Language of document : ECLI:EU:C:2019:38

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 17ης Ιανουαρίου 2019 (1)

Υπόθεση C-706/17

Achema AB

Orlen Lietuva AB

AB «Lifosa»

κατά

Valstybinė kainų ir energetikos kontrolės komisija (VKEKK)

παρισταμένωντων:

Lietuvos Respublikos energetikos ministerija,

UAB, «BALTPOOL»

[αίτηση του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas
(Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κρατικές ενισχύσεις – Έννοια των “κρατικών πόρων” – Επιλεκτικότητα – Επηρεασμός του εμπορίου – Νόθευση του ανταγωνισμού – Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας – Όροι Altmark»






1.        Με τα προδικαστικά ερωτήματα, το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) ερωτά κατ’ ουσίαν αν ορισμένες πτυχές του λιθουανικού καθεστώτος για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (στο εξής: ΥΚΩ) στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του μηχανισμού χρηματοδοτήσεως αυτών (στο εξής: καθεστώς ΥΚΩ) πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

2.        Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να επεξεργαστεί περαιτέρω τη νομολογία του, ιδίως όσον αφορά την έννοια των «κρατικών πόρων», καθώς και τους όρους που περιγράφει η νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003 στην υπόθεση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (στο εξής: Altmark) (2).

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Το λιθουανικό δίκαιο

3.        Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου περιλαμβάνονται στις παρακάτω νομικές πράξεις, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο: στον Elektros energijos įstatymas, n° VIII 1881 (λιθουανικό νόμο υπ’ αριθ. VIII 1881 περί ηλεκτρικής ενέργειας) της 20ής Ιουλίου 2000· τον Lietuvos Respublikos atsinaujinančių išteklių energetikos įstatymo nº XI 1375 (λιθουανικό νόμο υπ’ αριθ. XI 1375 περί ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές) της 12ης Μαΐου 2011· τον Lietuvos Respublikos elektros energetikos sistemos integracijos į Europos elektros energetikos sistemas įstatymas Nr. XI 2052 (λιθουανικό νόμο υπ’ αριθ. XI 2052 περί ενσωματώσεως του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας στα ευρωπαϊκά συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας) της 12ης Ιουνίου 2012· τον Lietuvos Respublikos atsinaujinančių išteklių energetikos įstatymo 2, 11, 13, 14, 16, 20, 21 straipsnių pakeitimo ir papildymo įstatymas Nr. XII 169 (λιθουανικό νόμο υπ’ αριθ. XII 169 περί εφαρμογής, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των άρθρων 2, 11, 13, 14, 16, 20 και 21 του νόμου περί ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές) της 17ης Ιανουαρίου 2013· καθώς και στις εκτελεστικές των ανωτέρω νόμων πράξεις, συμπεριλαμβανομένων της Lietuvos Respublikos Vyriausybės nutarimo Nr. 916 dėl viešuosius interesus atitinkančių paslaugų elektros energetikos sektoriuje teikimo tvarkos aprašo patvirtinimo (απoφάσεως υπ’ αριθ. 916 της Κυβερνήσεως περί εγκρίσεως της διαδικασίας για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας) της 18ης Ιουλίου 2012· και της Vyriausybės Nutarimas Nr. 1157 «Viešuosius interesus atitinkančių paslaugų elektros energetikos sektoriuje lėšų administravimo tvarkos aprašas» (αποφάσεως υπ’ αριθ. 1157 της Κυβερνήσεως περί ρυθμίσεως της διαδικασίας για τη διαχείριση των κονδυλίων για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας) της 19ης Σεπτεμβρίου 2012 (στο εξής: επίμαχη εθνική νομοθεσία).

4.        Οι διατάξεις των ως άνω νομικών πράξεων, στο μέτρο που έχουν σημασία για την παρούσα διαδικασία, θα εκτεθούν συνοπτικά στα σημεία 12 έως 15 των παρουσών προτάσεων.

II.    Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

5.        Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης –Achema AB, Orlen Lietuva AB και AB «Lifosa» (στο εξής: Achema κ.λπ.)– είναι εταιρίες που συστάθηκαν και δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, εκμεταλλευόμενες, μεταξύ άλλων, εγκαταστάσεις συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. H ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στις εγκαταστάσεις αυτές χρησιμοποιείται για την κάλυψη των δικών τους αναγκών ή διοχετεύεται σε άλλες επιχειρήσεις. Επίσης, οι ως άνω εταιρίες προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από ανεξάρτητους παρόχους που δραστηριοποιούνται στη Λιθουανία.

6.        Κατ’ εφαρμογήν της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, η Achema κ.λπ. όφειλαν –όπως κάθε άλλος καταναλωτής ηλεκτρικής ενέργειας– να καταβάλουν ορισμένα ποσά για τις υπηρεσίες ΥΚΩ που τους παρασχέθηκαν κατά το έτος 2014.

7.        Η Achema κ.λπ. προσέφυγαν ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Βίλνιους, Λιθουανία) ζητώντας την ακύρωση των σημείων 1.2 έως 1.4, 1.7, 2 και 3 της αποφάσεως της εθνικής επιτροπής για τον έλεγχο και τις τιμές της ενέργειας της Λιθουανίας (στο εξής: ΕΕΕΤΕ) της 11ης Οκτωβρίου 2013 (όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. O3-704 απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2013) (στο εξής: επίμαχη απόφαση). Με την επίμαχη απόφαση, η ΕΕΕΤΕ είχε καθορίσει το συνολικό ποσό των κονδυλίων που ήταν καταβλητέα για το έτος 2014 από τις επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχουν ΥΚΩ (στο εξής: πάροχοι ΥΚΩ) (σημείο 1), καθώς και την τιμή των ΥΚΩ για τους (τελικούς) καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας στη Λιθουανία, συμπεριλαμβανομένων των προσφευγουσών (σημεία 2 και 3).

8.        Με απόφασή του της 9ης Φεβρουαρίου 2016 το ως άνω δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές της Achema κ.λπ. ως αβάσιμες.

9.        Κατά της αποφάσεως αυτής η Achema κ.λπ. κατέθεσαν αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας). Το δικαστήριο αυτό, έχοντας αμφιβολίες όσον αφορά την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«Πρέπει το κανονιστικό πλαίσιο για [το καθεστώς ΥΚΩ] –που θεσπίζ[ει] [η επίμαχη εθνική νομοθεσία]– όπως ίσχυε το 2014, ή μέρος αυτού, να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση (καθεστώς κρατικών ενισχύσεων) για τους σκοπούς του άρθρου 107, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ], περιλαμβανομένων των ακόλουθων ερωτημάτων:

–        πρέπει, υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κονδύλια ΥΚΩ θα πρέπει να θεωρούνται κρατικοί πόροι;

–        πρέπει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που επιβάλλεται σε φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου (επιχειρήσεις) η υποχρέωση να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας με προκαθορισμένη τιμή και/ή να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια και που οι ζημίες των φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύου συνεπεία αυτής της υποχρεώσεως αντισταθμίζονται από κονδύλια που ενδέχεται να χαρακτηρίζονται ως κρατικοί πόροι, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι χορηγείται ενίσχυση σε παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω κρατικών πόρων;

–        πρέπει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, οι ακόλουθες ενισχύσεις, ήτοι: ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχείρηση η οποία υλοποιεί σχέδιο στρατηγικής σημασίας, όπως το “NordBalt”· ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθεται να εξασφαλίσουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για συγκεκριμένη χρονική περίοδο· ενισχύσεις που χορηγούνται σε αντιστάθμιση ζημιών που αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς και τις οποίες υπέστησαν εν προκειμένω επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ηλιακές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, συνεπεία της αρνήσεως του κράτους να εκπληρώσει υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει (εξαιτίας τροποποιήσεων του εθνικού κανονιστικού πλαισίου)· ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιχειρήσεις (φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου) με σκοπό να αντισταθμίσουν πραγματικές ζημίες τις οποίες υπέστησαν κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους να αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια σε προκαθορισμένη τιμή από παραγωγούς που παρέχουν ΥΚΩ και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια, θα πρέπει να θεωρηθούν ως επιλεκτικές και/ή ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών;

–        πρέπει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, το επίμαχο καθεστώς ΥΚΩ (ή μέρος αυτού) θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληροί τα κριτήρια που εκτίθενται στις σκέψεις 88 έως 93 της αποφάσεως του Δικαστηρίου [στην υπόθεση Altmark];

–        πρέπει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, το καθεστώς ΥΚΩ (ή μέρος αυτού) θα πρέπει να θεωρηθεί ότι νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό;»

10.      Γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας υπέβαλαν η Achema, η Baltpool, η Λιθουανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Επιπλέον, υπέβαλαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Νοεμβρίου 2018.

III. Ανάλυση

11.      Πριν εξετάσω τα ειδικότερα ζητήματα που ανέκυψαν στην παρούσα διαδικασία, θεωρώ σκόπιμο να παρουσιάσω συνοπτικά τις βασικές πτυχές του λιθουανικού καθεστώτος για τις ΥΚΩ στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτές εκτέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, και εν συνεχεία να διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.

1.      Το λιθουανικό καθεστώς ΥΚΩ

12.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι ΥΚΩ είναι κατ’ ουσίαν υπηρεσίες που παρέχονται, ή δραστηριότητες που ασκούνται, για λόγους γενικού συμφέροντος, κατ’ εφαρμογήν της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας. Κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η παρούσα διαδικασία, οι ΥΚΩ περιελάμβαναν μεταξύ άλλων: την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την εξισορρόπησή της· την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τη μέθοδο της συμπαραγωγής σε εγκαταστάσεις συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, στις περιπτώσεις που οι εγκαταστάσεις αυτές παρέχουν θερμότητα σε συστήματα τηλεθερμάνσεως και η εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας είναι τέτοια ώστε η συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας να μπορεί να θεωρηθεί αποδοτική· την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, όπου η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας· την υλοποίηση στρατηγικών σχεδίων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, σχετικών με τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας διά της εγκαταστάσεως διασυνδέσεων με τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας άλλων κρατών και/ή διά της συνδέσεως των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας της Δημοκρατίας της Λιθουανίας με τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας άλλων κρατών μελών (όπως το σχέδιο «Διασυστημικός σύνδεσμος ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Λιθουανίας και Σουηδίας», γνωστό επίσης ως NordBalt)· και σχέδιο αναπτύξεως ηλιακών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.

