Language of document : ECLI:EU:C:2019:22

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 15ης Ιανουαρίου 2019 (1)

Υπόθεση C‑52/18

Christian Fülla

κατά

Toolport GmbH

[αίτηση του Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείου Norderstedt, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 1999/44/ΕΚ – Πώληση καταναλωτικού αγαθού – Δικαιώματα του καταναλωτή – Αναντιστοιχία του παραδοθέντος αγαθού με τη σύμβαση – Μεταγενέστερη περιαγωγή του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση – Υποχρεώσεις του πωλητή – Καθορισμός του τόπου όπου το αγαθό πρέπει να καταστεί διαθέσιμο προς επισκευή ή αντικατάσταση (τόπος μεταγενέστερης εκπληρώσεως) – Έννοια του όρου “σημαντική ενόχληση του καταναλωτή” – Έννοια του όρου “δωρεάν επισκευή” – Δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση»






1.        Υπάρχει, στην περίπτωση που καταναλωτικό αγαθό αγοράστηκε εξ αποστάσεως και ακολούθως προκύπτει ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία του με την οικεία σύμβαση, συγκεκριμένος κανόνας του δικαίου της Ένωσης ο οποίος καθορίζει τον τόπο όπου ο καταναλωτής οφείλει να καταστήσει διαθέσιμο το εν λόγω αγαθό στον πωλητή για να περιέλθει το αγαθό σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση;

2.        Στην εποχή του ψηφιακού εμπορίου, το ερώτημα αυτό αποκτά διαρκώς αυξανόμενη σημασία, ιδίως στις περιπτώσεις που πρόκειται για βαρέα ή ογκώδη καταναλωτικά αγαθά. Στην παρούσα υπόθεση, την οποία παρέπεμψε στο Δικαστήριο το Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείο Norderstedt, Γερμανία), υποστηρίζεται ότι αντίσκηνο διαστάσεων 5 × 6 μέτρα παραδόθηκε με ελαττώματα.

3.        Για να δώσει απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει ορισμένα ζητήματα που διέπονται από την οδηγία 1999/44/ΕΚ σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (στο εξής: οδηγία) (2).

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

4.        Η οδηγία εναρμόνισε, σε ορισμένο βαθμό, την υποχρέωση των πωλητών να περιάγουν τα καταναλωτικά αγαθά σε κατάσταση σύμφωνη με την οικεία σύμβαση.

5.        Οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας έχουν ως εξής:

«(1)      [Εκτιμώντας] ότι το άρθρο 153, παράγραφοι 1 και 3, [EK] ορίζει ότι η Κοινότητα συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με μέτρα θεσπιζόμενα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 95·

(2)      ότι η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων· ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αφορά όχι μόνο τις συναλλαγές από πρόσωπα που ενεργούν στα πλαίσια εμπορικών δραστηριοτήτων αλλά και συναλλαγές από μεμονωμένους ιδιώτες· ότι τούτο συνεπάγεται, για τους καταναλωτές που κατοικούν σε κράτος μέλος, τη δυνατότητα να κάνουν αγορές στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, με βάση ένα ομοιόμορφο ελάχιστο σύνολο δίκαιων κανόνων που διέπουν την πώληση καταναλωτικών αγαθών·

[…]

(12)      ότι, στις περιπτώσεις έλλειψης συμμόρφωσης, ο πωλητής μπορεί πάντα να προτείνει στον καταναλωτή, εν είδει διακανονισμού, οποιαδήποτε διαθέσιμη επανόρθωση· ότι εναπόκειται στον καταναλωτή να αποφασίσει αν θα δεχτεί ή θα απορρίψει την πρόταση·

[…]

(19)      ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν προθεσμία εντός της οποίας ο καταναλωτής οφείλει να ενημερώσει τον πωλητή για την έλλειψη συμμόρφωσης· ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, μη προβλέποντας αυτήν την υποχρέωση· ότι, πάντως, οι καταναλωτές σε όλη την Κοινότητα θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους προθεσμία τουλάχιστον δύο μηνών προκειμένου να ενημερώσουν τον πωλητή για την έλλειψη συμμόρφωσης».

6.        Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Τα καταναλωτικά αγαθά τεκμαίρονται σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης εάν:

α)      ανταποκρίνονται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή και έχουν τις ιδιότητες του αγαθού εκείνου που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον καταναλωτή ως δείγμα ή υπόδειγμα·

β)      είναι κατάλληλα για κάθε ειδική χρήση την οποία επιζητεί ο καταναλωτής και την οποία γνωστοποίησε στον πωλητή κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο δε πωλητής την αποδέχθηκε·

γ)      είναι κατάλληλα για τις χρήσεις για τις οποίες προορίζονται συνήθως τα αγαθά του ιδίου τύπου·

δ)      έχουν τη συνήθη ποιότητα και επιδόσεις ενός αγαθού του ίδιου τύπου τις οποίες μπορεί ευλόγως να αναμένει ο καταναλωτής, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αγαθών, ιδίως στο πλαίσιο της διαφήμισης ή της επισήμανσης.»

7.        Το άρθρο 3 της οδηγίας αφορά τα δικαιώματα των καταναλωτών σχετικά με τις συμβάσεις πωλήσεως καταναλωτικών αγαθών και τις συναφείς εγγυήσεις. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:

«1.      Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υπάρχει κατά την παράδοση του αγαθού.

2.      Όταν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα είτε σε δωρεάν αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού με επισκευή ή αντικατάσταση, σύμφωνα με την παράγραφο 3, είτε σε προσήκουσα μείωση του τιμήματος, είτε σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση όσον αφορά το αγαθό αυτό, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.

3.      Ο καταναλωτής έχει, κατ’ αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού, εκτός εάν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη.

Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη εάν, σε σύγκριση με τον εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, συνεπάγεται για τον πωλητή υπερβολικά υψηλό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη:

–        την αξία που θα είχε το αγαθό εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης,

–        τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης και

–        κατά πόσον ο εναλλακτικός τρόπος επανόρθωσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.

Η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και τον σκοπό για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό.

4.      Ο όρος “δωρεάν” στις παραγράφους 2 και 3 αναφέρεται στα απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού ιδίως οι δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και το κόστος των υλικών.

5.      Ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει προσήκουσα μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση:

–        εάν ο καταναλωτής δεν δικαιούται ούτε επισκευή ούτε αντικατάσταση ή

–        εάν ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ή

–        εάν ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.

6.      Ο καταναλωτής δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση εάν η έλλειψη συμμόρφωσης είναι ασήμαντη.»

8.        Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, «[σ]τον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν εν ισχύ αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη Συνθήκη, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή».

2.      Το γερμανικό δίκαιο

9.        Η οδηγία μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με τροποποιήσεις που επήλθαν στον Bürgerliches Gesetzbuch (γερμανικό αστικό κώδικα, στο εξής: BGB).

10.      Το άρθρο 439 του BGB προβλέπει, όσον αφορά τη μεταγενέστερη εκπλήρωση, τα εξής:

«1)      Ο αγοραστής δικαιούται, κατ’ επιλογήν του, να απαιτήσει, ως μεταγενέστερη εκπλήρωση, την επισκευή του προϊόντος ή την παράδοση προϊόντος απαλλαγμένου ελαττωμάτων.

