Language of document : ECLI:EU:C:2019:149

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERARD HOGAN

της 28ης Φεβρουαρίου 2019(1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-612/17 και C-613/17

Federazione Italiana Golf (FIG)

κατά

Istituto Nazionale di Statistica (ISTAT)

Ministero dell’Economia e delle Finanze (C-612/17)

και

Federazione Italiana Sport Equestri (FISE)

κατά

Istituto Nazionale di Statistica (ISTAT) (C-613/17)

[αίτηση του Corte dei conti (Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 549/2013 – Ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Μη κερδοσκοπικό ίδρυμα (ΜΚΙ) – Ταξινόμηση ΜΚΙ ως μέρους της γενικής κυβερνήσεως ή ως μη κερδοσκοπικού ιδρύματος που εξυπηρετεί νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) – Ύπαρξη ελέγχου από μέρους της γενικής κυβερνήσεως – Κριτήρια που εφαρμόζονται για τη διαπίστωση της υπάρξεως ελέγχου από μέρους της γενικής κυβερνήσεως επί ΜΚΙ»






I.      Εισαγωγή

1.        Όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη οικονομική ιστορία των κρατών μελών της Ένωσης, η κατάρτιση ακριβών και τυποποιημένων εθνικών λογαριασμών συνιστά έναν εκ των σημαντικότερων παραγόντων του σύγχρονου χρηματοοικονομικού συστήματος. Το γεγονός αυτό αναγνωρίστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης πλέον προσφάτως με την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2010 (στο εξής: κανονισμός ΕΣΛ) (2). Στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού ΕΣΛ επισημαίνεται συναφώς ότι, «για λόγους συγκρισιμότητας», οι εθνικοί λογαριασμοί «θα πρέπει να καταρτίζονται βάσει ενός ενιαίου συνόλου αρχών που να μην επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες». Το γεγονός και μόνον ότι το κείμενο του εν λόγω κανονισμού εκτείνεται σε περίπου 730 σελίδες αποτελεί με τον τρόπο του ένδειξη της σπουδαιότητας του ζητήματος, καθώς και του σύνθετου χαρακτήρα των επιμέρους λογιστικών ζητημάτων που αφορά ο κανονισμός.

2.        Ένα τέτοιο σύνθετο ζήτημα τίθεται εν προκειμένω στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής από το Corte dei Conti (Ελεγκτικό Συνέδριο, Ιταλία). Το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται είναι, κατ’ ουσίαν, ακριβώς αυτό: πρέπει η Ιταλική Ομοσπονδία Γκολφ (Federazione Italiana Golf) (στο εξής: FIG) και η Ιταλική Ομοσπονδία Ιππικών Αθλημάτων (Federazione Italiana Sport Equestri) (στο εξής: FISE) να αντιμετωπίζονται από την Ιταλική Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (Istituto Nazionale di Statistica) (στο εξής: ISTAT) ως ανήκουσες στον τομέα της γενικής κυβερνήσεως (3), (S.13) (4), και ως εντασσόμενες στους ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς του Ιταλικού Κράτους ή, διαφορετικά, ως μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (5) (στο εξής: ΜΚΙΕΝ), (S.15) (6). Τα ΜΚΙΕΝ αποτελούν θεσμική μονάδα ή τομέα και συνιστούν παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος που δεν υπόκεινται στον έλεγχο της γενικής κυβερνήσεως (7). Αντιθέτως τα ΜΚΙ μη εμπορεύσιμων προϊόντων, τα οποία προβλέπεται ότι ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση, ταξινομούνται στον τομέα της γενικής κυβερνήσεως (8).

3.        Από το γεγονός αυτό ανακύπτει το ερώτημα πώς πρέπει να ερμηνεύονται τα διάφορα κριτήρια που διαλαμβάνονται στον κανονισμό ΕΣΛ, όσον αφορά την αντιμετώπιση των μη κερδοσκοπικών οργανισμών/ιδρυμάτων (στο εξής: ΜΚΙ), όπως η FIG και η FISE, από της απόψεως αυτής. Επειδή, όπως φαίνεται, είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να παράσχει διευκρινίσεις σε σχέση με την ερμηνεία του σημαντικού αυτού κανονισμού, οι δύο εξεταζόμενες προδικαστικές παραπομπές έχουν, αντιστοίχως, ιδιαίτερη σημασία.

4.        Πριν από την εξέταση των πραγματικών περιστατικών του ιστορικού της υποθέσεως, είναι σημαντικό να παρατεθούν οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του κανονισμού ΕΣΛ.

II.    Το νομικό πλαίσιο – Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

5.        Όπως ήδη επισήμανα, ο κανονισμός ΕΣΛ θέσπισε το ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών 2010 (9). Ο κανονισμός ΕΣΛ περιλαμβάνει δύο παραρτήματα (10). Το παράρτημα Α προβλέπει τη μεθοδολογία σχετικά με κοινά πρότυπα, ορισμούς, ονοματολογίες και λογιστικούς κανόνες που απαιτείται να χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών. Το παράρτημα Β περιλαμβάνει το πρόγραμμα που ορίζει τις προθεσμίες εντός των οποίων τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) τους εθνικούς τους λογαριασμούς.

6.        Η παράγραφος 1.34 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, ορίζει ότι «[ο]ι τομεακοί λογαριασμοί δημιουργούνται με την κατανομή των μονάδων σε τομείς, πράγμα που επιτρέπει να παρουσιάζονται οι συναλλαγές και τα εξισωτικά μεγέθη των λογαριασμών κατά τομέα. Η παρουσίαση κατά τομέα αποκαλύπτει πολλά βασικά μεγέθη για σκοπούς οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Οι κύριοι τομείς είναι τα νοικοκυριά, η γενική κυβέρνηση, οι εταιρείες (χρηματοοικονομικές και μη χρηματοοικονομικές), τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) και η αλλοδαπή (11). Η διάκριση μεταξύ δραστηριοτήτων παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων και δραστηριοτήτων παραγωγής μη εμπορεύσιμων προϊόντων είναι σημαντική. Μια οντότητα ελεγχόμενη από τη γενική κυβέρνηση, η οποία εμφανίζεται ως εταιρεία παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων, ταξινομείται στον τομέα των εταιρειών, έξω από τον τομέα της γενικής κυβέρνησης. Συνεπώς, τα επίπεδα του ελλείμματος και του χρέους της εταιρείας δεν συνυπολογίζονται στο έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης».

7.        Κατά την παράγραφο 1.35 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ:

«Ο δημόσιος τομέας αποτελείται στην οικονομία από όλες τις θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση. Ο ιδιωτικός τομέας αποτελείται από όλες τις υπόλοιπες μονάδες μόνιμους κατοίκους».

8.        Η παράγραφος 1.36 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ ορίζει ότι «[ω]ς έλεγχος ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή προγράμματος μιας θεσμικής μονάδας».

9.        Κατά την παράγραφο 1.37 του παραρτήματος A του κανονισμού ΕΣΛ, «[ο] διαχωρισμός μεταξύ δραστηριοτήτων παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων και δραστηριοτήτων παραγωγής μη εμπορεύσιμων προϊόντων και, συνεπώς, για τις οντότητες του δημόσιου τομέα, η κατάταξή τους στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ή στον τομέα των δημοσίων επιχειρήσεων αποφασίζεται με βάση τον ακόλουθο κανόνα:

Μια δραστηριότητα θεωρείται δραστηριότητα παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων όταν τα αντίστοιχα αγαθά και υπηρεσίες αποτελούν αντικείμενο εμπορίας υπό τους ακόλουθους όρους:

(1) οι πωλητές ενεργούν με σκοπό τη μεγιστοποίηση των κερδών τους σε μακροπρόθεσμη βάση, πωλώντας αγαθά και υπηρεσίες ελεύθερα στην αγορά σε οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να πληρώσει τη ζητούμενη τιμή·

(2) οι αγοραστές ενεργούν με σκοπό τη μεγιστοποίηση του οφέλους τους, δεδομένων των περιορισμένων πόρων τους, αγοράζοντας προϊόντα τα οποία ικανοποιούν καλύτερα τις ανάγκες τους στην προσφερόμενη τιμή·

(3) υπάρχουν αποτελεσματικές αγορές, όπου οι πολίτες και οι αγοραστές έχουν πρόσβαση στην αγορά και πληροφορίες σχετικά μ’ αυτή. Μια αγορά μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά ακόμη και αν δεν πληρούνται απόλυτα οι εν λόγω όροι.»

10.      Η παράγραφος 4.125 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ σχετικά με τις τρέχουσες μεταβιβάσεις προς ΜΚΙΕΝ ορίζει ότι «οι τρέχουσες μεταβιβάσεις προς MKIEN περιλαμβάνουν όλες τις προαιρετικές εισφορές (εκτός από τα κληροδοτήματα), τις συνδρομές μελών και την οικονομική βοήθεια που δέχονται τα MKIEN από νοικοκυριά […]». Κατά την παράγραφο 4.126, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, οι τρέχουσες μεταβιβάσεις προς ΜΚΙΕΝ περιλαμβάνουν τακτικές συνδρομές που καταβάλλουν τα νοικοκυριά σε αθλητικούς οργανισμούς που καταχωρίζονται στον τομέα ΜΚΙΕΝ.

11.      Το κεφάλαιο 20 του κανονισμού ΕΣΛ επιγράφεται «Οι λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης». Στην παράγραφο 20.01 του κανονισμού ΕΣΛ διευκρινίζεται ότι οι δραστηριότητες της γενικής κυβερνήσεως αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό από τις δραστηριότητες της υπόλοιπης οικονομίας, δεδομένου ότι «οι εξουσίες, τα κίνητρα και οι λειτουργίες της γενικής κυβέρνησης διαφέρουν από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά άλλων τομέων». Η παράγραφος 20.01 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ ορίζει περαιτέρω ότι το κεφάλαιο 20 περιγράφει τους λογαριασμούς της γενικής κυβερνήσεως κατά τρόπο ώστε να «παρέχει ολοκληρωμένη εικόνα των οικονομικών δραστηριοτήτων της γενικής κυβέρνησης: έσοδα, δαπάνες, έλλειμμα/πλεόνασμα, χρηματοδότηση, άλλες οικονομικές ροές και ισολογισμός».

