Language of document : ECLI:EU:T:2019:27

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 22ας Ιανουαρίου 2019 (*)

«Ρήτρα διαιτησίας – Σύμβαση Actibio συναφθείσα στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου – Επιλέξιμες δαπάνες – Χρεωστικό σημείωμα εκδοθέν από την εναγομένη για την ανάκτηση των προκαταβληθέντων ποσών – Αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχόλησης – Σύγκρουση συμφερόντων»

Στην υπόθεση T‑198/17,

Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα), εκπροσωπούμενο από τον Β. Χριστιανό και τη Σ. Παλιού, δικηγόρους,

ενάγον,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις Α. Κατσιμέρου και Α. Κυρατσού και τον O. Verheecke,

εναγομένη,

με αντικείμενο αγωγή δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, με αίτημα να αναγνωρισθεί, αφενός, ότι η απαίτηση που αποτυπώνεται στο χρεωστικό σημείωμα αριθ. 3241615335 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 2016, σύμφωνα με το οποίο το ενάγον πρέπει να της επιστρέψει το ποσό των 38 241 ευρώ από την επιχορήγηση που έλαβε για μια μελέτη σχετικά με ένα ερευνητικό πρόγραμμα με την ονομασία Actibio, είναι αβάσιμη κατά το ποσό των 9 353,56 ευρώ και, αφετέρου, ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε επιλέξιμες δαπάνες τις οποίες το ενάγον δεν οφείλει να επιστρέψει,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, L. Calvo-Sotelo Ibáñez-Martín (εισηγητή) και I. Reine, δικαστές,

γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Μαΐου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1.      Επί του εβδόμου προγράμματος-πλαισίου και του έργου Actibio

1        Το άρθρο 166, παράγραφος 1, EK προέβλεπε τη θέσπιση πολυετούς προγράμματος-πλαισίου στο οποίο περιλαμβανόταν το σύνολο των δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Σε εκτέλεση της διατάξεως αυτής, με την απόφαση 1982/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013) (ΕΕ 2006, L 412, σ. 1), εγκρίθηκε το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο (στο εξής: πρόγραμμα FP7). Το πρόγραμμα αυτό διεπόταν από τον κανονισμό (ΕΚ) 1906/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013) (ΕΕ 2006, L 391, σ. 1).

2        Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε το έργο «Unobtrusive Authentification Using Activity related and Soft Biometrics» (στο εξής: έργο Actibio). Αντικείμενο του έργου αυτού ήταν η έρευνα και ανάπτυξη μιας ιδέας σε σχέση με την αναγνώριση των χρηστών βάσει βιομετρικών στοιχείων, μέσω της χρήσης ήπιας τεχνολογίας βιομετρίας με σκοπό την ουσιώδη βελτίωση της ασφάλειας, της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας των «διαρκώς ανοιχτών» δικτύων και των υποδομών υπηρεσιών.

3        Στις 19 Νοεμβρίου 2007 το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) (στο εξής: ενάγον ή EKETA), ενεργώντας ως συντονιστής κοινοπραξίας, υπέγραψε την υπ’ αριθ. 215372 σύμβαση επιχορηγήσεως σχετικά με τη χρηματοδότηση του έργου Actibio (στο εξής: σύμβαση Actibio). Η διάρκεια του έργου αυτού ήταν 36 μήνες, με ημερομηνία ενάρξεως την 1η Μαρτίου 2008.

4        Η σύμβαση Actibio περιλαμβάνει την κύρια συμφωνία χρηματοδοτήσεως (στο εξής: κύρια συμφωνία), καθώς και επτά παραρτήματα. Το πρώτο παράρτημα περιγράφει το έργο και το δεύτερο περιλαμβάνει τους εφαρμοστέους γενικούς όρους (στο εξής: γενικοί όροι).

2.      Επί της αξιολογήσεως του έργου

5        Έχοντας την υποψία ότι μέλη των κοινοπραξιών οι οποίες είχαν αναλάβει διάφορα επιχορηγούμενα έργα προέβαιναν στην ανάθεση κατά τρόπο αδιαφανή των συμβάσεων υπεργολαβίας σε εταιρίες ανήκουσες στο προσωπικό άλλων μελών των εν λόγω κοινοπραξιών, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) κίνησε το 2010 έρευνα όσον αφορά δέκα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο Ε. Μ. και η Ε. Π. Η έρευνα περατώθηκε στις 21 Ιουνίου 2012 χωρίς συστάσεις.

6        Με έγγραφο της 7ης Μαρτίου 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημέρωσε το ενάγον ότι σκόπευε να προβεί σε οικονομικό έλεγχο όσον αφορά δύο έργα τα οποία χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος FP7, μεταξύ των οποίων το έργο Actibio.

7        Ο οικονομικός έλεγχος πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαρτίου 2011 στις εγκαταστάσεις του ενάγοντος στην Αθήνα (Ελλάδα), καθώς και στις 30 και 31 Μαρτίου του ίδιου έτους στις εγκαταστάσεις του ενάγοντος στη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα).

8        Στις 9 Ιουλίου 2012 η Επιτροπή απέστειλε στο ενάγον την προσωρινή έκθεση ελέγχου και το κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ’ αυτής.

9        Στις 11 Οκτωβρίου 2012 το ενάγον απέστειλε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις του επί της προσωρινής εκθέσεως ελέγχου καθώς και συμπληρωματικά έγγραφα στοιχεία.

10      Με έγγραφο της 12ης Μαΐου 2015, η Επιτροπή απέστειλε στο ενάγον την τελική έκθεση ελέγχου (στο εξής: έκθεση ελέγχου), επισημαίνοντας ότι ενέκρινε τα πορίσματα της εκθέσεως αυτής.

11      Με την έκθεση ελέγχου, οι ελεγκτές διαπίστωσαν παρατυπίες σχετικά με τις δαπάνες προσωπικού και τη χρήση υπεργολάβων.

12      Όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, οι ελεγκτές επισήμαναν ότι ορισμένα άτομα που εργάζονταν για το έργο Actibio απασχολούνταν ταυτόχρονα και σε άλλα έργα ή είχαν και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες. Κατά τους ελεγκτές, οι εν λόγω παράλληλες επαγγελματικές δραστηριότητες ήταν τόσο σημαντικές, ώστε κλόνιζαν την αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των ενδιαφερομένων. Επιπλέον, οι ελεγκτές επισήμαναν την ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων και εξαιρετικά στενών σχέσεων μεταξύ ορισμένων εργαζομένων και του υπεύθυνου του έργου Actibio που δημιουργούσαν αμφιβολίες όχι μόνο για την αναγκαιότητα της συμμετοχής τους στο έργο, αλλά και για την πραγματική συμμετοχή τους σε αυτό. Με βάση τα ανωτέρω, οι ελεγκτές έκριναν, μεταξύ άλλων, ότι η μισθολογική δαπάνη του Ε. Μ. έπρεπε να απορριφθεί ως μη επιλέξιμη.

13      Οι ελεγκτές έκριναν επίσης ότι το σύστημα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης παρουσίαζε ορισμένες αδυναμίες. Εξέφρασαν επίσης τη λύπη τους για το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να συναντήσουν ορισμένους ερευνητές, προκειμένου να επαληθεύσουν τις δηλωθείσες ώρες εργασίας. Επιπροσθέτως, υποστήριξαν ότι η εν λόγω εργασία δεν αποδεικνυόταν επαρκώς από τα παρασχεθέντα συμπληρωματικά έγγραφα.

14      Τέλος, η έκθεση ελέγχου περιγράφει λεπτομερώς τα συγκεκριμένα ζητήματα που ανακύπτουν από τις εργασίες που είχαν ανατεθεί σε τρεις ερευνητές, ήτοι τους Ε. Μ. και Α. Α. και την Ε. Π. (στο εξής: συγκεκριμένοι ερευνητές), των οποίων οι δαπάνες απορρίφθηκαν ως μη επιλέξιμες.

15      Στις 29 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή απέστειλε στο ενάγον το υπ’ αριθ. 3241615335 χρεωστικό σημείωμα, ζητώντας την επιστροφή του ποσού των 38 241 ευρώ (στο εξής: χρεωστικό σημείωμα) που αντιστοιχεί στις άμεσες δαπάνες προσωπικού των Ε. Μ. και A. Α. και της Ε. Π. και στις σχετικές έμμεσες δαπάνες.

16      Στις 21 Φεβρουαρίου 2017 η Επιτροπή ανέκτησε το ποσό που αναφέρεται στη σκέψη 15 ανωτέρω, πλέον τόκων υπερημερίας ύψους 132,01 ευρώ, διά συμψηφισμού με απαιτήσεις που το ενάγον είχε βάσει άλλων έργων χρηματοδοτούμενων από την Ένωση.

II.    Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

17      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 2017, το ενάγον άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

18      Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε, στις 18 Ιανουαρίου 2018, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να καλέσει την Επιτροπή να προσκομίσει, πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το έγγραφο με το οποίο η OLAF έθεσε την υπόθεση στο αρχείο χωρίς συστάσεις. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας και, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ενάγον κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του εγγράφου αυτού.

