Language of document : ECLI:EU:C:2019:191

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 12ης Μαρτίου 2019 (1)

Υπόθεση C-72/18

Daniel Ustariz Aróstegui

κατά

Departamento de Educación del Gobierno de Navarra

(αίτηση του Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n° 1 de Pamplona
[διοικητικού δικαστηρίου της Παμπλόνα, Ισπανία]
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Εργασία ορισμένου χρόνου – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου – Συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου – Χορήγηση μισθολογικού επιδόματος – Αμοιβή για την πρόοδο και την εξέλιξη μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας – Αποκλεισμός των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου – Συγκρισιμότητα των καταστάσεων – Δικαιολόγηση – Έννοια των “αντικειμενικών λόγων”»






I.      Εισαγωγή

1.        Η παρούσα υπόθεση έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά πλέον σειρά δικαστικών διαφορών που αφορούν την ερμηνεία της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με διάφορες διατάξεις της ισπανικής εργατικής και δημοσιοϋπαλληλικής νομοθεσίας. Το Δικαστήριο καλείται κατ’ ουσίαν να εξακριβώσει εν προκειμένω κατά πόσον η αρχή αυτή επιβάλλει τη χορήγηση επιδόματος κλιμακίου, το οποίο προβλέπεται από τη νομοθεσία μιας ισπανικής Αυτόνομης Κοινότητας υπέρ των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, και σε συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Συναφώς, πρέπει να διασφαλιστεί η εναρμόνιση του προστατευτικού σκοπού της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου με τα εγγενή χαρακτηριστικά του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και με τη διαρθρωτική αυτονομία που διαθέτουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτό.

2.        Στο πλαίσιο αυτό, η εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να επικεντρωθεί αφενός στη συγκρισιμότητα των συγκεκριμένων καταστάσεων των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και αφετέρου στα εγγενή χαρακτηριστικά του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου ως ενδεχόμενη δικαιολογητική βάση για τη διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών ομάδων.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

3.        Εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο είναι, εν προκειμένω, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (2) (στο εξής: οδηγία 1999/70). Κατά το άρθρο της 1, η εν λόγω οδηγία υλοποιεί τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου (στο εξής και: συμφωνία‑πλαίσιο) που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP) και επισυνάπτεται στην οδηγία ως παράρτημα.

4.        Σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, να «βελτιώσ[ει] την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου, εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης [...]» (3). Ως εκ τούτου, η συμφωνία-πλαίσιο στηρίζεται στην παραδοχή ότι «οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζόμενων» (4). Συγχρόνως, όμως, η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει ότι «οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους» (5).

5.        Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, η ρήτρα της 2, σημείο 1, ορίζει τα ακόλουθα:

«Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.»

6.        Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου περιλαμβάνει τους ακόλουθους «ορισμούς»:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.

2.      Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου” νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων.»

7.        Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου φέρει την επικεφαλίδα «Αρχή της μη διάκρισης» και ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1.      Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

[…]

3.      Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη μέλη ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο.

4.      Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης θα είναι η ίδια για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου όπως και για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.»

2.      Η εθνική νομοθεσία

8.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Texto Refundido del Estatuto del Personal al Servicio de las Administraciones Públicas de Navarra (ενοποιημένου κειμένου του υπηρεσιακού καθεστώτος του προσωπικού που υπηρετεί στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας) που προσαρτάται στο Decreto Foral Legislativo 251/1993, que aprueba el Texto Refundido del Estatuto del Personal al Servicio de las Administraciones Públicas de Navarra (περιφερειακό νομοθετικό διάταγμα 251/1993, με το οποίο εγκρίνεται το ενοποιημένο κείμενο του υπηρεσιακού καθεστώτος του προσωπικού που υπηρετεί στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας, στο εξής: DFL 251/1993), προβλέπει ότι «το προσωπικό που υπηρετεί στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας αποτελείται από: α) τους δημοσίους υπαλλήλους, β) τους έκτακτους υπαλλήλους, γ) τους συμβασιούχους υπαλλήλους», ενώ κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δύνανται να απασχολούνται υπό καθεστώς «δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου».

9.        Το άρθρο 12 του DFL 251/93 ορίζει ότι οι υπάλληλοι των δημοσίων υπηρεσιών της Ναβάρας κατατάσσονται, βάσει των τίτλων σπουδών που απαιτούνται για την πρόσληψή τους και των καθηκόντων που εκπληρώνουν, στις αναφερόμενες σε αυτό κατηγορίες.

10.      Το άρθρο 13 του DFL 251/93 έχει ως εξής:

«1.      Κάθε κατηγορία από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο άρθρο περιλαμβάνει επτά κλιμάκια.

2.      Οι νεοεισερχόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι κατατάσσονται στο κλιμάκιο 1 της οικείας κατηγορίας.

3.      Οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να εξελίσσονται σταδιακά από το κλιμάκιο 1 έως το κλιμάκιο 7 της οικείας κατηγορίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του παρόντος υπηρεσιακού καθεστώτος».

11.      Τα άρθρα 14 επ. του DFL 251/93 ρυθμίζουν την υπηρεσιακή σταδιοδρομία, η οποία συνίσταται «στη μετάταξη των δημοσίων υπαλλήλων από μία εκ των οριζομένων στο άρθρο 12 κατηγοριών στις ανώτερες κατηγορίες και στην προαγωγή κατά κλιμάκιο και βαθμό εντός της κάθε κατηγορίας».

12.      Το άρθρο 16 ρυθμίζει ειδικότερα το κλιμάκιο, ορίζοντας τα εξής:

«1.      Οι δημόσιοι υπάλληλοι εξελίσσονται διαδοχικά από το κλιμάκιο 1 έως το κλιμάκιο 7 της κατηγορίας τους, ανεξάρτητα από το ειδικό αντικείμενο του πτυχίου, της καταρτίσεως ή του επαγγέλματός τους.