13.      Κάθε έτος, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία, οι αρμόδιες δημόσιες αρχές της Λιθουανίας προσδιορίζουν τους παρόχους ΥΚΩ, ορίζουν το πεδίο των ΥΚΩ, και καθορίζουν τους όρους και τα ποσά της αντισταθμίσεως που οφείλεται για τις παρεχόμενες ΥΚΩ. Όλοι οι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας καταβάλλουν τίμημα για τις ΥΚΩ, το ύψος του οποίου καθορίζεται από την ΕΕΕΤΕ βάσει της ποσότητας της ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματικά καταναλώνεται για την κάλυψη των αναγκών τους. Το τίμημα για τις ΥΚΩ είτε συμπεριλαμβάνεται στην τιμή αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας είτε καταβάλλεται χωριστά στους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου.

14.      Οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της Λιθουανίας μεταφέρουν τα καταβαλλόμενα από τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας ποσά (στο εξής: κονδύλια ΥΚΩ) στον διαχειριστή των κονδυλίων ΥΚΩ, ήτοι την UAB Baltpool, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ελεγχόμενο από το κράτος. Με τη σειρά της, η Baltpool πληρώνει τους παρόχους ΥΚΩ για τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία. Η Baltpool δεν λαμβάνει χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό· τα λειτουργικά της έξοδα καλύπτονται από τα ίδια κονδύλια ΥΚΩ.

15.      Τα κονδύλια ΥΚΩ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς άλλους πέρα από την πληρωμή της παροχής των ΥΚΩ, και δεν περιλαμβάνονται στον κρατικό προϋπολογισμό. Τα ποσά που οφείλονται από καταναλωτές που δεν καταβάλλουν το τίμημα για τις ΥΚΩ ανακτώνται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν ζητήματα αστικού δικαίου. Οι εν λόγω καταναλωτές δεν είναι υπόλογοι με όρους κανόνων δημοσίου δικαίου.

2.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

16.      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει κατ’ αρχάς να υπογραμμιστεί ότι, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το έργο του συνίσταται στο να διαφωτίσει το εθνικό δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο των κανόνων δικαίου της Ένωσης, ώστε να παρασχεθεί στο δικαστήριο αυτό η δυνατότητα να εφαρμόσει ορθώς τους εν λόγω κανόνες επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, και όχι στο να προβεί το ίδιο στην εφαρμογή αυτή, κατά μείζονα λόγο επειδή το Δικαστήριο δεν διαθέτει κατ’ ανάγκην όλα τα ουσιώδη προς τούτο στοιχεία (3). Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν την έννοια της «κρατικής ενισχύσεως» και, στο πλαίσιο δίκης εκκρεμούς ενώπιόν τους, στα ίδια δικαστήρια εναπόκειται να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (4).

17.      Αυτός ο «καταμερισμός εργασιών» μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων είναι υψίστης σημασίας. Πολλώ δε μάλλον σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση: το εφαρμοστέο στην κύρια δίκη εθνικό κανονιστικό πλαίσιο είναι μάλλον περίπλοκο και περιλαμβάνει ποικίλα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν, δυνητικά έστω, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Περαιτέρω, για ορισμένα ζητήματα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με πτυχές της υποθέσεως που άπτονται κατά κύριο λόγο των πραγματικών περιστατικών και είναι μάλλον τεχνικής φύσεως, ζητώντας, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να ενστερνιστεί τη δική του ανάλυση. Ωστόσο, όπως ορθώς επισήμανε η Baltpool κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία και όλες τις άλλες πληροφορίες επί των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται προκειμένου να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις προκαταρκτικές διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου. Επομένως, όσον αφορά τις ως άνω πτυχές της υποθέσεως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαμορφώσει την τελική του κρίση, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που το Δικαστήριο θα παράσχει σχετικά με την έννοια και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

18.      Ακολούθως, ίσως είναι εξίσου χρήσιμο να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως μέτρου «κρατικής ενισχύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαιτεί να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει η εν λόγω διάταξη. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για κρατική παρέμβαση ή παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να χορηγεί επιλεκτικό πλεονέκτημα στον αποδέκτη της. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (5).

19.      Κατόπιν των ανωτέρω, θα έλθω τώρα στην ανάλυση των νομικών ζητημάτων που εγείρονται με τα προδικαστικά ερωτήματα.

3.      Επί του πρώτου ερωτήματος

20.      Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο σημείο 18 των παρουσών προτάσεων. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κεφάλαια του είδους των κονδυλίων ΥΚΩ πρέπει να θεωρούνται κρατικοί πόροι.

21.      Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό προσήκει καταφατική απάντηση.

22.      Πρέπει εξαρχής να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, για να μπορούν πλεονεκτήματα να χαρακτηρισθούν ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει, αφενός, να έχουν χορηγηθεί, άμεσα ή έμμεσα, με κρατικούς πόρους και, αφετέρου, να μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος (6).

23.      Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι τα μέτρα που φέρονται ως ενισχύσεις ερείδονται σε νομοθετικά και κανονιστικά μέτρα που έχουν θεσπιστεί από τις λιθουανικές αρχές. Επομένως, τα εν λόγω μέτρα μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος.

24.      Το πραγματικό ζήτημα είναι, ωστόσο, αν τα μέτρα αυτά αφορούν κρατικούς πόρους κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

25.      Είναι σαφές ότι στην έννοια των «κρατικών πόρων» περιλαμβάνονται όλοι οι χρηματικοί πόροι που το κράτος δύναται να χρησιμοποιήσει προκειμένου να στηρίξει επιχειρήσεις: περιλαμβάνονται επομένως όχι μόνον τα κονδύλια που προέρχονται, άμεσα ή έμμεσα, από το δημόσιο ταμείο ή από έσοδα που αποποιείται το κράτος, αλλά και οι πόροι οι οποίοι, μολονότι δεν βρίσκονται μονίμως στην κατοχή των οικονομικών υπηρεσιών του Δημοσίου, παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο (7). Με απλά λόγια, στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για κεφάλαια τα οποία, ακόμη και αν προέρχονται από ιδιώτες, εισπράττονται από το κράτος, για λογαριασμό του κράτους, ή βάσει κρατικής παρεμβάσεως, και τα οποία τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών οι οποίες έχουν την εξουσία να αποφασίζουν σχετικά με την τελική τους χρήση.

26.      Αυτό φαίνεται να συμβαίνει όσον αφορά τα κονδύλια ΥΚΩ στο πλαίσιο του λιθουανικού καθεστώτος ΥΚΩ.

27.      Από τη στιγμή που καταβάλλονται από τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και μέχρι το χρονικό σημείο στο οποίο κατανέμονται στους παρόχους ΥΚΩ, τα κονδύλια ΥΚΩ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Ειδικότερα, στις δημόσιες αρχές εναπόκειται ο καθορισμός των υπηρεσιών που θεωρούνται ΥΚΩ για κάθε έτος, και εκείνες επιλέγουν τις επιχειρήσεις που προκρίνονται ως πάροχοι ΥΚΩ. Δημόσιος είναι επίσης ο φορέας –ήτοι η ΕΕΕΤΕ– που καθορίζει το ύψος των επιβαρύνσεων που χρεώνονται στους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας για τις ΥΚΩ. Μετά την είσπραξή τους από τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, τα κονδύλια ΥΚΩ διαβιβάζονται στην Baltpool, νομική οντότητα η οποία, αν και έχει συσταθεί με τη μορφή εταιρίας ιδιωτικού δικαίου, ελέγχεται από το κράτος. Η Baltpool διαχειρίζεται τα κεφάλαια που λαμβάνει, κατανέμοντάς τα στους παρόχους ΥΚΩ σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται από τον νόμο, ενώ παρακρατεί μέρος των κεφαλαίων αυτών προκειμένου να καλύψει τα λειτουργικά της έξοδα. Συνεπώς, η όλη διαδρομή των κονδυλίων ΥΚΩ ρυθμίζεται αυστηρά.

28.      Επομένως, η κατάσταση που εξετάζεται στην υπό κρίση υπόθεση διακρίνεται από εκείνες που έχει εξετάσει το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις, όπως στην υπόθεση PreussenElektra (8)και την υπόθεση ENEA (9), οι οποίες επίσης αφορούσαν εθνικά καθεστώτα στηρίξεως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στις υποθέσεις εκείνες, το Δικαστήριο έκρινε ότι απλώς και μόνον η υποχρέωση, που επιβάλλει το κράτος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, να αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια σε τιμή που ενδέχεται να είναι υψηλότερη από τη συνήθη τιμή στην αγορά δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κρίσιμο στις εν λόγω υποθέσεις ήταν το γεγονός ότι –σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το εξεταζόμενο καθεστώς ΥΚΩ– δεν υπήρχε μηχανισμός χρηματοδοτήσεως υπό κρατική διαχείριση. Το κράτος δεν μπορούσε να ασκήσει οποιασδήποτε μορφής έλεγχο στην είσπραξη και την κατανομή των κονδυλίων που καταβάλλονταν από τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.

29.      Το λιθουανικό καθεστώς ΥΚΩ δεν είναι συγκρίσιμο ούτε με τα μέτρα που το Δικαστήριο εξέτασε στις υποθέσεις Pearle κ.λπ. (10) και Doux Élevage (11).

