Language of document : ECLI:EU:C:2019:200

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 14ης Μαρτίου 2019 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 –Μεταφορά αποβλήτων – Άρνηση της Τσεχικής Δημοκρατίας να εξασφαλίσει την κατόπιν επιστροφής παραλαβή του μείγματος TPS-NOLO (Geobal) το οποίο μεταφέρθηκε από το κράτος μέλος αυτό στην Πολωνία –Ύπαρξη αποβλήτου – Βάρος αποδείξεως – Απόδειξη»

Στην υπόθεση C-399/17,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε στις 3 Ιουλίου 2017,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις P. Němečková, E. Sanfrutos Cano και L. Haasbeek,

προσφεύγουσα,

κατά

Τσεχικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους M. Smolek, J. Vláčil και T. Müller καθώς και από την L. Dvořáková,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύουσα του πρώτου τμήματος, J.-C. Bonichot (εισηγητή), A. Arabadjiev, E. Regan και S. Rodin, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl,

γραμματέας: M. Aleksejev, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2018,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Νοεμβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, παραλείποντας να διασφαλίσει την κατόπιν επιστροφής παραλαβή στην Τσεχική Δημοκρατία του μείγματος TPS-NOLO ή Geobal [στο εξής: TPS-NOLO (Geobal)], το οποίο μεταφέρθηκε από το κράτος μέλος αυτό στο Katowice (Πολωνία), η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 24, παράγραφος 2, και από το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 190, σ. 1).

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός 1013/2006

2        Το άρθρο 1 του κανονισμού 1013/2006, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», έχει ως εξής:

«1.      Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διαδικασίες και καθεστώτα ελέγχου για τις μεταφορές αποβλήτων, ανάλογα με την προέλευση, τον προορισμό και το δρομολόγιο της μεταφοράς, τον τύπο των μεταφερομένων αποβλήτων και τον τύπο επεξεργασίας στον οποίο πρόκειται να υποβληθούν τα απόβλητα στον προορισμό τους.

[…]»

3        Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

1)      “απόβλητα”, τα απόβλητα όπως ορίζονται με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/12/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 114, σ. 9), η οποία αντικαταστάθηκε, από τις 12 Δεκεμβρίου 2010, από την οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ 2008, L 312, σ. 3), το άρθρο 3 της οποίας επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τον ορισμό του “αποβλήτου” που περιλαμβάνεται στην οδηγία 2006/12].

[…]

19)      “αρμόδια αρχή αποστολής”, η αρμόδια αρχή για την περιοχή από την οποία προγραμματίζεται να εκκινήσει ή εκκινεί η μεταφορά·

20)      “αρμόδια αρχή προορισμού”, η αρμόδια αρχή για την περιοχή προς την οποία προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιείται η μεταφορά […]·

[…]

22)      “χώρα αποστολής”, κάθε χώρα από την οποία προγραμματίζεται να εκκινήσει ή εκκινεί μεταφορά αποβλήτων·

23)      “χώρα προορισμού”, κάθε χώρα προς την οποία προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιείται μεταφορά αποβλήτων […]·

[…]

35)      “παράνομη μεταφορά”, κάθε μεταφορά αποβλήτων που πραγματοποιείται:

α)      χωρίς κοινοποίηση προς όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· ή

[…]

ζ)      η οποία, σε σχέση με τις μεταφορές αποβλήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 4, προέκυψε από τα εξής:

[…]

iii)      η μεταφορά πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο που δεν προσδιορίζεται [συγκεκριμένα] στο έγγραφο του παραρτήματος VII·

[…]».

4        Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1013/2006, οι διασυνοριακές μεταφορές στο εσωτερικό της Ένωσης πρέπει, αναλόγως της φύσεως και της επεξεργασίας των αποβλήτων και εφόσον αυτά υπερβαίνουν ποσότητα 20 κιλών (kg), να υπόκεινται σε διαδικασία κοινοποιήσεως στις αρμόδιες αρχές ή σε διαδικασία ενημερώσεως των αρχών αυτών.

5        Το άρθρο 24, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«1.      Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή ανακαλύπτει μεταφορά που κρίνει ότι είναι παράνομη μεταφορά, ενημερώνει αμέσως τις λοιπές οικείες αρμόδιες αρχές.

2.      Εάν, για την παράνομη μεταφορά, υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα εν λόγω απόβλητα:

α)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de facto κοινοποιούντα· ή, εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί κοινοποίηση,

β)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από τον de jure κοινοποιούντα· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

γ)      να παραλαμβάνονται κατόπιν επιστροφής από την ίδια την αρμοδία αρχή αποστολής ή από φυσικό η νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

δ)      εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται στη χώρα προορισμού ή αποστολής από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της· ή, εάν αυτό δεν είναι πρακτικά δυνατόν,

ε)      εναλλακτικά, να αξιοποιούνται ή να διατίθενται σε άλλη χώρα από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της, εάν συμφωνούν όλες οι οικείες αρμόδιες αρχές.

Αυτή η παραλαβή κατόπιν επιστροφής, αξιοποίηση ή διάθεση πρέπει να γίνεται εντός 30 ημερών ή εντός κάθε άλλης προθεσμίας, η οποία, ενδεχομένως συμφωνείται από τις οικείες αρμόδιες αρχές, αφότου η αρμόδια αρχή αποστολής αντιληφθεί την παράνομη μεταφορά, ή ενημερωθεί εγγράφως από τις αρμόδιες αρχές προορισμού ή διαμετακόμισης σχετικά με αυτή και ενημερωθεί για τον (τους) σχετικό(-ούς) λόγο(-ους). Τέτοιου είδους ενημέρωση μπορεί να προέρχεται από πληροφορίες που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες αρχές προορισμού ή διαμετακόμισης, μεταξύ άλλων, από άλλες αρμόδιες αρχές.