2.      Η προαγωγή κατά κλιμάκιο πραγματοποιείται κάθε έτος ως εξής: α) Απαραίτητη προϋπόθεση για την προαγωγή σε ανώτερο κλιμάκιο αποτελεί η παραμονή επί τουλάχιστον δύο έτη στο προηγούμενο κλιμάκιο. β) Κανένας δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να παραμείνει πάνω από οκτώ έτη στο ίδιο κλιμάκιο, με εξαίρεση εκείνους που έχουν φθάσει στο κλιμάκιο 7. γ) Με την επιφύλαξη των οριζομένων στα προηγούμενα εδάφια, το 10 % των δημοσίων υπαλλήλων των κλιμακίων από το 1 έως και το 6 προάγεται, κατά σειρά αρχαιότητας, στο αμέσως ανώτερο κλιμάκιο. δ) Με διαγωνισμό βάσει προσόντων, ο οποίος διεξάγεται κατά τα ρυθμιζόμενα από κανονιστικές διατάξεις, μπορεί να προαχθεί στο αμέσως ανώτερο κλιμάκιο έως και το 10 % των δημοσίων υπαλλήλων των κλιμακίων από το 1 έως και το 6».

13.      Ωστόσο, η τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93 αναστέλλει προσωρινά το σύστημα προαγωγής κατά κλιμάκια του άρθρου 16, ορίζοντας τα εξής:

«1.      Από την 1η Ιανουαρίου 1992 και μέχρι να εγκριθούν οι ρυθμίσεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 13 του Ley Foral 5/1991, de 26 de febrero, de Presupuestos Generales de Navarra para 1991 [περιφερειακού νόμου 5/1991, της 26ης Φεβρουαρίου 1991, για τον γενικό προϋπολογισμό της Ναβάρας για το 1991], περί τροποποιήσεως του ισχύοντος συστήματος κλιμακίων και αρχαιότητας, αναστέλλεται προσωρινά το σύστημα προαγωγής κατά κλιμάκια που προβλέπεται στο άρθρο 16 του παρόντος υπηρεσιακού καθεστώτος, η οποία θα πραγματοποιείται από την ημερομηνία αυτή και μετά κατά τρόπο ανεξάρτητο για κάθε δημόσιο υπάλληλο, σύμφωνα με την αρχαιότητά του στο οικείο κλιμάκιο, ως εξής:

α)      Οι δημόσιοι υπάλληλοι των κλιμακίων από το 1 έως και το 6 θα προάγονται κατά κλιμάκιο αυτομάτως, αφού συμπληρώσουν 6 έτη και 7 μήνες αρχαιότητας στο αμέσως κατώτερο κλιμάκιο.

β)      Η αρχική εφαρμογή του νέου συστήματος θα βασίζεται στην αρχαιότητα κάθε δημοσίου υπαλλήλου στο κλιμάκιο κατά την 31η Δεκεμβρίου 1991. Εάν κατά την ημερομηνία αυτή ο υπάλληλος υπερβαίνει τα 6 έτη και 7 μήνες, η διαφορά θα υπολογίζεται ως αρχαιότητα στο επόμενο κλιμάκιο. Ο υπολογισμός της εν λόγω αρχαιότητας και των οικονομικών συνεπειών της θα έχει προσωρινό χαρακτήρα μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί των ενδίκων βοηθημάτων για το έκτακτο επίδομα πενταετίας.

2.      Ως αποτέλεσμα των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο, από την ημερομηνία αυτή και με τον ίδιο μεταβατικό χαρακτήρα, στις περιπτώσεις μετατάξεως σε ανώτερη κατηγορία εντός της ίδιας υπηρεσίας που προβλέπονται στο άρθρο 17 του παρόντος υπηρεσιακού καθεστώτος, διατηρούνται το κλιμάκιο και η αρχαιότητα στο κλιμάκιο που είχε ο δημόσιος υπάλληλος στην κατηγορία από την οποία μετατάσσεται».

14.      Η προαγωγή σε ανώτερο κλιμάκιο έχει τη μορφή της λήψεως συμπληρωματικών αποδοχών. Συναφώς, το άρθρο 40, παράγραφος 2, του DFL 251/93 προβλέπει ως βασικές προσωπικές αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων τα εξής:

«α)      Τον αρχικό μισθό της οικείας κατηγορίας, β) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο κλιμάκιο, γ) το επίδομα αρχαιότητας.

Οι βασικές προσωπικές αποδοχές αποτελούν κεκτημένο δικαίωμα, σύμφυτο προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.»

15.      Το άρθρο 42 περιλαμβάνει πίνακα με τα ποσοστά επί του αρχικού μισθού της οικείας κατηγορίας που αντιστοιχούν στο κάθε κλιμάκιο:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17, παράγραφος 2, οι αποδοχές που αντιστοιχούν στο κλιμάκιο συνίστανται στο εξής ποσοστό επί του αρχικού μισθού της οικείας κατηγορίας:

Κλιμάκιο

%

7

54

6

45

5

36

4

27

3

18

2

9

1

Άνευ επιδόματος


16.      Το DFL 251/93 ρυθμίζει επίσης το νομικό καθεστώς των συμβασιούχων υπαλλήλων που δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, επισημαίνοντας στο άρθρο 93 ότι «οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου διέπονται από τις διατάξεις που θεσπίζονται με κανονιστικές ρυθμίσεις και από τα οριζόμενα στην οικεία σύμβαση».

17.      Η κανονιστική ρύθμιση του καθεστώτος των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου περιέχεται στο Decreto Foral 68/2009 (περιφερειακό διάταγμα 68/2009, στο εξής: DF 68/2009), που ρυθμίζει την πρόσληψη υπαλλήλων στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας δυνάμει συμβάσεων δημοσίου δικαίου. Σχετικά με τις αποδοχές των εν λόγω συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου, το άρθρο 11 του DF 68/2009, όπως τροποποιήθηκε με το Decreto Foral 21/2017 της 29ης Μαρτίου 2017, προβλέπει πλέον τα εξής:

«Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου λαμβάνουν τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση εργασίας που κατέχουν ή στα καθήκοντα που εκτελούν, το επίδομα αρχαιότητας και το οικογενειακό επίδομα. Αποκλείονται οι αποδοχές του κλιμακίου, καθόσον πρόκειται για βασικές προσωπικές αποδοχές σύμφυτες προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου».

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

18.      Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, D. Ustariz Aróstegui, εργάζεται ως καθηγητής για το Departamento de Educación del Gobierno de Navarra (Υπουργείο Παιδείας της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας). Από τον Σεπτέμβριο του 2007 εργάζεται σε διάφορα σχολεία ως συμβασιούχος υπάλληλος δημοσίου δικαίου.