19      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Μαΐου 2018.

20      Το ενάγον ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να αναγνωρίσει ότι η απαίτηση που αποτυπώνεται στο χρεωστικό σημείωμα, σύμφωνα με το οποίο το ενάγον οφείλει να επιστρέψει στην Επιτροπή το ποσό των 38 241 ευρώ από την επιχορήγηση που έλαβε για το έργο Actibio, είναι αβάσιμη κατά το ποσό των 9 353,56 ευρώ·

–        να αναγνωρίσει ότι το ποσό των 9 353,56 ευρώ αντιστοιχεί σε επιλέξιμες δαπάνες και ότι το ενάγον δεν οφείλει να το επιστρέψει στην Επιτροπή·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

21      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη·

–        να αναγνωρίσει ότι από το ποσό των 38 241 ευρώ που αναγράφεται στο χρεωστικό σημείωμα, το ποσό των 9 353,56 ευρώ αντιστοιχεί σε μη επιλέξιμες δαπάνες και δεν πρέπει να αποδοθεί στο ενάγον και ότι ποσό ύψους 28 887,44 ευρώ δεν αμφισβητείται·

–        να καταδικάσει το ενάγον στα δικαστικά έξοδα.

III. Επί της ουσίας

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

22      Καταρχάς, η αγωγή καθιστά αναγκαίες ορισμένες παρατηρήσεις όσον αφορά το ζητούμενο ποσό, το εφαρμοστέο δίκαιο, τους γενικούς όρους επιλεξιμότητας των δαπανών και το βάρος αποδείξεως.

1.      Επί του ζητούμενου ποσού

23      Πρέπει να τονιστεί εξαρχής ότι, ενώ η απαίτηση που αποτυπώνεται στο χρεωστικό σημείωμα αφορά ποσό ύψους 38 241 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στις άμεσες και έμμεσες δαπάνες των συγκεκριμένων ερευνητών, το ενάγον υποστηρίζει μόνον ότι ποσό 9 353,56 ευρώ που αντιστοιχεί στις άμεσες δαπάνες προσωπικού του Ε. Μ. και τις συναφείς έμμεσες δαπάνες πρέπει να θεωρηθεί επιλέξιμο.

2.      Επί του εφαρμοστέου δικαίου

24      Κατ’ ουσίαν, το ενάγον στηρίζει την αγωγή του:

–        στο άρθρο 172α του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του Δημοσιονομικού Κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1)·

–        στα σημεία II.14, II.15 και II.16 των γενικών όρων·

–        στα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα και, συγκεκριμένα, στη λεγόμενη αρχή της «επαγγελματικής κρίσης» η οποία συνεπάγεται για τους ελεγκτές, πρώτον, την υποχρέωση να εξασφαλίζουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά, δεύτερον, την υποχρέωση να βασίζουν τα πορίσματα του ελέγχου στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκειά του και, τρίτον, την υποχρέωση να τεκμηριώνουν τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου κατά τρόπο που ένας πεπειραμένος ελεγκτής ο οποίος δεν μετέσχε στον έλεγχο να μπορεί να κατανοήσει τις διαπιστώσεις των ελεγκτών·

–        στο καθήκον αμεροληψίας των ελεγκτών και της Επιτροπής·

–        στην αρχή της αναλογικότητας.

25      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει καταρχάς να προσδιορισθούν οι διατάξεις και οι αρχές που έχουν πράγματι εφαρμογή επί της υπό κρίση διαφοράς.

1)      Επί των κανονιστικών διατάξεων

26      Καταρχάς, από το άρθρο 9 της συμβάσεως Actibio προκύπτει ότι αυτή συνάφθηκε σε εκτέλεση του προγράμματος FP7. Πρέπει, κατά συνέπεια, να ληφθεί υπόψη η απόφαση 1982/2006.

27      Κατά την αιτιολογική σκέψη 34 της εν λόγω αποφάσεως, οι διαδικασίες που διέπουν τη χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης ρυθμίζονταν, μεταξύ άλλων, από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), και από τον κανονισμό 2342/2002.

28      Κατά το άρθρο 172α, παράγραφος 1, του κανονισμού 2342/2002, επιλέξιμες για επιδότηση δαπάνες είναι οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν και οι οποίες, επιπλέον, είναι αναγκαίες για την υλοποίηση της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας που αποτελεί το αντικείμενο της επιδότησης, είναι αναγνωρίσιμες και επαληθεύσιμες, είναι εύλογες, δικαιολογημένες και σύμφωνες με τις απαιτήσεις της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά την οικονομία και την αποδοτικότητα.

29      Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός 1906/2006.

30      Κατά το άρθρο 19 του κανονισμού 1906/2006, η σύμβαση που συνάπτει η Επιτροπή με τρίτους σε σχέση με δραστηριότητα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων έναντι της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την καταβολή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ένωσης και τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των δαπανών.

31      Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1906/2006, οι επιλέξιμες δαπάνες πρέπει να είναι «πραγματικές» και να έχουν πραγματοποιηθεί «με αποκλειστικό σκοπό την επίτευξη των στόχων και των αναμενόμενων αποτελεσμάτων της έμμεσης δράσης, τηρουμένων των αρχών της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας».

2)      Επί της συμβάσεως Actibio

32      Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της κύριας συμφωνίας ορίζει ότι η σύμβαση Actibio διέπεται από τους όρους της συμφωνίας αυτής, από τις νομοθετικές πράξεις της Ένωσης που αφορούν το πρόγραμμα FP7, από τον κανονισμό 1605/2002 και, επικουρικώς, από το βελγικό δίκαιο. Το άρθρο 9, τρίτο εδάφιο, περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.

33      Το σημείο ΙΙ.3, στοιχείο n, των γενικών όρων ορίζει τα εξής:

«Κάθε δικαιούχος:

[...]

λαμβάνει κάθε απαραίτητη προφύλαξη για να αποφύγει κάθε πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με οικονομικά συμφέροντα, πολιτικές ή εθνικές συγγένειες, οικογενειακούς ή συναισθηματικούς δεσμούς ή με οποιοδήποτε άλλο συμφέρον είναι πιθανόν να επηρεάσει την αμερόληπτη και αντικειμενική εκτέλεση του έργου.»

34      Το σημείο II.14, παράγραφος 1, των γενικών όρων, με τίτλο «Επιλέξιμες δαπάνες του έργου», προβλέπει τα εξής:

«1. Προκειμένου να θεωρηθούν επιλέξιμες, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την υλοποίηση του έργου πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

a)      πρέπει να είναι πραγματικές·

b)      πρέπει να πραγματοποιούνται από τον δικαιούχο·

[...]

d)      [...] Οι εσωτερικές διαδικασίες λογιστικής και ελέγχου του δικαιούχου πρέπει να καθιστούν δυνατή την άμεση συμφωνία των δαπανών και εσόδων που δηλώνονται στο πλαίσιο του έργου με τις αντίστοιχες οικονομικές καταστάσεις και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά·

e)      πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την επίτευξη των στόχων του έργου και των αναμενόμενων από αυτό αποτελεσμάτων, κατά τρόπο που να συνάδει με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας·

[...]

g)      πρέπει να αναφέρονται στον εκτιμώμενο συνολικό προϋπολογισμό του παραρτήματος Ι.

[...]»

35      Το σημείο II.15 των γενικών όρων, με τίτλο «Προσδιορισμός άμεσων και έμμεσων δαπανών», ορίζει τα εξής:

«1. Άμεσες είναι όλες οι επιλέξιμες δαπάνες που μπορούν να συνδεθούν άμεσα με το έργο και προσδιορίζονται ως τέτοιες από τον δικαιούχο, σύμφωνα με τις λογιστικές του αρχές και τους συνήθεις εσωτερικούς του κανόνες.

Όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, μπορούν να καταλογιστούν μόνον οι δαπάνες των πραγματικών ωρών κατά τις οποίες εργάστηκαν τα άτομα που εκτελούν απευθείας εργασίες στο πλαίσιο του έργου [...]

2. Έμμεσες είναι όλες οι επιλέξιμες δαπάνες που δεν μπορούν να προσδιοριστούν από τον δικαιούχο ως συνδεόμενες άμεσα με το έργο αλλά μπορούν να προσδιοριστούν και να δικαιολογηθούν από το λογιστικό του σύστημα ως πραγματοποιηθείσες σε άμεση σχέση με τις επιλέξιμες άμεσες δαπάνες που συνδέονται με το έργο [...]»

36      Το άρθρο II.22 των γενικών όρων προβλέπει, πρώτον, ότι η Επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του έργου και εντός της πενταετίας που ακολουθεί την ολοκλήρωσή του να οργανώσει τη διενέργεια οικονομικών ελέγχων, δεύτερον, ότι οι δικαιούχοι θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλες τις λεπτομερείς πληροφορίες και τα στοιχεία που αυτή μπορεί να ζητήσει με στόχο την επαλήθευση της ορθής διαχείρισης και υλοποίησης της συμφωνίας επιχορήγησης, τρίτον, ότι οι σχετικές πληροφορίες και τα στοιχεία πρέπει να είναι επακριβή, πλήρη και πραγματικά και, τέταρτον, ότι, βάσει των πορισμάτων του ελέγχου, η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα που κρίνει αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης ενταλμάτων ανάκτησης.