2)      Ο πωλητής βαρύνεται με τα απαραίτητα έξοδα για τη μεταγενέστερη εκπλήρωση, ιδίως τις δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και το κόστος των υλικών.

(3)       [...] ο πωλητής δύναται να αρνηθεί τον επιλεγέντα από τον αγοραστή τρόπο μεταγενέστερης εκπληρώσεως μόνον αν αυτός συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ειδικότερα, η αξία που θα είχε το αγαθό αν δεν υπήρχε η αναντιστοιχία του με τη σύμβαση, το πόσο σημαντική είναι η αναντιστοιχία αυτή και το αν μπορεί να προτιμηθεί ο έτερος τρόπος επανορθώσεως χωρίς σημαντική ενόχληση του αγοραστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαίωμα του αγοραστή περιορίζεται στον έτερο τρόπο μεταγενέστερης εκπληρώσεως· το δικαίωμα του πωλητή να αρνηθεί επίσης τον έτερο τρόπο επανορθώσεως, υπό τις προϋποθέσεις της πρώτης περιόδου, δεν θίγεται.

4)      Αν, για τους σκοπούς της μεταγενέστερης εκπληρώσεως, ο πωλητής παραδώσει αγαθό απαλλαγμένο ελαττωμάτων, δύναται να απαιτήσει από τον αγοραστή την επιστροφή του ελαττωματικού αγαθού σύμφωνα με τα άρθρα 346 έως 348.»

11.      Όσον αφορά τον τόπο εκπληρώσεως, το άρθρο 269 του BGB ορίζει τα εξής:

«1)      Αν ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής δεν ορίζεται ούτε μπορεί να συναχθεί σαφώς από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσεως, η παροχή εκπληρώνεται στον τόπο όπου ο οφειλέτης είχε την κατοικία του κατά τη γένεση της ενοχής.

2)      Αν η υποχρέωση προέρχεται από την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας του οφειλέτη και αυτός έχει την εμπορική του εγκατάσταση σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο κατοικίας του, αντί του τόπου της κατοικίας ισχύει ο τόπος της εγκαταστάσεως αυτής.

3)      Από το γεγονός και μόνον ότι ο οφειλέτης έχει αναλάβει τα έξοδα αποστολής δεν συνάγεται ότι ο τόπος όπου πρέπει να αποσταλεί η παροχή συμπίπτει με τον τόπο εκπληρώσεως της παροχής.»

II.    Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

12.      Το 2015 ο ενάγων της κύριας δίκης αγόρασε τηλεφωνικά από την εναγόμενη ένα αντίσκηνο διαστάσεων 5 × 6 μέτρα (το οποίο ονομαζόταν «Partytent»). Το αντίσκηνο παραδόθηκε στην κατοικία του ενάγοντος. Εν συνεχεία, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το αντίσκηνο είχε ορισμένα ελαττώματα. Η εναγόμενη απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς περί ελαττωμάτων.

13.      Ο ενάγων αξίωσε μεταγενέστερη εκπλήρωση, ήτοι την επισκευή του αντίσκηνου ή την αντικατάστασή του. Ωστόσο, ο ενάγων δεν απέστειλε το επίμαχο αγαθό στην εναγόμενη ούτε καν προσφέρθηκε να το πράξει.

14.      Ο τόπος μεταγενέστερης εκπληρώσεως δεν αποτέλεσε, στο σημείο αυτό, αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων. Ούτε η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ρυθμίζει το ζήτημα αυτό.

15.      Ωστόσο, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η εναγόμενη υποστήριξε, για πρώτη φορά, ότι ο τόπος μεταγενέστερης εκπληρώσεως είναι ο τόπος της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.

16.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εξακρίβωση του τόπου μεταγενέστερης εκπληρώσεως είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου να κριθεί αν ο ενάγων παρέσχε στην εναγόμενη τη δυνατότητα επανορθώσεως των ελαττωμάτων, ή αν της παρέσχε εύλογο χρονικό διάστημα κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας, ώστε αυτός να μπορέσει να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

17.      Επειδή αμφέβαλε όσον αφορά την ορθή ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, το Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείο Norderstedt) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της [οδηγίας] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να είναι δυνατή η επισκευή ή αντικατάσταση ενός καταναλωτικού αγαθού που αγοράστηκε εξ αποστάσεως, ο καταναλωτής υποχρεούται πάντοτε να καθιστά διαθέσιμο στον επιχειρηματία το καταναλωτικό αγαθό στον τόπο όπου βρίσκεται αυτό;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της [οδηγίας] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να είναι δυνατή η επισκευή ή αντικατάσταση ενός καταναλωτικού αγαθού που αγοράστηκε εξ αποστάσεως, ο καταναλωτής υποχρεούται πάντοτε να καθιστά διαθέσιμο στον επιχειρηματία το καταναλωτικό αγαθό στην επαγγελματική έδρα του επιχειρηματία;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:

Ποια κριτήρια μπορούν να συναχθούν από το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της [οδηγίας] ως προς τον καθορισμό του τόπου στον οποίο υποχρεούται ο καταναλωτής να καθιστά διαθέσιμο στον επιχειρηματία ένα καταναλωτικό αγαθό που αγόρασε εξ αποστάσεως, προκειμένου να είναι δυνατή η επισκευή ή αντικατάστασή του;

4)      Αν ο τόπος στον οποίο υποχρεούται ο καταναλωτής να καθιστά διαθέσιμο στον επιχειρηματία ένα καταναλωτικό αγαθό που αγόρασε εξ αποστάσεως, προς εξέταση και για να καταστεί δυνατή η μεταγενέστερη εκπλήρωση, είναι –πάντοτε ή στη συγκεκριμένη περίπτωση– η επαγγελματική έδρα του επιχειρηματία:

Είναι συμβατή με το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας], σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 4, η υποχρέωση του καταναλωτή να προκαταβάλει τα έξοδα της μεταφοράς προς και/ή από τον πωλητή, ή ανακύπτει για τον πωλητή υποχρέωση προκαταβολής λόγω του καθήκοντός του να παράσχει “δωρεάν επισκευή”;

5)      Αν ο τόπος στον οποίο υποχρεούται ο καταναλωτής να καθιστά διαθέσιμο στον επιχειρηματία ένα καταναλωτικό αγαθό που αγόρασε εξ αποστάσεως, προς εξέταση και για να καταστεί δυνατή η μεταγενέστερη εκπλήρωση, είναι –πάντοτε ή στη συγκεκριμένη περίπτωση– η επαγγελματική έδρα του επιχειρηματία, και αν η υποχρέωση προκαταβολής που έχει ο καταναλωτής είναι συμβατή με το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας], σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 4:

Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της [οδηγίας]. σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο καταναλωτής δεν έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αν απλώς υπέδειξε στον επιχειρηματία το ελάττωμα του καταναλωτικού αγαθού, χωρίς να προσφερθεί να το μεταφέρει στην επαγγελματική έδρα του επιχειρηματία;

6)      Αν ο τόπος στον οποίο υποχρεούται ο καταναλωτής να καθιστά διαθέσιμο στον επιχειρηματία ένα καταναλωτικό αγαθό που αγόρασε εξ αποστάσεως, προς εξέταση και για να καταστεί δυνατή η μεταγενέστερη εκπλήρωση, είναι –πάντοτε ή στη συγκεκριμένη περίπτωση– η επαγγελματική έδρα του επιχειρηματία, αλλά η υποχρέωση προκαταβολής που έχει ο καταναλωτής δεν είναι συμβατή με το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας], σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 4:

Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της [οδηγίας], σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο καταναλωτής δεν έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αν απλώς υπέδειξε στον επιχειρηματία το ελάττωμα του καταναλωτικού αγαθού, χωρίς να προσφερθεί να το μεταφέρει στην επαγγελματική έδρα του επιχειρηματία;»

18.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν, στην παρούσα διαδικασία, η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Βάσει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

III. Ανάλυση

19.      Με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί πώς καθορίζεται ο τόπος εκπληρώσεως όσον αφορά την επανόρθωση των ελαττωμάτων καταναλωτικού αγαθού με επισκευή ή αντικατάσταση και ποιες συνέπειες έχει τούτο όσον αφορά το δικαίωμα του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

20.      Πάντως, πριν εισέλθω στην ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων, πρέπει να εξετάσω την αιτίαση της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η αίτηση την οποία υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι απαράδεκτη.