Σε περιπτώσεις παραλαβής κατόπιν επιστροφής, όπως αναφέρεται στα στοιχεία αʹ, βʹ και γʹ, πραγματοποιείται νέα κοινοποίηση, εκτός εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές συμφωνούν ότι επαρκεί δεόντως αιτιολογημένη αίτηση από την αρχική αρμόδια αρχή αποστολής.

Η νέα κοινοποίηση πραγματοποιείται από το πρόσωπο ή την αρχή που απαριθμείται στα στοιχεία αʹ, βʹ, ή γʹ και σύμφωνα με την εν λόγω ιεράρχηση.

Καμία αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αντιτάσσεται ούτε να φέρει αντιρρήσεις κατά της επιστροφής των αποβλήτων μιας παράνομης μεταφοράς. Σε περιπτώσεις εναλλακτικών ρυθμίσεων, κατά τα αναφερόμενα στα στοιχεία δʹ και εʹ, από την αρμόδια αρχή αποστολής, πραγματοποιείται νέα κοινοποίηση από την αρχική αρμόδια αρχή αποστολής ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό της, εκτός εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές συμφωνούν ότι επαρκεί δεόντως αιτιολογημένη αίτηση από την εν λόγω αρχή.»

6        Το άρθρο 28 του κανονισμού 1013/2006 ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Εάν οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την ταξινόμηση όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ αποβλήτων και μη αποβλήτων, το αντικείμενο της διαφωνίας αντιμετωπίζεται ως απόβλητο. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος της χώρας προορισμού να μεταχειρισθεί το μεταφερθέν φορτίο σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία, μετά την άφιξη του μεταφερθέντος φορτίου, και εφόσον η εν λόγω νομοθεσία είναι σύμφωνη με το κοινοτικό ή το διεθνές δίκαιο.

2.      Εάν οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την ταξινόμηση των κοινοποιημένων αποβλήτων, όπως αυτά απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, ΙΙΙΑ, ΙΙΙΒ ή IV, τα απόβλητα θεωρείται ότι απαριθμούνται στο παράρτημα IV.

3.      Εάν οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την ταξινόμηση της κοινοποιημένης επεξεργασίας των αποβλήτων ως αξιοποίησης ή διάθεσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τη διάθεση.

4.      Οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται μόνον για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και ισχύουν υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των ενδιαφερομένων μερών να επιλύουν τυχόν διαφορές σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα δικαστικώς.»

7        Η καταχώριση Α3190 στον κατάλογο Α που περιλαμβάνεται στο μέρος 1 του παραρτήματος V του κανονισμού 1013/2006 έχει ως εξής:

«Πισσώδη υπολείμματα (εξαιρούνται οι ασφαλτοκονίες) προερχόμενα από διύλιση, απόσταξη και κάθε πυρολυτική κατεργασία οργανικών ουσιών».

 Η οδηγία 2006/12

8        Η αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2006/12 έχει ως εξής:

«Βασικός στόχος κάθε ρύθμισης στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων πρέπει να είναι η προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων.»

9        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει ως απόβλητο «κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει».

 Η οδηγία 2008/98

10      Το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/98 ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)      “απόβλητα”: κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει

[…]».

11      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ορισμένα προσδιορισμένα απόβλητα παύουν να αποτελούν απόβλητα κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, εάν έχουν υποστεί εργασία ανάκτησης, περιλαμβανομένης της ανακύκλωσης, και πληρούν ειδικά κριτήρια που θα καθοριστούν σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους:

α)      η ουσία ή το αντικείμενο χρησιμοποιείται συνήθως για συγκεκριμένους σκοπούς,

β)      υπάρχει αγορά ή ζήτηση για τη συγκεκριμένη ουσία ή αντικείμενο,

γ)      η ουσία ή το αντικείμενο πληροί τις τεχνικές απαιτήσεις για τους συγκεκριμένους σκοπούς και συμμορφούται προς την κειμένη νομοθεσία και τα πρότυπα που ισχύουν για τα προϊόντα, και

δ)      η χρήση της ουσίας ή του αντικειμένου δεν πρόκειται να έχει δυσμενή αντίκτυπο στο περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία.

Εφόσον απαιτείται, τα κριτήρια περιλαμβάνουν οριακές τιμές για τους ρύπους και συνεκτιμούν ενδεχόμενες δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ουσίας ή του αντικειμένου.»

 Ο κανονισμός REACH

12      Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2007, L 136, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 353, σ. 1, στο εξής: κανονισμός REACH), έχει ως εξής:

«Τα απόβλητα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2006/12/ΕΚ […], δεν συνιστούν ουσία, μείγμα ή αντικείμενο κατά την έννοια του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού.»

13      Το άρθρο 128 του κανονισμού REACH ορίζει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, ούτε περιορίζουν ή εμποδίζουν την παρασκευή, την εισαγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση μιας ουσίας υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και συμμορφώνεται με αυτόν καθώς και, ενδεχομένως, με τις κοινοτικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.      Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικούς κανόνες για την προστασία των εργαζομένων, της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, οι οποίοι θα ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ο παρών κανονισμός δεν εναρμονίζει τις απαιτήσεις για την παρασκευή, τη χρήση ή τη διάθεση στην αγορά.»

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14      Μεταξύ του τέλους του έτους 2010 και των αρχών του έτους 2011, τσεχικός οικονομικός φορέας μετέφερε από το Litvínov (Τσεχική Δημοκρατία) προς το Katowice (Πολωνία) περίπου 20 000 τόνους TPS-NOLO (Geobal), μείγμα αποτελούμενο από όξινες πίσσες που προέρχονταν από διύλιση πετρελαίου, από σκόνη άνθρακα και από οξείδιο του ασβεστίου.

15      Το μείγμα αυτό αποτέθηκε, εν όλω ή εν μέρει, σε μισθωμένο από τον Πολωνό εισαγωγέα γήπεδο, κείμενο στο Katowice, οδός Karol Woźniak.

