Language of document : ECLI:EU:C:2019:73

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 29ης Ιανουαρίου 2019 (1)

Υπόθεση C243/18 P

Ευρωπαϊκή Κοινή Επιχείρηση για τον ITER και την Ανάπτυξη της Πυρηνικής Σύντηξης (Κοινή Επιχείρηση Fusion for Energy)

κατά

Yosu Galocha

«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση της Ένωσης – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Διαδικασία επιλογής της κοινής επιχειρήσεως Fusion for Energy – Πλημμέλεια της διαδικασίας επιλογής – Παράλειψη διοργανώσεως γραπτής δοκιμασίας – Ακύρωση μεταγενέστερων πράξεων που αφορούν και είναι ευνοϊκές για τρίτους – Ακύρωση πίνακα επιτυχόντων και επιπτώσεις στην πρόσληψη προσώπων από τον πίνακα επιτυχόντων – Αναλογικότητα – Στάθμιση συμφερόντων – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»






I.      Εισαγωγή

1.        Η Ευρωπαϊκή Κοινή Επιχείρηση για τον ITER και την Ανάπτυξη της Πυρηνικής Σύντηξης (στο εξής: «F4E» ή «αναιρεσείουσα») διοργάνωσε διαδικασία επιλογής για την πρόσληψη συμβασιούχων υπαλλήλων. Ο οδηγός προς τους υποψηφίους που επισυνάπτεται στην ανακοίνωση κενής θέσεως προέβλεπε τη διεξαγωγή τόσο προφορικής όσο και γραπτής δοκιμασίας. Η F4E διοργάνωσε μόνον προφορική δοκιμασία. Μετά τη διεξαγωγή της προφορικής δοκιμασίας, η F4E επέλεξε τους επιτυχόντες που ενεγράφησαν σε πίνακες επιτυχόντων και, εν συνεχεία, προσέλαβε δύο επιτυχόντες από αυτούς που περιλαμβάνονταν στους εν λόγω πίνακες.

2.        Ο Υosu Galocha έλαβε μέρος σε αυτή τη διαδικασία επιλογής. Το όνομά του όμως δεν συμπεριλήφθηκε στους πίνακες επιτυχόντων. Προσέφυγε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της F4E με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής επιλογής περί μη εγγραφής του ονόματός του. Το Γενικό Δικαστήριο δεν ακύρωσε μόνον την απόφαση αυτή, αλλά και τους πίνακες επιτυχόντων στο σύνολό τους, καθώς επίσης και τις αποφάσεις για τον διορισμό επιτυχόντων περιλαμβανομένων στους πίνακες αυτούς.

3.        Η F4E άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθώς ακύρωσε πράξεις που ήταν ευνοϊκές για τρίτους, ήτοι τους πίνακες επιτυχόντων και τις αποφάσεις προσλήψεων.

4.        Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον η στάθμιση των συμφερόντων που επιτεύχθηκε με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ήταν δικαιολογημένη βάσει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως. Γενικότερα, υπό ποιες προϋποθέσεις μια πλημμέλεια στη διαδικασία επιλογής μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακύρωση όλων των μεταγενέστερων πράξεων που απορρέουν από την εν λόγω διαδικασία επιλογής, συμπεριλαμβανομένων πράξεων που είναι ευνοϊκές για τρίτους, όπως οι πίνακες επιτυχόντων, οι αποφάσεις ατομικών προσλήψεων ή οι συμβάσεις εργασίας;

II.    Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

1.      Ιστορικό της διαφοράς

5.        Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (2), μπορεί να συνοψισθούν ως ακολούθως.

6.        Η F4E συνιστά κοινή επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 45 της Συνθήκης Ευρατόμ. Ιδρύθηκε με την απόφαση 2007/198/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Μαρτίου 2007 (3). Ο Y. Galocha εργαζόταν από τις 23 Απριλίου 2014 στα γραφεία της F4E στη Βαρκελώνη (Ισπανία) ως προσωρινώς απασχολούμενος. Ακολούθως, από τις 5 Μαΐου 2015 παρέμεινε εκεί ως εξωτερικός συνεργάτης δυνάμει συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ της F4E και μιας άλλης επιχειρήσεως. Και η σύμβαση αυτή έληξε τον Φεβρουάριο του 2016.

7.        Στις 5 Φεβρουαρίου 2015, η F4E δημοσίευσε στον ιστότοπό της ανακοίνωση κενής θέσεως (F4E/CA/ST/FGIV/2015/001) για την κατάρτιση δύο πινάκων επιτυχόντων. Σκοπός ήταν η πρόσληψη αναπληρωτών επίσημου ελεγκτή δαπανών, συγκεκριμένα με έναν πίνακα τεσσάρων επιτυχόντων για τα γραφεία της στη Βαρκελώνη και έναν επίσης τεσσάρων επιτυχόντων για τα γραφεία της στο Cadarache (Γαλλία). Οι επιτυχόντες θα προσλαμβάνονταν ως συμβασιούχοι υπάλληλοι με σύμβαση βραχείας διαρκείας βάσει του άρθρου 3α του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ), για μη ανανεώσιμη περίοδο τριών ετών κατ’ ανώτατο όριο.

8.        Για συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικές με τη διαδικασία επιλογής των συμβασιούχων υπαλλήλων, το σημείο 3 της επίμαχης προκηρύξεως κενής θέσεως παρέπεμπε σε «Οδηγό προς τους υποψηφίους». Ο οδηγός αυτός, καθώς και το ΚΛΠ, ήταν αναρτημένα στον ιστότοπο της F4E.

9.        Το σημείο 5 του οδηγού προς τους υποψηφίους έφερε τον τίτλο «Επισκόπηση της διαδικασίας επιλογής». Προέβλεπε τη σύσταση επιτροπής επιλογής. Κατά το τρίτο εδάφιο του επιγραφόμενου «Αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων» τμήματος 1 του σημείου 5 του οδηγού προς τους υποψηφίους, οι επιλέξιμοι υποψήφιοι με τα πλέον ενδεδειγμένα προσόντα θα καλούνταν να συμμετάσχουν σε προφορική και σε γραπτή δοκιμασία. Το πέμπτο εδάφιο προέβλεπε ότι περαιτέρω πληροφορίες για την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της προφορικής και της γραπτής δοκιμασίας θα περιλαμβάνονταν στις προσκλήσεις που θα αποστέλλονταν στους επιλέξιμους υποψηφίους. Τέλος, κατά το έκτο εδάφιο, οι υποψήφιοι, αναλόγως του αριθμού τους, θα καλούνταν να συμμετάσχουν στην προφορική και τη γραπτή δοκιμασία είτε εντός της ίδιας ημέρας είτε εντός διαστήματος περισσότερων συναπτών ημερών.

10.      Το επιγραφόμενο «Επιλογή» τμήμα 2 του σημείου 5 του οδηγού προς τους υποψηφίους περιλάμβανε διαδοχικώς τα υποτμήματα «Προφορική δοκιμασία», «Γραπτή δοκιμασία» και «Διαδικαστικές πτυχές των δοκιμασιών».

11.      Στο τιτλοφορούμενο «Προφορική δοκιμασία» υποτμήμα, διευκρινιζόταν ότι στόχος της εν λόγω δοκιμασίας θα ήταν να βοηθηθούν τα μέλη της επιτροπής επιλογής όσον αφορά την αξιολόγηση της γενικής παρουσιάσεως και των κινήτρων του ενδιαφέροντος του υποψηφίου, της ικανότητάς του να διεκπεραιώνει τα καθήκοντα που περιγράφονταν στο επιγραφόμενο «Αρμοδιότητες» σημείο της επίμαχης προκηρύξεως, των εξειδικευμένων γνώσεών του στον οικείο τομέα, της ικανότητάς του να εκφράζεται στις γλώσσες εργασίας της F4E και της ικανότητας προσαρμογής του σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον.

12.      Στο τιτλοφορούμενο «Γραπτή δοκιμασία» υποτμήμα, προβλεπόταν ότι, κατά την εν λόγω δοκιμασία, θα λαμβάνονταν υπόψη οι ειδικές ικανότητες που συνδέονται με την κενή θέση για την οποία κινήθηκε η διαδικασία επιλογής, η ποιότητα της γραπτής εκφράσεως και η παρουσίαση του υποψηφίου, καθώς και οι γενικές ικανότητες και οι γλωσσικές δεξιότητές του, στο μέτρο κατά το οποίο θα ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

13.      Στο δεύτερο εδάφιο του τιτλοφορούμενου «Διαδικαστικές πτυχές των δοκιμασιών» υποτμήματος, διευκρινιζόταν ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων θα ολοκληρωνόταν μόνον κατόπιν της συμμετοχής καθενός εξ αυτών τόσο στην προφορική όσο και στη γραπτή δοκιμασία και ότι η εν λόγω αξιολόγηση θα βασιζόταν στο αποτέλεσμα αμφοτέρων των δοκιμασιών.

14.      Στις 26 Φεβρουαρίου 2015, ο Υ. Galocha υπέβαλε υποψηφιότητα για την πλήρωση της κενής θέσεως. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Απριλίου 2015, η διοικητική μονάδα ανθρωπίνων πόρων της F4E τον κάλεσε σε συνέντευξη. Με επιστολή συνημμένη στο εν λόγω μήνυμα, πληροφορήθηκε ότι η συνέντευξη θα διαρκούσε, κατά προσέγγιση, 45 λεπτά και ότι θα διεξαγόταν κυρίως στην αγγλική γλώσσα. Σκοπός της συνεντεύξεως ήταν η αξιολόγηση της γενικής παρουσιάσεως και των κινήτρων του ενδιαφέροντός του, της ικανότητάς του να διεκπεραιώνει τα καθήκοντα που περιγράφονταν στο επιγραφόμενο «Αρμοδιότητες» σημείο της επίμαχης προκηρύξεως κενής θέσεως, των εξειδικευμένων γνώσεών του στον οικείο τομέα, της ικανότητάς του να εκφράζεται στις γλώσσες εργασίας της F4E και της ικανότητας προσαρμογής του σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Η επιστολή δεν περιείχε καμία αναφορά σε γραπτή δοκιμασία.

15.      Στις 11 Μαΐου 2015 ο Υ. Galocha έλαβε μέρος στην προφορική δοκιμασία. Πρόσκληση σε γραπτή δοκιμασία δεν εστάλη ούτε σε αυτόν ούτε στους λοιπούς υποψηφίους.

16.      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 4ης Ιουνίου 2015, ο προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας ανθρωπίνων πόρων της F4E τον ενημέρωσε, εξ ονόματος της επιτροπής επιλογής, ότι, αφού έλαβε υπόψη την προφορική και τη γραπτή δοκιμασία στις οποίες είχε συμμετάσχει, η επιτροπή επιλογής αποφάσισε να μην εγγράψει το όνομά του στους πίνακες επιτυχόντων.