1.      Επί του παραδεκτού

21.      Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είναι «τουλάχιστον αμφίβολο» το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Διατείνεται ότι η περιγραφή τόσο των πραγματικών περιστατικών όσο και των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου είναι υποτυπώδης. Προκειμένου το Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτά έχουν υποβληθεί, θα πρέπει να αποφανθεί στηριζόμενο σε διάφορες υποθέσεις και εικασίες.

22.      Μολονότι η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, υπάρχει τεκμήριο παραδεκτού των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, προτείνει, τουλάχιστον, να αναδιατυπωθούν τα προδικαστικά ερωτήματα.

23.      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διαχωρισμό των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, μόνο στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που θέτει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, όταν τα τεθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (3).

24.      Άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτό (4).

25.      Φρονώ ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση.

26.      Το αιτούν δικαστήριο περιέγραψε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης καθώς και τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου με συνοπτικό μεν, αλλά αρκούντως σαφή τρόπο, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει στη διάθεσή του όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποφανθεί.

27.      Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να ερμηνευθεί η οδηγία, προκειμένου να εξακριβώσει τον τόπο εκπληρώσεως όσον αφορά την επανόρθωση των ελαττωμάτων του επίμαχου αγαθού και να κρίνει, κατά συνέπεια, αν ο ενάγων της κύριας δίκης δύναται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

28.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να θεωρηθούν παραδεκτά και θα αναλυθούν επί της ουσίας.

2.      Επί της ουσίας

29.      Επικουρικώς σε σχέση με το αίτημα κηρύξεως απαράδεκτης της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση προτείνει να αναδιατυπωθούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείο Norderstedt). Στο πλαίσιο αυτό, διατείνεται ότι τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ζητείται να διευκρινισθεί αν οι σχετικές γερμανικές διατάξεις αντιβαίνουν στην ορθή ερμηνεία της οδηγίας.

30.      Κατά την άποψή μου, τα προδικαστικά ερωτήματα δεν χρειάζεται να αναδιατυπωθούν. Το εθνικό δικαστήριο που θέτει τα προδικαστικά ερωτήματα φαίνεται να είναι το πλέον κατάλληλο να καθορίσει το περιεχόμενο των ερωτημάτων που είναι αναγκαίο να τεθούν για να λυθεί η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.

31.      Πάντως, έχω την άποψη ότι ορισμένα από τα ερωτήματα που υπέβαλε το Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείο Norderstedt) είναι προτιμότερο να συνεξετασθούν.

32.      Τρία χωριστά ζητήματα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας εγείρονται με τα προδικαστικά ερωτήματα. Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να εξακριβωθεί ο τόπος όπου το καταναλωτικό αγαθό πρέπει να καταστεί διαθέσιμο προκειμένου να περιέλθει σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση (τόπος της μεταγενέστερης εκπληρώσεως). Εν συνεχεία, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα αν από την απαίτηση «δωρεάν επισκευής» συνάγεται ότι ο πωλητής πρέπει να προκαταβάλει τα έξοδα μεταφοράς τα οποία ενδεχομένως συνεπάγεται για τον καταναλωτή η υποχρέωση να καταστήσει το αγαθό διαθέσιμο στον πωλητή. Τέλος, το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής μπορεί να έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, σε περίπτωση αγαθού που δεν πληροί τους όρους της συμβάσεως.

33.      Κατόπιν ορισμένων εισαγωγικών παρατηρήσεων όσον αφορά τόσο το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται η οδηγία και το άρθρο της 3 όσο και τον σκοπό τους, θα εξετάσω διαδοχικώς τα τρία ανωτέρω ζητήματα.

1.      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

34.      Η οδηγία εντάσσεται στην προσπάθεια του νομοθέτη της Ένωσης να διασφαλίσει ένα ομοιόμορφο, σε όλη την Ένωση, ελάχιστο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών από την πλημμελή εκτέλεση των συμβάσεων πωλήσεως αγαθών. Η προστασία αυτή σκοπεί να ενθαρρύνει και να διευκολύνει την πραγματοποίηση διασυνοριακών αγορών από τους καταναλωτές (5).

35.      Ωστόσο, η οδηγία δεν επιδιώκει απλώς ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή. Το εν λόγω νομοθέτημα σκοπεί επίσης στη διατήρηση ορισμένης ισορροπίας μεταξύ των υποχρεώσεων των διαφόρων μερών. Αφενός, η οδηγία καθορίζει υποχρεώσεις που οι πωλητές υπέχουν σε περίπτωση αναντιστοιχίας καταναλωτικού αγαθού με την οικεία σύμβαση. Αφετέρου, η οδηγία επιβάλλει υποχρεώσεις τις οποίες οι καταναλωτές οφείλουν να εκπληρώσουν για να μην απολέσουν τα δικαιώματά τους (6).

36.      Υπό την έννοια αυτή, ο κύριος σκοπός της οδηγίας δεν είναι να επιφέρει προσθήκες στις συμβατικές υποχρεώσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, αλλά να διευκολύνει την εκπλήρωση των συμφωνηθεισών υποχρεώσεων. Μόνο σε περίπτωση πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως από τον πωλητή επιβάλλονται περαιτέρω υποχρεώσεις, οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να εκτείνονται πέραν των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη σύμβαση (7).

37.      Ωστόσο, είναι σημαντικό ότι η οδηγία δεν σκοπεί να θέσει τους καταναλωτές σε ευνοϊκότερη θέση σε σχέση με εκείνη την οποία θα μπορούσαν να αξιώσουν βάσει της συμβάσεως πωλήσεως, αλλά απλώς σκοπεί να καταστήσει δυνατή την περιαγωγή στην κατάσταση που θα υφίστατο αν ο πωλητής είχε εξαρχής παραδώσει αγαθό σύμφωνο με τη σύμβαση. Είναι σημαντικό να επισημανθεί συναφώς ότι η οδηγία προβλέπει ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις, αλλά δεν μπορούν να θίξουν τις εγγυήσεις που προβλέπει ο νομοθέτης της Ένωσης (8).