16      Στις 11 Σεπτεμβρίου 2011, οι πολωνικές αρχές ενημέρωσαν το τσεχικό Υπουργείο Περιβάλλοντος ότι, κατά την άποψή τους, η μεταφορά αυτή συνιστούσε παράνομη μεταφορά αποβλήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1013/2006, στον βαθμό που ούτε ο αποστολέας ούτε ο παραλήπτης των αποβλήτων αυτών είχαν κοινοποιήσει την εν λόγω μεταφορά στις αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία του περιβάλλοντος.

17      Τον Ιανουάριο του 2012, το τσεχικό Υπουργείο Περιβάλλοντος απάντησε στις πολωνικές αρχές ότι, κατά την άποψή του, το TPS-NOLO (Geobal), δεδομένου ότι ήταν καταχωρισμένο συμφώνως προς τον κανονισμό REACH, δεν συνιστούσε απόβλητο και ότι, ως εκ τούτου, αρνούνταν να επιβάλει στον αποστολέα του επίμαχου μείγματος την υποχρέωση να μεριμνήσει για την κατόπιν επιστροφής παραλαβή του.

18      Η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε ενώπιόν της στις 4 Φεβρουαρίου 2014 οργάνωση για την προστασία του περιβάλλοντος σχετικά με τη μεταφορά αυτή, κίνησε, στις 12 Ιουνίου 2014, σχετική έρευνα.

19      Στις 27 Νοεμβρίου 2014, η Επιτροπή απηύθυνε στην Τσεχική Δημοκρατία προειδοποιητική επιστολή, στην οποία το κράτος μέλος αυτό απάντησε στις 20 Φεβρουαρίου 2014, υποστηρίζοντας ότι το TPS-NOLO (Geobal) δεν συνιστούσε απόβλητο.

20      Στις 22 Οκτωβρίου 2015, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Τσεχική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία η Τσεχική Δημοκρατία απάντησε στις 18 Δεκεμβρίου 2015, επιβεβαιώνοντας την άρνησή της να διασφαλίσει τη μεταφορά στο έδαφός της του επίμαχου μείγματος.

21      Η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε ότι η Τσεχική Δημοκρατία αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

22      Κατόπιν της αναπτύξεως των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο, με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 2018, την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, συμφώνως προς το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι οι λόγοι επί των οποίων στηρίχθηκε ο γενικός εισαγγελέας προκειμένου να προτείνει την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων ούτε κατά το στάδιο της έγγραφης διαδικασίας ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας.

23      Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς, ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ή ακόμη όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένων.

24      Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, εκτιμά ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της υπό κρίση προσφυγής και ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται να εξεταστεί σε σχέση με επιχείρημα το οποίο δεν συζητήθηκε ενώπιόν του.

25      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

26      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Τσεχική Δημοκρατία αρνήθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 1013/2006, να ανταποκριθεί στο αίτημα των πολωνικών αρχών να παραλάβει κατόπιν επιστροφής το μείγμα που φέρεται να μεταφέρθηκε παρανόμως στην πολωνική επικράτεια.

27      Το TPS-NOLO (Geobal) πρέπει, κατά την άποψή της, να χαρακτηριστεί ως «απόβλητο».

28      Ειδικότερα, πρώτον, το μείγμα αυτό έχει παραχθεί από απόβλητα προερχόμενα από προγενέστερη δραστηριότητα διυλίσεως στην περιοχή Ostrava (Τσεχική Δημοκρατία).

29      Δεύτερον, οι όξινες πίσσες, από τις οποίες προέρχεται το TPS-NOLO (Geobal), καθώς και αυτό καθαυτό το μείγμα συνιστούν επικίνδυνα απόβλητα.

30      Τρίτον, τόσο στην Τσεχική Δημοκρατία όσο και στην Πολωνία, το επίμαχο μείγμα θεωρείται απόβλητο. Η Τσεχική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί την πραγματική διαπίστωση αυτή κατά το μέρος που την αφορά. Εξάλλου, το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) διαπίστως, με απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015, ότι η ουσία «Geobal» κατατασσόταν στην κατηγορία των αποβλήτων. Επιπλέον, στην απόφαση σχετικά με την υπ’ αριθ. 20 τροποποίηση της ολοκληρωμένης άδειας που αφορά το συγκρότημα χώρων υγειονομικής ταφής απορριμμάτων Litvínov, η ουσία «Geobal 4» προσδιορίζεται ως απόβλητο.

31      Τέταρτον, η ουσία αυτή δεν έχει παύσει να αποτελεί απόβλητο συνεπεία της καταχωρίσεώς της δυνάμει του κανονισμού REACH. Ειδικότερα, αφενός, τα απόβλητα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του νομοθετήματος αυτού. Κατά συνέπεια, το άρθρο 128 του κανονισμού REACH, το οποίο απαγορεύει, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των ουσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, δεν εφαρμόζεται επί ουσίας αρχικώς ταξινομηθείσας ως απόβλητο καθ’ όσο χρόνο η ουσία αυτή δεν έχει παύσει να αποτελεί απόβλητο. Αφετέρου, η καταχώριση δυνάμει του εν λόγω κανονισμού αποτελεί μία μόνον από τις παραμέτρους που είναι δυνατόν να έχουν ορισμένη σημασία προκειμένου να καθοριστεί αν μια ουσία έχει παύσει να αποτελεί απόβλητο, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, Lapin ELY-keskus, liikenne ja infrastruktuuri (C-358/11, EU:C:2013:142). Τέλος, δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού REACH, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA) είναι αρμόδιος να ελέγχει μόνον την πληρότητα του φακέλου καταχωρίσεως, χωρίς να προβλέπεται αξιολόγηση της ποιότητας ή της καταλληλότητας των υποβαλλόμενων στοιχείων.