17.      Ο Υ. Galocha υπέβαλε αυθημερόν ενώπιον της επιτροπής επιλογής αίτηση επανεξετάσεως της εν λόγω αποφάσεως. Επισήμανε ότι δεν είχε διοργανωθεί γραπτή δοκιμασία. Ζήτησε δε να ακυρωθούν τα αποτελέσματα της επιλογής που πραγματοποιήθηκε βάσει μόνον της προφορικής δοκιμασίας και να διοργανωθεί η γραπτή δοκιμασία προτού λάβει οριστική απόφαση η επιτροπή επιλογής. Την ίδια επίσης ημέρα ο Υ. Galocha υπέβαλε ενώπιον της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής, ήτοι του Διευθυντή της F4E, διοικητική ένσταση με ανάλογη διατύπωση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ).

18.      Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιουλίου 2015, η επιτροπή επιλογής απέρριψε την αίτηση για επανεξέταση.

19.      Οι πίνακες επιτυχόντων που καταρτίστηκαν βάσει των αποτελεσμάτων της επίμαχης διαδικασίας επιλογής περιλαμβάνουν έκαστος τα ονόματα τεσσάρων επιτυχόντων. Ο Υ. Galocha δεν περιλαμβανόταν σε αυτούς. Στις 25 Ιουνίου 2015, ένας από τους περιλαμβανόμενους στους εν λόγω πίνακες επιτυχόντες έλαβε προσφορά θέσεως εργασίας από την F4E και ανέλαβε καθήκοντα την 1η Αυγούστου 2015 στο Cadarache. Στις 10 Ιουλίου 2015, ένας ακόμη από τους επιτυχόντες αυτούς έλαβε προσφορά θέσεως εργασίας από την F4E και ανέλαβε καθήκοντα την 1η Νοεμβρίου 2015 στο Cadarache.

20.      Στις 18 Αυγούστου 2015 ο Υ. Galocha άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Αυγούστου 2016. Με την προσφυγή προέβαλε πλημμέλεια της διαδικασίας επιλογής. Ο Υ. Galocha ζήτησε την ακύρωση της διαδικασίας επιλογής, των πινάκων επιτυχόντων και των αποφάσεων προσλήψεως επιτυχόντων που περιλαμβάνονταν στους εν λόγω πίνακες. Ζήτησε επίσης τη διοργάνωση νέας διαδικασίας επιλογής που να περιλαμβάνει και γραπτή δοκιμασία.

21.      Η F4E αντέτεινε ότι η αναφορά σε γραπτή δοκιμασία οφειλόταν σε ακούσιο διοικητικό σφάλμα. Δεδομένου ότι επρόκειτο για θέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες κάλυπταν επείγουσες ανάγκες, ουδέποτε είχε την πρόθεση να διοργανώσει μια τέτοια δοκιμή. Εξάλλου, κανένας από τους υποψηφίους δεν έλαβε μέρος σε γραπτή δοκιμασία, οπότε δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

2.      Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

22.      Με την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (4), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς προβάλλει ο Y. Galocha πλημμέλεια της επίμαχης διαδικασίας επιλογής. Είναι σαφές ότι, λαμβανομένου υπόψη του δεσμευτικού χαρακτήρα της επίμαχης προκηρύξεως κενής θέσεως, η διοργάνωση γραπτής δοκιμασίας είναι υποχρεωτική. Ως συνέπεια της πλημμέλειας αυτής, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της επιτροπής επιλογής περί μη εγγραφής του ονόματος του Y. Galocha στους πίνακες επιτυχόντων (5).

23.      Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε επίσης τα αιτήματα τα οποία αφορούν τον προβαλλόμενο παράνομο χαρακτήρα των πινάκων επιτυχόντων και των αποφάσεων προσλήψεως επιτυχόντων που περιλαμβάνονταν στους εν λόγω πίνακες (6). Υπενθύμισε συναφώς τη νομολογία του (7), σύμφωνα με την οποίαν η ακύρωση μεταγενέστερων πράξεων που αφορούν τρίτους και είναι ευνοϊκές για αυτούς διατάσσεται μόνον εάν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως της διαπραχθείσας παρανομίας, των συμφερόντων των τρίτων και του συμφέροντος της υπηρεσίας, δεν συνιστά υπέρμετρη κύρωση. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος των τρίτων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, η οποία μπορεί να σχετίζεται με την εγγραφή του ονόματος ενός υποψηφίου στον πίνακα επιτυχόντων και με τον διορισμό του στην προς πλήρωση θέση.

24.      Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιτυχόντες υποψήφιοι των οποίων τα ονόματα περιέχονταν στους πίνακες, περιλαμβανομένων και εκείνων οι οποίοι έλαβαν προσφορά θέσεως από την F4E, δεν μπορούσαν να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Εξάλλου, δεδομένης της φύσεως της πλημμέλειας, η ακύρωση των πινάκων επιτυχόντων και των αποφάσεων προσλήψεως επιτυχόντων περιλαμβανόμενων στους εν λόγω πίνακες δεν συνιστούσε υπέρμετρη κύρωση υπό το πρίσμα του συμφέροντος της υπηρεσίας (8).

25.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή και καταδίκασε την F4E, ως ηττηθέντα διάδικο, στα δικαστικά έξοδα (9).

26.      Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η F4E, ως αναιρεσείουσα, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει το κεφάλαιο της αποφάσεως που ακυρώνει τους επίμαχους πίνακες επιτυχόντων και τις αποφάσεις περί προσλήψεως των επιτυχόντων. Η αναιρεσείουσα ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει τον Υ. Galocha στα δικαστικά έξοδα.

27.      Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο, ο οποίος υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.

28.      Πρώτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ακύρωση των αποτελεσμάτων της διαδικασίας επιλογής όσον αφορά τους τρίτους συνιστά υπέρμετρη κύρωση σε σχέση με την επίμαχη παρανομία.

29.      Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, κατά την εκτίμηση των συνεπειών της διαπραχθείσας από την αναιρεσείουσα παρανομίας, δεν έλαβε υπόψη τη φύση της παρανομίας αυτής. Η πλημμέλεια της διοικήσεως δεν απέκλεισε κανέναν από τη διαδικασία επιλογής και επηρέασε όλους τους υποψηφίους κατά τον ίδιο τρόπο. Η απουσία γραπτής δοκιμασίας δεν είχε καμία επίπτωση στις ουσιαστικές απαιτήσεις, αλλά μόνο στον τρόπο αξιολογήσεως των απαιτήσεων αυτών (αποκλειστικά βάσει προφορικής δοκιμασίας). Συνεπώς, η διοίκηση απλώς υπέπεσε σε διαδικαστική πλημμέλεια, η οποία δεν δικαιολογεί την ακύρωση μεταγενέστερων αποφάσεων που θίγουν τρίτους.

30.      Τρίτον, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε ορθή στάθμιση των συμφερόντων του Υ. Galocha, των τρίτων και της υπηρεσίας. Κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ασκεί καμία επιρροή στα συμφέροντα και τη νομική κατάσταση του Υ. Galocha, καθόσον ο τελευταίος δεν υπέβαλε αίτημα αποζημιώσεως και το Γενικό Δικαστήριο δεν διέταξε την F4E να επαναλάβει τη διαδικασία επιλογής και να διοργανώσει γραπτή δοκιμασία. Αντιθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επηρεάζει αρνητικά τους επιτυχόντες: λόγω της αποφάσεως αυτής, οι επιτυχόντες θα διαγραφούν από τους εν λόγω πίνακες και/ή ενδέχεται να λυθούν οι συμβάσεις εργασίας τους.

31.      Ο Υ. Galocha δεν κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως.

III. Ανάλυση

32.      Οι παρούσες προτάσεις είναι διαρθρωμένες ως ακολούθως. Θα εκθέσω, καταρχάς, τα ευρύτερα ζητήματα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ζητήματα εγγενή στην εξέταση προσφυγής με αίτημα την ακύρωση των αποτελεσμάτων διαδικασίας επιλογής που πάσχει πλημμέλεια: μέχρι ποιου σημείου πρέπει, καταρχήν, να εκτείνεται αυτή η πλημμέλεια; (A). Δεύτερον, θα εκθέσω τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία διεξάγεται η διαδικασία λήψεως αποφάσεως για το κατά πόσον πρέπει να ακυρώνονται (λόγω της προγενέστερης πλημμέλειας) ή να διατηρούνται (παρά την εν λόγω πλημμέλεια) ευνοϊκές για τρίτους αποφάσεις, όπως οι αποφάσεις για την εγγραφή επιτυχόντων υποψηφίων σε πίνακα επιτυχόντων ή για την πρόσληψή τους (Β). Τρίτον, θα εφαρμόσω τα κριτήρια αυτά στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι αποφάσεις για τον διορισμό δύο επιτυχόντων δεν έπρεπε να ακυρωθούν (Γ).

1.      Γενική προσέγγιση: «καρπός του δηλητηριασμένου δέντρου» ή «στάθμιση κάθε κλαδιού»;

33.      Οι διαδικασίες επιλογής για τους οργανισμούς και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης είναι συνήθως πολύπλοκες διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες στοχεύουν στη δημιουργία μιας κατάλληλης δεξαμενής προσώπων που διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα. Οι διαδικασίες αυτές αποτελούνται από πολλά διαφορετικά στάδια, καθένα από τα οποία έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση διαφόρων (διοικητικών) πράξεων που μπορεί να είναι είτε γενικού χαρακτήρα (σχετικές με την ευρύτερη οργάνωση της διαδικασίας, όπως, παραδείγματος χάριν, οι προκηρύξεις κενών θέσεων, οι κανόνες για τους υποψηφίους ή οι πράξεις καθορισμού των κριτηρίων επιλογής) είτε ατομικού χαρακτήρα (όπως οι αποφάσεις για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων, οι πράξεις για την απόρριψη υποψηφιότητας ή οι αποφάσεις για διορισμό επιτυχόντων προς κάλυψη των κενών θέσεων).

34.      Η αλληλεπίδραση των διαφόρων αυτών πράξεων είναι ιδιαιτέρως στενή. Αυτό ασκεί επιρροή στην έκταση του δικαστικού ελέγχου των εν λόγω πράξεων δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ. Κατά πάγια νομολογία, μπορούν να προσβληθούν απευθείας μόνον εκείνες οι πράξεις που θίγουν τα συμφέροντα του υποψηφίου, μεταβάλλοντας, κατά τρόπο αισθητό, τη νομική του κατάσταση. Αντιθέτως, προπαρασκευαστικές πράξεις οι οποίες αποτελούν μέρος της συνολικής διαδικασίας επιλογής, μπορούν να αμφισβητηθούν μόνον εμμέσως με προσφυγή στρεφόμενη κατά της αποφάσεως που ελήφθη κατά το πέρας αυτής της διαδικασίας (10).