30.      Στις υποθέσεις εκείνες, και παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές συνεισφορές που επιβάλλονταν σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ρυθμίζονταν από τον νόμο, και την είσπραξη και διαχείρισή τους είχαν αναλάβει οντότητες στις οποίες το κράτος είχε αναθέσει συγκεκριμένες αρμοδιότητες, πάλι το Δικαστήριο έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, σε αμφότερες τις ως άνω υποθέσεις, η οντότητα που διαχειριζόταν τα κεφάλαια χρησίμευε απλώς ως μέσο για την είσπραξη και την κατανομή πόρων που προορίζονταν για δραστηριότητες οι οποίες ασκούνταν προς το εμπορικό συμφέρον των ίδιων των επιχειρήσεων που καλούνταν να καταβάλουν τις συνεισφορές (12). Επομένως, οι υποχρεωτικές συνεισφορές είχαν θεσπιστεί με πρωτοβουλία ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες αποφάσιζαν επίσης για την τελική τους χρήση. Ούτε στην υπόθεση Pearle κ.λπ. ούτε στην υπόθεση Doux Élevage υπήρχε υποχρέωση όπως τα εισπραττόμενα κονδύλια χρησιμοποιούνται σύμφωνα με εντολές δημοσίων αρχών, ή προς επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος καθοριζόμενου από τις εν λόγω αρχές (13).

31.      Αντιθέτως, στο πλαίσιο της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, η Baltpool δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί «μέσο» που δρα υπό την καθοδήγηση των οντοτήτων που καλούνται να καταβάλλουν τις συνεισφορές, ή που υπηρετεί το δικό τους εμπορικό συμφέρον. Πράγματι, η Baltpool χρησιμοποιεί τα εισπραττόμενα κεφάλαια προς επιδίωξη σκοπών οι οποίοι καθορίζονται από το κράτος. Από οικονομικής απόψεως, εκείνοι που ωφελούνται από τις επιδοτούμενες δραστηριότητες δεν ταυτίζονται με εκείνους οι οποίοι χρηματοδοτούν τα μέτρα στηρίξεως. Υπάρχει, κατά συνέπεια, μεταφορά πόρων από τους καταναλωτές προς συγκεκριμένες επιχειρήσεις, υπό την καθοδήγηση των κρατικών αρχών.

32.      Το γεγονός ότι η Baltpool δεν διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέγει πώς πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα κεφάλαια που εισπράχθηκαν δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι όποιες σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από τις δημόσιες αρχές (14). Όπως εκτίθεται στο σημείο 27 των παρουσών προτάσεων, τα κεφάλαια που εισπράττονται ακολουθούν αυστηρά τη διαδρομή που έχει χαράξει η επίμαχη εθνική νομοθεσία. Αντικειμενικά, αυτό πράγματι αποδεικνύει ότι τα κονδύλια ΥΚΩ βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο.

33.      Ομοίως, στο πλαίσιο αυτό, μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι, σε περίπτωση που οι καταναλωτές δεν καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά, η Baltpool πρέπει να φέρει τις αξιώσεις της ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και κατά τις κοινές διατάξεις. Θεωρώ ότι το γεγονός αυτό συνδέεται άρρηκτα με την απόφαση των λιθουανικών αρχών να αναθέσουν τη μεν είσπραξη των κονδυλίων ΥΚΩ στους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου, τη δε διαχείριση αυτών σε οντότητα συσταθείσα κατά το ιδιωτικό δίκαιο. Η εν λόγω πτυχή, την οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της φύσεως των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων στην υπόθεση Doux Élevage (15), δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι η Baltpool, παρά το γεγονός ότι έχει συσταθεί υπό μορφή εταιρίας ιδιωτικού δικαίου, ελέγχεται από το κράτος και, όσον αφορά τη χρήση των κονδυλίων ΥΚΩ, δεσμεύεται από τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (16).

34.      Είμαι της γνώμης ότι ουσιαστικά το λιθουανικό καθεστώς ΥΚΩ παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το γαλλικό καθεστώς για την ηλεκτρική ενέργεια το οποίο εξετάστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Association Vent de Colère! κ.λπ. (17). Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι μηχανισμός ο οποίος αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις λόγω υποχρεώσεως αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από αιολική ενέργεια σε τιμή ανώτερη της αγοραίας τιμής και του οποίου η χρηματοδότηση βαρύνει τους τελικούς καταναλωτές πρέπει να χαρακτηριστεί ως παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή παρέμβαση με κρατικούς πόρους, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο εξέφερε την κρίση αυτή κυρίως επειδή τα ποσά που καταβάλλονταν από τους καταναλωτές –το ύψος των οποίων καθοριζόταν από τον Υπουργό Ενέργειας– κατετίθεντο στην Caisse des dépôts et consignations, δημόσιο οργανισμό που ενεργούσε ως ενδιάμεσος φορέας για τη διαχείριση των κεφαλαίων (18). Πράγματι, ερωτηθείσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αν υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά μεταξύ της καταστάσεως την οποία εξέτασε το Δικαστήριο στην υπόθεση Association Vent de Colère! κ.λπ. και της εξεταζόμενης στην κύρια δίκη, ούτε η Λιθουανική Κυβέρνηση ούτε η Baltpool μπόρεσαν να δώσουν κάποια χρήσιμη απάντηση.

35.      Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Essent Netwerk Noord κ.λπ. (19) παρέχει περαιτέρω στήριγμα για την άποψη ότι τα κονδύλια ΥΚΩ αποτελούν κρατικούς πόρους βάσει των κανόνων της Ένωσης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις. Στην ως άνω υπόθεση –προδικαστική παραπομπή από ολλανδικό δικαστήριο– το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνικοί κανόνες, επιβάλλοντες στους καταναλωτές προσαύξηση επί της τιμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας την οποία εισπράττουν οι διαχειριστές δικτύου και μεταβιβάζουν σε προς τούτο καθορισθείσα εταιρία, η οποία με τη σειρά της είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και διανομή των κονδυλίων, αφορούν κρατικούς πόρους κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

36.      Είναι γεγονός ότι, εξεταζόμενα με αμιγώς οικονομικούς όρους, τα μέτρα που τέθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπως, αφενός, οι υποθέσεις PreussenElektra και ENEA (20)και, αφετέρου, οι υποθέσεις Essent Netwerk Noord κ.λπ. και Association Vent de Colère! κ.λπ. (21), είναι σε μεγάλο βαθμό όμοια. Ωστόσο, όπως ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi εξέθεσε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Essent Netwerk Noord κ.λπ., τα μέτρα αυτά πρέπει –από νομικής απόψεως– να ταξινομηθούν με αρκετά διαφορετικό τρόπο (22). Μολονότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εστιάζει μόνο στα αποτελέσματα του εκάστοτε κρατικού μέτρου, αποτελεί εντούτοις κοινό τόπο ότι ο τρόπος κατά τον οποίο έχει διαρθρωθεί και λειτουργεί ορισμένο μέτρο ενδέχεται να έχει συνέπειες όσον αφορά το εφαρμοστέο επί του εν λόγω μέτρου νομικό πλαίσιο. Ενδέχεται, για παράδειγμα, ένα κρατικό μέτρο να μην εμπίπτει στην κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έννοια της ενισχύσεως, αλλά, αναλόγως των περιστάσεων, να είναι αναγκαίο να εξεταστεί η συμβατότητά του με τις Συνθήκες υπό το πρίσμα άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, όπως οι κανόνες περί της εσωτερικής αγοράς (23).

37.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει κατά την άποψή μου να είναι ότι, σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κονδύλια ΥΚΩ, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, πρέπει να θεωρούνται κρατικοί πόροι.

4.      Επί του δευτέρου ερωτήματος

38.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ποιες οντότητες πρέπει να θεωρηθούν αποδέκτες της ενισχύσεως που χορηγείται μέσω κονδυλίων ΥΚΩ όταν οι σχετικές διατάξεις του καθεστώτος ΥΚΩ επιβάλλουν σε φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας την υποχρέωση να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από παρόχους ΥΚΩ σε προκαθορισμένη τιμή και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από αυτούς. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν αυτοί που λαμβάνουν οικονομικό πλεονέκτημα από τα κονδύλια ΥΚΩ είναι οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου ή οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας.

39.      Η άποψή μου είναι ότι οι (εμμέσως) ωφελούμενοι από ένα τέτοιο μέτρο είναι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας, και όχι οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου.

40.      Πράγματι, όσον αφορά το μέτρο που αποτελεί αντικείμενο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, τα κονδύλια ΥΚΩ σκοπούν –όπως το αντιλαμβάνομαι– απλώς να αντισταθμίσουν το επιπλέον κόστος που οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου μπορεί να επωμιστούν λόγω της υποχρεώσεως που τους έχει επιβληθεί να αγοράζουν συγκεκριμένες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας σε προκαθορισμένες τιμές, οι οποίες ενδέχεται να υπερβαίνουν τις συνήθεις τιμές της αγοράς. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει το πιθανό καθαρό όφελος που οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου θα μπορούσαν να αποκομίσουν από τα κονδύλια ΥΚΩ. Περαιτέρω, υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τη Λιθουανική Κυβέρνηση και την Baltpool, φαίνεται ότι οι φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου δεν δύνανται να μετακυλίσουν (εν όλω ή εν μέρει) το επιπλέον κόστος στους πελάτες τους, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο να λαμβάνουν οι φορείς υπεραντιστάθμιση (24).

41.      Αντιθέτως, μέσω της αντισταθμίσεως του επιπλέον κόστους το οποίο συνεπάγεται για τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου η προαναφερθείσα υποχρέωση αγοράς, τα κονδύλια ΥΚΩ παρέχουν σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας τη δυνατότητα να πωλούν συγκεκριμένες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας σε τιμή υψηλότερη από τη συνήθη τιμή της αγοράς, ή, σε κάθε περίπτωση, να πωλούν μεγαλύτερες ποσότητες. Επομένως, οι εν λόγω παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας έχουν τη δυνατότητα να αποκομίσουν έσοδα μεγαλύτερα από εκείνα που θα αποκόμιζαν υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Συνεπώς, και μολονότι τα κονδύλια ΥΚΩ μπορεί πράγματι να καταβάλλονται σε άλλους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου, οι εμμέσως ωφελούμενοι από τα κονδύλια αυτά είναι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας (25).