32      Πέμπτον, η πρόθεση του κατόχου δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό ενός υλικού ως αποβλήτου. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (C-418/97 και C-419/97, EU:C:2000:318, σκέψη 88), η ιδιότητα του αποβλήτου πρέπει να προσδιορίζεται λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως και η έννοια του όρου «απόβλητο» δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά. Η σύνθεση του υλικού και ο κίνδυνος που συνιστά για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία αποτελούν σημαντικές παραμέτρους για τον χαρακτηρισμό του ή μη ως αποβλήτου.

33      Έκτον, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1990, Vessoso και Zanetti (C-206/88 και C-207/88, EU:C:1990:145, σκέψη 11), καθώς και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie ASBL (C-129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η δυνατότητα εκ νέου οικονομικής αξιοποιήσεως δεν είναι ασυμβίβαστη με την έννοια του αποβλήτου. Κατά τα λοιπά, το οικονομικό συμφέρον που αντιπροσωπεύει το επίμαχο μείγμα δεν έχει αποδειχθεί ούτε μπορεί να συναχθεί από τη συναφθείσα σύμβαση πωλήσεως επί παρακαταθήκη. Η σύμβαση αυτή δεν αποδεικνύει ότι στην Πολωνία υπήρχε ζήτηση για το επίμαχο υλικό ως καύσιμο στην τσιμεντοβιομηχανία, δεδομένου ότι, στο κράτος μέλος αυτό, ο αγοραστής δεν προέβη στην πώληση του αποθεματοποιημένου μείγματος συμφώνως προς τους συμβατικούς όρους. Λαμβανομένης υπόψη της μειώσεως της υφιστάμενης στην οικεία περιοχή ποσότητας του επίμαχου μείγματος, όπως η μείωση αυτή διαπιστώθηκε από Πολωνούς επιθεωρητές, μέρος του μείγματος αυτού πιθανόν επανεξήχθη.

34      Εν πάση περιπτώσει, από αυτό καθαυτό το γράμμα του άρθρου 28 του κανονισμού 1013/2006 προκύπτει ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των τσεχικών αρχών και των πολωνικών αρχών, το επίμαχο μείγμα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως εάν αποτελούσε απόβλητο. Ορθώς οι πολωνικές αρχές διαπίστωσαν, κατόπιν των εργαστηριακών δοκιμών που διεξήγαγαν, ότι το επίμαχο μείγμα συνιστούσε απόβλητο κατά την έννοια του παραρτήματος IV του κανονισμού αυτού και της πολωνικής νομοθεσίας.

35      Προς άμυνά της, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εφαρμόζουν κατά διακριτική ευχέρεια το άρθρο 28 του κανονισμού 1013/2006. Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον εφόσον ένα κράτος μέλος έχει ισχυρές αμφιβολίες ως προς την ιδιότητα του σχετικού υλικού ως αποβλήτου. Αν ένα κράτος μέλος επιτρεπόταν να στηρίζεται, χωρίς να προσκομίζει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, στο άρθρο 28 του κανονισμού αυτού, το αποτέλεσμα θα ήταν να θιγεί σοβαρά η ελεύθερη κυκλοφορία. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Nutrivet (C-69/15, EU:C:2016:425). Η Επιτροπή, όμως, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98.

36      Από τον ορισμό της έννοιας «απόβλητα», κατά το άρθρο 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98, και από τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie, C-129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 26, καθώς και της 15ης Ιουνίου 2000, ARCO Chemie Nederland κ.λπ., C-418/97 και C-419/97, EU:C:2000:318, σκέψεις 57 και 97) προκύπτει ότι, για την ταξινόμηση ενός υλικού ως αποβλήτου, καθοριστική επιρροή ασκεί ο τρόπος με τον οποίο ο κάτοχός του έχει την πρόθεση να το μεταχειριστεί, με αποτέλεσμα ένα και το αυτό υλικό να μπορεί ή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόβλητο. Κατά συνέπεια, για τον χαρακτηρισμό ενός υλικού ως αποβλήτου, καθοριστική σημασία δεν έχει αποκλειστικώς και μόνο η σύνθεσή του. Επίσης, οι εργαστηριακές δοκιμές που διεξήχθησαν από τις πολωνικές αρχές στερούνται σημασίας για τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μείγματος.

37      Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν υπέβαλε καμία εθνική απόφαση κατά την οποία το επίμαχο μείγμα έχει παύσει να συνιστά απόβλητο. Συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής βασίζεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2008/98, το οποίο δεν εφαρμόζεται ratione temporis επί του μείγματος αυτού. Όντως, η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη εξέπνευσε στις 12 Δεκεμβρίου 2010, ενώ το επίμαχο μείγμα παρήχθη πριν από την ημερομηνία αυτή.

38      Εξάλλου, το επίμαχο μείγμα ουδέποτε χαρακτηρίστηκε ως απόβλητο. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το μείγμα αυτό θεωρούνταν ως απόβλητο στην Τσεχική Δημοκρατία δεν είναι τεκμηριωμένος. Αντιθέτως, η ολοκληρωμένη άδεια για τις εγκαταστάσεις στις οποίες παρήχθη το επίμαχο μείγμα αναφέρει σαφώς ότι η επεξεργασία την οποία προβλέπει αποσκοπεί στην παραγωγή καυσίμου προϊόντος. Ζήτηση για το προϊόν αυτό υπήρχε όχι μόνο στην Τσεχική Δημοκρατία, αλλά επίσης στην Πολωνία.