3)      Επί του βελγικού δικαίου

37      Το άρθρο 1134 του βελγικού αστικού κώδικα ορίζει, στο μεν πρώτο εδάφιο, ότι «[ο]ι νομίμως συναφθείσες συμβάσεις επέχουν θέση νόμου μεταξύ των συμβαλλομένων», στο δε δεύτερο ότι «[ο]ι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν να ανατραπούν παρά μόνο με αμοιβαία συναίνεση των συμβαλλομένων ή για τους λόγους που επιτρέπει ο νόμος».

38      Το άρθρο 1134, τρίτο εδάφιο, του βελγικού αστικού κώδικα προβλέπει περαιτέρω ότι οι συμβάσεις πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με την καλή πίστη. Το άρθρο 1135 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι «[ο]ι συμβάσεις επιβάλλουν υποχρεώσεις στα μέρη όχι μόνον εκ του περιεχομένου τους, αλλά και βάσει όσων προκύπτουν για την ενοχή από την επιείκεια, τα συναλλακτικά ήθη ή τον νόμο, λαμβανομένης υπόψη της φύσεώς της». Επομένως, το άρθρο αυτό συνιστά επίσης εκδήλωση της αρχής της εκτελέσεως των συμβάσεων σύμφωνα με την καλή πίστη.

39      Το άρθρο 1156 του βελγικού αστικού κώδικα περιγράφει τον τρόπο εφαρμογής, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων, της αρχής της καλόπιστης εκτελέσεως. Προβλέπει, συγκεκριμένα, ότι πρέπει να αναζητείται στις συμβάσεις «η κοινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, χωρίς προσήλωση στην κατά γράμμα έννοια των όρων».

4)      Επί των διεθνών ελεγκτικών προτύπων

40      Όσον αφορά τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που επικαλείται το ενάγον, και ιδίως την αρχή της «επαγγελματικής κρίσης», διαπιστώνεται ότι το σημείο II.22 των γενικών όρων, σχετικά με τους ελέγχους και τους οικονομικούς ελέγχους, δεν προσδιορίζει τους συγκεκριμένους τεχνικούς όρους υπό τους οποίους οι ορκωτοί ελεγκτές πρέπει να επιτελέσουν το έργο τους (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014, Ισότης κατά Επιτροπής, T‑59/11, EU:T:2014:679, σκέψη 179). Επιπροσθέτως, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει το ενάγον, τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα δεν έχουν ως βάση τους τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014, Ισότης κατά Επιτροπής, T‑59/11, EU:T:2014:679, σκέψη 184).

41      Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ελλείψει σχετικής ρητής προβλέψεως στις συμβάσεις, η καλή πίστη επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη να ενεργούν με αντικειμενικότητα (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014, Ισότης κατά Επιτροπής, T‑59/11, EU:T:2014:679, σκέψη 179).

5)      Επί των αρχών της αμεροληψίας και της αναλογικότητας

42      Όσον αφορά την αρχή της αμεροληψίας, από το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι η αμεροληψία αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα αποκλειστικώς στο πλαίσιο της ασκήσεως των διοικητικών αρμοδιοτήτων τους και όχι όταν η σχέση μεταξύ της Επιτροπής και του προσφεύγοντος-ενάγοντος είναι συμβατικής φύσεως (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2013, EMA κατά Επιτροπής, T‑116/11, EU:T:2013:634, σκέψη 245). Εντούτοις, όπως εκτίθεται στη σκέψη 41 ανωτέρω, η υποχρέωση των συμβαλλομένων να ενεργούν κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο επιβάλλεται στον τομέα των συμβάσεων δυνάμει της αρχής της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2014, Ισότης κατά Επιτροπής, T‑59/11, EU:T:2014:679, σκέψη 179, και της 18ης Νοεμβρίου 2015, Synergy Hellas κατά Επιτροπής, T‑106/13, EU:T:2015:860, σκέψεις 114 έως 117).

43      Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, υπενθυμίζεται ότι αυτή συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και η οποία επιτάσσει οι πράξεις των θεσμικών οργάνων να μη βαίνουν πέραν αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Η αρχή αυτή έχει ως προορισμό να ρυθμίζει όλους τους τρόπους δράσεως της Ένωσης, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβατικής ή μη συμβατικής φύσεως, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της εκτελέσεως των συμβατικών υποχρεώσεων, η τήρηση της αρχής αυτής εντάσσεται στη γενικότερη υποχρέωση των συμβαλλομένων για καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως. Εξάλλου, δυνάμει του βελγικού δικαίου που είναι εφαρμοστέο στη σύμβαση Actibio, η υποχρέωση καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων απαγορεύει στον συμβαλλόμενο να ασκεί δικαίωμα με τρόπο που υπερβαίνει προδήλως τα όρια της συνήθους ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από συνετό και επιμελή δικαιούχο (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 2015, Synergy Hellas κατά Επιτροπής, T‑106/13, EU:T:2015:860, σκέψεις 73, 88 και 89, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Δίκτυο Αμυντικών Βιομηχανιών Net κατά Επιτροπής, T‑703/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:34, σκέψεις 156 έως 158).

3.      Επί των όρων επιλεξιμότητας

44      Όσον αφορά τους όρους επιλεξιμότητας, υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι, σύμφωνα με θεμελιώδη αρχή που διέπει τις χρηματοδοτικές συνδρομές της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να επιχορηγεί μόνον πραγματικές δαπάνες (αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 94· της 24ης Οκτωβρίου 2014, Technische Universität Dresden κατά Επιτροπής, T‑29/11, EU:T:2014:912, σκέψη 71, και της 25ης Ιανουαρίου 2017, ΑΝΚΟ κατά Επιτροπής, T‑768/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:28, σκέψη 134). Ειδικότερα, από το άρθρο 172α, παράγραφος 1, του κανονισμού 2342/2002, το άρθρο 31, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1906/2006 και το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχείο a, των γενικών όρων, προκύπτει ότι οι δαπάνες στις οποία υποβλήθηκε το ενάγον μπορούν να του αποδοθούν μόνον υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι είναι πραγματικές, πρόσφορες για την επίτευξη των σκοπών του έργου Actibio, οικονομικές, αποδοτικές και αποτελεσματικές.

45      Κατά συνέπεια, οι δικαιούχοι επιδοτήσεων υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Επιτροπή παραστατικά για τις δαπάνες προκειμένου αυτή να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει αν οι πόροι της Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 95, και της 25ης Ιανουαρίου 2017, ANKO κατά Επιτροπής, T‑771/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:27, σκέψη 64). Η ανάγκη αυτή της Ένωσης να έχει στη διάθεσή της τα στοιχεία που απαιτούνται για την επαλήθευση της χρήσεως των πόρων θεμελιώνεται στην υποχρέωση χρηστής και υγιούς διαχειρίσεως των πόρων της Ένωσης την οποία υπέχει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 317 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, ANKO κατά Επιτροπής, T‑771/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:27, σκέψη 128).

46      Ως εκ τούτου, ο δικαιούχος της επιδοτήσεως ή χρηματοδοτικής συνδρομής αποκτά οριστικό δικαίωμα για την είσπραξη της χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση της επιδοτήσεως ή της χρηματοδοτικής συνδρομής, δεδομένου ότι δεν αρκεί τα ελεγχθέντα έργα και η δράση να έχουν εκτελεστεί ορθώς σε τεχνικό επίπεδο. Πρέπει επίσης ο ενδιαφερόμενος να έχει εκπληρώσει προσηκόντως τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που υπέχει και, ιδίως, η Επιτροπή να είναι σε θέση να εξακριβώσει ότι οι δαπάνες που δηλώθηκαν για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων ήταν πράγματι επιλέξιμες και δικαιολογημένες (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψεις 146 και 152, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Δίκτυο Αμυντικών Βιομηχανιών Net κατά Επιτροπής, T‑703/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:34, σκέψη 115).

4.      Επί του βάρους αποδείξεως

47      Το ενάγον υποστηρίζει ότι προσκόμισε τα σχετικά φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των συγκεκριμένων ερευνητών, καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που τα επιβεβαιώνουν. Το ενάγον φρονεί, συνεπώς, ότι στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει ότι αυτή δεν υποχρεούται να αποδώσει τις επίδικες δαπάνες και ότι δεν αρκεί αυτή να αμφισβητεί, χωρίς σχετική αιτιολόγηση, την αποδεικτική ισχύ του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν.

48      Συναφώς, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 45 και 46 ανωτέρω, οι δαπάνες που επικαλείται το ενάγον μπορούν να του αποδοθούν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει το υποστατό τους, τη σχέση τους με τη σύμβαση Actibio και την τήρηση των λοιπών κριτηρίων επιλεξιμότητας που αυτή θέτει. Προς τον σκοπό αυτό, το ενάγον οφείλει να παρέχει αξιόπιστες πληροφορίες προς εξακρίβωση της συνδρομής των προϋποθέσεων χορηγήσεως των επιδοτήσεων καθώς και να αποδεικνύει ότι οι δαπάνες αυτές πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση της οικείας συνδρομής, δεδομένου ότι επιλέξιμες μπορούν να θεωρηθούν μόνον οι δεόντως αιτιολογημένες δαπάνες (αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 94, και της 24ης Οκτωβρίου 2014, Technische Universität Dresden κατά Επιτροπής, T‑29/11, EU:T:2014:912, σκέψη 71).

