Language of document : ECLI:EU:T:2019:65

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 7ης Φεβρουαρίου 2019 (*)(i)

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Άρθρο 42γ του ΚΥΚ – Απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας – Ίση μεταχείριση – Απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Δικαίωμα ακροάσεως – Καθήκον μέριμνας – Ευθύνη»

Στην υπόθεση T‑11/17,

RK, πρώην υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους L. Levi και A. Tymen και στη συνέχεια από τον L. Levi, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους M. Bauer και R. Meyer,

καθού-εναγομένου,

υποστηριζόμενου από:

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους A. Τρουπιώτη και J. A. Steele,

παρεμβαίνον,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της μη φέρουσας ημερομηνία αποφάσεως του Συμβουλίου περί απομακρύνσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας, βάσει του άρθρου 42γ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 2016 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα‑ενάγουσα,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, E. Buttigieg (εισηγητή), F. Schalin, B. Berke και M. J. Costeira, δικαστές,

γραμματέας: G. Predonzani, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Ιουνίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1        Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013 (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15).

2        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 3, 7 και 12 του κανονισμού 1023/2013 έχουν ως εξής:

«(1)      Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα περισσότερα από 50 όργανα και οργανισμούς της, θα πρέπει να εξακολουθήσει να διαθέτει ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση υψηλής ποιότητας, η οποία να της επιτρέπει να επιτυγχάνει τους στόχους της, να εφαρμόζει τις πολιτικές της, να ασκεί τις δραστηριότητές της και να επιτελεί τα καθήκοντά της με βάση τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα σύμφωνα με τις Συνθήκες προκειμένου να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, που θα αντιμετωπίζει στο μέλλον, και να υπηρετεί τους πολίτες της Ένωσης.

[…]

(3)      Δεδομένου του μεγέθους της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης σε σχέση με τους στόχους της Ένωσης και τον πληθυσμό της, τυχόν μείωση του προσωπικού των οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης δεν θα πρέπει να δημιουργήσει κωλύματα στην άσκηση των καθηκόντων, των υποχρεώσεων και των λειτουργιών τους σύμφωνα με τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες βάσει των Συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται διαφάνεια όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού που επιβαρύνουν κάθε όργανο και οργανισμό σε σχέση με όλες τις κατηγορίες του προσωπικού που απασχολεί.

[…]

(7)      Ο ευρύτερος στόχος θα πρέπει να είναι η βέλτιστη δυνατή διαχείριση των ανθρώπινων πόρων, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης που θα χαρακτηρίζεται από αριστεία, ικανότητα, ανεξαρτησία, πίστη, αμεροληψία και σταθερότητα, καθώς επίσης από πολιτιστική και γλωσσική ποικιλομορφία και ελκυστικές συνθήκες πρόσληψης.

[…]

(12)      Στα συμπεράσματά του της 8ης Φεβρουαρίου 2013, για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επισήμαινε ότι η ανάγκη της βραχυπρόθεσμης, μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες από όλες τις δημόσιες διοικήσεις και το προσωπικό τους, με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας, και την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες. Μάλιστα υπενθύμιζε τον στόχο της πρότασης της Επιτροπής, του 2011, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία επιδιώκεται να εξασφαλιστεί οικονομική αποδοτικότητα, και αναγνώριζε ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτούν ιδιαίτερη προσπάθεια από όλες τις δημόσιες διοικήσεις και όλα τα μέλη του προσωπικού τους, για τη βελτίωση της απόδοσης και την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες στην Ευρώπη […]».

3        Με το άρθρο 1, σημείο 24, του κανονισμού 1023/2013 προστέθηκε, στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙΙ του ΚΥΚ, τμήμα 7 τιτλοφορούμενο «Απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας», το οποίο περιλαμβάνει μόνο μία διάταξη, το άρθρο 42γ. Κατά την εν λόγω διάταξη:

«Το νωρίτερο πέντε έτη κατά μέγιστο πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης του μονίμου υπαλλήλου, αν ο υπάλληλος έχει τουλάχιστον 10 έτη υπηρεσίας, μπορεί να απομακρυνθεί από τη θέση του προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, λόγω οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων μέσα στα θεσμικά όργανα.

Ο συνολικός αριθμός των μόνιμων υπαλλήλων οι οποίοι απομακρύνονται από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των οργάνων που συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος. Ο συνολικός αριθμός που υπολογίζεται με τον τρόπο αυτό κατανέμεται στα θεσμικά όργανα με βάση τον αριθμό των υπαλλήλων καθενός στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Το αποτέλεσμα της κατανομής αυτής στρογγυλεύεται στον πλησιέστερο μεγαλύτερο ακέραιο για κάθε θεσμικό όργανο.

Η απομάκρυνση αυτή από τη θέση δεν συνιστά πειθαρχικό μέτρο.

Η διάρκεια της απομάκρυνσης από τη θέση αντιστοιχεί κατά κανόνα στο διάστημα έως ότου ο υπάλληλος φτάσει στην ηλικία συνταξιοδότησης. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να τερματίσει την απομάκρυνση από τη θέση και να επαναφέρει τον υπάλληλο στη θέση του.

Όταν ο υπάλληλος που έχει απομακρυνθεί από τη θέση του προς το συμφέρον της υπηρεσίας φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης, συνταξιοδοτείται αυτομάτως.

Η απομάκρυνση προς το συμφέρον της υπηρεσίας διέπεται από τους εξής κανόνες:

α)      ο υπάλληλος μπορεί να αντικατασταθεί από άλλο υπάλληλο, στη θέση που κατείχε,

β)      κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσής του προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ο υπάλληλος παύει να έχει δικαίωμα προαγωγής κατά κλιμάκιο και προαγωγής κατά βαθμό.

Ο υπάλληλος που έχει απομακρυνθεί από τη θέση του λαμβάνει αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα IV.

Αν υπάρξει σχετικό αίτημα από τον υπάλληλο, η αποζημίωση υπόκειται σε εισφορές υπέρ του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, υπολογιζόμενες με βάση την αποζημίωση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος υπηρεσίας του υπαλλήλου υπό καθεστώς απομάκρυνσης από τη θέση του προ[ς] το συμφέρον της υπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό του υπολογισμού των ετών συντάξιμης υπηρεσίας υπό την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII.

Η αποζημίωση δεν υπόκειται σε διορθωτικό συντελεστή.»

4        Ο κανονισμός 1023/2013 τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2013, ενώ το άρθρο 42γ του ΚΥΚ άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2014.

5        Η προσφεύγουσα-ενάγουσα, RK, είναι πρώην υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εισήλθε στην υπηρεσία στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου (στο εξής: ΓΓΣ) στις 16 Μαρτίου 1989 και μονιμοποιήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1989. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, υπηρέτησε σε διάφορες γενικές διευθύνσεις και υπηρεσίες. Από την 1η Απριλίου 2013 έως τις 30 Ιουνίου 2016, υπηρετούσε σε θέση βοηθητικού προσωπικού στη μονάδα «Ανάπτυξη προσωπικού» (στο εξής: ΜΑΠ) της γενικής διευθύνσεως Α (Διοίκηση).

6        Με την ανακοίνωση προς το προσωπικό 71/15, της 23ης Οκτωβρίου 2015 (στο εξής: CP 71/15), ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου παρέσχε πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ από το εν λόγω θεσμικό όργανο. Κατά την εν λόγω ανακοίνωση:

«[…] Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να καινοτομούν και να εκσυγχρονίζονται διαρκώς, πράγμα που σημαίνει ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι πρέπει να αποκτούν νέες δεξιότητες και να ανανεώνουν τις γνώσεις τους προκειμένου να προσαρμόζονται στις εξελίξεις. Αυτές οι νέες δεξιότητες ενδέχεται να σχετίζονται, για παράδειγμα, με νέα εργαλεία πληροφορικής, νέα συστήματα για την παραγωγή εγγράφων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου/του Συμβουλίου, νέες διαδικασίες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή του εσωτερικού ελέγχου, νέες μεθόδους εργασίας ή νέους τρόπους διαχείρισης ή οργάνωσης.

Η απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας σκοπεί να παράσχει στους υπαλλήλους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον τη δυνατότητα να απομακρυνθούν από τη θέση τους πριν από την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. […]

Για το 2015, εντός του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι διαθέσιμες πέντε (5) τέτοιες δυνατότητες […]».

7        Στις 12 Νοεμβρίου 2015, κατά τη διάρκεια συνεντεύξεως με την προϊσταμένη της ΜΑΠ, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ενημερώθηκε για την πρόθεση της τελευταίας να προτείνει στη Διοίκηση να εξετάσει το ενδεχόμενο απομακρύνσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με βάση το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

8        Η διαδικασία διεξαγωγής και το περιεχόμενο αυτής της συνεντεύξεως συνοψίζονται σε σημείωμα της προϊσταμένης της ΜΑΠ της 18ης Νοεμβρίου 2015 προς τη διευθύντρια ανθρωπίνων πόρων και διοικήσεως προσωπικού (στο εξής: διευθύντρια ΑΠΔΠ). Στο σημείωμα αυτό, η προϊστάμενη της ΜΑΠ ζητούσε από τη Διοίκηση την απομάκρυνση της προσφεύγουσας-ενάγουσας από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με βάση το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

9        Στις 25 Νοεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα-ενάγουσα έγινε δεκτή από τη διευθύντρια ΑΠΔΠ, παρουσία ενός υπαλλήλου που συνόδευε την προσφεύγουσα-ενάγουσα, ενός παρατηρητή που είχε οριστεί από την επιτροπή προσωπικού και του προϊσταμένου της μονάδας νομικών συμβούλων της διοικήσεως. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεντεύξεως, η διευθύντρια ΑΠΔΠ παρουσίασε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα το νομικό πλαίσιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ και της εξέθεσε συνοπτικά τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι η εν λόγω διάταξη μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση της προσφεύγουσας‑ενάγουσας. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα εξέφρασε τη διαφωνία της με το σχεδιαζόμενο μέτρο.

10      Μετά το πέρας της ανωτέρω συνεντεύξεως, στις 25 Νοεμβρίου 2015, η διευθύντρια ΑΠΔΠ απηύθυνε σημείωμα προς τον γενικό διευθυντή διοικήσεως, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), συνιστώντας την απομάκρυνση της προσφεύγουσας-ενάγουσας από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας με βάση το άρθρο 42γ του ΚΥΚ, από 31ης Δεκεμβρίου 2015. Το σημείωμα αυτό περιλάμβανε σε παράρτημα το από 18 Νοεμβρίου 2015 σημείωμα της προϊσταμένης της ΜΑΠ, καθώς και επισκόπηση του ιστορικού της σταδιοδρομίας της προσφεύγουσας‑ενάγουσας.

11      Με σημείωμα της 30ής Νοεμβρίου 2015, ο γενικός διευθυντής διοικήσεως ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα για την πρόθεσή του να την απομακρύνει από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας και την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών.

12      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε στις 7 Δεκεμβρίου 2015 τις γραπτές παρατηρήσεις της, με τις οποίες ζήτησε από την ΑΔΑ να αναθεωρήσει την πρόθεσή της να εφαρμόσει στην περίπτωσή της το άρθρο 42γ του ΚΥΚ και, εν πάση περιπτώσει, να επανεξετάσει την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως για το έτος 2015, προκειμένου να της δοθεί επαρκής χρόνος ώστε να προετοιμαστεί οικονομικώς και ψυχολογικώς για την απομάκρυνσή της από τη θέση της.

13      Στις 8 Δεκεμβρίου 2015, έλαβε χώρα ακρόαση της προσφεύγουσας‑ενάγουσας ενώπιον του γενικού διευθυντή διοικήσεως.

14      Με μη φέρουσα ημερομηνία απόφαση του γενικού διευθυντή διοικήσεως υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, την οποία η προσφεύγουσα‑ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι παρέλαβε στις 4 Φεβρουαρίου 2016, η τελευταία απομακρύνθηκε από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας με ισχύ από 30ής Ιουνίου 2016. Οι λόγοι για τη λήψη αυτού του μέτρου έναντι της προσφεύγουσας-ενάγουσας επεξηγούνταν στο σημείο 10 της προαναφερθείσας αποφάσεως.