35.      Στο πλαίσιο των διαδικασιών επιλογής, στην πορεία των οποίων εκδίδονται αρκετές πράξεις και αποφάσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως προπαρασκευαστικές των οριστικών αποφάσεων επιλογής, το κύρος των αποτελεσμάτων των εν λόγω διαδικασιών προσβάλλεται αναπόφευκτα λόγω προγενέστερων πλημμελειών. Αν η υφιστάμενη πλημμέλεια δεν μπορεί να θεραπευθεί άμεσα ή απλώς δεν μπορεί να ασκήσει αποφασιστική επιρροή σε μεταγενέστερα στάδια (11), τίθεται το ερώτημα ποιες επιπτώσεις πρέπει να έχει μια πλημμέλεια κατά τη διαδικασία επιλογής («το προπατορικό αμάρτημα») σε μεταγενέστερες αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο ή μετά την ολοκλήρωση μιας συγκεκριμένης διαδικασίας επιλογής, όπως είναι οι ατομικές αποφάσεις για την πρόσληψη επιτυχόντων ή ακόμη και για τη μεταγενέστερη προαγωγή τους.

36.      Σε γενικές γραμμές, δύο είναι οι πιθανές προσεγγίσεις.

37.      Πρώτον, υπάρχει η προσέγγιση της θεωρίας των «καρπών του δηλητηριασμένου δέντρου» (12). Ο κορμός του δέντρου, ήτοι η βασική διαδικασία επιλογής, έχει μολυνθεί. Το ίδιο θα ισχύει και για όλα τα κλαδιά και τους καρπούς του. Συνεπώς, πρέπει να κοπούν όλα τα κλαδιά αυτού του δέντρου: όχι μόνον οι (αρνητικές) αποφάσεις περί μη εγγραφής υποψηφίων σε πίνακες επιτυχόντων ή περί μη προσλήψεώς τους, αλλά και οι (θετικές) αποφάσεις, δηλαδή εκείνες που αφορούν την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων ο οποίος θα περιλαμβάνει συγκεκριμένα άτομα ή την πρόσληψη προσώπων από τον πίνακα αυτόν.

38.      Δεύτερον, υπάρχει η προσέγγιση της «χωριστής αξιολογήσεως κάθε κλαδιού». Κατά την άποψη αυτή, η μόλυνση του κορμού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι πρέπει να κοπεί ολόκληρο το δέντρο. Αντιθέτως, απαιτείται η διενέργεια μιας προσεκτικής στάθμισης των δεδομένων: τι είδους μόλυνση υπάρχει στον κορμό και ποια είναι η έκτασή της (πόσο σοβαρή είναι η πλημμέλεια); Ποιος βρίσκεται σε κάθε κλαδί του δέντρου (ο οποίος μπορεί ενδεχομένως να επηρεαστεί από την ακύρωση και με ποιον τρόπο); Είτε σιωπηρώς είτε ρητώς, ακόμη και κορμοί με ελαφριά μόλυνση είναι δυνατόν να αποκτήσουν γερά κλαδιά. Επιπλέον, με την πάροδο του χρόνου, το δέντρο μπορεί να θεραπευθεί.

39.      Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι παρά την περιστασιακή ρητορική περί αποζημιώσεως και την ανάγκη αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων των θιγόμενων υποψηφίων, καθώς και το γεγονός ότι οι εν λόγω θιγόμενοι υποψήφιοι συνήθως ζητούν, ως μέσο ένδικης προστασίας, την ακύρωση (του συνόλου) των αποφάσεων της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, τα Δικαστήρια της Ένωσης ακολουθούν πάντοτε τη δεύτερη γενική προσέγγιση (13). Κατά πάγια νομολογία, οσάκις διαπιστώνεται πλημμέλεια στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού, τα δικαιώματα του προσφεύγοντος προστατεύονται επαρκώς αν η εξεταστική επιτροπή και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επανεξετάσουν τις αποφάσεις τους και αναζητήσουν μια δίκαιη λύση για την περίπτωσή του, χωρίς να χρειάζεται να τεθεί υπό αμφισβήτηση το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στο σύνολό του ή να ακυρωθούν οι διορισμοί που έλαβαν χώρα κατόπιν αυτού (14). Η ακύρωση όλων των αποτελεσμάτων ενός διαγωνισμού συνιστά καταρχήν υπέρμετρη κύρωση για τη διαπραχθείσα πλημμέλεια (15). Εν πάση περιπτώσει, τα Δικαστήρια της Ένωσης έχουν δεχθεί ότι, όταν η πράξη που πρόκειται να ακυρωθεί ωφελεί τρίτους (πράγμα που συμβαίνει με τις αποφάσεις προαγωγής ενός προσώπου, με την εγγραφή σε πίνακα επιτυχόντων και με τις αποφάσεις διορισμού υποψηφίου), ο δικαστής οφείλει να εξακριβώσει προηγουμένως εάν η ακύρωση συνιστά δυσανάλογη κύρωση σε σχέση με τη διαπιστωθείσα πλημμέλεια (16).

2.      Τα κριτήρια

40.      Δεν τίθεται, συνεπώς, θέμα «αυτόματης ακυρώσεως» που να απαιτεί την αυτόματη ανατροπή όλων των συνεπειών μιας πλημμελούς διαδικασίας επιλογής. Αντιθέτως, τα διάφορα συμφέροντα που διακυβεύονται (1) πρέπει να σταθμίζονται στο συγκεκριμένο πλαίσιο λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων της συγκεκριμένης περιπτώσεως (2), για την εξεύρεση δίκαιης λύσης σε σχέση με το συγκεκριμένο μέσο ένδικης προστασίας/δέσμη ενδίκων μέσων που ασκούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (3).

1.      Τα συμφέροντα

41.      Δεν είναι δύσκολο να προσδιοριστούν τα ατομικά συμφέροντα που διακυβεύονται. Σε αυτά περιλαμβάνονται κατά κανόνα τα συμφέροντα των υποψηφίων των οποίων τα δικαιώματα εθίγησαν (ως επί το πλείστον, των απορριφθέντων υποψηφίων), τα συμφέροντα τρίτων (ως επί το πλείστον, των επιτυχόντων υποψηφίων), τα συμφέροντα της υπηρεσίας και το γενικό «συμφέρον» για νομιμότητα (17).

42.      Στο πλαίσιο διαφόρων περιπτώσεων, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τα συμφέροντα κάθε «συγκεκριμένου» μέρους. Έχει επισημάνει την «ανάγκη συμβιβασμού των συμφερόντων των υποψηφίων που τίθενται σε μειονεκτική θέση λόγω της πλημμέλειας ενός διαγωνισμού και των συμφερόντων των λοιπών υποψηφίων. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο την ανάγκη αποκαταστάσεως των θιγόμενων υποψηφίων στα δικαιώματά τους, αλλά και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ήδη επιλεγέντων υποψηφίων» (18).

43.      Το ακριβές περιεχόμενο κάθε ατομικού συμφέροντος είναι μάλλον προφανές. Τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν επιδιώκεται να προσδιοριστεί το συμφέρον της υπηρεσίας και το συμφέρον για νομιμότητα.

44.      Ενίοτε, τα Δικαστήρια της Ένωσης εκτιμούν ότι η τήρηση της νομιμότητας εμπίπτει στα συμφέροντα της υπηρεσίας (19). Παράλληλα όμως γίνεται δεκτό ότι, εκτός από την τήρηση της νομιμότητας, τα συμφέροντα της υπηρεσίας περιλαμβάνουν και «τις συνέπειες που έχει για τον προϋπολογισμό η μη ακύρωση παράνομων αποφάσεων […], τις ενδεχόμενες δυσχέρειες εκτέλεσης της τελεσίδικης απόφασης, τα ενδεχόμενα προβλήματα στην αδιάλειπτη λειτουργία της υπηρεσίας και τους κινδύνους χειροτέρευσης του κοινωνικού κλίματος εντός του θεσμικού οργάνου» (20).

45.      Συνεπώς, όσο ελκυστική και αν είναι η ιδέα ενός ανιδιοτελούς ενδιαφέροντος των θεσμικών οργάνων για την τήρηση της νομιμότητας, η πραγματικότητα έρχεται συχνά και μας διαψεύδει. Δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα θεσμικό όργανο ή ένας οργανισμός αποτελούμενος από ανθρώπους να θεωρήσει ότι είναι «προς το συμφέρον της υπηρεσίας» η συνέχιση της διαδικασίας, παρά την ύπαρξη παρανομίας, παραδείγματος χάριν, για λόγους συνέχειας και ορθής λειτουργίας της διοίκησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Με άλλα λόγια, παρόλο που το αντικειμενικό συμφέρον της υπηρεσίας μπορεί πράγματι να διασφαλίζεται με τη συμμόρφωση, γενικά, της διοικητικής πράξεως προς τον νόμο, εντούτοις, το υποκειμενικό συμφέρον σε συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να επιβάλει την επικύρωση του αποτελέσματος μιας διαδικασίας επιλογής και τη διατήρηση των διορισμών παρά τη διαπραχθείσα παρανομία.

46.      Βεβαίως, είναι πιθανόν και οι ίδιοι οι υποψήφιοι να συμμερίζονται την άποψη ότι το συμφέρον του θεσμικού οργάνου είναι να ενεργεί νομίμως και, συνεπώς, να σέβεται τους κανόνες (του παιχνιδιού επιλογής) (21). Για τον λόγο αυτό, και δεδομένου του ότι η φύση της παρανομίας μπορεί να επηρεάζει την αυστηρότητα της «κυρώσεως» επί των αποτελεσμάτων ενός διαγωνισμού, πρέπει μάλλον να αναγνωριστεί ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των «συμφερόντων της υπηρεσίας» και του «γενικού συμφέροντος για νομιμότητα». Οι δύο αυτές έννοιες θα ήταν καλύτερα να εξεταστούν χωριστά.

2.      Οι παράγοντες

1)      Είδος διαδικασίας επιλογής

47.      Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των γενικών διαγωνισμών και, αφετέρου, των εσωτερικών διαγωνισμών και προαγωγών. Όταν ακυρώνεται κάποιο στάδιο της διαδικασίας επιλογής στο πλαίσιο γενικού διαγωνισμού, τα δικαιώματα των αποτυχόντων υποψηφίων θεωρείται ότι προστατεύονται επαρκώς αν η εξεταστική επιτροπή και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επανεξετάσουν τις αποφάσεις τους και αναζητήσουν μια δίκαιη λύση για την περίπτωσή τους, χωρίς να πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στο σύνολό του ή να ακυρωθούν οι διορισμοί που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν αυτού, ανεξάρτητα από τη φύση της πλημμέλειας και τον βαθμό στον οποίον επηρεάζονται τα αποτελέσματα του διαγωνισμού. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για εσωτερικούς διαγωνισμούς και προαγωγές, ο δικαστής προβαίνει σε εξέταση κατά περίπτωση, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνει υπόψη τη φύση της πλημμέλειας (22).