49      Μόνο στην περίπτωση που το ενάγον παρέχει τέτοιες αποδείξεις, προσκομίζοντας καταστάσεις εξόδων και άλλα κρίσιμα πληροφοριακά στοιχεία, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι οι επίδικες δαπάνες έπρεπε να απορριφθούν, δικαιολογώντας την απόρριψη ιδίως βάσει του ότι οι εν λόγω καταστάσεις εξόδων δεν είναι ακριβείς ή αξιόπιστες (διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 2014, Τάλαντον κατά Επιτροπής, T‑165/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1027, σκέψη 72, και απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Δίκτυο Αμυντικών Βιομηχανιών Net κατά Επιτροπής, T‑703/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:34, σκέψη 84).

50      Κατά συνέπεια, οσάκις ειδικότερα οι ελεγκτές παρουσιάζουν συγκεκριμένα στοιχεία ενδεικτικά του ότι υπάρχει κίνδυνος ο δηλωθείς χρόνος εργασίας να μην πληροί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, η μη επιλεξιμότητα τεκμαίρεται και εναπόκειται στον αντισυμβαλλόμενο να αποδείξει με λυσιτελή στοιχεία ότι οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας έχουν, αντιθέτως, τηρηθεί (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, ADR Center κατά Επιτροπής, T‑644/14, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2017:533, σκέψη 106). Μια έκθεση ελέγχου πρέπει, συναφώς, να θεωρείται ως αποδεικτικό στοιχείο το οποίο δικαιολογεί τη μη επιλεξιμότητα δαπανών (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 136, και της 27ης Απριλίου 2016, ANKO κατά Επιτροπής, T‑154/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:246, σκέψη 138), εάν στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία.

51      Στην προκειμένη περίπτωση, οι ελεγκτές παρουσίασαν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι οι δηλωθείσες ώρες εργασίας για τον Ε. Μ. δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που θέτει το σημείο II.14 των γενικών όρων.

52      Συγκεκριμένα, οι ελεγκτές διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, ότι, παράλληλα με τη συμμετοχή του στο έργο Actibio, ο Ε. Μ. ασκούσε διάφορα καθήκοντα στο πλαίσιο του ΕΚΕΤΑ, απασχολούμενος και σε άλλα έργα, ότι παρείχε τις υπηρεσίες του και σε άλλους φορείς, ότι ήταν εταίρος μιας προσωπικής εταιρίας της οποίας η δραστηριότητα βασιζόταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στις υπηρεσίες των εταίρων της και ότι οι απολαβές του από τις παράλληλες επαγγελματικές του δραστηριότητες ήταν σημαντικές. Οι ελεγκτές διαπίστωσαν επίσης ότι στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης δεν αναγράφονταν τα πακέτα εργασίας στα οποία οι συγκεκριμένοι ερευνητές φέρονταν να εργάζονται. Τέλος, επισήμαναν ότι υπήρχε κίνδυνος συγκρούσεως συμφερόντων λόγω των σχέσεων του Ε. Μ. και της Ε. Π.

53      Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειτο στο ενάγον να αποδείξει, με λυσιτελή στοιχεία, ότι οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας είχαν τηρηθεί.

54      Υπό το πρίσμα ακριβώς των κανόνων που υπομνήσθηκαν ανωτέρω πρέπει να εξετασθούν τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία.

2.      Επί της αμφισβητήσεως της απαιτήσεως ύψους 9 353,56 ευρώ της οποίας η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι δικαιούχος

55      Λαμβανομένων υπόψη των εισαγωγικών παρατηρήσεων, οι αιτιάσεις του ενάγοντος πρέπει να εξετασθούν με την ακόλουθη σειρά:

–        πρώτον, η αιτίαση που στηρίζεται στην έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του ελέγχου·

–        δεύτερον, η αιτίαση που βάλλει κατά της μη επιλεξιμότητας των άμεσων δαπανών προσωπικού που αφορούσαν τον Ε. Μ., συμπεριλαμβανομένης της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας·

–        τρίτον, η αιτίαση που βάλλει κατά της μη επιλεξιμότητας έμμεσων δαπανών.

1.      Επί της ελλείψεως αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του ελέγχου

56      Το ενάγον υποστηρίζει ότι οι ελεγκτές και η Επιτροπή παρέβησαν το καθήκον τους αμεροληψίας. Ειδικότερα, το ενάγον ισχυρίζεται ότι ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή του ελέγχου υπάλληλος δήλωσε, κατά τη διάρκεια αυτού, ότι ήθελε να καταστρέψει το EKETA. Η δήλωση αυτή δημιουργεί αμφιβολίες, κατά το ενάγον, ως προς την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του ελέγχου καθώς και του χρεωστικού σημειώματος το οποίο υιοθέτησε τα πορίσματα του ελέγχου.

57      Εντούτοις, ο ισχυρισμός σχετικά με τη δήλωση που αποδίδεται στον οικείο υπάλληλο, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδειχθείς παρά το γεγονός ότι αμφισβητείται από την Επιτροπή, δεν αρκεί αφ’ εαυτού προκειμένου να γίνει δεκτό ότι τα πορίσματα των ελεγκτών, επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή, δεν είναι αντικειμενικά και αμερόληπτα. Τα πορίσματα αυτά είναι το αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας και ερείδονται σε μια σειρά διαπιστώσεων μάλλον παρά σε υποκειμενικές κρίσεις ενός και μόνον υπαλλήλου. Επιπλέον, το ενάγον δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι ο εν λόγω υπάλληλος, ακόμη και αν ήταν ο υπεύθυνος στο πλαίσιο της διοίκησης για τη διεξαγωγή του ελέγχου, ήταν σε θέση να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί των εκτιμήσεων του συνόλου των ελεγκτών και επί της Επιτροπής.

58      Επομένως, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται η έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του ελέγχου πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί των άμεσων δαπανών προσωπικού που κρίθηκαν μη επιλέξιμες

59      Το ενάγον προβάλλει, πρώτον, επιχειρήματα γενικού χαρακτήρα που θέτουν συνολικά υπό αμφισβήτηση τις διαπιστώσεις των ελεγκτών επί των οποίων στηρίχθηκε η απαίτηση που αποτυπώνεται στο χρεωστικό σημείωμα. Εν συνεχεία, το ενάγον αμφισβητεί τους ειδικότερους λόγους τους οποίους επικαλέστηκε η Επιτροπή για την απόρριψη της επιλεξιμότητας των δαπανών που σχετίζονται με την απασχόληση του Ε. Μ.

60      Οι δύο αυτές κατηγορίες επιχειρημάτων πρέπει να εξετασθούν διαδοχικά.

1)      Επί των γενικού περιεχομένου επιχειρημάτων του ενάγοντος

1)      Όσον αφορά τους καθοριστικούς λόγους που δικαιολογούν τη μη επιλεξιμότητα των άμεσων δαπανών των συγκεκριμένων ερευνητών

61      Το ενάγον υποστηρίζει, γενικώς, ότι οι ελεγκτές κακώς ισχυρίστηκαν, πρώτον, ότι το σύστημά του καταγραφής του χρόνου απασχόλησης δεν ήταν αξιόπιστο, δεύτερον, ότι η απασχόληση των συγκεκριμένων ερευνητών δεν ήταν εύλογη, λόγω των παράλληλων δραστηριοτήτων τους, τρίτον, ότι ο Ε. Μ., υπεύθυνος του έργου, τελούσε σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων και, τέταρτον, ότι το προσωπικό του ΕΚΕΤΑ δεν ήταν διαθέσιμο για συνεντεύξεις από τους ελεγκτές.

62      Εντούτοις, η Επιτροπή υποστηρίζει, ορθώς, ότι η απαίτηση που αποτυπώνεται στο χρεωστικό σημείωμα στηρίζεται κυρίως σε δύο λόγους, ήτοι, πρώτον, στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι ερευνητές ασκούσαν παράλληλες επαγγελματικές δραστηριότητες με αποτέλεσμα να μην είναι εύλογη η συμμετοχή τους στο έργο Actibio στον δηλωθέντα βαθμό και, δεύτερον, στην πλημμελή εκτέλεση, εκ μέρους του ενάγοντος, των υποχρεώσεών του που απορρέουν από το σημείο ΙΙ.3, στοιχείο n, των γενικών όρων όσον αφορά την πρόληψη των κινδύνων συγκρούσεως συμφερόντων.

63      Στην έκθεση ελέγχου, οι λόγοι αυτοί εμφανίζονται τόσο στις παρατηρήσεις των ελεγκτών που αφορούν την εξέταση της κατάστασης των συγκεκριμένων ερευνητών όσο και στην περίληψη των απαιτούμενων αναπροσαρμογών κατόπιν του ελέγχου.

