Language of document : ECLI:EU:C:2019:10

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 10ης Ιανουαρίου 2019(1)

Υπόθεση C‑631/17

SF

κατά

Inspecteur van de Belastingdienst

[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ – Υπήκοος κράτους μέλους απασχολούμενος ως ναυτικός σε πλοίο υπό σημαία τρίτου κράτους – Εργοδότης εγκατεστημένος σε κράτος άλλο από εκείνο της κατοικίας του εργαζομένου – Προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού – Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας»






1.        Έχει το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (2), την έννοια ότι συνιστά τελική διάταξη του ρυθμιζόμενου από τον εν λόγω κανονισμό συστήματος των κανόνων που καθορίζουν την εφαρμοστέα νομοθεσία (κανόνων άρσεως συγκρούσεων) στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλειας, η οποία διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ρητώς μη προβλεπόμενη σε αυτόν, ή, αντιθέτως, έχει πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, έχοντας εφαρμογή μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα;

2.        Αυτό είναι κατ’ ουσίαν το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, η οποία έχει ως αντικείμενο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών), στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, Λεττονού υπηκόου, κατοίκου Λεττονίας, ο οποίος απασχολήθηκε για βραχύ χρονικό διάστημα σε εταιρία με έδρα στις Κάτω Χώρες σε πλοίο υπό σημαία τρίτης χώρας που κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα βρισκόταν εκτός του εδάφους της Ένωσης, και, αφετέρου, των ολλανδικών φορολογικών αρχών οι οποίες απαιτούν την καταβολή των κοινωνικών εισφορών για την εν λόγω περίοδο απασχολήσεως.

3.        Η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να ερμηνεύσει για πρώτη φορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, το οποίο συνιστά νέα διάταξη η οποία δεν υφίστατο στον προγενέστερο κανονισμό 1408/71 (3). Η απόφαση την οποία το Δικαστήριο θα εκδώσει στην παρούσα υπόθεση θα είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τον ορισμό της οικονομίας των κανόνων άρσεως συγκρούσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 883/2004.

I.      Νομικό πλαίσιο

4.        Το άρθρο 11 του κανονισμού 883/2004, πρώτο άρθρο του τίτλου ΙΙ, το οποίο επιγράφεται «Γενικοί κανόνες», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.

[…]

3.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16:

α)      το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους,

β)      ο δημόσιος υπάλληλος υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η υπηρεσία που τον απασχολεί,

γ)      το πρόσωπο το οποίο λαμβάνει παροχές ανεργίας σύμφωνα με το άρθρο 65, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους,

δ)      το πρόσωπο που καλείται ή καλείται εκ νέου να εκτελέσει στρατιωτική θητεία ή πολιτική υπηρεσία σε κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους,

ε)      οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων αʹ έως δʹ, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού που του εξασφαλίζουν παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών.

4.       Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, η μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα που ασκείται κανονικά σε πλοίο το οποίο ταξιδεύει στη θάλασσα υπό σημαία κράτους μέλους, θεωρείται ως δραστηριότητα που ασκείται σε αυτό το κράτος μέλος. Ωστόσο, το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους και αμείβεται για τη δραστηριότητα αυτή από επιχείρηση ή πρόσωπο του οποίου η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων του βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους μέλους εάν κατοικεί σε αυτό. Η επιχείρηση ή το πρόσωπο που καταβάλλει την αμοιβή θεωρείται ως εργοδότης για τους σκοπούς της εν λόγω νομοθεσίας.

[…]»

II.    Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία στην υπόθεση της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

5.        Κατά την περίοδο από τις 13 Αυγούστου 2013 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013 ο SF, Λεττονός υπήκοος και κάτοικος Λεττονίας, παρέσχε μισθωτή εργασία στην εταιρία Oceanwide Offshore Services B.V, η οποία εδρεύει στις Κάτω Χώρες.

6.        Κατά την εν λόγω περίοδο, ο SF απασχολούνταν ως ναυτικός, με την ιδιότητα του θαλαμηπόλου, σε πλοίο υπό σημαία Μπαχαμών, το οποίο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, βρισκόταν υπεράνω του γερμανικού τμήματος της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας.

7.        Όσον αφορά την περίοδο απασχολήσεως του SF για την εταιρία Oceanwide Offshore Services B.V., οι ολλανδικές φορολογικές αρχές, και συγκεκριμένα ο Inspecteur van de Belastingdienst (προϊστάμενος της ολλανδικής φορολογικής αρχής), βεβαίωσαν σε βάρος του κοινωνικές εισφορές.

8.        Θεωρώντας ότι δεν υπάγεται στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα των Κάτω Χωρών, ο SF άσκησε ενώπιον του Rechtbank Zeeland-West-Brabant (πρωτοδικείου του Zeeland-West-Brabant, Κάτω Χώρες) προσφυγή κατά της αποφάσεως των ολλανδικών φορολογικών αρχών.

9.        Το εν λόγω δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα στο Hoge Raad (Ανώτατο Δικαστήριο, Κάτω Χώρες), με σκοπό να προσδιοριστεί η νομοθεσία που δυνάμει του κανονισμού 883/2004 έχει εφαρμογή στην κατάσταση του SF.