48.      Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή η περιστασιακή διαφοροποίηση θέτει τυπικούς κανόνες όσον αφορά την προσέγγιση. Θα προτιμούσα να θεωρήσω αυτή την περιστασιακή διαφορά στην προσέγγιση ως αντιπροσωπευτικό δείκτη μιας διαφορετικής μεταβλητής: το μέγεθος και το είδος της συγκεκριμένης διαδικασίας επιλογής ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη γνώση που αναμένεται από έναν ευλόγως ενημερωμένο υποψήφιο. Δύο στοιχεία πρέπει να επισημανθούν: πρώτον, η γνώση όλων των κανόνων και της διαδικασίας που εφαρμόζονται στη διαδικασία επιλογής και, δεύτερον, η γνώση του γεγονότος ότι ένας ή περισσότεροι από τους κανόνες αυτούς παραβιάστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

49.      Στην περίπτωση των γενικών διαγωνισμών με εκατοντάδες ή και δεκάδες χιλιάδες «ανώνυμους» υποψηφίους, μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι οι υποψήφιοι αυτοί πρέπει να έχουν βασική γνώση της διαδικασίας επιλογής. Είναι όμως απίθανο (και μάλλον μη ρεαλιστικό) να αναμένεται από αυτούς να έχουν πλήρη γνώση της πολυπλοκότητας του υπαλληλικού δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των υποψηφίων, της ανωνυμίας τους και της ανισότητας όσον αφορά την πληροφόρηση των εν λόγω υποψηφίων και της διοικήσεως, είναι μάλλον απίθανο οι υποψήφιοι αυτοί να είναι σε θέση να εντοπίσουν την ύπαρξη μιας δυνητικής πλημμέλειας.

50.      Αντιθέτως, όσο πιο μικρός και περιορισμένος είναι ο διαγωνισμός τόσο πιο εύλογα αναμένεται να έχουν οι υποψήφιοι ευρύτερη γνώση και πληροφόρηση. Μπορεί να υποτεθεί ότι «εσωτερικοί υποψήφιοι», όπως, για παράδειγμα, πέντε υποψήφιοι σε εσωτερικό διαγωνισμό, γνωρίζουν πράγματι τους ισχύοντες κανόνες με περισσότερες λεπτομέρειες και/ή ενδέχεται να έχουν ενημερωθεί σχετικά με κάποια δυνητική πλημμέλεια στη διαδικασία.

2)      Φύση της πλημμέλειας

51.      Σημαντικό κριτήριο συνιστά η φύση και η σοβαρότητα της διαπραχθείσας παρανομίας. Κατά την εξέταση διαδικασιών προαγωγής, τα Δικαστήρια της Ένωσης λαμβάνουν υπόψη τη φύση της πλημμέλειας. Αν η διαπιστωθείσα πλημμέλεια είναι απλώς διαδικαστικό ελάττωμα, το οποίο επηρεάζει μόνον την κατάσταση ενός υπαλλήλου, ο δικαστής της Ένωσης δέχεται εξαρχής ότι η πλημμέλεια αυτή δεν δικαιολογεί την ακύρωση αποφάσεων προαγωγής, διότι μια τέτοια ακύρωση θα συνιστούσε υπέρμετρη κύρωση. Αντίθετα, αν πρόκειται για ουσιώδη πλημμέλεια, όπως ένα νομικό σφάλμα που καθιστά συνολικά πλημμελή τη συγκριτική εξέταση των προσόντων, ο δικαστής της Ένωσης προβαίνει σε στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (23).

52.      Είμαι της γνώμης ότι τα κριτήρια αυτά δεν πρέπει να περιορίζονται μόνο στην περίπτωση των προαγωγών, αλλά να εφαρμόζονται γενικότερα σε κάθε είδος διαδικασίας επιλογής, όταν εξετάζονται οι συνέπειες τις οποίες επιφέρουν προγενέστερες πλημμέλειες σε ευνοϊκές για τρίτους αποφάσεις.

53.      Βεβαίως, δεν μπορεί να υπάρξει συναφώς εξαντλητική ταξινόμηση ή κατηγοριοποίηση. Η ζωή παρουσιάζει ανεξάντλητη ποικιλία. Πάντως, ως κανόνα, θα πρότεινα να υπάρχει ένα φάσμα αυστηρότητας.

54.      Στο ένα άκρο του φάσματος βρίσκονται οι ήσσονος σημασίας παρατυπίες. Δεν θα πρέπει να έχουν αυτές καθαυτές αντίκτυπο στο αποτέλεσμα της διαδικασίας επιλογής και πάντως όχι στη λήψη αποφάσεων ευνοϊκών για τους επιτυχόντες υποψηφίους. Στα συναφή με την περίπτωση αυτή παραδείγματα περιλαμβάνονται σφάλματα της διοίκησης κατά τη διαδικασία επιλογής, όπως, παραδείγματος χάριν, σφάλμα σε κάποιο έντυπο ή άλλα διαδικαστικά σφάλματα, τα οποία δεν επηρεάζουν ουσιαστικά το περιεχόμενο της αποφάσεως.

55.      Στο άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονται οι σοβαρές παρατυπίες, οι οποίες έχουν σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα κατά τη στάθμιση των συμφερόντων, στο πλαίσιο του «συμφέροντος» για νομιμότητα, σε σύγκριση ιδίως με τα συμφέροντα των τρίτων. Τουλάχιστον τρία διαφορετικά είδη σοβαρών παρατυπιών μπορούν να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω: η απάτη και η διαφθορά, η προσβολή των βασικών αξιών της Ένωσης ή η συνεχής παράβαση των κανόνων που αφορούν τη διαδικασία επιλογής.

56.      Καταρχάς, οι αποδεδειγμένες περιπτώσεις απάτης ή διαφθοράς στις διαδικασίες επιλογής συνιστούν αρκετά σοβαρό λόγο, ούτως ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση του συνόλου της διαδικασίας επιλογής. Συνεπώς, θα πρέπει να ακυρώνονται και οι ευνοϊκές για τρίτους αποφάσεις. Σε μια τέτοια ακραία εκδοχή, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των τρίτων, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, δύσκολα θα μπορούσε να αποτρέψει την ακύρωση ενός μέτρου που πάσχει από μια τόσο σοβαρή παρατυπία. Για να επιστρέψουμε στην αρχική μεταφορά, ο κορμός του δέντρου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί.

57.      Δεύτερον, η προσβολή των βασικών αξιών της Ένωσης από τη διοίκηση μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ως σοβαρή πλημμέλεια. Τούτο συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση που η διαδικασία επιλογής εισάγει διακρίσεις μεταξύ των υποψηφίων οι οποίες απαγορεύονται βάσει του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως και στην περίπτωση της απάτης, μια τέτοια σοβαρή ανισότητα στη μεταχείριση καθιστά πλημμελή τη διαδικασία επιλογής στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των αποτελεσμάτων της (24).

58.      Τρίτον, υπάρχει η ειδική κατηγορία των «υποτρόπων». Εάν ένα θεσμικό όργανο ή ένας οργανισμός της Ένωσης δεν διοργανώνει νόμιμη διαδικασία επιλογής, παρόλο που το Δικαστήριο έχει εκδώσει αποφάσεις για το ίδιο είδος επιλογής, επιβάλλεται η λήψη αυστηρότερων μέτρων (25). Επιπλέον, η συνεχής παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων μπορεί επίσης να μετατρέψει πλημμέλειες ήσσονος σημασίας σε σοβαρή πλημμέλεια η οποία, υπό ορισμένες περιστάσεις, θα μπορούσε, και πάλι μετά από ορθή στάθμιση των συμφερόντων, να συμπαρασύρει ως πλημμελή όλη τη διαδικασία και τα αποτελέσματά της.

3)      Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιτυχόντων υποψηφίων

59.      Κατά πάγια νομολογία, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δικαιούται να επικαλεστεί κάθε ιδιώτης στον οποίον ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις, ανεξαρτήτως της μορφής υπό την οποία παρέχονται, συνιστούν οι πληροφορίες που είναι σαφείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες (26).

60.      Από το πραγματικό πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαδικασίας επιλογής, ιδίως το είδος, την έκταση και τη φύση της διαπραχθείσας παρανομίας, προκύπτει εν συνεχεία αν είναι δικαιολογημένη ή όχι η εμπιστοσύνη των τρίτων ως προς το αποτέλεσμά της. Συνεπώς, υπάρχει μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ της γνώσεως μιας ενδεχόμενης πλημμέλειας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης: όσο μεγαλύτερη είναι η γνώση τόσο λιγότερο, ή και καθόλου, δικαιολογημένη είναι η εμπιστοσύνη. Η γνώση θα αξιολογηθεί με βάση το κριτήριο του ευλόγως ενημερωμένου υποψηφίου (27): γνώριζε ο εν λόγω υποψήφιος, ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει, ότι η απόφαση ήταν πλημμελής;

61.      Πρώτον, ένας εξωτερικός υποψήφιος είναι λιγότερο πιθανό, σε σχέση με εκείνον που είναι «εσωτερικός», να γνωρίζει όλους τους κανόνες που έχουν εφαρμογή σε μια διαδικασία επιλογής και, ως εκ τούτου, την πιθανή ύπαρξη πλημμέλειας (28). Συνεπώς, είναι περισσότερο βάσιμο το επιχείρημα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από πλευράς του εν λόγω υποψήφιου για τη διατήρηση μιας αποφάσεως, έστω και παράνομης, από την οποίαν αντλεί δικαιώματα.

62.      Δεύτερον, όσο πιο σοβαρή είναι η πλημμέλεια τόσο πιθανότερο είναι ο ευλόγως ενημερωμένος υποψήφιος να γνώριζε ή να έπρεπε να γνωρίζει την πλημμέλεια αυτή (29). Βεβαίως, από αυτή καθαυτήν τη σοβαρότητα της παρανομίας δεν συνάγεται ότι οι υποψήφιοι υποχρεούνταν να γνωρίζουν την παρανομία αυτή. Ωστόσο, αν ένας υποψήφιος έπρεπε κανονικά να είναι σε θέση να αντιληφθεί την εν λόγω πλημμέλεια (30), οι προσδοκίες ενός επιτυχόντος υποψηφίου είναι ελάχιστα, ή και καθόλου, δικαιολογημένες. Κατά μείζονα λόγο, αν ο επιτυχών υποψήφιος επέδειξε κακή πίστη ή συνέβαλε ο ίδιος στην πλημμέλεια, δεν δύναται, βεβαίως, να επικαλεστεί καμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για τη διατήρηση της (παράνομης) αποφάσεως η οποία ήταν ευνοϊκή για αυτόν (31).