64      Εξάλλου, η μη τήρηση της υποχρεώσεως υποβολής, κατά τον οικονομικό έλεγχο, αξιόπιστων φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης προς δικαιολόγηση των δηλωθεισών δαπανών προσωπικού συνιστά επαρκή λόγο απορρίψεως του συνόλου των δαπανών αυτών (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 211 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπροσθέτως, η ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων συνιστά σοβαρή και πρόδηλη παράβαση της απαιτήσεως αμεροληψίας και αντικειμενικότητας (πρβλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T‑309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 141) η οποία βαρύνει ιδίως τον υπεύθυνο για την πιστοποίηση των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των ερευνητών που απασχολούνται σε έργο χρηματοδοτούμενο από την Ένωση.

65      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, εάν ένας από τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η επίδικη απόφαση είναι αρκούντως ακριβής και συγκεκριμένος, είναι τεκμηριωμένος και συνιστά, αυτός καθαυτόν, επαρκές έρεισμα για να στηρίξει την απόφαση αυτή, το γεγονός ότι άλλοι μεταξύ των λόγων αυτών δεν συνιστούν τέτοιο έρεισμα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2006, SELEX Sistemi Integrati κατά Επιτροπής, T‑155/04, EU:T:2006:387, σκέψη 47· της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψεις 211 και 212· της 28ης Σεπτεμβρίου 2016, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, T‑437/14, EU:T:2016:577, σκέψη 73, και της 25ης Ιανουαρίου 2017, ANKO κατά Επιτροπής, T‑771/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:27, σκέψεις 92 έως 96).

66      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί η βασιμότητα των λόγων με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αξιοπιστίας των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης και κίνδυνος συγκρούσεως συμφερόντων, δεδομένου ότι οι λοιποί λόγοι είναι δευτερεύοντες.

2)      Όσον αφορά την έλλειψη αξιοπιστίας των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των συγκεκριμένων ερευνητών

67      Από το άρθρο 172α, παράγραφος 1, του κανονισμού 2342/2002, το άρθρο 31, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 1906/2006 και τα σημεία II.14 και II.15 των γενικών όρων προκύπτει ότι ο τρόπος καταγραφής του χρόνου εργασίας πρέπει να επιτρέπει στην Επιτροπή να επαληθεύσει ότι οι δηλωθείσες δαπάνες αντιπροσωπεύουν πραγματικές επιβαρύνσεις, ανταποκρίνονται στην οικονομική λογική, είναι αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου και μπορούν να καταλογισθούν άμεσα σε αυτό. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει άμεση αντίληψη της εκτελέσεως των εργασιών του ενάγοντος, δεν έχει άλλο μέσο για να ελέγξει την ακρίβεια των δηλωθεισών από αυτό δαπανών προσωπικού πλην των στοιχείων που προκύπτουν, ιδίως, από φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης, τα οποία για τον λόγο αυτό πρέπει να είναι αξιόπιστα (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 210, και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Technion και Technion Research & Development Foundation κατά Επιτροπής, T‑216/12, EU:T:2015:746, σκέψεις 81 και 82).

68      Εν προκειμένω, το ενάγον υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με τις παράλληλες δραστηριότητες των συγκεκριμένων ερευνητών οι οποίες θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης δεν είναι αρκούντως ακριβείς.

69      Εντούτοις, καίτοι τα γενικά τμήματα της εκθέσεως ελέγχου, ως εκ του ότι συνιστούν μια συνολική εκτίμηση, δεν χαρακτηρίζονται από ακρίβεια όσον αφορά τις δραστηριότητες που ασκούνταν σωρευτικώς από τους συγκεκριμένους ερευνητές, πάντως, τα λοιπά τμήματα της εκθέσεως, τα οποία αφορούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που ανακύπτουν όσον αφορά τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης για έκαστο των εν λόγω ερευνητών, είναι λεπτομερέστερα και, επομένως, δεν στερούνται ακριβείας.

70      Το ενάγον υποστηρίζει, δεύτερον, ότι οι συμβάσεις των ερευνητών δεν τους απαγόρευαν να απασχολούνται σε περισσότερα έργα ταυτόχρονα και ότι το σημείο II.14 των γενικών όρων ουδόλως συνεπαγόταν ότι οι δαπάνες των ερευνητών ήταν στο σύνολό τους μη επιλέξιμες σε περίπτωση που αυτοί ασκούσαν περισσότερες δραστηριότητες.

71      Εντούτοις, μολονότι οι γενικοί όροι ουδέν αναφέρουν όσον αφορά την άσκηση παράλληλων δραστηριοτήτων, με εξαίρεση τη σύγκρουση συμφερόντων, και μολονότι οι συμβάσεις μεταξύ του EKETA και των ερευνητών του δεν απαγόρευαν τη σώρευση ιδιοτήτων, η Ένωση μπορεί να επιχορηγεί μόνον πραγματικές δαπάνες (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2006, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής, C‑240/03 P, EU:C:2006:44, σκέψεις 69 και 76, και της 25ης Ιανουαρίου 2017, ANKO κατά Επιτροπής, T‑771/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:27, σκέψη 129). Επιπλέον, από τα σημεία II.14 και II.15 των γενικών όρων προκύπτει ότι επιλέξιμες είναι μόνον οι δαπάνες για τις ώρες πραγματικής απασχόλησης (βλ. σκέψεις 44 και 67 ανωτέρω).

72      Το ενάγον προσάπτει, τρίτον, στην Επιτροπή ότι αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, μολονότι το ενάγον είχε προσκομίσει συμπληρωματικά έγγραφα από τα οποία προέκυπτε ότι η απασχόληση των συγκεκριμένων ερευνητών ήταν πραγματική, αναγκαία και οικονομική.

73      Εντούτοις, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 46 και 67 ανωτέρω, δεν αρκεί ένα έργο να έχει ολοκληρωθεί προκειμένου να οδηγήσει στην απόδοση των δαπανών από την Επιτροπή, πρέπει επίσης ο ενδιαφερόμενος να έχει εκπληρώσει προσηκόντως τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που υπέχει, μεταξύ των οποίων τη σχετική με την υποβολή αξιόπιστων φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης.

74      Επιπλέον, κατά το άρθρο 172α του κανονισμού 2342/2002, για να είναι επιλέξιμες οι δαπάνες ενός έργου πρέπει να είναι αναγνωρίσιμες και επαληθεύσιμες.

75      Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το σημείο II.22 των γενικών όρων, οι πληροφορίες και τα στοιχεία που παρέχονται στους ελεγκτές πρέπει να είναι επακριβή, πλήρη και πραγματικά.

76      Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων απαγορεύει στον συμβαλλόμενο να ασκεί δικαίωμα με τρόπο που υπερβαίνει προδήλως τα όρια της συνήθους ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από συνετό και επιμελή δικαιούχο (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω). Στο βελγικό δίκαιο, το οποίο είναι επικουρικώς εφαρμοστέο στη σύμβαση Actibio, η καλή πίστη συνεπάγεται, εξάλλου, καθήκον πίστεως κατά την παροχή πληροφοριών και μετριοπάθειας όσον αφορά τις απαιτήσεις που προβάλλονται έναντι του αντισυμβαλλομένου βάσει της συμβάσεως, αλλά και την υποχρέωση να αποφεύγεται οποιαδήποτε αύξηση των επιβαρύνσεων που απορρέουν, για το έτερο μέρος, από την εκτέλεση της συμβάσεως.

77      Εν προκειμένω, καίτοι στο ενάγον απόκειται να αποδείξει ότι τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης που δεν θεωρήθηκαν αξιόπιστα από την Επιτροπή αντανακλούσαν τις πραγματικές ώρες απασχόλησης στο έργο Actibio, εντούτοις έγγραφα που τεκμηριώνουν τη συμμετοχή των συγκεκριμένων ερευνητών σε παραδοτέα ή άλλα έγγραφα στοιχεία, όπως συμβάσεις εργασίας, βιογραφικά σημειώματα, μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, επιστημονικές δημοσιεύσεις, εκθέσεις ή πρακτικά συναντήσεων, καθώς και αποδεικτικά δαπανών μετακίνησης, δεν είναι ικανά να αποδείξουν την αξιοπιστία των εν λόγω φύλλων καταγραφής. Δεν καθιστούν δυνατό τον άμεσο συσχετισμό με τις δηλωθείσες από τους συγκεκριμένους ερευνητές ώρες σύμφωνα με μια εύλογη και αξιόπιστη μέθοδο και δεν είναι επακριβή ως προς το σημείο αυτό. Πράγματι, τα έγγραφα αυτά απαιτούσαν μια αξιολόγηση επίπονη αλλά και χρονοβόρα προκειμένου να γίνει αντιστοίχισή τους με τις ώρες εργασίας. Συναφώς, το ενάγον δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς τον χρόνο απασχόλησης τον οποίο αντικατοπτρίζει καθένα από τα προαναφερθέντα έγγραφα. Περαιτέρω, το ενάγον δεν παρέχει καμία ένδειξη σχετικά με τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να προσδιορισθεί με τρόπο αξιόπιστο βάσει των εν λόγω εγγράφων ο χρόνος απασχόλησης που αφιερώθηκε στο έργο Actibio από κάθε συγκεκριμένο ερευνητή.