12.      Η παράγραφος 20.04 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ αναγνωρίζει τις δυσχέρειες που μπορεί να παρουσιάζει η ταξινόμηση και η μέτρηση του τομέα της γενικής κυβερνήσεως. Ωστόσο, οι βασικές διατάξεις του κανονισμού ΕΣΛ όσον αφορά την υπό κρίση προδικαστική παραπομπή εντοπίζονται στις παραγράφους 20.13 έως 20.16 του παραρτήματος A.

13.      Η παράγραφος 20.13 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ ορίζει τα εξής:

«Τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (ΜΚΙ) τα οποία είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμων προϊόντων και ελέγχονται από μονάδες της γενικής κυβέρνησης αποτελούν επίσης μονάδες της γενικής κυβέρνησης.»

14.      Η παράγραφος 20.14 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ έχει ως εξής:

«Η γενική κυβέρνηση, για την υλοποίηση ορισμένων πολιτικών της, μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει ορισμένα ΜΚΙ αντί δικών της φορέων, επειδή τα εν λόγω ΜΚΙ θεωρούνται περισσότερο ανεξάρτητα, αντικειμενικά και λιγότερο υποκείμενα σε πολιτικές πιέσεις. Για παράδειγμα, η έρευνα και η ανάπτυξη, καθώς επίσης η θέσπιση και διατήρηση προτύπων σε τομείς όπως η υγεία, η ασφάλεια, το περιβάλλον και η εκπαίδευση αποτελούν τομείς στους οποίους τα ΜΚΙ μπορεί να είναι αποτελεσματικότερα από φορείς της γενικής κυβέρνησης».

15.      Ωστόσο, η πιο σημαντική διάταξη, όσον αφορά τις υπό κρίση προδικαστικές παραπομπές, είναι η παράγραφος 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Στη διάταξη αυτή ορίζονται τα εξής:

«Ως έλεγχος ενός ΜΚΙ ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός του. Η δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας δεν είναι κατάλληλη όταν πρόκειται να αποφασισθεί κατά πόσον η γενική κυβέρνηση κατέχει τον έλεγχο μιας μεμονωμένης μονάδας. Για να προσδιορισθεί κατά πόσον ένα ΜΚΙ ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση, θα πρέπει να εξετασθούν οι ακόλουθοι πέντε δείκτες ελέγχου:

α) διορισμός αρμοδίων·

β) άλλοι όροι της νομιμοποιητικής πράξης, όπως οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο καταστατικό του ΜΚΙ·

γ) συμβατικές συμφωνίες·

δ) ο βαθμός χρηματοδότησης·

ε) η έκθεση σε επιχειρηματικό κίνδυνο.

Ένας και μόνος δείκτης μπορεί να επαρκεί για να τεκμηριωθεί ο έλεγχος. Ωστόσο, αν ένα ΜΚΙ που χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τη γενική κυβέρνηση εξακολουθεί να είναι σε θέση να προσδιορίζει την πολιτική του ή το πρόγραμμά του σε σημαντικό βαθμό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στους λοιπούς δείκτες, τότε δεν θεωρείται ότι ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ορισμένοι δείκτες συλλογικά υποδηλώνουν έλεγχο. Μια απόφαση βασισμένη σ’ αυτούς τους δείκτες θα είναι κατ’ ανάγκην απόφαση κρίσεως» (12).

16.      Η παράγραφος 20.16 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ ορίζει εν συνεχεία ότι ο «μη εμπορικός χαρακτήρας ενός ΜΚΙ προσδιορίζεται με παρόμοιο τρόπο όπως για τις άλλες μονάδες της γενικής κυβέρνησης».

III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

17.      Πριν από τη διεξοδική εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων του Corte dei Conti (Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ιταλία), είναι απαραίτητο να παρατεθούν κάποια στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο αθλητισμός στην Ιταλία. Όπως επισημαίνεται από το αιτούν δικαστήριο, η οργάνωση του ιταλικού αθλητισμού βασίζεται στην Ιταλική Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή (Comitato Olimpico Nazionale Italiano) (στο εξής: CONI). Η CONI είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την οποία συνδέονται οι διάφορες εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες. Οι τελευταίες αυτές οντότητες είναι στο σύνολό τους μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα (13).

18.      Μολονότι η CONI αποτελεί οργάνωση που διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, εντούτοις, κατ’ ουσίαν αποτελεί συνομοσπονδία των εθνικών αθλητικών ομοσπονδιών και των ενώσεων αθλημάτων. Η κύρια λειτουργία της συνίσταται στον κανονισμό, τη ρύθμιση, και τη διαχείριση των αθλητικών δραστηριοτήτων στην Ιταλία. Βασικό στοιχείο του καταστατικού της CONI (14) αποτελεί η αρχή της αθλητικής αυτονομίας, βάσει της οποίας αναγνωρίζεται στις εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες τεχνική, οργανωτική και διαχειριστική αυτονομία υπό τη γενική εποπτεία της CONI. Εντούτοις, η CONI είναι αρμόδια για τη θέσπιση των θεμελιωδών αρχών για την αναγνώριση των ομοσπονδιών για αθλητικούς σκοπούς, τη θέση των κριτηρίων και των διαδικασιών ασκήσεως του ελέγχου της επί των αθλητικών ομοσπονδιών, καθώς και για την απόφαση διορισμού ειδικών επιτρόπων στις ομοσπονδίες σε περίπτωση σοβαρών και εξαιρετικών παραβιάσεων των αθλητικών κανόνων (15). Επίσης το καταστατικό της CONI προβλέπει εξουσίες εγκρίσεως των καταστατικών και των ισολογισμών των ομοσπονδιών.

19.      Οι εκπρόσωποι των αθλητικών ομοσπονδιών, όπως είναι η FIG και η FISE, συμμετέχουν στο Εθνικό Συμβούλιο και την Εθνική Επιτροπή της CONI. Επομένως, οι ομοσπονδίες λαμβάνουν μέρος στην οργάνωση και τις δραστηριότητες της CONI, συμμετέχοντας στη σύνθεση των κεντρικών οργάνων που διαθέτουν τις σημαντικότερες εξουσίες και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της βουλήσεως της CONI.

20.      Η FIG και η FISE είναι εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες της Ιταλίας. Όπως αναφέρεται στο σημείο 17 των παρουσών προτάσεων, αποτελούν μη κερδοσκοπικές ενώσεις ιδιωτικού δικαίου με νομική προσωπικότητα. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι αθλητικές ομοσπονδίες έχουν ενιαία και ομοιόμορφη νομική φύση, αποτελώντας νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από το βιβλίο Ι του ιταλικού Αστικού Κώδικα, πράγμα που σημαίνει ότι οι πράξεις των αθλητικών ομοσπονδιών διέπονται κατά κανόνα από το κοινό δίκαιο (με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του αθλητικού δικαίου) (16).

21.      Τα καταστατικά της FIG και της FISE ορίζουν ότι οι αντίστοιχες δραστηριότητές τους διοικήσεως ασκούνται αποκλειστικώς από τα όργανα των εν λόγω ομοσπονδιών. Τα κύρια όργανα διοικήσεως των εν λόγω ομοσπονδιών είναι η Εθνική Συνέλευση, ο Πρόεδρος, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και η Γενική Γραμματεία. Οι γενικές εξουσίες διοικήσεως ανήκουν στην Εθνική Συνέλευση, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κατηγοριών της βάσεως και η οποία εκλέγει τους κύριους αξιωματούχους της ομοσπονδίας, καθώς και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Οι διοικητικές εξουσίες καθεμιάς από τις δύο ομοσπονδίες ανήκουν στον Πρόεδρο, ο οποίος εκλέγεται από την Ομοσπονδιακή Συνέλευση. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο διαθέτει αρμοδιότητες ελέγχου και ορθής εκτελέσεως του τεχνικού-αθλητικού προγράμματος αξιολογήσεως των αθλητικών αποτελεσμάτων και εποπτείας της ορθής ασκήσεως της ομοσπονδιακής διοικήσεως. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η CONI έχει την εξουσία να διορίζει δύο μέλη του Συμβουλίου Ελεγκτών, ο δε Πρόεδρος επίσης εκλέγεται από την Εθνική Συνέλευση.

22.      Η FIG και η FISE είναι γενικώς αρμόδιες για την εγγραφή των μελών των συλλόγων και των ενώσεων. Η FIG και η FISE χρηματοδοτούνται από συνεισφορές της CONI, καθώς και από ίδιους πόρους, συμπεριλαμβανομένων των τελών εισδοχής, εντάξεως και εγγραφής, των συμβάσεων χορηγίας καθώς και των εισπράξεων από αθλητικές εκδηλώσεις και από τη διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών. Το καταστατικό της FIG προβλέπει τη θεμελιώδη αρχή που τη διέπει, ήτοι, τον ιδιωτικό, συνεταιριστικό και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα της (17). Είναι, ωστόσο, σημαντικό να σημειωθεί ότι οι συνεισφορές της CONI προς τη FIG και τη FISE είναι υψηλές, ανερχόμενες στο 30 % των εσόδων της FIG το 2013, στο 27 % το 2014 και στο 30 % το 2015. Οι συνεισφορές της CONI προς τη FISE ανέρχονται επίσης περίπου στο ύψος του 30 % των εσόδων της τελευταίας.

23.      Το ζήτημα που εγείρεται στο πλαίσιο των προδικαστικών παραπομπών έχει ως ακολούθως: σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία (18), η ISTAT είναι αρμόδια να καταρτίζει ετησίως τους ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς της γενικής κυβερνήσεως, στο πλαίσιο των απαιτήσεων του άρθρου 121 ΣΛΕΕ. Μέρος της διαδικασίας αυτής αποτελεί ο προσδιορισμός των θεσμικών μονάδων του Ιταλικού Κράτους, οι οποίες ανήκουν στον τομέα της γενικής κυβερνήσεως σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στον κανονισμό ΕΣΛ.