15      Πρώτον, στο σημείο 10, στοιχείο a, της εν λόγω αποφάσεως, αναφερόταν ότι η ΜΑΠ, στην οποία υπηρετούσε η προσφεύγουσα‑ενάγουσα, προέβαινε σε προσαρμογή των μεθόδων εργασίας της στις μεταρρυθμίσεις που λάμβαναν χώρα και στις λοιπές υπηρεσίες της διευθύνσεως «Ανθρώπινοι πόροι και διοίκηση προσωπικού». Η εξέλιξη αυτή συνίστατο κυρίως στην καθιέρωση αυτοματοποιημένων διαδικασιών, στη εφαρμογή νέων δραστηριοτήτων, στην ψηφιοποίηση των συστημάτων διαχείρισης καθηκόντων και άλλων διαδικασιών, καθώς και στην υιοθέτηση των διοργανικών λύσεων πληροφορικής που έχουν εφαρμογή σε όλα τα συστήματα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων. Αναφερόταν ότι ο ρυθμός αυτής της εξέλιξης έπρεπε να διατηρηθεί, προκειμένου να ακολουθηθούν οι νέες προσεγγίσεις σε θέματα ανθρωπίνων πόρων και διοικήσεως προσωπικού που είχαν καθιερωθεί εντός της ΓΓΣ.

16      Δεύτερον, στο σημείο 10, στοιχείο b, της ως άνω αποφάσεως, διευκρινιζόταν ότι, για την υλοποίηση των εν λόγω μεταρρυθμίσεων, το προσωπικό έπρεπε να κατέχει την κατάλληλη τεχνογνωσία και να διαθέτει ορισμένο βαθμό ευελιξίας και προσαρμοστικότητας.

17      [εμπιστευτικό]

18      [εμπιστευτικό]

19      [εμπιστευτικό]

20      [εμπιστευτικό]

21      Περαιτέρω, η ΑΔΑ διευκρίνιζε ότι η απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 30 Ιουνίου 2016, προκειμένου να παρασχεθεί στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ο αναγκαίος χρόνος ώστε να προετοιμαστεί από οικονομικής και ψυχολογικής απόψεως για την απομάκρυνσή της από τη θέση της.

22      Με σημείωμα της 8ης Φεβρουαρίου 2016, η προϊστάμενη της μονάδας «Ατομικά δικαιώματα» διαβίβασε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα πληροφορίες σχετικά με τα οικονομικά δικαιώματά της που συνδέονταν με την απομάκρυνση από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

23      Στις 29 Απριλίου 2016, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω, με βάση το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Η εν λόγω διοικητική ένσταση απορρίφθηκε με ρητή απόφαση του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2016.

II.    Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

24      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Ιανουαρίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.

25      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε να παραμείνει ανώνυμη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 66 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Με διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε το αίτημα αυτό.

26      Στις 4 Απριλίου 2017, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.

27      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Μαΐου 2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να παρέμβει στην υπό κρίση υπόθεση υπέρ του Συμβουλίου.

28      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Ιουνίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής και στα παραρτήματά του έναντι του Κοινοβουλίου.

29      Στις 14 Ιουνίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως.

30      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιουνίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα απαντήσεως και στα παραρτήματά του έναντι του Κοινοβουλίου.

31      Με διάταξη του προέδρου του δεύτερου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2017, επετράπη στο Κοινοβούλιο να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Στην εν λόγω διάταξη διευκρινιζόταν ότι τα επιδοθέντα και, κατά περίπτωση, τα προς επίδοση στους κύριους διαδίκους έγγραφα θα κοινοποιούνταν στο παρεμβαίνον υπό μη εμπιστευτική μορφή και ότι απόφαση επί του βασίμου του αιτήματος εμπιστευτικότητας θα λαμβανόταν μεταγενέστερα, αν παρίστατο ανάγκη, λαμβανομένων υπόψη των ενδεχόμενων συναφών αντιρρήσεων.

32      Το Κοινοβούλιο δεν διατύπωσε αντίρρηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας σχετικά με τα ανωτέρω αιτήματα εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα-ενάγουσα.

33      Στις 28 Ιουλίου 2017, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως.

34      Στις 18 Αυγούστου 2017, το Κοινοβούλιο κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

35      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Αυγούστου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση έναντι του Κοινοβουλίου ορισμένων πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα ανταπάντησης. Το τελευταίο δεν διατύπωσε αντίρρηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας σχετικά με το αίτημα αυτό.

36      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2017, το Συμβούλιο δήλωσε ότι δεν προτίθετο να υποβάλει παρατηρήσεις επί του υπομνήματος παρεμβάσεως του Κοινοβουλίου.

37      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Οκτωβρίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος παρεμβάσεως του Κοινοβουλίου.

38      Στις 18 Οκτωβρίου 2017, ο Γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου γνωστοποίησε στους διαδίκους την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας.

39      Με έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση, βάσει του άρθρου 106 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να ακουστεί στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας.

40      Κατόπιν προτάσεως του δεύτερου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, στις 10 Απριλίου 2018, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας, να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

41      Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να κινήσει την προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού του Διαδικασίας, κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένα ερωτήματα και να καταθέσουν ορισμένα έγγραφα. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

42      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στα ερωτήματα του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Ιουνίου 2018.

43      Η προφορική διαδικασία περατώθηκε με απόφαση του προέδρου του δευτέρου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2018, κατόπιν της υποβολής από το Συμβούλιο των δύο σειρών εγγράφων που ζήτησε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας.

44      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 2016 (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως)·

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα‑ενάγουσα αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστη·

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

45      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.

46      Το Κοινοβούλιο ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή-αγωγή.

III. Σκεπτικό

1.      Επί του αντικειμένου της προσφυγής-αγωγής

47      Στο πλαίσιο του πρώτου κεφαλαίου των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω και, «στο μέτρο που είναι αναγκαίο», η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως. Συνεπώς, πρέπει να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ αυτών των δύο αποφάσεων και, κατ’ επέκταση, να προσδιοριστεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής.

48      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η διοικητική ένσταση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του KYK και η απόρριψή της, ρητή ή σιωπηρή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύνθετης διοικητικής διαδικασίας, η οποία αποτελεί προαπαιτούμενο της ασκήσεως ένδικης προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ένδικη προσφυγή, έστω και αν στρέφεται ρητώς κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, έχει ως αποτέλεσμα το δικαστήριο να επιλαμβάνεται της βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Κοινοβουλίου, 293/87, EU:C:1989:8, σκέψεις 7 και 8), εκτός αν η απόρριψη της ενστάσεως έχει διαφορετικό περιεχόμενο από την πράξη κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση αυτή (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006, Staboli κατά Επιτροπής, T‑281/04, EU:T:2006:334, σκέψη 26).

49      Πράγματι, κάθε απόφαση απορριπτική διοικητικής ενστάσεως, είτε ρητή είτε σιωπηρή, όταν είναι απλή και σαφής, επιβεβαιώνει απλώς την πράξη ή την παράλειψη για την οποία παραπονείται ο ενιστάμενος και δεν συνιστά αφεαυτής πράξη δεκτική προσβολής, οπότε τα αιτήματα που βάλλουν κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο έναντι της αρχικής αποφάσεως, πρέπει να θεωρείται ότι βάλλουν κατά της αρχικής πράξεως (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2015, Z κατά Δικαστηρίου, T-88/13 P, EU:T:2015:393, σκέψη 141 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Μια ρητή απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, μπορεί να μην έχει χαρακτήρα επιβεβαιωτικό της πράξεως την οποία προσβάλλει ο προσφεύγων. Τούτο ισχύει όταν η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως περιέχει επανεξέταση της καταστάσεως του προσφεύγοντος βάσει νέων νομικών και πραγματικών στοιχείων ή όταν τροποποιεί ή συμπληρώνει την αρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως συνιστά πράξη υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως και μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί βλαπτική πράξη η οποία αντικαθιστά την προσβαλλόμενη πράξη (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2017, Skareby κατά ΕΥΕΔ, T-585/16, EU:T:2017:613, σκέψη 18).

51      Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι το αίτημά της να ακυρωθεί η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως είναι παραδεκτό, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή περιέχει νέα στοιχεία σε σχέση με την απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει ποια είναι αυτά τα στοιχεία. Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο δεν έλαβαν θέση επί του ζητήματος του προσδιορισμού του αντικειμένου της προσφυγής-αγωγής και, γενικότερα, δεν αμφισβήτησαν το παραδεκτό του αιτήματος ακυρώσεως που στρέφεται κατά των δύο αποφάσεων που μνημονεύονται στο πρώτο κεφάλαιο των αιτημάτων της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

52      Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή‑αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ασκήθηκαν εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.

53      Έπειτα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως επικυρώνει την απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω και την αιτιολογία της. Επιπλέον, η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, χωρίς να επανεξεταστεί η κατάσταση της προσφεύγουσας-ενάγουσας βάσει νέων νομικών και πραγματικών στοιχείων, απαντά στις αιτιάσεις που προβλήθηκαν με τη διοικητική ένσταση και, επί τη ευκαιρία, συμπληρώνει την αιτιολογία η οποία περιλαμβάνεται στην απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι βλαπτική για την προσφεύγουσα-ενάγουσα πράξη είναι μόνον η απόφαση που μνημονεύεται στη σκέψη 14 ανωτέρω (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) και ότι η νομιμότητα της αποφάσεως αυτής πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένης υπόψη και της αιτιολογίας η οποία περιλαμβάνεται στην απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως (πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, HQ κατά ΚΓΦΠ, T-592/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:897, σκέψεις 20 και 21).

2.      Επί του παραδεκτού ορισμένων από τα έγγραφα που προσκόμισε το Συμβούλιο στις 6 Ιουνίου 2018

54      Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε το Συμβούλιο να προσκομίσει, εντός μίας εβδομάδας, τα έγγραφα που μνημονεύονται στις υποσημειώσεις 8 και 9 της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως. Ωστόσο, στις 6 Ιουνίου 2018, το Συμβούλιο προσκόμισε όχι μόνο τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα (παραρτήματα E.1 και E.6 του εγγράφου διαδικασίας της 6ης Ιουνίου 2018), αλλά και τέσσερα ακόμη έγγραφα τα οποία δεν είχαν ζητηθεί από το Γενικό Δικαστήριο (παραρτήματα E.2 έως E.5 του εγγράφου διαδικασίας της 6ης Ιουνίου 2018), και παρουσίασε το περιεχόμενο των τελευταίων αυτών εγγράφων στα σημεία 4 έως 7 του εγγράφου διαδικασίας της 6ης Ιουνίου 2018. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στα προαναφερθέντα παραρτήματα E.2 έως E.5, το έγγραφο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα E.1 σχετικά με τη συνάντηση της ΜΑΠ της 29ης Ιανουαρίου 2015, το οποίο επίσης δεν είχε ζητηθεί από το Γενικό Δικαστήριο, καθώς και τα όσα αναφέρονται σχετικά με τα σημεία 4 έως 7 του εγγράφου διαδικασίας της 6ης Ιουνίου 2018, κηρύσσονται απαράδεκτα με βάση το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, στο μέτρο που δεν ζητήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και στο μέτρο που το Συμβούλιο δεν εξήγησε τον λόγο για τον οποίο δεν τα είχε προσκομίσει νωρίτερα.

3.      Επί του αιτήματος ακυρώσεως

55      Προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, από τους οποίους με τον πρώτο προβάλλεται ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, με τον δεύτερο προβάλλεται παράβαση της διατάξεως αυτής, καθώς και της CP 71/15, πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως, με τον τρίτο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και με τον τέταρτο παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.

1.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 4 του ΚΥΚ

1)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

56      Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ στερείται νομιμότητας στο μέτρο που παραβιάζει την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, λόγω ηλικίας, οι οποίες κατοχυρώνονται στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16), και στο άρθρο 1δ του ΚΥΚ.

57      Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ, στο μέτρο που τυγχάνει ρητώς εφαρμογής στους μονίμους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό «[τ]ο νωρίτερο πέντε έτη κατά μέγιστο πριν από την ηλικία συνταξιοδότησ[ής τους]», καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78. Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά και λογικά από κάποιον θεμιτό στόχο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Εξάλλου, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ επιδιώκει τέτοιον θεμιτό στόχο, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του στόχου αυτού δεν είναι ούτε πρόσφορα ούτε αναγκαία κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

58      Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο αντικρούουν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας και ζητούν την απόρριψη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

59      Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να προσδιοριστούν οι διατάξεις βάσει των οποίων πρέπει να εξεταστεί η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλει η προσφεύγουσα-ενάγουσα.

60      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η δε αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του εν λόγω Χάρτη, αποτελεί ιδιαίτερη έκφανσή της (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 29).

61      Εξάλλου, στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται, μεταξύ άλλων, στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας.

62      Επομένως, η νομιμότητα του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, το οποίο προστέθηκε στον ΚΥΚ με τον κανονισμό 1023/2013, πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του υπέρτερης ισχύος κανόνα του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα-ενάγουσα στην επιχειρηματολογία της και το οποίο απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τις διακρίσεις λόγω ηλικίας.

63      Όσον αφορά την οδηγία 2000/78, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα-ενάγουσα, επιβάλλεται καταρχάς η παρουσίαση των κρίσιμων διατάξεών της.