42.      Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι, σε μια κατάσταση όπως εκείνη της κύριας δίκης –όπου διά κρατικού μέτρου απαιτείται από τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από παραγωγούς σε προκαθορισμένη τιμή και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από αυτούς, ενώ προβλέπεται ότι το επιπλέον κόστος που επωμίζονται οι εν λόγω φορείς εκμεταλλεύσεως θα αντισταθμίζεται μέσω εισφορών τις οποίες καταβάλλει ο τελικός καταναλωτής–, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να θεωρηθούν αποδέκτες της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

5.      Επί του τρίτου και του πέμπτου ερωτήματος

43.      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η στήριξη που παρέχεται, μέσω των κονδυλίων ΥΚΩ, σε συγκεκριμένες δραστηριότητες που ασκούνται στη Λιθουανία στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας πληροί τα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ κριτήρια επιλεκτικότητας και επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω αμέσως μετά το τρίτο, δεδομένου ότι τα δύο αυτά ερωτήματα επιδέχονται κοινή απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, το καθεστώς ΥΚΩ πρέπει να θεωρηθεί ότι νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

44.      Τα μέτρα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει από την άποψη αυτή είναι τα εξής: (i) η ενίσχυση που χορηγείται σε επιχείρηση η οποία υλοποιεί σχέδιο στρατηγικής σημασίας, όπως το «NordBalt»· (ii) η ενίσχυση που χορηγείται σε επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθεται να εξασφαλίσουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για συγκεκριμένη χρονική περίοδο· (iii) η ενίσχυση που χορηγείται για την αντιστάθμιση πραγματικών ζημιών τις οποίες υπέστησαν επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ηλιακές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις· και (iv) η ενίσχυση που χορηγείται σε φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου με σκοπό να αντισταθμίσει πραγματικές ζημίες τις οποίες υπέστησαν κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους να αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια σε συγκεκριμένη τιμή από παραγωγούς που παρέχουν ΥΚΩ και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια (στο εξής: επίμαχα μέτρα).

45.      Όπως εκτίθεται στα σημεία 16 και 17 των παρουσών προτάσεων, η τελική κρίση για τα ζητήματα αυτά εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Ωστόσο, προκειμένου να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία για την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, σκοπεύω να προχωρήσω ως εξής. Πρώτα θα επισημάνω την πλέον σχετική νομολογία και, στη βάση αυτή, θα επιχειρήσω να παράσχω στο αιτούν δικαστήριο σαφέστερη καθοδήγηση όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα επίμαχα μέτρα μπορούν να πληρούν τα κριτήρια επιλεκτικότητας, επηρεασμού του εμπορίου και νοθεύσεως του ανταγωνισμού.

46.      Κατ’ αρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν πληρούται το κριτήριο της επιλεκτικότητας, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν, στο πλαίσιο δεδομένου νομικού καθεστώτος (γνωστού επίσης ως «πλαισίου αναφοράς»), κρατικό μέτρο μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής έναντι άλλων επιχειρήσεων που τελούν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση, υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκεται με το σχετικό μέτρο (26). Αντιθέτως, μέτρα γενικής ισχύος τα οποία εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλους τους επιχειρηματίες σε ένα κράτος μέλος, και τα οποία παρέχουν πλεονέκτημα σε οποιονδήποτε πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις, δεν είναι επιλεκτικά και επομένως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (27).

47.      Όσον αφορά την επηρεασμό του εμπορίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για τον χαρακτηρισμό εθνικού μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως, απαιτείται να εξετασθεί μόνον αν η ενίσχυση δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και όχι να διαπιστωθεί αν η ενίσχυση αυτή έχει πραγματικά επιπτώσεις στο εμπόριο αυτό. Ωστόσο, ο επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών δεν μπορεί να είναι αμιγώς υποθετικός ή να τεκμαίρεται. Ειδικότερα, πρέπει να διαπιστωθεί αν, και αν ναι με ποιον τρόπο, το εξεταζόμενο μέτρο μπορεί να επηρεάσει, με τις προβλέψιμες συνέπειές του, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Ειδικότερα, όταν ενίσχυση χορηγούμενη από κράτος μέλος ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρείται ότι το εμπόριο αυτό επηρεάζεται από την ενίσχυση αυτή. Συναφώς, δεν απαιτείται οι ωφεληθείσες επιχειρήσεις να μετέχουν οι ίδιες στο εμπόριο αυτό. Συγκεκριμένα, όταν κράτος μέλος χορηγεί ενίσχυση σε επιχειρήσεις, η εγχώρια δραστηριότητα μπορεί εξ αυτού του λόγου να διατηρηθεί ή να αυξηθεί, με συνέπεια να μειώνονται αντιστοίχως οι δυνατότητες των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεων να διεισδύσουν στην αγορά του συγκεκριμένου κράτους μέλους (28).

48.      Τέλος, όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τη νόθευση του ανταγωνισμού, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ενίσχυση που σκοπεί να απαλλάξει επιχείρηση από έξοδα που θα έπρεπε κανονικά να επωμιστεί η ίδια, στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεώς της ή των συνήθων δραστηριοτήτων της, νοθεύει κατά κανόνα τους όρους ανταγωνισμού (29).

49.      Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο θα εξετάσω στη συνέχεια τα ζητήματα που εγείρει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

1.      Επιλεκτικότητα

50.      Κατ’ αρχάς, η ενίσχυση που χορηγείται σε επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθεται να εξασφαλίσουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η ενίσχυση που χορηγείται σε αντιστάθμιση πραγματικών ζημιών τις οποίες υπέστησαν επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ηλιακές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, καθώς και η ενίσχυση που χορηγείται σε φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου με σκοπό να αντισταθμίσει πραγματικές ζημίες τις οποίες υπέστησαν κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους να αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια, σε προκαθορισμένη τιμή, από παραγωγούς που παρέχουν ΥΚΩ και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια, είναι εκ πρώτης όψεως μέτρα τα οποία ωφελούν μόνο τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο τομέα ή παρέχουν συγκεκριμένου είδους υπηρεσίες.

51.      Κατά την άποψή μου, τα εν λόγω μέτρα σκοπούν να απαλλάξουν τις ωφελούμενες επιχειρήσεις από ορισμένα έξοδα που άλλως θα έπρεπε να επωμιστούν οι ίδιες. Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, χαρακτηρίζει ως «αναμφισβήτητο» το γεγονός ότι ορισμένα εκ των μέτρων του καθεστώτος ΥΚΩ εγγυώνται στις ωφελούμενες επιχειρήσεις κέρδη χωρίς επιχειρηματικό κίνδυνο.

52.      Είναι αληθές ότι, στην υπόθεση Αστερίς, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποζημιώσεις τις οποίες οι εθνικές αρχές μπορεί να διαταχθούν να καταβάλουν σε επιχειρήσεις προς αποκατάσταση ζημίας που τους προκάλεσαν δεν συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του (νυν) άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (30). Πάντως, στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο αναφερόταν σε ποσά που είχαν καταβληθεί, ή έπρεπε να καταβληθούν, στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης κράτους μέλους. Ο λόγος είναι σαφής: το ποσό που καταβάλλεται σε ιδιώτη με σκοπό να τον αποζημιώσει για τη ζημία την οποία αυτός υπέστη συνεπεία άδικης πράξεως, αστικής ή διοικητικής φύσεως, και την οποία προκάλεσε κρατική αρχή δεν παρέχει, με την αυστηρή έννοια του όρου, οικονομικό πλεονέκτημα στον εν λόγω ιδιώτη κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

53.      Ωστόσο, η εν λόγω νομολογία δεν είναι σχετική με την υπό κρίση υπόθεση. Εξ όσων αντιλαμβάνομαι, ουδείς ισχυρίζεται ότι οι ζημίες τις οποίες αντισταθμίζουν τα επίμαχα κρατικά μέτρα αποτελούν τη συνέπεια παράνομης συμπεριφοράς των δημοσίων αρχών. Οι εν λόγω ζημίες αποτελούν απλώς έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι υπό εξέταση επιχειρήσεις κατά την άσκηση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.

54.      Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελα να προσθέσω ότι είναι άνευ σημασίας αν αποφάσεις των ωφελουμένων σχετικές με επενδύσεις ή δημόσιες συμβάσεις προκλήθηκαν ή ενθαρρύνθηκαν από υποσχέσεις των δημοσίων αρχών περί στηρίξεώς τους. Το γεγονός ότι, χωρίς τα επίμαχα μέτρα, ορισμένοι οικονομικοί παράγοντες θα είχαν προβεί σε διαφορετικές επιχειρηματικές επιλογές δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων ως ενισχύσεως. Τα περισσότερα καθεστώτα ενισχύσεων έχουν ακριβώς αυτόν τον σκοπό: να προαγάγουν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα την οποία οι αρχές θεωρούν δραστηριότητα υπηρετούσα το δημόσιο συμφέρον. Εντούτοις, οι αιτίες και οι σκοποί της κρατικής παρεμβάσεως δεν έχουν σημασία όσον αφορά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ: κατά τη διάταξη αυτή, τα μέτρα ορίζονται ως ενίσχυση μόνο σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους στην ενιαία αγορά (31).

55.      Τέλος, όσον αφορά την εκτίμηση περί της επιλεκτικότητας ή μη των μορφών της στηρίξεως που παρέχεται σε επιχειρήσεις οι οποίες υλοποιούν σχέδιο στρατηγικής σημασίας όπως το «NordBalt», η ανάλυση είναι πιο περίπλοκη.

56.      Εξαρχής, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οικονομική στήριξη για την κατασκευή υποδομών που προορίζονται για γενική χρήση (σε αντιδιαστολή με εκείνες που προορίζονται για συγκεκριμένο σκοπό), και που ως εκ τούτου δεν ωφελούν ειδικά κάποιον χρήστη, θεωρείται εν γένει ότι δεν είναι επιλεκτική κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (32). Κατά την άποψή μου, σε αυτήν την περίπτωση εμπίπτουν, κατά πάσα πιθανότητα, οι υποδομές που συνδέουν το λιθουανικό και το σουηδικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.

57.      Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η οικονομική στήριξη που χορηγήθηκε στην επιχείρηση η οποία κατασκεύασε την εν λόγω υποδομή δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ασφαλώς, αν οι λιθουανικές αρχές είχαν απλώς λάβει κάποια υπηρεσία (την κατασκευή συγκεκριμένων υποδομών) από ορισμένη επιχείρηση, μεταξύ των πολλών που είναι παρούσες στην αγορά και έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν την εν λόγω υπηρεσία, η ύπαρξη ενισχύσεως θα εξηρτάτο κυρίως από την τιμή και τους όρους που θα είχαν συμφωνηθεί για τη δημόσια σύμβαση, λαμβανομένης υπόψη της διαδικασίας που θα είχε ακολουθηθεί για την επιλογή του παρόχου. Για την εν λόγω ανάλυση, καθοδήγηση θα παρείχε η κατοχυρωμένη αρχή του ιδιώτη επιχειρηματία σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς (στο εξής: αρχή ΙΕΟΑ) (33).