38.      Τέλος, πρέπει επίσης να τονισθεί ότι η οδηγία διέπει μόνο πτυχές που συνδέονται στενά με την προστασία των καταναλωτών όταν αυτοί αγοράζουν αγαθά που δεν πληρούν τους όρους της συμβάσεως. Τα ζητήματα που αφορούν τη διαμόρφωση του κειμένου της συμβάσεως μεταξύ των μερών, τα ελαττώματα της συμβάσεως, τα αποτελέσματα της συμβάσεως ή άλλες μορφές πλημμελούς εκπληρώσεως δεν ρυθμίζονται από το νομοθέτημα αυτό και υπόκεινται μόνο στο εθνικό δίκαιο (9).

39.      Το άρθρο 3 της οδηγίας καθορίζει, ειδικότερα, τα δικαιώματα του καταναλωτή που αγόρασε καταναλωτικό αγαθό το οποίο κατά την παράδοσή του δεν πληροί τους όρους της συμβάσεως. Η διάταξη αντικατοπτρίζει τις ίδιες αρχές με εκείνες που διέπουν την οδηγία στο σύνολό της.

40.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε αναντιστοιχία με τη σύμβαση κατά την παράδοση του αγαθού. Αν το παραδοθέν προϊόν δεν στοιχεί με τη σύμβαση, ο πωλητής δεν εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε με τη σύμβαση πωλήσεως και επομένως πρέπει να φέρει τις συνέπειες της πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως (10).

41.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, υπό τις περιστάσεις αυτές ο καταναλωτής έχει δικαίωμα είτε δωρεάν επισκευής ή αντικαταστάσεως του αγαθού, είτε προσήκουσας μειώσεως του τιμήματος, είτε υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση όσον αφορά το αγαθό αυτό. Από το άρθρο 3, παράγραφος 5, προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία δίνει προτεραιότητα στη διατήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση πωλήσεως. Ο καταναλωτής οφείλει να δώσει στον πωλητή την ευκαιρία να επισκευάσει ή αντικαταστήσει το επίμαχο αγαθό. Μόνον αν ο πωλητής παραλείψει να το πράξει, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (11).

42.      Το άρθρο 3, παράγραφος 3, θέτει ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την περιαγωγή των αγαθών, με επισκευή ή αντικατάστασή τους, σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση. Η περιαγωγή αυτή πρέπει να πραγματοποιείται δωρεάν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή. Όπως έχει επισημανθεί από το Δικαστήριο, η τριπλή αυτή απαίτηση αποτελεί έκφραση της ρητής βουλήσεως του νομοθέτη της Ένωσης να εξασφαλίσει αποτελεσματική προστασία στους καταναλωτές (12).

43.      Ταυτοχρόνως, η οδηγία λαμβάνει υπόψη επίσης τα συμφέροντα του πωλητή. Πρώτον, η οδηγία προβλέπει διετή προθεσμία για την άσκηση αγωγής (13). Δεύτερον, ο πωλητής δύναται να αρνηθεί την επισκευή ή αντικατάσταση όταν η περιαγωγή του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση είναι αδύνατη ή δυσανάλογη (14).

44.      Επομένως, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση Gebr. Weber και Putz, το άρθρο 3 σκοπό έχει να επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του καταναλωτή και εκείνων του πωλητή, εξασφαλίζοντας στον πρώτο, ως το αδύναμο μέρος της συμβάσεως, πλήρη και αποτελεσματική προστασία κατά της πλημμελούς εκπληρώσεως από τον πωλητή των συμβατικών του υποχρεώσεων και καθιστώντας δυνατό να ληφθούν υπόψη οι οικονομικές παράμετροι του πωλητή (15).

45.      Όπως άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης στο πεδίο του δικαίου προστασίας του καταναλωτή, η οδηγία σκοπεί να επαναφέρει την ισορροπία στη σχέση καταναλωτή και πωλητή, αποτελώντας ως εκ τούτου έκφραση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων της οποίας απολαύουν τα συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, η οδηγία δεν σκοπεί να θέσει τον καταναλωτή σε ιδιαιτέρως ευνοϊκή θέση (16).

46.      Τα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω υποκείμενων σκοπών της οδηγίας.

2.      Πού πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα τα καταναλωτικά αγαθά για να περιέλθουν σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση (τόπος μεταγενέστερης εκπληρώσεως);

47.      Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να καθορισθεί ο τόπος εκπληρώσεως για να περιέλθει το αγαθό σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση (τόπος μεταγενέστερης εκπληρώσεως). Από την απάντηση θα εξαρτηθεί το αν αρκεί ο καταναλωτής να καταστήσει το επίμαχο αγαθό διαθέσιμο στον τόπο όπου αυτό βρίσκεται (συνήθως στον τόπο κατοικίας του) ή αν οφείλει να το καταστήσει διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή.

48.      Επί του ανωτέρω ζητήματος, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, υποστηρίζονται αποκλίνουσες απόψεις από όσους κατέθεσαν παρατηρήσεις.

49.      Ενώ τόσο η Γαλλική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή τονίζουν το υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή το οποίο επιδιώκεται από την οδηγία, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι απαιτήσεις περιαγωγής του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση οι οποίες τίθενται με το άρθρο 3 της οδηγίας μπορούν να ικανοποιηθούν μόνον αν θεωρηθεί ότι αρκεί απλώς ο καταναλωτής να καταστήσει το επίμαχο αγαθό διαθέσιμο στον τόπο όπου αυτό βρίσκεται. Αντιθέτως, η Επιτροπή τάσσεται υπέρ μιας πιο πολυσχιδούς απόψεως ότι ο καταναλωτής μπορεί να υποχρεωθεί να καταστήσει το αγαθό διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή, εκτός αν αυτό θα συνιστούσε σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.

50.      Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαίτηση δωρεάν περιαγωγής του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση δεν αποτελεί σαφή ένδειξη ως προς το ότι τα αγαθά πρέπει πάντοτε να καθίστανται διαθέσιμα στον τόπο όπου βρίσκονται. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι από την απαίτηση ότι η περιαγωγή του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση πρέπει να πραγματοποιηθεί «χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή» συνάγεται ότι ο καταναλωτής μπορεί να υποστεί ασήμαντες ενοχλήσεις. Δεδομένου ότι ο χρόνος και ο φόρτος που απαιτούνται για να καταστεί ένα αγαθό διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή μπορεί να ποικίλλουν, κρίσιμες είναι οι συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε επιμέρους περιπτώσεως στο πλαίσιο της οποίας το εκάστοτε αγαθό πρέπει να καταστεί διαθέσιμο για να περιέλθει σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση.

51.      Το άρθρο 3 δεν καθορίζει ρητώς τον τόπο όπου τα αγαθά πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα για επισκευή ή αντικατάσταση, σε περίπτωση αναντιστοιχίας τους με τη σύμβαση, ούτε, εξ όσων γνωρίζω, το εν λόγω ζήτημα έχει εξετασθεί μέχρι τούδε από το Δικαστήριο.

52.      Ωστόσο, μολονότι δεν προβλέπεται ρητώς το πού πρέπει τα ελαττωματικά καταναλωτικά αγαθά να καθίστανται διαθέσιμα για να περιέλθουν σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση, το άρθρο 3 θέτει ορισμένες απαιτήσεις συναφώς. Όπως προεκτέθηκε, η επισκευή ή αντικατάσταση των καταναλωτικών αγαθών, σε περίπτωση αναντιστοιχίας τους με τη σύμβαση, πρέπει να πραγματοποιείται δωρεάν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.