63.      Τρίτον, κατά τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης, επιρροή εν προκειμένω ασκεί επίσης η γνώση των επιτυχόντων ότι ενδεχομένως εκκρεμεί προσφυγή κατά ορισμένων αποφάσεων της διαδικασίας επιλογής, μεταξύ των οποίων και αποφάσεων ευνοϊκών για τους εν λόγω επιτυχόντες. Λόγω της γνώσεως αυτής, οι επιτυχόντες δεν μπορούν να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη διατήρηση του ευνοϊκού καθεστώτος τους και τούτο διότι οι αποφάσεις αυτές έχουν προσβληθεί εμπροθέσμως. Πράγματι, οι επιτυχόντες υποψήφιοι που έχουν διοριστεί σε θέση δεν είναι δυνατόν να αγνοούν ότι το καθεστώς απασχόλησής τους θα καθίστατο οριστικό μόνο μετά την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως άλλων υποψηφίων (32).

64.      Βεβαίως, αν από τα πραγματικά περιστατικά συγκεκριμένης υποθέσεως συνάγεται ότι υπήρχε πράγματι τέτοια γνώση, τούτο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο, θα ήμουν ιδιαίτερα επιφυλακτικός στη χρησιμοποίηση του τεκμηρίου αυτής της γνώσης. Στην πράξη, δεν είναι προφανές πώς είναι δυνατόν επιτυχών υποψήφιος, ιδίως σε μεγαλύτερους και γενικούς διαγωνισμούς, να γνωρίζει την ύπαρξη εκκρεμούσας προσφυγής, εάν δεν είναι διάδικος στην εν λόγω διαδικασία και εάν το εν λόγω θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Ένωσης δεν έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον υποψήφιο αυτόν σχετικά με την εν λόγω προσφυγή. Το να άκουσε τυχαία φήμες στους διαδρόμους ότι εκκρεμεί σχετική προσφυγή ακυρώσεως είναι εντελώς διαφορετικό από το να ενημερώθηκε ότι εκκρεμεί προσφυγή, η οποία θα μπορούσε επιπλέον να έχει επιπτώσεις στους επιτυχόντες.

65.      Οι επιτυχόντες δεν θα πρέπει, πάντως, να υφίστανται ανίσχυροι τις (μοιραίες) συνέπειες μιας πιθανής ακυρώσεως αποφάσεων που τους αφορούν, χωρίς τρόπο να τις αντιμετωπίσουν, ιδίως όταν η ακύρωση διατάσσεται έτη μετά την άσκηση της προσφυγής (33). Συνεπώς, ακόμη και αν η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη θα μπορούσε να διατηρείται έως ότου αποδειχθεί ότι οι εν λόγω υποψήφιοι γνώριζαν τα προβλήματα που ανέκυψαν από τη διαδικασία επιλογής.

66.      Εν συνόψει, όλοι οι ανωτέρω παράγοντες και τα κριτήρια πρέπει να σταθμίζονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως. Η παρούσα ενότητα εφιστά την προσοχή σε συγκεκριμένη μηχανική εφαρμογή κατηγορηματικών μάλλον δηλώσεων, όπως ότι «καμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να στηρίζεται σε παρανομία διαπραχθείσα από το θεσμικό όργανο» και/ή ότι «ουδείς θα μπορούσε να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, εφόσον μια απόφαση έχει προσβληθεί εμπροθέσμως». Οι δηλώσεις αυτές, αν και χρησιμοποιούνται συχνά σε τομείς του δικαίου στους οποίους δραστηριοποιούνται επαγγελματίες της διοίκησης επιχειρήσεων, δύσκολα θα μπορούσαν να μεταφερθούν πλήρως σε έναν εντελώς διαφορετικό τομέα του δικαίου. Αντιθέτως, είναι ενδεχομένως απαραίτητη λίγη συμπάθεια και ρεαλισμός, λαμβανομένης επίσης υπόψη της τεράστιας ασυμμετρίας ως προς την πληροφόρηση και την εξουσία που υπάρχει πάντα, ιδίως σε γενικούς διαγωνισμούς, μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των υποψήφιων υπαλλήλων. Τα ανωτέρω σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν ή δεν επικροτούν ενδεχόμενες παρανομίες που έχουν διαπραχθεί από τα θεσμικά όργανα. Από τα προεκτεθέντα μπορεί μάλλον να συναχθεί ότι, αν δεν συντρέχει ένας ασυνήθιστος συνδυασμός πραγματικών περιστατικών, οι επιτυχόντες υποψήφιοι δεν δύναται να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την πλημμέλεια παράλληλα με τη διοίκηση (34).

3.      Μέσα ένδικης προστασίας

67.      Το άρθρο 270 ΣΛΕΕ αποσκοπεί στην αποκατάσταση των προσφευγόντων (αποτυχόντων υποψηφίων) στα δικαιώματά τους σε περίπτωση παρανομίας. Κατά τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης, η αποκατάσταση των αποτυχόντων υποψηφίων στα δικαιώματά τους συνεπάγεται ότι η διοίκηση υιοθετεί μια «δίκαιη λύση» όσον αφορά την υπόθεση (35). Αυτή η δίκαιη λύση μπορεί να εκτείνεται από την ακύρωση των αποφάσεων που αφορούν τους αποτυχόντες υποψηφίους (36) έως την επανάληψη της διαδικασίας για τον θιγέντα υποψήφιο (37). Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η αποζημίωση, η οποία μπορεί να επιδικαστεί αυτεπαγγέλτως (38), αποτελεί το είδος της αποκαταστάσεως που ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο τόσο στα συμφέροντα του προσφεύγοντος όσο και στις απαιτήσεις της υπηρεσίας (39).

68.      Όσον αφορά ιδίως ευνοϊκές για τρίτους αποφάσεις, όπως οι πίνακες επιτυχόντων ή οι διορισμοί, η –εξ ορισμού αναδρομική– ακύρωση των αποφάσεων αυτών φαίνεται δικαίως να συνιστά ultima ratio, η οποία επιβάλλεται όταν δεν υφίσταται κανένα άλλο εμφανώς κατάλληλο διορθωτικό μέτρο για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των θιγόμενων υποψηφίων (40).

69.      Πράγματι, όπως συνοψίστηκε από τον γενικό εισαγγελέα W. Van Gerven στην απόφαση Albani, σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει ανάγκη «εξευρέσεως τρόπου εξισορροπήσεως των συμφερόντων των υποψηφίων που τίθενται σε μειονεκτική θέση λόγω των πλημμελειών ενός διαγωνισμού και των συμφερόντων των λοιπών υποψηφίων. Η ανάγκη επιμελούς διευθετήσεως των διαφόρων υφισταμένων συμφερόντων αποτελεί γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, εν προκειμένω της ευθυδικίας, την οποία θεσπίζει το κοινοτικό δίκαιο. Η αρχή αυτή απαιτεί από το Δικαστήριο όχι μόνο να προσπαθεί, για λόγους ασφαλείας δικαίου, να αποκαθιστά προσηκόντως στα δικαιώματά τους τους θιγόμενους υποψηφίους, αλλά και να λαμβάνει υπόψη του τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ήδη επιλεγέντων ή διορισθέντων υποψηφίων. Τούτο σημαίνει ότι, κατά την αναζήτηση λύσεως στην περίπτωση πλημμελούς διαδικασίας προσλήψεως, το δικαστήριο πρέπει να συγκρίνει δύο είδη ζημίας και να προβεί στη μεταξύ τους στάθμιση: την πραγματική ζημία που υφίστανται οι θιγόμενοι υποψήφιοι και η οποία πρέπει να αποκατασταθεί προσηκόντως, αφενός, και την πιθανή ζημία την οποία θα μπορούσαν να υποστούν οι λοιποί υποψήφιοι ως συνέπεια του σκοπουμένου μέτρου αποκαταστάσεως, αφετέρου» (41).

70.      Είναι ίσως χρήσιμο να σημειωθεί ότι, με την απόφασή του επί της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου η οποία, ακυρώνοντας τους πίνακες επιτυχόντων, δεν περιόρισε τις συνέπειες της ακυρώσεως των μετέπειτα πράξεων της διαδικασίας επιλογής μόνο στην αποκατάσταση των τεσσάρων πρωτοδίκως προσφευγόντων στα δικαιώματά τους (42).

71.      Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε πράγματι να υποστηριχθεί ότι η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων –αποτυχόντων υποψηφίων– συνεπάγεται πάντοτε την ακύρωση των αποφάσεων που αφορούν τους επιτυχόντες, εκτός εάν επαναληφθεί όλη η διαδικασία επιλογής, πράγμα που είναι μάλλον σπάνιο και, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο. Από τα εναλλακτικά μέσα ένδικης προστασίας, η αποζημίωση ή η επανάληψη της διαδικασίας επιλογής μόνο για τους θιγόμενους υποψηφίους, όπου αυτό είναι εφικτό, φαίνεται πράγματι να αποτελούν τα πλέον κατάλληλα μέσα, ούτως ώστε να τιμωρηθεί η (προγενέστερη) παρανομία στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής χωρίς να θιγεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιτυχόντων.

72.      Πάντως, όπως προεκτέθηκε (43), οι τρίτοι δεν πρέπει κατ’ αρχήν να υφίστανται τις συνέπειες μιας προγενέστερης πλημμέλειας την οποία ούτε γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν. Οι τρίτοι ενδέχεται να μην έχουν γνώση των πλημμελειών ή των εκκρεμών προσφυγών κατά της διαδικασίας επιλογής και, κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση να αμυνθούν. Το γεγονός αυτό, το οποίο εξετάστηκε στο πλαίσιο της γνώσεως και της αντίστοιχης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από τους τρίτους, αποκτά μιαν επιπλέον διάσταση στο πλαίσιο των μέσων έννομης προστασίας. Δεδομένου του ότι οι επιτυχόντες υποψήφιοι δεν είναι διάδικοι σε μια τέτοια υπόθεση, δεν είναι δυνατόν να θίγονται τόσο σοβαρά από τα αποτελέσματά της. Αργά ή γρήγορα, θα ανακύψει το ζήτημα του δικαιώματος άμυνας.

3.      Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση

73.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τρία διαφορετικά είδη αποφάσεων που αφορούσαν τα αποτελέσματα της διαδικασίας επιλογής: (i) την απόφαση περί μη εγγραφής του ονόματος του Y. Galocha στους πίνακες επιτυχόντων (στο εξής: αρνητική απόφαση), (ii) την απόφαση για την κατάρτιση των πινάκων επιτυχόντων (στο εξής: πίνακες επιτυχόντων) και (iii) τις αποφάσεις για τον διορισμό επιτυχόντων που περιλαμβάνονταν στους πίνακες επιτυχόντων (στο εξής: αποφάσεις προσλήψεως).

74.      Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί μόνον το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά τους πίνακες επιτυχόντων (ii) και τις αποφάσεις προσλήψεως (iii). Η ακύρωση από το Γενικό Δικαστήριο της συγκεκριμένης αρνητικής αποφάσεως που αφορούσε τον Υ. Galocha (ιδίως ως προς τη μη αναγραφή του ονόματός του στους πίνακες επιτυχόντων) δεν αμφισβητείται. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί επίσης την ύπαρξη της υποκείμενης, προγενέστερης πλημμέλειας, η οποία οφείλεται στο ότι δεν διεξήχθη γραπτή δοκιμασία κατά τη διαδικασία επιλογής.