39      Ειδικότερα, είναι πρόδηλο ότι, κατά την ημερομηνία της επίδικης μεταφοράς, το επίμαχο μείγμα δεν συνιστούσε απόβλητο. Ο κάτοχός του δεν είχε την πρόθεση να το απορρίψει, όπως αποδεικνύεται, πρώτον, από την καταχώριση του μείγματος αυτού ως καυσίμου, συμφώνως προς τον κανονισμό REACH, πριν από την εξαγωγή του στην Πολωνία. Σύμφωνα, όμως, με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, Lapin ELY-keskus, liikenne ja infrastruktuuri (C-358/11, EU:C:2013:142), η καταχώριση του εν λόγω μείγματος δυνάμει του κανονισμού REACH θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως παράμετρος που αποδεικνύει την πρόθεση του κατόχου να χρησιμοποιήσει το ίδιο αυτό μείγμα όχι ως απόβλητο, αλλά με σκοπό την οικονομική αξιοποίησή του.

40      Δεύτερον, η εξαγωγή του επίμαχου μείγματος στην Πολωνία πραγματοποιήθηκε βάσει συμβάσεως πωλήσεως επί παρακαταθήκη συναφθείσας με πολωνική εταιρία εδρεύουσα στο Sosnowiec (Πολωνία) με σκοπό την παραγωγή τσιμέντου. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι πιθανόν υπήρξε επανεξαγωγή του μείγματος αυτού ουδόλως τεκμηριώνεται. Αντιθέτως, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στους Πολωνούς αγοραστές και η διαπίστωση, από τις πολωνικές αρχές, ουσιώδους μειώσεως του όγκου του εν λόγω μείγματος αποδεικνύουν ότι το επίμαχο μείγμα χρησιμοποιήθηκε, στην Πολωνία, κατά τρόπο σύμφωνο προς τον αρχικό προγραμματισμό.

41      Το γεγονός ότι, κατά τις πληροφορίες που παρείχαν οι αρχές του κράτους μέλους αυτού, δεν υφίστανται επί του παρόντος δυνατότητες χρήσεως του επίμαχου μείγματος στο εν λόγω κράτος μέλος ουδόλως ασκεί επιρροή για την εκτίμηση του αν, κατά την εξαγωγή του, το εν λόγω μείγμα συνιστούσε ή όχι απόβλητο. Εξάλλου, η χρήση ουσίας καταχωρισμένης κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού REACH δεν μπορεί να περιορίζεται στο έδαφος ενός μόνον κράτους μέλους.

42      Η Επιτροπή δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο προκειμένου να αποδείξει ότι το μεταφερθέν μείγμα δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τρόπο σύμφωνο προς τη συναφθείσα σύμβαση και ότι υπήρξε επανεξαγωγή του.

43      Η Επιτροπή δεν προσκομίζει, ως εκ τούτου, κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίμαχο μείγμα συνιστούσε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, απόβλητο, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2008/98. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος αποδείξεως που φέρει στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

44      Ο κανονισμός 1013/2006 καθιερώνει τις διαδικασίες και τα συστήματα ελέγχου που ισχύουν για τις μεταφορές αποβλήτων, ιδίως μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης.

45      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1013/2006 προβλέπει ότι οι μεταφορές στο εσωτερικό της Ένωσης όλων των αποβλήτων που προορίζονται για εργασίες διαθέσεως και πολλών αποβλήτων που προορίζονται για εργασίες αξιοποιήσεως, ιδίως εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα IV του κανονισμού αυτού, υπόκεινται σε διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποιήσεως και προηγούμενης γραπτής συγκαταθέσεως. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, για τις λοιπές μεταφορές αποβλήτων προβλέπεται διαδικασία ενημερώσεως μέσω της χρήσεως του εντύπου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα VII του ίδιου κανονισμού, εκτός αν πρόκειται για αμελητέες ποσότητες που δεν υπερβαίνουν τα 20 κιλά.

46      Το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχεία αʹ και ζʹ, του κανονισμού 1013/2006 χαρακτηρίζει ως «παράνομη μεταφορά», μεταξύ άλλων, τη μεταφορά αποβλήτων η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο κοινοποιήσεως ή ενημερώσεως.

47      Στην περίπτωση που η μεταφορά είναι παράνομη για τους ανωτέρω μνημονευόμενους λόγους, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006 ορίζει ότι η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εκτέλεση του κανονισμού αυτού εντός του κράτους μέλους προελεύσεως των αποβλήτων, αποκαλούμενη «αρμόδια αρχή αποστολής», οφείλει να μεριμνά ώστε, εντός προθεσμίας καταρχήν 30 ημερών από την ημερομηνία ενημερώσεώς της, τα απόβλητα να παραληφθούν κατόπιν επιστροφής από τον «de jure κοινοποιούντα», ήτοι το πρόσωπο το οποίο έφερε την υποχρέωση κοινοποιήσεως ή ενημερώσεως, ή, ελλείψει τούτου, να παραληφθούν από την ίδια την αρμόδια αρχή αποστολής ή από τρίτο για λογαριασμό της.

48      Εν προκειμένω, η διενεργηθείσα μεταξύ του τέλους του έτους 2010 και των αρχών του έτους 2011 μεταφορά 20 000 τόνων TPS-NOLO (Geobal) από την Τσεχική Δημοκρατία προς την Πολωνία δεν αποτέλεσε αντικείμενο κοινοποιήσεως ούτε ενημερώσεως. Όταν, τον Σεπτέμβριο του 2011, οι πολωνικές αρχές ειδοποίησαν για τη μεταφορά αυτή το τσεχικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, το τελευταίο αρνήθηκε να υποχρεώσει τον Τσέχο αποστολέα να προβεί στην κατόπιν επιστροφής παραλαβή του επίμαχου μείγματος στην Πολωνία, υποστηρίζοντας ότι το μείγμα αυτό δεν συνιστούσε απόβλητο. Αυτή ακριβώς η συνεχιζόμενη άρνηση είχε ως αποτέλεσμα την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως και, εν συνεχεία, την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου από την Επιτροπή.