64      Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός», προβλέπει τα εξής:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.»

65      Το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78, το οποίο φέρει τον τίτλο «Η έννοια των διακρίσεων», ορίζει, στην παράγραφο 1 και 2, τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.      Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)      συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,

β)      συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν,

i)      η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία […]».

66      Το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78, το οποίο επιγράφεται «Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας», ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:

«Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:

α)      την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,

β)      τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,

γ)      τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.»

67      Έπειτα, υπενθυμίζεται ότι από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι οι οδηγίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Επομένως, η οδηγία 2000/78, όπως διευκρινίζεται άλλωστε στο άρθρο της 21, απευθύνεται στα κράτη μέλη και όχι στα θεσμικά όργανα. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας καθεαυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλουν υποχρεώσεις στα θεσμικά όργανα κατά την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας τους ή της εξουσίας τους λήψεως αποφάσεων (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Rinke, C-25/02, EU:C:2003:435, σκέψη 24, και της 21ης Μαΐου 2008, Belfass κατά Συμβουλίου, T-495/04, EU:T:2008:160, σκέψη 43) ούτε μπορούν καθεαυτές να στηρίξουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 42γ του ΚΥΚ (πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-325/09 P, EU:T:2011:506, σκέψη 52).

68      Ωστόσο, μολονότι η οδηγία 2000/78 δεν δύναται καθεαυτή να επιβάλει υποχρεώσεις στα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας τους ή της εξουσίας τους λήψεως αποφάσεων σχετικά με τη ρύθμιση των σχέσεων εργασίας μεταξύ των ιδίων και των μελών του προσωπικού τους, εντούτοις, οι κανόνες ή οι αρχές που διατυπώνονται ή συνάγονται από την οδηγία αυτή μπορούν να προβληθούν έναντι των εν λόγω θεσμικών οργάνων όταν αποτελούν απλώς ιδιαίτερη έκφανση θεμελιωδών κανόνων των Συνθηκών και γενικών αρχών που δεσμεύουν ευθέως τα εν λόγω θεσμικά όργανα (πρβλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2016, Todorova Androva κατά Συμβουλίου κ.λπ., T-366/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:729, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η οδηγία 2000/78 συγκεκριμενοποιεί, στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C-416/13, EU:C:2014:2371, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

70      Επομένως, οι διατάξεις της οδηγίας 2000/78, μολονότι δεν μπορούν καθεαυτές να στηρίξουν την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, μπορούν, ωστόσο, να αποτελέσουν πηγή εμπνεύσεως για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων του νομοθέτη της Ένωσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης της Ένωσης, λαμβανομένων, πάντως, υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο θα λάβει υπόψη την οδηγία 2000/78 σύμφωνα με τα ανωτέρω.

71      Όσον αφορά το άρθρο 1δ του ΚΥΚ, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα-ενάγουσα, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση, μεταξύ άλλων λόγω ηλικίας, κατά την εφαρμογή του ΚΥΚ. Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον ΚΥΚ με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων (ΕΕ 2004, L 124, σ. 1).

72      Καθόσον το άρθρο 1δ του ΚΥΚ περιλαμβάνεται στην ίδια, κανονιστικής φύσεως, πράξη με το άρθρο 42γ του ΚΥΚ, δηλαδή στον ΚΥΚ, και συνεπώς κατέχει ίδια θέση με το άρθρο αυτό στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί κανόνα βάσει του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί η νομιμότητα του άρθρου 42γ του ΚΥΚ.Εξάλλου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα διευκρίνισε ότι επικαλέστηκε το άρθρο 1δ του ΚΥΚ μόνον στο μέτρο που η διάταξη αυτή κατοχυρώνει τη γενική αρχή της ισότητας έναντι του νόμου και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, λόγω ηλικίας.

73      Με βάση τις ως άνω σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η νομιμότητα του άρθρου 42γ του ΚΥΚ πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπόψη της οδηγίας 2000/78, εντός των ορίων που εκτίθενται στη σκέψη 70 ανωτέρω.

74      Όπως επισημάνθηκε ήδη (βλ. σκέψη 60 ανωτέρω), το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του εν λόγω Χάρτη.

75      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις κατά τρόπο όμοιο, εκτός αν τούτο δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

76      Πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, αν το άρθρο 42γ του ΚΥΚ καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας και, έπειτα, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν αυτή η διαφορετική μεταχείριση συνάδει, εντούτοις, με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, υπό την έννοια ότι πληροί τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 1, του εν λόγω Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 35).

2)      Επί της υπάρξεως διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας

77      Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ εφαρμόζεται «[τ]ο νωρίτερο πέντε έτη κατά μέγιστο πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης» των υπαλλήλων τους οποίους αφορά. Το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι αυτή η διάταξη έχει εφαρμογή σε υπαλλήλους ηλικίας μεταξύ 55 και σχεδόν 66 ετών. Όπως συνάγεται από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο και από τις διευκρινίσεις που παρέσχε το Συμβούλιο με τη γραπτή απάντησή του σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου, αυτό το ηλικιακό φάσμα προκύπτει με βάση την ακόλουθη συλλογιστική.

78      Όσον αφορά τους υπαλλήλους που εισήλθαν στην υπηρεσία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 22, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει τα εξής:

«Για υπαλλήλους που υπηρετούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, η ηλικία συνταξιοδότησης που λαμβάνεται υπόψη για όλες τις αναφορές που γίνονται στην ηλικία συνταξιοδότησης στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ορίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, εκτός αν στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ορίζεται διαφορετικά.»

79      Η εν λόγω ηλικία συνταξιοδοτήσεως κυμαίνεται από τα 60 έως τα 65 έτη ανάλογα με την ηλικία του υπαλλήλου την 1η Μαΐου 2014, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των τεσσάρων πρώτων εδαφίων του άρθρου 22, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ.

80      Όσον αφορά τους υπαλλήλους που εισήλθαν στην υπηρεσία μετά την 1η Ιανουαρίου 2014, η ηλικία συνταξιοδοτήσεως καθορίζεται στα 66 έτη δυνάμει του άρθρου 52, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ΚΥΚ.

81      Συνεπώς, η απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας, δεδομένου ότι μπορεί να εφαρμοστεί στους υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει 10 έτη υπηρεσίας και βρίσκονται το νωρίτερο πέντε έτη πριν από την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, αφορά δυνητικώς τους υπαλλήλους ηλικίας μεταξύ 55 ετών (για όσους την 1η Μαΐου 2014 ήταν 60 ετών και άνω και των οποίων η ηλικία συνταξιοδοτήσεως καθοριζόταν στα 60 έτη) και 66 ετών (για όσους προσελήφθησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2014 και των οποίων η ηλικία συνταξιοδοτήσεως έχει καθοριστεί στα 66 έτη).

82      Στο μέτρο που το άρθρο 42γ του ΚΥΚ εφαρμόζεται μόνον στους υπαλλήλους ηλικίας μεταξύ 55 και 66 ετών και όχι στους υπαλλήλους μικρότερης ηλικίας, η διάταξη αυτή καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας.

83      Επισημαίνεται ότι το Συμβούλιο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 42γ του ΚΥΚ είναι δυνατόν να εμπίπτει στην έννοια της διακρίσεως κατ’ άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78, στο μέτρο που δεν αναφέρεται σε «ορισμένη ηλικία», αλλά στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, η οποία μπορεί να ποικίλλει. Επομένως, πρόκειται για υποστηρικτικό του συνταξιοδοτούμενου υπαλλήλου μέτρο το οποίο σκοπεί να μετριάσει τον απότομο χαρακτήρα της συνταξιοδοτήσεως και όχι να καθιερώσει διάκριση με βάση ορισμένη ηλικία σε σχέση με κάποια άλλη. Προς επίρρωση αυτής της συλλογιστικής, το Συμβούλιο σημειώνει επίσης ότι η εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ υπόκειται και σε μια δεύτερη προϋπόθεση ανεξάρτητη από την ηλικία, δηλαδή τη συμπλήρωση τουλάχιστον δέκα ετών υπηρεσίας.

84      Αυτή η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου αφορά τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ και δεν θέτει εν αμφιβόλω την ύπαρξη της εν λόγω διαφορετικής μεταχειρίσεως. Η διάταξη αυτή, καθόσον αφορά μόνο τους υπαλλήλους που ανήκουν σε συγκεκριμένο και σαφώς προσδιορισμένο ηλικιακό φάσμα, εισάγει διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη ευθέως στην ηλικία, παρά το γεγονός ότι το προαναφερθέν ηλικιακό φάσμα προσδιορίζεται με βάση την ηλικία συνταξιοδοτήσεως των οικείων υπαλλήλων. Το ζήτημα αν αυτή η διαφορετική μεταχείριση συνιστά διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είναι διακριτό από το ζήτημα της υπάρξεως διαφορετικής μεταχειρίσεως.

85      Εξάλλου, σε απάντηση, πάντοτε, της επιχειρηματολογίας του Συμβουλίου που εκτίθεται στη σκέψη 83 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ προβλέπει και άλλες προϋποθέσεις που δεν σχετίζονται με την ηλικία, όπως την προϋπόθεση που αφορά την αρχαιότητα των οικείων υπαλλήλων και την προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων», δεν αναιρεί το γεγονός ότι, εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στο επίμαχο ηλικιακό φάσμα υφίστανται διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους υπαλλήλους που δεν εμπίπτουν σε αυτό.

86      Κατά τη νομολογία, προκειμένου να προσαφθεί στον νομοθέτη της Ένωσης ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει αυτός να έχει αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις, συνεπαγόμενες μειονέκτημα για ορισμένα πρόσωπα σε σχέση με άλλα (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ., C-127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Με βάση τη νομολογία αυτή, πρέπει, εν προκειμένω, να εξακριβωθεί αν η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ συνεπάγεται μειονέκτημα για τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στο επίμαχο ηλικιακό φάσμα σε σχέση με εκείνους που δεν εμπίπτουν σε αυτό (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C‑190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 33).

87      Εν προκειμένω, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στο επίμαχο ηλικιακό φάσμα και, ως εκ τούτου, υπόκεινται δυνητικώς στο μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 42γ του ΚΥΚ ενδέχεται να υποστούν, παρά τη θέλησή τους, μεταβολή της διοικητικής καταστάσεώς τους, καθόσον παύουν να βρίσκονται σε «ενεργό υπηρεσία» κατά την έννοια του άρθρου 36 του ΚΥΚ και απομακρύνονται «από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας». Εξάλλου, οι υπάλληλοι αυτοί παύουν να απολαύουν της εξέλιξης της σταδιοδρομίας τους στο μέτρο που, με βάση το άρθρο 42γ, έκτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, του ΚΥΚ, παύουν να έχουν δικαίωμα προαγωγής κατά κλιμάκιο και προαγωγής κατά βαθμό.

88      Οι υπάλληλοι που δεν υπόκεινται στην εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ δεν υφίστανται τα ανωτέρω μειονεκτήματα όσον αφορά τη σταδιοδρομία τους.

89      Επιπλέον, οι υπάλληλοι που απομακρύνονται από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας υφίστανται αναμφιβόλως μείωση των επαγγελματικών εισοδημάτων τους εξαιτίας, μεταξύ άλλων, του ότι παύουν να λαμβάνουν τον βασικό μισθό, ο οποίος αντικαθίσταται από αποζημίωση που ρυθμίζεται στο έβδομο εδάφιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ. Με βάση τη διάταξη αυτή, η εν λόγω αποζημίωση υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα IV του ΚΥΚ, πράγμα που σημαίνει ότι οι υπάλληλοι που απομακρύνονται από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας λαμβάνουν κατά τους τρεις πρώτους μήνες εφαρμογής του μέτρου μηνιαία αποζημίωση ίση με τον βασικό μισθό τους, από τον τέταρτο έως τον έκτο μήνα εφαρμογής του μέτρου μηνιαία αποζημίωση ίση με το 85 % του βασικού μισθού και από τον έβδομο μήνα έως τη λήξη του μέτρου, δηλαδή έως την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, μηνιαία αποζημίωση ίση με το 70 % του βασικού μισθού. Κατά το ένατο εδάφιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, η εν λόγω αποζημίωση δεν υπόκειται σε διορθωτικό συντελεστή. Επιπλέον, η προαναφερθείσα οικονομική ζημία ενδέχεται να επιταθεί εξαιτίας του ότι οι υπάλληλοι αυτοί παύουν να έχουν δικαίωμα προαγωγής κατά κλιμάκιο και προαγωγής κατά βαθμό, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω.