75.      Συνεπώς, το αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως αφορά αποκλειστικά τα συμπεράσματα που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο από την εν λόγω πλημμέλεια όσον αφορά τους τρίτους, ήτοι τις αποφάσεις (ii) και (iii). Αιτιολογώντας την απόφασή του όσον αφορά τα δύο αυτά μέτρα ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα εξής:

«68.      Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, οι επιτυχόντες των οποίων τα ονόματα περιέχονταν στους πίνακες, περιλαμβανομένων και εκείνων οι οποίοι έλαβαν προσφορά θέσεως εργασίας από την [F4E], δεν μπορούν να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Ειδικότερα, η επίμαχη προκήρυξη κενής θέσεως προέβλεπε τη διεξαγωγή γραπτής δοκιμασίας. Πλην όμως, η κατάρτιση των πινάκων επιτυχόντων και η αποστολή των προσφορών θέσεως εργασίας πραγματοποιήθηκαν χωρίς να έχουν υποβληθεί οι υποψήφιοι αυτοί σε τέτοιου είδους δοκιμασία.

69.      Εξάλλου, δεδομένης της φύσεως της πλημμέλειας, δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι η ακύρωση των πινάκων επιτυχόντων και των αποφάσεων προσλήψεως επιτυχόντων περιλαμβανόμενων στους εν λόγω πίνακες θα συνιστούσε, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος της υπηρεσίας, υπέρμετρη κύρωση. Πράγματι, αφενός, η πλημμέλεια είχε επιπτώσεις στην αξιολόγηση του συνόλου των υποψηφίων, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποκατασταθούν με μέτρα που αφορούν αποκλειστικώς τον προσφεύγοντα. Αφετέρου, η υπό κρίση διαδικασία επιλογής είναι πολύ περιορισμένης εμβέλειας» (44).

76.      Κατά την αναιρεσείουσα, με το να επεκτείνει τις συνέπειες της εν λόγω πλημμέλειας στους επιτυχόντες υποψηφίους –είτε ως προς τους πίνακες επιτυχόντων είτε ως προς τους διορισμούς– το Γενικό Δικαστήριο επέβαλε υπέρμετρη κύρωση στους τρίτους.

77.      Εφαρμόζοντας τα ως άνω κριτήρια στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, συμφωνώ με την αναιρεσείουσα όσον αφορά την ακύρωση των αποφάσεων προσλήψεως (iii), όχι όμως κατ’ ανάγκην όσον αφορά τους πίνακες επιτυχόντων (ii).

78.      Πρώτον, όσον αφορά το είδος της διαδικασίας επιλογής, πρόκειται περί γενικού διαγωνισμού. Δεύτερον, όσον αφορά τη φύση της πλημμέλειας που διαπράχθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής, είναι μάλλον σαφές ότι η παράλειψη διοργανώσεως γραπτής δοκιμασίας, όπως αναφέρεται στον οδηγό προς τους υποψηφίους, αποτελεί παρανομία που διέπραξε η διοίκηση. Κατά πάγια νομολογία, «η ανακοίνωση κενής θέσεως αποτελεί το πλαίσιο νομιμότητας που η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θέτει στον εαυτό της και την οποία οφείλει επομένως να τηρεί σχολαστικά» (45). Συνεπώς, δεδομένου ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως παρέπεμπε στον οδηγό προς τους υποψηφίους, η αναιρεσείουσα όφειλε να έχει διοργανώσει γραπτή δοκιμασία.

79.      Θα ήταν πάντως ιδιαιτέρως παράδοξο αν η πλημμέλεια αυτή χαρακτηριζόταν ως σοβαρή και βαριά. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω της παραλείψεως της διοργανώσεως γραπτής δοκιμασίας, όλοι οι συμμετέχοντες στη διαδικασία επιλογής έτυχαν της ίδιας μεταχειρίσεως (46). Επομένως, η περαιτέρω αιτιολόγηση κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για σοβαρή, ουσιαστική πλημμέλεια η οποία συνεπάγεται άνιση μεταχείριση. Θα προέκυπτε, έτσι, ότι η απουσία γραπτής δοκιμασίας οφειλόταν μάλλον σε αμέλεια της διοικήσεως, η οποία παρέλειψε να ενημερώσει τα σχετικά με τη διαδικασία επιλογής έγγραφα, όπως τον οδηγό προς τους υποψηφίους και τα πρότυπα επιστολών που εστάλησαν στους υποψηφίους (47).

80.      Τρίτον, όσον αφορά την πραγματική ή δυνητική γνώση των επιτυχόντων σε σχέση με την πλημμέλεια που διέπραξε η αναιρεσείουσα, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να γνωρίζουν ότι η διαδικασία επιλογής περιλάμβανε τόσο προφορικές όσο και γραπτές δοκιμασίες, όπως αναφερόταν στον οδηγό προς τους υποψηφίους. Είναι όμως αβέβαιο αν η απουσία γραπτής δοκιμασίας αποτέλεσε κατ’ ανάγκην έκπληξη για τους επιτυχόντες υποψηφίους, όταν αυτοί παρέλαβαν τα αποτελέσματα της διαδικασίας επιλογής. Εξαρτάται από το πώς ένας εύλογα ενημερωμένος υποψήφιος μπορεί να κατανόησε το έκτο εδάφιο του τμήματος 1 του σημείου 5 του οδηγού προς τους υποψηφίους, κατά το οποίο οι επιλέξιμοι υποψήφιοι, αναλόγως του αριθμού τους, θα καλούνταν να συμμετάσχουν στην προφορική και τη γραπτή δοκιμασία είτε εντός της ίδιας ημέρας είτε εντός διαστήματος περισσότερων συναπτών ημερών.

81.      Σε αυτό το πραγματικό πλαίσιο, δεν θα ήταν πράγματι εύλογο να σκεφθούν οι υποψήφιοι ότι η διοίκηση μπορεί να είχε συγχωνεύσει την προφορική με τη γραπτή δοκιμασία, δεδομένου και του ότι η επιστολή με την οποία καλούνταν να συμμετάσχουν στην προφορική δοκιμασία δεν έκανε λόγο για γραπτή δοκιμασία; Ή ότι η διοίκηση είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει στη διοργάνωση γραπτής δοκιμασίας στο πλαίσιο της διαδικασίας, πιθανότατα διότι η προφορική δοκιμασία αρκούσε για την αξιολόγηση της επάρκειας των υποψηφίων ως συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου και, επιπλέον, ίσως επειδή δεν συμμετείχαν πάρα πολλοί υποψήφιοι;

82.      Βάσει των προεκτεθέντων, σε αντίθεση με τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο, δεν βλέπω για ποιον λόγο οι επιτυχόντες υποψήφιοι δεν μπορούν να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη διατήρηση των αποτελεσμάτων των ευνοϊκών γι’ αυτούς αποφάσεων, παρά την (παράνομη) παράλειψη διοργανώσεως γραπτής δοκιμασίας.

83.      Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων και της σταθμίσεως που πρέπει να πραγματοποιείται σε παρόμοιες περιπτώσεις, αμφιβάλλω για το αν μπορώ να συμμεριστώ το δεύτερο επιχείρημα του Γενικού Δικαστηρίου: ότι, δηλαδή, η διαδικασία επιλογής «είναι πολύ περιορισμένης εμβέλειας». Συμφωνώ, βεβαίως, ότι η εμβέλεια, υπό την έννοια του πεδίου εφαρμογής και της φύσεως του διαγωνισμού, ασκεί επιρροή στην ενδεχόμενη αξιολόγηση της γνώσεως και της επακόλουθης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (48). Θα διαφωνούσα, όμως, αν το επιχείρημα αυτό προβαλλόταν προκειμένου να υποστηριχθεί εμμέσως ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη είναι «ήσσονος σημασίας» και ότι θα βαρύνει λιγότερο κατά τη στάθμιση συμφερόντων αν αφορά μόνο δύο άτομα απ’ ότι αν αφορούσε 200. Η στάθμιση θα πρέπει να αφορά το κατά πόσον η εμπιστοσύνη είναι δικαιολογημένη και κατά πόσον αξίζει να προστατευθεί. Δεν μπορεί να εξαρτάται από τον αριθμό των θιγομένων.

84.      Συνεπώς, δεδομένου ότι οι επιτυχόντες δεν στερούνται εξ ορισμού τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι η έκβαση της διαδικασίας επιλογής δεν θα αλλάξει σε ό,τι τους αφορά, η περαιτέρω στάθμιση αφορά τη συγκριτική αξιολόγηση της σχετικής εμπιστοσύνης σε σχέση με άλλα συμφέροντα – λαμβανομένου υπόψη του ακριβούς είδους της ζητούμενης έννομης προστασίας. Είμαι της γνώμης ότι το αποτέλεσμα της σταθμίσεως αυτής διαφέρει όσον αφορά (ii) τους πίνακες επιτυχόντων και (iii) τις αποφάσεις προσλήψεως.

85.      Αφενός, όσον αφορά τους πίνακες επιτυχόντων (ii), η λύση στην οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι ίσως η μόνη δυνατή, αλλά δεν παύει να είναι πιθανή.

86.      Πρώτον, οι υποψήφιοι που έχουν εγγραφεί στους πίνακες επιτυχόντων έχουν λιγότερο βάσιμες προσδοκίες σε σύγκριση με εκείνους που έχουν επιλεγεί για πρόσληψη. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «η εγγραφή επιτυχόντων υποψηφίων γενικών διαγωνισμών στους πίνακες ικανότητας που συντάσσονται κατά τη λήξη των διαδικασιών επιλογής συνεπάγεται, υπέρ των ενδιαφερομένων, απλή προσδοκία να διοριστούν δόκιμοι υπάλληλοι» (49). Εξ αυτού συνάγεται ότι οι υποψήφιοι στους πίνακες επιτυχόντων δεν έχουν δικαίωμα διορισμού, έστω και αν ο πίνακας επιτυχόντων αφορούσε, εν προκειμένω, συμβάσεις βραχείας διαρκείας. Έχουν βάσιμες προσδοκίες που πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη μόνο στην περίπτωση που πρέπει να καλυφθεί κενή θέση.

87.      Δεύτερον, ως εκ της φύσεώς της, η ακύρωση ενός πίνακα επιτυχόντων παράγει κατ’ ουσίαν πρακτικά αποτελέσματα για το μέλλον, παρόλο που έχει αναδρομική ισχύ από νομικής απόψεως. Καταρχάς, η διοίκηση υποχρεούται να επαναλάβει τη διαδικασία επιλογής και να καταρτίσει νέο πίνακα επιτυχόντων, εάν εξακολουθεί να επιθυμεί την κάλυψη κενής θέσεως. Αυτά όμως είναι το τίμημα για την πλημμέλεια στη διαδικασία του διαγωνισμού, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί διαφορετικά. Συνεπώς, το συμφέρον της υπηρεσίας δεν μπορεί να αποτελεί βάσιμο επιχείρημα κατά της ακυρώσεως των πινάκων επιτυχόντων. Εξάλλου, οι επιτυχόντες που επελέγησαν από τον εν λόγω πίνακα και διορίστηκαν πριν από την ακύρωση του πίνακα αυτού προστατεύονται χωριστά, αλλά σε διαφορετική βάση: εκτός από τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους, μπορούν επίσης να επικαλεστούν το κεκτημένο δικαίωμα στον διορισμό τους.

