Language of document : ECLI:EU:C:2019:98

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 6ης Φεβρουαρίου 2019(1)

Υπόθεση C-395/17

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Βασιλείου των Κάτω Χωρών

«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι – Απόφαση 91/482/ΕΟΚ – Απόφαση 2001/822/EΚ – Σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Ένωση – Εισαγωγές γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού από το Κουρασάο καθώς και πλιγουριών και σιμιγδαλιών από την Αρούμπα – Πιστοποιητικά EUR.1 παρανόμως εκδοθέντα από τις τελωνειακές αρχές υπερπόντιας χώρας ή εδάφους – Μη εισπραχθέντες δασμοί από τα κράτη μέλη εισαγωγής – Οικονομική ευθύνη του κράτους μέλους με το οποίο η ΥΧΕ διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις – Αποκατάσταση της απώλειας ιδίων πόρων της Ένωσης η οποία επήλθε σε άλλο κράτος μέλος»






I.      Εισαγωγή

1.        Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο αποτυπωνόταν στο άρθρο 5 ΕΚ. Υποστηρίζει ότι τούτο οφείλεται στη μη αποκατάσταση της απώλειας ποσών που αντιστοιχούν σε ίδιους πόρους, οι οποίοι έπρεπε να αποδοθούν στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Η εν λόγω απώλεια οφείλεται στο γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα, δύο υπερπόντιων χωρών ή εδαφών (ΥΧΕ) του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εξέδωσαν πιστοποιητικά EUR.1 κατά παράβαση των αποφάσεων περί υπερπόντιων χωρών και εδαφών (στο εξής: αποφάσεις ΥΧΕ) (2). Η Επιτροπή φρονεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ευθύνεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για την απώλεια ιδίων πόρων, η οποία προκλήθηκε από τις εν λόγω ΥΧΕ. Υποστηρίζει ότι το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι θα αποδοθούν στον προϋπολογισμό της Ένωσης (εντόκως) τα ποσά των δασμών που δεν εισπράχθηκαν από τα εν λόγω κράτη μέλη.

2.        Η βάση του ισχυρισμού που προβάλλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως είναι πανομοιότυπη με εκείνη της απαιτήσεως που προβλήθηκε από την Επιτροπή σε παράλληλη υπόθεση, την υπόθεση C-391/17, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Μπορεί η Επιτροπή, με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, να ζητήσει να διαπιστωθεί ότι κράτος μέλος έχει παραβεί το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας, επειδή παρέλειψε να αποκαταστήσει την απώλεια που επήλθε στον προϋπολογισμό της Ένωσης, ζητώντας με τον τρόπο αυτό, κατ’ ουσίαν, ταυτόχρονα τη διαπίστωση ελλείψεως νομιμότητας, καθώς και την εκτίμηση της απώλειας της οποίας ζητείται η αποκατάσταση; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν προκειμένου να ευδοκιμήσει η εν λόγω προσφυγή;

3.        Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την προσφυγή που ασκήθηκε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τις επί μέρους προβαλλόμενες παραβάσεις: οι ισχυρισμοί περί των παραβάσεων που καταλογίζονται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν διαφέρουν μόνον από πραγματικής απόψεως, αλλά επιπλέον αφορούν διαφορετικές διατάξεις των επίμαχων αποφάσεων ΥΧΕ. Η κύρια διαφορά συνίσταται στο ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν αμφισβητεί ότι οι αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα πράγματι εξέδωσαν πιστοποιητικά EUR.1 κατά παράβαση της αποφάσεως ΥΧΕ. Αμφισβητεί, ωστόσο, ότι μπορεί να θεωρηθεί εκείνο υπεύθυνο από οικονομικής απόψεως για τις εν λόγω παραβάσεις βάσει του δικαίου της Ένωσης.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

4.        Οι κρίσιμες διατάξεις του συστήματος των ιδίων πόρων που τύγχαναν εφαρμογής κατά τον κρίσιμο χρόνο ταυτίζονται με εκείνες που παρατίθενται στα σημεία 4 έως 10 των προτάσεών μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου.

5.        Όσον αφορά τις αποφάσεις ΥΧΕ, στις εισαγωγές από το Κουρασάο και στις εισαγωγές από την Αρούμπα εφαρμόζονται διαφορετικά νομοθετικά κείμενα.

6.        Στα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν τις εισαγωγές από το Κουρασάο κατά την χρονική περίοδο από το 1997 έως το 2000 εφαρμοστέα ήταν η απόφαση ΥΧΕ του 1991.

7.        Κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, «τα προϊόντα καταγωγής των ΥΧΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος».

8.        Το άρθρο 1, του παραρτήματος ΙΙ, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και με τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας, ορίζει ότι, «[γ]ια την εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης σχετικά με την εμπορική συνεργασία, ένα προϊόν θεωρείται “καταγόμενο προϊόν” ή “προϊόν καταγωγής” των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, που στη συνέχεια αποκαλούνται “ΥΧΕ”, της Κοινότητας ή των κρατών ΑΚΕ όταν έχει είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί εκεί».

9.        Οι κρίσιμες επιμέρους διατάξεις, του άρθρου 12, παράγραφοι 1, 2, 6 και 8 του παραρτήματος ΙΙ, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, έχουν ως εξής:

«1. Η απόδειξη της ιδιότητας καταγόμενου προϊόντος, κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος, παρέχεται με πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1, υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα 4 του παρόντος παραρτήματος.

2. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται μόνον εάν πρόκειται να χρησιμεύσει ως δικαιολογητικό έγγραφο για την εφαρμογή της απόφασης.

[…]

6. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΧΕ εξαγωγής, εάν τα εμπορεύματα δύνανται να θεωρηθούν ως καταγόμενα προϊόντα κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος.

[…]

8. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής μεριμνούν για τη δέουσα συμπλήρωση των εντύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εξακριβώνουν ιδίως αν το τετραγωνίδιο που προορίζεται για την περιγραφή των εμπορευμάτων έχει συμπληρωθεί κατά τρόπο που να αποκλείει κάθε δυνατότητα καταχρηστικής προσθήκης. […]»

10.      Αντιθέτως, στην εισαγωγή πλιγουριών και «σιμιγδαλιών ρυζιού» από την Αρούμπα κατά τη χρονική περίοδο από το 2002 έως το 2003 εφαρμοστέα ήταν η απόφαση ΥΧΕ του 2001.

11.      Το άρθρο 35 της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 OCT έχει ως εξής:

«1. Τα προϊόντα καταγωγής των ΥΧΕ εισάγονται στην Κοινότητα απαλλαγμένα από εισαγωγικούς δασμούς.

2. Η έννοια των προϊόντων καταγωγής ή καταγόμενων προϊόντων και οι αντίστοιχες μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ.»

12.      Κατά το άρθρο 2, του παραρτήματος ΙΙΙ, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001, σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και με τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας:

«1. Για την εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης σχετικά με την εμπορική συνεργασία, τα παρακάτω προϊόντα θεωρούνται ως καταγωγής των ΥΧΕ:

α) τα προϊόντα που παράγονται εξ ολοκλήρου στις ΥΧΕ κατά την έννοια του άρθρου 3 του παρόντος παραρτήματος,

β) τα προϊόντα που παράγονται στις ΥΧΕ, αλλά περιέχουν και ύλες που δεν έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου σ' αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι οι ύλες αυτές έχουν υποστεί στις ΥΧΕ επεξεργασίες ή μεταποιήσεις επαρκείς κατά την έννοια του άρθρου 4 του παρόντος παραρτήματος.