10.      To Hoge Raad, το αιτούν δικαστήριο, λαμβάνει ως σημείο αφετηρίας ότι τόσο ο SF όσο και η εργασιακή του σχέση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 και ότι οι μισθωτές δραστηριότητές του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν μπορούν να εξομοιωθούν με δραστηριότητες ασκηθείσες στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

11.      Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι, εφόσον ουδεμία άλλη διάταξη του κανονισμού 883/2004 έχει εφαρμογή σε μια κατάσταση όπως εκείνη του SF, η κατάσταση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του εν λόγω κανονισμού και ότι, ως εκ τούτου, η εφαρμοστέα εν προκειμένω νομοθεσία είναι εκείνη του κράτους μέλους της κατοικίας του ενδιαφερόμενου, ήτοι το λεττονικό δίκαιο.

12.      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, εντούτοις, ότι ενώπιόν του προβλήθηκε ότι στην κατάσταση του SF έχει εφαρμογή το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου. Κατά το αιτούν δικαστήριο, αν γίνει δεκτό το εν λόγω νομικό πλαίσιο, η εφαρμοστέα νομοθεσία στην κατάσταση του SF θα είναι εκείνη του κράτους εγκαταστάσεως του εργοδότη, ήτοι το ολλανδικό δίκαιο.

13.      Συναφώς, έχοντας αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της απόψεώς του, το Hoge Raad (Ανώτατο Δικαστήριο, Κάτω Χώρες) υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Ποια εθνική νομοθεσία προσδιορίζεται από τον κανονισμό 883/2004 ως εφαρμοστέα για την περίοδο κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος παρέχει μισθωτή εργασία σε εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες εργοδότη σε μια κατάσταση όπως η υπό κρίση, η οποία αφορά πρόσωπο που (α) είναι κάτοικος Λεττονίας, (β) έχει τη λεττονική ιθαγένεια, (γ) εργάζεται ως μισθωτός για λογαριασμό εργοδότη που έχει την έδρα του στις Κάτω Χώρες, (δ) απασχολείται ως ναυτικός, (ε) παρέχει την εργασία του σε πλοίο υπό σημαία Μπαχαμών, και (στ) ασκεί τις δραστηριότητες αυτές εκτός του εδάφους της Ένωσης;»

III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14.      Η απόφαση περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 2017. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο SF, η Ελληνική, η Πολωνική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Νοεμβρίου 2018, παρέστησαν ο SF, η Ελληνική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

IV.    Νομική ανάλυση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

15.      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ποια είναι, δυνάμει του κανονισμού 883/2004, η εφαρμοστέα νομοθεσία σε μια κατάσταση όπως εκείνη του ενδιαφερόμενου στην κύρια δίκη, ο οποίος είναι κάτοικος του κράτους μέλους καταγωγής του και παρέσχε μισθωτή εργασία σε εργοδότη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, απασχολούμενος ως ναυτικός σε πλοίο υπό σημαία τρίτης χώρας, το οποίο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα βρισκόταν εκτός του εδάφους της Ένωσης.

16.      Συναφώς προβάλλονται δύο συγκρουόμενες μεταξύ τους απόψεις.

17.      Κατά την πρώτη άποψη, την οποία υποστηρίζουν το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, η Ελληνική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και ο SF, δεδομένου ότι η κατάσταση του ιδίου δεν διέπεται από άλλη διάταξη του κανονισμού 883/2004, επί της καταστάσεως αυτής έχει εφαρμογή η υπολειμματικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004. Ως εκ τούτου, ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας του.

18.      Κατά τη δεύτερη άποψη, την οποία, αντιθέτως, προβάλλουν η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση, η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 έχει εφαρμογή μόνον επί των προσώπων που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή σε μια κατάσταση όπως εκείνη του SF, ο οποίος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα. Σε μια κατάσταση όπως εκείνη του SF έχει, αντιθέτως, εφαρμογή, δυνάμει των διατάξεων του τίτλου II του κανονισμού 883/2004, ερμηνευόμενων υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου (4), η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκαταστημένος ο εργοδότης του ενδιαφερομένου.

19.      Επομένως, για να δώσει απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο καλείται να προσδιορίσει την εμβέλεια του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004. Προς τούτο, κατά την άποψή μου, πρέπει πρώτα να αναλυθεί η εν λόγω διάταξη στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού 883/2004, υπό το πρίσμα των νομολογιακών αρχών που έχει διαμορφώσει συναφώς το Δικαστήριο, και στη συνέχεια να καθοριστεί, με βάση την ανάλυση αυτή, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

2.      Η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, στο σύστημα του κανονισμού 883/2004

20.      Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως, ο σκοπός του κανονισμού 883/2004, με τον οποίο εκσυγχρονίσθηκαν και απλοποιήθηκαν οι κανόνες που περιλαμβάνονταν στον κανονισμό 1408/71, ενώ διατηρήθηκε ο ίδιος σκοπός, είναι ο συντονισμός των κοινωνικοασφαλιστικών συστημάτων των κρατών μελών, προς διασφάλιση της πραγματικής ασκήσεως της ελευθερίας κυκλοφορίας των προσώπων (5).

21.      Ο εν λόγω κανονισμός δεν οργανώνει ένα κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά διατηρεί ως έχουν τα διάφορα εθνικά συστήματα (6) διατυπώνοντας σειρά κοινών αρχών τις οποίες πρέπει να τηρούν οι κοινωνικοασφαλιστικές νομοθεσίες όλων των κρατών μελών και οι οποίες διασφαλίζουν, από κοινού με το προβλεπόμενο στον εν λόγω κανονισμό σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, ότι τα πρόσωπα που ασκούν την ελευθερία τους κυκλοφορίας και διαμονής εντός της Ένωσης δεν τυγχάνουν δυσμενούς μεταχειρίσεως από τα διάφορα εθνικά συστήματα επειδή έκαναν χρήση της εν λόγω ελευθερίας (7).