1)      Η απαίτηση δωρεάν περιαγωγής των αγαθών σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση

53.      Η απαίτηση δωρεάν περιαγωγής των αγαθών σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση προσδιορίζεται περαιτέρω στο άρθρο 3, παράγραφος 4, το οποίο διευκρινίζει ότι οι εν λόγω όροι αναφέρονται στα «απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, ιδίως [στις] δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και το κόστος των υλικών».

54.      Το Δικαστήριο επισήμανε, στην απόφαση Gebr. Weber και Putz, ότιο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε την πρόθεση όπως το στοιχείο της δωρεάν περιαγωγής, από τον πωλητή, των αγαθών σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση αναχθεί σε ουσιώδες στοιχείο της προστασίας την οποία εξασφαλίζει στον καταναλωτή η οδηγία αυτή. Η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του καταναλωτή από τον κίνδυνο οικονομικών επιβαρύνσεων οι οποίες θα μπορούσαν να τον αποτρέψουν να προβάλει τα δικαιώματά του αν δεν υπήρχε η προστασία αυτή (17).

55.      Ωστόσο, το άρθρο 3, παράγραφος 3, προβλέπει επίσης ότι ο πωλητής δύναται να αρνηθεί τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού αν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη. Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη αν συνεπάγεται υπερβολικά υψηλό κόστος για τον πωλητή (18).

56.      Υπό την έννοια αυτή, η οδηγία λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την προστασία του καταναλωτή, αλλά και τις οικονομικές παραμέτρους του πωλητή. Αν ο πωλητής υποβαλλόταν, σε περίπτωση αναντιστοιχίας των αγαθών με τη σύμβαση, σε δυσανάλογα έξοδα για την επισκευή ή αντικατάσταση των αγαθών, τούτο θα είχε εν τέλει ως αποτέλεσμα να αυξήσει αυτός τις τιμές του. Περαιτέρω, το εντεύθεν κόστος θα μετακυλιόταν, στο σύνολό του, στους καταναλωτές.

57.      Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν η απαίτηση «δωρεάν» αποκαταστάσεως σημαίνει ότι ο καταναλωτής έχει απλώς το δικαίωμα να του καταβληθούν τα έξοδα στα οποία ενδεχομένως υποβλήθηκε στο πλαίσιο της αποκαταστάσεως της αντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση ή ότι έχει δικαίωμα να επιτύχει την επανόρθωση χωρίς οποιαδήποτε δική του (οικονομική ή άλλου είδους) συνεισφορά.

58.      Φρονώ ότι η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα προκύπτει από τις δύο άλλες απαιτήσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 3 της οδηγίας.

2)      Η απαίτηση περιαγωγής, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος,του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση

59.      Το άρθρο 3, παράγραφος 3, προβλέπει επίσης, στο τρίτο εδάφιο, ότι η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Η απαίτηση αυτή συνδέεται με τον σκοπό του νομοθέτη της Ένωσης να επιλύονται τα ζητήματα μεταξύ καταναλωτή και πωλητή ταχέως και με φιλικό τρόπο (19).

60.      Το να καθίσταται το αγαθό διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να διασφαλίσει την ταχεία επισκευή ή αντικατάσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να απαιτείται σημαντικός χρόνος μέχρι να κατορθώσει ο πωλητής να οργανώσει τον έλεγχο του αγαθού στον τόπο όπου αυτό βρίσκεται ή τη μεταφορά του στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή, ιδίως αν ο τόπος αυτός είναι σε διαφορετική χώρα.

61.      Εντούτοις, αν ο πωλητής ήδη διαθέτει δίκτυο διαχειριστικής υποστηρίξεως για την παράδοση των αγαθών στον τόπο όπου αυτά βρίσκονται, μπορεί να είναι ταχύτερο και οικονομικώς αποδοτικότερο για τον πωλητή είτε να ελέγξει τα αγαθά στον τόπο όπου αυτά βρίσκονται είτε να οργανώσει τη μεταφορά τους.

62.      Συνεπώς, από απόψεως ταχείας διεκπεραιώσεως και μόνο, ο τόπος στον οποίο τα αγαθά πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα για να περιέλθουν σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση εξαρτάται από τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως.

3)      Η απαίτηση περιαγωγής των αγαθών σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή

63.      Η τρίτη απαίτηση του άρθρου 3, παράγραφος 3, είναι ότι η περιαγωγή των αγαθών σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή. Προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε σημαντική ενόχληση, πρέπει να ληφθούν υπόψη η φύση του συγκεκριμένου αγαθού και ο σκοπός για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό (20).

64.      Επομένως, ο τόπος όπου πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το αγαθό για να περιέλθει σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση (ήτοι ο τόπος της μεταγενέστερης εκπληρώσεως) δεν μπορεί να επιλέγεται κατά τρόπο που θα προκαλούσε σημαντική ενόχληση στον καταναλωτή. Εξ αντιδιαστολής δύναται πάντως να συναχθεί ότι ο καταναλωτής πρέπει να αποδέχεται ασήμαντες ή επουσιώδεις ενοχλήσεις κατά την επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού. Με βάση το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, πρέπει, κατά την εκτίμηση του αν κάτι συνιστά σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, να λαμβάνονται υπόψη η φύση του αγαθού και ο σκοπός για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό.

65.      Στην απόφαση Gebr. Weber και Putz, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, λαμβανομένης υπόψη της υψηλής προστασίας του καταναλωτή την οποία επιδιώκει η οδηγία, η έκφραση «χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή» δεν μπορεί να ερμηνευθεί στενά (21).

66.      Εκ πρώτης όψεως, το συμπέρασμα αυτό μπορεί να προβάλλει κάπως αντιφατικό. Φαίνεται ότι, χαρακτηρίζοντας την ενόχληση ως σημαντική, ο νομοθέτης της Ένωσης σκόπευε να θέσει ένα μάλλον υψηλό όριο όσον αφορά το είδος της ενοχλήσεως την οποία θα πρέπει να ανεχθεί ο καταναλωτής. Πάντως, ευρεία ερμηνεία της εκφράσεως αυτής χαμηλώνει το εν λόγω όριο.

67.      Φρονώ ότι, κατά την ερμηνεία της ανωτέρω εκφράσεως, πρέπει να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος για την προστασία του καταναλωτή και του συμφέροντος να μην καταστεί αναποτελεσματικός ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιήθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι, ακόμη και υπό το πρίσμα της κρίσεως του Δικαστηρίου στην απόφαση Gebr. Weber και Putz, η έκφραση αυτή, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί εν τέλει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που ευνοεί μονομερώς τα συμφέροντα του καταναλωτή. Τούτο ισχύει ειδικά υπό το πρίσμα του σκοπού της οδηγίας να επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, των συμφερόντων του καταναλωτή και, αφετέρου, των οικονομικών παραμέτρων του πωλητή.