2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, τα εδάφη των ΥΧΕ θεωρείται ότι αποτελούν ένα έδαφος.

[…]»

13.      Το άρθρο 15, του παραρτήματος ΙΙΙ, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 ορίζει:

«1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΧΕ εξαγωγής, μετά από γραπτή αίτηση που υποβάλλεται από τον εξαγωγέα ή, με ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.

[…]

4. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΧΕ εξαγωγής, εάν τα προς εξαγωγή προϊόντα μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής ΥΧΕ, Κοινότητας ή κρατών ΑΚΕ και πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος παραρτήματος.

[…]»

2.      Η ολλανδική νομοθεσία

14.      Κατά το άρθρο 51 του Statuut voor het Koninkrijk der Nederlanden (Χάρτη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών):

«1. Αν οποιοδήποτε όργανο στις στην Αρούμπα, στο Κουρασάο ή στο St Maarten δεν επιτελεί ή δεν επιτελεί κατά τρόπο ικανοποιητικό τα καθήκοντά του, τα οποία επιβάλλονται από τον παρόντα Χάρτη, διεθνή πράξη, νόμο του Βασιλείου ή διάταγμα του συμβουλίου του Βασιλείου, τα αναγκαία μέτρα καθορίζονται με νόμο του Βασιλείου, στον οποίο ορίζεται η νομική βάση και η αιτιολογία στην οποία αυτός βασίζεται.

2. Το εν λόγω ζήτημα ρυθμίζεται όσον αφορά τις Κάτω Χώρες, εφόσον παραστεί ανάγκη, στο Σύνταγμα του Βασιλείου.»

15.      Το άρθρο 52 του Χάρτη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών έχει ως εξής: «Με έγκριση του Βασιλιά, εθνικό διάταγμα μπορεί να απονείμει στον Βασιλιά, ως αρχηγό του Βασιλείου, και στον Κυβερνήτη, ως όργανο του Βασιλείου, εξουσίες που αφορούν τις υποθέσεις της Χώρας».

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία

1.      Τα πραγματικά περιστατικά

1.      Τα εκδοθέντα στο Κουρασάο πιστοποιητικά EUR.1

16.      Το Κουρασάο συγκαταλέγεται στις «Υπερπόντιες χώρες και εδάφη που ανήκουν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών» και απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΕΚ, στις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Τέταρτου Μέρους της Συνθήκης. Στο έδαφος αυτό κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε επίσης εφαρμογή η απόφαση ΥΧΕ του 1991.

17.       Τον Σεπτέμβριο του 2000, δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 6, του παραρτήματος ΙΙ, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές των Κάτω Χωρών και της Γερμανίας, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (στο εξής: OLAF) πραγματοποίησε αποστολή στο Κουρασάο. Το πόρισμα έδειξε ότι, κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 1997 και 1999, οι τελωνειακές αρχές του Κουρασάο είχαν εκδώσει 109 πιστοποιητικά EUR.1 για γάλα σε σκόνη και ρύζι, μολονότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν ως εμπορεύματα προτιμησιακής καταγωγής. Τόσο η OLAF, με τη δημοσιευθείσα στις 24 Οκτωβρίου 2000 έκθεση της αποστολής της, όσο και το τμήμα «καταγωγής» της επιτροπής τελωνειακού κώδικα αποφάνθηκαν ότι στο Κουρασάο είχε πραγματοποιηθεί ανάμειξη γάλακτος σε σκόνη καταγωγής από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τρίτες χώρες με ρύζι καταγωγής από το Σουρινάμ ή τη Γουιάνα. Σύμφωνα με την έκθεση, οι δραστηριότητες «αναμείξεως» που έλαβαν χώρα στο Κουρασάο δεν προσέδωσαν στο τελικό προϊόν την ιδιότητα του «προϊόντος καταγωγής», ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι ευνοϊκοί κανόνες περί καταγωγής.

18.      Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι, επειδή στη συνέχεια τα επίμαχα εμπορεύματα εισήχθησαν στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία χωρίς να επιβληθούν σε αυτά δασμοί, ζητήθηκε από τις αρχές των δύο αυτών κρατών μελών να προβούν σε εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών που δεν είχαν εισπραχθεί λόγω της παράτυπης υπαγωγής σε προτιμησιακό καθεστώς.

19.      Τον Ιούλιο του 2005, οι Κάτω Χώρες απέδωσαν το ποσό των 778 510.54 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό που δεν μπορούσε να εισπραχθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι οι σχετικές απαιτήσεις είχαν υποπέσει σε παραγραφή, πλέον τόκων. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι Κάτω Χώρες εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις που υπείχαν όσον αφορά τα εν λόγω ποσά.

20.      Σύμφωνα με τα έγγραφα που αποκτήθηκαν κατά τις έρευνες της OLAF, η Επιτροπή υπολόγισε ότι οι μη εισπραχθέντες δασμοί που αφορούσαν εισαγωγές προς τη Γερμανία, οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ 20ής Φεβρουαρίου 1997 και 22ας Φεβρουαρίου 2000, ανέρχονταν σε 18 192 641.95 ευρώ. Οι γερμανικές αρχές μπόρεσαν να βεβαιώσουν μόνον ένα μικρό μέρος του ποσού αυτού (838 383 ευρώ) και δήλωσαν ότι ως προς το υπόλοιπο είχε επέλθει παραγραφή.

21.      Στις 19 Μαΐου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση REC 04/2007. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος της Γερμανίας, με το οποίο ζητούνταν από την Επιτροπή να αποφανθεί επί συγκεκριμένης υποθέσεως. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τις εισαγωγές προϊόντος που περιείχε γάλα σε σκόνη και ρύζι από το Κουρασάο, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από γερμανική εταιρία μεταξύ Ιανουαρίου 1999 και Απριλίου 2000. Στις 20 Δεκεμβρίου 2006, βάσει των πορισμάτων της OLAF μετά το 2000 και κατόπιν σειράς προσφυγών, οι γερμανικές αρχές γνωστοποίησαν στην εταιρία ότι όφειλε δασμούς. Η εταιρία αιτήθηκε απαλλαγή από τους εν λόγω δασμούς βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα (3). Με την απόφασή της, η Επιτροπή εκτίμησε, υπό το πρίσμα της εκθέσεως της OLAF, ότι οι τελωνειακές αρχές των Ολλανδικών Αντιλλών γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι το προϊόν δεν μπορούσε να υπαχθεί σε προτιμησιακό καθεστώς. Επειδή το σφάλμα είχε γίνει από τις τελωνειακές αρχές και λογικά δεν μπορούσε να εντοπιστεί από φορέα που ενήργησε με καλή πίστη, η Επιτροπή αποφάσισε ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν δικαιολογείτο η εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών δασμών. Επιπλέον, με την εν λόγω απόφαση εγκρίθηκε η παράλειψη της εκ των υστέρων βεβαιώσεως των δασμών σε υποθέσεις που αφορούσαν παρόμοιες πραγματικές και νομικές καταστάσεις.