22.      Στο πλαίσιο αυτό, ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού 883/2004 περιέχει τους κανόνες άρσεως συγκρούσεων οι οποίοι καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας επί των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, αν ένα πρόσωπο εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, έχει κατ’ αρχήν εφαρμογή ο προβλεπόμενος στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού κανόνας της εφαρμογής μιας μόνον εθνικής νομοθεσίας, η δε εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία προσδιορίζεται βάσει των διατάξεων του τίτλου ΙΙ του ίδιου κανονισμού (8).

23.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι οι διατάξεις του ως άνω τίτλου συνιστούν ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, με τις οποίες δεν σκοπείται μόνον η αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών αλλά και η αποφυγή του ενδεχομένου τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 να μείνουν χωρίς προστασία σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ελλείψεως νομοθεσίας εφαρμοστέας επί των προσώπων αυτών (9).

24.      Το άρθρο 11 του κανονισμού 883/2004 αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» του τίτλου ΙΙ του εν λόγω κανονισμού και καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί ποια είναι η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή σε κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού(10).

25.      Όσον αφορά ειδικά τη διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εν λόγω διάταξη θεσπίζει κανόνα άρσεως συγκρούσεων σκοπός του οποίου είναι ο προσδιορισμός της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας για τη χορήγηση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004, τις οποίες μπορούν να ζητήσουν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία αʹ έως δʹ του άρθρου 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, ήτοι, μεταξύ άλλων, τα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα (11).

26.      Το Δικαστήριο είχε εξάλλου την ευκαιρία να προσδιορίσει τους συγκεκριμένους σκοπούς που επιδιώκει το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, οι οποίοι είναι ακριβώς οι εκτεθέντες στο σημείο 23 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί όχι μόνο στην αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής πλειόνων εθνικών νομοθεσιών σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και των εντεύθεν δυναμένων να ανακύψουν περιπλοκών, αλλά και στην αποφυγή του ενδεχομένου τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 να μείνουν χωρίς προστασία σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ελλείψεως νομοθεσίας εφαρμοστέας επί των προσώπων αυτών (12). Αντιθέτως, αυτή καθ’ εαυτήν, η εν λόγω διάταξη δεν έχει σκοπό να καθορίσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη δικαιώματος λήψεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι, κατ’ αρχήν, στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις προϋποθέσεις αυτές (13).

27.      Όσον αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όπως επισήμαναν το αιτούν δικαστήριο και ορισμένες από τις κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, η εν λόγω διάταξη συνιστά νέα ρύθμιση που εισήχθη με τον εν λόγω κανονισμό. Πράγματι, ο προγενέστερος κανονισμός 1408/71 δεν περιείχε καμία συγκρίσιμη διάταξη.

28.      Ο κανονισμός 1408/71 περιείχε μόνο μία διάταξη εν μέρει υπολειμματικού χαρακτήρα η οποία παρεμβλήθηκε (14), όπως επισήμανε η Επιτροπή, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder (C‑302/84, EU:C:1986:242). Ωστόσο, η διάταξη αυτή καθιστούσε δυνατό τον προσδιορισμό μόνον της εφαρμοστέας νομοθεσίας στα πρόσωπα επί των οποίων η νομοθεσία κράτους μέλους έπαυσε να έχει εφαρμογή, χωρίς να καταστεί εφαρμοστέα η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους (15).

29.      Επομένως, στο όλο σύστημα του κανονισμού 1408/71, μολονότι, όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο (16), στον τίτλο ΙΙ του εν λόγω κανονισμού υφίστατο πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, δεν υφίστατο ρητή τελική διάταξη του συστήματος αυτού, έχουσα γενικό πεδίο εφαρμογής, η οποία θα καθιστούσε δυνατό τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε όλες τις περιπτώσεις που ρητώς δεν προβλέπονταν στις διατάξεις του ως άνω τίτλου ΙΙ.

30.      Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο πράγματι χρειάστηκε να παρέμβει επανειλημμένως προκειμένου να καλύψει τα κενά του συστήματος προσδιορίζοντας, βάσει διασταλτικής ερμηνείας ή μέσω γενικής παραπομπής στις διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 1408/71, την εφαρμοστέα νομοθεσία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που ρητώς δεν ρυθμίζονταν από τους κανόνες άρσεως συγκρούσεων οι οποίοι περιέχονταν στον τίτλο ΙΙ του εν λόγω κανονισμού (17).

3.      Επί του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ,του κανονισμού 883/2004

31.      Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτέθηκαν στα προηγούμενα σημεία των παρουσών προτάσεων, είναι αναγκαία η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 για να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής και, ειδικότερα, για να διαπιστωθεί αν, όπως διατείνονται η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση, η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή μόνον επί των προσώπων που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα.

32.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της διατάξεως, αλλά και το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (18).

33.      Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή έχει αρκετά γενικόλογη διατύπωση. Έχει εφαρμογή σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων αʹ έως δʹ» της ίδιας παραγράφου, με την επιφύλαξη, αφενός, «των άρθρων 12 έως 16» και, αφετέρου, «άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού που […] εξασφαλίζουν [στο εν λόγω πρόσωπο] παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών».