90      Οι υπάλληλοι που δεν εμπίπτουν στο επίμαχο ηλικιακό φάσμα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται στην εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ δεν υφίστανται τα οικονομικά μειονεκτήματα που εκτίθενται στη σκέψη 89 ανωτέρω.

91      Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας.

3)      Επί της πληρώσεως των προϋποθέσεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

92      Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οποιοσδήποτε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον εν λόγω Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

93      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ προβλέπεται από τον «νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο μέτρο που η διάταξη αυτή προβλέπεται από τον κανονισμό 1023/2013 (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 37).

94      Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η προαναφερθείσα διαφορετική μεταχείριση αφορά ζήτημα περιορισμένης εμβέλειας στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης της Ένωσης, δηλαδή την απομάκρυνση από τη θέση τους, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ορισμένων υπαλλήλων που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η προϋπόθεση σχετικά με την ηλικία. Κατά συνέπεια, αυτή η διαφορετική μεταχείριση «σέβεται το ουσιώδες περιεχόμενο» της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

95      Προς επίρρωση του ανωτέρω συμπεράσματος, επισημαίνεται ότι το άρθρο 42γ, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει ότι ο συνολικός ετήσιος αριθμός των μονίμων υπαλλήλων οι οποίοι απομακρύνονται από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας δεν μπορεί να υπερβεί το 5 % του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των οργάνων που συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω ανώτατου ορίου και των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 42γ του ΚΥΚ που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, ο ετήσιος αριθμός υπαλλήλων που είναι δυνατόν να απομακρυνθούν από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας είναι πολύ περιορισμένος, όπως συνάγεται και από τις γραπτές απαντήσεις του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο ανέφερε ότι, στους κόλπους του, απομακρύνθηκαν από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας τέσσερις υπάλληλοι κατά τη διάρκεια εκάστου εκ των ετών 2015 έως 2017, επί συνόλου 2.757 εν ενεργεία υπαλλήλων στο Συμβούλιο στις 31 Δεκεμβρίου 2017.

96      Το Γενικό Δικαστήριο θα εξετάσει το ζήτημα κατά πόσον πληρούνται εν προκειμένω οι δύο περαιτέρω προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, βάσει των οποίων είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ. Πρόκειται για την προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη στόχου γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζεται από την Ένωση και στον οποίον ανταποκρίνεται η διαφορετική μεταχείριση, καθώς και για την προϋπόθεση που αφορά την αναλογικότητα.

1)      Επί του ζητήματος κατά πόσο η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ ανταποκρίνεται σε στόχο γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζεται από την Ένωση

97      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Κοινοβούλιο, ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ επιδιώκει τρεις στόχους γενικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της πολιτικής προσωπικού. Πρώτον, αυτή η διαφορετική μεταχείριση επιδιώκει τον σκοπό της βέλτιστης αξιοποιήσεως της επενδύσεως των θεσμικών οργάνων στην επαγγελματική κατάρτιση, παρέχοντας σε αυτά τη δυνατότητα να εστιάσουν την εν λόγω επένδυση στους υπαλλήλους που έχουν ακόμη μπροστά τους εύλογο διάστημα απασχολήσεως πριν από τη συνταξιοδότηση. Δεύτερον, η προαναφερθείσα διαφορετική μεταχείριση επιδιώκει τον σκοπό της υποστηρίξεως των υπαλλήλων που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση και δυσκολεύονται να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον των θεσμικών οργάνων. Τρίτον, αυτή η διαφορετική μεταχείριση επιδιώκει, κατ’ ουσίαν, τον σκοπό της διατηρήσεως ισόρροπης ηλικιακής κατανομής μεταξύ νέων υπαλλήλων και υπαλλήλων μεγαλύτερης ηλικίας, η οποία, με τη σειρά της, ευνοεί την πρόσληψη και προαγωγή των νέων υπαλλήλων, την ανταλλαγή εμπειριών, την καινοτομία και τη γεωγραφική πολυμορφία.

98      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ύπαρξη των τριών προαναφερθέντων σκοπών. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ επιδιώκει αποκλειστικά και μόνον τον σκοπό της μειώσεως του κόστους και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων με την «απαλλαγή» των τελευταίων από τους υπαλλήλους που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση και λαμβάνουν υψηλή αμοιβή. Πλην όμως, ο σκοπός αυτός δεν συνιστά θεμιτό στόχο «της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, ο οποίος να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

99      Πρώτον, επιβάλλεται να εξακριβωθεί η ύπαρξη των σκοπών τους οποίους επικαλούνται τα θεσμικά όργανα. Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 42γ του ΚΥΚ και, ενδεχομένως, το γενικό πλαίσιό του, βάσει του οποίου μπορεί να προσδιοριστεί ο σκοπός που διαπνέει τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας την οποία καθιερώνει το εν λόγω άρθρο (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2007, Palacios de la Villa, C-411/05, EU:C:2007:604, σκέψεις 56 και 57, της 21ης Ιουλίου 2011, Fuchs και Köhler, C‑159/10 και C-160/10, EU:C:2011:508, σκέψη 39, και της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-286/12, EU:C:2012:687, σκέψη 58).

100    Όσον αφορά τον πρώτο προβαλλόμενο σκοπό, δηλαδή τη βέλτιστη αξιοποίηση της επενδύσεως που αφορά την επαγγελματική κατάρτιση, επισημαίνεται καταρχάς ότι η εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ υπόκειται στην προϋπόθεση της υπάρξεως «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων». Η αναφορά στην «απόκτηση νέων ικανοτήτων» καταδεικνύει τη σχέση μεταξύ της προαναφερθείσας διατάξεως και της επαγγελματικής κατάρτισης.

101    Έπειτα, όπως προκύπτει από τη δικογραφία και, μεταξύ άλλων, από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 7ης και 8ης Φεβρουαρίου 2013, ο κανονισμός 1023/2013 και, κατά συνέπεια, το άρθρο 42γ του ΚΥΚ θεσπίστηκαν σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, βούλησης των κρατών μελών για βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της τελευταίας και σταδιακής μειώσεως του προσωπικού των θεσμικών οργάνων κατά 5 % για την περίοδο 2013-2017.

102    Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογικές σκέψεις 1, 3, 7 και 12 του κανονισμού 1023/2013 μνημονεύουν, πρώτον, την ανάγκη να εξακολουθήσει η Ένωση να διαθέτει δημόσια διοίκηση υψηλής ποιότητας (αιτιολογική σκέψη 1), ικανή να επιτελεί να καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στα θεσμικά όργανα σε πλαίσιο μειώσεως του προσωπικού (αιτιολογική σκέψη 3), δεύτερον, την ανάγκη βέλτιστης δυνατής διαχείρισης των ανθρώπινων πόρων (αιτιολογική σκέψη 7) και, τρίτον, κατ’ επίκληση των προαναφερθέντων συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την ανάγκη βελτίωσης της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας, την ανάγκη προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες και την επιδίωξη της εξασφάλισης οικονομικής αποδοτικότητας (αιτιολογική σκέψη 12).

103    Από τις ανωτέρω αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1023/2013 προκύπτει η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να επιδιώξει τον σκοπό της αποτελεσματικής διαχείρισης των δαπανών της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης όσον αφορά την οικονομική αποδοτικότητα, η οποία θα καταστήσει δυνατή τη διατήρηση του υψηλού επιπέδου ποιότητας της διοίκησης αυτής και, εν τέλει, την επίτευξη των στόχων της Ένωσης, την εφαρμογή των πολιτικών της και την εκτέλεση των καθηκόντων της σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας και μειώσεως του προσωπικού των θεσμικών οργάνων. Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως αυτής, καθώς και των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στη σκέψη 100 ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη του σκοπού βέλτιστης αξιοποιήσεως της επενδύσεως που αφορά την επαγγελματική κατάρτιση των υπαλλήλων, τον οποίον επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης μέσω της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

104    Δεύτερον, χωρίς να χρειάζεται να εξακριβωθεί η ύπαρξη των άλλων δύο σκοπών τους οποίους επικαλούνται τα θεσμικά όργανα, πρέπει να εξεταστεί αν ο πρώτος προβαλλόμενος σκοπός, η ύπαρξη του οποίου διαπιστώθηκε, αποτελεί στόχο «γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση» κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

105    Ο πρώτος προβαλλόμενος σκοπός αφορά, κατ’ ουσίαν, την ορθή διαχείριση του δημοσίου χρήματος όσον αφορά την οικονομική αποδοτικότητα, σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας και μειώσεως του προσωπικού των θεσμικών οργάνων. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 310, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, ο προϋπολογισμός της Ένωσης εκτελείται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Επιπλέον, το άρθρο 30, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), ορίζει ότι οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας. Το άρθρο 30, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 966/2012 διευκρινίζει ότι η αρχή της αποδοτικότητας αφορά την καλύτερη σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων και επιτευχθέντων αποτελεσμάτων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης να εξασφαλίσει, μέσω της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ, τη βέλτιστη αξιοποίηση των δαπανών των θεσμικών οργάνων στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης αποτελεί στόχο «γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση».

106    Επιπλέον, ο πρώτος προβαλλόμενος σκοπός, στο μέτρο που αφορά την πολιτική των θεσμικών οργάνων για την επαγγελματική κατάρτιση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, το οποίο, μεταξύ των θεμιτών στόχων οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνεται δυνάμει εθνικών μέτρων, μνημονεύει τον σκοπό της επαγγελματικής κατάρτισης. Επομένως, με βάση και την εν λόγω οδηγία, η οποία αποτελεί εν προκειμένω πηγή εμπνεύσεως για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων του νομοθέτη της Ένωσης (βλ. σκέψη 70 ανωτέρω), ο πρώτος προβαλλόμενος σκοπός αποτελεί στόχο «γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση» κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψεις 42 και 43).

107    Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ ανταποκρίνεται σε έναν τουλάχιστον στόχο γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζεται από την Ένωση κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

108    Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν τίθεται εν αμφιβόλω από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας που εκτίθενται στη σκέψη 98 ανωτέρω. Πράγματι, ανεξάρτητα από το εγειρόμενο με τα επιχειρήματα αυτά ζήτημα του αν ο σκοπός της μειώσεως των δαπανών και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων μπορεί αυτός καθεαυτόν να αποτελεί στόχο γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν αποδεικνύει ότι αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός τον οποίον επιδιώκει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι έχει αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τουλάχιστον άλλου θεμιτού στόχου τον οποίον επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης, εν προκειμένω του σκοπού βέλτιστης αξιοποιήσεως της επενδύσεως που αφορά την επαγγελματική κατάρτιση των υπαλλήλων.

109    Δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ ανταποκρίνεται σε έναν τουλάχιστον στόχο γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζεται από την Ένωση, πρέπει να εξεταστεί αν κατά την εν λόγω διαφορετική μεταχείριση τηρείται η αρχή της αναλογικότητας κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 39).

2)      Επί της αναλογικότητας

110    Κατά την εξέταση του αναλογικού χαρακτήρα της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ, επιβάλλεται να εξεταστεί αν αυτή η διαφορετική μεταχείριση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να επιβεβαιωθεί ότι δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξή του μέτρο (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 44).

111    Συναφώς, κατ’ αναλογίαν προς την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στον εθνικό νομοθέτη όσον αφορά τον καθορισμό των μέτρων με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί ορισμένος σκοπός στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης (αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2007, Palacios de la Villa, C-411/05, EU:C:2007:604, σκέψη 68, της 5ης Μαρτίου 2009, Age Concern England, C-388/07, EU:C:2009:128, σκέψη 51, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland, C-20/13, EU:C:2015:561, σκέψη 57), πρέπει να αναγνωριστεί στον νομοθέτη της Ένωσης ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των μέτρων με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί ορισμένος στόχος γενικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της πολιτικής προσωπικού. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, ο δικαστικός έλεγχος αφορά, εν προκειμένω, το ζήτημα αν είναι εύλογη η εκτίμηση του νομοθέτη της Ένωσης ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ μπορεί να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του προβαλλόμενου θεμιτού σκοπού (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2007, Palacios de la Villa, C-411/05, EU:C:2007:604, σκέψη 72· της 12ης Ιανουαρίου 2010, Petersen, C‑341/08, EU:C:2010:4, σκέψη 70, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland, C-20/13, EU:C:2015:561, σκέψη 65).

112    Όσον αφορά τον πρώτο προβαλλόμενο σκοπό, ο οποίος αφορά τη βέλτιστη αξιοποίηση των επενδύσεων που αφορούν την επαγγελματική κατάρτιση, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ θεσπίστηκε σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας και μειώσεως του προσωπικού των θεσμικών οργάνων. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, πρόκειται για μια σταδιακή μείωση του προσωπικού κατά 5 % για το χρονικό διάστημα 2013‑2017, η οποία έχει εφαρμογή στο σύνολο των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης. Η προαναφερθείσα διάταξη θεσπίστηκε, περαιτέρω, στο πλαίσιο της πρόθεσης για βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης όσον αφορά την οικονομική αποδοτικότητα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 1023/2013.

