšēvičs αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο οι λεττονικές αρχές εκτέλεσαν τη διάταξη ασφαλιστικών μέτρων του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου, της 20ής Ιουλίου 2018, ΕΚΤ κατά Λεττονίας (60). Ο αρμόδιος για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστής του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας) έκανε εν μέρει δεκτή την καταγγελία αυτή διαπιστώνοντας ότι, λόγω αντιφάσεων ως προς το περιεχόμενο των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν στον Ι. Rimšēvičs, οι εν λόγω όροι δεν ήταν δυνατό να εκτελεστούν. Κατόπιν τούτου, οι λεττονικές αρχές εξέδωσαν νέα απόφαση για την τροποποίηση των επίμαχων περιοριστικών όρων (61).

117. Πάντως, από την απόφαση του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας), της 22ας Αυγούστου 2018, προκύπτει ότι ο έλεγχος που ο δικαστής αυτός διενήργησε περιορίστηκε επίσης στη δυνατότητα εφαρμογής των επίμαχων περιοριστικών όρων. Ως εκ τούτου, έστω και εάν ο δικαστής αυτός έλαβε στοιχεία από τη δικογραφία της ποινικής έρευνας, δεν προκύπτει ότι διενήργησε οποιουδήποτε είδους έλεγχο του βασίμου των προβαλλόμενων εις βάρος του Ι. Rimšēvičs ισχυρισμών περί πραγματικών περιστατικών.

118. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στην απόφαση του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ούτε σε εκείνη του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας), της 22ας Αυγούστου 2018, προκειμένου να εξακριβώσει το υποστατό των πράξεων που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs.

2)      Αποδεικτικά στοιχεία επαρκή ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να βεβαιωθεί για το υποστατό των πραγματικών περιστατικών

119. Όπως ορθώς υποστηρίζει η ΕΚΤ, απόφαση επί της ουσίας εκδοθείσα από ανεξάρτητο δικαστήριο δεν μπορεί ωστόσο να είναι το μόνο μέσο που διαθέτει το κράτος μέλος, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, προκειμένου να αποδείξει το υποστατό των πράξεων που δικαιολογούν, κατά την άποψή του, την απαλλαγή του διοικητή της κεντρικής τράπεζάς του από τα καθήκοντά του.

120. Επομένως, προβλέποντας τη δυνατότητα απαλλαγής διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του σε αυστηρώς καθορισμένες περιπτώσεις, το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ δεν προστατεύει μόνο την ανεξαρτησία των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών, αλλά και την εύρυθμη λειτουργία του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, εάν ο διοικητής κεντρικής τράπεζας ο οποίος κρίθηκε ένοχος για πράξεις όπως οι προσαπτόμενες στον Ι. Rimšēvičs συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντά του, να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων και να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες εντός της οικείας κεντρικής τράπεζας, του ΕΣΚΤ και του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, τούτο θα συνιστούσε σοβαρή απειλή για την εύρυθμη λειτουργία των οργάνων αυτών. Η έρευνα και η διαδικασία, όμως, οι οποίες οδηγούν στην έκδοση επί της ουσίας καταδικαστικής αποφάσεως από δικαστήριο ενδέχεται να έχουν μεγάλη διάρκεια.

121. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διαφυλαχθεί η εύρυθμη λειτουργία του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, πρέπει να είναι δυνατή η προσωρινή αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του διοικητή εν αναμονή της περατώσεως ποινικής διαδικασίας, εάν υπάρχουν στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν, αυτά καθεαυτά και όχι μόνο μέσω εικασιών, το υποστατό των προβαλλόμενων πραγματικών περιστατικών. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πρέπει να είναι αρκούντως ακριβή και συγκλίνοντα προκειμένου να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο την εδραία πεποίθηση ότι τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν πράγματι χώρα (62).

122. Επομένως, υπό εξαιρετικές περιστάσεις όπως οι προβαλλόμενες εν προκειμένω από τη Δημοκρατία της Λεττονίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του εάν το κράτος μέλος προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι ο διοικητής αυτός κρίθηκε ένοχος για πράξεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή ότι διέπραξε βαρύ παράπτωμα κατά την έννοια του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

123. Επιβάλλεται όμως εκ προοιμίου η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, το Δικαστήριο δεν διαθέτει κανένα στοιχείο που θα του παρείχε τη δυνατότητα να εξακριβώσει το βάσιμο των ισχυρισμών περί πραγματικών περιστατικών τους οποίους προβάλλει το KNAB όσον αφορά τον Ι. Rimšēvičs.

124. Συγκεκριμένα, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε, καταρχάς, κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των αρχικών δικογράφων της στις υποθέσεις C-202/18 και C-238/18 (63). Ως εκ τούτου, κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο της ζήτησε να προσκομίσει εντός προθεσμίας οκτώ ημερών όλα τα αναγκαία έγγραφα για τη δικαιολόγηση των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν στον Ι. Rimšēvičs (64). Διατυπώνοντας το αίτημα αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε ειδικώς τη σημασία της προσκομίσεως των εγγράφων αυτών, τα οποία θα χρησίμευαν ως αιτιολογία και απόδειξη του βασίμου της επίμαχης αποφάσεως. Επομένως, το Δικαστήριο συνέστησε στη Δημοκρατίας της Λεττονίας να επιλέξει με ιδιαίτερη προσοχή τα έγγραφα που θα του προσκόμιζε.

125. Κατόπιν τούτου, η Δημοκρατία της Λεττονίας διαβίβασε στο Δικαστήριο 44 έγγραφα, τα οποία περιείχαν περίπου 270 σελίδες και περιλάμβαναν, αφενός, διαδικαστικά έγγραφα σχετικά με τον χαρακτηρισμό του Ι. Rimšēvičs ως υπόπτου, την επιβολή των περιοριστικών όρων εις βάρος του και την απαγγελία κατηγοριών εναντίον του (65) και, αφετέρου, αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του KNAB, της Τράπεζας της Λεττονίας, της ΕΚΤ καθώς και των γερμανικών αρχών σχετικά με τις δραστηριότητες του Ι. Rimšēvičs εντός της ΕΚΤ και αποφάσεις της ΕΚΤ σχετικές με την τράπεζα υπέρ της οποίας φέρεται να ενήργησε ο Ι. Rimšēvičs. Από τα έγγραφα αυτά, ορισμένα αρκετά εκτενή υποβλήθηκαν εις διπλούν καθώς και σε διάφορες γλωσσικές αποδόσεις.

126. Επομένως, πέραν των δύο ήδη αναλυθεισών αποφάσεων των αρμόδιων για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστών (66) καθώς και των απλών διοικητικών εγγράφων, τα έγγραφα που διαβίβασε η Δημοκρατία της Λεττονίας περιλαμβάνουν αποκλειστικώς έγγραφα συνταχθέντα από διοικητικές αρχές σχετικά με τον ρόλο και τις προβαλλόμενες ενέργειες του Ι. Rimšēvičs.