34.      Η ανάλυση του γράμματος της διατάξεως δείχνει όχι μόνον ότι η τελευταία έχει γενικόλογη διατύπωση μέσω της χρήσεως της εκφράσεως «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» αλλά και ότι συνοδεύεται από δύο «επιφυλάξεις», ομοίως «γενικής εφαρμογής»: η πρώτη επιφύλαξη αφορά όλες τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 883/2004, ήτοι το σύνολο των κανόνων άρσεως συγκρούσεων οι οποίοι καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας επί των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού· η δεύτερη επιφύλαξη αφορά, αντιθέτως, οποιαδήποτε άλλη διάταξη του ίδιου κανονισμού.

35.      Η επιλεγείσα σύνταξη έχει, κατά την άποψή μου, ως αποτέλεσμα να κλίνουν τα πράγματα υπέρ ερμηνείας με την οποία στην εν λόγω διάταξη αποδίδεται ο χαρακτήρας κανόνα άρσεως συγκρούσεων αποτελούντος τελική διάταξη του συστήματος και έχοντος σκοπό να περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του κάθε περίπτωση για την οποία ο κανονισμός 883/2004 ρητώς δεν προβλέπει τη νομοθεσία που έχει εφαρμογή στην κατάσταση ενός ενδιαφερόμενου.

36.      Από την ανάλυση του γράμματος της διατάξεως δεν προκύπτει, αντιθέτως, κανένα στοιχείο που να μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Πράγματι, από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως ουδόλως προκύπτει ότι αυτή έχει εφαρμογή μόνο σε ειδικές κατηγορίες προσώπων.

37.      Όσον αφορά, δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη διάταξη, πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι ουδεμία άλλη διάταξη του κανονισμού 883/2004 και ουδεμία αιτιολογική του σκέψη παρέχουν στοιχεία υπέρ της απόψεως ότι το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως περιορίζεται μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα.

38.      Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή, για να δικαιολογήσει την άποψή της, αναφέρθηκε με μάλλον αινιγματικό τρόπο, στο άρθρο 2 του κανονισμού 883/2004. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, δεν προκύπτει με σαφήνεια, ούτε η Επιτροπή κατόρθωσε να τον εξηγήσει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω άρθρο, αυτό καθ’ εαυτό, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού αυτού μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα.

39.      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ενώπιόν του έτυχε επικλήσεως η αιτιολογική σκέψη 42 του κανονισμού 883/2004 προς στήριξη της απόψεως ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού αυτού περιορίζεται στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Από το γράμμα της εν λόγω αιτιολογικής σκέψεως (19) –η οποία άλλωστε αναφέρεται στην ιδιαίτερη κατάσταση του Βασιλείου της Δανίας– προκύπτει άνευ ετέρου ότι ο κανονισμός 883/2004 επεκτάθηκε στη νέα κατηγορία των προσώπων που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Εντούτοις, δεν βλέπει κανείς κατά ποιον τρόπο η ρητή αναγνώριση, στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, της ως άνω επεκτάσεως δύναται, αυτή καθ’ εαυτήν, να δικαιολογήσει περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 μόνο στην εν λόγω κατηγορία προσώπων.

40.      Κατ’ εμέ, στη διάρθρωση του ίδιου του άρθρου 11 δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να στηρίξει με άλλον τρόπο την άποψη περί περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Το γεγονός ότι στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου προβλέπεται συγκεκριμένη περίπτωση διαφορετική από εκείνες που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ έως δʹ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, ουδόλως δύναται, κατά τη γνώμη μου, να στηρίξει την άποψη ότι το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως περιορίζεται μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει στις «επιφυλάξεις» που υπομνήσθηκαν στο σημείο 34 των παρουσών προτάσεων.

41.      Αντιθέτως, από συστηματικής απόψεως, η ύπαρξη των εν λόγω δύο «επιφυλάξεων», οι οποίες καλύπτουν οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κανονισμού 883/2004, συνιστά, κατά την άποψή μου, αδιάσειστο επιχείρημα υπέρ του χαρακτήρα του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 ως τελικής διατάξεως του συστήματος διασφαλίζουσας την πληρότητά του.

42.      Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί επίσης, πάντοτε από συστηματικής απόψεως, το γεγονός ότι το άρθρο 11, στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη διάταξη, επιγράφεται «Γενικοί κανόνες» και αποτελεί το πρώτο άρθρο του τίτλου II του κανονισμού 883/2004, πράγμα που δείχνει με σαφήνεια ότι οι διατάξεις που περιέχονται σε αυτό προορίζονται να είναι γενικής εφαρμογής.

43.      Όσον αφορά, τρίτον, τους σκοπούς που επιδιώκονται με την επίμαχη διάταξη, αυτοί, όπως υπομνήσθηκε στο σημείο 26 των παρουσών προτάσεων, έχουν ήδη προσδιοριστεί με σαφήνεια από το Δικαστήριο.

44.      Συναφώς, θεωρώ ότι η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 υπό την έννοια ότι συνιστά γενικού και υπολειμματικού χαρακτήρα τελική διάταξη του συστήματος, η οποία διασφαλίζει τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε όλες τις περιπτώσεις που ρητώς δεν προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, είναι η πλέον κατάλληλη να διασφαλίσει την επίτευξη των σκοπών του εν λόγω κανόνα και του εν λόγω κανονισμού, ήτοι την αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής πλειόνων εθνικών νομοθεσιών σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και την αποφυγή του ενδεχομένου τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 να μείνουν χωρίς προστασία σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ελλείψεως νομοθεσίας εφαρμοστέας επί των προσώπων αυτών.