68.      Συνεπώς, κατά την άποψή μου, σημαντική ενόχληση υφίσταται ο καταναλωτής όταν η επιβάρυνση είναι τέτοια που θα μπορούσε να τον αποτρέψει να προβάλει τα δικαιώματά του (22). Ωστόσο, όπως ισχύει σχετικά με άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης στο πεδίο του δικαίου προστασίας του καταναλωτή, βάση της σχετικής εκτιμήσεως δεν μπορεί να αποτελέσει το τι θα μπορούσε να αποτρέψει έναν επιμέρους καταναλωτή να προβάλει τα δικαιώματά του. Αντιθέτως, ως σημείο αναφοράς κατά την εκτίμηση αυτή πρέπει να χρησιμοποιείται το αντικειμενικό κριτήριο που αφορά το είδος επιβαρύνσεως που θα απέτρεπε τον μέσο καταναλωτή (23).

69.      Προκειμένου να διασφαλισθεί η ταχεία επισκευή ή αντικατάσταση, ο μέσος καταναλωτής μπορεί να είναι διατεθειμένος να οργανώσει τη μεταφορά του επίμαχου αγαθού στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή ή να το καταστήσει διαθέσιμο σε κοντινό σημείο εξυπηρετήσεως. Ωστόσο, τούτο θα εξαρτάται εν γένει από τη φύση του αγαθού. Όταν το επίμαχο αγαθό είναι σχετικά συνεπτυγμένο και μπορεί να αποσταλεί ευχερώς μέσω κανονικού ταχυδρομείου, μπορεί να θεωρηθεί ότι το να καταστεί το αγαθό διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή δεν θα προκαλέσει σημαντική ενόχληση στον καταναλωτή. Αν, αντιθέτως, το αγαθό είναι ογκώδες ή για άλλον λόγο απαιτεί ειδική μεταχείριση, ο καταναλωτής θα είναι πιο διστακτικός να οργανώσει ο ίδιος τη μεταφορά.

70.      Επομένως, ο τόπος όπου τα αγαθά πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε επιμέρους περιπτώσεως.

71.      Οι ανωτέρω εκτιμήσεις ισχύουν, σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τα αγαθά που αγοράζονται εξ αποστάσεως. Στην περίπτωση που ο καταναλωτής αγόρασε το αγαθό στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή και, επιπλέον, το αγαθό δεν απαιτεί συγκεκριμένη εγκατάσταση, φρονώ ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι το να καταστεί το αγαθό διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή δεν συνιστά σημαντική ενόχληση για τον καταναλωτή.

4)      Περαιτέρω παρατηρήσεις

72.      Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εξάρτηση του τόπου όπου τα αγαθά πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα για επισκευή ή αντικατάσταση από την εκτίμηση των εκάστοτε περιστάσεων δεν παρέχει σημαντικό βαθμό ασφάλειας δικαίου. Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι εκ προοιμίου προφανές το πού πρέπει να καταστούν διαθέσιμα τα αγαθά για να περιέλθουν σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση.

73.      Ωστόσο, η ασφάλεια μπορεί να ενισχυθεί με τη λήψη μέτρων από τους πωλητές ή από τα κράτη μέλη.

74.      Πρώτον, για λόγους ικανοποιήσεως των καταναλωτών και ταχείας και φιλικής επιλύσεως των ζητημάτων αντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση, οι πωλητές μπορεί να προσφέρουν οικειοθελώς ορισμένες υπηρεσίες εξυπηρετήσεως μετά την πώληση (όπως έλεγχοι των ελαττωματικών οικιακών συσκευών στον τόπο κατοικίας του καταναλωτή ή πληρωμένα ταχυδρομικά τέλη επιστροφής). Στην πραγματικότητα, τούτο ήδη συμβαίνει σε ορισμένες έννομες τάξεις.

75.      Δεύτερον, δεδομένου ότι η οδηγία αποτελεί μέτρο ελάχιστης εναρμονίσεως και αφήνει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη, αυτά μπορούν να καθορίζουν, με τις εθνικές τους διατάξεις, τον τόπο όπου τα αγαθά πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα για να περιέλθουν σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που τίθενται με το άρθρο 3, παράγραφος 3. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν οποτεδήποτε να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίσουν, για λόγους ασφάλειας δικαίου, ειδικές ρυθμίσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών.

76.      Συνοψίζοντας, όσον αφορά το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας έχει την έννοια ότι ο τόπος όπου ο καταναλωτής οφείλει να προσφέρει σε επιχειρηματία αγαθό που αγοράστηκε εξ αποστάσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επισκευή ή αντικατάστασή του, πρέπει να καθοριστεί από το εθνικό δικαστήριο υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων της υποθέσεως της οποίας αυτό έχει επιληφθεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο τόπος όπου πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το αγαθό πρέπει να μπορεί να διασφαλίσει τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως του αγαθού και του σκοπού για τον οποίο αυτό αποκτήθηκε από τον καταναλωτή.

77.      Για την περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο συναγάγει ότι, στην υπό εξέταση υπόθεση, ο καταναλωτής πρέπει να καταστήσει το επίμαχο αγαθό διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή, θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα αν ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει να του προκαταβληθούν τα έξοδα μεταφοράς στα οποία ενδέχεται να υποβληθεί.

3.      Παρέχει η απαίτηση «δωρεάν επισκευής» δικαίωμα στον καταναλωτή να ζητήσει προκαταβολή των εξόδων μεταφοράς;

78.      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αν από την απαίτηση «δωρεάν επισκευής» συνάγεται ότι ο πωλητής οφείλει να προκαταβάλει τα έξοδα μεταφοράς στα οποία ο καταναλωτής ενδέχεται να υποβληθεί, προκειμένου να καταστήσει το αγαθό διαθέσιμο στον πωλητή.

79.      Το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας ορίζει ότι ο όρος «δωρεάν» αναφέρεται στα «απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, ιδίως [στις] δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και το κόστος των υλικών». Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Quelle, από τη χρησιμοποίηση από τον νομοθέτη της Ένωσης του επιρρήματος «ιδίως» προκύπτει ότι η απαρίθμηση αυτή έχει ενδεικτικό και όχι εξαντλητικό χαρακτήρα (24).

80.      Από το άρθρο 3, παράγραφος 4, προκύπτει σαφώς ότι ο καταναλωτής σε καμία περίπτωση δεν βαρύνεται με τα έξοδα μεταφοράς που συνεπάγεται η επιστροφή αγαθών στον πωλητή λόγω αναντιστοιχίας των αγαθών αυτών με τη σύμβαση. Ωστόσο, όπως εξέθεσα στο σημείο 57 των παρουσών προτάσεων, από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει με τόση σαφήνεια αν η απαίτηση «δωρεάν» επισκευής περικλείει το δικαίωμα του καταναλωτή απλώς να ζητήσει να του καταβληθούν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε σχετικά με την περιαγωγή του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση ή, αντιθέτως, έχει την έννοια ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής δεν μπορεί να απαιτηθεί, έστω και προσωρινά, καμία οικονομική συνεισφορά του καταναλωτή.

81.      Από την απόφαση Gebr. Weber και Putz φαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει εμμέσως δεχθεί την τελευταία ως άνω ερμηνεία (25). Επιπλέον, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τόσο από το γράμμα όσο και από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να αναγάγει σε ουσιώδες στοιχείο της προστασίας που η οδηγία διασφαλίζει στον καταναλωτή τη «δωρεάν» πτυχή της υποχρεώσεως του πωλητή να περιαγάγει το αγαθό σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση. Η υποχρέωση του πωλητή να περιαγάγει «δωρεάν» το αγαθό σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση αποσκοπεί στην προστασία του καταναλωτή από τον κίνδυνο οικονομικών επιβαρύνσεων οι οποίες θα μπορούσαν να τον αποτρέψουν να προβάλει τα δικαιώματά του αν δεν υπήρχε η προστασία αυτή (26).