127. Βεβαίως, τα έγγραφα αυτά απαριθμούν τις αιτιάσεις και κατηγορίες που απήγγειλαν οι λεττονικές αρχές και εκθέτουν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο Ι. Rimšēvičs. Επιπλέον, παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ανατρέξει στην εξέλιξη των γεγονότων και των διαδικασιών που έλαβαν χώρα στη Λεττονία από τη σύλληψη του Ι. Rimšēvičs στις 17 Φεβρουαρίου 2018 καθώς και στην επικοινωνία μεταξύ των λεττονικών ανακριτικών αρχών, της Τράπεζας της Λεττονίας και της ΕΚΤ, είναι δε λεπτομερή σε τέτοιο βαθμό ώστε να περιέχουν έως και τις επιστολές για τη διαβίβαση εγγράφων μεταξύ αρχών, τη σημείωση μεταφραστή και διάφορα αιτήματα μεταφράσεως.

128. Ωστόσο, τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν κανένα πραγματικό στοιχείο ικανό να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς των λεττονικών αρχών και, επομένως, να οδηγήσει στη διαπίστωση του υποστατού των πράξεων που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs.

129. Κατά την απόφαση του KNAB, της 19ης Φεβρουαρίου 2018, σχετικά με τον χαρακτηρισμό του Ι. Rimšēvičs ως υπόπτου (67), τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι κατηγορίες περιλαμβάνουν ηχογραφήσεις και καταγραφές τηλεφωνικών συνομιλιών, καταθέσεις μαρτύρων, κατασχεθέντα αντικείμενα καθώς και πρακτικά επιθεωρήσεως. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο κανένα αποδεικτικό στοιχείο τέτοιου είδους.

130. Επομένως, όπως ορθώς επισημαίνει η ΕΚΤ, ουδόλως συνάγεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα, έστω μέσω τεκμηρίων, ότι οι ενέργειες που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs, οι οποίες παρατίθενται συνοπτικά στο σημείο 99 ανωτέρω, έλαβαν χώρα. Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι υπάρχουν στοιχεία ικανά να αποδείξουν το υποστατό των πράξεων αυτών, τα εν λόγω στοιχεία δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα που διαβίβασε στο Δικαστήριο η Δημοκρατία της Λεττονίας.

131. Υπό τις περιστάσεις αυτές, χωρίς να είναι καν αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις παραδεκτού των αποδείξεων ή ο τρόπος εκτιμήσεώς τους από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στη διάταξη αυτή για την απαλλαγή διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του. Ελλείψει οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την αλήθεια των ισχυρισμών περί πραγματικών περιστατικών τους οποίους προβάλλει η Δημοκρατία της Λεττονίας για να δικαιολογήσει ότι ο Ι. Rimšēvičs διέπραξε βαρύ παράπτωμα και, επομένως, δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

132. Όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο σε άλλους τομείς, η αποτελεσματικότητα του δικαιοδοτικού ελέγχου εντός της έννομης τάξεως της Ένωσης προϋποθέτει τη γνωστοποίηση των λόγων κάθε δυσμενούς αποφάσεως στον αρμόδιο δικαστή, προκειμένου αυτός να μπορεί να ασκήσει πλήρως τον έλεγχό του (68). Πάντως, η αποτελεσματικότητα του δικαιοδοτικού αυτού ελέγχου προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται στην αιτιολογία αποφάσεως, ούτως ώστε ο δικαιοδοτικός έλεγχος να μην περιορίζεται στην εκτίμηση της αόριστης βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων, αλλά να αφορά το αν οι λόγοι αυτοί είναι τεκμηριωμένοι (69).

133. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, προκειμένου να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του, η Δημοκρατία της Λεττονίας όφειλε να του διαβιβάσει όχι μόνο έγγραφα τα οποία οι λεττονικές αρχές συνέταξαν για τους σκοπούς της έρευνας και της απαγγελίας κατηγοριών στον Ι. Rimšēvičs, αλλά και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία βεβαιώνουν, αυτά καθεαυτά, ότι συνέβησαν τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά. Η ύπαρξη και μόνο εκκρεμούς ποινικής διώξεως η οποία δεν έχει οδηγήσει ακόμη σε διαπίστωση, με δικαστική απόφαση, περί πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διαπιστωθέντα πραγματικά στοιχεία (70).

134. Συγκεκριμένα, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει σε περίπτωση πραγματικών περιστατικών διαπιστωμένων με απόφαση επί της ουσίας εκδοθείσα από ανεξάρτητο δικαστήριο (71), το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί, ως διαπιστωθέντα, πραγματικά περιστατικά των οποίων η υπόσταση προβάλλεται μόνο από διοικητικές αρχές. Οι αρχές αυτές δεν καλύπτονται από τις ίδιες εγγυήσεις οργανικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας με τους δικαστές και δεν λαμβάνουν τις αποφάσεις τους κατόπιν κατ’ αντιμωλία διαδικασίας συνοδευόμενης από τις εγγυήσεις της πραγματικής προσφυγής (72). Επομένως, η αποδοχή ως διαπιστωθέντων των πραγματικών περιστατικών που προβάλλει διοικητική αρχή, χωρίς την άσκηση ελέγχου όσον αφορά το υποστατό τους, θα στερούσε από τους ενδιαφερομένους το δικαίωμά τους σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο και, εν προκειμένω, θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το ένδικο βοήθημα του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ και θα στερούσε από αυτό κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.

135. Έστω και εάν η Δημοκρατία της Λεττονίας παραθέτει, με τα υπομνήματά της, στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν κάποια ανεξαρτησία του KNAB κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν αμφισβητείται ότι το KNAB εντάσσεται στην εκτελεστική εξουσία και ουδόλως μπορεί να εξομοιωθεί με ανεξάρτητο δικαστήριο (73). Δεν αποδεικνύεται ούτε υποστηρίζεται ότι ισχύει κάτι διαφορετικό όσον αφορά τη γενική εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λεττονίας. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο Ι. Rimšēvičs, η εισαγγελία αυτή έχει εκδώσει επί του παρόντος απλώς απόφαση απαγγελίας κατηγοριών, αλλά δεν έχει περατώσει ακόμη την ανάκριση ούτε έχει παραπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο.

136. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν διαβίβασε στο Δικαστήριο τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για τη δικαιολόγηση των όρων που επιβλήθηκαν εις βάρος του Ι. Rimšēvičs.