113    Το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι, στο πλαίσιο αυτό, και προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση μεταβαλλόμενων καθηκόντων με μειούμενο προσωπικό, τα θεσμικά όργανα οφείλουν να τροποποιήσουν τις μεθόδους εργασίας τους και απαιτείται από τους υπαλλήλους να προσαρμόζονται και να αποκτούν συστηματικά νέες δεξιότητες. Στις περιστάσεις αυτές προστίθενται και οι δυνατότητες που προσφέρει η εισαγωγή της πληροφορικής και η αποϋλοποίηση των διαδικασιών, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των αναγκών σε θέσεις απασχολήσεως χαμηλής ειδίκευσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να επενδύουν μαζικά στη επιμόρφωση των υπαλλήλων τους.

114    Το Συμβούλιο υποστήριξε ότι, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το άρθρο 42γ του ΚΥΚ παρέχει στα θεσμικά όργανα τη δυνατότητα να εστιάσουν την σχετική με την επαγγελματική κατάρτιση επένδυση στους υπαλλήλους που έχουν ακόμη μπροστά τους εύλογο διάστημα απασχολήσεως πριν από τη συνταξιοδότηση και να προσφέρουν ένα είδος προσυνταξιοδότησης στους υπαλλήλους που βρίσκονται στο τέλος της σταδιοδρομίας τους.

115    Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι, όταν υπάρχουν ανάγκες για απόκτηση νέων δεξιοτήτων από τους υπαλλήλους και, συνεπώς, για επένδυση εκ μέρους των θεσμικών οργάνων στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας και μειώσεως του προσωπικού, η απομάκρυνση των υπαλλήλων που πλησιάζουν την ηλικία συνταξιοδότησης από τη θέση τους ελευθερώνει πόρους που προορίζονται για την επαγγελματική κατάρτισή τους, τα οποία μπορούν να διατεθούν για την επαγγελματική κατάρτιση των νεότερων υπαλλήλων, που έχουν μπροστά τους μακρότερης διάρκειας σταδιοδρομία στα θεσμικά όργανα. Επομένως, αυτή η απομάκρυνση από τη θέση συμβάλλει στη βέλτιστη αξιοποίηση των επενδύσεων που αφορούν την επαγγελματική κατάρτιση, καθώς εξυπηρετεί τη βελτίωση της σχέσης μεταξύ των δαπανών που συνδέονται με τις εν λόγω επενδύσεις και του οφέλους που προκύπτει για τα θεσμικά όργανα. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει ο νομοθέτης της Ένωσης (βλ. σκέψη 111 ανωτέρω), η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας που καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ αποτελεί πρόσφορο μέσο για την επίτευξη του πρώτου σκοπού τον οποίο επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.

116    Όσον αφορά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον η προαναφερθείσα διαφορετική μεταχείριση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, η εν λόγω ρύθμιση πρέπει να ενταχθεί στο νομικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει και να ληφθούν υπόψη τόσο η ζημία που μπορεί να προκαλέσει στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους όσο και τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, για τα θεσμικά όργανα (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries, C-190/16, EU:C:2017:513, σκέψη 53).

117    Όσον αφορά τα οφέλη που αποκομίζουν τα θεσμικά όργανα, διαπιστώνεται ότι η βέλτιστη αξιοποίηση των επενδύσεων που αφορούν την επαγγελματική κατάρτιση, η οποία επιδιώκεται μέσω της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας, συμβάλλει ώστε τα θεσμικά όργανα να είναι σε θέση, εν τέλει, να εξακολουθήσουν να επιτελούν τα καθήκοντά τους σε πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας και μειώσεως του προσωπικού.

118    Εξάλλου, αν η προαναφερθείσα διαφορετική μεταχείριση ενταχθεί στο πλαίσιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ και εν γένει του ΚΥΚ, παρατηρείται ότι η απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας αποτελεί, εν τέλει, ένα εργαλείο διαχείρισης του προσωπικού στη διάθεση των θεσμικών οργάνων, στο μέτρο που συνιστά μια πρόσθετη διοικητική κατάσταση στην οποία μπορούν να τεθούν οι υπάλληλοι, επιπλέον των άλλων διοικητικών καταστάσεων οι οποίες συνίστανται, κατά το άρθρο 35 του ΚΥΚ, στην ενεργό υπηρεσία, την απόσπαση, την άδεια για προσωπικούς λόγους, τη διαθεσιμότητα, την άδεια για εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων και τη γονική άδεια ή την άδεια για οικογενειακούς λόγους.

119    Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι ο ΚΥΚ δεν περιλαμβάνει διατάξεις που καθιερώνουν «εναλλακτικές» για το μέτρο το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 42γ του ΚΥΚ. Ειδικότερα, και καθόσον η προσφεύγουσα‑ενάγουσα επικαλείται το άρθρο 51 του ΚΥΚ σχετικά με την επαγγελματική ανεπάρκεια, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή σκοπεί στη διαπίστωση της μη ικανοποιητικής εκτελέσεως των καθηκόντων από τον υπάλληλο και στη σχετική επιβολή κυρώσεων, ανεξάρτητα από εκτιμήσεις σχετικά με το συμφέρον της υπηρεσίας, ενώ το μέτρο που λαμβάνεται με βάση το άρθρο 42γ του ΚΥΚ λειτουργεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

120    Ως πρόσθετο εργαλείο διαχείρισης του προσωπικού, το άρθρο 42γ του ΚΥΚ είναι, ipso facto, επωφελές για τα θεσμικά όργανα.

121    Όσον αφορά τη ζημία που προκαλείται στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 87 έως 89 ανωτέρω.

122    Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς υποστηρίζει και το Συμβούλιο, οι εν λόγω υπάλληλοι απομακρύνονται από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας με εύλογους οικονομικούς όρους. Ειδικότερα, υπενθυμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι λαμβάνουν μέχρι τη λήξη του εν λόγω μέτρου μηνιαία αποζημίωση, ο υπολογισμός της οποίας, όπως αυτός διευκρινίζεται στη σκέψη 89 ανωτέρω, είναι κατά την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου εύλογος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το όγδοο εδάφιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι μπορούν να συνεχίσουν να καταβάλλουν συνταξιοδοτικές εισφορές και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αυξήσουν το ύψος της σύνταξής τους. Η προϋπόθεση που αφορά τη συμπλήρωση δέκα ετών υπηρεσίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ, συμβάλλει επίσης στον αναλογικό χαρακτήρα του μέτρου της διατάξεως αυτής, καθώς, όπως ορθώς επισημαίνει το Κοινοβούλιο, έχει ως αποτέλεσμα το εν λόγω μέτρο να εφαρμόζεται μόνον σε υπαλλήλους των οποίων το επίπεδο μισθού και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων είναι τέτοιο που μετριάζει τα οικονομικά μειονεκτήματα της απομακρύνσεώς τους από τη θέση τους. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, πρώτον, το μέτρο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ υπόκειται σε μια σειρά προϋποθέσεων που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, δεύτερον, η λήψη του δεν είναι υποχρεωτική για τα θεσμικά όργανα, τα οποία διαθέτουν συναφώς ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, και, τρίτον, ο συνολικός ετήσιος αριθμός των υπαλλήλων στους οποίους μπορεί να εφαρμοστεί το μέτρο αυτό δεν μπορεί να υπερβεί το 5 % του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των οργάνων που συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος (βλ. σκέψη 95 ανωτέρω).

123    Με βάση όλα όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 117 έως 122 ανωτέρω, παρίσταται εύλογη η εκτίμηση του νομοθέτη της Ένωσης ότι η απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας είναι αναγκαίο να προβλέπεται μόνον για τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στο επίμαχο ηλικιακό φάσμα και όχι για τους υπαλλήλους που δεν εμπίπτουν σε αυτό, προκειμένου να επιτευχθεί ο θεμιτός στόχος της βέλτιστης αξιοποιήσεως των επενδύσεων που αφορούν την επαγγελματική κατάρτιση. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ο αναλογικός χαρακτήρας, σε σχέση με τον πρώτο προβαλλόμενο θεμιτό σκοπό, της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

124    Στο μέτρο που αποδείχτηκε ο αναλογικός χαρακτήρας της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας σε σχέση με τον πρώτο προβαλλόμενο θεμιτό σκοπό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή η διαφορετική μεταχείριση την οποία καθιερώνει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του εν λόγω Χάρτη. Συνεπώς, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται κατά του άρθρου 42γ του ΚΥΚ πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 42γ του ΚΥΚ και της CP 71/15, καθώς και πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως

125    Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση του άρθρου 42γ του ΚΥΚ και της CP 71/15 και ότι πάσχει από πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως και πλάνη περί τα πράγματα. Στο πλαίσιο αυτό, αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την εκτίμηση των «οργανωτικών αναγκών», κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του ΚΥΚ, τόσο εντός της ΜΑΠ όσο και εντός της ΓΓΣ συνολικά, και υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε για ποιον λόγο οι προβαλλόμενες αλλαγές των μεθόδων εργασίας της ΓΓΣ συνεπάγονται μεγαλύτερη δυσκολία προσαρμογής για την ίδια σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον υπάλληλο του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει επίσης ότι από τις εκθέσεις βαθμολογίας της δεν προκύπτει αδυναμία προσαρμογής της σε τυχόν νέες απαιτήσεις της υπηρεσίας.

126    Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας και ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

1)      Επί του εφαρμοστέου στην υπόθεση νομικού πλαισίου και επί της εντάσεως του δικαστικού ελέγχου 

127    Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ προβλέπει ρητώς ότι η απομάκρυνση των υπαλλήλων τους οποίους αφορά από τη θέση τους πραγματοποιείται προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Προβλέπει επίσης, ως προϋπόθεση εφαρμογής του, την ύπαρξη «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων μέσα στα θεσμικά όργανα».

128    Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, με τη CP 71/15, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου παρέσχε πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ από το εν λόγω θεσμικό όργανο. Από την ανακοίνωση αυτή, καθώς και από τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, σημείο 29 της αποφάσεως αυτής) προκύπτει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τα εξής δύο στοιχεία: αφενός, λαμβάνει υπόψη τις «οργανωτικ[ές] αν[άγκες] που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων» εντός του θεσμικού οργάνου, υπό την έννοια ότι αξιολογεί κατά πόσον το εν λόγω όργανο οφείλει να προσαρμόσει και να εκσυγχρονίσει τις μεθόδους εργασίας του και την οργάνωσή του και κατά πόσον αυτός ο εκσυγχρονισμός καθιστά αναγκαία για τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους την απόκτηση νέων δεξιοτήτων, και, αφετέρου, λαμβάνει υπόψη την ικανότητα των εν λόγω υπαλλήλων να αποκτήσουν αυτές τις δεξιότητες και να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.

129    Στο σημείο 29, στοιχείο ii, της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι η εκτίμηση του δεύτερου στοιχείου που μνημονεύεται στη σκέψη 128 ανωτέρω έχει κατ’ ανάγκην προγνωστικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι η ΑΔΑ, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεώς της, εκτιμά κατά πόσον μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι οι περί ου ο λόγος υπάλληλοι θα δυσκολευτούν να προσαρμοστούν στις μεταγενέστερες μεταβολές του εργασιακού περιβάλλοντος.

130    Από το νομικό πλαίσιο, το οποίο αποτελείται εν προκειμένω από το άρθρο 42γ του ΚΥΚ όπως αυτό διευκρινίστηκε με την CP 71/15, η οποία δεσμεύει το Συμβούλιο, προκύπτει ότι η εκτίμηση των δύο στοιχείων που μνημονεύονται στη σκέψη 128 ανωτέρω συνιστά προγνωστική εκτίμηση.

131    Η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα της ερμηνείας του άρθρου 42γ του ΚΥΚ την οποία υιοθετεί το Συμβούλιο. Αφενός, υποστηρίζει ότι το τελευταίο, με την CP 71/15, παραμόρφωσε το νόημα της εν λόγω διατάξεως, καθόσον προέβλεψε ότι η απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας θα εφαρμόζεται στους «υπαλλήλους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον». Αφετέρου, υποστηρίζει ότι, εξαιτίας της εν λόγω παράνομης παραμόρφωσης, η συλλογιστική του Συμβουλίου που εκτίθεται στο σημείο 83 του υπομνήματος αντικρούσεως, κατά την οποία ζητούμενο είναι «να εκτιμηθεί η δυνατότητα του υπαλλήλου να αποκτήσει νέες δεξιότητες και να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον», πρέπει επίσης να απορριφθεί στο μέτρο που στηρίζεται σε υποθέσεις τις οποίες το γράμμα του άρθρο 42γ του ΚΥΚ δεν επιτρέπει.