22.      Με επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή δήλωσε ότι καταλογίζει στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ευθύνη υπεύθυνο για το σφάλμα στο οποίο είχαν υποπέσει οι τελωνειακές αρχές στο Κουρασάο. Με την εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή ζήτησε από τις Κάτω Χώρες να αποκαταστήσουν την απώλεια ιδίων πόρων που προκλήθηκε στον προϋπολογισμό της Ένωσης και ανερχόταν σε 18 192 641.95 ευρώ, ποσό το οποίο έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 20 Μαρτίου 2012, προς αποφυγή της επιβαρύνσεως με τόκους υπερημερίας (βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000).

23.      Κατόπιν δύο επιστολών υπομνήσεως, της 12ης Ιουνίου 2012 και της 21ης Ιανουαρίου 2013, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απάντησε στις 14 Ιουνίου 2013, εκφράζοντας τη διαφωνία του με τη νομική άποψη της Επιτροπής και αρνούμενο κάθε οικονομική ευθύνη.

2.      Τα εκδοθέντα στην Αρούμπα πιστοποιητικά EUR.1

24.      Η Αρούμπα συγκαταλέγεται επίσης στις ΥΧΕ που ανήκουν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΕΚ, στις οποίες έχει εφαρμογή το Τέταρτο Μέρος της εν λόγω Συνθήκης. Στο έδαφος αυτό κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε επίσης εφαρμογή η απόφαση ΥΧΕ του 2001.

25.      Κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 4ης Αυγούστου 2002 και 18ης Ιουνίου 2003, υποβλήθηκαν 1 929 διασαφήσεις εισαγωγής συνοδευόμενες από πιστοποιητικά EUR.1 για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στις Κάτω Χώρες εμπορευμάτων που διασαφήθηκαν ως φορτία πλιγουριών και «σιμιγδαλιών ρυζιού» καταγωγής Αρούμπα.

26.      Κατόπιν διενέργειας έρευνας, στις 23 Δεκεμβρίου 2004 η OLAF ενημέρωσε τις αρχές των Κάτω Χωρών ότι οι αρχές της Αρούμπα είχαν εκδώσει πιστοποιητικά καταγωγής EUR.1 για προϊόντα τα οποία δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν ως προϊόντα προτιμησιακής καταγωγής. Τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι οι δραστηριότητες μεταποιήσεως δεν αρκούσαν για να προσδοθεί στα επίμαχα εμπορεύματα καταγωγή από την Αρούμπα.

27.      Την 1η Αυγούστου 2005, οι ολλανδικές αρχές απέστειλαν στον εισαγωγέα διαταγή για την καταβολή ποσού ύψους 298 080 ευρώ. Ο εισαγωγέας προσέβαλε την εν λόγω διαταγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Το Rechtbank Haarlem (περιφερειακό δικαστήριο Haarlem, Κάτω Χώρες) έκρινε ότι, μολονότι τα προϊόντα δεν είχαν αποκτήσει την ιδιότητα καταγωγής από την Αρούμπα, εντούτοις έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα του εισαγωγέα βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα. Οι ολλανδικές αρχές κοινοποίησαν την εν λόγω απόφαση στην Επιτροπή το 2010, ενεργώντας στο πλαίσιο του άρθρου 870, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής (4).

28.      Με επιστολή της 31ης Μαΐου 2012, η Επιτροπή θεώρησε ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έφερε την οικονομική ευθύνη για τα σφάλματα στα οποία είχαν υποπέσει οι τελωνειακές αρχές της Αρούμπα. Ζήτησε από το εν λόγω κράτος μέλος να αποδώσει το αντίστοιχο ποσό των 298 080 ευρώ μέχρι τις 20 Ιουλίου 2012.

29.      Κατόπιν δύο επιστολών υπομνήσεως, της 5ης Οκτωβρίου 2012 και της 9ης Απριλίου 2013, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απάντησε στις 14 Ιουνίου 2013. Διαφώνησε με τη νομική άποψη της Επιτροπής και αρνήθηκε κάθε οικονομική ευθύνη.

2.      Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

30.      Θεωρώντας ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, η Επιτροπή εξέδωσε προειδοποιητική επιστολή στις 21 Νοεμβρίου 2013.

31.      Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απάντησε στις 20 Φεβρουαρίου 2014. Στην απάντησή του, δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι έφερε εκείνο την οικονομική ευθύνη των συνεπειών των διοικητικών σφαλμάτων στα οποία είχαν υποπέσει οι τελωνειακές αρχές στην Αρούμπα και στο Κουρασάο.

32.      Στις 17 Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή απέστειλε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών την αιτιολογημένη γνώμη της, στην οποία επανέλαβε την άποψη που είχε διατυπώσει στην προειδοποιητική επιστολή. Η ταχθείσα προθεσμία για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη εξέπνευσε στις 17 Δεκεμβρίου 2014. Με επιστολή της 22ας Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή απέρριψε αίτημα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών περί παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας μέχρι τον Ιανουάριο του 2015.

33.      Με επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 2015, το Βασίλειο των Κάτω χωρών απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, αρνούμενο οποιαδήποτε οικονομική ευθύνη.

34.      Επειδή το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν απέδωσε στον προϋπολογισμό της Ένωσης το ποσό των 18 490 721,95 ευρώ πλέον τόκων, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

35.      Με την προσφυγή της 30ής Ιουνίου 2017, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 (στη συνέχεια άρθρο 10) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (νυν άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ), επειδή δεν αποκατέστησε την απώλεια των ποσών που αποτελούν ίδιους πόρους, οι οποίοι, δυνάμει των άρθρων 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατομ) 1552/1989 (5), θα έπρεπε να βεβαιωθούν και να αποδοθούν στον προϋπολογισμό της Ένωσης, αν δεν είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά κυκλοφορίας EUR.1 κατά παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως 91/482 του Συμβουλίου και του άρθρου 12, παράγραφος 6, του παραρτήματος II της αποφάσεως αυτής για την εισαγωγή γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού από το Κουρασάο κατά την περίοδο 1997 έως 2000, ή κατά παράβαση του άρθρου 35, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2001/822 του Συμβουλίου και του άρθρου 15, παράγραφος 4, του παραρτήματος IIΙ της αποφάσεως αυτής για την εισαγωγή πλιγουριών και σιμιγδαλιών ρυζιού από την Αρούμπα κατά την περίοδο 2002 έως 2003,

–        να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.

36.      Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή,

–        επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

37.      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 4ης Ιανουαρίου 2018, επιτράπηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει υπέρ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

38.      Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ολλανδική Κυβέρνηση ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 2 Οκτωβρίου 2018, στην οποία μετείχε και το Ηνωμένο Βασίλειο.

V.      Ανάλυση

39.      Προτού προβώ στην επί της ουσίας εκτίμηση της προσφυγής, θα πρέπει πρώτα να εξετάσω την ένσταση απαραδέκτου που προβλήθηκε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.

40.      Κατά πάγια νομολογία, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή πρέπει να προκύπτουν με συνεκτικό και κατανοητό τρόπο από το ίδιο το κείμενο της προσφυγής. Το δικόγραφο πρέπει να παρέχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να προσδιορίσει επακριβώς το αντικείμενο της προβαλλόμενης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στο μεν κράτος μέλος να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του, στο δε Δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη της επίμαχης παραβάσεως (6).