137. Επιπροσθέτως, όπως προεκτέθηκε, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν μπορεί να επικαλεστεί τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων της δικογραφίας της ποινικής έρευνας προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη διαβίβαση στο Δικαστήριο αποδείξεων ικανών να στηρίξουν τους ισχυρισμούς της όσον αφορά τον Ι. Rimšēvičs (74). Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο επισήμανε στη Δημοκρατία της Λεττονίας ότι, σε άλλους τομείς, υπάρχει δυνατότητα, κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις, μη κοινοποιήσεως στον ενδιαφερόμενο αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (75). Στο ίδιο πνεύμα, η ΕΚΤ επισήμανε ότι είναι διατεθειμένη να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβάσεως στη δικογραφία εάν η ακεραιότητα της ποινικής έρευνας απαιτεί εμπιστευτική μεταχείριση τυχόν πληροφοριών που θα διαβιβάσει η Δημοκρατία της Λεττονίας στο Δικαστήριο. Η Δημοκρατία της Λεττονίας όμως δεν έδωσε συνέχεια στην επισήμανση αυτή της δυνατότητας να ζητήσει εμπιστευτική μεταχείριση τυχόν αποδείξεων που θα διαβιβάσει στο Δικαστήριο ούτε επικαλέστηκε επιτακτικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τέτοια εμπιστευτική μεταχείριση.

138. Τέλος, τα άρθρα 24 έως 30 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας θέτουν βεβαίως στη διάθεση του Δικαστηρίου ευρύ φάσμα μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων, πέραν του αιτήματος παροχής πληροφοριών και προσκομίσεως εγγράφων, της αυτοπρόσωπης εμφανίσεως των διαδίκων, της εξετάσεως μαρτύρων ή ακόμη της αυτοψίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει αυτεπαγγέλτως τέτοια μέτρα ελλείψει οποιασδήποτε προτάσεως αποδεικτικών μέσων ή ακόμη και οποιασδήποτε σχετικής ενδείξεως εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Εν προκειμένω, όμως, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο τη σκοπιμότητα οποιουδήποτε μέτρου διεξαγωγής αποδείξεων.

139. Επιπλέον, σε συμφωνία προς όσα προεκτέθηκαν σχετικά με τη φύση της υπό κρίση προσφυγής και το γεγονός ότι καθ’ ού η προσφυγή είναι το επίμαχο κράτος μέλος στο σύνολό του (76), το Δικαστήριο δεν μπορεί επίσης να απευθυνθεί απευθείας σε οντότητες εντός του εν λόγω κράτους μέλους όπως για παράδειγμα, εν προκειμένω, στο KNAB, για να τους ζητήσει άμεσα πληροφορίες. Επομένως, στο πλαίσιο τουλάχιστον της διαδικασίας του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, οι υποκρατικές οντότητες δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς από τα οποία το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει κάθε πληροφορία που εκτιμά αναγκαία δυνάμει του άρθρου 24 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

140. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι πράξεις που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs, εάν αποδεικνυόταν ότι πράγματι συνέβησαν, θα ήταν ικανές να καταδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ για την απαλλαγή διοικητή κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του.

141. Ωστόσο, η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς απόδειξη του υποστατού των πράξεων αυτών. Συνεπώς, το Δικαστήριο αδυνατεί να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ για την απαλλαγή του Ι. Rimšēvičs από τα καθήκοντά του.

142. Επομένως, η Δημοκρατία της Λεττονίας παρέβη το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ απαλλάσσοντας τον Ι. Rimšēvičs από τα καθήκοντά του χωρίς να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος με τον οποίο ο Ι. Rimšēvičs και η ΕΚΤ προβάλλουν παράβαση, εκ μέρους της Δημοκρατίας της Λεττονίας, του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

2.      Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

143. Ο Ι. Rimšēvičs υποστηρίζει ότι η απαλλαγή του από τα καθήκοντα του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας συνιστά παράβαση της ασυλίας της οποίας απολαύει ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εφαρμόζεται, βάσει του άρθρου 22, πρώτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αυτού, και στην ΕΚΤ καθώς και στα μέλη των οργάνων της και στο προσωπικό της.

144. Σύμφωνα με το άρθρο 11, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης απολαύουν, στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους, ετεροδικίας για πράξεις στις οποίες προέβησαν, συμπεριλαμβανομένου του προφορικού ή γραπτού λόγου, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά τους. Έστω και εάν η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο σε «ετεροδικία» (77), δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ερμηνευθεί η ασυλία αυτή, τουλάχιστον σε περιπτώσεις που αφορούν ανώτατα διευθυντικά στελέχη, ως παρέχουσα επίσης ασυλία κατά ποινικών διώξεων στα στελέχη αυτά (78). Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της ανεξαρτησίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ (79), φαίνεται, εξάλλου, λογικό να μην μπορούν να κινούνται κατά των προσώπων αυτών ποινικές διώξεις οι οποίες συνεπάγονται όρους όπως αυτοί που επέβαλε το KNAB εις βάρος του Ι. Rimšēvičs, ήτοι προφυλάκιση ή επιθεωρήσεις (80), χωρίς την έκδοση αποφάσεως περί άρσεως της ασυλίας από το διοικητικό συμβούλιο.

145. Η ασυλία που παρέχει στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να διακρίνεται από την προστασία κατά της απαλλαγής από τα καθήκοντα της οποίας απολαύουν οι διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών δυνάμει του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Ειδικότερα, σε περίπτωση απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του, η ανεξαρτησία του εξασφαλίζεται από το άρθρο 14.2 του εν λόγω καταστατικού, το οποίο ως lex specialis υπερισχύει των γενικών διατάξεων του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ –πράγμα το οποίο απόκειται, κατά περίπτωση, στο Δικαστήριο να εξακριβώσει– ο διοικητής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του χωρίς να είναι αναγκαία και η έκδοση αποφάσεως περί άρσεως της ασυλίας του. Συνεπώς, παράβαση των διατάξεων του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί, ως τέτοια, να προβληθεί κατά της αποφάσεως απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του στο πλαίσιο προσφυγής στηριζόμενης στο άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.

146. Ωστόσο, η ασυλία που παρέχει στους διοικητές το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τους προστατεύει κατά διώξεων ασκούμενων ανεξαρτήτως αποφάσεως απαλλαγής από τα καθήκοντα, πριν από την έκδοσή της (81) ή, ακόμη, σε περίπτωση ανακλήσεως τέτοιας αποφάσεως κατόπιν προσβολής της ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, η ασυλία αυτή θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στο πλαίσιο προσφυγής σχετικής με την απόφαση απαλλαγής διοικητή από τα καθήκοντά του, εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προς στήριξη της αποφάσεως αυτής έχουν εξασφαλιστεί κατά παράβαση της ασυλίας.