49      Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού 1013/2006, το αντικείμενο ορισμένης μεταφοράς τεκμαίρεται ότι συνιστά απόβλητο στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού, όπως εν προκειμένω, δεν συμφωνούν ως προς το αν το αντικείμενο της μεταφοράς αυτής πρέπει να χαρακτηριστεί ως απόβλητο. Η μεταφορά του επίμαχου στην υπό κρίση υπόθεση μείγματος έπρεπε να θεωρηθεί ως μεταφορά αποβλήτων η οποία, ελλείψει τηρήσεως των διατυπώσεων που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 4 της παρούσας αποφάσεως, υπήρξε παράνομη. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή φρονεί ότι η Τσεχική Δημοκρατία, στην οποία υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τις πολωνικές αρχές, ήταν υποχρεωμένη να διασφαλίσει την κατόπιν επιστροφής παραλαβή των αποβλήτων αυτών σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 1013/2006. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Τσεχική Δημοκρατία, αρνούμενη να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό, παρέβη τη σχετική υποχρέωσή της.

50      Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι το επίμαχο μείγμα είναι απόβλητο.

 Επί του βάρους αποδείξεως

51      Στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως (αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, 97/81, EU:C:1982:193, σκέψη 6, και της 11ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-356/15, EU:C:2018:555, σκέψη 25). Η Επιτροπή είναι εκείνη που οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκ μέρους του διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C-37/09, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:331, σκέψη 28, της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-90/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:606, σκέψη 47, και της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C-530/11, EU:C:2014:67, σκέψη 60).

52      Εν προκειμένω, αν το επίμαχο μείγμα δεν συνιστά απόβλητο, ο κανονισμός 1013/2006 δεν τυγχάνει εφαρμογής επί της μεταφοράς του από την Τσεχική Δημοκρατία προς την Πολωνία και η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει μη τήρηση του εν λόγω κανονισμού από το πρώτο εκ των δύο αυτών κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η ταξινόμηση του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαπίστωση παραβάσεως με βάση το άρθρο 24, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού και αποτελεί, στη συνέχεια, μέρος των στοιχείων τα οποία υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση.

53      Εξάλλου, δεδομένου ότι, δυνάμει της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα οποιοδήποτε τεκμήριο προκειμένου να αποδείξει ορισμένη παράβαση, το θεσμικό αυτό όργανο δεν δύναται να αρκεστεί στην επίκληση του τεκμηρίου που προβλέπεται με το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 1013/2006, ούτε να στηριχθεί απλώς και μόνο στη διαπίστωση της διαφωνίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών αποστολής και προορισμού όσον αφορά την ταξινόμηση του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου, προκειμένου να αποδείξει ότι το μείγμα αυτό όντως αποτελεί απόβλητο.

54      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κακώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι εκείνη που οφείλει να αποδείξει ότι το επίμαχο μείγμα πρέπει όντως να χαρακτηριστεί ως «απόβλητο» στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως.

 Επί της αποδείξεως της παραβάσεως

55      Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι καμία από τις διατυπώσεις που απαιτούνται για τη μεταφορά αποβλήτων δεν τηρήθηκε για τη μεταφορά του επίμαχου μείγματος, το μείγμα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτέλεσε αντικείμενο παράνομης μεταφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, του κανονισμού 1013/2006, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί όντως να χαρακτηριστεί ως απόβλητο. Εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, η αρμόδια αρχή αποστολής όφειλε να διασφαλίσει την κατόπιν επιστροφής παραλαβή του κατόπιν του αιτήματος των πολωνικών αρχών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Βεβαίως, τα ανωτέρω ισχύουν υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού, ήτοι της περιπτώσεως να είναι η κατόπιν επιστροφής παραλαβή αδύνατη, πλην όμως ουδείς εκ των διαδίκων κάνει λόγο για μια τέτοια περίπτωση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο χαρακτηρισμός του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως.

56      Κατά το άρθρο 2, σημείο 1, του κανονισμού 1013/2006, ο ορισμός της έννοιας «απόβλητο», για τους σκοπούς εφαρμογής του κανονισμού αυτού, είναι εκείνος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/12 και έχει ως εξής: «κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει». Ο κατάλογος των κατηγοριών αποβλήτων που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής, δεδομένου ότι είναι κατά ρητή πρόβλεψη μη εξαντλητικός, έχει κυρίως την έννοια απαριθμήσεως παραδειγμάτων (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland, C-241/12 και C-242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 35).

57      Η οδηγία 2008/98, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 2006/12, επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τον ως άνω ορισμό με το άρθρο 3, σημείο 1. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η οδηγία αυτή τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση διαφορά. Πράγματι, οι διάδικοι δεν προσκομίζουν κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να αποδεικνύεται ότι η εν λόγω οδηγία είχε μεταφερθεί στο τσεχικό δίκαιο κατά την ημερομηνία της επίδικης μεταφοράς αποβλήτων η οποία, κατά την κοινή άποψη των διαδίκων, τοποθετείται, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, μεταξύ του τέλους του έτους 2010 και των αρχών του έτους 2011. Όμως, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ημερομηνία της μεταφοράς αυτής αποβλήτων είναι κρίσιμη για τον χαρακτηρισμό ή μη του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου, δεδομένου ότι η νομιμότητα της μεταφοράς πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με αυτή την ημερομηνία.

58      Όπως προκύπτει από τον ορισμό που υπομνήσθηκε ανωτέρω, ο χαρακτηρισμός ενός αντικειμένου ως «αποβλήτου» προκύπτει πρωτίστως από τη συμπεριφορά του κατόχου του και από τη σημασία του όρου «απορρίπτω» (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2008, C-188/07, Commune de Mesquer, EU:C:2008:359, σκέψη 53, και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-263/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2007:808, σκέψη 32).