41.      Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής επειδή δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Το εν λόγω κράτος μέλος τονίζει, ιδίως, ότι το δικόγραφο που κατέθεσε η Επιτροπή δεν παρουσιάζει συνοχή. Τούτο διότι η Επιτροπή, σε κάποια σημεία της προσφυγής της, φαίνεται να υποστηρίζει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ευθύνεται ευθέως κατά το δίκαιο της Ένωσης για τις πράξεις των αρχών των ΥΧΕ, ως να επρόκειτο για δικές του κρατικές αρχές, ενώ σε άλλα σημεία η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν έλαβε τα «αναγκαία μέτρα» ώστε να αποτρέψει την εσφαλμένη έκδοση πιστοποιητικών EUR.1 από τις τελωνειακές αρχές της Αρούμπα και του Κουρασάο.

42.      Συμφωνώ ότι η Επιτροπή δεν είναι σαφής επί του ζητήματος αυτού. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω έλλειψη σαφήνειας αποτελεί απλώς αδυναμία της αιτιολογίας που προβάλλει η Επιτροπή ως προς το βάσιμο της προσφυγής, η οποία συνδέεται με τη δυσκολία να διατυπωθεί με ακρίβεια η συγκεκριμένη νομική υποχρέωση την οποία φέρεται να παραβίασε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη αποκαθιστώντας απώλεια στον προϋπολογισμό στην Ένωσης.

43.      Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω έλλειψη νομικής ακρίβειας δεν μπορεί να καταστήσει την προσφυγή ακατανόητη και ως εκ τούτου απαράδεκτη. Φρονώ ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ήταν σε θέση να κατανοήσει τη φύση και τη σημασία της προβαλλόμενης παράβασης. Εκτιμώ ότι άσκησε λυσιτελώς τα δικαιώματα άμυνας όσον αφορά τους εν λόγω ισχυρισμούς. Το αντικείμενο της προσφυγής προσδιορίστηκε με επαρκή λεπτομέρεια, ώστε το Δικαστήριο να μην αποφανθεί ultra petita. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η παρούσα προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

1.      Η ακριβής φύση της απαιτήσεως

44.      Η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του άρθρου 5 ΕΚ. Προβάλλει ότι τούτο οφείλεται στο ότι δεν αποκατέστησε την απώλεια των ποσών που αποτελούν ίδιους πόρους, οι οποίοι, δυνάμει των άρθρων 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού 1552/89, θα έπρεπε να βεβαιωθούν και να αποδοθούν στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ανωτέρω απώλεια δεν θα είχε επέλθει αν δεν είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά κυκλοφορίας EUR.1 κατά παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ. Ειδικότερα, οι παραβιασθείσες διατάξεις είναι α) το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και το άρθρο 12, παράγραφος 6, του παραρτήματος ΙΙ, της εν λόγω αποφάσεως ως προς την εισαγωγή γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού από το Κουρασάο κατά τη χρονική περίοδο από το 1997 έως το 2000, και β) το άρθρο 35, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 και το άρθρο 15, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙΙ, της εν λόγω αποφάσεως ως προς την εισαγωγή πλιγουριών και σιμιγδαλιών ρυζιού από την Αρούμπα κατά τη χρονική περίοδο από το 2002 έως το 2003.

45.      Στα σημεία 33 έως 46 των αντίστοιχων προτάσεών μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, εξέθεσα τα ζητήματα που γεννώνται από την εν λόγω «κλιμακωτή» διάρθρωση ή διάρθρωση «ρωσικής κούκλας» που χαρακτηρίζει την απαίτηση της Επιτροπής. Ωστόσο, αφού πρώτα προσδιόρισα την απαίτηση που προβάλλεται από την Επιτροπή, στο πλαίσιο των εν λόγω προτάσεων, επισήμανα ότι, όσον αφορά τη φύση της, η απαίτηση αφορά κατ’ ουσίαν τη διαπίστωση της μη αποκατάσταση της απώλειας/ζημίας που προκλήθηκε στους ίδιους πόρους της Ένωσης από την προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας, η οποία καταλογίζεται σε κράτος μέλος. Η βασική διαφορά έγκειται στο αντικείμενο της προσφυγής, το οποίο δεν αφορούσε απλώς την αφηρημένη διαπίστωση σχετικά με συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, αλλά και, κατ’ ουσίαν, την απαίτηση προσδιορισμού της ελλείψεως νομιμότητας, καθώς και ποσοτικού προσδιορισμού της προσδιοριστεί η έλλειψη νομιμότητας, καθώς και να προσδιοριστεί ποσοτικά η ζημίας που είχε επέλθει κατά το παρελθόν όσον αφορά συγκεκριμένους κλάδους του δικαίου της Ένωσης.

46.      Στα σημεία 48 έως 64 των ίδιων προτάσεων, επισήμανα ότι, κατ’ αρχήν, η Επιτροπή δεν εμποδίζεται από το γράμμα, τον σκοπό και τη γενική οικονομία των Συνθηκών να ασκήσει την εν λόγω προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ως προσφυγή λόγω παραβάσεως του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, επισήμανα επίσης ότι, εφόσον η Επιτροπή ζητεί την καταβολή επακριβώς καθορισμένων ποσών που αντιστοιχούν σε ζημίες που φέρονται να έχουν προκληθεί από κράτος μέλος μέσω συγκεκριμένων παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης, οφείλει να αποδείξει τόσο την εν λόγω έλλειψη νομιμότητας όσο και την επίμαχη ζημία σύμφωνα με τους κανόνες και τις απαιτήσεις που ισχύουν ως προς την κρατική ευθύνη (σημεία 65 έως 73). Η Επιτροπή δεν μπορεί να «μεταφέρει» το ειδικό σύστημα που ισχύει για τους ιδίους πόρους σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο είναι σαφές ότι οι ανωτέρω κανόνες δεν τυγχάνουν εφαρμογής (σημεία 74 έως 84).

47.      Όλα τα ανωτέρω στοιχεία ισχύουν εξίσου και στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, οπωσδήποτε όσον αφορά την περίπτωση του Κουρασάο. Επίσης, στην εν λόγω περίπτωση, η προβαλλόμενη απώλεια ιδίων πόρων επήλθε σε άλλο κράτος μέλος (B). Η περίπτωση της Αρούμπα είναι λίγο διαφορετική. Δεδομένου ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έχει υποπέσει σε κοινή παράβαση όσον αφορά αμφότερες τις ΥΧΕ, θα εξετάσω αμφότερες περιπτώσεις από κοινού. Εντούτοις, ως τελική παρατήρηση στην παρούσα ενότητα, επιθυμώ να τονίσω τη σημασία που έχει το γεγονός ότι, όσον αφορά τις εισαγωγές από την Αρούμπα, η απώλεια των ιδίων πόρων επήλθε ευθέως στο έδαφος των Κάτω Χωρών (Γ).