147. Εν προκειμένω, δεν είναι βεβαίως αναγκαίο να εξεταστεί το παραδεκτό αποδεικτικών στοιχείων που εξασφαλίστηκαν ενδεχομένως κατά παράβαση της ασυλίας του Ι. Rimšēvičs πριν από την απαλλαγή του από τα καθήκοντά του, δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της αιτιάσεως του Ι. Rimšēvičs η οποία αφορά παράβαση του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

148. Εντούτοις, η ασυλία που παρέχει το εν λόγω πρωτόκολλο στον Ι. Rimšēvičs θα μπορούσε να ασκήσει εκ νέου επιρροή εάν ο Ι. Rimšēvičs αποκαθίστατο στα καθήκοντά του κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου διαπιστώνουσας τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την απαλλαγή του από τα καθήκοντά του.

149. Συναφώς, η ΕΚΤ υποστήριξε, βεβαίως, ότι η ασυλία που παρέχει στον Ι. Rimšēvičs το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά μόνο τις πράξεις που εκτελεί υπό την ιδιότητα του μέλους του συμβουλίου της ΕΚΤ, ενώ οι πράξεις που του προσάπτουν οι λεττονικές αρχές τελέστηκαν από τον Ι. Rimšēvičs υπό την αποκλειστική ιδιότητά του ως διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, η τράπεζα υπέρ της οποίας φέρεται να ενήργησε ο Ι. Rimšēvičs, Trasta Komercbanka, τέθηκε υπό την άμεση προληπτική εποπτεία της λεττονικής επιτροπής χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιαγορών. Ως εκ τούτου, η τράπεζα αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο καμίας αποφάσεως προληπτικής εποπτείας εκ μέρους της ΕΚΤ, πλην της εκδοθείσας το 2016 αποφάσεως ανακλήσεως της άδειάς της. Επιπλέον, η απόφαση αυτή δεν συντάχθηκε από το διοικητικό συμβούλιο και εκδόθηκε από το εν λόγω συμβούλιο απλώς στο πλαίσιο διαδικασίας μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, η οποία δεν απαιτεί ρητή συμφωνία των μελών του (82).

150. Εντούτοις, σύμφωνα με τον κανονισμό 1024/2013 και παρά την αντίρρηση της ΕΚΤ που μνημονεύεται στο προηγούμενο σημείο, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ τουλάχιστον συμμετέχει στην προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων όπως η Trasta Komercbanka και είναι επιφορτισμένο με τη λήψη των αποφάσεων που αφορούν την άδειά τους. Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη των πράξεων που προσάπτει το KNAB στον Ι. Rimšēvičs (83), δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου το ενδεχόμενο η έρευνα του KNAB, καθώς και πλέον η έρευνα του εισαγγελέα της γενικής εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Λεττονίας, να αφορούν επίσης πράξεις τις οποίες τέλεσε ο Ι. Rimšēvičs κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ.

3.      Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως του λεττονικού δικαίου

151. Ο Ι. Rimšēvičs υποστηρίζει ότι το KNAB, επιβάλλοντας εις βάρος του τους επίμαχους περιοριστικούς όρους με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018, παραβίασε τον νόμο για την Τράπεζα της Λεττονίας καθώς και τον λεττονικό κώδικα ποινικής δικονομίας.

152. Αφενός, το KNAB παραβίασε τον νόμο για την Τράπεζα της Λεττονίας, ο οποίος θεσπίσθηκε για τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των σχετικών διατάξεων της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός καθιστά δυνατή την απαλλαγή του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας από τα καθήκοντά του μόνο σε ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις και μόνο με απόφαση που λαμβάνει το κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Λεττονίας.

153. Αφετέρου, το KNAB παραβίασε τον λεττονικό κώδικα ποινικής δικονομίας, καθώς δεν πληρούνται ως προς τον Ι. Rimšēvičs οι προβλεπόμενες για την επιβολή περιοριστικών όρων προϋποθέσεις, ήτοι ο κίνδυνος το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να παρεμποδίσει την έρευνα ή να διαπράξει άλλα αδικήματα. Συγκεκριμένα, ο Ι. Rimšēvičs συνεργάστηκε εξαρχής ενεργά με τους υπευθύνους της έρευνας. Επιπλέον, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ως διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας, ο Ι. Rimšēvičs δεν διαθέτει, εν πάση περιπτώσει, τις αναγκαίες εξουσίες για να ασκήσει, όπως του προσάπτεται, επιρροή υπέρ κάποιας τράπεζας. Τέλος, η σύλληψη του Ι. Rimšēvičs είναι παράνομη διότι δεν πληρούνται επίσης οι προβλεπόμενες στον κώδικα ποινικής δικονομίας προϋποθέσεις για να γίνει τέτοια σύλληψη.

154. Καταρχάς, επισημαίνεται, για παν ενδεχόμενο, ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο έχει επιληφθεί μόνο των περιοριστικών όρων που επέβαλε το KNAB στον Ι. Rimšēvičs με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2018, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η σύλληψή του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει τη νομιμότητα της συλλήψεως του Ι. Rimšēvičs (84).

155. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που αφορούν παραβίαση του λεττονικού δικαίου πρέπει να απορριφθούν χωρίς να απαιτείται η εξέταση του βασίμου τους από το Δικαστήριο.

156. Συγκεκριμένα, το επιτρεπτό της απαλλαγής διοικητή εθνικής κεντρικής τράπεζας από τα καθήκοντά του πρέπει να εκτιμάται μόνο υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, των προϋποθέσεων του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή τους (85).

157. Ως εκ τούτου, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών –πράγμα το οποίο απόκειται, κατά περίπτωση, στο Δικαστήριο να εξακριβώσει–, ο διοικητής εθνικής κεντρικής τράπεζας μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του ανεξαρτήτως τυχόν προϋποθέσεων που θέτει, κατά τα λοιπά, το εθνικό δίκαιο προκειμένου να γίνει τέτοια απαλλαγή. Αντιστρόφως, εάν οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, ο διοικητής κεντρικής τράπεζας δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, ακόμη και εάν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις ή εφαρμόστηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται προς τούτο από το εθνικό δίκαιο.

158. Επομένως, το ζήτημα αν ο διοικητής κεντρικής τράπεζας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του μέσω της «επίσημης» διαδικασίας που προβλέπεται για τον σκοπό αυτόν από το οικείο εθνικό δίκαιο ή μέσω άλλου μέτρου δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση του επιτρεπτού μιας τέτοιας απαλλαγής από τα καθήκοντα υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης. Τούτοι ισχύει έτι περισσότερο δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε (86), η έννοια της απαλλαγής από τα καθήκοντα κατά το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία συνδέεται όχι με τον τύπο του μέτρου και τον χαρακτηρισμό του στο εθνικό δίκαιο, αλλά με την ουσία και τα συγκεκριμένα αποτελέσματά του.