24.      Με απόφαση που δημοσιεύθηκε στη ν Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana (Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας) στις 30 Σεπτεμβρίου 2016, η ISTAT ενέγραψε τη FIG και τη FISE στον κατάλογο ISTAT 2016. Η ISTAT εκτίμησε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΣΛ, η FIG και η FISE αποτελούσαν, βάσει της δοκιμασίας του εμπορικού/μη εμπορικού χαρακτήρα που προβλέπεται στην παράγραφο 20.29 του παραρτήματος Α του εν λόγω κανονισμού, θεσμικές μονάδες μη εμπορικού χαρακτήρα. Για να διαπιστώσει αν οι εν λόγω μονάδες έπρεπε να ταξινομηθούν ως ΜΚΙΕΝ ή στον τομέα της γενικής κυβερνήσεως, η ISTAT εξέτασε αν η FIG και η FISE υπόκεινται στον έλεγχο της γενικής κυβερνήσεως.

25.      Η ISTAT κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αμφότερες οι ομοσπονδίες υπόκεινται στον έλεγχο της κυβερνήσεως.. Μολονότι οι ομοσπονδίες έχαιραν κάποιας αυτονομίας ως προς τη λήψη αποφάσεων, η ISTAT εκτίμησε ότι η FIG και η FISE δεν διέθεταν «πλήρη ικανότητα αυτοπροσδιορισμού», λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής επιρροής που ασκούσε η CONI επί της διαχειρίσεώς τους.

26.      Η FIG και η FISE θεωρούν ότι δεν πληρούν τα εν λόγω κριτήρια. Για τον λόγο αυτόν, κίνησαν συγκεκριμένες ένδικες διαδικασίες στις 29 Νοεμβρίου 2016 και στις 7 Δεκεμβρίου 2016, αντιστοίχως, με αίτημα την ακύρωση του καταλόγου των φορέων της γενικής κυβερνήσεως που περιλαμβάνονται στον ενοποιημένο οικονομικό λογαριασμό της γενικής κυβερνήσεως, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3, του Νόμου 196 της 31ης Δεκεμβρίου 2009 και τον οποίο εξέδωσε τη ISTAT (στο εξής: κατάλογος της ISTAT), κατά το μέρος που η FIG και η FISE είχαν συμπεριληφθεί ως φορείς που παρέχουν «υπηρεσίες αρωγής, αναψυχής και πολιτιστικές υπηρεσίες». Σημειώνεται ότι η FIG είχε και προηγουμένως ασκήσει παρόμοιες προσφυγές όσον αφορά τη καταχώρισή της στους καταλόγους της ISTAT των ετών 2014 και 2015. Η πρώτη προσφυγή, που αφορούσε τον κατάλογο του 2014, είχε απορριφθεί από το Corte dei Conti (Ελεγκτικό Συνέδριο) στις 11 Φεβρουαρίου 2015, ενώ εκείνη που αφορούσε την ακύρωση του καταλόγου της ISTAT του 2015 έγινε δεκτή από την ολομέλεια του Corte dei Conti (Ελεγκτικού Συνεδρίου), με απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017.

27.      Όσον αφορά την υπό κρίση διαδικασία, με αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, το Corte dei Conti (Ελεγκτικό Συνέδριο) αποφάσισε να υποβάλει στο παρόν Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα, σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ:

«1.      Πρέπει ο όρος “δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας”, ο οποίος απαντά στην παράγραφο 20.15 του [παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ], να εκλαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, ήτοι υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης τις εξουσίες διευθύνσεως αθλητικού χαρακτήρα (το λεγόμενο ήπιο δίκαιο) και τις εξουσίες αναγνωρίσεως που προβλέπει ο νόμος για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας και τη λειτουργία στον τομέα του αθλητισμού, εξουσίες οι οποίες αμφότερες αναφέρονται γενικώς σε όλες τις εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες της Ιταλίας;

2.      Πρέπει ο γενικός δείκτης ελέγχου (“η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος [ενός μη κερδοσκοπικού ιδρύματος]”), περί του οποίου γίνεται λόγος στην παράγραφο 20.15 [του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ], να εκλαμβάνεται υπό ουσιαστική έννοια ως ικανότητα διευθύνσεως, δεσμεύσεως και καθορισμού της διαχειρίσεως του μη κερδοσκοπικού ιδρύματος, ή μπορεί να εκληφθεί υπό μη τεχνική έννοια ως περιλαμβάνων επίσης εξουσίες εξωτερικής εποπτείας που διαφέρουν από αυτές που ορίζουν οι ειδικοί δείκτες ελέγχου περί των οποίων γίνεται λόγος στην παράγραφο 20.15, στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ, δʹ, και εʹ, [του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ] (όπως, παραδείγματος χάρη, οι εξουσίες εγκρίσεως των ισολογισμών, διορισμού των ελεγκτών, εγκρίσεως του καταστατικού και ορισμένων τύπων κανονισμών, αθλητικής διευθύνσεως ή αναγνωρίσεως για αθλητικούς σκοπούς);

3.      Με βάση τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 20.15, 4.125 και 4.126 του [παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ], μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οι συνδρομές μελών προκειμένου να κριθεί αν υπάρχει δημόσιος έλεγχος ή όχι, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορισθεί αν ένα υψηλό ποσό των ανωτέρω συνδρομών, μαζί με τα λοιπά ίδια έσοδα, μπορεί να μαρτυρά, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, σημαντική ικανότητα αυτοπροσδιορισμού του μη κερδοσκοπικού ιδρύματος;»

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

28.      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 2017 αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C-612/17 και C-613/17.

29.      Το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής των υποθέσεων C‑612/17 και C-613/17 σε ταχεία διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2017.

30.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η FIG, η FISE, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή. Η FIG, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

V.      Ανάλυση

1.      Εισαγωγικές παρατηρήσεις

31.      Το ζήτημα εάν αθλητικές ομοσπονδίες όπως η FIG και η FISE μπορούν να ταξινομηθούν ως μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (στο εξής: ΜΚΙ) που ελέγχονται από τη γενική κυβέρνηση ή, διαφορετικά, ως MKIEN, τα οποία, συνεπώς, δεν περιλαμβάνονται στον δημόσιο τομέα, πρέπει να εξεταστεί σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο πρέπει να εξεταστεί εάν το ΜΚΙ αποτελεί παραγωγό εμπορεύσιμου ή μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Μόνον εφόσον το οικείο ΜΚΙ δεν πληροί τις απαιτήσεις της εν λόγω δοκιμασίας (ήτοι, οι πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών καλύπτουν ποσοστό χαμηλότερο του 50 % του κόστους) και θεωρηθεί παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος (19), μπορεί να εξεταστεί, σε δεύτερο στάδιο, εάν το οικείο ΜΚΙ ελέγχεται από κάποια οντότητα της γενικής κυβερνήσεως.

32.      Στις διατάξεις του περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε με σαφήνεια ότι η FIG και η FISE αποτελούν παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Η εν λόγω διαπίστωση δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου (20). Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι αν υφίσταται «έλεγχος» από οντότητα της γενικής κυβερνήσεως επί αθλητικών ομοσπονδιών όπως η FIG και η FISE, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό ΕΣΛ, ώστε για τους σκοπούς των εθνικών λογαριασμών να πρέπει αυτές να συμπεριληφθούν στον δημόσιο τομέα, στον υποτομέα «γενική κυβέρνηση» (S.13).

33.      Μπορεί οπωσδήποτε να φανταστεί κανείς την περίπτωση στην οποία αθλητική ομοσπονδία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από κρατικούς πόρους όσον αφορά τα έσοδά της, τα δε αρμόδια για αυτήν πρόσωπα διορίζονται από την εθνική κυβέρνηση. Η εν λόγω ομοσπονδία πιθανότατα θα θεωρείτο ως ελεγχόμενη από τη γενική κυβέρνηση για ευρύ φάσμα σκοπών του δημοσίου δικαίου –στους οποίους συγκαταλέγονται και οι στατιστικοί σκοποί που ρυθμίζονται στον κανονισμό ΕΣΛ– ακριβώς επειδή η γενική της πολιτική θα ήταν κατ’ ουσίαν είτε ελεγχόμενη είτε, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, καθοριζόμενη από συναφή οργανισμό της γενικής κυβερνήσεως, ακόμη και αν ήταν επίσης σαφές ότι, όσον αφορά ζητήματα αμιγώς αθλητικής κρίσεως, οι αθλητικές ομοσπονδίες αποφάσιζαν αυτόνομα και πραγματικά ανεξάρτητα.

34.      Τότε, τι ισχύει όσον αφορά τη FIG και τη FISE βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ; Αυτό αποτελεί, κατ’ ουσίαν, το κύριο ζήτημα που τίθεται στο πλαίσιο των τριών επί μέρους προδικαστικών ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου. Ωστόσο, προτού προχωρήσω στην εξέταση των εν λόγω ερωτημάτων, πρέπει να παρατηρήσω προκαταρκτικά ότι η διατύπωση της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ είναι αποκλειστικού χαρακτήρα. Η εν λόγω διάταξη ορίζει σαφώς ότι «[…] θα πρέπει να εξετασθούν οι ακόλουθοι πέντε δείκτες ελέγχου […]» (21). Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση των ΜΚΙ, όπως η FIG και η FISE, μόνον τα εν λόγω απαριθμούμενα κριτήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένα ΜΚΙ το οποίο είναι παραγωγός μη εμπορεύσιμου προϊόντος μπορεί να ταξινομηθεί στον υποτομέα της γενικής κυβερνήσεως ή ως ΜΚΙΕΝ.