2.      Εφαρμογήστηνυπόκρίσηυπόθεση

48.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπείχε βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας. Τούτο διότι δεν αποκατέστησε την απώλεια ποσών που αποτελούν ίδιους πόρους, οι οποίοι, δυνάμει του κανονισμού 1552/1989, καθώς και του κανονισμού 1150/2000, θα έπρεπε να βεβαιωθούν και να αποδοθούν στον προϋπολογισμό της Ένωσης, αν δεν είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά κυκλοφορίας EUR.1 κατά παράβαση των οικείων διατάξεων των αποφάσεων ΥΧΕ για τις εισαγωγές γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού από το Κουρασάο από το 1997 έως το 2000 καθώς και πλιγουριών και «σιμιγδαλιών ρυζιού» από την Αρούμπα από το 2002 έως το 2003.

49.      Προκειμένου να διαπιστωθεί αν παραβιάστηκε η υποχρέωση αποκαταστάσεως των απωλειών, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, πρέπει να επιβεβαιωθεί αν όντως υφίσταται υποχρέωση αποκαταστάσεως: ποια ακριβώς νομική υποχρέωση υποτίθεται ότι έχει παραβεί το Βασίλειο των Κάτω Χωρών μη αποκαθιστώντας την απώλεια που επήλθε στον προϋπολογισμό της Ένωσης; Εν συνεχεία, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η ευθύνη του κράτους για τη ζημία που προκλήθηκε κατά τον τρόπο αυτό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εν λόγω παράβαση πρέπει να είναι κατάφωρη και επίσης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατάφωρης παραβάσεως και της προβαλλόμενης επελθούσας ζημίας ως προς την οποία ζητείται η καταβολή αποζημιώσεως.

1.      Η έλλειψη νομιμότητας (η οποία συνιστά κατάφωρη παράβαση)

50.      Σύμφωνα με τις αποφάσεις ΥΧΕ (άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και άρθρο 35, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001), τα προϊόντα καταγωγής ΥΧΕ εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος. Η ποιότητα των καταγόμενων προϊόντων ή προϊόντων καταγωγής πρέπει να καταγράφεται σε πιστοποιητικά EUR.1 κατά τις προβλέψεις του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και του παραρτήματος ΙΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001.

51.      Κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αναγνώρισε ότι οι τελωνειακές αρχές τόσο του Κουρασάο όσο και της Αρούμπα δεν συμμορφώθηκαν προς τις οικείες διατάξεις όσον αφορά τα πιστοποιητικά EUR.1. Οι εν λόγω αρχές είχαν εκδώσει πιστοποιητικά για προϊόντα τα οποία δεν πληρούσαν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι οι αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα υπέπεσαν σε σφάλματα εκδίδοντας πιστοποιητικά EUR.1 κατά παράβαση των εφαρμοστέων αποφάσεων ΥΧΕ.

52.      Επίσης, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν αμφισβήτησε τα ποσά που ζητήθηκαν από την Επιτροπή (18 490 721,95 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε 18 192 641,95 ευρώ για τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στο Κουρασάο και σε 298 080 ευρώ για τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στην Αρούμπα) και τα οποία αποτελούν τη συνολική αξία των δασμών που θα είχαν εισπραχθεί αν τα εισαχθέντα εμπορεύματα δεν είχαν υπαχθεί σε προτιμησιακό καθεστώς.

53.      Ως εκ τούτου, η «αρχική παράβαση», στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, σε αντίθεση με την υπόθεση C-391/17, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (7), δεν αμφισβητείται. Γνωρίζω πράγματι τη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου κατά την οποία «Εν πάση περιπτώσει [όμως], απόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη της προσαπτομένης παραβάσεως, έστω και αν το οικείο κράτος μέλος δεν αμφισβητεί την παράβαση» (8). Εντούτοις, φρονώ ότι η εν λόγω διαπίστωση μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά το αντικείμενο και την έκταση νομικών υποχρεώσεων των οποίων έχει γίνει επίκληση στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως και οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται και να εκτιμώνται κατά τρόπο ανεξάρτητο από το Δικαστήριο. Η εν λόγω διαπίστωση δεν μπορεί να ισχύσει ως προς πραγματικά περιστατικά για τα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση.

54.      Κατά συνέπεια, το βασικό ζήτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται στον ακριβή προσδιορισμό της βάσεως της νομικής υποχρεώσεως που υπέχει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να αποκαταστήσει την απώλεια που επήλθε στον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό τις παρούσες συνθήκες (υπό αʹ), καθώς και αν η αθέτηση της εν λόγω υποχρεώσεως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κατάφωρη παράβαση (υπό βʹ).

1)      Η κύρια υποχρέωση, της οποίας η παράβαση πρέπει να διαπιστωθεί

55.      Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι οι παραβάσεις των αποφάσεων ΥΧΕ θα μπορούσαν να καταλογισθούν ευθέως στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Όπως επισημαίνεται στο πλαίσιο της εξετάσεως της ενστάσεως απαραδέκτου (9), παρά την ασάφεια που παρουσιάζουν τα δικόγραφά της ως προς το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή, όταν της ζητήθηκαν ρητώς διευκρινίσεις ως προς το εν λόγω σημείο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επιβεβαίωσε ότι, με την προσφυγή της, δεν ζητεί να διαπιστωθεί σε ποιον πρέπει να καταλογισθούν οι παραβάσεις των αποφάσεων ΥΧΕ.

56.      Για τους λόγους που παραθέτω στα σημεία 91 έως 97 των αντίστοιχων προτάσεών μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, θα μπορούσα να δεχθώ ότι όντως υφίσταται, σε κάθε περίπτωση, μια το κράτος μέλος που διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με την επίμαχη ΥΧΕ υπέχει γενική ευθύνη να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή και την αντιμετώπιση των παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης οι οποίες ενδέχεται να προκληθούν από τη συμπεριφορά (πράξεις ή παραλείψεις) στο πλαίσιο του καθεστώτος συνδέσεως. Ωστόσο, όπως επίσης διευκρινίστηκε στο πλαίσιο των εν λόγω προτάσεων, η απόσταση που μεσολαβεί, από απόψεως επιχειρηματολογίας, μεταξύ της γενικής αυτής διαπιστώσεως και της συναγωγής (εφόσον αυτή είναι εφικτή) του συμπεράσματος ότι το κράτος μέλος υπέχει αυτοδικαίως οικονομική ευθύνη για οποιοδήποτε ποσό ζητεί η Επιτροπή, το οποίο θα έπρεπε να βεβαιωθεί και να αποδοθεί ως το αντίστοιχο ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος, παραμένει μεγάλη. Θα σήμαινε, άραγε, αυτό επίσης αυτομάτως ότι, μέσω της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την καταβολή αποζημιώσεως για κάθε προβαλλόμενη παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ από κράτος μέλος το οποίο διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με ΥΧΕ, ανεξάρτητα από τη φύση της εν λόγω παραβάσεως και/ή των διαδικασιών επιλύσεως των διαφορών που προβλέπονται στα αντίστοιχα καθεστώτα συνδέσεως; Στην περίπτωση αυτή, δεν θα απαιτείτο κατ’ ουσίαν από το δίκαιο της Ένωσης η πλήρης επαναφορά της ευθείας ασκήσεως διοικήσεως από το κράτος μέλος με το οποίο οι εν λόγω ΥΧΕ διατηρούν «ιδιαίτερες σχέσεις»;

57.      Όπως ακριβώς συμβαίνει όσον αφορά την προτεινόμενη προσέγγιση στην υπόθεση C-391/17, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει πιο αναλυτικά το εν λόγω ζήτημα στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό, βάσει του γενικού καθεστώτος της ευθύνης του κράτους για ζημίες προκληθείσες στην Ένωση, ότι η διαπιστωθείσα έλλειψη νομιμότητας αφορούσε τη μη θέσπιση επαρκών μέτρων διασφαλίσεως και ελέγχου τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αποτρέψει την έκδοση παράνομων πιστοποιητικών από τις αρχές των ΥΧΕ (10), και πάλι αδυνατώ να αντιληφθώ, πώς θα μπορούσε, βάσει του πραγματικού και του γενικότερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η παρούσα υπόθεση, να χαρακτηριστεί η εν λόγω παράβαση κατάφωρη.