159. Επιπλέον, όπως επίσης προεκτέθηκε (87), εάν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ για την απαλλαγή διοικητή από τα καθήκοντά του, πρέπει να είναι δυνατή η προσωρινή αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του εν λόγω διοικητή εν αναμονή της περατώσεως ποινικής διαδικασίας ή της κινήσεως της «επίσημης» διαδικασίας απαλλαγής από τα καθήκοντα η οποία προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.

160. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η αιτίαση του Ι. Rimšēvičs που αφορά παραβίαση του νόμου για την Τράπεζα της Λεττονίας και του λεττονικού κώδικα ποινικής δικονομίας είναι αλυσιτελής και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.

4.      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

161. Όπως προεκτέθηκε (88), από την εξέταση των υπό κρίση υποθέσεων προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι οι πράξεις που προσάπτονται στον Ι. Rimšēvičs πράγματι συνέβησαν. Επομένως, το Δικαστήριο αδυνατεί να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ για την απαλλαγή του Ι. Rimšēvičs από τα καθήκοντα του διοικητή της Τράπεζας της Λεττονίας.

162. Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν ανωτέρω σχετικά με τη φύση των υπό κρίση προσφυγών (89), διαπιστώνεται ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας, απαλλάσσοντας τον Ι. Rimšēvičs από τα καθήκοντά του χωρίς να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή.

VI.    Δικαστικά έξοδα

163. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

164. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Λεττονίας είναι ο ηττηθείς διάδικος στις υπό κρίση υποθέσεις.

165. Επιπλέον, στην υπόθεση C-238/18, η ΕΚΤ ζήτησε να καταδικαστεί η Δημοκρατία της Λεττονίας στα δικαστικά έξοδα. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Λεττονίας πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να καταδικαστεί στα έξοδα της ΕΚΤ στην υπόθεση C-238/18. Το ίδιο ισχύει για τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Ιουλίου 2018 (C-238/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:581), με την οποία ο Αντιπρόεδρος επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

166. Αντιθέτως, στην υπόθεση C-202/18, ο Ι. Rimšēvičs δεν ζήτησε να καταδικαστεί η Δημοκρατία της Λεττονίας στα δικαστικά έξοδα, όπως και η Δημοκρατία της Λεττονίας δεν ζήτησε να καταδικαστεί ο Ι. Rimšēvičs στα δικαστικά έξοδα. Συνεπώς, ελλείψει αιτημάτων ως προς τα δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του στην υπόθεση C-202/18 (90).

VII. Πρόταση

167. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής στην υπόθεση C-202/18:

1)      Η Δημοκρατία της Λεττονίας, απαγορεύοντας στον Ilmārs Rimšēvičs να εκτελεί τα καθήκοντα του διοικητή της Latvijas Banka (Τράπεζας της Λεττονίας) με την απόφαση του Korupcijas novēršanas un apkarošanas birojs (γραφείου προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς, Λεττονία), της 19ης Φεβρουαρίου 2018, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14.2 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ευρωπαϊκών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

2)      Ο I. Rimšēvičs και η Δημοκρατία της Λεττονίας φέρουν έκαστος τα δικαστικά έξοδά του.

168. Περαιτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής στην υπόθεση C-238/18:

1)      Η Δημοκρατία της Λεττονίας, απαγορεύοντας στον I. Rimšēvičs να εκτελεί τα καθήκοντα του διοικητή της Latvijas Banka (Τράπεζας της Λεττονίας) με την απόφαση του Korupcijas novēršanas un apkarošanas birojs (γραφείου προλήψεως και καταπολεμήσεως της διαφθοράς, Λεττονία), της 19ης Φεβρουαρίου 2018, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14.2 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ευρωπαϊκών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

2)      Η Δημοκρατία της Λεττονίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Εξάλλου, το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο έχουν επιληφθεί διάφορων υποθέσεων σχετικών με την ανάκληση της άδειας της Trasta Komercbanka από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στις 3 Μαρτίου 2016· βλ. υποθέσεις T-247/16, Fursin κ.λπ. κατά ΕΚΤ, και T‑698/16, Trasta Komercbanka κ.λπ. κατά ΕΚΤ, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Fursin κ.λπ. κατά ΕΚΤ (T-247/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:623), καθώς και αιτήσεις αναιρέσεως κατά της εν λόγω διατάξεως στις υποθέσεις C-663/17 P, ΕΚΤ κατά Trasta Komercbanka κ.λπ.· C‑665/17 P, Επιτροπή κατά Trasta Komercbanka κ.λπ. και ΕΚΤ, και C-669/17 P, Trasta Komercbanka κ.λπ. κατά ΕΚΤ, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου.


3      Πρωτόκολλο αριθ. 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ (ΕΕ 2016, C 202, σ. 230).


4      Βλ. ιδίως άρθρο 12.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.


5      Βλ. ιδίως άρθρο 26, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2013, L 287, σ. 63).


6      Βλ. ιδίως άρθρο 119, παράγραφοι 2 και 3, άρθρο 127, παράγραφος 1, άρθρο 219, παράγραφοι 1 και 2, και άρθρο 282, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.


7      Κατά τον γενικό εισαγγελέα F. G. Jacobs, η ανεξαρτησία της ΕΚΤ δεν είναι, επομένως, αυτοσκοπός, αλλά σκοπεί να δώσει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά τον στόχο της σταθερότητας των τιμών· βλ. προτάσεις στην υπόθεση Επιτροπή κατά ΕΚΤ (C‑11/00, EU:C:2002:556, σημείο 150). Βλ. επίσης, σχετικά με τον σύνδεσμο μεταξύ ανεξαρτησίας της ΕΚΤ και στόχου σταθερότητας των τιμών, σχέδιο Συνθήκης για την τροποποίηση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με σκοπό τη δημιουργία οικονομικής και νομισματικής Ενώσεως, ανακοίνωση της Επιτροπής της 21ης Αυγούστου 1990, Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συμπλήρωμα 2/91, ιδίως σ. 14, 20 και 58.


8      Βλ. σημείο 31 των παρουσών προτάσεων.


9      C-202/18 (μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:489).


10      C-238/18 (μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:488).


11      C-238/18 R (μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:581).


12      Βάσει του άρθρου 35.5 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, κατά κανόνα, απόφαση της ΕΚΤ περί προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνεται από το διοικητικό συμβούλιο. Αντιθέτως, το άρθρο 14.2 του εν λόγω καταστατικού ορίζει ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προσφυγή μπορεί να ασκηθεί από τον ενδιαφερόμενο διοικητή ή το διοικητικό συμβούλιο. Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ αντικατοπτρίζει μόνο την εσωτερική αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου εντός της ΕΚΤ να αποφασίζει την άσκηση προσφυγής και δεν αποσκοπεί να αναγνωρίσει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής στο διοικητικό συμβούλιο αντί της ΕΚΤ στο σύνολό της. Επομένως, ορθώς, εν προκειμένω, την προσφυγή της υποθέσεως C-238/18 άσκησε η ΕΚΤ, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι την απόφαση προσφυγής στο Δικαστήριο έλαβε το διοικητικό συμβούλιο.