35.      Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό, επειδή σε άλλα σημεία του κανονισμού ΕΣΛ, ιδίως στις παραγράφους 20.309 (22) και 20.310 του παραρτήματος Α του εν λόγω κανονισμού, χρησιμοποιείται ένας κάπως διαφορετικός –και, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, ευρύτερος– ορισμός του ελέγχου όσον αφορά τη διαπίστωση του αν ορισμένοι άλλοι οργανισμοί πρέπει να θεωρούνται οργανισμοί του δημόσιου τομέα (23). Σε αντίθεση με τα όσα υποστήριξε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φρονώ ότι δεν μπορούν άλλες –αντίστοιχες ομολογουμένως– παρόμοιες διατάξεις του κανονισμού ΕΣΛ να εισαχθούν, τρόπον τινά, στον ορισμό του ελέγχου που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Ο ορισμός του ελέγχου που περιλαμβάνεται στην τελευταία αυτή διάταξη αποτελεί lex specialis και δεν μπορεί να διευρυνθεί υπό την επιρροή άλλων γενικών διατάξεων, όπως είναι οι παράγραφοι 20.309 και 20.310 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, ακόμη κι αν και οι εν λόγω διατάξεις επίσης αφορούν το ζήτημα του ελέγχου ή του ελέγχου στον δημόσιο τομέα στην περίπτωση των τελευταίων διατάξεων.

36.      Κατά τη γνώμη μου, οι παράγραφοι 20.309 και 20.310 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ δεν αφορούν το ζήτημα εάν αν κάποιο ΜΚΙ μη εμπορικού χαρακτήρα πρέπει να ταξινομηθεί τη γενική κυβέρνηση ή ως ΜΚΙΕΝ (24), αλλά μάλλον το ζήτημα εάν ορισμένες επιχειρήσεις (που αποτελούν παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος και στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνονται ΜΚΙ) (25) μπορούν να ταξινομηθούν ως επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον δημόσιο τομέα ή από τον ιδιωτικό (26).

37.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων μπορούμε να προχωρήσουμε στην εξέταση των συγκεκριμένων ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο.

2.      Το πρώτο ερώτημα: η ορθή ερμηνεία της έννοιας της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών»

38.      Όπως ήδη σημείωσα, τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ έχουν ως εξής:

«Ως έλεγχος ενός ΜΚΙ ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός του. Η δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας δεν είναι κατάλληλη όταν πρόκειται να αποφασισθεί κατά πόσον η γενική κυβέρνηση κατέχει τον έλεγχο μιας μεμονωμένης μονάδας […].»

39.      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται τι εννοείται με τη φράση «γενικοί κανονισμοί» στο πλαίσιο αυτό. Φρονεί ότι πρόκειται για έννοια με ευρύ περιεχόμενο, η οποία θα μπορούσε, στην περίπτωση των αθλητικών ομοσπονδιών, να αφορά τόσο τις κατευθύνσεις («ήπιο δίκαιο») της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και της CONI, όσο και τις γενικές διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας σχετικά με την αναγνώριση των εν λόγω αθλητικών οργανώσεων. Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, η τακτική αναγνώριση των εν λόγω αθλητικών οργανισμών πρέπει να έπεται της αναγνωρίσεως από την CONI (27).

40.      Μολονότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η εξουσία της CONI να θεσπίζει γενικούς κανόνες για την καθιέρωση κοινών προτύπων όσον αφορά τις αθλητικές δραστηριότητες εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στην έννοια της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών», φρονεί εντούτοις ότι η εξουσία της να αναγνωρίζει αθλητικές ομοσπονδίες δημιουργεί ενδεχομένως ένα εν τοις πράγμασι μονοπώλιο της εν λόγω ομοσπονδίας στο συγκεκριμένο άθλημα, δεδομένου ότι μία μόνον ομοσπονδία μπορεί να αναγνωριστεί για το εν λόγω άθλημα. Συνεπώς, η Επιτροπή φρονεί ότι η εν λόγω εξουσία δεν εμπίπτει στην έννοια της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών».

41.      Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι η εξουσία της CONI να αναγνωρίζει τις αθλητικές ομοσπονδίες της παρέχει τη δυνατότητα να καθορίζει τη γενική πολιτική των εν λόγω ομοσπονδιών σύμφωνα με τον δείκτη ελέγχου που προβλέπεται στην παράγραφο 20.309, στοιχείο ηʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, ο οποίος αναφέρεται στον «έλεγχο μέσω υπερβολικών κανονιστικών ρυθμίσεων». Κατά την εν λόγω διάταξη, «[ό]ταν οι κανονιστικές ρυθμίσεις είναι τόσο αυστηρές, ώστε ουσιαστικά να υπαγορεύουν τη γενική πολιτική της επιχείρησης, αποτελούν μια μορφή ελέγχου. Οι δημόσιες αρχές μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διαθέτουν ισχυρές ρυθμιστικές εξουσίες, ειδικά σε τομείς όπως τα μονοπώλια και οι ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπου ενυπάρχει στοιχείο δημόσιας υπηρεσίας. Είναι δυνατόν να υπάρχει ρυθμιστική συμμετοχή σε σημαντικούς τομείς, όπως ο καθορισμός τιμών, χωρίς η οντότητα να εκχωρεί τον έλεγχο της γενικής της πολιτικής». Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο δείκτης ελέγχου της παραγράφου 20.309, στοιχείο ηʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ συνδέεται με εκείνους των παραγράφων 20.15, στοιχείο βʹ, και 2.39, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.

42.      Κατά την άποψή μου, ο όρος «γενικοί κανονισμοί», όπως εμφανίζεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλώς με τρόπο αφηρημένο: αντιθέτως η έννοιά του εξαρτάται από το γενικό νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Το γεγονός ότι πριν από την εν λόγω φράση υπάρχουν οι λέξεις «δημόσια παρέμβαση με τη μορφή […]» έχει οπωσδήποτε σημασία, διότι με τον τρόπο αυτό υποδηλώνεται ότι οι επίμαχοι κανονισμοί διαθέτουν επίσημο υπόβαθρο ή προέλευση. Επομένως, στο παρόν πλαίσιο, η αναφορά σε «γενικούς κανονισμούς» αφορά κατά κύριο λόγο κανονισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνονται είτε σε νομοθετική πράξη του Ιταλικού Κράτους είτε, διαφορετικά, συνιστούν εφαρμοστικούς κανόνες ή αρχές που περιέχονται στην εν λόγω νομοθεσία.

43.      Με την επιφύλαξη της τελικής σχετικής διαπιστώσεως από το αιτούν δικαστήριο, το ιταλικό νομοθετικό καθεστώς που προβλέπει την αναγνώριση των αθλητικών ομοσπονδιών φαίνεται να συνιστά ακριβώς το είδος των γενικών κανονισμών που προβλέπονται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Όπως διευκρινίζει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, οι κανόνες που αφορούν ζητήματα όπως η αναγνώριση των αθλητικών ομοσπονδιών, η προστασία της ακεραιότητας των εν λόγω ομοσπονδιών και των αγώνων που διοργανώνουν, καθώς και η προστασία της υγείας και της ευημερίας των αθλητών προβλέπονται ρητώς με νόμο και εφαρμόζονται αδιακρίτως και γενικώς σε όλες τις αθλητικές ομοσπονδίες με τη θέσπιση κοινών προτύπων για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, όπως επισήμανε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, οι εν λόγω κανόνες δεν επιδιώκουν τον έλεγχο ή τον με άλλον τρόπο καθορισμό της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος (28) που ενδεχομένως να επιθυμούν να ακολουθήσουν αθλητικές ομοσπονδίες όπως η FIG ή η FISE. Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι ένας «γενικός κανονισμός» αυτού του είδους, ο οποίος είναι γενικώς εφαρμοστέος σε όλες τις αθλητικές ομοσπονδίες και ο οποίος δεν επιδιώκει να ελέγξει ουσιωδώς την πολιτική ή το πρόγραμμα της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση του αν η επίμαχη αθλητική ομοσπονδία ελέγχεται από μονάδες της γενικής κυβερνήσεως (29) για τους σκοπούς του κανονισμού ΕΣΛ (30).

44.      Από τα ανωτέρω προκύπτει το συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η FIG και η FISE –όπως και άλλες ιταλικές αθλητικές ομοσπονδίες– ήταν υποχρεωμένες κατά τις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας να υποβάλουν στην CONI αίτηση αναγνωρίσεως δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση περί της υπάρξεως του απαιτούμενου βαθμού ελέγχου από μέρους της γενικής κυβερνήσεως, σύμφωνα με την παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Επομένως, αν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η FIG και η FISE υπόκεινται σε έλεγχο από τη γενική κυβέρνηση για τους σκοπούς της εν λόγω διατάξεως του κανονισμού ΕΣΛ, αυτό θα πρέπει να οφείλεται σε κάποιον άλλον λόγο.

45.      Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η έννοια της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας», η οποία απαντά στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες που αφορούν ζητήματα, όπως η αναγνώριση των αθλητικών ομοσπονδιών, η προστασία της ακεραιότητας των αθλητικών ομοσπονδιών και των αγώνων που διοργανώνουν, καθώς και η προστασία της υγείας των αθλητών και η παροχή αρωγής σε αυτούς, οι οποίοι προβλέπονται ρητώς στον νόμο και εφαρμόζονται αδιακρίτως και γενικώς σε όλες τις αθλητικές ομοσπονδίες με τη θέσπιση κοινών προτύπων για τον σκοπό αυτό. Η εξουσία θεσπίσεως τέτοιων κανόνων δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση του αν υφίσταται έλεγχος από τη γενική κυβέρνηση επί αθλητικής ομοσπονδίας η οποία συνιστά ΜΚΙ και παραγωγό μη εμπορεύσιμου προϊόντος για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.

3.      Το δεύτερο ερώτημα: η ορθή ερμηνεία των εννοιών του «ελέγχου» και της «ικανότητας καθορισμού της γενικής πολιτικής ή προγράμματος μιας θεσμικής μονάδας»

46.      Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει το γεγονός ότι ο όρος «έλεγχος», κατά την έννοια της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, είναι δυνατόν να ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Βάσει της πρώτης ερμηνείας, ο «έλεγχος» αφορά την ικανότητα της γενικής κυβερνήσεως ή οργανισμού της γενικής κυβερνήσεως να καθορίζει τη γενική πολιτική ή πρόγραμμα της οικείας οντότητας, μέσω της διευθύνσεως ή του καθορισμού με αποφασιστικό τρόπο της διαχειρίσεως της θεσμικής μονάδας. Η δεύτερη ερμηνεία του «ελέγχου» που υποδεικνύεται από το αιτούν δικαστήριο αφορά τον έλεγχο που περιγράφεται ως ο επίσημος έλεγχος που πραγματοποιείται μέσω της γενικής και εξωτερικής εποπτείας των αθλητικών ομοσπονδιών και ο οποίος προβλέπεται γενικότερα από το ιταλικό νομοθετικό καθεστώς και ειδικότερα από την CONI.