19.      Την 1η Ιουλίου 2016, ο D. Ustariz Aróstegui ζήτησε από το Υπουργείο Παιδείας την αναδρομική αναγνώριση και καταβολή του επιδόματος κλιμακίου. Με έγγραφο της 18ης Οκτωβρίου 2016, άσκησε διοικητική ένσταση κατά της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεώς του, η οποία απορρίφθηκε με την από 23 Δεκεμβρίου 2016 Orden Foral (περιφερειακή απόφαση) 168E/2016 του Consejero de Educación del Gobierno de Navarra (Υπουργού Παιδείας της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας). Τέλος, στις 28 Φεβρουαρίου 2017 άσκησε κατά της εν λόγω περιφερειακής αποφάσεως προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο απευθύνει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:

Πρέπει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία εγκρίθηκε με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε περιφερειακό κανόνα, όπως ο επίμαχος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, που αποκλείει ρητώς την αναγνώριση και καταβολή ορισμένου μισθολογικού επιδόματος στο προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών της Ναβάρας το οποίο ανήκει στην κατηγορία του «συμβασιούχου υπαλλήλου δημοσίου δικαίου» και απασχολείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, για τον λόγο ότι το επίδομα αυτό συνιστά αμοιβή για την πρόοδο και εξέλιξη επαγγελματικής σταδιοδρομίας η οποία προσιδιάζει αποκλειστικώς στο προσωπικό της κατηγορίας των «δημοσίων υπαλλήλων» που απασχολούνται με σχέση αορίστου χρόνου;

20.      Κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις ο D. Ustariz Aróstegui και το Departamento de Educación del Gobierno de Navarra, ως διάδικοι της κύριας δίκης, καθώς και το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Πορτογαλίας, εκπροσωπήθηκαν και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιανουαρίου 2019.

IV.    Νομική εκτίμηση

21.      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί κατά πόσο συνιστά διάκριση απαγορευμένη από το δίκαιο της Ένωσης το γεγονός ότι συμβασιούχος υπάλληλος δημοσίου δικαίου που απασχολείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου στερείται του δικαιώματος χορηγήσεως επιδόματος κλιμακίου, εξαιτίας του ότι, βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας της Αυτόνομης Κοινότητας, το εν λόγω επίδομα προορίζεται μόνον για τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους.

22.      Στο υπόβαθρο του ερωτήματος αυτού βρίσκεται το γεγονός ότι το καθεστώς των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας αντικατέστησε προσωρινά το σύστημα προαγωγής κατά κλιμάκια που εφαρμόζεται στους δημοσίους υπαλλήλους με αντίστοιχο επίδομα, ο υπολογισμός του οποίου γίνεται κατ’ ουσίαν με βάση τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας.

1.      Το πεδίο εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης

23.      Η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζεται στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Τούτο προκύπτει ήδη από τον τίτλο της και επιρρωννύεται από τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της στη ρήτρα της 2, σημείο 1: Κατά τα εκεί προβλεπόμενα, η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.

24.      Είναι σαφές ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτή προβλέπεται για τους συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου στην Αυτόνομη Κοινότητα της Ναβάρας από τη νομοθεσία για το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού που υπηρετεί στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας.

25.      Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι «οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις και σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη δημόσια διοίκηση και άλλους φορείς του δημόσιου τομέα» (6), καθώς και ότι οι πολίτες δύνανται να επικαλεστούν, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ευθέως τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έναντι τέτοιων αρχών ή φορέων. (7)

26.      Περαιτέρω πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον το επίμαχο επίδομα κλιμακίου εμπίπτει επίσης στις «συνθήκες απασχόλησης» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αποφασιστικό κριτήριο συνιστά συναφώς το κριτήριο της απασχόλησης, δηλαδή της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη του (8).

27.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου επιδιώκει να εμποδίσει τη χρησιμοποίηση μιας ορισμένου χρόνου σχέσεως εργασίας από τους εργοδότες για να στερήσουν από τους οικείους εργαζομένους δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου (9). Λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο αυτό, το Δικαστήριο απορρίπτει τη συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας αυτής (10).

28.      Όσον αφορά τις σχέσεις εργασίας στη δημόσια διοίκηση, υπό το πρίσμα της ερμηνείας αυτής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στην έννοια «συνθήκες απασχόλησης» της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, εμπίπτουν παραδείγματος χάριν επιδόματα αρχαιότητας που χορηγούνται ανά τριετία υπηρεσίας (11), επιδόματα εξαετίας για συνεχή επιμόρφωση (12), ρυθμίσεις σχετικά με χρόνο προϋπηρεσίας ο οποίος πρέπει να έχει συμπληρωθεί για την κατάταξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο ή σχετικά με τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας που απαιτείται για την πραγματοποίηση ετήσιας αξιολόγησης(13), καθώς και συμπληρωματικές αποδοχές που συνδέονται με τη συμμετοχή σε προγράμματα αξιολόγησης (14).

29.      Στην παρούσα υπόθεση, αρμόδιο να αποφανθεί σχετικά με τη φύση του επίμαχου επιδόματος και τον σκοπό που αυτό επιδιώκει είναι καταρχήν το αιτούν δικαστήριο (15). Πάντως, από τις αναπτύξεις του αιτούντος δικαστηρίου και τις συγκλίνουσες παρατηρήσεις των συμμετεχόντων στην προφορική διαδικασία προκύπτει ότι το επίμαχο επίδομα συνιστά τμήμα των αποδοχών η χορήγηση του οποίου εξαρτάται κυρίως από τον χρόνο προϋπηρεσίας και, κατά συνέπεια, συνδέεται με το καθοριστικό κριτήριο της απασχόλησης. Επομένως, το επίμαχο επίδομα κλιμακίου εμπίπτει στις «συνθήκες απασχόλησης» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου.

2.      Άνιση μεταχείριση και συγκρισιμότητα των καταστάσεων όσον αφορά τη χορήγηση του επιδόματος κλιμακίου

30.      Στην προκείμενη υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης σε σύγκριση με τους δημοσίους υπαλλήλους, καθόσον κατά την οικεία νομοθεσία της Ναβάρας δεν δικαιούνται επίδομα κλιμακίου.