2)      Πρόκειται για κατάφωρηπαράβαση;

58.      Σε αντίθεση με το αντικειμενικό κριτήριο το οποίο εφαρμόζεται κατά την εκτίμηση της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο μιας κλασικής προσφυγής λόγω παραβάσεως, το κριτήριο που πρέπει να πληρούται κατά την εκτίμηση της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης η οποία υποστηρίζεται ότι προκάλεσε τις απώλειες ιδίων πόρων που πρέπει να αποκατασταθούν από κράτος μέλος είναι αυστηρότερο. Δεν γεννάται ευθύνη αυτοδικαίως από κάθε έλλειψη νομιμότητας. Για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως για ζημία που προκλήθηκε από κράτος μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να υφίσταται κατάφωρη παράβαση.

59.      Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κριτήριο περί του αν υφίσταται κατάφωρη παράβαση «εξαρτάται από την εξουσία εκτιμήσεως». Όταν τα κράτη μέλη έχουν εξουσία εκτιμήσεως, η κατάφωρη παράβαση έχει την έννοια της πρόδηλης υπερβάσεως εκ μέρους κράτους μέλους των ορίων της εν λόγω εξουσίας (11).

60.      Επιπλέον, στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του «κατάφωρου» της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης συγκαταλέγονται «ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζομένου κανόνα, το εύρος των περιθωρίων εκτιμήσεως που αφήνει ο παραβιαζόμενος κανόνας στις εθνικές [αρχές ή τις αρχές της Ένωσης], ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσης παραβάσεως ή της προκληθείσης ζημίας, το συγγνωστόν ή ασύγγνωστον ενδεχομένης νομικής πλάνης, το γεγονός ότι η στάση ενός [οργάνου της Ένωσης] μπορεί να συνετέλεσε στην παράλειψη, τη θέσπιση ή τη διατήρηση αντιθέτων προς το [δίκαιο της Ένωσης] εθνικών μέτρων ή πρακτικής» (12).

61.      Συναφώς, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζουν τρία στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο είναι το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά τον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την «κύρια υποχρέωση», με γνώμονα την αρχή του σεβασμού των συνταγματικών του κανόνων και της συνταγματικής του ταυτότητας. Το δεύτερο στοιχείο είναι η κατανομή των αρμοδιοτήτων και το θεσμικό πλαίσιο της αποφάσεως ΥΧΕ, η οποία απονέμει ευθέως στις αρχές των ΥΧΕ αρμοδιότητες για την υλοποίηση της εφαρμογής της αποφάσεως ΥΧΕ. Το τρίτο και ίσως το σπουδαιότερο στοιχείο είναι η ασαφής φύση του καθεστώτος της ευθύνης κράτους μέλους που διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με μία ή περισσότερες ΥΧΕ στο πλαίσιο των αποφάσεων ΥΧΕ, όσον αφορά τα διοικητικά σφάλματα που διαπράττονται από τις αρχές των ΥΧΕ.

62.      Πρώτον, η Επιτροπή, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα τα μέτρα τα οποία, κατά την άποψή της, θα έπρεπε να έχει λάβει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παρέπεμψε στα άρθρα 51 και 52 του Χάρτη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών (13). Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών απάντησε ότι το να θεωρείται κράτος μέλος υπεύθυνο για τις πράξεις των τελωνειακών αρχών της Αρούμπα και του Κουρασάο αντίκειται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (14).

63.      Οι αποφάσεις ΥΧΕ πράγματι αναγνωρίζουν ρητώς την ανάγκη τηρήσεως του συνταγματικού πλαισίου της σχέσεως μεταξύ των ΥΧΕ και των κρατών μελών με τα οποία αυτές διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις. Ο ειδικός μηχανισμός εταιρικής σχέσεως που έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο των αποφάσεων ΥΧΕ σκοπεί στην τήρηση της κατά τα οικεία συντάγματα κατανομής αρμοδιοτήτων και των τομέων ευθύνης μεταξύ των ΥΧΕ και των κρατών μελών, όπως προκύπτει, ιδίως, από την αιτιολογική σκέψη 12 και το άρθρο 10, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, και αποτυπώνεται περαιτέρω στα άρθρα 234 έως 236 της εν λόγω αποφάσεως, καθώς και στο άρθρο 7 της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001. Οι εν λόγω διατάξεις καταδεικνύουν ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ, αφενός, της ανάγκης διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας της συνδέσεως με τις ΥΧΕ και, αφετέρου, του σεβασμού των ειδικών και μάλλον πολύπλοκων συνταγματικών διατάξεων των κρατών μελών και των ΥΧΕ τους (η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του Τέταρτου Μέρους της Συνθήκης ΕΚ, που αφορά το καθεστώς συνδέσεως με τις ΥΧΕ).

64.      Δεύτερον, όπως προβάλλει η Ολλανδική Κυβέρνηση στα δικόγραφά της, οι αποφάσεις ΥΧΕ προβλέπουν ρητές αρμοδιότητες που απονέμονται στις αρχές των ΥΧΕ, οι οποίες είναι διαφορετικές από εκείνες των κρατών μελών, ιδίως στο πλαίσιο του μηχανισμού εταιρικής σχέσεως, καθώς και των ειδικών διατάξεων σχετικά με τη διοικητική συνεργασία. Οι αποφάσεις ΥΧΕ αναγνωρίζουν ειδικές αρμοδιότητες των αρχών των ΥΧΕ τόσο ως προς τον μηχανισμό εταιρικής σχέσεως όσο και ως προς το ειδικό σύστημα της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της εκδόσεως πιστοποιητικών EUR.1 (15). Επιπλέον, το άρθρο 9 της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 αναγνωρίζει ρητώς τον πρωτεύοντα ρόλο των αρχών των ΥΧΕ στην τρέχουσα διαχείριση της αποφάσεως στον τομέα του εμπορίου και τον δευτερεύοντα ρόλο των κρατών μελών («εάν χρειασθεί»), και πάντοτε «σύμφωνα με τις θεσμικές, νομικές και οικονομικές εξουσίες εκάστου εταίρου».

65.      Είναι δύσκολο να συναχθεί ο τρόπος με τον οποίο, σε αυτό το ειδικό πλαίσιο κατανομής των αρμοδιοτήτων, τα σφάλματα των αρχών κάποιας ΥΧΕ θα συνιστούσαν αυτοδικαίως παράβαση του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας από την πλευρά του οικείου κράτους μέλους, δίχως τη συνδρομή επιπλέον ειδικών περιστάσεων, οι οποίες δεν φαίνεται να υφίστανται στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, η Επιτροπή δεν προέβαλε κάποιο επιπλέον επιχείρημα, όπως η αγνόηση των προειδοποιήσεων, η έλλειψη συνεργασίας με την OLAF, η αγνόηση ή η παράλειψη ασκήσεως ελέγχου επί παράνομων πράξεων τις οποίες το κράτος μέλος γνώριζε ή όφειλε λογικά να γνωρίζει, η έλλειψη συμμετοχής ή συνεργασίας στο πλαίσιο των μηχανισμών της διαδικασίας εταιρικής σχέσεως, ή του συστήματος διοικητικής συνεργασίας.