47.      Όπως δέχεται το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη εν προκειμένω έννοια του «ελέγχου» αναφέρεται στην εξουσία καθορισμού της γενικής πολιτικής ή προγράμματος της οικείας οντότητας μέσω της διευθύνσεως ή του καθορισμού με αποφασιστικό τρόπο της διαχειρίσεως της εν λόγω οντότητας. Τούτο προκύπτει σαφώς από το γράμμα και το πνεύμα της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, καθόσον, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, και οι πέντε συγκεκριμένοι δείκτες ελέγχου που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη (31) αφορούν την έννοια του «ελέγχου» με την εν λόγω ουσιαστική έννοια. Στο σημείο αυτό ενδείκνυται να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι με την αναφορά, εν προκειμένω, στη «διεύθυνση ή τον καθορισμό με αποφασιστικό τρόπο της διαχειρίσεως της θεσμικής μονάδας» δεν εισάγεται χωριστό κριτήριο, αλλά επιδιώκεται απλώς να διευκρινιστεί ή να τονιστεί το κριτήριο του ελέγχου που προβλέπεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α στον κανονισμό ΕΣΛ, ήτοι «η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του [προγράμματος ενός ΜΚΙ]». Από την ανωτέρω φράση προκύπτει σαφώς ότι το κριτήριο του ελέγχου της εν λόγω διατάξεως δεν αφορά την καθημερινή διεύθυνση του ΜΚΙ, αλλά αντιθέτως στον καθορισμό της διευθύνσεως της συνολικής του στρατηγικής.

48.      Επιπλέον, όπως ήδη επισήμανα με την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, από το γράμμα του κανονισμού ΕΣΛ συνάγεται επίσης ότι η εξωτερική εποπτεία που ενυπάρχει στους γενικώς εφαρμοστέους κανόνες της ιταλικής νομοθεσίας δεν ασκεί επιρροή (32) στη διαπίστωση της υπάρξεως του εν λόγω ελέγχου με την έννοια της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Επιπλέον, δεδομένου του χαρακτήρα της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ ως lex specialis, μόνον οι πέντε συγκεκριμένοι δείκτες ελέγχου που αναφέρονται στα στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ, δʹ και εʹ της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη διαπίστωση της υπάρξεως ελέγχου από τη γενική κυβέρνηση επί ΜΚΙ –όπως η FIG και η FISE– τα οποία είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος και, κατ’ επέκταση, του αν η γενική κυβέρνηση μπορεί να καθορίσει τη γενική τους πολιτική ή πρόγραμμα.

49.      Η Επιτροπή προέβαλε ότι. επειδή οι ιταλικές αθλητικές ομοσπονδίες ασκούν ορισμένες λειτουργίες, όπως η επιλογή των αθλητών που συμμετέχουν σε εθνικούς και διεθνείς αγώνες. όπως οι Ολυμπιακοί αγώνες, και, επειδή επιλαμβάνονται επίσης διαφορών που ανακύπτουν στον τομέα του αθλητισμού, οι εν λόγω ομοσπονδίες ασκούν δημόσιες λειτουργίες και, επομένως, θα έπρεπε να ταξινομηθούν ως μονάδες της γενικής κυβερνήσεως της παραγράφου 20.06 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Οι εν λόγω λειτουργίες δεν έχουν, κατά την άποψή μου, εγγενώς δημόσιο χαρακτήρα και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει για άλλη μία φορά να τονιστεί ότι το εφαρμοστέο κριτήριο είναι μόνον εκείνο που διαλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Επομένως, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι τα όσα προβάλλει η Επιτροπή στηριζόμενη στην παράγραφο 20.06 του εν λόγω κανονισμού είναι για τον λόγο αυτό αλυσιτελή.

50.      Πράγματι, το καταστατικό της CONI απονέμει στην εν λόγω οντότητα μια σειρά εξουσιών επί των αθλητικών ομοσπονδιών, όπως η FIG και η FISE. Συγκεκριμένα, το καταστατικό της CONI ορίζει ότι η εθνική της επιτροπή πρέπει να εγκρίνει τον προβλεπόμενο και τον οριστικό ισολογισμό των εν λόγω αθλητικών ομοσπονδιών (33) και να ορίσει τους ελεγκτές που εκπροσωπούν την CONI (34). Σε αντίθεση προς τα όσα προέβαλε η Επιτροπή, οι εν λόγω εξουσίες δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να εκληφθούν ως ισότιμες με τον πραγματικό διορισμό από την CONI των αρμοδίων οργάνων της FIG και της FISE (35). Όσον αφορά τις ουσιαστικές εξουσίες, η εξουσία εγκρίσεως των ισολογισμών και του ορισμού ελεγκτών των επίμαχων αθλητικών ομοσπονδιών (36) δεν μπορεί κατά κανόνα να θεωρηθεί ως εξουσία ελέγχου ή με διαφορετικό τρόπο ουσιώδους καθορισμού της γενικής πολιτικής των ίδιων των ομοσπονδιών. Βεβαίως, η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική, αν, επί παραδείγματι, οι εν λόγω εξουσίες περιελάμβαναν και την εξουσία εγκρίσεως ή (κατά περίπτωση) αρνησικυρίας όσον αφορά συγκεκριμένα σχέδια δαπανών από πλευράς της FIG ή της FISE. Μολονότι η διαπίστωση του γεγονότος αυτού απόκειται τελικώς στο αιτούν δικαστήριο, από τις διατάξεις περί παραπομπής συνάγεται ότι το εν λόγω δικαστήριο φρονεί ότι η εξουσία εγκρίσεως των ισολογισμών εκάστης αθλητικής ομοσπονδίας και η εξουσία ορισμού των ελεγκτών της, οι οποίες έχουν ανατεθεί στην CONI, αποτελούν απλώς συνήθεις ελεγκτικές εξουσίες (37). Από αυτής της απόψεως, οι εν λόγω ελεγκτικές εξουσίες δεν συνιστούν από μόνες τους δείκτη ελέγχου για τους σκοπούς του άρθρου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ (38). Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω ότι, με την επιφύλαξη της σχετικής διαπιστώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ενώ οι ετήσιοι ισολογισμοί των εθνικών αθλητικών ομοσπονδιών υπόκεινται στην έγκριση της CONI, σε περίπτωση διατυπώσεως αρνητικής γνώμης από την πλευρά της εν λόγω οντότητας, η εθνική συνέλευση της αθλητικής ομοσπονδίας είναι εκείνη που πρέπει να εγκρίνει σε τελικό βαθμό τους ισολογισμούς (39). Σε κάθε περίπτωση, όπως προέβαλαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση τόσο η FIG όσο και ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας, το γεγονός αυτό ενισχύει περισσότερο τον αμιγώς εποπτικό χαρακτήρα του εν λόγω εξωτερικού ελέγχου.

51.      Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στις εξουσίες που απονέμονται στην εθνική επιτροπή της CONI σχετικά με την έγκριση των καταστατικών, καθώς και ορισμένων κανόνων ή κανονισμών των αθλητικών ομοσπονδιών (40), και φρονεί ότι αυτή συνιστά δείκτη ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 20.309, στοιχείο θʹ, καθώς και σύμφωνα με την παράγραφο 20.15, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Πέραν του γεγονότος ότι οι μοναδικοί κρίσιμοι δείκτες ελέγχου είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, οι επίμαχες εξουσίες εμπίπτουν στην έννοια της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας», η οποία διαλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Οι εν λόγω εξουσίες, επομένως, δεν ασκούν επιρροή στη διαπίστωση του αν η γενική κυβέρνηση ελέγχει αθλητική ομοσπονδία η οποία συνιστά ΜΚΙ και παραγωγό μη εμπορεύσιμου προϊόντος για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ (41).

52.      Εξάλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι η εξουσία της CONI να θέτει τις ομοσπονδίες υπό διαχείριση σε περίπτωση σοβαρών παρατυπιών στο πλαίσιο της διοικήσεώς τους ή σοβαρών παραβάσεων της αθλητικής νομοθεσίας, όταν διαπιστώνεται ότι τα όργανα διοικήσεώς τους δεν λειτουργούν ή σε περιπτώσεις όπου δεν είναι εγγυημένη η ορθή διοργάνωση και διεξαγωγή εθνικών πρωταθλημάτων (42), καθώς και η εξουσία ανακλήσεως της αναγνωρίσεως των ομοσπονδιών για αθλητικούς σκοπούς σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλέον τα κριτήρια για την αναγνώριση (43) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.

53.      Ωστόσο, και ως προς το σημείο αυτό, έχω διαφορετική άποψη. Φρονώ ότι οι εν λόγω εξουσίες, οι οποίες ασκούνται άπαξ σε περιπτώσεις μη συμμορφώσεως της αθλητικής ομοσπονδίας προς τους πλέον σημαντικούς κανόνες και υποχρεώσεις που επιβάλλονται για την ορθή λειτουργία της, αποτελούν εξουσίες αντίστοιχες ή παρεπόμενες της εξουσίας αναγνωρίσεως της εν λόγω ομοσπονδίας από την CONI (44) και, ως εκ τούτου, δεν ασκούν επιρροή για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Οι εν λόγω εξουσίες δεν απονέμουν στην CONI την εξουσία καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.

54.      Συνεπώς, φρονώ ότι η φράση «ως έλεγχος ενός ΜΚΙ ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός του», η οποία διαλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στην ικανότητα διευθύνσεως ή καθορισμού κατά τρόπο αποφασιστικό της διευθύνσεως ενός ΜΚΙ και δεν αφορά εξουσίες εξωτερικής εποπτείας υπό τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδια δραστηριότητας. Μόνον οι πέντε συγκεκριμένοι δείκτες ελέγχου που αναφέρονται στα στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ, δʹ και εʹ της εν λόγω παραγράφου μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διαπίστωση του αν οντότητα έχει ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος του ΜΚΙ.