59      Όσον αφορά τον όρο «απορρίπτω», από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του σκοπού της οδηγίας 2006/12, ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 2, συνίσταται στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεντρώσεως, της μεταφοράς, της επεξεργασίας και της αποθηκεύσεως των αποβλήτων, καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως. Εκ των ανωτέρω έπεται ότι ο όρος «απορρίπτω», και, επομένως, και ο όρος «απόβλητο», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/12, δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland, C-241/12 και C-242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60      Επίσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ύπαρξη αποβλήτου, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/12, πρέπει να εξακριβώνεται βάσει του συνόλου των σχετικών περιστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της οδηγίας αυτής και μεριμνώντας ώστε να μη θίγεται η αποτελεσματικότητά της (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland, C-241/12 και C-242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Εν προκειμένω, πριν από την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή πρέπει να προηγηθούν δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, προκειμένου να εκτιμηθεί αν το μεταφερθέν μείγμα συνιστά απόβλητο, οι κρίσιμες περιστάσεις βάσει των οποίων πρέπει να διενεργηθεί η εκτίμηση αυτή είναι εκείνες που υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταφοράς, και όχι οι προγενέστερες ή μεταγενέστερες της ημερομηνίας αυτής περιστάσεις. Δεύτερον, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η Τσεχική Δημοκρατία ήταν εκείνη που όφειλε να αποδείξει ότι το TPS-NOLO (Geobal) δεν συνιστά απόβλητο, επέδειξε λιγότερη μέριμνα προκειμένου να αποδείξει η ίδια, με τα δικόγραφά της, ότι η ουσία αυτή αποτελεί απόβλητο από εκείνη την οποία επέδειξε, απαντώντας στα επιχειρήματα του καθού κράτους μέλους, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, προκειμένου να αποδείξει το αντίθετο.

62      Από τις περιστάσεις τις οποίες θεωρεί ικανές να αποδείξουν ότι το επίμαχο μείγμα συνιστά απόβλητο, η Επιτροπή μνημονεύει, πρώτον, το γεγονός ότι το TPS‑NOLO (Geobal) παράγεται από απόβλητα προερχόμενα από προγενέστερη δραστηριότητα διυλίσεως στην περιοχή Ostrava.

63      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Τσεχική Δημοκρατία επιβεβαίωσε το ως άνω στοιχείο, παραδεχόμενη συγχρόνως ότι οι όξινες πίσσες, κύριο συστατικό του εν λόγω μείγματος, προέρχονται από τη δραστηριότητα πρώην διυλιστηρίου πετρελαίου ευρισκόμενου στην περιοχή Ostrava και αντιστοιχούν στα «πισσώδη υπολείμματα (εξαιρούνται οι ασφαλτοκονίες) προερχόμενα από διύλιση, απόσταξη και κάθε πυρολυτική κατεργασία οργανικών ουσιών» περί των οποίων γίνεται λόγος στην καταχώριση Α3190 του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο μέρος 1 του παραρτήματος V του κανονισμού 1013/2006. Ωστόσο, το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι, συνεπεία της αναμίξεώς τους με σκόνη άνθρακα και οξείδιο ασβεστίου με σκοπό τον σχηματισμό του TPS-NOLO (Geobal), οι πίσσες αυτές υπέστησαν μετατροπή με αποτέλεσμα να απολέσουν την ιδιότητα του αποβλήτου και να καταστεί δυνατή η χρήση τους ως καύσιμο στην τσιμεντοβιομηχανία.

64      Πάντως, το γεγονός ότι ορισμένη ουσία είναι αποτέλεσμα εργασίας ανακτήσεως αποβλήτων αποτελεί ένα μόνον από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί αν η ουσία αυτή εξακολουθεί να συνιστά απόβλητο, αλλά δεν καθιστά, αυτό καθαυτό, δυνατή τη συναγωγή οριστικού συμπεράσματος επί του ζητήματος αυτού (αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, ARCO Chemie Nederland κ.λπ., C-418/97 και C-419/97, EU:C:2000:318, σκέψη 97, καθώς και της 7ης Μαρτίου 2013, Lapin ELY-keskus, liikenne ja infrastruktuuri, C-358/11, EU:C:2013:142, σκέψη 58). Κατά συνέπεια, απλώς και μόνον το γεγονός ότι το TPS-NOLO (Geobal) παράγεται από απόβλητα δεν καθιστά δυνατή την απόδειξη του ότι αποτελεί το ίδιο απόβλητο.

65      Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει την επικινδυνότητα των όξινων πισσών από τις οποίες προέρχεται το TPS-NOLO (Geobal), καθώς και την επικινδυνότητα αυτού καθαυτό του μείγματος.

66      Υπογραμμίζεται προκαταρκτικώς ότι η έννοια του αποβλήτου δεν είναι απόρροια της επικινδυνότητας των ουσιών (απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, Palin Granit και Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus, C-9/00, EU:C:2002:232, σκέψη 48). Όσον αφορά την επιρροή που ασκεί η προβαλλόμενη επικινδυνότητα των όξινων πισσών, το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει, καταρχήν, την περίπτωση ένα απόβλητο που θεωρείται επικίνδυνο να απολέσει την ιδιότητα του αποβλήτου αν ορισμένη εργασία μπορεί να καταστήσει δυνατή τη χρησιμοποίησή του χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον και αν, επιπροσθέτως, δεν διαπιστώνεται ότι ο κάτοχος του επίμαχου αντικειμένου το απορρίπτει ή έχει την πρόθεση να το απορρίψει (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, Lapin ELY‑keskus, liikenne ja infrastruktuuri, C-358/11, EU:C:2013:142, σκέψη 60).