45.      Στενή ερμηνεία περιορίζουσα το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα ενέχει, πράγματι, τον κίνδυνο διατηρήσεως νομικών κενών σε αυτό το σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων που δημιουργήθηκε με τον κανονισμό 883/2004, με επακόλουθες καταστάσεις ανασφάλειας δικαίου τις οποίες θα πρέπει να αίρει ex post το Δικαστήριο, όπως έπραττε όσο ήταν σε ισχύ ο προγενέστερος κανονισμός 1408/71.

46.      Όσον αφορά τους σκοπούς της επίμαχης διατάξεως, σημειώνω επίσης ότι ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι από την πρόταση κανονισμού που κατέθεσε η ίδια το 1998 (20) –βάσει της οποίας εκδόθηκε στη συνέχεια ο κανονισμός 883/2004– προκύπτει ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα, δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της εν λόγω προτάσεως.

47.      Πράγματι, από την αιτιολογική έκθεση σχετικά με το άρθρο 8 της προτάσεως το οποίο στη συνέχεια κατέστη, στο τελικό κείμενο, το άρθρο 11 του κανονισμού ουδόλως προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη όσον αφορά την επίμαχη διάταξη (η οποία έμεινε κατ’ ουσίαν αμετάβλητη στο τελικό κείμενο του κανονισμού) ήταν ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής μόνο στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα (21).

48.      Εν κατακλείδι, από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως, σύμφωνα με τους σκοπούς του κανονισμού και του ίδιου του κανόνα όπως αυτοί έχουν προσδιοριστεί από το Δικαστήριο. Επομένως, ως τελική διάταξη διασφαλίζουσα την πληρότητα του συστήματος των κανόνων άρσεως συγκρούσεων το οποίο δημιούργησε ο εν λόγω κανονισμός, η επίμαχη διάταξη έχει, κατά την άποψή μου, εφαρμογή σε κάθε πρόσωπο που δεν εμπίπτει στις κατηγορίες των στοιχείων αʹ έως δʹ της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, ή για το οποίο ουδεμία άλλη διάταξη του ίδιου κανονισμού καθορίζει την εφαρμοστέα νομοθεσία, τούτο δε για οποιονδήποτε λόγο, και ως εκ τούτου όχι μόνο για τον λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα.

49.      Συναφώς σημειώνω επίσης ότι η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, που προτάθηκε στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, είναι σύμφωνη με την ερμηνεία που το Δικαστήριο υιοθέτησε ως προς τον κανόνα που αντικαταστάθηκε με την εν λόγω διάταξη, ήτοι ως προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, στη νομολογία του σχετικά με την τελευταία διάταξη, το Δικαστήριο, βασιζόμενο στη γενικόλογη διατύπωσή της, υιοθέτησε ευρεία ερμηνεία, καλύπτουσα «κάθε περίπτωση» όπου η νομοθεσία ενός κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή σε ένα πρόσωπο και «για οποιονδήποτε λόγο» (22). Τούτου λεχθέντος, η ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως που πρότεινα στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων δεν δύναται, κατά την άποψή μου, να κλονισθεί από τα λοιπά επιχειρήματα που η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση προέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

50.      Κατά πρώτον, όσον αφορά την από την Επιτροπή επίκληση, αφενός, του Πρακτικού Οδηγού για την εφαρμοστέα νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και την Ελβετία (23), ο οποίος καταρτίστηκε και εγκρίθηκε από τη διοικητική επιτροπή για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, και, αφετέρου, του εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Notes explicatives sur la modernisation de la coordination en matière de securité sociale» («Επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τον εκσυγχρονισμό του συντονισμού σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως») (24), πρέπει να επισημανθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα, μολονότι συνιστούν μέσα ερμηνείας του κανονισμού 883/2004, δεν έχουν υποχρεωτική ισχύ και ουδόλως δεσμεύουν το Δικαστήριο ή τα εθνικά δικαστήρια κατά την ερμηνεία του κανονισμού αυτού (25).

51.      Κατά δεύτερον, όσον αφορά τις διάφορες παραπομπές στη νομολογία από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πρέπει να επισημανθεί κατ’ αρχάς ότι η σκέψη 63 της αποφάσεως της 14ης Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑308/14, EU:C:2016:436), την οποία η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλέστηκε προς στήριξη της απόψεώς της και η οποία μνημονεύθηκε στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων, συνηγορεί αντιθέτως υπέρ ερμηνείας της επίμαχης διατάξεως υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή όχι μόνον επί των προσώπων που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Στη σκέψη αυτή, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την έκφραση «μεταξύ άλλων» (26) πριν αναφερθεί στην εν λόγω κατηγορία προσώπων, πράγμα που δείχνει την πρόθεση μη περιορισμού, μόνο σε αυτή την κατηγορία προσώπων, της εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως.

52.      Όσον αφορά τις προαναφερθείσες αποφάσεις Aldewereld και Kik, κατά το μέρος που άνευ ετέρου παρέχουν περαιτέρω χρήσιμα ερμηνευτικά στοιχεία, διαπιστώνεται ότι αυτές εκδόθηκαν από το Δικαστήριο πριν τεθεί σε ισχύ το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004, και επομένως σε ένα διαφορετικό νομικό πλαίσιο στο οποίο δεν υφίστατο τελική διάταξη του συστήματος διασφαλίζουσα την πληρότητά του. Ως εκ τούτου, οι λύσεις που έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο σε αυτό το διαφορετικό πλαίσιο δεν μπορούν να εφαρμοστούν στο νέο πλαίσιο του κανονισμού 883/2004, εντός του οποίου δεν είναι πλέον αναγκαίο να χρησιμοποιήσει το Δικαστήριο ερμηνευτικές λύσεις για την κάλυψη των κενών του κανονιστικού πλαισίου.