4.      Το τρίτο ερώτημα: η ορθή ερμηνεία της έννοιας του «βαθμού χρηματοδοτήσεως», της «βασικής χρηματοδοτήσεως και η κρισιμότητα των «συνδρομών μελών» για τους σκοπούς της διαπιστώσεως της ικανότητας αυτοπροσδιορισμού της μη κερδοσκοπικής οντότητας

55.      Το αιτούν δικαστήριο δέχεται ότι δεν προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία ο απαιτούμενος βαθμός ελέγχου όσον αφορά τους συγκεκριμένους δείκτες που απαριθμούνται στην παράγραφο 20.15, στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ και εʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, ήτοι τον διορισμό αρμοδίων οργάνων, τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα καταστατικά της FIG και της FISE, τις συμβατικές συμφωνίες ή την έκθεση σε επιχειρηματικό κίνδυνο. Αντιθέτως, το ζήτημα που τίθεται από το αιτούν δικαστήριο αφορά την ερμηνεία της παραγράφου 20.15, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, ήτοι τον βαθμό χρηματοδοτήσεως και το αν τα έσοδα που εισπράττουν η FIG και η FISE από τις συνδρομές των μελών τους μπορούν να ληφθούν υπόψη στην εκτίμηση του ζητήματος του προβαλλόμενου κυβερνητικού ελέγχου. Πράγματι, το παρόν ερώτημα έχει, κατ’ ουσίαν, δύο σκέλη, ήτοι την έννοια του βαθμού της χρηματοδοτήσεως και της κρισιμότητας των συνδρομών μελών. Θα εξετάσω τα δύο αυτά ζητήματα χωριστά, ξεκινώντας από το ζήτημα των συνδρομών μελών.

1.      Το καθεστώς των συνδρομών μελών

56.      Όπως προκύπτει από το σημείο 22 των παρουσών προτάσεων, το βασικό εισόδημα της FIG και της FISE προέρχεται από συνδρομές μελών, καθώς και από άλλα έσοδα από εθνικούς ή διεθνείς αγώνες, από διαφημίσεις και από συμβάσεις χορηγιών. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι ένα υψηλό επίπεδο συνδρομών μελών θα μαρτυρούσε ότι η FIG και η FISE έχουν επιτύχει οικονομική και διαχειριστική αυτονομία σε βαθμό τέτοιο ώστε να μη μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτές ελέγχονται από μονάδα της γενικής κυβερνήσεως όπως η CONI, παρά τη σημαντική οικονομική συνεισφορά του εν λόγω φορέα (45).

57.      Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει στη διάταξή του περί παραπομπής ότι, κατά την ISTAT και τη Γενική Εισαγγελία, οι συνδρομές μελών αποτελούν, ωστόσο, εισφορές δημόσιου χαρακτήρα, εξομοιούμενες προς φόρους, λόγω της μονοπωλιακής θέσεως που κατέχουν οι FIG και η FISE όσον αφορά τους τομείς του γκολφ και των ιππικών αθλημάτων. Αμφότερες οι ανωτέρω αρχές υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω συνδρομές ασκούν επιρροή στο πλαίσιο τυχόν εκτιμήσεως του βαθμού οικονομικής αυτονομίας που οι εν λόγω ομοσπονδίες έχουν πράγματι επιτύχει.

58.      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο ισχυρισμός ότι τα εν λόγω έσοδα από τις εισφορές μελών είναι ισοδύναμα με τα έσοδα από τη δημόσια χρηματοδότηση πρέπει να απορριφθεί. Φρονώ ότι η εν λόγω προσέγγιση είναι απολύτως ορθή. Βεβαίως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, μόνον όσοι είναι εγγεγραμμένοι στη FIG και τη FISE μπορούν να εξασκήσουν το άθλημα που τους ενδιαφέρει (46), επομένως από την άποψη αυτή μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω ομοσπονδίες κατέχουν μονοπωλιακή θέση όσον αφορά τη διοργάνωση του γκολφ και των ιππικών αθλημάτων στην Ιταλία. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι το γκολφ και τα ιππικά αθλήματα εξακολουθούν να αποτελούν αθλήματα εθελοντικού χαρακτήρα (47) και ότι οι επίμαχες συνδρομές μελών συνιστούν καταβολές που αναλαμβάνονται από τα νοικοκυριά σε εθελοντική βάση (48).

59.      Επί παραδείγματι, η καταβολή της συνδρομής μέλους στη FIG δεν είναι σε μεγαλύτερο βαθμό υποχρεωτική, κατά την έννοια αυτή, απ’ ό,τι είναι, ενδεχομένως, η καταβολή που πραγματοποιείται από κάποιον παίκτη του γκολφ που επιθυμεί να παίξει σε συγκεκριμένο γήπεδο γκολφ όσον αφορά το αντίτιμο για την πρόσβαση στο συγκεκριμένο γήπεδο (ή, διαφορετικά, «green fee»). Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, οι αθλητικές ομοσπονδίες είναι συνεταιριστικές μη κερδοσκοπικές οντότητες που διέπονται από τους κανόνες του βιβλίου Ι του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Επομένως η ιδιότητα του μέλους αποτελεί δικαιοπραξία εθελοντικού χαρακτήρα με την οποία το οικείο μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρεί μια σειρά εσωτερικών κανόνων και να καταβάλλει τη συνδρομή μέλους. Η εν λόγω καταβολή μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ ουσίαν, ως συνέπεια της εθελοντικής αναλήψεως συμβατικής υποχρεώσεως από πλευράς του οικείου μέλους. Η εν λόγω καταβολή παρέχει στο μέλος τη δυνατότητα να συμμετέχει στην οικεία αθλητική ένωση και να συνεισφέρει με την καταβολή της εισφοράς στη δημιουργία εσόδων, ώστε να είναι η εν λόγω οργάνωση σε θέση να επιδιώκει τους σκοπούς της.

60.      Συνεπώς, η καταβολή των συνδρομών μελών στις αθλητικές ομοσπονδίες όπως η FIG και η FISE αποτελεί καθαρά ιδιωτική, εθελοντική συμβατική καταβολή από το ενδιαφερόμενο μέλος, η οποία συνιστά αντιπαροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που παρέχονται από τις εν λόγω ομοσπονδίες. Προκύπτει συνεπώς ότι, σε αντίθεση προς όσα προέβαλαν η ISTAT και η Γενική Εισαγγελία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και των όσων υποστήριξε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου, οι εν λόγω συνδρομές μέλους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν χρεώσεις δημόσιου χαρακτήρα, εξομοιούμενες προς φόρους. Τούτο διότι το στοιχείο που χαρακτηρίζει μια εξομοιούμενη προς φόρο χρέωση είναι ότι η εν λόγω καταβολή επιβάλλεται και εισπράττεται υποχρεωτικά, όχι δυνάμει κάποιας συμβατικής ρυθμίσεως, αλλά αντιθέτως βάσει του δημοσίου δικαίου. Πράγματι, σε κάποιες περιπτώσεις, η μη καταβολή της χρεώσεως ενδέχεται να επισύρει διοικητικές ή ακόμα και ποινικές κυρώσεις. Επιπλέον, η εξομοιούμενη προς φόρο χρέωση δεν επιβάλλεται σε σχέση με τη χρήση στην πράξη των παρεχόμενων υπηρεσιών από την επίμαχη ομοσπονδία (49).

61.      Περαιτέρω, δεν προκύπτει (50) ότι, σε περίπτωση μη καταβολής των συνδρομών η FIG ή η FISE, θα νομιμοποιούνταν να επιδιώξουν την είσπραξή τους με άλλους τρόπους, πέραν των τακτικών ένδικων βοηθημάτων του ιδιωτικού δικαίου.

62.      Συνεπώς, φρονώ ότι τα έσοδα που προέρχονται από τις συνδρομές μελών των αθλητικών ομοσπονδιών, οι οποίες συνιστούν καθαρά ιδιωτικές, εθελοντικές συμβατικές καταβολές των μελών και αποτελούν αντιπαροχή για τις υπηρεσίες που παρέχονται από τις εν λόγω ομοσπονδίες, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του βαθμού χρηματοδοτήσεως από τη γενική κυβέρνηση για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος Α, του κανονισμού ΕΣΛ. Επομένως, η σχετική υπεροχή των εν λόγω συνδρομών μελών και άλλων «ιδιωτικών» εσόδων σε σύγκριση με τη χρηματοδότηση από τη γενική κυβέρνηση συνιστά σαφή ένδειξη ότι ένα ΜΚΙ δεν ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση και ότι μπορεί επομένως να ταξινομηθεί ως ΜΚΙΕΝ.

2.      Οι ετήσιες συνεισφορές της CONI

63.      Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα της ετήσιας συνεισφοράς που πραγματοποιείται από την CONI –οντότητα της γενικής κυβερνήσεως– η οποία, όπως ήδη επισήμανα, ανέρχεται περίπου στο 30 % των εσόδων της FIG και της FISE. Το ύψος της εν λόγω συνεισφοράς είναι ομολογουμένως σημαντικό και δεν αποκλείω την πιθανότητα σε άλλο πλαίσιο και υπό άλλες περιστάσεις μια συνεισφορά του ύψους αυτού να μπορεί να αποτελέσει δείκτη ελέγχου. Ωστόσο, κατά κανόνα, μια επαναλαμβανόμενη συνεισφορά αυτού του είδους δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει την ύπαρξη ελέγχου.

64.      Ωστόσο, η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική, αν μπορούσε να τεκμηριωθεί ότι η επίμαχη αθλητική ομοσπονδία είχε προσαρμόσει τη διοίκησή της καθώς και τις εσωτερικές της πολιτικές και το πρόγραμμά της στις επιθυμίες του δημόσιου φορέα που καταβάλλει την εν λόγω συνεισφορά λόγω της εν τοις πράγμασι οικονομικής εξαρτήσεως από τον εν λόγω φορέα. Πάντως, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, για τους σκοπούς της διαπιστώσεως της υπάρξεως ελέγχου, θα έπρεπε και πάλι να αποδειχθεί ότι η εν λόγω οικονομική εξάρτηση είχε πράγματι δημιουργήσει μια κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας η οντότητα της γενικής κυβερνήσεως που καταβάλλει την συνεισφορά ασκούσε καθοριστική επιρροή σε σχέση με σημαντικές αποφάσεις διοικήσεως και οργανώσεως.