31.      Ακόμη, το ενδεχόμενο της άνισης μεταχείρισης δεν δύναται να αποκλειστεί απλώς και μόνον διότι, κατά την ισχύουσα νομοθεσία της Ναβάρας, το επίμαχο επίδομα κλιμακίου προορίζεται για τους δημοσίους υπαλλήλους και κατά συνέπεια, εκτός από τους συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου με σχέσεις ορισμένου χρόνου, ενδεχομένως δεν χορηγείται ούτε σε μη δημοσιοϋπαλληλικό προσωπικό που απασχολείται στη δημόσια διοίκηση με σχέσεις αορίστου χρόνου (16). Και τούτο διότι, για τη διαπίστωση της άνισης μεταχείρισης κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας–πλαισίου, αρκεί οι «εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου» να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου». Ουδόλως απαιτείται όλοι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση έναντι όλων των εργαζομένων αορίστου χρόνου (17).

32.      Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της μη διάκρισης, ειδική έκφανση της οποίας αποτελεί η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρεμφερείς καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς (18).

33.      Συναφώς, η αρχή της μη διάκρισης εφαρμόσθηκε και εξειδικεύθηκε με τη συμφωνία-πλαίσιο αποκλειστικώς όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου οι οποίοι τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση (19).

34.      Ως εκ τούτου, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν η κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων είναι συγκρίσιμη με εκείνη των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου όσον αφορά την εκτέλεση της συγκεκριμένης επίμαχης εργασίας στον οικείο φορέα.

35.      Η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας αμφισβητούν τη συγκρισιμότητα μεταξύ των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου και των δημοσίων υπαλλήλων ως εργαζομένων αορίστου χρόνου. Προς επίρρωση δε των όσων υποστηρίζουν, επικαλούνται την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Pérez López (20), κατά την οποία τυχόν άνιση μεταχείριση που δεν θεμελιώνεται στην ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια της σχέσεως εργασίας αλλά στο κατά πόσον αυτή έχει δημοσιοϋπαλληλικό ή συμβατικό χαρακτήρα δεν εμπίπτει στο πεδίο της κατοχυρούμενης στη συμφωνία–πλαίσιο αρχής της μη διάκρισης. Τούτο αγνοεί όμως ότι η διαπίστωση αυτή αναφερόταν σε «τυχόν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ορισμένων κατηγοριών προσωπικού ορισμένου χρόνου». Αντιθέτως, στην προκείμενη υπόθεση το ζήτημα αφορά τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου και μονίμων δημοσίων υπαλλήλων.

36.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι εκτελούν πανομοιότυπη ή παρόμοια εργασία κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν της ρήτρας 3, σημείο 2, και της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, να εξετασθεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση και οι όροι εργασίας, τα πρόσωπα αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τελούντα σε συγκρίσιμη κατάσταση (21).

37.      Ο έλεγχος αυτός όμως επίσης απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά (22). Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσον ο D. Ustariz Aróstegui τελούσε σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι απασχολούνταν κατά το ίδιο διάστημα από την ίδια δημόσια αρχή.

38.      Στην υπό εξέταση υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ότι ο συμβασιούχος υπάλληλος δημοσίου δικαίου με σχέση ορισμένου χρόνου, λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου διδακτικού έργου που επιτελεί, ιδίως δε της φύσεως της εργασίας του, της απαιτούμενης καταρτίσεως και των όρων εργασίας, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον μόνιμο δημόσιο υπάλληλο που απασχολείται στο ίδιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο ρητώς διαπίστωσε συναφώς ότι «στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει καμία διαφορά, επιφύλαξη ή εξαίρεση μεταξύ των καθηκόντων που εκπληρώνει και των υπηρεσιών που παρέχει ένας καθηγητής δημόσιος υπάλληλος και ένας καθηγητής συμβασιούχος υπάλληλος δημοσίου δικαίου, όπως επίσης δεν υπάρχει διαφορά στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις».

39.      Όπως επανειλημμένως εξέθεσα στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων (23), για την εξέταση της συγκρισιμότητας των καταστάσεων δεν αρκεί η γενική σύγκριση της καταστάσεως των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου που απασχολούνται στον εκάστοτε φορέα. Πράγματι, αυτό που έχει καθοριστική σημασία είναι το αν οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου και οι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση επίσης και ακριβώς σε σχέση με το εκάστοτε αντικείμενο της διαφοράς.

40.      Αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι η χορήγηση του επιδόματος κλιμακίου. Κατά τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο, το κλιμάκιο διαμορφώνεται στον νόμο ως ένας από τους μηχανισμούς στους οποίους διαρθρώνεται η εξέλιξη της σταδιοδρομίας, η οποία αναγνωρίζεται στον νόμο ως χαρακτηριστικό που προσιδιάζει αποκλειστικώς στους δημοσίους υπαλλήλους και όχι στο λοιπό προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών της Ναβάρας. Κατά συνέπεια, το άρθρο 11 του DF 68/2009 αποκλείει ρητώς τη χορήγηση του επιδόματος κλιμακίου σε συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου, η άνιση μεταχείριση που πρέπει, με την επιφύλαξη της τελικής εξετάσεως από το αιτούν δικαστήριο, να συναχθεί ως προς το επίδομα κλιμακίου δεν συνδέεται με την ορισμένου ή αορίστου χρόνου φύση της σχέσεως εργασίας αλλά με το κατά πόσον οι προς σύγκριση εργαζόμενοι ανήκουν στο δημοσιοϋπαλληλικό προσωπικό ή στο προσωπικό που απασχολείται βάσει συμβάσεως (24).

41.      Κατά το αιτούν δικαστήριο όμως, ο σκοπός του επιδόματος κλιμακίου είναι η επιβράβευση της προόδου, της εξελίξεως και της αναπτύξεως της επαγγελματικής αυτής σταδιοδρομίας. Κατά συνέπεια, το επίδομα κλιμακίου συνιστά τμήμα των αποδοχών που αντανακλά την προαγωγή στο εκάστοτε επόμενο κλιμάκιο της σταδιοδρομίας. Κρίσιμη δε συναφώς δεν είναι η βασική ρύθμιση του άρθρου 16 του DFL 251/93 αλλά η τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93. Ως λόγο για την επιβληθείσα με τη δεύτερη διάταξη «προσωρινή» αναστολή ισχύος του συστήματος προαγωγών του άρθρου 16 του DFL 251/93, από 1ης Ιανουαρίου 1992, ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας επικαλέστηκε το γεγονός ότι οι εργοδότες του δημοσίου τομέα και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν έχουν μέχρι στιγμής καταφέρει να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά την εφαρμογή της διαδικασίας επιλογής του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του DFL 251/93. Περαιτέρω εξέθεσε ότι το γεγονός αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο η τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93, που αφορά τη χορήγηση του επίμαχου επιδόματος, στηρίζεται μόνο στη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι, κατά την τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93, η προαγωγή στο επόμενο κλιμάκιο λαμβάνει χώρα απλώς με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου και μάλιστα «αυτομάτως».