58.      Πάντως, εξ όσων αντιλαμβάνομαι από τη δικογραφία, το σχέδιο «NordBalt» χαρακτηρίζεται ως σχέδιο στρατηγικής σημασίας και οι κατασκευαστικές εργασίες που απαιτούνται για την υλοποίησή του έχουν εκ του νόμου ανατεθεί σε συγκεκριμένη επιχείρηση (την LITGRID AB). Άλλωστε, ένα σχέδιο αυτού του είδους –λόγω του μεγέθους, του κόστους και της σημασίας του– εμπίπτει κατά κανόνα στην αρμοδιότητα του κράτους. Δεν είναι ασύνηθες να αναθέτουν οι δημόσιες αρχές την κατασκευή σημαντικών υποδομών σε εταιρίες που έχουν συσταθεί μεν κατά το ιδιωτικό δίκαιο, αλλά των οποίων είναι μέτοχοι οι ίδιες οι αρχές αυτές (34). Κατά την άποψή μου, το μείζον εν προκειμένω είναι αντιθέτως το ζήτημα της συνάψεως δημόσιας συμβάσεως. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με άλλες σχετικές με πραγματικά περιστατικά πτυχές των επίμαχων στην κύρια δίκη μέτρων, το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να εκφέρει τελική κρίση με γνώμονα το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

2.      Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών

59.      Στην υπόθεση Fondul Proprietatea (35), το Δικαστήριο κλήθηκε να εκτιμήσει αν έχει τον χαρακτήρα ενισχύσεως μέτρο που θεσπίστηκε προκειμένου να στηριχθεί επιχείρηση η οποία δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Συναφώς, το Δικαστήριο τόνισε ότι το γεγονός ότι τομέας της οικονομίας, όπως ο τομέας της ενέργειας, ελευθερώθηκε σε επίπεδο Ένωσης, μπορεί να χρησιμεύσει για να κριθεί ότι κρατικό μέτρο, που φέρεται ότι συνιστά ενίσχυση, είναι ικανό να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, συνεπεία της εν λόγω ελευθερώσεως, η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί αντικείμενο διασυνοριακών εμπορικών συναλλαγών. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως από το εθνικό δικαστήριο, μέτρο που θεσπίστηκε από τις ρουμανικές αρχές προς στήριξη επιχειρήσεως που δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας πληρούσε το κριτήριο του «επηρεασμού του εμπορίου».

60.      Δεν βλέπω κανέναν αντικειμενικό λόγο, στην υπό κρίση υπόθεση, για τον οποίο το Δικαστήριο θα έπρεπε να αποστεί από την κρίση του στην υπόθεση Fondul Proprietatea.

61.      Το γεγονός ότι οι ωφελούμενες επιχειρήσεις ενδέχεται να μην δραστηριοποιούνται πέραν των εθνικών συνόρων είναι άνευ σημασίας. Πράγματι, κατά το μέτρο που ενισχύουν τους εγχώριους επιχειρηματίες, τα επίμαχα μέτρα είναι πιθανό να εμποδίσουν την πρόσβαση αλλοδαπών επιχειρήσεων στη λιθουανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, όπως εκτίθεται στο σημείο 58 των παρουσών προτάσεων, τα πράγματα μπορεί να είναι διαφορετικά όσον αφορά τη στήριξη που χορηγείται σε επιχείρηση στην οποία ανατίθεται η υλοποίηση σχεδίου στρατηγικής σημασίας όπως το «NordBalt».

3.      Νόθευση του ανταγωνισμού

62.      Όσον αφορά, τέλος, το κριτήριο της νοθεύσεως του ανταγωνισμού, μπορεί πάλι να αρκεί η παραπομπή στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Fondul Proprietatea (36).

63.      Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε, σε ευθυγράμμιση με πάγια νομολογία του, ότι το επίμαχο μέτρο στηρίξεως ήταν κατ’ αρχήν ικανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το γεγονός ότι τομέας της οικονομίας, όπως ο τομέας της ενέργειας, ελευθερώθηκε σε επίπεδο Ένωσης μπορεί να χρησιμεύσει για να κριθεί ότι η επίμαχη ενίσχυση έχει πραγματικές ή δυνητικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

64.      Είμαι της γνώμης ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι εξίσου κρίσιμες στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ομολογουμένως, δεν πείθομαι από τον ισχυρισμό της Λιθουανικής Κυβερνήσεως ότι, το 2014, η λιθουανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούσε να είναι σχετικά απομονωμένη. Στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το ίδιο το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά τη διάρκεια της επίμαχης χρονικής περιόδου, το λιθουανικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας ήταν συνδεδεμένο με τα δίκτυα άλλων κρατών μελών (όπως της Εσθονίας) και ότι στην αγορά υπήρχε έντονος ανταγωνισμός. Εν πάση περιπτώσει, μέτρα δημόσιας στηρίξεως που ευνοούν ήδη δραστηριοποιούμενους στην αγορά οικονομικούς φορείς κάλλιστα μπορούν να δημιουργήσουν χρόνιες στρεβλώσεις σε αγορά η οποία προοδευτικά ανοίγεται στον από την αλλοδαπή ανταγωνισμό.

65.      Επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή σε σχέδιο αναπτύξεως ηλιακών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, και οι οποίες έχουν τη βάση τους στη Λιθουανία, σαφώς ανταγωνίζονται αντίστοιχες επιχειρήσεις που έχουν τη βάση τους σε άλλα κράτη μέλη. Εντούτοις, η κατάσταση αυτή ενδέχεται να διαφοροποιείται όσον αφορά επιχειρήσεις επιφορτισμένες με σχέδια στρατηγικής σημασίας όπως το «NordBalt», για τους λόγους που εκτίθενται στα σημεία 58 και 61 των παρουσών προτάσεων.

66.      Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα ως ακολούθως.

67.      Πρώτον, μέτρα που ωφελούν μόνον επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο τομέα ή παρέχουν συγκεκριμένου είδους υπηρεσίες, απαλλάσσοντάς τες από ορισμένα έξοδα τα οποία άλλως θα έπρεπε να επωμιστούν, είναι επιλεκτικά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Δεύτερον, μέτρα στηρίξεως επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε οικονομικό τομέα, όπως ο τομέας της ενέργειας, ο οποίος αποτέλεσε αντικείμενο ελευθερώσεως σε επίπεδο Ένωσης, δύνανται κατ’ αρχήν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Τρίτον, η τελική κρίση για το αν τα επίμαχα μέτρα πληρούν τα ως άνω κριτήρια εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.

6.      Επί του τετάρτου ερωτήματος

68.      Τέλος, με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, το καθεστώς ΥΚΩ πρέπει να θεωρηθεί ότι πληροί τα κριτήρια που εκτίθενται στις σκέψεις 88 έως 93 της αποφάσεως Altmark.

69.      Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο αποσαφήνισε σε ποιες περιπτώσεις οι επιχειρήσεις που εκπληρώνουν υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας (στο εξής: ΥΔΥ) δεν απολαύουν πραγματικού οικονομικού πλεονεκτήματος συνεπεία της αντισταθμίσεως την οποία λαμβάνουν ως αντιπαροχή για την εκ μέρους τους εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων και, κατά συνέπεια, δεν περιέρχονται σε ευνοϊκότερη ανταγωνιστική θέση σε σχέση με τις ανταγωνίστριές τους. Προς τούτο, το Δικαστήριο περιέγραψε τέσσερις σωρευτικούς όρους (στο εξής: όροι Altmark) οι οποίοι διασφαλίζουν ότι η αντιστάθμιση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (37).

70.      Πάντως, σχολιαστές έχουν συχνά παρατηρήσει ότι, λόγω της αυστηρότητάς τους, οι όροι Altmark είναι δυσχερές να τηρηθούν (38). Επομένως, είναι σημαντικό να επισημανθεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι, ακόμη και αν ένα μέτρο δεν πληροί τους εν λόγω όρους, μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί θεμιτό με γνώμονα το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επίσης, όπως το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφέστατο με την απόφαση Viasat, οι όροι Altmark δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά την αξιολόγηση της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά ενισχύσεως που χορηγήθηκε σε πάροχο ΥΓΟΣ (39).

71.      Τούτου λεχθέντος, το προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά, κατ’ αρχήν, και τους τέσσερις όρους Altmark. Ωστόσο, τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εστιάζουν κυρίως στον πρώτο από τους όρους αυτούς. Όσον αφορά τους λοιπούς τρεις όρους, το αιτούν δικαστήριο περιορίστηκε να εκθέσει, μάλλον συνοπτικά, τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, οι όροι αυτοί πληρούνται όσον αφορά κάθε ένα από τα επίμαχα μέτρα. Πάντως, όπως εκτίθεται στα σημεία 16 και 17 των παρουσών προτάσεων, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί των ζητημάτων αυτών, όχι μόνον υπό το πρίσμα της μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων κατανομής καθηκόντων την οποία προβλέπουν οι Συνθήκες, αλλά και επειδή στη δικογραφία δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να ενστερνιστεί ή όχι την εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου αξιολόγηση.