13      Πρβλ διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 1983, Χατζηδάκης Νήβας κατά Ταμείου Νομικών, Αθήνα (142/83, EU:C:1983:267, σκέψεις 3 και 4), και απόφαση της 30ής Ιουνίου 1993, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-181/91 και C-248/91, EU:C:1993:271, σκέψη 12).


14      Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 1995, Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής (T-84/94, EU:T:1995:9, σκέψη 26). Σχετικά με την ειδική εξουσία της ΕΚΤ να προσφύγει στο Δικαστήριο για να ζητήσει να διαπιστωθεί ότι εθνική κεντρική τράπεζα παρέβη τις υποχρεώσεις της, δυνάμει του άρθρου 271, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, βλ. υποσημείωση 25 των παρουσών προτάσεων.


15      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 61), της 14ης Ιανουαρίου 2016, Vodafone (C-395/14, EU:C:2016:9, σκέψη 40), και της 25ης Ιανουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C-314/16, EU:C:2018:42, σκέψη 47).


16      Βλ. γνώμη μου στην υπόθεση Pringle (C-370/12, EU:C:2012:675, σημεία 127 έως 131)· απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C-370/12, EU:C:2012:756, σκέψη 135), προτάσεις μου στην υπόθεση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:21, σημείο 32) καθώς και απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψεις 59 και 70).


17      Βλ., στη γαλλική γλώσσα, «[u]n recours contre la décision prise à cet effet peut être introduit» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[t]oute personne […] peut former […] un recours contre les actes […]» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ)· στην ολλανδική γλώσσα, «[t]egen een besluit daartoe kan de betrokken president of de Raad van bestuur beroep instellen» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[i]edere natuurlijke of rechtspersoon kan […] beroep instellen tegen handelingen […]» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ)· στη γερμανική γλώσσα, «[g]egen einen entsprechenden Beschluss kann der betreffende Präsident einer nationalen Zentralbank oder der EZB-Rat […] den Gerichtshof anrufen» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[j]ede […] Person kann […] gegen […] Handlungen […] Klage erheben» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ)· στη λεττονική γλώσσα, «var apstrīdēt šo lēmumu» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «jebkura […] persona […] var celt prasību par tiesību aktu» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ).


18      Βλ. πρόταση των διοικητών των κεντρικών τραπεζών της 27ης Νοεμβρίου 1990, δημοσιεύθηκε σε Agence Europe, Europe/Documents, αριθ. 1669/1670, 8 Δεκεμβρίου 1990, σ. 1, 6 του εγγράφου PDF (https://www.ecb.europa.eu/ecb/access_to_documents/document/cog_pubaccess/shared/data/ecb.dr.parcg2007_0005draftstatute.en.pdf?c34e41042567a5832ffd2adb7e5baa48), καθώς και πρότασή τους της 26ης Απριλίου 1991 (CONF-UEM 1613/91), σ. 1, 12 του εγγράφου PDF (https://www.ecb.europa.eu/ecb/access_to_documents/document/cog_pubaccess/shared/data/ecb.dr.parcg2007_0010draftstatute.en.pdf?77031b02df114d03b2da29d4d1ccf33d).


19      Ενώ η αγγλική απόδοση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[a]ny natural or legal person may […] institute proceedings against an act […]».


20      Βλ. πρόταση της Προεδρίας της Διακυβερνητικής Διασκέψεως για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της 28ης Οκτωβρίου 1991 [SN 3738/91 (UEM 82)], σ. 47 του εγγράφου PDF (http://ec.europa.eu/dorie/fileDownload.do;jsessionid=Xy2HP92HJVCBrNG02Sws0jJ2QqCrpL968JlDwYGhB2GL1BTJ2Q1V!233738690?docId=409907&cardId=409907).


21      Βλ., εκτός από τις αγγλικές αποδόσεις (σημείο 46 και υποσημείωση 19 των παρουσών προτάσεων), τις ισπανικές αποδόσεις: «[e]l gobernador afectado o el Consejo de Gobierno podrán recurrir las decisiones al respecto ante el Tribunal de Justicia» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[t]oda persona […] podrá interponer recurso […] contra los actos» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ)· τις ιταλικές αποδόσεις: «[u]na decisione in questo senso può essere portata dinanzi alla Corte di giustizia» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[q]ualsiasi persona […] può proporre[…] un ricorso contro gli atti» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ)· τις πορτογαλικές αποδόσεις: «[o] governador em causa ou o Conselho do BCE podem interpor recurso da decisão de demissão para o Tribunal de Justiça» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[q]ualquer pessoa […] pode interpor[…] recursos contra os atos […]» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ)· ή ακόμη τις δανικές αποδόσεις: «[e]n afgørelse om afskedigelse kan af den pågældende centralbankchef eller af Styrelsesrådet indbringes for Domstolen» (άρθρο 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ) έναντι «[e]nhver […] person kan […] indbringe klage med henblik på prøvelse af retsakter […]» (άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ).


22      Βλ. Van den Berg, C. C. A., The Making of the Statute of the European System of Central Banks, Άμστερνταμ, 2005, σ. 137 επ. (έκθεση των συζητήσεων σχετικά με τα άρθρα 14.1 και 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, ουδεμία μνεία συζητήσεων σχετικών με τη φύση της προσφυγής του άρθρου 14.2), καθώς και σ. 495 έως 497 (ο συγγραφέας απαριθμεί το σύνολο των εγγράφων που συμβουλεύθηκε και διευκρινίζει ότι παρέστη προσωπικά στις περισσότερες συζητήσεις των ομάδων εργασίας [σ. 496])· εξάλλου, ούτε τα αντίτυπα της εκδόσεως του Agence Europe, Bulletin quotidien Europe, του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου του 1991, τα οποία περιέχουν, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικές με τις συζητήσεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση σε επίπεδο υπουργών, περιέχουν ίχνη οποιασδήποτε συζητήσεως σχετικής με την προσφυγή του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.


23      Από τις ημερομηνίες και τα έγγραφα που μνημονεύονται στα σημεία 46 και 48 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι τα στοιχεία αυτά εισήχθησαν κατά τη διάρκεια των μερικών εβδομάδες που μεσολάβησαν από τη διακυβερνητική διάσκεψη για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της 30ής Οκτωβρίου 1991 έως την έγκριση της Συνθήκης του Μάαστριχτ κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που διεξήχθη από τις 9 έως τις 11 Δεκεμβρίου 1991.