88.      Τρίτον, υπό το πρίσμα αυτό, τα συμφέροντα του προσφεύγοντος (αποτυχόντος υποψηφίου) είναι παρεμφερή με τα μελλοντικά συμφέροντα των επιτυχόντων, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα επιτυχόντων, αλλά δεν έχουν ακόμη επιλεγεί για διορισμό. Πράγματι, αυτοί μπορεί να έχουν προσδοκίες ότι η διοίκηση θα επαναλάβει τη διαδικασία σε πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία, ώστε να έχουν πλέον πιθανότητες να επιλεγούν. Τις ίδιες όμως πιθανότητες για το μέλλον έχουν και όσοι υποψήφιοι περιλαμβάνονταν στον –ήδη ακυρωμένο– πίνακα. Με άλλα λόγια: η τράπουλα ξαναμοιράζεται και αρχίζει νέο παιχνίδι στο οποίο μπορεί να συμμετάσχει ο καθένας.

89.      Για τους πρόσθετους αυτούς λόγους, και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, δεν προκύπτει ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να ακυρώσει τον πίνακα επιτυχόντων συνιστά υπέρμετρη κύρωση, η οποία παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

90.      Φρονώ όμως ότι δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τις αποφάσεις προσλήψεως (iii). Η ακύρωση των αποφάσεων αυτών συνιστά υπέρμετρη κύρωση για τρεις τουλάχιστον λόγους.

91.      Πρώτον, είναι μάλλον σαφές ότι οι διορισθέντες, εκτός από τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη την οποία έχουν αποκτήσει, μπορούν επίσης να επικαλεστούν την τήρηση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου: διότι έχουν πλέον κεκτημένα δικαιώματα βάσει υπογεγραμμένων και δεσμευτικών συμβάσεων (ορισμένου χρόνου). Αυτά τα νομικά δικαιώματα, η θεμελίωση των οποίων έχει, βεβαίως, σημαντικό αντίκτυπο και σε προσωπικό επίπεδο, έχουν εξ ορισμού μεγαλύτερη βαρύτητα στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων.

92.      Δεύτερον, σε αυτά τα (πράγματι) εδραιωμένα δικαιώματα προσκρούει το προφανές γεγονός ότι, όπως εύστοχα προέβαλε η αναιρεσείουσα, δεν είναι απολύτως σαφές πώς ακριβώς η ακύρωση των αποφάσεων προσλήψεως θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του προσφεύγοντος κατά τη διαδικασία επιλογής. Επειδή οι εν λόγω θέσεις αφορούν υπαλλήλους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου η συμπεφωνημένη διάρκεια των οποίων έχει ήδη συμπληρωθεί, ο προσφεύγων δεν μπορεί να αναμένει ότι θα καταλάβει τις θέσεις αυτές. Η ακύρωση δύσκολα θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση του θιγόμενου υποψηφίου στα δικαιώματά του. Εξάλλου, η φύση της παρανομίας που διέπραξε η F4E δεν ήταν τόσο σοβαρή ώστε η ανάγκη για αποκατάσταση της αντικειμενικής νομιμότητας (ή, ανάλογα με την οπτική, η ανάγκη για «τιμωρία» της διοίκησης) να υπερισχύει όλων των άλλων κριτηρίων.

93.      Τρίτον, μια μάλλον επικουρική αλλά σημαντική παρατήρηση: υπάρχουν αμφιλεγόμενες πρακτικές συνέπειες, τόσο για τους προσληφθέντες υποψηφίους όσο και για τη διοίκηση, από μια τέτοια ex tunc εξάλειψη κάθε νομικής βάσεως για την πρόσληψη (και τη σύμβαση ορισμένου χρόνου). Δεδομένου ότι η ακύρωση έχει αναδρομική ισχύ, όλες οι μεταγενέστερες αποφάσεις που αφορούν προσληφθέντες υποψηφίους πρέπει να θεωρηθούν ανίσχυρες. Τι θα συνέβαινε, όμως, όσον αφορά τους μισθούς, τις κοινωνικές παροχές, τους φόρους και τις πιθανές αποφάσεις/διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν από τους προσληφθέντες υποψηφίους υπό την ιδιότητά τους ως συμβασιούχων υπαλλήλων της F4E; Όσον αφορά, για παράδειγμα, τους μισθούς τους, θα θεωρούνταν όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν από την F4E προς αυτούς αδικαιολόγητος πλουτισμός (ήτοι, ποσά που εισπράχθηκαν χωρίς έγκυρη νομική βάση); Δεδομένου ότι τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να διευθετηθούν φιλικά και εξωδικαστικά, θα πρέπει κάθε ιδιώτης να εναγάγει τον άλλον;

94.      Καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι, στο μέτρο που αφορά τις αποφάσεις προσλήψεως εν προκειμένω, το «συμφέρον» για νομιμότητα και τα συμφέροντα του προσφεύγοντος σε μια τέτοια διαδικασία επιλογής δεν μπορούν προφανώς να υπερισχύσουν των συμφερόντων των προσληφθέντων υποψηφίων. Κατά συνέπεια, η ακύρωση από το Γενικό Δικαστήριο των αποφάσεων προσλήψεων αποτέλεσε υπέρμετρη κύρωση. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί όσον αφορά το τρίτο τμήμα του διατακτικού.

95.      Επιβάλλονται επίσης δύο καταληκτικές παρατηρήσεις.

96.      Πρώτον, επισημαίνεται ότι η στάθμιση όσον αφορά τα κατάλληλα μέσα ένδικης προστασίας θα πρέπει να γίνεται πάντοτε κατά περίπτωση. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται εν προκειμένω ότι η παράλειψη της διοικήσεως ήταν σκόπιμη ή επανειλημμένη. Επιπλέον, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων όσον αφορά τις αποφάσεις προσλήψεως, θα μπορούσε θεωρητικά να υιοθετηθεί διαφορετική λύση, αν διαπιστωνόταν κακή πίστη εκ μέρους της διοικήσεως. Κάτι τέτοιο θα ίσχυε, παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση που η διοίκηση έσπευδε σκοπίμως να διορίσει υποψηφίους από πίνακες επιτυχόντων, πριν ακόμη πραγματοποιηθεί δικαστικός έλεγχος, γνωρίζοντας ότι αυτοί οι διορισμοί δεν πρόκειται να προσβληθούν σε καμία περίπτωση. Ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο θα μπορούσε βεβαίως να επηρεάσει τη στάθμιση των συμφερόντων προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι κάτι τέτοιο ισχύει εν προκειμένω.

97.      Δεύτερον, σε περίπτωση που οι υποψήφιοι διατηρούν πράγματι δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, δικαιούνται να ζητήσουν αποζημίωση, εφόσον το επιθυμούν. Τούτο ισχύει ακόμη και αν το αποτέλεσμα της σταθμίσεως των συμφερόντων οδηγεί σε ακύρωση των πινάκων επιτυχόντων, όπως στην υπό κρίση υπόθεση (50).

4.      Επί των δικαστικών εξόδων

98.      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά με το άρθρο 138, παράγραφος 3, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

99.      Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα νίκησε μόνον εν μέρει, κατά την έννοια του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Συνεπώς, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αναιρεσείουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

IV.    Πρόταση

100. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2018, Galocha κατά κοινής επιχειρήσεως Fusion for Energy (T‑561/16, EU:T:2018:29), κατά το μέρος που ακυρώνει τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κοινής Επιχείρησης για τον ITER και την Ανάπτυξη της Πυρηνικής Σύντηξης για την πρόσληψη επιτυχόντων περιλαμβανομένων στους πίνακες επιτυχόντων της διαδικασίας επιλογής F4E/CA/ST/FGIV/2015/001·

–        να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Κοινή Επιχείρηση για τον ITER και την Ανάπτυξη της Πυρηνικής Σύντηξης στα δικαστικά της έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, Galocha κατά Ευρωπαϊκής κοινής επιχείρησης για τον ITER και την ανάπτυξη της πυρηνικής σύντηξης (T‑561/16, EU:T:2018:29, σκέψεις 1 έως 20).


3      Απόφαση του Συμβουλίου, της 27ης Μαρτίου 2007, περί ιδρύσεως της ευρωπαϊκής κοινής επιχείρησης για τον ITER και την ανάπτυξη της πυρηνικής σύντηξης και περί παραχωρήσεως προνομίων σε αυτήν (ΕΕ 2007, L 90, σ. 58).


4      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, Galocha κατά Κοινής επιχείρησης Fusion for Energy(T‑561/16, EU:T:2018:29).


5      Βλ. σκέψεις 36 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


6      Βλ. σκέψεις 59 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


7      Συγκεκριμένα, απόφαση της 31ης Μαρτίου 2004, Girardot κατά Επιτροπής (T‑10/02, EU:T:2004:94, σκέψεις 85 έως 86).


8      Βλ. σκέψεις 68 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


9      Βλ. σκέψεις 71 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


10      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1993, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑17/90, T‑28/91 και T‑17/92, EU:T:1993:69, σκέψεις 39 έως 42), και της 17ης Δεκεμβρίου 2003, McAuley κατά Συμβουλίου (T‑324/02, EU:T:2003:346, σκέψη 28). Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, Brune κατά Επιτροπής (F‑94/11, EU:F:2013:41, σκέψεις 34 και 39).


11      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1980, Gratreau κατά Επιτροπής (156/79 και 51/80, EU:C:1980:304, σκέψη 24).


12      Αναγνωρίζω με ευγνωμοσύνη την έμπνευση για τη μεταφορά αυτή στον δικαστή Frankfurter, υπόθεση Nardone κατά Ηνωμένων Πολιτειών, 308 U.S. 338 (1939), παρόλο που είναι, βεβαίως, εντελώς διαφορετικά τόσο το αμερικανικό νομικό πλαίσιο για τη μεταφορά όσο και ο επακόλουθος κανόνας (ήτοι, ο κανόνας εξαιρέσεως των παρανόμως συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων).


13      Με τη φράση «Δικαστήρια της Ένωσης» αναφέρομαι στις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (έως το 2016).