72.      Στο πλαίσιο αυτό, και προκειμένου να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο η μέγιστη δυνατή βοήθεια, θα ήθελα να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

1.      Ο πρώτος όρος Altmark

73.      Κατά τον πρώτο όρο Altmark, απαιτείται να αξιολογηθεί αν η επιχείρηση που λαμβάνει αντιστάθμιση είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση ΥΔΥ, και αν η υποχρέωση αυτή είναι σαφώς καθορισμένη. Επομένως, ο όρος αυτός έχει διάφορες, αν και άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, πτυχές, οι οποίες ουσιαστικά εξειδικεύονται στα ακόλουθα ερωτήματα: (i) νομίμως όρισαν οι δημόσιες αρχές την παροχή ορισμένης υπηρεσίας ως «υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος» κατά την έννοια των άρθρων 14 και 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ; (ii) ήταν η συγκεκριμένη επιχείρηση, ή οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις, επιφορτισμένη με την εκπλήρωση ΥΔΥ στο πλαίσιο της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας; και (iii) είναι σαφώς καθορισμένη η ΥΔΥ;

74.      Συναφώς, οφείλω κατ’ αρχάς να επισημάνω ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη έχουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των ΥΓΟΣ και ότι, κατά συνέπεια, ο καθορισμός τέτοιων υπηρεσιών από κράτος μέλος μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης (40). Τούτο επιβεβαιώνεται από το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 26 σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, κατά το οποίο στις κοινές αξίες της Ένωσης για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος περιλαμβάνονται ιδίως «ο ουσιώδης ρόλος και η ευρεία διακριτική ευχέρεια των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών όταν παρέχουν, αναθέτουν και οργανώνουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος όσο το δυνατόν εγγύτερα στις ανάγκες των χρηστών» (41).

75.      Πάντως, ευρεία διακριτική ευχέρεια δεν σημαίνει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια. Για να αποφεύγεται η εύκολη καταστρατήγηση των κοινών κανόνων και να μην περιορίζεται υπέρμετρα η αποτελεσματικότητά τους, οι Συνθήκες θέτουν ορισμένα όρια στην ελευθερία των κρατών μελών. Όσον αφορά τους ενωσιακούς κανόνες ανταγωνισμού, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι ΥΓΟΣ υπόκεινται σε αυτούς «κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί», και υπό τον όρο ότι «[η] ανάπτυξη των συναλλαγών δεν […] επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Ένωσης».

76.      Υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών, και λαμβάνοντας υπόψη γενικές αρχές του δικαίου όπως η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και η αρχή της αναλογικότητας, είμαι και εγώ της γνώμης ότι η εξουσία εκτιμήσεως που τα κράτη μέλη διαθέτουν όσον αφορά τον καθορισμό των ΥΓΟΣ «δεν μπορεί να ασκείται αυθαίρετα, με αποκλειστικό σκοπό να αποφευχθεί η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού σε συγκεκριμένο τομέα [της οικονομίας]» (42). Ανεξαρτήτως του σκοπού που επιδιώκουν οι εκάστοτε εθνικές αρχές, είναι κατά την άποψή μου σαφές ότι απλά δεν επιτρέπεται να καθοριστεί ως ΥΓΟΣ οποιαδήποτε υπηρεσία: οι ΥΓΟΣ πρέπει να «έχ[ουν] ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα», τα οποία τις διακρίνουν από άλλες υπηρεσίες που παρέχονται υπό κανονικές συνθήκες στην αγορά (43).

77.      Τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα αφορούν, πρώτον, τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας. Ειδικότερα, οι αρχές πρέπει να έχουν βάσιμους λόγους να θεωρούν ότι, ελλείψει δημόσιας παρεμβάσεως, η επίμαχη υπηρεσία πιθανότατα δεν θα παρεχόταν καθόλου, ή όχι στο θεωρούμενο ως το πλέον κατάλληλο επίπεδο (44). Επομένως, η δημόσια παρέμβαση πρέπει να έχει σκοπό να ανταποκριθεί σε πραγματική κοινωνική ανάγκη για συγκεκριμένη υπηρεσία, ανάγκη στην οποία δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά (και δεν προβλέπεται να ανταποκριθούν, στο ορατό μέλλον) οι επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς (45). Συναφώς, θα ήθελα να τονίσω ότι η οδηγία 2009/72/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας (46), και ειδικότερα το άρθρο της 3, παράγραφος 2, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεώσεις παροχής ΥΚΩ οι οποίες μπορούν να αφορούν τις διάφορες δραστηριότητες που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή.

78.      Δεύτερον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ΥΓΟΣ αφορούν τον τρόπο κατά τον οποίο παρέχεται η υπηρεσία. Ειδικότερα, η υπηρεσία πρέπει να παρέχεται, σε κάποιον βαθμό, καθολικά και υποχρεωτικά (47). Με τον όρο «καθολικά», εννοώ ότι η υπηρεσία πρέπει να παρέχεται, δυνητικά τουλάχιστον, σε οποιονδήποτε ενδεχομένως τη ζητήσει. Με τον όρο «υποχρεωτικά», αναφέρομαι στο γεγονός ότι πρέπει να υπάρχει υποχρέωση παροχής της υπηρεσίας, ενώ η απλώς και μόνον αδειοδότηση για την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας δεν επαρκεί για τον σκοπό αυτόν. Περαιτέρω, αν μια υπηρεσία παρέχεται με κάποια συνέχεια, με όρους ενιαίους και διαφανείς, και σε τιμές όχι απαγορευτικές, τούτο μπορεί επίσης να έχει επιρροή για τη διαπίστωση ότι η εν λόγω υπηρεσία παρέχεται πραγματικά προς το γενικό συμφέρον (48).

79.      Εν κατακλείδι, προκειμένου να καθοριστεί θεμιτά ως ΥΓΟΣ η εκάστοτε υπηρεσία, πρέπει να πληρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις: αφενός, πρέπει να υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους οι εθνικές αρχές κρίνουν αναγκαία τη δημόσια παρέμβαση προκειμένου να εξασφαλίσουν την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας και, αφετέρου, η υπηρεσία πρέπει να παρέχεται καθολικά και υποχρεωτικά. Προφανώς, το αν πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου, αναλόγως των περιστάσεων, είτε από τον εθνικό δικαστή (49) είτε από τα δικαστήρια της Ένωσης (50), αν και –με δεδομένη την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών αρχών– μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως (51).

80.      Κατά δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το γεγονός και μόνον ότι μια υπηρεσία χαρακτηρίζεται στο εθνικό δίκαιο ως υπηρεσία γενικού συμφέροντος δεν σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση που παρέχει την εν λόγω υπηρεσία έχει επιφορτιστεί με την εκπλήρωση ΥΔΥ καθορισμένης με σαφήνεια, κατά την έννοια της νομολογίας Altmark (52). Η εκπλήρωση ΥΔΥ θα πρέπει να έχει ανατεθεί σε μία ή περισσότερες συγκεκριμένες επιχειρήσεις μέσω πράξεως (ή συνδυασμού πράξεων) της δημόσιας αρχής. Η πράξη αυτή μπορεί να έχει ποικίλες μορφές: κατά κανόνα, θα έχει τη φύση πράξεως δημοσίου δικαίου (π.χ., θα είναι νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική πράξη) (53), μολονότι η σαφής ανάθεση ΥΔΥ μπορεί επίσης, υπό ορισμένες συνθήκες, να απορρέει από σύμβαση (54). Πάντως, και ανεξαρτήτως της φύσεως της πράξεως, η ανάθεση θα πρέπει να είναι σαφής και κατηγορηματική: η πράξη θα πρέπει να καθορίζει με επαρκή σαφήνεια τη φύση, τη διάρκεια και την εμβέλεια των επίμαχων ΥΔΥ (55).

81.      Είναι προφανές ότι επίσης οι πτυχές αυτές μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, είτε ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων είτε ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, σε περίπτωση που ανακύψει διαφορά. Πάντως, στο μέτρο που οι πτυχές αυτές είναι τεχνικής ή πραγματολογικής φύσεως, ο δικαστικός έλεγχος δεν είναι μόνον οριακός (56).

82.      Όσον αφορά την εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση των αρχών που μνημονεύονται ανωτέρω, θα ήθελα να προβώ στις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις.

83.      Πρώτον, ενδέχεται να υπάρχουν οικονομικές δραστηριότητες τις οποίες το κράτος είναι πιθανόν να θεωρεί εύλογο να ενθαρρύνει (για παράδειγμα, η παραγωγή πράσινης ενέργειας, ή η ανάπτυξη πράσινων τεχνολογιών) μέσω της παροχής άμεσης οικονομικής βοήθειας, ή μέσω άλλων μέτρων στηρίξεως, δραστηριότητες που όμως δεν περιλαμβάνουν την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της νομολογίας Altmark. Η συνήθης «κατάσταση Altmark» είναι εκείνη όπου μία ή περισσότερες επιχειρήσεις (οι πάροχοι ΥΓΟΣ) υποχρεώνονται διά νόμου να εκπληρώνουν συγκεκριμένες ΥΔΥ στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών σε δυνητικά ευρύ σύνολο ληπτών. Κατά κανόνα, οι λήπτες της υπηρεσίας οφείλουν να καταβάλουν αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, αμοιβή η οποία ενδέχεται, ωστόσο, να υπολείπεται της συνήθους (ή της υποθετικής) τιμής της αγοράς, χάρη στην αντιστάθμιση που παρέχεται από το κράτος στους παρόχους ΥΓΟΣ. Οι αρχές Altmark δεν είναι εύκολο να προσαρμοστούν σε μια κατάσταση όπου δεν υφίστανται, με την αυστηρή έννοια του όρου, οικονομικές συναλλαγές σχετικές με την παροχή υπηρεσιών. Για παράδειγμα, διατηρώ αμφιβολίες ως προς το αν όλες οι δραστηριότητες που καθορίζονται ως ΥΚΩ στο πλαίσιο του καθεστώτος ΥΚΩ (π.χ. η απλώς και μόνον κατασκευή δημόσιας υποδομής, ή τα σχέδια αναπτύξεως ηλιακών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων) μπορούν να θεωρηθούν παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της νομολογίας Altmark.