53.      Κατά τρίτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό που κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή προέβαλε σχετικά με την ύπαρξη, εντός του συστήματος του κανονισμού 883/2004, ιεραρχικής σχέσεως μεταξύ της lex loci laboris και της lex domicilii, θεωρώ ότι η ύπαρξη τέτοιας ιεραρχίας ως προς τα κριτήρια δεν δύναται, αυτή καθ’ εαυτήν, να δικαιολογήσει περιορισμό του πεδίου εφαρμογής διατάξεως του κανονισμού η οποία ρητώς δεν προβλέπει τέτοιον περιορισμό.

54.      Κατά τέταρτον, θεωρώ ότι η προταθείσα από εμέ ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 δεν αντίκειται στις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, τις οποίες επικαλέστηκαν η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 5, 8 και 17 του εν λόγω κανονισμού, στο σύστημα του τελευταίου στόχος της εν λόγω αρχής είναι η διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των προσώπων, που απασχολούνται εντός της Ένωσης, στο έδαφος κράτους μέλους, με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004.

55.      Εντούτοις, στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν ασκεί την μισθωτή του δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, με αποτέλεσμα ο σύνδεσμος μεταξύ της μισθωτής του δραστηριότητας και του εδάφους της Ένωσης να είναι πιο ασθενής, ουδόλως προκύπτει ότι οι επιταγές που απορρέουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με τον γενικότερο σκοπό του κανονισμού 883/2004 να διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (27), διασφαλίζονται πιο αποτελεσματικά με τη χρήση του κριτηρίου του συνδέσμου με τον τόπο εγκαταστάσεως του εργοδότη και όχι με τη χρήση του κριτηρίου της κατοικίας του ενδιαφερόμενου. Όπως ανέφεραν η Ελληνική και η Πολωνική Κυβέρνηση, σαφές παράδειγμα των ανωτέρω αποτελεί η περίπτωση των ναυτικών, όπως η περίπτωση του ενδιαφερόμενου στην υπόθεση της κύριας δίκης, των οποίων η απασχόληση χαρακτηρίζεται από έντονη διεθνή κινητικότητα και συχνά από βραχείας διάρκειας συμβάσεις ορισμένου χρόνου οι οποίες συνάπτονται εξ αποστάσεως.

56.      Τέλος, κατά πέμπτον, δεν εμποδίζει, κατά την άποψή μου, την προταθείσα από εμέ στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 ο ενδεχόμενος κίνδυνος, ο οποίος εκτέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η νομοθεσία του κράτους μέλους της κατοικίας του ενδιαφερομένου να μην περιέχει διατάξεις που καθιστούν δυνατή την υπαγωγή του στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα του εν λόγω κράτους μέλους με αποτέλεσμα να μείνει χωρίς προστασία ο ενδιαφερόμενος.

57.      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατέθηκε στα σημεία 20 επ. των παρουσών προτάσεων, ασφαλώς οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 883/2004 έχουν ως αποκλειστικό σκοπό τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας επί των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού και οι διατάξεις αυτές δεν αποσκοπούν, αυτές καθ’ εαυτές, στον καθορισμό των προϋποθέσεων συστάσεως του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε συγκεκριμένο κλάδο ενός τέτοιου συστήματος, ενώ στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις προϋποθέσεις αυτές (28).

58.      Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι η πληρότητα του συστήματος κανόνων άρσεως συγκρούσεων το οποίο θεσπίστηκε στον εν λόγω τίτλο ΙΙ έχει ως αποτέλεσμα ο νομοθέτης κάθε κράτους μέλους να στερείται της εξουσίας να καθορίζει ελεύθερα την έκταση και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της εθνικής του νομοθεσίας όσον αφορά τα πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτήν και όσον αφορά το έδαφος εντός του οποίου οι εθνικές διατάξεις παράγουν τα αποτελέσματά τους (29).

59.      Πράγματι, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες γεννάται το δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις ισχύουσες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, οι κανόνες άρσεως συγκρούσεων που προβλέπει ο κανονισμός 883/2004 επιβάλλονται κατά τρόπο δεσμευτικό στα κράτη μέλη και αυτά δεν έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν σε ποιο μέτρο είναι εφαρμοστέα η δική τους νομοθεσία ή η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους (30).

60.      Εξ αυτών προκύπτει ότι, υπό το πρίσμα του σκοπού των διατάξεων του προαναφερθέντος τίτλου II, οι οποίες, όπως υπομνήσθηκε στα σημεία 23 και 26 των παρουσών προτάσεων, σκοπούν, μεταξύ άλλων, να εμποδίσουν το ενδεχόμενο τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού να μείνουν χωρίς προστασία σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ελλείψεως νομοθεσίας εφαρμοστέας επί των προσώπων αυτών, οι προϋποθέσεις συστάσεως του δικαιώματος υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια τον αποκλεισμό, από το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης νομοθεσίας, των προσώπων επί των οποίων η νομοθεσία αυτή έχει εφαρμογή δυνάμει του κανονισμού 883/2004 (31).