24      Βλ., μεταξύ άλλων, για την Επιτροπή, άρθρο 247 ΣΛΕΕ (τα μέλη μπορούν να απαλλαγούν των καθηκόντων τους από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του Συμβουλίου ή της Επιτροπής)· για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (οι δικαστές μπορούν να απαλλαγούν των καθηκόντων τους με ομόφωνη απόφαση των δικαστών και των γενικών εισαγγελέων του Δικαστηρίου)· για την Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ, άρθρο 11.4 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ (το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τα μέλη από τα καθήκοντά τους αιτήσει του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής)· για το Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 286, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ (τα μέλη μπορούν να απαλλαγούν των καθηκόντων τους από το Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου)· για τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, άρθρο 228, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (το Δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του αιτήσει του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου).


25      Επομένως, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ (βλ. προηγούμενη υποσημείωση), τα οποία διορίζονται βάσει της διαδικασίας του άρθρου 11 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ και υπάγονται, ως εκ τούτου, στη σφαίρα της Ένωσης, η ΕΚΤ δεν μπορεί να ζητήσει άμεσα την απαλλαγή των διοικητών των κεντρικών τραπεζών μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ από τα καθήκοντά τους. Εάν η ΕΚΤ φρονεί ότι ο διοικητής εθνικής κεντρικής τράπεζας πρέπει να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 271, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, το οποίο της επιτρέπει να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά εθνικής κεντρικής τράπεζας, εάν εκτιμά ότι αυτή παρέβη κάποια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις Συνθήκες.


26      Πρβλ. σημεία 151 έως 160 των παρουσών προτάσεων.


27      Βλ. σημείο 5 των παρουσών προτάσεων.


28      Βλ. σημείο 9 των παρουσών προτάσεων.


29      Βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων.


30      Βλ. σημείο 5 των παρουσών προτάσεων.


31      Βλ. σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.


32      Βλ. επίσης ως προς το θέμα αυτό, σημεία 151 έως 160 των παρουσών προτάσεων.


33      Βλ., εκτός από τη γαλλική («[u]n gouverneur ne peut être relevé de ses fonctions») και τη λεττονική («Tikai tad, ja vadītājs vairs neatbilst nosacījumiem, kas vajadzīgi pienākumu veikšanai, vai ir izdarījis smagu pārkāpumu, viņu var atbrīvot no amata») απόδοση, για παράδειγμα, την αγγλική απόδοση («[a] Governor may be relieved from office only»)· την ισπανική απόδοση («[u]n gobernador sólo podrá ser relevado de su mandato»)· την ιταλική απόδοση («[u]n governatore può essere sollevato dall’incarico solo»)· τη γερμανική απόδοση («[d]er Präsident einer nationalen Zentralbank kann aus seinem Amt nur entlassen werden»)· την ολλανδική απόδοση («[e]n president kan slechts van zijn ambt worden ontheven»)· τη δανική απόδοση («[e]n centralbankchef kan kun afskediges»)· την πορτογαλική απόδοση («[u]m governador só pode ser demitido das suas funções»)· ή, ακόμη, τη ρουμανική απόδοση («[u]n guvernator poate fi eliberat din funcție numai») του άρθρου 14.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.


34      Βλ., για τα μέλη της Επιτροπής, άρθρα 246 και 247 ΣΛΕΕ· για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, άρθρο 11.4 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ· για τον Διαμεσολαβητή, άρθρο 228, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ· και για τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, άρθρο 286, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ (καίτοι η παράγραφος 6 της διατάξεως αυτής παραπέμπει, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, στην έννοια «relèvement de fonctions» [κατά τη γαλλική απόδοση], όπως και το άρθρο 6 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα μέλη του τελευταίου αυτού θεσμικού οργάνου).


35      Διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 20ής Ιουλίου 2018, ΕΚΤ κατά Λεττονίας (C-238/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:581, σκέψη 29).


36      Επί της ιδιαίτερης πτυχής της ασυλίας που παρέχεται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ με το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ (ΕΕ 2016, C 202, σ. 266), βλ. σημεία 143 έως 150 των παρουσών προτάσεων.


37      Βλ. σημεία 119 επ. των παρουσών προτάσεων.


38      Βλ. σημείο 11 των παρουσών προτάσεων.


39      Βλ. σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.


40      Άρθρο 130 ΣΛΕΕ και άρθρο 7 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ.


41      C-432/04 (EU:C:2006:140, σημείο 70).


42      Βλ. σημείο 56 και υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων.


43      Πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, Επιτροπή κατά Cresson (C-432/04, EU:C:2006:455, σκέψεις 120 και 121).


44      Βλ. σημεία 37 και 56 των παρουσών προτάσεων.


45      Βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


46      Βλ., για παρόμοια συλλογιστική σχετικά με τα πρότυπα προσήκουσας συμπεριφοράς τα οποία πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των επιτρόπων, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed στην υπόθεση Επιτροπή κατά Cresson (C-432/04, EU:C:2006:140, σημείο 78).


47      Βλ. σημεία 5 και 76 των παρουσών προτάσεων.


48      Βλ. μεταξύ άλλων, για τα μέλη της Επιτροπής, άρθρο 17, παράγραφος 3, ΣΕΕ και άρθρο 245 ΣΛΕΕ καθώς και, για τα μέλη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 19, παράγραφος 2, ΣΕΕ και άρθρα 253 και 254 ΣΛΕΕ.


49      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, Επιτροπή κατά Cresson (C-432/04, EU:C:2006:455, σκέψη 70).


50      Βλ., μεταξύ άλλων, για τον Διαμεσολαβητή, άρθρο 228, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ· για τα μέλη της Επιτροπής, άρθρο 247 ΣΛΕΕ· για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, άρθρο 11.4 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ· για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της Ένωσης, άρθρα 9 και 10 του παραρτήματος IX του κανονισμού αυτού και άρθρο 49 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης.


51      Πρβλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 79).


52      Βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 35 έως 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


53      Βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


54      Βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων.


55      Βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.


56      Ελεύθερη μετάφραση.


57      Ελεύθερη μετάφραση.


58      Βλ. εν συνεχεία σημεία 125 έως 130 των παρουσών προτάσεων.


59      Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.


60      C-238/18 R (μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:581)· βλ. σημεία 21 και 31 των παρουσών προτάσεων.


61      Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.


62      Πρβλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 2015, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-655/11, EU:T:2015:383, σκέψεις 175 και 176 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


63      Τα μόνα στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Δημοκρατία της Λεττονίας με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση C-238/18 είναι το σχέδιο νόμου περί τροποποιήσεως του νόμου για την Τράπεζα της Λεττονίας, η γνωμοδότηση της ΕΚΤ, της 2ας Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τις προπαρασκευαστικές εργασίας και τις αναγκαίες νομοθετικές τροποποιήσεις για την εισαγωγή του ευρώ και το έγγραφο της Τράπεζας της Λεττονίας, της 13ης Απριλίου 2018, σχετικά με τις αναγκαίες πληροφορίες στο πλαίσιο της υποθέσεως C-238/18.