132    Με βάση την ως άνω επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας‑ενάγουσας, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η προσέγγιση του Συμβουλίου, όπως περιγράφεται στην CP 71/15 και επεξηγείται στην απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, καθώς και στα δικόγραφά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είναι σύμφωνη με τον υπέρτερης ισχύος κανόνα του άρθρου 42γ του ΚΥΚ (πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, Barnett κατά ΕΟΚΕ, F-20/14, EU:F:2015:107, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

133    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 42γ του ΚΥΚ κάνει ρητή αναφορά στο «συμφέρον της υπηρεσίας». Όπως διευκρίνισε το Συμβούλιο στη γραπτή απάντησή του σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου, οι «οργανωτικ[ές] αν[άγκες] που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων», οι οποίες επίσης μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο, αποτελούν ειδική πτυχή του συμφέροντος της υπηρεσίας.

134    Καθόσον, στο πλαίσιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, οι «οργανωτικ[ές] αν[άγκες]» συνδέονται με την «απόκτηση νέων ικανοτήτων» και αποτελούν απλώς μια ειδική πτυχή του συμφέροντος της υπηρεσίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το γράμμα αυτής της διατάξεως δεν απαγορεύει στο Συμβούλιο να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο των «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων», την ικανότητα των υπαλλήλων στους οποίους αναφέρεται η ανακοίνωση «να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον», κατά τη διατύπωση της CP 71/15.

135    Η ως άνω συνεκτίμηση ενός υποκειμενικού στοιχείου που αφορά τους εν λόγω υπαλλήλους δεν αντιβαίνει ούτε στην ratio legis του άρθρου 42γ του ΚΥΚ. Πράγματι, στο μέτρο που αποδείχτηκε ότι αυτή η διάταξη επιδιώκει τον σκοπό της βέλτιστης αξιοποιήσεως των επενδύσεων των θεσμικών οργάνων στην επαγγελματική κατάρτιση όσον αφορά την οικονομική αποδοτικότητα, η συνεκτίμηση από το Συμβούλιο, για τον προσδιορισμό του κόστους των επενδύσεων στην επαγγελματική κατάρτιση, της ικανότητας των υπαλλήλων αυτών να αποκτούν νέες δεξιότητες και να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον, δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εν λόγω σκοπό. Αυτή η συνεκτίμηση ενός υποκειμενικού στοιχείου που αφορά τους εν λόγω υπαλλήλους δικαιολογείται επίσης από το γεγονός ότι η εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ επάγεται γι’ αυτούς δυσμενείς συνέπειες και μπορεί να τους επιβληθεί παρά τη θέλησή τους (βλ. σκέψεις 87 έως 89 ανωτέρω). Επομένως, η εν λόγω συνεκτίμηση ενός υποκειμενικού στοιχείου που αφορά τους εν λόγω υπαλλήλους καθιστά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως λιγότερο αυστηρή για αυτούς.

136    Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου της ικανότητας των εν λόγω υπαλλήλων να αποκτούν νέες δεξιότητες και να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον είναι σύμφωνη με το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

137    Εξάλλου, η ανωτέρω εκτίμηση, καθόσον επιδιώκει το συμφέρον της υπηρεσίας, πρέπει κατ’ ανάγκην να αφορά τη μελλοντική (εν δυνάμει) ικανότητα των εν λόγω υπαλλήλων να αποκτήσουν νέες δεξιότητες και να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον και πρέπει, συνεπώς, να έχει προγνωστικό χαρακτήρα, όπως ορθώς υποστηρίζει το Συμβούλιο. Ειδάλλως, η εκτίμηση αυτή δεν θα επιδίωκε το συμφέρον της υπηρεσίας. Επομένως, πρέπει να γίνει επίσης δεκτό ότι ο προγνωστικός χαρακτήρας της εκτιμήσεως του δεύτερου στοιχείου που μνημονεύεται στη σκέψη 128 ανωτέρω είναι σύμφωνος με το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

138    Όπως προκύπτει από το νομικό πλαίσιο που αποτελείται από το άρθρο 42γ του ΚΥΚ και την CP 71/15, το Συμβούλιο είχε, εν προκειμένω, την υποχρέωση να εκτιμήσει δύο στοιχεία στο πλαίσιο των «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων», δηλαδή, πρώτον, τις μελλοντικές οργανωτικές ανάγκες του θεσμικού οργάνου οι οποίες καθιστούν αναγκαία την απόκτηση νέων δεξιοτήτων και, δεύτερον, την ικανότητα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας να αποκτήσει τις προαναφερθείσες νέες δεξιότητες, προκειμένου, εν τέλει, να αξιολογήσει την οικονομική αποδοτικότητα της επένδυσης στην επαγγελματική κατάρτιση της προσφεύγουσας-ενάγουσας, σύμφωνα με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 42γ του ΚΥΚ.

139    Όσον αφορά την ένταση του δικαστικού ελέγχου επί της εκτιμήσεως των «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων», η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβήτησε την κρίση που διατυπώνεται στο σημείο 27 της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, κατά την οποία η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ. Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, επειδή το μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει της διατάξεως αυτής επάγεται βλαπτικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, ο δικαστικός έλεγχος του εν λόγω μέτρου πρέπει να είναι ενδελεχής.

140    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι «οργανωτικ[ές] αν[άγκες] που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων» αποτελούν, στο πλαίσιο του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, ειδική πτυχή του συμφέροντος της υπηρεσίας. Κατά τη νομολογία, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον προσδιορισμό του συμφέροντος της υπηρεσίας, ανεξάρτητα από το πλαίσιο εξετάσεως ή την απόφαση για την οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη το συμφέρον αυτό (βλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2018, Barnett κατά ΕΟΚΕ, T-23/17, μη δημοσιευθείσα, υπό αναίρεση, EU:T:2018:271, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ειδικότερα, τέτοια ευρεία εξουσία εκτιμήσεως έχει αναγνωριστεί στα θεσμικά όργανα όσον αφορά την καταγγελία συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Dejaiffe κατά ΓΕΕΑ, T-223/99, EU:T:2000:292, σκέψη 53). Επομένως, ακόμη και αν ακολουθηθεί η λογική της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας-ενάγουσας που εκτίθεται στη σκέψη 139 ανωτέρω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αναγνωριστεί στα θεσμικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την αξιολόγηση των «οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων», λαμβανομένου υπόψη ότι η απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας δεν συνεπάγεται για τους υπαλλήλους τους οποίους αφορά επαχθέστερες συνέπειες σε σχέση με την πρόωρη καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Εξάλλου, και εν πάση περιπτώσει, όπως επισημαίνει επίσης ορθώς το Συμβούλιο, το συμφέρον του υπαλλήλου δεν αποτελεί στοιχείο καθοριστικό του διακριτικής ευχέρειας της ΑΔΑ κατά την εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη από την ΑΔΑ λόγω του καθήκοντος μέριμνας το οποίο αυτή υπέχει. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας-ενάγουσας που εκτίθεται στη σκέψη 139 ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί.

141    Από την ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στη Διοίκηση όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δύναται να ελέγξει την εφαρμογή αυτή μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως, ανακρίβειας ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή καταχρήσεως εξουσίας (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Dejaiffe κατά ΓΕΕΑ, T-223/99, EU:T:2000:292, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Μαΐου 2018, Barnett κατά ΕΟΚΕ, T-23/17, μη δημοσιευθείσα, υπό αναίρεση, EU:T:2018:271, σκέψεις 36 και 38).

2)      Επί της εκτιμήσεως των μελλοντικών οργανωτικών αναγκών

142    Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το Συμβούλιο εκτίμησε, εν προκειμένω, τις οργανωτικές ανάγκες όχι μόνον της μονάδας στην οποία υπηρετούσε η προσφεύγουσα-ενάγουσα, δηλαδή της ΜΑΠ, αλλά και του θεσμικού οργάνου, δηλαδή της ΓΓΣ, συνολικά. Η προσφεύγουσα‑ενάγουσα αμφισβήτησε αυτή την προσέγγιση του Συμβουλίου και ισχυρίστηκε ότι οι οργανωτικές ανάγκες που δικαιολογούν τη λήψη αποφάσεως με βάση το άρθρο 42γ του ΚΥΚ πρέπει να συνδέονται μόνο με τη μονάδα στην οποία υπηρετούν οι υπάλληλοι τους οποίους αφορά το άρθρο αυτό. Ειδάλλως, θα υφίστατο κίνδυνος αυθαιρεσίας εκ μέρους των θεσμικών οργάνων.

143    Η ως άνω θέση της προσφεύγουσας-ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς, δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 42γ του ΚΥΚ, το οποίο αναφέρεται στις «οργανωτικ[ές] αν[άγκες] […] μέσα στα θεσμικά όργανα». Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το Συμβούλιο όσον αφορά την εκτίμηση των οργανωτικών αναγκών και, εν τέλει, του συμφέροντος της υπηρεσίας, η προσέγγιση που έλαβε υπόψη, εν προκειμένω, τις οργανωτικές ανάγκες όχι μόνο της ΜΑΠ, αλλά και της ΓΓΣ συνολικά, δεν πάσχει από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Πράγματι, το Συμβούλιο διευκρίνισε, χωρίς να αμφισβητηθεί συναφώς, ότι η προσφεύγουσα‑ενάγουσα κατέχει θέση γενικών καθηκόντων και, ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να τοποθετηθεί, λόγω οργανωτικών αναγκών και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, σε θέση εκτός της ΜΑΠ ή της γενικής διεύθυνσης διοικήσεως. Κατά συνέπεια, λόγω αυτής της δυνατότητας τοποθετήσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας σε άλλη θέση, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμώντας τις οργανωτικές ανάγκες όχι μόνο της ΜΑΠ, αλλά και της ΓΓΣ συνολικά.

144    Έπειτα, η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβητεί ότι το Συμβούλιο απέδειξε εν προκειμένω την ύπαρξη μελλοντικών οργανωτικών αναγκών εντός της ΜΑΠ και της ΓΓΣ συνολικά. Όσον αφορά την εκτίμηση των εν λόγω οργανωτικών αναγκών εντός της ΜΑΠ, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η μετάβαση από ορισμένο σύστημα μηχανογράφησης σε κάποιο άλλο δεν συνιστά καθεαυτήν «σημαντική» αλλαγή, σε αντίθεση προς τα όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο στην απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, διότι τέτοια αλλαγή συνιστά μόνον η μηχανογράφηση καθεαυτήν. Κατά την προσφεύγουσα‑ενάγουσα, η εν λόγω μηχανογράφηση είχε ήδη πραγματοποιηθεί εντός της ΜΑΠ. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβητεί επίσης τη σημασία, όσον αφορά την ίδια, των αλλαγών των μεθόδων εργασίας εντός της ΓΓΣ, τις οποίες επικαλείται το Συμβούλιο, και προσάπτει στο τελευταίο ότι δεν εξήγησε με ποιον τρόπο οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν ειδικά την ίδια. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι απόκειται στο Συμβούλιο να αποδείξει, πέραν του πραγματικού χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων, ότι αυτές θα προκαλέσουν για την προσφεύγουσα-ενάγουσα δυσκολίες στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων και στην προσαρμογή σε αυτές.

145    Όπως προκύπτει από το σημείο 10, στοιχείο a, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο αναφέρθηκε, στο πλαίσιο των μελλοντικών οργανωτικών αναγκών της ΜΑΠ, στην καθιέρωση αυτοματοποιημένων μεθόδων και διαδικασιών, όπως η πολιτική ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης, και στην ψηφιοποίηση των συστημάτων διαχείρισης καθηκόντων και των διαδικασιών. Εξάλλου, στο σημείο 30 της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, διευκρινίζεται ότι η ΜΑΠ εργάζεται τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2014 επί σχεδίου που στοχεύει στην αντικατάσταση του εργαλείου Ariane από το εργαλείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ονόματι Sysper, καθώς και για τη θέση σε εφαρμογή του κοινού εργαλείου «Learning Management System». Αυτή η πληροφορία επιρρωννύεται μεταξύ άλλων από το σημείωμα της προϊσταμένης της ΜΑΠ της 18ης Νοεμβρίου 2015 (βλ. σκέψη 8 ανωτέρω).