78      Επιπροσθέτως, όπως διαπιστώθηκε στην έκθεση ελέγχου, στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης δεν αναγράφονταν τα πακέτα εργασίας στα οποία οι συγκεκριμένοι ερευνητές είχαν απασχοληθεί σε δεδομένη χρονική στιγμή. Ωστόσο, η αναγραφή του έργου και των πακέτων εργασίας ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό των άμεσων δαπανών, κατά την έννοια του σημείου II.15 των γενικών όρων, και θα είχε καταστήσει δυνατό να εξακριβωθεί αν οι δαπάνες που δήλωσε το ενάγον ήταν πραγματικές, όπως επιτάσσει το σημείο II.19, παράγραφος 1, στοιχείο a, των εν λόγω όρων (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, ANKO κατά Επιτροπής, T‑771/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:27, σκέψεις 101 και 102). Η έλλειψη αυτή επέτεινε την αβεβαιότητα όσον αφορά την αντιστοίχιση μεταξύ των συμπληρωματικών εγγράφων που προσκόμισε το ενάγον και των δηλωθεισών ωρών στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης. Κατέστησε δυσχερέστερο τον συσχετισμό μεταξύ της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και των εν λόγω φύλλων καταγραφής και έπληξε την αξιοπιστία τους.

79      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η απλή προσκόμιση εγγράφων, όπως οι συμβάσεις, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις, τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, οι εκθέσεις και τα πρακτικά συναντήσεων, που αποσκοπούν στη θεραπεία της ελλείψεως αξιοπιστίας των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης, αλλά που απαιτούν, όσον αφορά την Επιτροπή, σημαντική επένδυση χρόνου και πόρων, προκειμένου αυτή να επιχειρήσει να τα μετατρέψει σε χρόνο απασχόλησης, συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας με την Επιτροπή και ότι μια τέτοια παράβαση δεν θα είχε διαπραχθεί από έναν αντισυμβαλλόμενο που επιδεικνύει τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια.

80      Όσον αφορά τα βιογραφικά σημειώματα των συγκεκριμένων ερευνητών, τα βιογραφικά αυτά πιστοποιούν τις δεξιότητές τους, αλλά όχι το γεγονός ότι απασχολήθηκαν στο έργο Actibio κατά τις δηλωθείσες ώρες.

81      Το ενάγον προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να συγκρίνει τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των συγκεκριμένων ερευνητών όσον αφορά το έργο Actibio με τα φύλλα καταγραφής που είχε στη διάθεσή της και αφορούσαν άλλα επιδοτούμενα από αυτήν προγράμματα, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ενδεχομένων αντιφάσεων. Το ενάγον φρονεί επίσης ότι δεν μπορεί να του προσαφθεί ότι δεν προσκόμισε τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης ή άλλα στοιχεία που να πιστοποιούν τον χρόνο που οι ενδιαφερόμενοι διέθεσαν στις παράλληλες επαγγελματικές τους δραστηριότητες, στο μέτρο που δεν διέθετε κανένα μέσο για να απαιτήσει να του διαβιβασθούν τα έγγραφα αυτά.

82      Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι ο αντισυμβαλλόμενος που ζητεί την απόδοση δαπανών πρέπει να δικαιολογεί το υποστατό και τη σχέση τους με το εν λόγω έργο. Επιπροσθέτως, στο μέτρο που οι ελεγκτές είχαν αμφισβητήσει την αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης με βάση συγκεκριμένα στοιχεία, στο ενάγον απέκειτο να αποδείξει ότι τα εν λόγω φύλλα καταγραφής αντανακλούσαν τις ώρες πραγματικής απασχόλησης για το έργο Actibio, παρά τις παράλληλες δραστηριότητες των συγκεκριμένων ερευνητών (βλ. σκέψεις 48 έως 53 ανωτέρω).

83      Επιπλέον, αν και τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης ανέφεραν τα επιδοτούμενα προγράμματα της Ένωσης στα οποία απασχολούνταν οι συγκεκριμένοι ερευνητές, το να απαιτείται, όπως υποστηρίζει το ενάγον, από την Επιτροπή να προβεί σε διασταύρωση των σχετικών φύλλων καταγραφής των συγκεκριμένων ερευνητών, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ενδεχομένων αντιφάσεων, βαίνει, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 74 επ. ανωτέρω, πέραν αυτού το οποίο το ενάγον μπορούσε να προσδοκά από την Επιτροπή.

84      Δεδομένου ότι τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης δεν θεωρήθηκαν αξιόπιστα βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, στο ΕΚΕΤΑ απέκειτο αντιθέτως να αποδείξει το ίδιο και υπό μορφή ευλόγως κατανοητή για την Επιτροπή ότι δεν υπήρχε αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των ωρών εργασίας που δηλώθηκαν από τους εν λόγω ερευνητές για το έργο Actibio και της εργασίας τους στο πλαίσιο παράλληλων δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, απέκειτο στο ενάγον, ως εργοδότη των ενδιαφερομένων, να λάβει από αυτούς διευκρινίσεις όσον αφορά τις παράλληλες αυτές δραστηριότητες και την εργασία τους καθώς και ως προς τον τρόπο κατανομής του χρόνου εργασίας τους μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων τους.

85      Συναφώς, παρατηρείται ότι το σημείο II.22, παράγραφος 2, των γενικών όρων δεν προβλέπει την πρόσβαση των ελεγκτών αποκλειστικώς και μόνο στα πληροφοριακά στοιχεία και στα δεδομένα που αφορούν τη συμφωνία επιχορηγήσεως η οποία αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι ελεγκτές μπορούν να ζητούν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία και στα δεδομένα τα οποία τους παρέχουν τη δυνατότητα να επαληθεύσουν τη χρηστή διαχείριση και την ορθή εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, πράγμα που συνεπάγεται κατά κανόνα την πρόσβαση σε πληροφοριακά στοιχεία και σε δεδομένα πέραν των σχετικών με την επίμαχη σύμβαση (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, ΑΝΚΟ κατά Επιτροπής, T‑771/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:27, σκέψη 114).

86      Εν πάση περιπτώσει, κατά το ενάγον, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η απασχόληση των συγκεκριμένων ερευνητών σε άλλα έργα, ο χρόνος απασχόλησής τους στο πλαίσιο του έργου Actibio όπως καταγράφεται στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης αυτών ήταν εύλογος.

87      Θα πρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί εκ νέου ότι οι δαπάνες που μπορούσαν να χρεωθούν για την υλοποίηση του έργου Actibio έπρεπε να είναι πραγματικές, οπότε, όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, επιλέξιμες ήταν μόνον οι δαπάνες για τις ώρες πραγματικής απασχολήσεως για το έργο αυτό (βλ. σκέψη 67 ανωτέρω). Επιπλέον, και υπό την επιφύλαξη της λεπτομερέστερης εξέτασης στην οποία θα προβεί το Γενικό Δικαστήριο κατωτέρω υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων του ενάγοντος που αφορούν ειδικώς τη μισθολογική δαπάνη του Ε. Μ., από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβησαν οι ελεγκτές και οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 52 ανωτέρω προκύπτει ότι οι ώρες που αναγράφονται στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των συγκεκριμένων ερευνητών δεν ήταν εύλογες.

88      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα γενικού περιεχομένου επιχειρήματα του ενάγοντος δεν μπορούν να κλονίσουν συνολικώς τη διαπίστωση των ελεγκτών κατά την οποία, λαμβανομένων υπόψη των παράλληλων δραστηριοτήτων τους, οι συγκεκριμένοι ερευνητές δεν ήταν ευλόγως δυνατό να απασχολήθηκαν στο έργο Actibio τις ώρες που δήλωσαν στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησής τους.

3)      Όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων

89      Στην έκθεση ελέγχου, οι ελεγκτές στήριξαν τον αποκλεισμό των μισθολογικών δαπανών των συγκεκριμένων ερευνητών όχι μόνο στον μη εύλογο χαρακτήρα της εργασίας που δήλωσαν στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησής τους αλλά και στον κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων.

90      Το ενάγον υποστηρίζει, εντούτοις, ότι ο κίνδυνος συγκρούσεως συμφερόντων δεν αποτελεί λόγο μη επιλεξιμότητας. Το σημείο ΙΙ.3, στοιχείο n, των γενικών όρων, το οποίο διέπει το ζήτημα της συγκρούσεως συμφερόντων, δεν θεσπίζει αμάχητο τεκμήριο μη επιλεξιμότητας των δαπανών. Επιπλέον, ο κίνδυνος μιας τέτοιας συγκρούσεως δεν περιλαμβάνεται στο σημείο II.14 των γενικών όρων το οποίο απαριθμεί τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των δαπανών και το οποίο συνιστά ειδική διάταξη υπερισχύουσα του σημείου II.3.