42.      Στο πλαίσιο αυτό, η συγκρισιμότητα των καταστάσεων όσον αφορά το συγκεκριμένο αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι δυνατόν να τύχει σοβαρής αμφισβητήσεως. Αφενός, η χορήγηση του επίμαχου επιδόματος εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από τη συμπλήρωση του οικείου χρόνου προϋπηρεσίας· αφετέρου, η χορήγηση αυτή δεν συνδέεται επισήμως με νέα κατάταξη του οικείου δημοσίου υπαλλήλου και, επομένως, δεν παρουσιάζει καμία εμφανή συνάφεια με το σύστημα προαγωγών και επαγγελματικής εξελίξεως. Πράγματι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας, η χορήγηση του επιδόματος ουδόλως επηρεάζει τα εκτελούμενα καθήκοντα και κατά μείζονα λόγο δεν επηρεάζει την ενδεχόμενη δυνατότητα ανόδου σε ανώτερη κατηγορία. Ως εκ τούτου, αντικείμενο της διαφοράς είναι εν τέλει ένα τμήμα των αποδοχών και όχι η συμμετοχή στην επαγγελματική σταδιοδρομία.

43.      Κατά συνέπεια και υπό την επιφύλαξη της τελικής εξετάσεως από το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται συγκρισιμότητα των καταστάσεων, επίσης υπό το πρίσμα του συγκεκριμένου αντικειμένου της διαφοράς, στο μέτρο που ο προσφεύγων της κύριας δίκης πληροί την αντικειμενική προϋπόθεση της υπηρεσιακής αρχαιότητας.

44.      Ως εκ τούτου, το ότι εργαζόμενοι του δημοσίου τομέα που απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιούνται επίδομα μετά από τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας ενώ οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι αορίστου χρόνου που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση έχουν νόμιμο δικαίωμα στο επίδομα αυτό συνιστά διαφορετική μεταχείριση συγκρίσιμων καταστάσεων.

3.      Οι πιθανοί δικαιολογητικοί λόγοι για την άνιση μεταχείριση

45.      Ως κεντρικό ζήτημα της παρούσας υποθέσεως μένει να εξεταστεί εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων του δημοσίου τομέα που απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους όσον αφορά τη χορήγηση του επίμαχου επιδόματος κλιμακίου.

46.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι η διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την αιτιολογία ότι αυτή προβλέπεται από γενικό ή αφηρημένο κανόνα του εθνικού δικαίου, όπως είναι ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση (25). Ως εκ τούτου, για τη δικαιολόγηση της υφιστάμενης διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου με σχέση ορισμένου χρόνου όσον αφορά το επίδομα κλιμακίου, κατά τα οριζόμενα στην τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93, δεν αρκεί ο χαρακτηρισμός του επίμαχου επιδόματος ως τμήματος των «βασικ[ών] προσωπικ[ών] αποδοχ[ών] [που είναι] σύμφυτες προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου» (26).

47.      Αντιθέτως, επίσης κατά πάγια νομολογία, ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» απαιτεί να δικαιολογείται η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση από την ύπαρξη σαφώς καθορισμένων και συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν τον οικείο όρο απασχόλησης στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και επί τη βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση μεταχείριση ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (27).

48.      Οι αρχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου – επί παραδείγματι, το σύστημα των οργανικών θέσεων, το πρότυπο του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου και η απαίτηση επιτυχίας σε διαγωνισμό πριν από τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου – ασκούν αναμφισβήτητα επιρροή στην πρακτική εφαρμογή των όρων της συμφωνίας-πλαισίου (28). Και τούτο διότι αυτή καθεαυτή η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει ρητώς ότι «για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων» (29).

49.      Υπό το πνεύμα αυτό, το Δικαστήριο έχει αφενός αναγνωρίσει ότι, λαμβανομένης υπόψη της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών ως προς την οργάνωση της εσωτερικής τους δημόσιας διοικήσεως, αυτά μπορούν καταρχήν, χωρίς να ενεργούν σε αντίθεση με την οδηγία 1999/70 και τη συμφωνία-πλαίσιο, να καθορίζουν συγκεκριμένο χρόνο προϋπηρεσίας ως προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις, να παρέχουν τη δυνατότητα ενδοϋπηρεσιακής μετατάξεως αποκλειστικώς στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους και να απαιτούν από τους υπαλλήλους αυτούς να αποδεικνύουν επαγγελματική πείρα αντιστοιχούσα στον αμέσως κατώτερο βαθμό από αυτόν για τον οποίο διοργανώνεται η διαδικασία επιλογής (30).

50.      Αφετέρου, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους ο αποκλεισμός των αναπληρωτών δημοσίων υπαλλήλων με σχέση ορισμένου χρόνου από τα καλούμενα επιδόματα εξαετίας για συνεχή επιμόρφωση αποκλειστικώς για τον λόγο ότι δεν ανήκουν σε κατηγορία μονίμων δημοσίων υπαλλήλων (31).

51.      Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι δεν μπορούν όλες οι περιπτώσεις διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και αντίστοιχων εργαζομένων αορίστου χρόνου να δικαιολογηθούν συλλήβδην κατ’ επίκληση των τομεακών ιδιαιτεροτήτων της δημόσιας διοικήσεως (32), παρά μόνον εκείνες για τις οποίες οι εν λόγω ιδιαιτερότητες είναι, συγκεκριμένα, πράγματι καθοριστικής σημασίας (33). Επομένως, οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται τα κράτη μέλη για να δικαιολογήσουν την άνιση μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολούνται στη δημόσια διοίκηση με σχέση ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να ανάγονται γενικά και αφηρημένα στη χρονικά περιορισμένη διάρκεια της σχέσεως εργασίας και στη συνακόλουθη ενδεχόμενη μη υπαγωγή τους σε δημοσιοϋπαλληλική κατηγορία (34). Αντιθέτως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να αποσκοπούν στο να λαμβάνονται προσηκόντως υπόψη διαφορετικές απαιτήσεις που συνδέονται με την άσκηση της συγκεκριμένης εργασίας, παραδείγματος χάριν λόγω της ιδιαίτερης φύσεως ή των χαρακτηριστικών των προς εκπλήρωση καθηκόντων (35).