146    Στο σημείο 10, στοιχείο d, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι οι διαρκείς εξελίξεις στον τομέα της πληροφορικής επηρεάζουν το σύνολο των υπηρεσιών της ΓΓΣ. Στο σημείο 31 της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου εξήγησε ότι έχουν πραγματοποιηθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη εντός της ΓΓΣ πολυάριθμες αλλαγές των μεθόδων εργασίας, στις οποίες το προσωπικό της ΓΓΣ, και ειδικότερα το βοηθητικό προσωπικό, οφείλει να προσαρμοστεί. Αυτές οι αλλαγές συνίστανται στην περαιτέρω μηχανογράφηση των μεθόδων εργασίας, μεταξύ άλλων με την αντικατάσταση των έγχαρτων σημειωματάριων από το σύστημα «Outlook», τη διαμόρφωση των κειμένων μέσω «track-changes», τη διανομή των κειμένων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αντί του εσωτερικού ταχυδρομείου και την αντικατάσταση των έγχαρτων εντύπων από ηλεκτρονικά έντυπα.

147    Από τα προεκτεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι το Συμβούλιο εκτίμησε εν προκειμένω τις μελλοντικές οργανωτικές ανάγκες της ΜΑΠ και της ΓΓΣ συνολικά. Επιπλέον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν προβάλλει ειδικές και συγκεκριμένες πληροφορίες προκειμένου να αμφισβητήσει τον πραγματικό χαρακτήρα των εν λόγω οργανωτικών αναγκών και να αποδείξει την ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα ή προδήλης πλάνης εκτιμήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός της ότι δεν ήταν ενήμερη για την ύπαρξη των νέων οργανωτικών αναγκών εντός της ΜΑΠ δεν αποδεικνύει ότι οι νέες αυτές ανάγκες δεν υφίστανται. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, στο μέτρο που το Συμβούλιο προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τα έγγραφα που μνημονεύονται στις υποσημειώσεις 8 και 9 της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως και που αποδεικνύουν ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη σχεδίων σχετικών με την πληροφορική που επηρεάζουν τη ΜΑΠ και μνημονεύονται στη σκέψη 145 ανωτέρω. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν κατόρθωσε να θέσει εν αμφιβόλω την εκτίμηση του Συμβουλίου σχετικά με τις μελλοντικές οργανωτικές ανάγκες.

148    Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί η νομιμότητα των εκτιμήσεων του Συμβουλίου σχετικά με τη δυνατότητα της προσφεύγουσας-ενάγουσας να αποκτήσει τις απαιτούμενες νέες δεξιότητες και να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον. Συναφώς, στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, θα αξιολογηθεί η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας-ενάγουσας, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 144 ανωτέρω, σχετικά με τη φύση και την έκταση των μεταρρυθμίσεων εντός της ΜΑΠ και τη σημασία των μεταρρυθμίσεων εντός της ΓΓΣ όσον αφορά την ίδια, καθόσον με την επιχειρηματολογία αυτή συσχετίζονται οι οργανωτικές ανάγκες με την ικανότητα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας να αποκτήσει τις απαιτούμενες νέες δεξιότητες και να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.

3)      Επί της ικανότητας της προσφεύγουσας-ενάγουσας να αποκτήσει νέες δεξιότητες και να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον

149    [εμπιστευτικό]

150    [εμπιστευτικό]

151    [εμπιστευτικό]

152    [εμπιστευτικό]

153    [εμπιστευτικό]

154    [εμπιστευτικό]

155    [εμπιστευτικό]

156    [εμπιστευτικό]

157    Πρώτον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα αμφισβητεί την προσέγγιση του Συμβουλίου στο πλαίσιο της οποίας ελήφθησαν υπόψη οι εκθέσεις βαθμολογίας της για τα έτη 2011 και 2012. Κατά την προσφεύγουσα‑ενάγουσα, η συνεκτίμηση των εκθέσεων αυτών δεν ήταν πρόσφορη, στο μέτρο που, αφενός, οι εν λόγω εκθέσεις ήταν παλαιότερες από τις εκθέσεις βαθμολογίας της για τα έτη 2013 και 2014, οι οποίες είναι καλές, και, αφετέρου, η ίδια τοποθετήθηκε σε άλλη θέση από 1ης Απριλίου 2013. Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, η ικανότητα προσαρμογής της έπρεπε να εκτιμηθεί με βάση τα πραγματικά καθήκοντά της και τις πραγματικές ανάγκες της υπηρεσίας και όχι με βάση παρελθοντικές ή υποθετικές ανάγκες.

158    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η συνεκτίμηση από το Συμβούλιο των εκθέσεων βαθμολογίας της προσφεύγουσας-ενάγουσας για τα έτη 2011 και 2012, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, άλλωστε, από την προσφεύγουσα-ενάγουσα, δεν πάσχει από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Ειδικότερα, μολονότι οι εν λόγω εκθέσεις είναι ασφαλώς λιγότερο κρίσιμες από τις πιο πρόσφατες εκθέσεις, εντούτοις, με βάση τη συνεκτίμηση εκθέσεων που αφορούν περισσότερα έτη εργασίας των υπαλλήλων, και όχι μόνον ένα ή δύο έτη, καθίσταται δυνατόν να συναχθούν πλέον έγκυρα συμπεράσματα σχετικά με τις ικανότητες προσαρμογής τους στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.

159    Δεύτερον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι εκθέσεις βαθμολογίας της για τα έτη 2013 και 2014 ήσαν καλές, ιδίως όσον αφορά τη δεξιότητα «Προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας», και ότι το Συμβούλιο επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τα λιγοστά επικριτικά σχόλια που διατυπώνονται στις εκθέσεις αυτές προκειμένου να δικαιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτά τα επικριτικά σχόλια δεν μπορούν, κατά την ίδια, να ασκήσουν επιρροή στην εκτίμηση της ικανότητάς της να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.

160    [εμπιστευτικό]

161    [εμπιστευτικό]

162    [εμπιστευτικό]

163    [εμπιστευτικό]

164    [εμπιστευτικό]

165    [εμπιστευτικό]

166    [εμπιστευτικό]

167    [εμπιστευτικό]

168    [εμπιστευτικό]

169    [εμπιστευτικό]

170    [εμπιστευτικό]

171    Τέταρτον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας‑ενάγουσας η οποία εκτίθεται στη σκέψη 144 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι οι μελλοντικές οργανωτικές ανάγκες της ΜΑΠ και της ΓΓΣ συνολικά συνίσταντο στη μετάβαση από ένα μη μηχανογραφημένο εργασιακό περιβάλλον σε μηχανογραφημένο εργασιακό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, οι εν λόγω οργανωτικές ανάγκες δεν συνεπάγονταν ριζικές αλλαγές των μεθόδων εργασίας. Παρά ταύτα, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών τις οποίες διέθετε το Συμβούλιο σχετικά με τις επαγγελματικές δεξιότητες και την επαγγελματική στάση της προσφεύγουσας-ενάγουσας και οι οποίες καλύπτουν πλείονα έτη και διάφορες υπηρεσίες, όπως αυτές συνοψίζονται στη σκέψη 167 ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ήταν σε θέση να πιθανολογήσει ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα θα δυσκολευόταν ουσιωδώς να προσαρμοστεί σε λιγότερο ριζικές αλλαγές των μεθόδων εργασίας, συνιστάμενες στην εξέλιξη των πληροφοριακών συστημάτων.

172    Με βάση όλες τις προηγηθείσες σκέψεις, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι εκτιμήσεις του Συμβουλίου σχετικά με τη δυνατότητα της προσφεύγουσας-ενάγουσας να αποκτήσει νέες δεξιότητες και να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον δεν πάσχουν από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη και της απορρίψεως των αιτιάσεων της προσφεύγουσας-ενάγουσας σχετικά με την εκτίμηση από το Συμβούλιο των μελλοντικών οργανωτικών αναγκών, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

3.      Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως

173    Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι το δικαίωμά της ακροάσεως προσβλήθηκε λόγω του ότι το σημείωμα της 25ης Νοεμβρίου 2015 της διευθύντριας ΑΠΔΠ δεν της είχε κοινοποιηθεί κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Το σημείωμα αυτό ελήφθη υπόψη από την ΑΔΑ στο πλαίσιο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Δεδομένου ότι δεν είχε λάβει γνώση αυτού του σημειώματος ούτε του περιεχομένου του, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σε θέση να προβάλει την άμυνά της λυσιτελώς και αποτελεσματικώς πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

174    Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας και ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

175    Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η προσφεύγουσα-ενάγουσα απομακρύνθηκε από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας παρά τη θέλησή της, συνιστά αναμφισβήτητα βλαπτική πράξη για την ίδια, στο μέτρο που είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, τη μεταβολή της διοικητικής καταστάσεώς της και τη λήξη της επαγγελματικής δραστηριότητάς της στο Συμβούλιο και της προκάλεσε οικονομική ζημία. Επομένως, κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, επιβάλλεται η τήρηση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, θεμελιώδους αρχής του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν δεν υφίσταται ρύθμιση σχετική με την εν λόγω διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Marcuccio κατά Επιτροπής, C-59/06 P, EU:C:2007:756, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

176    Τα δικαιώματα άμυνας, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο, κατά το δικαστήριο της Ένωσης, είναι γενικής εφαρμογής (αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, M., C-277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 84, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, L κατά Κοινοβουλίου, T-317/10 P, EU:T:2013:413, σκέψη 81), περιλαμβάνουν, μολονότι έχουν ευρύτερο περιεχόμενο, το διαδικαστικό δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του, το οποίο κατοχυρώνεται στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω άρθρου (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, M., C-277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida, C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 31, και της 5ης Οκτωβρίου 2016, ECDC κατά CJ, T-395/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:598, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

177    Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα ακροάσεως διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του (βλ. απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics, C-129/13 και C-130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

178    Το δικαίωμα ακροάσεως που αναγνωρίζεται σε κάθε αποδέκτη βλαπτικής αποφάσεως επιδιώκει διττό σκοπό: αφενός, συμβάλλει στην κατά το δυνατόν ακριβέστερη και ορθότερη εξέταση του φακέλου και εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, αφετέρου, διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του ενδιαφερομένου. Ειδικότερα, το δικαίωμα ακροάσεως σκοπεί να διασφαλίσει ότι κάθε βλαπτική απόφαση λαμβάνεται εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως και επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να παράσχει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να διορθώσει ένα λάθος ή στον ενδιαφερόμενο να προβάλει στοιχεία της προσωπικής του καταστάσεως που συνηγορούν υπέρ του να ληφθεί η απόφαση, να μη ληφθεί ή να έχει το τάδε ή το δείνα περιεχόμενο (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Sopropé, C‑349/07, EU:C:2008:746, σκέψη 49, της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics, C‑129/13 και C-130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 38, και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida, C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 37 και 59).

179    Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να εκδοθεί μόνο μετά την παροχή στην προσφεύγουσα‑ενάγουσα της δυνατότητας να γνωστοποιήσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή της σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση αυτή, στο πλαίσιο προφορικής ή γραπτής επικοινωνίας με πρωτοβουλία της ΑΔΑ, η απόδειξη της οποίας βαρύνει την τελευταία (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Marcuccio κατά Επιτροπής, C-59/06 P, EU:C:2007:756, σκέψη 47). Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόταν, μεταξύ άλλων, σε εκτιμήσεις σχετικές με τις οργανωτικές ανάγκες της ΜΑΠ και της ΓΓΣ συνολικά και σχετικά με την ικανότητα της προσφεύγουσας-ενάγουσας να αποκτήσει νέες δεξιότητες και να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον. Οι εν λόγω εκτιμήσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στις εκτιμήσεις που περιέχονται στα σημεία 4.1 έως 4.5 του σημειώματος της 25ης Νοεμβρίου 2015 της διευθύντριας ΑΠΔΠ, το οποίο δεν κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Πρέπει να εξεταστεί αν αυτή η μη κοινοποίηση συνιστά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας, όπως η ίδια ισχυρίζεται.

180    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα προσήλθε σε συνέντευξη με την προϊστάμενη της ΜΑΠ στις 12 Νοεμβρίου 2015 και με τη διευθύντρια ΑΠΔΠ στις 25 Νοεμβρίου 2015. Μολονότι δεν υπάρχουν πρακτικά των συνεντεύξεων αυτών, από τα σημειώματα της 18ης Νοεμβρίου 2015 και της 25ης Νοεμβρίου 2015, που συντάχθηκαν, αντιστοίχως, από τις εν λόγω δύο ιεραρχικώς προϊστάμενες της προσφεύγουσας-ενάγουσας, προκύπτει ότι, κατά τις συνεντεύξεις αυτές, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ενημερώθηκε τόσο για τις οργανωτικές ανάγκες εντός της ΜΑΠ και της ΓΓΣ όσο και για τους λόγους για τους οποίους, κατά τη Διοίκηση, η ίδια δεν διέθετε την ικανότητα να προσαρμοστεί στο μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον. Η προσφεύγουσα‑ενάγουσα δεν αμφισβήτησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το γεγονός ότι κατά τις εν λόγω συνεντεύξεις έλαβε γνώση των δύο ως άνω πληροφοριών.