91      Εντούτοις, ο κίνδυνος συγκρούσεως συμφερόντων συνιστά μια μη φυσιολογική κατάσταση στην οποία οι δαπάνες που πραγματοποιούνται ενδέχεται να μην είναι ούτε πραγματικές, ούτε οικονομικές, ούτε καν, ενδεχομένως, αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου κατά την έννοια του σημείου II.14, παράγραφος 1, στοιχεία a και e, των γενικών όρων. Ως εκ τούτου, η μη εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο της συμβατικής υποχρεώσεως, την οποία επιβάλλει το σημείο ΙΙ.3, στοιχείο n, των γενικών όρων, να λαμβάνει κάθε απαραίτητη προφύλαξη ώστε να αποφύγει κάθε πιθανότητα συγκρούσεως συμφερόντων συνιστά πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που υπέχει. Δικαιολογεί, επομένως, την ανάκτηση των δαπανών δυνάμει του άρθρου 183 του κανονισμού 2342/2002 και του σημείου II.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων.

92      Το ενάγον αμφισβητεί επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων, στο μέτρο που η OLAF διεξήγαγε συναφώς έρευνα και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο χωρίς να διατυπώσει σύσταση.

93      Εντούτοις, η OLAF έθεσε την υπόθεση στο αρχείο χωρίς να διατυπώσει σύσταση μόνο λόγω των διοικητικών μέτρων που είχαν ήδη ληφθεί και της ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων ικανών να στηρίξουν κατηγορία ποινικής φύσεως.

94      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1), αν η έρευνα της OLAF ολοκληρωθεί χωρίς να εντοπισθούν αποδεικτικά στοιχεία εις βάρος του ενδιαφερομένου, η σχετική με το εν λόγω πρόσωπο έρευνα περατώνεται από τον γενικό διευθυντή, ο οποίος ενημερώνει το εν λόγω πρόσωπο εντός δέκα εργάσιμων ημερών.

95      Εντούτοις, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει το ενάγον, εξ αυτού δεν έπεται ότι δεν μπορεί πλέον να δοθεί συνέχεια στις διαπιστώσεις που διατυπώνονται κατά την έρευνα. Από το άρθρο 11, παράγραφος 4, και από την αιτιολογική σκέψη 31 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα του θεσμικού οργάνου να δώσει συνέχεια, ιδίως πειθαρχική, στις ολοκληρωθείσες έρευνες. Επομένως, η θέση της υποθέσεως στο αρχείο από την OLAF δεν αποτελούσε αφ’ εαυτής εμπόδιο στο να γίνει δεκτό ότι οι διαπιστώσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 89 ανωτέρω μπορούν, από διοικητικής και δημοσιονομικής απόψεως, να θεωρηθούν ως συνιστώσες κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων που καθιστά μια δαπάνη μη επιλέξιμη.

96      Επομένως, τα επιχειρήματα γενικού περιεχομένου που προβάλει το ενάγον κατά της διαπιστώσεως των ελεγκτών περί υπάρξεως κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσουν.

97      Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη της εξετάσεως της ιδιαίτερης καταστάσεως του Ε. Μ. η απαίτηση που αποτυπώνεται στο χρεωστικό σημείωμα δικαιολογείται γενικώς από τη διαπίστωση περί του μη αξιόπιστου χαρακτήρα των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης των συγκεκριμένων ερευνητών και περί υπάρξεως συγκρούσεως συμφερόντων, χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί η βασιμότητα των λόγων που η Επιτροπή προβάλλει δευτερευόντως και οι οποίοι στηρίζονται στο ότι το σύστημα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης του ΕΚΕΤΑ δεν ήταν αξιόπιστο αυτό καθεαυτό και στο ότι ορισμένοι ερευνητές δεν ήταν διαθέσιμοι για συνεντεύξεις από τους ελεγκτές.

98      Το Γενικό Δικαστήριο οφείλει, εν συνεχεία, να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε το ενάγον κατά των διαπιστώσεων των ελεγκτών υπό το πρίσμα της ειδικής καταστάσεως του Ε. Μ.

2)      Επί των επιχειρημάτων του ενάγοντος που αφορούν ειδικώς την κατάσταση του Ε. Μ.

99      Το ενάγον προβάλλει ότι ο Ε. Μ. απασχολήθηκε 86,5 ώρες για το έργο Actibio, αλλά ότι η Επιτροπή απέρριψε το σύνολο των δαπανών που τον αφορούσαν.

100    Οι ελεγκτές έκριναν ότι, λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του Ε. Μ. εκτός ΕΚΕΤΑ και των διαφόρων καθηκόντων του στο πλαίσιο αυτού, δεν ήταν εύλογο να έχει απασχοληθεί στο έργο Actibio επί τον δηλωθέντα χρόνο. Όσον αφορά τις δραστηριότητες του Ε. Μ. στο περιθώριο του ΕΚΕΤΑ, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι, μεταξύ των ετών 2004 και 2010, ο Ε. Μ. είχε λάβει συνολικό ποσό 127 638 ευρώ από τους λοιπούς φορείς για τους οποίους επίσης εργαζόταν. Παρατήρησαν επίσης ότι ο Ε. Μ. ήταν, επιπλέον, μέτοχος της εταιρίας I. με ποσοστό συμμετοχής 72 %, ότι η εταιρία αυτή, της οποίας μέτοχος ήταν και η πρώην σύζυγός του, δεν απασχολούσε προσωπικό και, επομένως, έπρεπε να στηρίζεται στους μετόχους της για την εκτέλεση των εργασιών που της είχαν ανατεθεί και ότι, από το 2004 έως το 2008, η εταιρία αυτή πραγματοποίησε κύκλο εργασιών ο οποίος κυμάνθηκε μεταξύ 111 153 ευρώ το 2006 και 204 186 ευρώ το 2008.

101    Ανεξάρτητα από τα γενικού περιεχομένου επιχειρήματα που εξετάσθηκαν ανωτέρω, το ενάγον υποστηρίζει ότι η συμμετοχή του Ε. Μ. στο έργο Actibio ήταν προφανής, διότι ήταν υπεύθυνος του έργου, και ότι η επιλεξιμότητα των δαπανών τις οποίες πραγματοποίησε δεν μπορεί να καθορίζεται αποκλειστικά με βάση τις επιφυλάξεις των ελεγκτών σχετικά με την αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησής του, εφόσον προσκομίζονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο ενδιαφερόμενος απασχολήθηκε πράγματι στο επίδικο έργο κατά τις δηλωθείσες ώρες εργασίας. Το ενάγον υποστηρίζει, επίσης, ότι ο Ε. Μ. απασχολήθηκε στο έργο Actibio μόλις 22,5 ώρες το 2008, 50 ώρες το 2009 και 14 ώρες το 2010 και ότι το γεγονός ότι η απασχόληση αυτή ήταν περιορισμένη την καθιστούσε εύλογη.

102    Εντούτοις, όπως προεκτέθηκε στις σκέψεις 46, 67 και 73 επ., δεν αρκεί ένα έργο να έχει εκτελεσθεί προκειμένου να αποδοθούν οι δαπάνες του από την Επιτροπή, όσον αφορά δε, ειδικότερα, τις δαπάνες προσωπικού επιλέξιμες είναι μόνον οι δαπάνες για τις ώρες πραγματικής απασχόλησης. Όπως επισημάνθηκε, όμως, στις σκέψεις 77 έως 79 ανωτέρω, καίτοι τα συμπληρωματικά έγγραφα που προσκόμισε το ενάγον αποδεικνύουν τη συμμετοχή του Ε. Μ. στο έργο Actibio, δεν καθιστούν δυνατό τον επακριβή προσδιορισμό των ωρών που αυτός αφιέρωσε στο εν λόγω έργο. Επιπλέον, το γεγονός ότι η συμμετοχή του Ε. Μ. στο έργο Actibio ήταν περιορισμένη δεν παρέχει καμία βεβαιότητα ως προς την ακρίβεια των δηλωθεισών από τον ενδιαφερόμενο ωρών και ως προς τον πραγματικό και αναγκαίο χαρακτήρα των δαπανών του.

103    Το ενάγον υποστηρίζει πάντως, χωρίς να αντικρούεται, ότι αυτός είχε παύσει, το 2001, να εργάζεται για την εταιρία I. και ότι, κατά τα έτη 2009 και 2010, δεν είχε πλέον καμία παράλληλη εργασιακή δέσμευση εκτός του ΕΚΕΤΑ.

104    Ωστόσο, η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει ότι ήταν επίσης σε θέση να αμφισβητήσει, βάσει των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης του Ε.Μ., το ότι η μισθολογική δαπάνη του ήταν πραγματική και αναγκαία, δεδομένου ότι αυτός είχε εμπλακεί σε κατάσταση που ενείχε κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων και ότι το ενάγον δεν είχε τηρήσει την υποχρέωση που υπείχε να αποφύγει κάθε πιθανότητα συγκρούσεως συμφερόντων σύμφωνα με το σημείο ΙΙ.3, στοιχείο n, των γενικών όρων.