82.      Από τα ανωτέρω θα μπορούσε να συναχθεί ότι τα έξοδα μεταφοράς πρέπει πάντοτε να προκαταβάλλονται στον καταναλωτή.

83.      Πάντως, η οδηγία δεν σκοπεί απλώς στην προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή. Η οδηγία σκοπεί επίσης στη στάθμιση των συμφερόντων αυτών με τις οικονομικές παραμέτρους του πωλητή. Επιπλέον, η οδηγία ευνοεί την ταχεία επίλυση κάθε ζητήματος αντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση.

84.      Η προκαταβολή των εξόδων μεταφοράς από τον πωλητή θα αυξάνει πάντοτε τον αναγκαίο χρόνο για την περιαγωγή του αγαθού σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση. Επιπλέον, η προκαταβολή των εξόδων μεταφοράς μπορεί να συνεπάγεται δυσανάλογο διαχειριστικό φόρτο για τον πωλητή. Τούτο θα συμβαίνει ιδίως όταν προκύπτει, κατόπιν ελέγχου του επίμαχου αγαθού, ότι το αγαθό αυτό δεν είναι τελικά ελαττωματικό.

85.      Ως εκ τούτου, φρονώ ότι συνάδει με τους υποκείμενους σκοπούς της οδηγίας το να πρέπει οι καταναλωτές να προκαταβάλλουν τα έξοδα μεταφοράς, προκειμένου ο έλεγχος των αγαθών ή η περιαγωγή τους σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση να πραγματοποιείται στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή. Πάντως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα έξοδα μεταφοράς δεν μπορεί να είναι τόσο υψηλά ώστε να συνιστούν οικονομική επιβάρυνση η οποία αποτρέπει τους καταναλωτές να προβάλουν τα δικαιώματά τους.

86.      Το αν υπάρχει ή όχι υπέρβαση του εν λόγω ορίου φρονώ ότι πρέπει να κρίνεται με βάση το σύνολο των περιστάσεων κάθε επιμέρους περιπτώσεως, λαμβανομένων υπόψη παραγόντων όπως το ποσό των εξόδων μεταφοράς, η αξία του αγαθού ή τα διαθέσιμα έννομα βοηθήματα σε περίπτωση που ο πωλητής δεν επιστρέψει τα προκαταβληθέντα έξοδα.

87.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι δεν αντιβαίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 4, υποχρέωση του καταναλωτή να προκαταβάλει τα έξοδα μεταφοράς προς και/ή από τον πωλητή, όταν τούτο δεν συνιστά οικονομική επιβάρυνση αποτρέπουσα τον καταναλωτή να προβάλει τα δικαιώματά του.

4.      Πότε έχει ο καταναλωτής δικαίωμα να υπαναχωρήσει από σύμβαση;

88.      Το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει από σύμβαση, σε περίπτωση αναντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση. Πιο συγκεκριμένα, επίμαχο είναι το ζήτημα αν ο καταναλωτής που έχει απλώς επισημάνει στον πωλητή την αναντιστοιχία του αγαθού με τη σύμβαση, αλλά δεν το έχει καταστήσει διαθέσιμο στον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας του πωλητή ούτε έχει προσφερθεί να το πράξει, δύναται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση στηριζόμενος στο άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας.

89.      Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, της οδηγίας, ο καταναλωτής δύναται να ζητήσει μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, πρώτον, όταν η επισκευή ή αντικατάσταση είναι αδύνατη ή θα επιβάρυνε δυσανάλογα τον πωλητή· δεύτερον, όταν ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επισκευή ή αντικατάσταση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος· ή, τρίτον, όταν ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή. Επιπλέον, το δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δεν εκτείνεται σε περιστάσεις όπου η αναντιστοιχία του αγαθού με τη σύμβαση είναι ασήμαντη (27).

90.      Επομένως, το άρθρο 3 καθιερώνει μια σαφή ιεραρχία μέτρων επανορθώσεως τα οποία δύναται να λάβει ο καταναλωτής σε περίπτωση αναντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση. Στην ιεραρχία αυτή, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση αποτελεί το ύστατο μέτρο επανορθώσεως. Η οδηγία προκρίνει σαφώς την εκτέλεση της συμβάσεως, προς το συμφέρον αμφότερων των μερών της (28).

91.      Για τον ανωτέρω λόγο, η δυνατότητα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση πρέπει, κατά την άποψή μου, να ερμηνεύεται στενά.

92.      Δεδομένου ότι η οδηγία σκοπό έχει να διατηρήσει ορισμένη ισορροπία μεταξύ των υποχρεώσεων των διαφόρων συμβαλλόμενων μερών (29), από το άρθρο 3 της οδηγίας απορρέουν ορισμένες υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν τόσο ο καταναλωτής όσο και ο πωλητής σε περίπτωση αναντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση.

93.      Ο μεν καταναλωτής οφείλει να παρέχει στον πωλητή επαρκή δυνατότητα να περιαγάγει το αγαθό σε κατάσταση σύμφωνη με τη σύμβαση. Για τον σκοπό αυτόν, απαιτείται θετική δράση του καταναλωτή. Κατ’ αρχάς, ο καταναλωτής οφείλει να ενημερώσει τον πωλητή σχετικά με την αναντιστοιχία του επίμαχου αγαθού με τη σύμβαση και σχετικά με το επιλεγέν από αυτόν μέτρο επανορθώσεως δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας (επισκευή ή αντικατάσταση). Επιπλέον, ο καταναλωτής οφείλει να καταστήσει διαθέσιμο στον πωλητή το αγαθό που δεν πληροί τους όρους της συμβάσεως.

94.      Ο δε πωλητής οφείλει να πραγματοποιήσει την επισκευή ή την αντικατάσταση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή. Ο πωλητής δύναται να αρνηθεί να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες μόνον όταν τούτο είναι αδύνατον ή δυσανάλογο (30).

95.      Ο καταναλωτής δύναται να ζητήσει μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση μόνον αν ο πωλητής δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3. Όπως προεκτέθηκε, αν η αναντιστοιχία του επίμαχου αγαθού με τη σύμβαση είναι ασήμαντη, δεν υπάρχει δυνατότητα υπαναχωρήσεως.

96.      Στην παρούσα υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ζήτημα αν ο καταναλωτής έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3 και αν, ως εκ τούτου, δύναται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όταν δεν είναι σαφές σε ποιον τόπο πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το αγαθό για να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση.