66.      Τρίτον, και κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικό, είναι γεγονός ότι στην απόφαση ΥΧΕ δεν προβλέπονται (ούτε και προβλέπονταν ποτέ) ρητές υποχρεώσεις που να θεσπίζουν ειδικό καθεστώς ευθύνης των κρατών μελών για τις πράξεις των ΥΧΕ είτε στο ειδικό πλαίσιο της τελωνειακής συνεργασίας είτε γενικότερα. Πράγματι, αμφότεροι οι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως επέστησαν την προσοχή του Δικαστηρίου στις προπαρασκευαστικές εργασίες της αποφάσεως ΥΧΕ του 2013, όπου η εισαγωγή μιας τέτοιας διατάξεως προτάθηκε από την Επιτροπή (16), αλλά προδήλως απορρίφθηκε κατά τη νομοθετική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου. Οι σχετικές με την εν λόγω πρόταση της Επιτροπής δηλώσεις που επισυνάπτονται στα πρακτικά του Συμβουλίου –τόσο της Επιτροπής όσο και ομάδας κρατών μελών (17)– μαρτυρούν το γεγονός ότι το ζήτημα της ευθύνης των κρατών μελών για τις πράξεις των ΥΧΕ τους σχετικά με διοικητικά σφάλματα των τελευταίων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ζήτημα αδιαμφισβήτητο το οποίο προκύπτει σαφώς από τις διαφορετικές εκδοχές της αποφάσεως ΥΧΕ.

67.      Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω στοιχείων, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η θέση ότι το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει την υποχρέωση αποκαταστάσεως των απωλειών που προκλήθηκαν στην Ένωση από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, ευθέως διαπραχθείσες από ΥΧΕ, την οποία υπέχει το κράτος μέλος με το οποίο η επίμαχη ΥΧΕ διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις, δεν θα μπορούσε να προσαφθεί στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι διέπραξε κατάφωρη παράβαση του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.

2.      Παρατήρηση επί του χρονικού στοιχείου

68.      Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστήριξε επίσης στο υπόμνημα αντικρούσεώς του ότι το να θεωρηθεί υπεύθυνο αυτό για σφάλματα που διαπράχθηκαν από τις τελωνειακές αρχές στην Αρούμπα και στο Κουρασάο θα συνεπαγόταν παραβίαση των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της χρηστής διοικήσεως. Τούτο, διότι η Επιτροπή δεν ενήργησε εντός εύλογου χρόνου (18). Η Επιτροπή διερεύνησε την κατάσταση σχεδόν 11 έτη (όσον αφορά το Κουρασάο) και 7 έτη (όσον αφορά την Αρούμπα) μετά τη διαπίστωση παρατυπιών από την OLAF.

69.      Προς αντίκρουση του ανωτέρω επιχειρήματος, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι απώλειες που επήλθαν στους «ίδιους πόρους» κατέστησαν απαιτητές μόλις το 2009, με την έκδοση της αποφάσεως REC και την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου. Επομένως, η ευθύνη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν έχει παραγραφεί. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επέμεινε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, για τις προσφυγές λόγω παραβάσεως δεν ισχύουν προθεσμίες παραγραφής. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 73α του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 (19), η οποία προβλέπει πενταετή προθεσμία παραγραφής όσον αφορά τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι τρίτων και αντιστρόφως. Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η είσπραξη των ίδιων πόρων δεν υπόκειται σε παραγραφή (20).

70.      Ίσως να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι κάνω αναφορά στις ενδεχομένως εφαρμοστέες σε προσφυγή προθεσμίες παραγραφής στο τέλος της επί της ουσίας εκτιμήσεως της εν λόγω προσφυγής. Ωστόσο, εφόσον προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει επί της ουσίας την υπό κρίση προσφυγή, καθώς και την αντίστοιχη προσφυγή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν συντρέχει ιδιαίτερη ανάγκη χωριστής εξετάσεως του ζητήματος των προθεσμιών παραγραφής στο παρόν στάδιο. Θέλω, εντούτοις, να αναφέρω το εν λόγω ζήτημα για να τονίσω ένα περαιτέρω στοιχείο: τις συνέπειες της προσεγγίσεως «τρία σε ένα» που επέλεξε η Επιτροπή για τις δύο αυτές υποθέσεις (21), η οποία κατ’ ουσίαν καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό των προθεσμιών παραγραφής που θα έπρεπε να εφαρμοστούν σε μια τέτοια προσφυγή, εφόσον υπάρχουν.

71.      Πράγματι, η Επιτροπή εισήγαγε στην επιχειρηματολογία της στοιχεία που ανήκουν ειδικώς στη φύση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (τη μη πρόβλεψη προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως) (22), καθώς και από την εφαρμογή του ειδικού συστήματος των ιδίων πόρων (τη μη πρόβλεψη προθεσμίας για την άσκηση προσφυγών που αφορούν την είσπραξη των ιδίων πόρων) (23), και ισχυρίζεται ότι μπορούν να τύχουν εφαρμογής επί προσφυγής που εν τέλει στηρίζεται στη διαπίστωση της υποχρεώσεως αποκαταστάσεως των απωλειών, παραβλέποντας το γεγονός ότι για τις αγωγές αποζημιώσεως κατά κράτους ισχύουν εν γένει προθεσμίες παραγραφής (24).

3.      Τελική παρατήρηση για την περίπτωση της Αρούμπα

72.      Τέλος, καθ’ όλη την πορεία της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι εν προκειμένω υφίσταται μία κοινή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, η οποία οφείλεται στην παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR.1 στην Αρούμπα και στο Κουρασάο.

73.      Ωστόσο, όσον αφορά την περίπτωση της Αρούμπα, πρέπει να τονιστεί ότι τα πιστοποιητικά EUR.1 προσκομίστηκαν και έγιναν δεκτά μέσω των τελωνειακών διαδικασιών που διεξήχθησαν από τις Κάτω Χώρες. Οι τελωνειακές αρχές των Κάτω Χωρών επιχείρησαν να εισπράξουν τους δασμούς, κοινοποιώντας στον εισαγωγέα διαταγή πληρωμής. Εντούτοις, ο εισαγωγέας, προσέβαλε με επιτυχία την εν λόγω διαταγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία αποφάνθηκαν υπέρ αυτού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα.

74.      Πρέπει ωστόσο να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας, η εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα δεν αποκλείει την υποχρέωση του κράτους μέλους να βεβαιώσει και να αποδώσει ποσά που ανήκουν στους ίδιους πόρους της Ένωσης, τα οποία δεν εισπράχθηκαν από τους ιδιώτες εισαγωγείς. Πράγματι, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν τους ίδιους πόρους της Ένωσης από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές τους είναι εις θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα. Μόνον εφόσον συντρέχουν οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89 (ανωτέρα βία ή λόγοι πέραν της ευθύνης των κρατών μελών για τους οποίους έχει καταστεί αδύνατη η είσπραξη των οφειλομένων) μπορεί κράτος μέλος να απαλλαγεί από την εν λόγω υποχρέωση (25).