52.      Εν συνεχεία πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι ιδιαιτερότητες του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου της Ναβάρας αφενός και οι προϋποθέσεις για να ληφθεί υπόψη ο χρόνος προϋπηρεσίας αφετέρου συνιστούν αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί τη διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση.

1.      Σχετικά με τις αρχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου της Ναβάρας

53.      Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η επίμαχη άνιση μεταχείριση ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, όπως για παράδειγμα η υλοποίηση των αρχών του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου της Ναβάρας, και ότι είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

54.      Η Ισπανική Κυβέρνηση, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας επισημαίνουν καταρχάς συναφώς τις ιδιαιτερότητες των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίες κατοχυρώνονται ήδη στο ισπανικό Σύνταγμα (36). Κατά την άποψη που εξέφρασαν οι ως άνω συμμετέχοντες στη διαδικασία, οι ιδιαιτερότητες αυτές επιβάλλουν την αναγνώριση νόμιμου δικαιώματος για χορήγηση επιδόματος κλιμακίου μόνο στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους και όχι στους συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου με σχέση ορισμένου χρόνου. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η απασχόληση συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου καταρχήν δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα και προϋποθέτει ειδική αιτιολογία υπό τη μορφή αποδείξεως της ανάγκης για κάλυψη συγκεκριμένης θέσεως, γεγονός που οπωσδήποτε αντιτίθεται στη συμμετοχή στο σύστημα υπηρεσιακής σταδιοδρομίας και ως εκ τούτου αποκλείει τη λήψη οικονομικών πλεονεκτημάτων που συνδέονται με το σύστημα αυτό.

55.      Το ως άνω επιχείρημα δεν είναι πειστικό ήδη για τον λόγο ότι στερείται λογικής συνέπειας. Και τούτο διότι ο εν προκειμένω επίμαχος αποκλεισμός δεν ισχύει μόνον για συμβασιούχους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου αλλά για όλους τους εργαζομένους που δεν απασχολούνται με υπηρεσιακό καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου. Ακόμη και αν ο εν λόγω αποκλεισμός αφορούσε μόνον συμβασιούχους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου, η επίκληση απλώς και μόνον του προσωρινού χαρακτήρα της απασχόλησης σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν ικανή να στοιχειοθετήσει αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου (37).

56.      Στο μέτρο που η υπό εξέταση ρύθμιση συνδέεται με τη συμμετοχή στο σύστημα υπηρεσιακής σταδιοδρομίας, το οποίο κατά τις διατάξεις του DFL 251/93 επιφυλάσσεται μόνον υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων, επισημαίνεται καταρχάς ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ένα τέτοιο γενικό και αφηρημένο κριτήριο δεν δικαιολογείται αντικειμενικά (38).

57.      Επιπλέον, είναι προφανές ότι η ισπανική νομοθεσία δεν αποκλείει γενικώς τη συμμετοχή στο σύστημα υπηρεσιακής σταδιοδρομίας των συμβασιούχων υπαλλήλων που δεν απασχολούνται με υπηρεσιακό καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου. Στην υπόθεση C‑315/17 (39), το αιτούν δικαστήριο επισήμανε συναφώς ότι ο Ley 7/2007 del Estatuto Básico del Empleado Público (νόμος 7/2007 περί του βασικού καθεστώτος των εργαζομένων του Δημοσίου) της 12ης Απριλίου 2007 (BOE [Επίσημη Εφημερίδα του Ισπανικού Κράτους] αριθ. 89 της 13ης Απριλίου 2007) (στο εξής: EBEP) επιτρέπει τη συμμετοχή σε αμφότερες τις προβλεπόμενες σταδιοδρομίες τόσο στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους όσο και στους λοιπούς υπαλλήλους που απασχολούνται με σχέση αορίστου χρόνου (40). Ακόμη και αν η ανομοιόμορφη αυτή διαμόρφωση των δυνατοτήτων συμμετοχής στα συστήματα υπηρεσιακής σταδιοδρομίας θεωρηθεί έκφραση της συναφώς υφιστάμενης κανονιστικής αυτονομίας των επιμέρους Αυτόνομων Κοινοτήτων, τούτο καταδεικνύει πάντως ότι ο γενικός αποκλεισμός των συμβασιούχων υπαλλήλων που δεν απασχολούνται με υπηρεσιακό καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου από σύστημα υπηρεσιακής σταδιοδρομίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί έκφραση εγγενούς χαρακτηριστικού του εθνικού δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου.

58.      Τέλος, όσον αφορά τις ιδιαιτερότητες του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου της Ναβάρας, επισημαίνεται ότι η σταδιοδρομία κατά το άρθρο 14 του DFL 251/93 συνίσταται βεβαίως «στη μετάταξη των δημοσίων υπαλλήλων από μία εκ των οριζομένων […] κατηγοριών στις ανώτερες κατηγορίες και στην προαγωγή κατά κλιμάκιο και βαθμό εντός της κάθε κατηγορίας» (41). Ωστόσο, η επίμαχη τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93 ανέστειλε επ’ αόριστον ακριβώς το σύστημα προαγωγών σε ανώτερα κλιμάκια και αντικατέστησε το εν λόγω σύστημα με ρύθμιση που εξαντλείται στην αναγνώριση αντίστοιχου επιδόματος (42).

59.      Συνεπώς, ως ενδιάμεσο συμπέρασμα προκύπτει ότι από τις ιδιαιτερότητες του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου της Ναβάρας, ιδίως δε εκείνες που αφορούν τη διαμόρφωση του συστήματος υπηρεσιακής σταδιοδρομίας, δεν συνάγεται αντικειμενικός λόγος ο οποίος να δικαιολογεί τη διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση.