105    Εν προκειμένω, επισημάνθηκε ότι μεταξύ του Ε. Μ. και της Ε. Π. υπήρχε υπερβολικά στενή σχέση. Η Ε. Π. περιλαμβανόταν μεταξύ των ερευνητών των οποίων οι δαπάνες απορρίφθηκαν ως μη επιλέξιμες και ήταν η πρώην σύζυγος του Ε. Μ. και συνεταίρος του στην εταιρία Ι. Ήταν επίσης εταίρος της εταιρίας E. Διαπιστώθηκε ότι, κατά την περίοδο από το 2004 έως το 2008, το μεγαλύτερο μέρος του κύκλου εργασιών των δύο αυτών εταιριών προερχόταν από συμβάσεις υπεργολαβίας που τους είχαν ανατεθεί στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων από την Ένωση έργων, στα οποία το ενάγον ήταν είτε συντονιστής είτε μέλος της κοινοπραξίας που είχε αναλάβει τα εν λόγω έργα. Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι σε διάφορα έργα για τα οποία το ΕΚΕΤΑ ήταν ο συντονιστής και ο Ε. Μ. ο αρμόδιος επικοινωνίας, τα παραρτήματα των συμφωνιών επιχορηγήσεως που είχαν συνταχθεί υπό την εποπτεία του ενάγοντος προέβλεπαν συχνά την ανάθεση υπεργολαβιών στην εταιρία I. Τέλος, επισημάνθηκε ότι ο Ε. Μ. επέβλεπε τις εργασίες της Ε. Π., ως υπεύθυνος του έργου, και θεωρούσε τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησής της.

106    Το ενάγον ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι οι διαπιστώσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή, στο μέτρο που αμφισβητείται μόνον η μη επιλεξιμότητα των δαπανών που αφορούν τον Ε. Μ.

107    Εντούτοις, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα, αλλά εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2016, Hamcho και Hamcho International κατά Συμβουλίου, T‑153/15, EU:T:2016:630, σκέψη 96, και της 20ής Ιουλίου 2017, Badica και Kardiam κατά Συμβουλίου, T‑619/15, EU:T:2017:532, σκέψη 99). Ως εκ τούτου, με κίνδυνο άλλως να κατακερματισθεί η εικόνα της κατάστασης που προέκυψε κατά τον έλεγχο, η εκτίμηση από το Γενικό Δικαστήριο της υπάρξεως κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν το ενάγον αμφισβήτησε, με την αγωγή του, την απόρριψη ως μη επιλέξιμων των δαπανών όλων των προσώπων που ενδέχεται να εμπλέκονται σε αυτή τη σύγκρουση συμφερόντων ή την απόρριψη των δαπανών ενός και μόνον εκ των εμπλεκομένων. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, ο κίνδυνος συγκρούσεως συμφερόντων κλονίζει όχι μόνον την αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης της Ε. Π., αλλά και τον πραγματικό και οικονομικό χαρακτήρα των δαπανών που δηλώθηκαν για τον Ε. Μ. λόγω της έλλειψης σύνεσης που αυτός επέδειξε.

108    Επιπλέον, η Επιτροπή, όπως αυτή παρατηρεί, μπορούσε κατά μείζονα λόγο να αμφισβητήσει τον πραγματικό και αναγκαίο χαρακτήρα της μισθολογικής δαπάνης του Ε. Μ. στο μέτρο που ο έλεγχος των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης από τον υπεύθυνο του έργου, του προγράμματος ή της υπηρεσίας ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 27, παράγραφος 4, του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του ΕΚΕΤΑ δεν τηρήθηκε εν προκειμένω και δεν κατέστη δυνατό να διασφαλισθεί η αξιοπιστία τους.

109    Το ενάγον εξέθεσε συναφώς ότι η Μ. Π. είχε υπογράψει τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης του Ε. Μ. ως υπεύθυνη του έργου Train-All. Ωστόσο, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ενάγον όχι μόνον επιβεβαίωσε ότι το εν λόγω έργο ήταν διαφορετικό από το έργο Actibio, αλλά και ότι η Μ. Π. υπέγραφε τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης του Ε. Μ. μόνο στο μέτρο που αυτά αφορούσαν το έργο Train-All, πράγμα που σημαίνει ότι η υπογραφή της δεν ασκούσε επιρροή όσον αφορά το έργο Actibio. Στο πλαίσιο της απαντήσεώς του στην ίδια ερώτηση, το ενάγον διευκρίνισε ότι ο Ε. Μ. ήταν ο υπεύθυνος του τελευταίου αυτού έργου και ότι, υπό την ιδιότητα αυτή, υπέγραφε τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησής του. Καίτοι η υπογραφή των φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης από τον υπεύθυνο του έργου συνιστά μια δικλείδα ασφαλείας για την αξιοπιστία τους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπογραφή από τον ενδιαφερόμενο των δικών του φύλλων καταγραφής, υπό τη διπλή ιδιότητά του ως ερευνητή και υπευθύνου του έργου Actibio, συνιστούσε σύγχυση ρόλων η οποία δεν ευνοούσε την αντικειμενική και αμερόληπτη πιστοποίηση.

110    Το ενάγον ισχυρίζεται, ασφαλώς, ότι τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης του Ε. Μ. προσυπογράφονταν από τον διευθυντή του ΕΚΕΤΑ. Εντούτοις, αυτή η προσυπογραφή δεν αποτελούσε δικλείδα ασφαλείας, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 27, παράγραφος 5, του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του EKETA, ο διευθυντής υπέγραφε τα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησης μόνο «για τελικό έλεγχο και για επιβεβαίωση του επιμερισμού στα ερευνητικά προγράμματα του συμβατικού χρόνου εργασίας». Επιπλέον, στο μέτρο που το ΕΚΕΤΑ απασχολούσε μεγάλο αριθμό ερευνητών, δεν προκύπτει ότι ο διευθυντής του ήταν σε θέση να βεβαιώσει, έχοντας πλήρη γνώση των στοιχείων, την απασχόληση εκάστου εξ αυτών. Το ενάγον δεν παρέσχε συναφώς καμία διευκρίνιση.

111    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή ορθώς απέρριψε ως μη επιλέξιμη τη μισθολογική δαπάνη του Ε. Μ. που αντιστοιχεί στα φύλλα καταγραφής του χρόνου απασχόλησής του.

3)      Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας

112    Με ένα επιχείρημα, το οποίο το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί ότι προβάλλεται επικουρικώς, το ενάγον υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο ότι η μισθολογική δαπάνη του Ε. Μ. δεν ήταν επιλέξιμη, πάντως, απορρίπτοντας το σύνολο των σχετικών δαπανών, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.

113    Παρατηρείται, ωστόσο, ότι το ενάγον αμφισβητεί την απόρριψη μόνον της μισθολογικής δαπάνης του Ε. Μ., ήτοι της δαπάνης ενός ερευνητή εκ των 22, ότι η δαπάνη αυτή ανέρχεται μόλις στο ποσό των 4 702,31 ευρώ επί συνόλου 431 401,60 ευρώ και ότι αυτή απορρίφθηκε λόγω, αφενός, μη τηρήσεως της υποχρεώσεως προσκομίσεως αξιόπιστων φύλλων καταγραφής του χρόνου απασχόλησης και, αφετέρου, κατ’ επίκληση μιας κατάστασης που ενέχει κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων.

114    Επιπροσθέτως, το ενάγον δεν αναπτύσσει κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα προς στήριξη της αιτιάσεώς του περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, καίτοι η ορθή εκτέλεση των έργων δεν αρκεί προκειμένου ο αντισυμβαλλόμενος να αποκτήσει οριστικό δικαίωμα για την καταβολή της χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης εάν δεν έχουν τηρηθεί δεόντως οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση της χρηματοδοτικής συνδρομής (βλ. σκέψη 46 ανωτέρω), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

115    Επομένως, μολονότι οι ελεγκτές δέχθηκαν ότι ο Ε. Μ. είχε πράγματι μετάσχει, σε βαθμό μη ακριβώς προσδιοριζόμενο, στο έργο Actibio, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί.

3.      Επί των εμμέσων δαπανών

116    Το ενάγον προσάπτει στην Επιτροπή ότι θεώρησε ότι οι έμμεσες δαπάνες δεν ήταν επιλέξιμες κατά το ποσό των 4 651,25 ευρώ που αντιστοιχεί στην άμεση μισθολογική δαπάνη του Ε. Μ. η οποία κρίθηκε μη επιλέξιμη. Το ενάγον υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που απέδειξε ότι η μισθολογική αυτή δαπάνη ήταν, αντιθέτως, επιλέξιμη, το ίδιο ισχύει και για το ανωτέρω ποσό.

117    Ωστόσο, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή ορθώς έκρινε μη επιλέξιμη τη μισθολογική δαπάνη του Ε. Μ. Επομένως, η αιτίαση που προβλήθηκε κατά της μη επιλεξιμότητας των εμμέσων δαπανών που σχετίζονται με τη δαπάνη αυτή πρέπει να απορριφθεί.

118    Κατά συνέπεια, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

119    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το ενάγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) στα δικαστικά έξοδα.

Kanninen

Calvo-Sotelo Ibáñez-Martín

Reine

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Ιανουαρίου 2019.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

      H. Kanninen


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.