181    Λαμβανομένου υπόψη ότι έλαβαν χώρα οι δύο αυτές συνεντεύξεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή της επί των δύο πληροφοριών που προαναφέρθηκαν, στο πλαίσιο των γραπτών παρατηρήσεών της προς την ΑΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 2015. Ειδικότερα, είχε τη δυνατότητα να υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, ότι, στη δική της θέση, δεν σχεδιάζονταν αλλαγές λογισμικού ή μεθόδου εργασίας και να αμφισβητήσει, ιδίως με βάση τις εκθέσεις βαθμολογίας για τα έτη 2013 και 2014, τις εκτιμήσεις της διοικήσεως, σύμφωνα με τις οποίες η ίδια δυσκολευόταν να αποκτήσει νέες δεξιότητες.

182    Επιπλέον, με αυτές τις δύο συνεντεύξεις της παρασχέθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή της κατά την ακρόασή της ενώπιον του γενικού διευθυντή διοικήσεως, υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

183    Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μη κοινοποίηση στην προσφεύγουσα-ενάγουσα του σημειώματος της διευθύντριας ΑΠΔΠ της 25ης Νοεμβρίου 2015 πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματός της ακροάσεως. Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω από την απόφαση της 3ης Ιουνίου 2015, BP κατά FRA (T‑658/13 P, EU:T:2015:356), την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα‑ενάγουσα. Ειδικότερα, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση στο μέτρο που, εν προκειμένω, σε αντίθεση προς την τελευταία αυτή υπόθεση, η προσφεύγουσα-ενάγουσα, αφενός, κατά τις δύο προαναφερθείσες συνεντεύξεις με τις ιεραρχικώς προϊστάμενές της ενημερώθηκε για τους κύριους λόγους που δικαιολογούσαν τη λήψη του επίμαχου μέτρου εις βάρος της και, αφετέρου, έτυχε ακροάσεως δύο φορές από την ΑΔΑ, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, πριν από τη λήψη του μέτρου αυτού. Όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στη σκέψη 14 της αποφάσεως της 3ης Ιουνίου 2015, BP κατά FRA (T-658/13 P, EU:T:2015:356), η προσφεύγουσα στην υπόθεση αυτή δεν είχε ενημερωθεί για τους κύριους λόγους που δικαιολογούσαν τη λήψη του επίμαχου μέτρου, το οποίο συνίστατο, μεταξύ άλλων, σε απόφαση περί μη ανανεώσεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, πριν από την λήψη αυτού του μέτρου, ούτε έτυχε ακροάσεως από την ΑΔΑ (απόφαση της 3ης Ιουνίου 2015, BP κατά FRA, T-658/13 P, EU:T:2015:356, σκέψη 62).

184    Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

4.      Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως

185    Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι δεν της κοινοποιήθηκε το σημείωμα της διευθύντριας ΑΠΔΠ της 25ης Νοεμβρίου 2015 συνιστά παράβαση του καθήκοντος μέριμνας εκ μέρους του Συμβουλίου, στο μέτρο που το Συμβούλιο, μη κοινοποιώντας της το σημείωμα αυτό, δεν της έδωσε την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις της σχετικά με τις δυνατότητες τοποθετήσεώς της σε άλλες υπηρεσίες της ΓΓΣ, δυνατότητες οι οποίες φέρεται να εξετάστηκαν στο προαναφερθέν σημείωμα.

186    [εμπιστευτικό]

187    [εμπιστευτικό]

188    Το Συμβούλιο αμφισβητεί τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας‑ενάγουσας.

189    Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η έννοια του καθήκοντος μέριμνας, όπως διαμορφώθηκε με τη νομολογία, απηχεί την ισορροπία αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιούργησε ο ΚΥΚ στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της διοικήσεως και των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα. Η ισορροπία αυτή έχει κυρίως ως συνέπεια ότι, οσάκις λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου, η Διοίκηση λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να καθορίσουν την απόφασή της και, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνο της υπηρεσίας αλλά και του υπαλλήλου αυτού (αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1980, Kuhner κατά Επιτροπής, 33/79 και 75/79, EU:C:1980:139, σκέψη 22, και της 29ης Ιουνίου 1994, Klinke κατά Δικαστηρίου, C-298/93 P, EU:C:1994:273, σκέψη 38).

190    Ταυτόχρονα, προκύπτει από τη νομολογία ότι οι επιταγές που απορρέουν από το καθήκον μέριμνας το οποίο βαρύνει τη Διοίκηση δεν πρέπει να εμποδίζουν την ΑΔΑ να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία προς το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1998, Volger κατά Κοινοβουλίου, T-176/96, EU:T:1998:1, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το δικαστήριο της Ένωσης έχει επίσης διευκρινίσει ότι, μολονότι η αρχή που αποφασίζει σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου οφείλει να λάβει υπόψη το συμφέρον όχι μόνο της υπηρεσίας, αλλά και του υπαλλήλου, η εκτίμηση αυτή δεν δύναται να εμποδίσει την εν λόγω αρχή να προβεί σε εξορθολογισμό των υπηρεσιών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1998, Volger κατά Κοινοβουλίου, T‑176/96, EU:T:1998:1, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

191    Οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας-ενάγουσας πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές.

192    Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 185 ανωτέρω, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, στο από 25 Νοεμβρίου 2015 σημείωμά της, η διευθύντρια ΑΠΔΠ εξέτασε και απέρριψε τη λύση της τοποθετήσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας σε άλλη θέση τόσο εντός της διευθύνσεως ανθρωπίνων πόρων και διοικήσεως προσωπικού όσο και εντός της ΓΓΣ, βασιζόμενη στις μελλοντικές οργανωτικές ανάγκες των υπηρεσιών αυτών σε σχέση με την εξέλιξη των συστημάτων τους πληροφορικής, καθώς και στην ικανότητα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας να αποκτήσει νέες δεξιότητες. Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς τις παρατηρήσεις της σχετικά με τα δύο προαναφερθέντα στοιχεία στο πλαίσιο του από 7 Δεκεμβρίου 2015 σημειώματός της και κατά την ακρόασή της ενώπιον της ΑΔΑ στις 8 Δεκεμβρίου 2015. Επομένως, η μη κοινοποίηση του σημειώματος της διευθύντριας ΑΠΔΠ της 25 Νοεμβρίου 2015 στην προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν έθιξε πραγματικά τα συμφέροντά της και δεν συνιστά παράβαση του καθήκοντος μέριμνας που υπέχει το Συμβούλιο.

193    Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση της προσφεύγουσας-ενάγουσας, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 186 ανωτέρω, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητούσε από τη Διοίκηση να μην εφαρμοστεί στην περίπτωσή της το άρθρο 42γ του ΚΥΚ και, επικουρικώς, να αναβληθεί η εφαρμογή αυτή για χρόνο μεταγενέστερο από την αρχικώς προβλεφθείσα ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 2015.

194    Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που εκτίθεται στη σκέψη 190 ανωτέρω, το Συμβούλιο δεν μπορούσε, συνεκτιμώντας το συμφέρον της προσφεύγουσας‑ενάγουσας, να απόσχει από την εφαρμογή του άρθρου 42γ του ΚΥΚ στην ενδιαφερόμενη. Ωστόσο, με βάση το συμφέρον αυτό, ανέβαλε την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της απομακρύνσεως της ενδιαφερόμενης από τη θέση της έως τις 30 Ιουνίου 2016, δεχόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο το αίτημά της. Επομένως, το Συμβούλιο ενήργησε εν προκειμένω σύμφωνα με το καθήκον μέριμνας που υπέχει έναντι της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

195    Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση της προσφεύγουσας-ενάγουσας, αρκεί η υπόμνηση ότι η τελευταία δεν απέδειξε, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ότι η απόφαση του Συμβουλίου να την απομακρύνει από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας έπασχε από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Στο μέτρο που η εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας από το Συμβούλιο δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η τρίτη αιτίαση της προσφεύγουσας‑ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί. [εμπιστευτικό]

196    Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, το ακυρωτικό αίτημα πρέπει να απορριφθούν.

4.      Επί του αιτήματος αποζημιώσεως

197    Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της προξένησε υλική ζημία και ηθική βλάβη.

198    Κατά την ίδια, η υλική ζημία συνίσταται κατ’ ουσίαν σε απώλεια εισοδημάτων εξαιτίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε Συμβούλιο οφείλει να αντλήσει όλες τις συνέπειες της ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής όσον αφορά την αμοιβή της προσφεύγουσας‑ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη βλάβη που προκλήθηκε στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας της.

199    Κατά την προσφεύγουσα ενάγουσα, η ηθική βλάβη της προέρχεται από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι αδικαιολόγητη και στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία. Η απόφαση αυτή έθιξε την εμπιστοσύνη της προς το θεσμικό όργανο στο οποίο υπηρετούσε. Η προκληθείσα ηθική βλάβη επιτάθηκε λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. [εμπιστευτικό]. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα εκτιμά την ηθική βλάβη της ex aequo et bono σε 10 000 ευρώ.

200    Το Συμβούλιο προβάλλει ως κύριο αίτημα την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

201    Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το αίτημα για αποκατάσταση υλικής ζημίας ή ικανοποίηση ηθικής βλάβης πρέπει να απορρίπτεται εφόσον παρουσιάζει στενό σύνδεσμο με ακυρωτικό αίτημα που έχει απορριφθεί καθεαυτό ως απαράδεκτο ή ως αβάσιμο (βλ. απόφαση της 24ης Απριλίου 2017, HF κατά Κοινοβουλίου, T‑570/16, EU:T:2017:283, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

202    Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αίτημα αποζημίωσης της προσφεύγουσας-ενάγουσας συνδέεται στενά με το απορριφθέν αίτημα ακυρώσεως, στο μέτρο που τόσο η υλική ζημία όσο και η ηθική βλάβη τις οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα-ενάγουσα προέρχονται από την προσβαλλόμενη απόφαση και από τις περιστάσεις της εκδόσεώς της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αίτημα αποζημίωσης και, κατά συνέπεια, η προσφυγή-αγωγή συνολικά πρέπει να απορριφθούν.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

203    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 135 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, αφενός, να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμη και τον νικήσαντα διάδικο σε μέρος ή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του, ακόμη και πριν από την έναρξη της δίκης, ιδίως αν ανάγκασε τον αντίδικό του να υποβληθεί σε έξοδα τα οποία το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.

204    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το σημείωμα της διευθύντριας ΑΠΔΠ της 25ης Νοεμβρίου 2015 δεν περιλήφθηκε ως παράρτημα στην απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, αντιθέτως προς τα διαλαμβανόμενα στο σημείο 43 της αποφάσεως αυτής. Το εν λόγω σημείωμα κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα μόνο κατά την ένδικη διαδικασία, δηλαδή στο πλαίσιο του υπομνήματος αντικρούσεως του Συμβουλίου.

205    Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ούτε τα δύο έγγραφα που μνημονεύονται στις υποσημειώσεις 8 και 9 της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεως, τα οποία αφορούν την εκτίμηση των οργανωτικών αναγκών που πραγματοποιήθηκε στην απόφαση αυτή, περιλήφθηκαν ως παράρτημα στην απόφαση αυτή, αντιθέτως προς τα διαλαμβανόμενα στις εν λόγω υποσημειώσεις. Αυτά τα δύο έγγραφα κοινοποιήθηκαν τελικώς στην προσφεύγουσα-ενάγουσα μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που διατάχθηκε από το Γενικό Δικαστήριο (βλ. σκέψη 54 ανωτέρω).

206    Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η παράλειψη του Συμβουλίου να περιλάβει τα τρία προαναφερθέντα έγγραφα ως παράρτημα στην απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, παρά τη μνεία περί του αντιθέτου που περιέχεται στην απόφαση αυτή, κατέστησε, μεταξύ άλλων, δυσχερέστερη την προετοιμασία της προσφυγής-αγωγής. Εξάλλου, η παράλειψη συμπεριλήψεως των εγγράφων που μνημονεύονται στη σκέψη 205 ανωτέρω ως παραρτημάτων συνέβαλε και στην επιμήκυνση της προφορικής διαδικασίας.

207    Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, λόγω της στάσης του Συμβουλίου, το τελευταίο πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του και, επιπλέον, να υποχρεωθεί να φέρει το 20 % των εξόδων της προσφεύγουσας-ενάγουσας.

208    Το Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του, σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)      Η RK φέρει το 80 % των δικαστικών εξόδων της.

3)      Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά έξοδά του και το 20 % των εξόδων της RK.

4)      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Prek

Buttigieg

Schalin

Berke

 

      Costeira

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Φεβρουαρίου 2019.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα



* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


i Στη σκέψη 141 της παρούσας αποφάσεως επήλθε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την ανάρτηση του κειμένου στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.