2.      Επί των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος προϋπηρεσίας

60.      Δεδομένου ότι η επίμαχη ρύθμιση βασίζεται περαιτέρω στη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας, υπενθυμίζεται ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου δεν επιτρέπει να αποκλείονται οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο από οικονομικό πλεονέκτημα που συνδέεται με τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας, ιδίως όταν ο αποκλεισμός αυτός δεν θεμελιώνεται στην ιδιαίτερη φύση ή στα χαρακτηριστικά των καθηκόντων που καλείται να εκτελέσει ο ενδιαφερόμενος (43). Η ίδια προσέγγιση μπορεί επίσης να ισχύσει για τα επιδόματα αρχαιότητας (44) καθώς και για άλλα επιδόματα η χορήγηση των οποίων επίσης εξαρτάται από την κτηθείσα αρχαιότητα (45).

61.      Και στην παρούσα υπόθεση, το επίμαχο επίδομα θεμελιώνεται κυρίως στη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παραδείγματος χάριν η ιδιαίτερη φύση ή τα χαρακτηριστικά των καθηκόντων που καλείται να εκπληρώσει ο ενδιαφερόμενος. Με βάση τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις που αφορούν τη συγκρισιμότητα των καταστάσεων (46), στην κύρια υπόθεση πράγματι δεν προκύπτει ότι για τη διδακτική δραστηριότητα που ασκείται υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου απαιτούνται διαφορετικά ακαδημαϊκά προσόντα ή πείρα σε σχέση με τη διδακτική δραστηριότητα που ασκείται υπό την ιδιότητα του συμβασιούχου διδάσκοντος. Αντιθέτως, από τα στοιχεία της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι αμφότερες οι κατηγορίες διδασκόντων εκπληρώνουν παρόμοια καθήκοντα και υπέχουν πανομοιότυπες υποχρεώσεις. Τούτο επιρρωννύεται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων στην κύρια δίκη, τα οποία δεν αμφισβητούνται, σε περίπτωση μεταγενέστερου διορισμού του ενδιαφερομένου ως μονίμου δημοσίου υπαλλήλου λαμβάνεται αναδρομικά υπόψη, για τη χορήγηση του επιδόματος κλιμακίου, όλος ο χρόνος προϋπηρεσίας τον οποίο είχε συμπληρώσει ως συμβασιούχος υπάλληλος δημοσίου δικαίου.

62.      Η μεταφορά των αρχών που αναπτύχθηκαν σχετικά με τα επιδόματα αρχαιότητας στο επίμαχο επίδομα κλιμακίου δεν εμποδίζεται ούτε από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 11 του DF 68/2009, οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου με σχέση ορισμένου χρόνου δικαιούνται επίδομα αρχαιότητας το οποίο επίσης προβλέπει η νομοθεσία της Ναβάρας. Κατά τα εκτεθέντα από τον εκπρόσωπο της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας, για τη χορήγηση τόσο του επιδόματος αρχαιότητας όσο και του επιδόματος κλιμακίου, ανεξαρτήτως του ειδικού σκοπού του κάθε επιδόματος, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ορισμένος, διαφορετικός για το κάθε επίδομα, χρόνος προϋπηρεσίας. Το κατά πόσον η συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας πρέπει να αμείβεται δύο φορές εναπόκειται στην κρίση του εθνικού νομοθέτη· γενικές αμφιβολίες σχετικά με τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας αξιολογήσεως, όπως αυτές που εκφράστηκαν από τον εκπρόσωπο της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας σε σχέση με τους συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσουν δυσμενέστερη μεταχείριση των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου έναντι των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, δεδομένου μάλιστα ότι τέτοιες αμφιβολίες θα μπορούσαν να ισχύουν εξίσου και για τους μονίμους υπαλλήλους.

63.      Η αναγνώριση του επίμαχου επιδόματος κλιμακίου εξαρτάται επομένως αποκλειστικά από τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας και όχι παραδείγματος χάριν από τα τυπικά ή ουσιαστικά προσόντα των απασχολούμενων στη δημόσια διοίκηση. Ως εκ τούτου, αποκλείεται εκ προοιμίου η δικαιολόγηση της διαπιστούμενης άνισης μεταχείρισης από την ύπαρξη συγκεκριμένων περιστάσεων υπό την έννοια της προμνησθείσας νομολογίας (47). Ειδικότερα, τέτοιες περιστάσεις θα μπορούσαν να απορρέουν παραδείγματος χάριν από την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα των προς εκπλήρωση καθηκόντων και των εγγενών χαρακτηριστικών τους, με καθορισμό αντίστοιχων απαιτήσεων όσον αφορά στην επαγγελματική πείρα ή τις ικανότητες των απασχολουμένων, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας.

64.      Υπό το πρίσμα αυτό, είναι αλυσιτελής και η επίκληση των διαφορετικών διαδικασιών επιλογής των δημοσίων υπαλλήλων και συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου. Όπως ήδη διαπιστώθηκε(48), οι διαφορετικές αυτές διαδικασίες δεν επηρεάζουν ούτε τα πράγματι εκπληρούμενα καθήκοντα ούτε τις επιβαλλόμενες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Στο μέτρο που η διαδικασία επιλογής των υπαλλήλων πρέπει να συνιστά διαρκή εγγύηση για την επαγγελματική τους απόδοση, η ικανότητα και η επάρκεια που διαπιστώνονται μέσω της επίμαχης διαδικασίας αποτελούν εν μέρει μόνο ένδειξη για τη μετέπειτα απόδοση του ενδιαφερομένου. Σε κάθε περίπτωση, ο διαφορετικός βαθμός επάρκειας και ικανότητας των δημοσίων υπαλλήλων και των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου τον οποίο συνάγουν η Κυβέρνηση της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας καθώς και οι Κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας από τις διαφορετικές διαδικασίες επιλογής πρέπει να αντανακλάται στο είδος των εκπληρούμενων καθηκόντων και των συναφών με αυτά απαιτήσεων, προκειμένου να μπορεί να δικαιολογηθεί ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η συμπληρωθείσα προϋπηρεσία. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

65.      Κατόπιν των ανωτέρω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η διαφορετική μεταχείριση που υφίσταται μεταξύ των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου με σχέση ορισμένου χρόνου, η οποία έγκειται στο ότι οι δεύτεροι δεν έχουν δικαίωμα αναγνωρίσεως και καταβολής του επίμαχου επιδόματος κλιμακίου, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

V.      Πρόταση

66.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n° 1 de Pamplona (διοικητικό δικαστήριο αριθ. 1 της Παμπλόνα, Ισπανία) ως εξής:

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιφυλάσσει την αναγνώριση και καταβολή ορισμένου μισθολογικού επιδόματος που αντιστοιχεί σε κλιμάκιο αποκλειστικά στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, καθόσον αποκλείει ρητώς τους συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου που απασχολούνται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, μολονότι λαμβάνει αποκλειστικά υπόψη τον συμπληρωθέντα χρόνο προϋπηρεσίας.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2      ΕΕ 1999, L 175, σ. 43.