75.      Εντούτοις, όπως ορθώς προέβαλε στις γραπτές παρατηρήσεις του το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Επιτροπή δεν προέβαλε ευθεία παράβαση του «κανονισμού περί ιδίων πόρων», δυνάμενη να καταλογιστεί στις ολλανδικές τελωνειακές αρχές, λόγω της μη εισπράξεως των δασμών για την εισαγωγή στο έδαφος των Κάτω Χωρών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν προσκόμισε πληροφορίες για να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι όροι του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89, όπως τροποποιήθηκε. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή επέλεξε να επικαλεστεί άλλους λόγους.

76.      Κατά συνέπεια, εφόσον η Επιτροπή δεν ζήτησε τέτοια διαπίστωση και, σε κάθε περίπτωση, εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφανθεί συναφώς λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, προτείνω να απορριφθεί ως αβάσιμη η προσφυγή της Επιτροπής και όσον αφορά την περίπτωση της Αρούμπα.

VI.    Επί των δικαστικών εξόδων

77.      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, η οποία ήταν ο ηττηθείς διάδικος. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

78.      Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικαστικά του έξοδα

VII. Πρόταση

79.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)      να απορρίψει την προσφυγή,

2)      να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,

3)      να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά του έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Απόφαση 91/482/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ 1991, L 263, σ. 1) (στο εξής: απόφαση ΥΧΕ του 1991), και απόφαση 2001/822/EΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2001, για τη σύνδεση Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα («Overseas association») (ΕΕ 2001, L 314, σ. 1) (στο εξής: απόφαση ΥΧΕ του 2001).


3      Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1).


4      Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1).


5      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1989, L 155, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (EE 1996, L 175, σ. 3).


6      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2014, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑252/13, EU:C:2014:2312, σκέψεις 33 και 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


7      Βλ. σημεία 101 έως 106 των εν λόγω προτάσεων.


8      Βλ., επί παραδείγματί, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1993, Επιτροπή κατά Δανίας (C-243/89, EU:C:1993:257, σκέψη 30), της 3ης Μαρτίου 2005, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-414/03, EU:C:2005:134, σκέψη 9), της 6ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Σουηδίας (C-438/07, EU:C:2009:613, σκέψη 53), και της 16ης Ιανουαρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C-67/12, EU:C:2014:5, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


9      Βλ. σημεία 39 έως 43 των παρουσών προτάσεων.


10      Στο οποίο θα μπορούσε φυσικά να αντιταχθεί ότι η εν λόγω υποχρέωση είναι απλώς αδύνατη, επειδή κανένα σύστημα δεν είναι τέλειο. Επιπλέον, η απαίτηση να «διασφαλίζεται ότι κάποιο θεσπιζόμενο σύστημα δεν θα εμφανίσει σφάλματα και, αν εμφανίσει, την ευθύνη για αυτά θα υπέχει το εν λόγω κράτος μέλος» κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με τη θέση περί ευθείας ευθύνης και περί ευθείας διοικήσεως όσον αφορά τις ΥΧΕ, την οποία η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να υποστηρίξει (σημεία 41 έως 42 και 55 έως 56 των παρουσών προτάσεων).


11      Βλ. επί παραδείγματι, όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Διαμεσολαβητής κατά Staelen (C-337/15 P, EU:C:2017:256, σκέψη 37). Ομοίως, όσον αφορά τα κράτη μέλη, η κατάφωρη παράβαση συνεπάγεται «πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση εκ μέρους του κράτους μέλους των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια». Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Kantarev (C-571/16, EU:C:2018:807, σκέψη 105).


12      Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame (C-46/93 και C-48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 56), καθώς και της 26ης Μαρτίου 1996, British TelecommunicationsBritish TelecommunicationsBritish Telecommunications(C‑392/93, EU:C:1996:131, σκέψεις 42 έως 45).


13      Παρατίθενται στα σημεία 14 και 15 των παρουσών προτάσεων.


14      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ «κατοχυρώνει το καθήκον της Ένωσης να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της, που είναι συμφυής με τη βασική πολιτική και συνταγματική δομή τους, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση».


15      Βλ., όσον αφορά την απόφαση ΥΧΕ του 1991, άρθρο 12, παράγραφος 6, του παραρτήματος ΙΙ· βλ., επίσης, άρθρο 108, παράγραφος 1. Όσον αφορά την απόφαση ΥΧΕ του 2001, βλ. άρθρο 15, παράγραφος 5, καθώς και άρθρο 32 του παραρτήματος ΙΙΙ.


16      Πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου για τη σύνδεση των Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών με την Ευρωπαϊκή Ένωση («απόφαση για τη σύνδεση ΥΧΕ-ΕΕ»), COM(2012) 362 τελικό.


17      Έγγραφο 16832/13 ADD 1 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2013. Σύμφωνα με τη δήλωση της Επιτροπής, ο νέος κανόνας για την οικονομική ευθύνη θα μπορούσε να είναι μια απλή κωδικοποίηση της υποχρεώσεως που ήδη υφίσταται βάσει των Συνθηκών. Η Δανία, οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο απέρριψαν την εν λόγω θέση κατηγορηματικά.


18      Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών επικαλείται συναφώς την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά ΚοινοβουλίουNencini κατά Κοινοβουλίου (C-447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψεις 38, 47 και 48).


19      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE 2002, L 248, σ. 1).


20      Παραθέτοντας την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-276/97, EU:C:2000:424, σκέψη 63).


21      Η οποία αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα της γενικής προσεγγίσεως «αναμείξεως και συνδυασμού» όσον αφορά εφαρμοστέους κανόνες από διαφορετικά καθεστώτα και χαρακτηρίζει αμφότερες τις υποθέσεις, και η οποία αναλύεται διεξοδικά στις αντίστοιχες προτάσεις μου στην υπόθεση C-391/17, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ιδίως στα σημεία 38 έως 42 και 65 έως 84.


22      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-311/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:257, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επί της εν λόγω συζητήσεως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C-359/97, EU:C:2000:42, σημείο 96). Ωστόσο, η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως προσφυγής περιόδου δεν πρέπει να προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας του κράτους μέλους. Πρβλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1991, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑96/89, EU:C:1991:213, σκέψη 16), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C-359/97, EU:C:2000:426, σκέψη 28).


23      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑312/04, EU:C:2006:643, σκέψη 32).


24      Επί παραδείγματι, όσον αφορά την ευθύνη της Ένωσης, το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει πενταετή προθεσμία παραγραφής από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία διακόπτεται είτε με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου είτε με την υποβολή αιτήσεως από τον ζημιωθέντα στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης. Όσον αφορά την ευθύνη των κρατών μελών, οι προθεσμίες που επιβάλλονται από την εθνική νομοθεσία για τις απαιτήσεις που αφορούν οφειλές του Κράτους γίνονται δεκτές εφόσον συνάδουν με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, Danske Slagterier (C-445/06, EU:C:2009:178, σκέψεις 31 έως 35).


25      Απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Δανίας (C-392/02, EU:C:2005:683, σκέψη 66). Βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑335/12, EU:C:2014:2084, σκέψη 79).