84.      Δεύτερον, ενδέχεται να υπάρχουν οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες, ακόμη και αν αφορούν πραγματική παροχή υπηρεσιών, ασκούνται οικειοθελώς από επιχειρήσεις, χωρίς ειδική ανάθεση από το κράτος. Όπως ο γενικός εισαγγελέας M. Szpunar επισήμανε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Renerga, η οποία αφορούσε τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης ορισμένων πτυχών της ίδιας εθνικής νομοθεσίας που εξετάζεται στην υπό κρίση υπόθεση, απλώς και μόνο το γεγονός ότι μια δραστηριότητα καθορίζεται ρητώς και νομίμως ως «υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος» δεν επαρκεί από την άποψη της νομολογίας Altmark (57). Πρέπει επίσης να υφίσταται δημόσια πράξη η οποία αναθέτει σε μία ή περισσότερες συγκεκριμένες επιχειρήσεις το καθήκον να παρέχουν, με κάποιον βαθμό καθολικότητας και υποχρεωτικότητας (58), την επίμαχη υπηρεσία. Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, δεν είναι σαφές αν, υπό το καθεστώς ΥΚΩ, όλες οι επιχειρήσεις που καθορίζονται ως πάροχοι ΥΚΩ υπόκεινται όντως σε ΥΔΥ κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης (59).

85.      Στην περίπτωση αυτή, το ερώτημα αν οι συναλλαγές μεταξύ του κράτους και των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων υποκρύπτουν κάποια μορφή στηρίξεως, ασκούσα επιρροή όσον αφορά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, μπορεί να απαντηθεί μόνον εκτός του πλαισίου που ορίζει η νομολογία Altmark. Είναι ίσως σκόπιμο να τονίσω πάλι ότι το τελευταίο αφορά μόνον επιχειρήσεις οι οποίες εκπληρώνουν ΥΔΥ. Κατά συνέπεια, κρατικά μέτρα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομολογίας Altmark θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της αρχής ΙΕΟΑ, όπως εκτίθεται στο σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.

2.      Ο δεύτερος και ο τρίτος όρος Altmark

86.      Ο δεύτερος όρος Altmark αφορά τις παραμέτρους βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση: αυτές θα πρέπει να έχουν εκ των προτέρων καθοριστεί, κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή, προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να παρέχει η αντιστάθμιση αυτή οικονομικό πλεονέκτημα ικανό να ευνοήσει την αποδέκτρια επιχείρηση έναντι των ανταγωνιστριών της.

87.      Περαιτέρω, σύμφωνα με τον τρίτο όρο Altmark, η καταβληθείσα αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση της ΥΔΥ, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός λογικού κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.

88.      Με αυτούς τους δύο αλληλοσυμπληρούμενους όρους επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός: να διασφαλιστεί ότι δεν καταβάλλεται υπεραντιστάθμιση στις επιχειρήσεις που έχουν επιφορτιστεί με ΥΔΥ.

89.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα επίμαχα μέτρα πληρούν αμφότερους τους ως άνω όρους. Κατά την άποψή του, η επίμαχη εθνική νομοθεσία περιλαμβάνει τόσο ειδικούς κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οφείλεται αντιστάθμιση, το ποσό της οφειλόμενης αντισταθμίσεως ή τις διαδικασίες που ακολουθούνται για τον υπολογισμό του ποσού αυτού, όσο και μηχανισμό ελέγχου της χρήσεως των μεταφερόμενων κεφαλαίων. Όσον αφορά το ποσό της οφειλόμενης αντισταθμίσεως, η νομοθεσία περιλαμβάνει κανόνες που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν ότι λαμβάνονται υπόψη μόνον οι απαραίτητες επενδύσεις, τα έξοδα παροχής των υπηρεσιών, καθώς και ένα «λογικό κέρδος».

90.      Πάντως, όπως εκτίθεται στο σημείο 71 των παρουσών προτάσεων, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει την ως άνω εκτίμηση. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει την ύπαρξη συνόλου κανόνων δικαίου, επαρκώς σαφούς και συνεκτικού, που να εξασφαλίζει ότι δεν καταβάλλεται υπεραντιστάθμιση στους παρόχους υπηρεσιών και να αίρει με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο τα σφάλματα που σημειώνονται συναφώς.

3.      Ο τέταρτος όρος Altmark

91.      Κατά τον τέταρτο όρο Altmark, όταν η επιχείρηση που καλείται να εκπληρώσει ΥΔΥ δεν επελέγη μέσω διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, η αντιστάθμιση πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως του κόστους το οποίο θα πρέπει να επωμιστεί μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με τα απαιτούμενα μέσα για την ικανοποίηση των αναγκαίων απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός λογικού κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.

92.      Από τους τέσσερις όρους Altmark, ο συγκεκριμένος δημιουργεί ίσως τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

93.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα επίμαχα μέτρα πληρούν επίσης αυτόν τον όρο. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι πάροχοι ΥΚΩ σχετικών με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές επιλέγονται μέσω διαδικασίας διαγωνισμού με βάση τη χαμηλότερη τιμή προσφοράς, που όμως δεν είναι υψηλότερη από αυτήν που ορίζει η ΕΕΕΤΕ, η οποία επίσης ορίζει την προκαθορισμένη τιμή για όλους τους λοιπούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Όσον αφορά την ενίσχυση για εγκαταστάσεις συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι αυτή παρέχεται σε όλες τις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας που διοχετεύουν την παραγόμενη θερμική ενέργεια σε συστήματα τηλεθερμάνσεως, εφόσον οι εγκαταστάσεις αυτές ικανοποιούν τις οικείες προδιαγραφές, περιλαμβανομένης της αποδοτικότητας, και έχουν υποβάλει σχετικές αιτήσεις, και λαμβάνει υπόψη ότι οι εγκαταστάσεις συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας που δεν δραστηριοποιούνται στη συγκεκριμένη συμπαραγωγή, ή οι εγκαταστάσεις που δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν αποδοτική συμπαραγωγή, δεν μπορούν να αξιολογηθούν με τον ίδιο τρόπο. Το εθνικό δικαστήριο τονίζει επίσης ότι το εν λόγω μέτρο του επίμαχου καθεστώτος ΥΚΩ εφαρμόζεται σε εκείνες τις εγκαταστάσεις συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας των οποίων το κύριο έργο είναι, συγκεκριμένα, η παροχή θερμικής ενέργειας στον πληθυσμό, και η ενίσχυση παρέχεται μόνο για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται κατά την εποχή που είναι αναγκαία η θέρμανση.

94.      Όσον αφορά την υλοποίηση του σχεδίου «NordBalt», το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το σχέδιο αυτό χρηματοδοτείται βάσει των πραγματικών δαπανών που συνεπάγεται κυρίως η πληρωμή για αγαθά και υπηρεσίες τα οποία αγοράζονται μέσω διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως. Ομοίως, δαπάνες που δεν υπερβαίνουν αυτές με τις οποίες πράγματι επιβαρύνθηκαν και που αντιστοιχούν στις μέσες τιμές της αγοράς αποτελούν επίσης το αντικείμενο της αντισταθμίσεως που παρέχεται σε όσους εκμεταλλεύονται ηλιακούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής και στους προαναφερθέντες φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου.

95.      Επί του ζητήματος αυτού, όπως άλλωστε και επί του δευτέρου και του τρίτου από τα κριτήρια της νομολογίας Altmark, φρονώ ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία κανένα στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση την προκαταρκτική αξιολόγηση στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να ενστερνιστεί την ως άνω αξιολόγηση.

96.      Επομένως, αποτελεί καθήκον του αιτούντος δικαστηρίου να διασφαλίσει ότι η επιλογή των παρόχων ΥΚΩ γίνεται σύμφωνα με μία από τις δύο εναλλακτικές διαδικασίες που καθιστούν δυνατή την τήρηση του τέταρτου όρου Altmark. Η επιλογή παρόχων ΥΚΩ μπορεί να γίνει κατόπιν διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως –ήτοι, ενός επαρκώς ανοικτού και γνήσιου διαγωνισμού (60)–, που να καθιστά δυνατή την επιλογή του υποψηφίου ο οποίος μπορεί να παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο δυνατό κόστος για το κοινωνικό σύνολο. Ελλείψει διαδικασίας διαγωνισμού, η επιλογή των παρόχων ΥΚΩ μπορεί επίσης να γίνει κατόπιν λεπτομερούς και διαφανούς αναλύσεως του κόστους που μια αποτελεσματική και οικονομικά αποδοτική επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα αυτόν θα πρέπει να επωμιστεί προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.

97.      Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η απάντηση που προσήκει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν τα επίμαχα στην κύρια δίκη μέτρα πληρούν τα κριτήρια που περιγράφονται στις σκέψεις 88 έως 93 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Altmark. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο πρέπει ιδίως να εξακριβώσει:

–        την ύπαρξη δημόσιας πράξεως η οποία αναθέτει στους παρόχους ΥΚΩ το καθήκον να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές με κάποιον βαθμό καθολικότητας και υποχρεωτικότητας, και η οποία καθορίζει, με επαρκή σαφήνεια, τουλάχιστον τη φύση, τη διάρκεια και την εμβέλεια των ΥΔΥ·

–        την ύπαρξη συνόλου κανόνων δικαίου, επαρκώς σαφούς και συνεκτικού, που να εξασφαλίζει ότι δεν καταβάλλεται υπεραντιστάθμιση στους παρόχους υπηρεσιών και να αίρει με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο τα σφάλματα που σημειώνονται συναφώς·

–        ότι η επιλογή των παρόχων ΥΚΩ γίνεται είτε κατόπιν ενός επαρκώς ανοικτού και γνήσιου διαγωνισμού είτε κατόπιν λεπτομερούς και διαφανούς αναλύσεως του κόστους που μια αποτελεσματική και οικονομικά αποδοτική επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα αυτόν θα πρέπει να επωμιστεί προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.