4.      Επί του προδικαστικού ερωτήματος

61.      Ακριβώς υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων και της ερμηνείας του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 που πρότεινα στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων πρέπει, κατά την άποψή μου, να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο.

62.      Συναφώς, θεωρώ σκόπιμο κατ’ αρχάς να εξετασθεί αν είναι ορθές οι τρεις προϋποθέσεις επί των οποίων το αιτούν δικαστήριο θεμελιώνει το προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο (32).

63.      Πράγματι, πρώτον, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι ο SF εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, είναι Λεττονός υπήκοος και κάτοικος Λεττονίας και δεν αμφισβητείται ότι, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπάγεται στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, είτε της Λεττονίας είτε των Κάτω Χωρών (33).

64.      Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η μισθωτή δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία τρίτης χώρας το οποίο βρίσκεται σε διεθνή ύδατα υπεράνω του παρακείμενου σε κράτος μέλος τμήματος της υφαλοκρηπίδας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μισθωτή δραστηριότητα επί του εδάφους κράτους μέλους (34).

65.      Τρίτον, επίσης δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι η εργασιακή σχέση του SF έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος της Ένωσης. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν πολίτης της Ένωσης, κάτοικος κράτους μέλους, προσλαμβάνεται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος για λογαριασμό της οποίας ασκεί τις δραστηριότητές του (35).

66.      Τούτου λεχθέντος, σημειώνω ότι τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι υποβαλόντες παρατηρήσεις στο Δικαστήριο συμφωνούν ότι στην κατάσταση του ενδιαφερομένου στην κύρια δίκη δεν χωρεί εφαρμογή καμιάς άλλης διατάξεως του κανονισμού 883/2004 πλην του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ.

67.      Πράγματι, κατά πρώτον, στην κατάσταση αυτή δεν έχει εφαρμογή καμία διάταξη των στοιχείων αʹ έως δʹ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, και, ειδικότερα, δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο αʹ, δεδομένου ότι η δραστηριότητα του ναυτικού δεν ασκείται στο έδαφος κράτους μέλους.

68.      Κατά δεύτερον, δεν έχει εφαρμογή η παράγραφος 4 του ως άνω άρθρου 11, επειδή αυτή έχει εφαρμογή μόνο σε δραστηριότητες που ασκούνται σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους, ενώ εν προκειμένω η δραστηριότητα ασκήθηκε σε πλοίο υπό σημαία τρίτου κράτους.

69.      Κατά τρίτον, σε μια τέτοια κατάσταση δεν έχει εφαρμογή καμία από τις άλλες διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 883/2004, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε περιστάσεις διαφορετικές από εκείνες της υποθέσεως της κύριας δίκης (36), ούτε έχει εφαρμογή άλλη διάταξη του ίδιου κανονισμού.

70.      Υπό τις συνθήκες αυτές, και υπό το πρίσμα της ερμηνείας που εκτέθηκε στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων, θεωρώ ότι σε κατάσταση όπως εκείνη του SF έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 και ότι, ως εκ τούτου, πρόσωπο που βρίσκεται στην εν λόγω κατάσταση υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας του.

V.      Πρόταση

71.      Υπό το φως των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στοπροδικαστικόερώτημα του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) ως εξής:

Το άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας έχει την έννοια ότι υπήκοος κράτους μέλους, κάτοικος του κράτους μέλους καταγωγής του, ο οποίος παρέσχε μισθωτή εργασία σε εργοδότη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, απασχολούμενος ως ναυτικός σε πλοίο υπό σημαία τρίτης χώρας, το οποίο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα βρισκόταν εκτός του εδάφους της Ένωσης, υπάγεται για το επίμαχο χρονικό διάστημα στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας του.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2      Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (EE 2004, L 166, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 883/2004).


3      Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, σχετικά με την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός 1408/71). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε από τον κανονισμό 883/2004, με ισχύ από την 1η Μαΐου 2010.


4      Συγκεκριμένα, γίνεται παραπομπή στις αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1994, Aldewereld (C‑60/93, EU:C:1994:271), και της 19ης Μαρτίου 2015, Kik (C‑266/13, EU:C:2015:188).


5      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1, 3, 4 και 45 του κανονισμού 883/2004. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑308/14, EU:C:2016:436, σκέψη 67), και της 21ης Μαρτίου 2018, Klein Schiphorst (C‑551/16, EU:C:2018:200, σκέψη 31).


6      Αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑308/14, EU:C:2016:436, σκέψη 67), και της 21ης Μαρτίου 2018, Klein Schiphorst (C‑551/16, EU:C:2018:200, σκέψη 44).


7      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑308/14, EU:C:2015:666, σημείο 49).


8      Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2018:861, σκέψη 42).


9      Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2006:861, σκέψη 41), και υποσημείωση 6 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Bogatu (C‑322/17, EU:C:2018:818) με παραπομπή στη νομολογία που αφορά τον κανονισμό 1408/71, του οποίου η οικονομία ταυτίζεται με εκείνη του κανονισμού 883/2004. Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder (C‑302/84, EU:C:1986:242, σκέψη 21), της 11ης Ιουνίου 1998, Kuusijärvi (C‑275/96, EU:C:1998:279, σκέψη 28), της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, X (C‑570/15, EU:C:2017:674, σκέψη 14), και της 6ης Φεβρουαρίου 2018, Altun κ.λπ. (C‑359/16, EU:C:2018:63, σκέψη 29).