65.      Στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι η παράγραφος 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ αναγνωρίζει ρητώς ότι, εφόσον συγκεκριμένο ΜΚΙ, το οποίο «χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τη γενική κυβέρνηση», εξακολουθεί να είναι σε θέση να καθορίζει «την πολιτική του ή το πρόγραμμά του σε σημαντικό βαθμό […], τότε δεν θεωρείται ότι ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση». Αυτό διαπιστώνεται με την εξέταση των λοιπών τεσσάρων δεικτών ελέγχου που προβλέπονται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ (51). Στο πλαίσιο των κρινόμενων υποθέσεων, η FIG και η FISE δεν «χρηματοδοτούνται κατά κύριο λόγο» από οντότητα της γενικής κυβερνήσεως (52), ακόμη δε και αν χρηματοδοτούνταν, θα έπρεπε και πάλι να αποδειχθεί ότι δεν έχουν πλέον την ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός τους (53), προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ελέγχου από οντότητα της γενικής κυβερνήσεως από την άποψη αυτή.

66.      Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου συνάγεται ότι στις υπό κρίση υποθέσεις δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η FIG ή η FISE δεν διατήρησαν, μέσω των μελών τους, την ικανότητά τους να καθορίζουν τα προγράμματα και τις πολιτικές τους, μολονότι απόκειται εν τέλει στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει το εν λόγω ζήτημα.

67.      Σε κάθε περίπτωση, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει αν η FIG και η FISE εξαρτώνται οικονομικά εν τοις πράγμασι από την CONI λόγω του ύψους της ετήσιας συνεισφοράς της τελευταίας. Ωστόσο, ακόμη και αν εν τέλει το αιτούν δικαστήριο πειστεί για την ύπαρξη της εν λόγω οικονομικής εξαρτήσεως, θα έπρεπε και πάλι να αποδειχθεί ότι η FIG και η FISE είχαν πράγματι προσαρμόσει τις γενικές τους πολιτικές ή τα προγράμματά τους στις επιθυμίες της CONI, λόγω, μεταξύ άλλων, της εν τοις πράγμασι οικονομικής εξαρτήσεως από τον εν λόγω φορέα, προτού διαπιστωθεί βασίμως η ύπαρξη ελέγχου από μονάδα της γενικής κυβερνήσεως. Επομένως, ελλείψει στοιχείων που να εμφαίνουν ότι η CONI διευθύνει ή καθορίζει με τρόπο αποφασιστικό τη διαχείριση της FIG και της FISE, η απάντηση που πρέπει να δοθεί είναι ότι, υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν έχει αποδειχθεί ότι η FIG και η FISE υπόκεινται στον έλεγχο οντότητας της γενικής κυβερνήσεως κατά την έννοια της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.

VI.    Πρόταση

68.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Corte dei Conti (Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ιταλία) ως εξής:

Η έννοια της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας», η οποία απαντά στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΕ) 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2010 (κανονισμός ΕΣΛ), αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες που αφορούν ζητήματα όπως η αναγνώριση των αθλητικών ομοσπονδιών, η προστασία της ακεραιότητας των αθλητικών ομοσπονδιών και των αγώνων που διοργανώνουν, καθώς και η προστασία της υγείας των αθλητών και η παροχή αρωγής σε αυτούς, οι οποίοι προβλέπονται ρητώς στον νόμο και εφαρμόζονται αδιακρίτως και γενικώς σε όλες τις αθλητικές ομοσπονδίες με τη θέσπιση κοινών προτύπων για τον σκοπό αυτό. Η εξουσία θεσπίσεως τέτοιων κανόνων δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση του αν υφίσταται έλεγχος από τη γενική κυβέρνηση επί αθλητικής ομοσπονδίας η οποία συνιστά μη κυβερνητικό ίδρυμα (ΜΚΙ) και παραγωγό μη εμπορεύσιμου προϊόντος για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.

Οι όροι «ως έλεγχος ενός ΜΚΙ ορίζεται η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματός του», οι οποίοι διαλαμβάνονται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αναφέρονται στην ικανότητα διευθύνσεως ή καθορισμού κατά τρόπο αποφασιστικό της διευθύνσεως ενός ΜΚΙ και δεν αφορούν εξουσίες εξωτερικής εποπτείας υπό τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας. Μόνον οι πέντε συγκεκριμένοι δείκτες ελέγχου που αναφέρονται στα στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ, δʹ και εʹ της εν λόγω παραγράφου μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διαπίστωση του αν οντότητα έχει ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος του ΜΚΙ.

Τα έσοδα που προέρχονται από τις συνδρομές μελών των αθλητικών ομοσπονδιών, οι οποίες συνιστούν καθαρά ιδιωτικές, εθελοντικές συμβατικές καταβολές που πραγματοποιούνται από τα μέλη και συνιστούν αντιπαροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που παρέχονται από τις εν λόγω ομοσπονδίες, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του βαθμού χρηματοδοτήσεως από τη γενική κυβέρνηση για τους σκοπούς της παραγράφου 20.15, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Επομένως, η σχετική υπεροχή των εν λόγω συνδρομών μελών και άλλων «ιδιωτικών» εσόδων σε σύγκριση με τη χρηματοδότηση από τη γενική κυβέρνηση συνιστά σαφή ένδειξη ότι ένα ΜΚΙ δεν ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση και ότι μπορεί επομένως να ταξινομηθεί ως ΜΚΙΕΝ. Επιπλέον, η παράγραφος 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ αναγνωρίζει ρητώς ότι αν συγκεκριμένο ΜΚΙ, το οποίο «χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τη γενική κυβέρνηση», εξακολουθεί να είναι σε θέση να καθορίζει «την πολιτική του ή το πρόγραμμά του σε σημαντικό βαθμό […], τότε δεν θεωρείται ότι ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση».


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2013, L 174, σ. 1. Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΣΛ. Νομική βάση του κανονισμού ΕΣΛ αποτελεί το άρθρο 338, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη του άρθρου 5 του Πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν μέτρα για την εκπόνηση στατιστικών εφόσον τούτο απαιτείται για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της Ένωσης». Η παράγραφος 1.01 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ ορίζει ότι το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών «είναι ένα διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο για τη συστηματική και λεπτομερή περιγραφή μιας συνολικής οικονομίας (δηλ. περιφέρειας, χώρας ή ομάδας χωρών), των συνιστωσών της και των σχέσεών της με άλλες συνολικές οικονομίες».


3      Βλ. παράγραφο 1.57, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


4      Βλ. πίνακα 2.1 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ που επιγράφεται «Τομείς και υποτομείς».


5      Βλ. παραγράφους 1.57, στοιχείο εʹ, και 2.129 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


6      Βλ. πίνακα 2.1 του παραρτήματος A του κανονισμού ΕΣΛ.


7      Βλ. παράγραφο 2.129 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, όπου αναφέρεται ότι αυτά είναι «ιδιωτικοί παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος».


8      Βλ. παράγραφο 2.130 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


9      Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΣΛ.


10      Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΣΛ.


11      Οι εν λόγω θεσμικές μονάδες και τομείς είναι αλληλοαποκλειόμενοι. Βλ., επίσης, παράγραφο 1.57 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


12      Βλ., επίσης, παράγραφο 2.39 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, η οποία εφαρμόζεται επί των ΜΚΙ που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες.


13      Ιταλικός Αστικός Κώδικας, βιβλίο 1, όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 242 της 23ης Ιουλίου 1999 (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 242/1999).


14      Άρθρο 4 του καταστατικού της CONI.


15      Άρθρο 6, παράγραφος 4, του καταστατικού της CONI και άρθρο 5 του νομοθετικού διατάγματος 242/1999.


16      Οι ομοσπονδίες μπορούν επίσης να ασκούν δημόσια καθήκοντα που τους απονέμονται συγκεκριμένα από τον νόμο, στα οποία εφαρμόζονται οι κανόνες του δημοσίου δικαίου, με τους περιορισμούς που καθορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 1b, του νόμου 241/1990.


17      Βλ. άρθρο 4 του καταστατικού της FIG και άρθρο 1 του καταστατικού της FISE.


18      Νόμος 196 της 31ης Δεκεμβρίου 2009.


19      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι τα ΜΚΙ που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ελέγχονται από οντότητα της γενικής κυβερνήσεως ταξινομούνται ως δημόσιες επιχειρήσεις. Βλ. παράγραφο 20.307 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Τα ΜΚΙ που ελέγχονται από τον ιδιωτικό τομέα ταξινομούνται στους τομείς των μη χρηματοοικονομικών εταιριών και των χρηματοοικονομικών εταιριών, αν είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος. Βλ. παράγραφο 3.31 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


20      Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, τα έσοδα από πωλήσεις υπηρεσιών της FIG και της FISE είναι πράγματι πολύ χαμηλά, χαμηλότερα από το 10 % της αξίας παραγωγής τους. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η FIG και η FISE αποτελούν οντότητες με εμπορικό χαρακτήρα, οπότε, κατ’ επέκταση, αποτελούν αναμφισβήτητα μη εμπορικές ΜΚΙ με την έννοια των παραγράφων 20.29 και 20.30 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


21      Δεν δίδεται ιδιαίτερη προτεραιότητα σε κάποιον από τους πέντε συγκεκριμένους δείκτες ελέγχου που προβλέπονται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι «[έ]νας και μόνος δείκτης μπορεί να επαρκεί για να τεκμηριωθεί ο έλεγχος».


22      Στις παρατηρήσεις της η Επιτροπή κάνει πολλές αναφορές στην εν λόγω διάταξη και θεωρεί ότι είναι σημαντική για την διαπίστωση του ελέγχου επί των ΜΚΙ. Κατ’ ουσίαν, φρονεί ότι οι κανόνες που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 20.309 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ είναι πιο λεπτομερείς από εκείνους της παραγράφου 20.15.