64      Βλ. σημείο 33 των παρουσών προτάσεων.


65      Ήτοι αποφάσεις και έγγραφα του KNAB και του εισαγγελέα, καταγγελίες και έγγραφα του δικηγόρου του Ι. Rimšēvičs, τις αποφάσεις του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, και του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας), της 22ας Αυγούστου 2018 (βλ. σημεία 110 έως 118 των παρουσών προτάσεων), καθώς και έγγραφα σχετικά με τη διάταξη ασφαλιστικών μέτρων του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου, της 20ής Ιουλίου 2018, και την εκτέλεσή της στη Λεττονία (βλ. σημεία 21 και 22 των παρουσών προτάσεων).


66      Οι αποφάσεις του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas rajona tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου Ρίγας), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, και του αρμόδιου για τον έλεγχο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαστή του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (δικαστηρίου του διαμερίσματος Vidzeme της πόλης της Ρίγας), της 22ας Αυγούστου 2018 (βλ. σημεία 110 έως 118 των παρουσών προτάσεων).


67      Βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


68      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986, Johnston (222/84, EU:C:1986:206, σκέψη 21), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-402/05 P και C-415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψεις 336 και 337 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


69      Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑584/10 P, C-593/10 P και C-595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 119).


70      Βλ., mutatis mutandis, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 7ης Οκτωβρίου 2009, Y κατά Επιτροπής (F-29/08, EU:F:2009:136, σκέψεις 74 και 75).


71      Βλ. σημείο 108 των παρουσών προτάσεων.


72      Βλ. σχετικά με τις προϋποθέσεις αυτές, μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 38, 42, 44 και 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


73      Βλ. νομοθετικές διατάξεις σχετικά με το KNAB οι οποίες παρατίθενται στο σημείο 13 των παρουσών προτάσεων.


74      Βλ. σημείο 86 των παρουσών προτάσεων.


75      Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-584/10 P, C-593/10 P και C-595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψεις 125 έως 129), καθώς και άρθρο 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 4ης Μαρτίου 2015 (ΕΕ 2015, L 105, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2016 (ΕΕ 2016, L 217, σ. 72).


76      Βλ. σημείο 65 των παρουσών προτάσεων.


77      Αντιθέτως, το άρθρο 9 του εν λόγω πρωτοκόλλου κάνει λόγο, όσον αφορά τα μέλη του Κοινοβουλίου, για «εξαίρεση από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη». Το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιερώνει για τα μέλη του Κοινοβουλίου την ουσιαστική πτυχή της ασυλίας, ή «ανεύθυνο του βουλευτή», για τις γνώμες και τις ψήφους που δίδονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ενώ το άρθρο 9 του εν λόγω πρωτοκόλλου εγγυάται τη δικονομική πτυχή της ασυλίας, ή «ακαταδίωκτο του βουλευτή», έναντι δικαστικών διώξεων· βλ. σχετικά με τη διάκριση αυτή, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2008, Marra (C-200/07 και C-201/07, EU:C:2008:579, σκέψη 24), και της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Patriciello (C-163/10, EU:C:2011:543, σκέψη 18), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Poiares Maduro στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Marra (C-200/07 και C-201/07, EU:C:2008:369, σημείο 13), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση Patriciello (C-163/10, EU:C:2011:379, σημείο 3).


78      Πρβλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 2018, RQ κατά Επιτροπής (T‑29/17, EU:T:2018:717, σκέψεις 5 έως 12)· βλ. επίσης, στο ίδιο πλαίσιο, διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Ιουλίου 2016, Directeur général de l’OLAF κατά Επιτροπής (T-251/16 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:424, σκέψεις 10 έως 16), καθώς και, σε άλλο πλαίσιο, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 13ης Ιανουαρίου 2010, A και G κατά Επιτροπής (F-124/05 και F-96/06, EU:F:2010:2, σκέψη 60).


79      Βλ. σημεία 5, 76 και 101 των παρουσών προτάσεων.


80      Βλ. σημεία 16, 17 και 129 των παρουσών προτάσεων.


81      Επομένως, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να όφειλε το KNAB, προτού ξεκινήσει την έρευνά του σχετικά με τον Ι. Rimšēvičs στις 15 Φεβρουαρίου 2018, προτού διενεργήσει επιθεωρήσεις ή τουλάχιστον προτού συλλάβει τον Ι. Rimšēvičs στις 17 Φεβρουαρίου 2018 (βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων), να ζητήσει την άρση της ασυλίας του από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.


82      Σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 8, του κανονισμού 1024/2013 (βλ. υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων).


83      Βλ. σημείο 99 των παρουσών προτάσεων.


84      Ο Ι. Rimšēvičs επισημαίνει, χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες, ότι η σύλληψή του αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής σε εθνικό επίπεδο η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους και ότι ετοιμάζει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για αδικαιολόγητη στέρηση της ελευθερίας.


85      Πρβλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 1982, Pabst & Richarz (17/81, EU:C:1982:129, σκέψη 18), της 11ης Ιουλίου 2006, Chacón Navas (C-13/05, EU:C:2006:456, σκέψη 40), και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Associazione Italia Nostra Onlus (C-444/15, EU:C:2016:978, σκέψη 66).


86      Βλ. σημείο 77 των παρουσών προτάσεων.


87      Βλ. σημεία 119 έως 122 των παρουσών προτάσεων.


88      Βλ. σημεία 140 έως 142 των παρουσών προτάσεων.


89      Βλ. σημεία 52 έως 68 των παρουσών προτάσεων.


90      Ο διάδικος δεν μπορεί να καταδικαστεί πράγματι στα δικαστικά έξοδα παρά μόνον εάν υπάρχει ρητό σχετικό αίτημα (βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, Lestelle κατά Επιτροπής, C-30/91 P, EU:C:1992:252, σκέψη 38, και της 29ης Απριλίου 2004, Κοινοβούλιο κατά Ripa di Meana κ.λπ., C-470/00 P, EU:C:2004:241, σκέψη 86). Επομένως, ελλείψει αιτήματος ως προς τα δικαστικά έξοδα, το Δικαστήριο εφαρμόζει κατ’ αναλογία, ακόμη και εάν δεν έχει γίνει παραίτηση, την παράγραφο 4 του άρθρου 141 («Δικαστικά έξοδα σε περίπτωση παραιτήσεως») του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο, «[ε]ν απουσία αιτημάτων ως προς τα δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του» (βλ., όσον αφορά το άρθρο 69, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας της 19ης Ιουνίου 1991, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, Scott κατά Επιτροπής [C-276/03 P, EU:C:2005:590, σκέψη 39]· βλ., επίσης, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2015, Comité d’entreprise SNCM κατά Επιτροπής [C-410/15 P(I), EU:C:2015:669, σκέψη 22]).