97.      Από τη διάταξη του Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείου Norderstedt) περί παραπομπής δεν προκύπτουν σαφώς όλες οι λεπτομέρειες της αλληλογραφίας μεταξύ του καταναλωτή και του πωλητή. Ωστόσο, φαίνεται ότι τα μέρη δεν συζήτησαν σχετικά με τον τόπο όπου θα πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το αγαθό για να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο πελάτης απλώς ζήτησε να περιέλθει το αγαθό σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση στον τόπο κατοικίας του. Αντιθέτως, ο πωλητής εξέθεσε για πρώτη φορά μόνο στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι το αγαθό έπρεπε να καταστεί διαθέσιμο στον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

98.      Φρονώ ότι, βάσει των ανωτέρω, ο καταναλωτής εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην υπόθεση Faber, η υποχρέωση που βαρύνει τον καταναλωτή δεν μπορεί να βαίνει πέραν της υποχρεώσεως να ενημερώσει τον πωλητή για την ύπαρξη αναντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση. Ο καταναλωτής, λαμβανομένης υπόψη της ασθενέστερης θέσεως στην οποία βρίσκεται έναντι του πωλητή όσον αφορά τα στοιχεία που αφορούν τις ιδιότητες του αγαθού και την κατάσταση στην οποία αυτό πωλήθηκε, δεν μπορεί ούτε να υποχρεωθεί να αναφέρει την ακριβή αιτία της εν λόγω αναντιστοιχίας (31).

99.      Αντιθέτως, βάσει των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι ο πωλητής, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3. Η υποχρέωση ολοκληρώσεως της επανορθώσεως εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι κάθε βήμα που απαιτείται για την ολοκλήρωση της επανορθώσεως πρέπει επίσης να ολοκληρώνεται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αρκεί ο καταναλωτής να έχει ενημερώσει σαφώς για την ύπαρξη αναντιστοιχίας, έχοντας επίσης παράσχει ορισμένα στοιχεία από τα οποία προκύπτουν η φύση του επίμαχου αγαθού, οι συμφωνηθέντες συμβατικοί όροι και ο τρόπος που κατέστη εμφανής η φερόμενη αναντιστοιχία (32).

100. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η κατάσταση όπου ο πωλητής απλώς δηλώνει στον καταναλωτή ότι το επίμαχο αγαθό πληροί τους όρους της συμβάσεως, χωρίς να λαμβάνει μέτρα έστω για να ελέγξει το αγαθό, ισοδυναμεί, κατά την άποψή μου, με πλήρη απραξία και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο πωλητής υπέχει από το άρθρο 3 της οδηγίας. Ο πωλητής θα έπρεπε τουλάχιστον να ενημερώσει τον καταναλωτή, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, πού πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το επίμαχο αγαθό για να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση. Δεδομένου ότι ο πωλητής ενεργεί εξ επαγγέλματος, είναι πιο πιθανό να γνωρίζει πού πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το επίμαχο αγαθό για να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση.

101. Συνεπώς, στην υπό εξέταση υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει αρχίσει η προθεσμία εντός της οποίας το αγαθό πρέπει να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση.

102. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση για την άσκηση οποιουδήποτε από τα δικαιώματα του άρθρου 3 της οδηγίας είναι ότι κατά την παράδοση του αγαθού υπήρχε αναντιστοιχία του με τη σύμβαση. Δεδομένου ότι κατά την οδηγία υπάρχει τεκμήριο αντιστοιχίας του αγαθού με τη σύμβαση (33), πρέπει επιπλέον να αποδειχθεί ότι το αγαθό, στην πραγματικότητα, δεν πληροί τους όρους της συμβάσεως, προκειμένου ο καταναλωτής να μπορέσει να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (34).

103. Κατά συνέπεια, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι ο καταναλωτής δύναται να υπαναχωρήσει από σύμβαση πωλήσεως καταναλωτικού αγαθού όταν ο πωλητής δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών όσον αφορά τον τόπο όπου το αγαθό πρέπει να καταστεί διαθέσιμο για να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση, μέσω ενός από τα επανορθωτικά μέτρα του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, εκτός αν η αναντιστοιχία του αγαθού με τη σύμβαση είναι ασήμαντη ή δεν έχει αποδειχθεί.

IV.    Πρόταση

104. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Amtsgericht Norderstedt (ειρηνοδικείο Norderstedt, Γερμανία) ως εξής:

Το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, έχει την έννοια ότι ο τόπος όπου ο καταναλωτής οφείλει να προσφέρει σε επιχειρηματία αγαθό που αγοράστηκε εξ αποστάσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επισκευή ή αντικατάστασή του, πρέπει να καθοριστεί από το εθνικό δικαστήριο υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων της υποθέσεως της οποίας αυτό έχει επιληφθεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο τόπος όπου πρέπει να καταστεί διαθέσιμο το αγαθό πρέπει να μπορεί να διασφαλίσει τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως του αγαθού και του σκοπού για τον οποίο αυτό αποκτήθηκε από τον καταναλωτή.

Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/44, σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 4, υποχρέωση του καταναλωτή να προκαταβάλει τα έξοδα μεταφοράς προς και/ή από τον πωλητή, όταν τούτο δεν συνιστά οικονομική επιβάρυνση αποτρέπουσα τον καταναλωτή να προβάλει τα δικαιώματά του.

Το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/44, σε συνδυασμό με το άρθρο της 3, παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής που έχει γνωστοποιήσει ελάττωμα στον πωλητή δύναται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση όταν ο πωλητής δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών όσον αφορά τον τόπο όπου το αγαθό πρέπει να καταστεί διαθέσιμο για να περιέλθει σε κατάσταση συμφωνίας με τη σύμβαση, μέσω ενός από τα επανορθωτικά μέτρα του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, εκτός αν η αναντιστοιχία του αγαθού με τη σύμβαση είναι ασήμαντη ή δεν έχει αποδειχθεί.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999 (ΕΕ 1999, L 171, σ. 12).


3      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


4      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


5      Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας, καθώς και πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πώληση και τις εγγυήσεις καταναλωτικών αγαθών [COM(95) 520 τελικό, σ. 1 επ.].


6      Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πώληση και τις εγγυήσεις καταναλωτικών αγαθών, σ. 7.


7      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψεις 57 έως 60).


8      Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, καθώς και απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


9      Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας και πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πώληση και τις εγγυήσεις καταναλωτικών αγαθών, σ. 6.


10      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, Quelle (C‑404/06, EU:C:2008:231, σκέψη 41).


11      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 72).


12      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


13      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.


14      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας.


15      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 75).


16      Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Kásler και Káslerné Rábai (C‑26/13, EU:C:2014:85, σημεία 27 έως 29 και 105).


17      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


18      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας και, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, Quelle (C‑404/06, EU:C:2008:231, σκέψη 42). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 58).


19      Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πώληση και τις εγγυήσεις καταναλωτικών αγαθών, σ. 14 και 15.


20      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας.


21      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 53).


22      Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 46).


23      Βλ., υπό την έννοια αυτή, επί παραδείγματι, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Dyson (C‑632/16, EU:C:2018:599, σκέψη 56) (όσον αφορά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές), και απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ. (C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 47) (όσον αφορά τους αθέμιτους συμβατικούς όρους).


24      Βλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, Quelle (C‑404/06, EU:C:2008:231, σκέψη 31).


25      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 61).


26      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


27      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας.


28      Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Gebr. Weber και Putz (C‑65/09 και C‑87/09, EU:C:2011:396, σκέψη 72).


29      Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πώληση και τις εγγυήσεις καταναλωτικών αγαθών, σ. 7.


30      Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας.


31      Βλ., υπό την έννοια αυτή, άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 19 της ίδιας οδηγίας. Βλ., επίσης, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Faber (C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψεις 62 και 63).


32      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Faber (C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψη 63).


33      Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας.


34      Βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Faber (C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψη 52).