14      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, Detti κατά Δικαστηρίου (144/82, EU:C:1983:211, σκέψη 33), της 6ης Ιουλίου 1993, Επιτροπή κατά Albani κ.λπ. (C‑242/90 P, EU:C:1993:284, σκέψη 13), και της 22ας Ιουνίου 1990, Μαρκόπουλος κατά Δικαστηρίου (T‑32/89 και T‑39/89, EU:T:1990:39, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


15      Βλ., αντί άλλων, αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1980, Oberthür κατά Επιτροπής (24/79, EU:C:1980:145, σκέψη 13), και της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψη 83).


16      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Spadafora κατά Επιτροπής (T‑250/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:866, σκέψη 110), και της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψη 82).


17      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Spadafora κατά Επιτροπής (T‑250/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:866, σκέψη 110), και της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψεις 87 έως 89).


18      Βλ., αντί άλλων, απόφαση της 6ης Ιουλίου 1993, Επιτροπή κατά Albani κ.λπ. (C‑242/90 P, EU:C:1993:284, σκέψη 14). Η υπογράμμιση δική μου.


19      Βλ., αντί άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψη 89), και της 23ης Οκτωβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05 RENV, EU:F:2012:144, σκέψη 125).


20      Βλ., αντί άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψη 89).


21      Από μια «αρχική θέση» και πίσω από το «πέπλο άγνοιας» ως προς την έκβαση της διαδικασίας επιλογής, κάθε συνετός υποψήφιος θα επέλεγε τη νομιμότητα ως μία από τις αρχές σύμφωνα με την οποία πρέπει να κινείται η διαδικασία (αν και θα μπορούσε με ασφάλεια να γίνει δεκτό ότι ο John Rawls δεν είχε υπόψη του τις συμβάσεις βραχείας διαρκείας των συμβασιούχων υπαλλήλων της Ένωσης όταν εξέφραζε τη θεωρία του αυτή – βλ. Rawls J., A Theory of Justice, Αναθεωρημένη έκδοση, Belkna Press, Harvard, 1999, σ. 118 έως 130).


22      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1993, Επιτροπή κατά Albani κ.λπ. (C‑242/90 P, EU:C:1993:284, σκέψη 13), της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψεις 83 έως 90), και της 23ης Οκτωβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05 RENV, EU:F:2012:144, σκέψη 117).


23      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου(F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψεις 83 έως 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 23ης Οκτωβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05 RENV, EU:F:2012:144, σκέψεις 117 έως 118).


24      Τούτο, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι άλλες περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης κατά τη διαδικασία επιλογής δεν μπορούν να είναι επίσης συναφείς και να λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Η συγκεκριμένη πρότασή μου είναι πολύ πιο απλή: υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ μιας διαδικασίας επιλογής η οποία πάσχει από ανισότητες τεχνικής φύσεως μεταξύ των υποψηφίων και άλλων διαδικασιών επιλογής, οι οποίες εισάγουν έμμεσα ή άμεσα διακρίσεις με βάση, παραδείγματος χάριν, τη φυλή ή το φύλο. Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, Martin κατά Επιτροπής (24/78, EU:C:1979:37, σκέψη 21), στην οποία το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση διορισμού υποψηφίου στον οποίον παρασχέθηκε πλεονέκτημα σε σχέση με το αντικείμενο μιας δοκιμασίας.


25      Βλ., προσφάτως, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Ισπανία κατά Κοινοβουλίου (C‑377/16, EU:C:2018:610, σημεία 156 έως 164) και προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑621/16 P, EU:C:2018:611, σημεία 153 έως 157).


26      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Kahla κατά Thüringen Porzellan κατά Επιτροπής (C‑537/08 P, EU:C:2010:769, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ. (C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψη 62), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, Pappalardo κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑350/16 P, EU:C:2017:672, σκέψη 39). Βλ., επίσης, απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, Μαυρίδης κατά Κοινοβουλίου (289/81, EU:C:1983:142, σκέψη 21).


27      Βεβαίως, το κριτήριο διαφέρει ανάλογα με τον αντίστοιχο κλάδο του δικαίου (και το κατά πόσον οι εν λόγω επιχειρηματίες είναι επαγγελματίες) –βλ., παραδείγματος χάριν, όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο πλαίσιο του ΦΠΑ, το κριτήριο του «σώφρονος και ενημερωμένου επιχειρηματία» στις αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, Elmeka (C‑181/04 έως C‑183/04, EU:C:2006:563, σκέψη 32), και της 9ης Ιουλίου 2015, Cabinet Medical Veterinar Tomoiagă Andrei (C‑144/14, EU:C:2015:452, σκέψη 44). Στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων, εφαρμόζεται το κριτήριο του επιμελούς επιχειρηματία: βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑5/89, EU:C:1990:320, σκέψη 14), και της 11ης Νοεμβρίου 2004, Demesa και Territorio Histórico de Álava κατά Επιτροπής (C‑183/02 P και C‑187/02 P, EU:C:2004:701, σκέψη 44).


28      Βλ. σημείο 49 των παρουσών προτάσεων.


29      Βλ. σημεία 53 έως 58 των παρουσών προτάσεων.


30      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, Alcan Deutschland (C‑24/95, EU:C:1997:163, σκέψη 25), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείται η εμπιστοσύνη ενός δικαιούχου κρατικής ενισχύσεως ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως, παρά μόνον αν η ενίσχυση είχε ανακοινωθεί στην Επιτροπή και, συνεπώς, η παράλειψη ανακοινώσεως συνιστά σοβαρή πλημμέλεια στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων.


31      Βλ., κατ’ αναλογίαν, στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1985, Sideradria κατά Επιτροπής (67/84, EU:C:1985:506, σκέψη 21), όσον αφορά την προφανή παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας από πλευράς επιχειρήσεως και της 16ης Ιουλίου 1998, Oelmühle και Schmidt Söhne (C‑298/96, EU:C:1998:372, σκέψη 29), όσον αφορά την απαίτηση καλής πίστης εκ μέρους επιχειρήσεως η οποία αμφισβητεί την αναζήτηση κρατικής ενισχύσεως που χορηγήθηκε παρανόμως.


32      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Spadafora κατά Επιτροπής (T‑250/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:866, σκέψη 112). Βλ., επίσης, αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 23ης Οκτωβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05 RENV, EU:F:2012:144, σκέψη 123), και της 5ης Μαΐου 2010, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (F‑53/08, EU:F:2010:37, σκέψη 88).


33      Στην απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05 RENV, EU:F:2012:144, σκέψη 123), είχαν παρέλθει οκτώ ολόκληρα έτη από την έκδοση των προσβληθεισών αποφάσεων. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι οι επιτυχόντες υποψήφιοι δεν μπορούσαν να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, διότι οι αποφάσεις αυτές είχαν προσβληθεί εμπροθέσμως.


34      Εκτός εάν οι επιθυμητοί «ιδανικοί υπάλληλοι της Ένωσης», στην προεπιλογή των οποίων στοχεύει πράγματι μια τέτοια προσέγγιση, είναι αποκλειστικά οι υποψήφιοι εκείνοι που έχουν διαβάσει, υπογραμμίσει και σχολιάσει τον ΚΥΚ και όλες τις ανακοινώσεις κενών θέσεων/διαγωνισμών, κάθε οδηγό προς τους υποψηφίους και κάθε διαθέσιμο εγχειρίδιο. Εκείνοι που μελετούν ενδελεχώς τα κείμενα αυτά και τα έχουν στο προσκέφαλό τους για να τα διαβάζουν κάθε βράδυ πριν κοιμηθούν. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, τέτοιοι υποψήφιοι θα ενεργούν ως πραγματικοί «κέρβεροι της διαδικασίας» που θα αμφισβητούν διαρκώς κάθε απόφαση του θεσμικού οργάνου, ακόμη και για την παραμικρή απόκλιση από τους εφαρμοστέους κανόνες.


35      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 31ης Μαρτίου 2004, Girardot κατά Επιτροπής (T‑10/02, EU:T:2004:94, σκέψη 89).


36      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 28ης Ιουνίου 1979, Anselme και Constant κατά Επιτροπής (255/78, EU:C:1979:175, σκέψη 15).


37      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1990, Μαρκόπουλος κατά Δικαστηρίου (T‑32/89 και T‑39/89, EU:T:1990:39, σκέψη 44), και της 21ης Μαρτίου 2013, Brune κατά Επιτροπής (F‑94/11, EU:F:2013:41, σκέψη 65).


38      Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 31ης Μαρτίου 2004, Girardot κατά Επιτροπής (T‑10/02, EU:T:2004:94, σκέψη 89).


39      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1980, Oberthür κατά Επιτροπής (24/79, EU:C:1980:145, σκέψη 14), και της 1ης Ιουνίου 1995, Κούσιος κατά Επιτροπής (C‑119/94 P, EU:C:1995:164, σκέψη 24).


40      Για πραγματικά σπάνια παραδείγματα περιπτώσεων ακυρώσεως αποφάσεων διορισμού υποψηφίων, βλ., αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1979, Martin κατά Επιτροπής (24/78, EU:C:1979:37, σκέψη 21), και της 23ης Οκτωβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05 RENV, EU:F:2012:144, σκέψεις 123 έως 126).


41      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα W. Van Gerven στην απόφαση Επιτροπή κατά Albani κ.λπ. (C‑242/90 P, EU:C:1993:108, σημείο 10).


42      Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1993, Επιτροπή κατά Albani κ.λπ. (C‑242/90 P, EU:C:1993:284, σκέψη 17).


43      Βλ. σημεία 59 έως 66 των παρουσών προτάσεων.


44      Σκέψεις 68 και 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


45      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1993, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (C‑35/92 P, EU:C:1993:104, σκέψη 16), της 9ης Νοεμβρίου 2004, Montalto κατά Συμβουλίου (T‑116/03, EU:T:2004:325, σκέψη 54), και της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, Strack κατά Επιτροπής (F‑44/05, EU:F:2008:123, σκέψη 155).


46      Βλ. σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


47      Από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως εκτέθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, προκύπτει ότι η επιστολή με την οποία κλήθηκαν οι υποψήφιοι να συμμετάσχουν στην προφορική δοκιμασία δεν περιείχε καμιά αναφορά σε γραπτή δοκιμασία, ενώ η επιστολή (τουλάχιστον αυτή που απευθύνθηκε προς τον Y. Galocha) με την οποίαν οι υποψήφιοι ενημερώθηκαν για τα αποτελέσματα της διαδικασίας επιλογής ανέφερε τόσο την προφορική όσο και τη γραπτή δοκιμασία στην οποία υποτίθεται ότι είχε συμμετάσχει (βλ. σκέψεις 12 και 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).


48      Βλ. σημεία 48 έως 50 και 61 των παρουσών προτάσεων.


49      Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2007, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑58/05, EU:T:2007:218, σκέψη 52). Βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, AA κατά Επιτροπής (F‑101/09, EU:F:2011:133, σκέψη 44).


50      Βλ., παραδείγματος χάριν, όσον αφορά την απώλεια μιας ευκαιρίας προσλήψεως, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Girardot (C‑348/06 P, EU:C:2008:107, σκέψη 55).