IV.    Πρόταση

98.      Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία, το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:

–        κεφάλαια όπως εκείνα που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του λιθουανικού καθεστώτος για την παροχή υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να θεωρούνται κρατικοί πόροι··

–        όταν διά κρατικού μέτρου απαιτείται από τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από παραγωγούς σε προκαθορισμένη τιμή και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από αυτούς, ενώ προβλέπεται ότι το επιπλέον κόστος που επωμίζονται οι εν λόγω φορείς εκμεταλλεύσεως θα αντισταθμίζεται μέσω εισφορών τις οποίες καταβάλλει ο τελικός καταναλωτής, αποδέκτες της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να θεωρούνται οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας·

–        μέτρα που ωφελούν μόνον επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένο τομέα ή παρέχουν υπηρεσίες συγκεκριμένου είδους, απαλλάσσοντάς τες από ορισμένα έξοδα τα οποία άλλως θα έπρεπε να επωμιστούν, είναι, κατ’ αρχήν, επιλεκτικά· μέτρα στηρίξεως επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενέργειας είναι κατ’ αρχήν ικανά να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς· στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν τα επίμαχα στην κύρια δίκη μέτρα πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις·

–        στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται επίσης να κρίνει αν τα επίμαχα στην κύρια δίκη μέτρα πληρούν τα κριτήρια που περιγράφονται στις σκέψεις 88 έως 93 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003 στην υπόθεση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C-280/00, EU:C:2003:415). Προς τον σκοπό αυτόν, το αιτούν δικαστήριο πρέπει ιδίως να εξακριβώσει:

–        την ύπαρξη δημόσιας πράξεως η οποία αναθέτει στους παρόχους υπηρεσιών κοινής ωφέλειας το καθήκον να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές με κάποιον βαθμό καθολικότητας και υποχρεωτικότητας, και η οποία καθορίζει, με επαρκή σαφήνεια, τουλάχιστον τη φύση, τη διάρκεια και την εμβέλεια των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που πρέπει να τηρηθούν·

–        την ύπαρξη συνόλου κανόνων δικαίου, σαφούς και συνεκτικού, που να εξασφαλίζει ότι δεν καταβάλλεται υπεραντιστάθμιση στους παρόχους υπηρεσιών και να αίρει με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο τα σφάλματα που σημειώνονται συναφώς·

–        ότι η επιλογή των παρόχων υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος γίνεται είτε κατόπιν επαρκώς ανοικτού και γνήσιου διαγωνισμού είτε κατόπιν λεπτομερούς και διαφανούς αναλύσεως του κόστους που μια αποτελεσματική και οικονομικά αποδοτική επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα αυτόν θα πρέπει να επωμιστεί προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      C-280/00, EU:C:2003:415.


3      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N Jääskinen στην υπόθεση Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:469, σημείο 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


4      Πρβλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C-368/04, EU:C:2006:644, σκέψη 39),·και της 11ης Νοεμβρίου 2015, Klausner Holz Niedersachsen (C‑505/14, EU:C:2015:742, σκέψη 22).


5      Βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt Lübeck (C-524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


6      Βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania (C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


7      Βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C-262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


8      Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C-379/98, EU:C:2001:160).


9      Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, ENEA (C-329/15, EU:C:2017:671).


10      Απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, Pearle κ.λπ. (C-345/02, EU:C:2004:448).


11      Απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Doux Élevage και Coopérative agricole UKL-ARREE (C‑677/11, EU:C:2013:348).


12      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Doux Élevage και Coopérative agricole UKL-ARREE (C-677/11, EU:C:2013:58, σημείο 66).


13      Βλ., αντιστοίχως, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004, Pearle κ.λπ. (C-345/02, EU:C:2004:448, σκέψη 37), και της 30ής Μαΐου 2013, Doux Élevage και Coopérative agricole UKL-ARREE (C-677/11, EU:C:2013:348, σκέψη 31).


14      Πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C-206/06, EU:C:2008:413, σκέψεις 69 και 70). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C-206/06, EU:C:2008:33, σημείο 109).


15      Απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Doux Élevage και Coopérative agricole UKL-ARREE (C‑677/11, EU:C:2013:348, σκέψη 32).


16      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Vent De Colère! κ.λπ. (C‑262/12, EU:C:2013:469, σημείο 44).


17      Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C-262/12, EU:C:2013:851).


18      Αυτόθι, σκέψεις 22, 23 και 28 έως 33.


19      Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C-206/06, EU:C:2008:413).


20      Αντιστοίχως, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, PreussenElektra (C-379/98, EU:C:2001:160),·και της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, ENEA (C-329/15, EU:C:2017:671).


21      Αντιστοίχως, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C-206/06, EU:C:2008:413), και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ. (C-262/12, EU:C:2013:851).


22      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Essent Netwerk Noord κ.λπ. (C-206/06, EU:C:2008:33, σημεία 108 και 109).


23      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Doux Élevage και Coopérative agricole UKL-ARREE (C-677/11, EU:C:2013:58, σημεία 97 έως 105).


24      Πρβλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, ENEA (C-329/15, EU:C:2017:671, σκέψεις 28 επ.).


25      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση ENEA (C‑329/15, EU:C:2017:233, σημεία 75, 83 και 84).


26      Πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (C-143/99, EU:C:2001:598, σκέψη 41). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (C-88/03, EU:C:2006:511, σκέψη 54), και της 15ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή και Ισπανία κατά Government of Gibraltar και Ηνωμένου Βασιλείου (C-106/09 P και C-107/09 P, EU:C:2011:732, σκέψη 75).


27      Πρβλ. αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, P (C-6/12, EU:C:2013:525, σκέψη 18), της 9ης Οκτωβρίου 2014, Ministerio de Defensa και Navantia (C-522/13, EU:C:2014:2262, σκέψη 23), και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group κ.λπ. (C-20/15 P και C‑21/15 P, EU:C:2016:981, σκέψεις 56 και 59).


28      Πρβλ. αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea (C-150/16, EU:C:2017:388, σκέψεις 29 έως 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 14ης Ιανουαρίου 2015, Eventech (C-518/13, EU:C:2015:9, σκέψεις 66 έως 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


29      Βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Ισπανίας κ.λπ. (C-128/16 P, EU:C:2018:591, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Αστερίς κ.λπ. (106/87 έως 120/87, EU:C:1988:457, σκέψη 24).


31      Πρβλ. απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλία κατά Επιτροπής (173/73, EU:C:1974:71, σκέψη 13).


32      Βλ., π.χ., Hancher, L., Ottervanger, T., Slot, P.J., EU State aids, 4η έκδ., Sweet & Maxwell, 2012, σ. 91.


33      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott (C-290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C-124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (C-442/03 P και C-471/03 P, EU:C:2006:91, σημεία 86 έως 88).


34      Πρβλ. Quigley, C., European State Aid Law and Policy, 3η έκδ., 2015, Hart, σ. 75.


35      Απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea (C-150/16, EU:C:2017:388, σκέψεις 34 έως 38).


36      Απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Fondul Proprietatea (C-150/16, EU:C:2017:388, σκέψεις 33 έως 35).


37      Σκέψεις 89 έως 93. Οι εν λόγω όροι έχουν ως εξής: πρώτον, η επιχείρηση που λαμβάνει την αντιστάθμιση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση ΥΔΥ, ενώ η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη. Δεύτερον, οι παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προηγουμένως προσδιοριστεί αντικειμενικά και με διαφάνεια, με σκοπό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιλαμβάνει η αντιστάθμιση αυτή ένα οικονομικό πλεονέκτημα ικανό να ευνοήσει την αποδέκτρια επιχείρηση έναντι των ανταγωνιστριών της. Τρίτον, η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση της ΥΔΥ, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός λογικού κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Τέταρτον, η αντιστάθμιση πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως του κόστους το οποίο μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη με τα απαιτούμενα μέσα προς ικανοποίηση των αναγκαίων απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, θα πρέπει να επωμιστεί προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός λογικού κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.


38      Βλ., με περαιτέρω παραπομπές, προτάσεις μου στην υπόθεση Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C-660/15 P, EU:C:2016:854, σημείο 29).


39      Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C-660/15 P, EU:C:2017:178, σκέψη 35).


40      Πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-66/16 P έως C-69/16 P, EU:C:2017:999, σκέψεις 69 και 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


41      Η υπογράμμιση δική μου.


42      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-66/16 P έως C-69/16 P, C-70/16 P και C-81/16 P, EU:C:2017:654, σημείο 48).


43      Πρβλ. αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1991, Merci convenzionali Porto di Genova (C-179/90, EU:C:1991:464, σκέψη 27), της 17ης Ιουλίου 1997, GT-Link (C-242/95, EU:C:1997:376, σκέψη 53), και της 18ης Ιουνίου 1998, Corsica Ferries France (C-266/96, EU:C:1998:306, σκέψη 45).


44      Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Farrell (C-413/15, EU:C:2017:492, σημείο 90), και απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Colt Télécommunications France κατά Επιτροπής (T-79/10, EU:T:2013:463, σκέψη 154).


45      Πρβλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-171/17, EU:C:2018:881, σκέψεις 56 και 57), και της 1ης Μαρτίου 2017, SNCM κατά Επιτροπής (T‑454/13, EU:T:2017:134, σκέψεις 133, 134, 172 και 173).


46      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 211, σ. 55).


47      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Hiebler (C-293/14, EU:C:2015:472, σημείο 61), και απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-289/03, EU:T:2008:29, σκέψη 172).


48      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Federutility κ.λπ. (C-265/08, EU:C:2009:640, σημεία 54 και 55).


49      Επικουρούμενο, εν ανάγκη, από το Δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.


50      Σε περίπτωση προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής η οποία τοποθετείται επί του ζητήματος αυτού.


51      Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-66/16 P έως C-69/16 P, EU:C:2017:999, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


52      Αυτόθι, σκέψη 100, σε επικύρωση της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου.


53      Πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-159/94, EU:C:1997:501, σκέψη 66).


54      Πρβλ. ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις στην αντιστάθμιση για παροχή δημόσιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ 2012, C 8, σ. 4), σημείο 52.


55      Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-66/16 P έως C-69/16 P, EU:C:2017:999, σκέψη 73).


56      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-66/16 P έως C-69/16 P, C-70/16 P και C-81/16 P, EU:C:2017:654, σημείο 112).


57      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Renerga (C-238/17, EU:C:2018:571, σημεία 28 έως 34).


58      Σχετικά με τη σημασία της υποχρεωτικής φύσεως των ΥΓΟΣ, βλ. γενικότερα de Hautecloque, A., Salerno, F. M., Suciu, S., «Services of General Economic Interest», σε Hancher, L., de Hautecloque, A., Salerno, F. M. (επιμ.), State Aid and the Energy Sector, Hart, 2018, σ. 275 έως 277.


59      Πρβλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2018, Renerga (C-238/17, EU:C:2018:905, σκέψεις 19 έως 29).


60      Πρβλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2017, SNCM κατά Επιτροπής (T-454/13, EU:T:2017:134, σκέψη 241).