10      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Bogatu (C‑322/17, EU:C:2018:818, σημείο 34).


11      Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑308/14, EU:C:2016:436, σκέψη 63). Η υπογράμμιση δική μου.


12      Όπ.π., σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


13      Όπ.π., σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


14      Βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 2195/91 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (EOΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (ΕΕ 1991, L 206, σ. 2), και συγκεκριμένα τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού.


15      Πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, Kuusijärvi (C‑275/96, EU:C:1998:279, σκέψη 40).


16      Βλ. νομολογία μνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 των παρουσών προτάσεων.


17      Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 1983, Coppola (C‑150/82, EU:C:1983:4, σκέψη 11), της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder (C‑302/84, EU:C:1986:242, σκέψεις 13 και 14), και της 29ης Ιουνίου 1994, Aldewereld (C‑60/93, EU:C:1994:271, σκέψη 11), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. Ο. Lenz στην ίδια υπόθεση Aldewereld (C‑60/93, EU:C:1994:56, σημείο 11), καθώς και απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, Kik (C‑266/13, EU:C:2015:188, σκέψεις 48 και 49).


18      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2018, Klein Schiphorst (C‑551/16, EU:C:2018:200, σκέψη 34).


19      Κατά την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, «[σ]ύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, βάσει του συλλογισμού για την επέκταση του παρόντος κανονισμού σε όλους τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με σκοπό να εξευρεθεί λύση η οποία θα λαμβάνει υπόψη τυχόν περιορισμούς οι οποίοι συνδέονται με τα ειδικά χαρακτηριστικά συστημάτων βασιζόμενων στην κατοικία, κρίθηκε σκόπιμη ειδική παρέκκλιση, μέσω καταχώρισης στο παράρτημα ΧΙ “ΔΑΝΙΑ”, η οποία περιορίζεται στο δικαίωμα κοινωνικής σύνταξης αποκλειστικά σε σχέση με τη νέα κατηγορία των μη ενεργών προσώπων, στα οποία επεκτάθηκε ο παρών κανονισμός· η παρέκκλιση αυτή κρίθηκε σκόπιμη λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του δανικού συστήματος και του γεγονότος ότι, δυνάμει της ισχύουσας δανικής νομοθεσίας (Νόμος περί Συντάξεων) οι συντάξεις αυτές είναι εξαγώγιμες μετά δεκαετή περίοδο κατοικίας».


20      Κατατεθείσα από την Επιτροπή στις 21 Δεκεμβρίου 1998 πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου σχετικά με τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, [COM(1998) 779 τελικό].


21      Βλ. σ. 7 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως που προαναφέρθηκε στην προηγούμενη υποσημείωση.


22      Βλ., για περισσότερες λεπτομέρειες, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, Kuusijärvi (C‑275/96, EU:C:1998:279, σκέψη 40).


23      Βλ. ec.europa.eu/social/BlobServlet?docId=11366&langId=el.


24      Έγγραφο που διατίθεται μόνο στη γαλλική, στην αγγλική και στη γερμανική γλώσσα. https://ec.europa.eu/social/BlobServlet?docId=6481&langId=fr.


25      Πρβλ. υποσημείωση 12 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Bogatu (C‑322/17, EU:C:2018:818).


26      «Notamment» στη γαλλική γλώσσα, «in particular» στην αγγλική γλώσσα και «insbesondere» στη γερμανική γλώσσα.


27      Βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων.


28      Βλ., μεταξύ άλλων, μνημονευθείσα νομολογία στα σημεία 21 και 26 των παρουσών προτάσεων, καθώς και απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2018:861, σκέψη 47).


29      Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, Hoogstad (C‑269/15, EU:C:2016:802, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2018:861, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


31      Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2018:861, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


32      Βλ. σημείο 10 των παρουσών προτάσεων.


33      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, Kik (C‑266/13, EU:C:2015:188, σκέψεις 38 και 39).


34      Πρβλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, Kit (C‑266/13, EU:C:2015:188, σκέψη 40). Εντούτοις, όπως ορθώς σημείωσε η Ελληνική Κυβέρνηση, στην περίπτωση που οι εργασίες στο πλοίο στο οποίο απασχολήθηκε ο ενδιαφερόμενος αφορούν την εξερεύνηση και/ή εκμετάλλευση των πόρων επί του παρακείμενου σε κράτος μέλος τμήματος της υφαλοκρηπίδας, ζήτημα επί του οποίου στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί, η ανάλυση θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2012, Salemink (C‑347/10, EU:C:2012:17, σκέψεις 35 επ.), και της 19ης Μαρτίου 2015, Kik (C‑266/13, EU:C:2015:188, σκέψη 41, τελευταία περίοδος).


35      Βλ. αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1994, Aldewereld (C‑60/93, EU:C:1994:271, σκέψη 14), της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Petersen και Petersen (C‑544/11, EU:C:2013:124, σκέψη 42), και της 19ης Μαρτίου 2015, Kik (C‑266/13, EU:C:2015:188, σκέψη 43).


36      Πράγματι, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν συγκεκριμένους κανόνες που έχουν εφαρμογή στα πρόσωπα που αποτελούν το αντικείμενο αποσπάσεως (άρθρο 12), στα πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη (άρθρο 13), στα πρόσωπα που επέλεξαν προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως (άρθρο 14), στους συμβασιούχους υπαλλήλους των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 15), καθώς και ορισμένες εξαιρέσεις από τα άρθρα 11 έως 15 (άρθρο 16).