3      Αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70.


4      Δεύτερη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ., επίσης, σημείο 6 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου.


5      Σημείο 8 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου· βλ., επίσης, δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της.


6      Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψεις 54 έως 57), της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, DeI Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 25), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 38 έως 40), της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C-22/13, C‑61/13 έως C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67), καθώς και διατάξεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 28), και της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 39).


7      Αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C-268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 68), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù (C-361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 28). Βλ., προσφάτως, και διατάξεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 59), και της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 77).


8      Πρβλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù (C-361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 35), και της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 41). Βλ., επίσης, διατάξεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 34), και της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 45).


9      Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48), καθώς και διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina (C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30), της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 32).


10      Πρβλ. αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49), καθώς και διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina (C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31), της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 33).


11      Πρβλ. αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 47), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 50 έως 58), καθώς και διάταξη της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina (C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψεις 32 έως 34).


12      Πρβλ. διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 38).


13      Πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


14      Πρβλ. διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 39).


15      Πρβλ. διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 36).


16      Όπως γνωστοποίησαν οι εκπρόσωποι της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας και της Ισπανίας σε απάντηση σχετικής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, πρόκειται για εργαζομένους που απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου.


17      Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημείο 66).


18      Αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 32).


19      Αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de Diego Porras (C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 37), της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 47), και της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 33).


20      Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C-16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 66).


21      Αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 34).


22      Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 35).


23      Βλ., συναφώς, προτάσεις μου στις υποθέσεις Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2017:1022, σημεία 49 έως 52), Montero Mateos (C-677/16, EU:C:2017:1021, σημεία 44 έως 47) και Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημείο 71).


24      Βλ. σημείο 31 των παρουσών προτάσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας, οι συμβασιούχοι υπάλληλοι μπορούν να απασχολούνται βάσει συμβάσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μόνο δε στην περίπτωση των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου είναι δυνατόν να υφίσταται σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.


25      Αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 38).


26      Άρθρο 11 του DF 68/2009, που παρατίθεται στο σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


27      Αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 39).


28      Βλ. συναφώς προτάσεις μου στην υπόθεση Αδενέλερ κ.λπ. (C-212/04, EU:C:2005:654, σημεία 85 και 86), στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Αγγελιδάκη κ.λπ. (C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2008:686, σημείο 117), καθώς και στην υπόθεση Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημείο 83)· στο ίδιο πνεύμα κοινές προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Poiares Maduro στις υποθέσεις Marrosu και Sardino καθώς και Vasallo (C-53/04 και C-180/04, EU:C:2005:569, σκέψεις 42 και 43).


29      Τρίτη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ., επίσης, σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας πλαισίου.


30      Αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 76), και της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ. (C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 57), καθώς και διατάξεις της 7ης Μαρτίου 2013, Bertazzi κ.λπ. (C-393/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:143, σκέψη 43), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 53).


31      Διατάξεις της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 51), και της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 72).


32      Στο ίδιο πνεύμα και αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Marrosu και Sardino (C-53/04, EU:C:2006:517, σκέψη 45), και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 70), σε καθεμία εκ των οποίων το Δικαστήριο προσθέτει τον ακόλουθο περιορισμό: «εφόσον τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά».


33      Στο ίδιο πνεύμα και η γνώμη μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Strack (Επανεξέταση) (C‑579/12 RX-II, EU:C:2013:573, σημεία 66 έως 68).


34      Πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 57), καθώς και διατάξεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 50), και της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 64).


35      Πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 55), καθώς και διατάξεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 51), και της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 65).


36      Αναφορικά με την πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα εφαρμόζονται στην Ισπανία οι αρχές της ισότητας και της εκτιμήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων (βλ. άρθρο 23, παράγραφος 2, και άρθρο 103, παράγραφος 3, του ισπανικού Συντάγματος).


37      Αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 56), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 74), καθώς και διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina (C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 42), της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 49), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 49).


38      Βλ. σημείο 50 των παρουσών προτάσεων και παρατιθέμενη στην υποσημείωση 31 των προτάσεων νομολογία.


39      Διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 71).


40      Παραδείγματος χάριν, στη διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez (C-315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 71), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι στο επίμαχο σύστημα σταδιοδρομίας επιτρέπεται να συμμετέχουν τόσο οι δημόσιοι υπάλληλοι όσο και οι συμβασιούχοι υπάλληλοι με σχέση αορίστου χρόνου.


41      Ο ορισμός αυτός απέχει αρκετά από εκείνον του άρθρου 16, παράγραφος 2, του EBEP, κατά τον οποίο η έννοια «σταδιοδρομία» ορίζεται ως «το οργανωμένο σύνολο ευκαιριών προαγωγής και προοπτικών επαγγελματικής εξελίξεως σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της εκτιμήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων».


42      Βλ., επίσης, σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.


43      Βλ., αντί πολλών, διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 56 και μνημονευόμενη στις σκέψεις 48 έως 51 νομολογία).


44      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 47), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 50 έως 58), καθώς και διάταξη της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina (C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψεις 32 έως 34).


45      Όσον αφορά επίδομα εξαετίας για συνεχή επιμόρφωση, βλ., παραδείγματος χάριν, διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67)· όσον αφορά ρυθμίσεις σχετικά με τον χρόνο προϋπηρεσίας που πρέπει να έχει συμπληρωθεί για την κατάταξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο ή για τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας που απαιτείται για την πραγματοποίηση ετήσιας αξιολόγησης, βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557)· όσον αφορά ρυθμίσεις σχετικά με τον χρόνο προϋπηρεσίας που πρέπει να έχει συμπληρωθεί για τη συνεπαγόμενη οικονομικά πλεονεκτήματα συμμετοχή σε πρόγραμμα αξιολόγησης, βλ. διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725).


46      Βλ. σημεία 32 επ. των παρουσών προτάσεων.


47      Βλ. σημείο 60 των παρουσών προτάσεων.


48      Βλ. σημείο 38 των παρουσών προτάσεων.