23      Βλ., επίσης, παραγράφους 1.36, 2.32, 2.35 έως 2.39 και 20.18 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


24      Αυτό είναι το αντικείμενο της lex specialis της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ. Βλ., επίσης, συναφώς, Εγχειρίδιο της Eurostat για το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος, Εφαρμογή του ΕΣΛ 2010, έκδοση του 2016, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://ec.europa.eu/eurostat/documents/3859598/7203647/KS-GQ-16-001-EN-N.pdf/5cfae6dd-29d8-4487-80ac-37f76cd1f012. Στη σελίδα 15, παράγραφος 11, του εν λόγω εγχειριδίου αναφέρεται ότι «η έννοια του ελέγχου της γενικής κυβερνήσεως στο πλαίσιο των εθνικών λογαριασμών είναι η ίδια όσον αφορά τόσο τις χρηματοοικονομικές εταιρίες όσο και τις μη χρηματοοικονομικές εταιρίες και αναπτύσσεται στις επόμενες παραγράφους. Ο έλεγχος των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και των εκπαιδευτικών μονάδων αντιμετωπίζεται χωριστά κατωτέρω» (υπογράμμιση δική μου).


25      Κατά την παράγραφο 20.307 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, οι μη εμπορικού χαρακτήρα μονάδες του δημόσιου τομέα ταξινομούνται στις μονάδες της γενικής κυβερνήσεως, ενώ οι εμπορικού χαρακτήρα μονάδες του δημόσιου τομέα ταξινομούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις.


26      Από το διάγραμμα που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 20.303 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ προκύπτει σαφώς ότι οι κανόνες που προβλέπονται στις παραγράφους 20.303 έως 20.319 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ όσον αφορά τον δημόσιο τομέα δεν περιλαμβάνουν κανόνες για τη διαπίστωση του αν μια οντότητα συνιστά ΜΚΙΕΝ.


27      Άρθρο 15 του νομοθετικού διατάγματος 242/1999.


28      Βλ., μεταξύ άλλων, παράγραφο 1.36 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


29      Βλ. παράγραφο 20.13 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


30      Μολονότι φρονώ ότι η αναφορά της Επιτροπής στον «έλεγχο μέσω υπερβολικών κανονιστικών ρυθμίσεων» που διαλαμβάνεται στην παράγραφο 20.309, στοιχείο ηʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ δεν είναι κρίσιμη, όπως η lex specialis που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του εν λόγω παραρτήματος, η οποία τυγχάνει εφαρμογής, προκύπτει σαφώς και από την ίδια τη διατύπωση της πρώτης διατάξεως ότι το εν λόγω κριτήριο δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο των αθλητικών ομοσπονδιών, καθώς αφορά «μονοπώλια και οι ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπου ενυπάρχει στοιχείο δημόσιας υπηρεσίας».


31      Οι οποίοι είναι αποκλειστικοί.


32      Από μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα κριτήρια.


33      Άρθρα 7, παράγραφος 5, στοιχείο g2, και 21, παράγραφος 5, του καταστατικού της CONI.


34      Άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο h12, του καταστατικού της CONI.


35      Η εξουσία διορισμού αρμοδίων οργάνων αποτελεί έναν εκ των πέντε συγκεκριμένων δεικτών ελέγχου που προβλέπονται ρητώς στην παράγραφο 20.15, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


36      Το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να εμπίπτει στην παράγραφο 20.15, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


37      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η FIG και ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας επισήμαναν ότι σκοπός της εν λόγω εξωτερικής εποπτείας από την CONI ήταν να διασφαλιστεί ότι οι χορηγηθέντες στις αθλητικές ομοσπονδίες κρατικοί πόροι δεν διατίθεντο για σκοπούς διαφορετικούς από τους νομίμως εγκεκριμένους, και όχι ο καθορισμός της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος της αθλητικής ομοσπονδίας.


38      Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η CONI διαθέτει ευρεία εξουσία ελέγχου επί των αθλητικών ενώσεων που συνδέονται με τις ομοσπονδίες, η οποία αποτελεί σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το καταστατικό της CONI ορίζει ότι το εθνικό συμβούλιο της CONI, προκειμένου να εγγυηθεί την ομαλή διεξαγωγή των αθλητικών πρωταθλημάτων, θέτει τα κριτήρια για τις διαδικασίες ελέγχου που διενεργούνται από τις ομοσπονδίες όσον αφορά τις συνδεόμενες με αυτές αθλητικές ενώσεις σχετικά με τον έλεγχο της οικονομικής τους σταθερότητας. Οι εν λόγω διαδικασίες ελέγχου ασκούνται από τις ομοσπονδίες βάσει αναθέσεως εξουσιών από την CONI, η οποία δύναται να αντικαταστήσει τις ομοσπονδίες, αν διαπιστωθεί ότι οι διαδικασίες ελέγχου που πραγματοποιήθηκαν από αυτές είναι ανεπαρκείς. Η ανάθεση στις ομοσπονδίες της εξουσίας εποπτείας επί των συνδεόμενων με αυτές αθλητικών ενώσεων επιβεβαιώνει, σύμφωνα με την Επιτροπή, ότι η CONI καθορίζει με αποφασιστικό τρόπο τη γενική πολιτική των ομοσπονδιών και ως εκ τούτου έχει τον έλεγχό τους. Η άποψη αυτή, ωστόσο, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποιον τρόπο το γεγονός ότι η CONI έχει αναθέσει στις αθλητικές ομοσπονδίες ορισμένες εξουσίες εξωτερικού ελέγχου, ιδίως οικονομικού ελέγχου, επί των συνδεόμενων με αυτές αθλητικών ενώσεων σημαίνει από μόνο του και χωρίς οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη απόδειξη ότι η CONI διαθέτει εξουσία καθορισμού της γενικής πολιτικής ή του προγράμματος των οικείων αθλητικών ομοσπονδιών.


39      Βλ. άρθρο 15, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 242/1999 και, επί παραδείγματι, άρθρο 30, παράγραφος 3, στοιχείο d, του καταστατικού της FIG.


40      Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 5, σημείο l, του καταστατικού της CONI.


41      Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι η CONI διαθέτει την εξουσία καθορισμού των θεμελιωδών αρχών που εφαρμόζονται στα καταστατικά των ομοσπονδιών, όπως είναι η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών μεταξύ των κυρίων οργάνων των ομοσπονδιών (της συνελεύσεως, του ομοσπονδιακού συμβουλίου, του προέδρου της ομοσπονδίας και του σώματος των ελεγκτών)· η δημοκρατική αρχή που διέπει τα δικαιώματα ψήφου των συνδεόμενων ενώσεων και των αθλητών στο πλαίσιο της ομοσπονδίας· η αρχή της επιλεξιμότητας για ομοσπονδιακό αξίωμα η οποία διέπει την εκλογή, τη θητεία και την ανανέωση των θητειών των εκλεγέντων αντιπροσώπων, καθώς και το ασυμβίβαστο μεταξύ ορισμένων λειτουργιών· η αρχή της εκπροσωπήσεως του αθλητή ενώπιον εθνικών κυβερνητικών οργανισμών. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω εξουσία παρέχει στον δημόσιο οργανισμό CONI την ικανότητα να επηρεάζει την εσωτερική διάρθρωση των ομοσπονδιών και, ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη της ικανότητάς της καθορισμού της γενικής πολιτικής των ομοσπονδιών ή ως είδος δημοσίου ελέγχου. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Κατά την άποψή μου, οι εν λόγω εξουσίες, και πάλι, εμπίπτουν στην έννοια της «δημόσιας παρεμβάσεως με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας» που διαλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


42      Άρθρα 6, στοιχείο fl και 7, παράγραφος 5, στοιχείο f, του καταστατικού της CONI.


43      Άρθρο 21, παράγραφος 5, του καταστατικού της CONI.


44      Συνιστώντας κατά τον τρόπο αυτόν «δημόσια παρέμβαση με τη μορφή γενικών κανονισμών που ισχύουν σε όλες τις μονάδες που εργάζονται στο πλαίσιο της ίδιας δραστηριότητας» που διαλαμβάνεται στην παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


45      Πρέπει να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με την παράγραφο 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, ακόμη και αν ένα ΜΚΙ χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τη γενική κυβέρνηση, μπορεί εντούτοις να εξακολουθεί να είναι σε θέση να καθορίζει την πολιτική του ή το πρόγραμμά του σε σημαντικό βαθμό και ως εκ τούτου να μη θεωρείται ότι ελέγχεται από τη γενική κυβέρνηση.


46      Τουλάχιστον όσον αφορά τους αθλητές που συμμετέχουν σε αγώνες.


47      Είτε η συμμετοχή στα εν λόγω αθλήματα γίνεται σε ερασιτεχνική είτε σε επαγγελματική βάση.


48      Βλ. παραγράφους 4.125 και 4.126 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ.


49      Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, IVD (C-526/11, EU:C:2013:543, σκέψη 24).


50      Με την επιφύλαξη της επιβεβαίωσης από το αιτούν δικαστήριο.


51      Φρονώ επίσης, ότι, ακόμη και αν ένα ΜΚΙ δεν χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο (ή δεν χρηματοδοτείται καθόλου) από γενικές κυβερνήσεις, μπορεί εντούτοις να ελέγχεται από φορέα της γενικής κυβερνήσεως, αν, κατόπιν συνεκτιμήσεως των πέντε δεικτών ελέγχου της παραγράφου 20.15 του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, διαπιστωθεί ότι ο εν λόγω φορέας μπορεί να καθορίσει τη γενική πολιτική ή το πρόγραμμα του ΜΚΙ.


52      Ήτοι, την CONI.


53      Στο πλαίσιο αυτό, με βάση τον δείκτη που προβλέπεται στην παράγραφο 20.15, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος Α του κανονισμού ΕΣΛ, προκύπτει ότι η FIG και η FISE ελέγχονται εν τέλει από τα μέλη τους. Ωστόσο, η διαπίστωση του ζητήματος αυτού απόκειται σε τελικό βαθμό στο αιτούν δικαστήριο.