67      Όσον αφορά τον προβαλλόμενο από την Επιτροπή χαρακτηρισμό του TPS-NOLO (Geobal) ως επικίνδυνου αποβλήτου, το θεσμικό όργανο αυτό μνημονεύει το πρόστιμο που επιβλήθηκε από πολωνικό δικαστήριο σε έναν από τους αγοραστές του μείγματος αυτού λόγω του χαρακτηρισμού του ως επικίνδυνου αποβλήτου. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι επιχείρημα σχετικό με τον χαρακτηρισμό ουσίας άλλης από την επίμαχη και υπό συνθήκες που δεν έχουν προσδιοριστεί έχει περιορισμένη σημασία. Όσον αφορά το επίμαχο μείγμα, η Τσεχική Δημοκρατία παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η μη χρησιμοποιηθείσα ποσότητα η οποία εξακολούθησε να βρίσκεται διεσπαρμένη στην περιοχή Katowice επί πολλά έτη, υπό συνθήκες φυλάξεως επιβλαβείς για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, πρέπει προφανώς να θεωρηθεί ως απόβλητο. Εντούτοις, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 61 της παρούσας αποφάσεως και όπως επισήμανε η Τσεχική Δημοκρατία, οι επί του παρόντος επικρατούσες συνθήκες είναι άνευ σημασίας προκειμένου να εκτιμηθεί η ιδιότητα του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου κατά την ημερομηνία της μεταφοράς του.

68      Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το TPS-NOLO (Geobal) θεωρείται απόβλητο στην Τσεχική Δημοκρατία, καθώς και στην Πολωνία.

69      Η Τσεχική Δημοκρατία αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό κατά το μέρος που την αφορά. Κατά το κράτος μέλος αυτό, το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο), με απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015, την οποία η Επιτροπή παραθέτει ως απόδειξη για τον χαρακτηρισμό του TPS-NOLO Geobal ως αποβλήτου στην Τσεχική Δημοκρατία, δεν τοποθετήθηκε επί του ζητήματος αυτού, αλλά περιορίστηκε στο να αναφέρει, συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις των διαδίκων, ότι αυτοί είχαν χαρακτηρίσει το εν λόγω μείγμα ως απόβλητο.

70      Η Επιτροπή μνημονεύει επίσης, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, την τροποποίηση αριθ. 20 της ολοκληρωμένης άδειας για την εγκατάσταση του Litvínov, στην οποία το επίμαχο μείγμα είχε αποθηκευτεί πριν από τη μεταφορά του στην Πολωνία. Επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή χαρακτηρίζει το «Geobal 4» ως απόβλητο. Ωστόσο, η ομοιότητα της ονομασίας των ουσιών αυτών δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι το «Geobal 4» και το επίμαχο μείγμα ταυτίζονται. Επιπλέον, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, η ιδιότητα του αποβλήτου πρέπει να εκτιμάται in concreto, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.

71      Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του TPS-NOLO (Geobal) κατά το πολωνικό δίκαιο, επισημαίνεται ότι η Πολωνική Κυβέρνηση δεν μετέσχε ούτε στην έγγραφη ούτε στην προφορική διαδικασία, η δε άποψή της κατέστη γνωστή στο Δικαστήριο μόνο μέσω δύο επιστολών, της 21ης Ιουλίου 2015 και της 11ης Μαΐου 2016, της Δημοκρατίας της Πολωνίας με αποδέκτη την Επιτροπή η οποία και τις κατέθεσε στην ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία. Εντεύθεν προκύπτει ότι, στο κράτος μέλος αυτό, το επίμαχο μείγμα θεωρούνταν, κατά τις ως άνω ημερομηνίες, ως απόβλητο, του οποίου η χρήση ως καυσίμου απαγορευόταν. Ωστόσο, η Τσεχική Δημοκρατία υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουστεί, ότι η χρήση του εν λόγω μείγματος ως καυσίμου στην τσιμεντοβιομηχανία είχε απαγορευτεί στην Πολωνία μόνον από τον Μάιο 2011, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της επίμαχης μεταφοράς. Εξάλλου, η συναφθείσα σύμβαση πωλήσεως επί παρακαταθήκη προφανώς καταδεικνύει ότι, κατά την ημερομηνία της υπογραφής της, ήτοι τον Δεκέμβριο 2010, το TPS-NOLO (Geobal) είχε, στην Πολωνία, κατά την άποψη του Πολωνού εισαγωγέα, χρησιμότητα και οικονομική αξία.

72      Τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την καταχώριση του επίμαχου μείγματος δυνάμει του κανονισμού REACH πριν από τη μεταφορά του δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το μείγμα αυτό είχε παύσει να αποτελεί απόβλητο.

73      Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, τα απόβλητα δεν συνιστούν ουσία, μείγμα ή αντικείμενο κατά την έννοια του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού. Βεβαίως, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, το επίμαχο μείγμα κακώς καταχωρίσθηκε δυνάμει του κανονισμού REACH, χωρίς να ληφθεί υπόψη αν συνιστά απόβλητο. Η περίσταση όμως αυτή δεν ισοδυναμεί με απόδειξη του ότι το μείγμα αυτό συνιστά απόβλητο. Η καταχώριση ουσίας συμφώνως προς τον κανονισμό REACH, μολονότι δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή οριστικού συμπεράσματος περί του αντιθέτου, εντούτοις, έχει ορισμένη σημασία προκειμένου να εκτιμηθεί αν η ουσία αυτή έχει παύσει να αποτελεί απόβλητο (πρβλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, Lapin ELY-keskus, liikenne ja infrastruktuuri, C-358/11, EU:C:2013:142, σκέψεις 63 και 64).

74      Πέμπτον, η Επιτροπή δίδει έμφαση στη σύνθεση του επίμαχου μείγματος και στον κίνδυνο που συνεπάγεται για το περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία. Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι οι αναλύσεις του μείγματος αυτού, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, χωρίς να τις προσκομίζει, διενεργήθηκαν από τις πολωνικές αρχές άνευ ανταλλαγής απόψεων ή αντίθετων αναλύσεων και ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν είναι σε θέση να προβεί σε αντίθετη πραγματογνωμοσύνη, δεδομένου ότι το εν λόγω μείγμα βρίσκεται στο πολωνικό έδαφος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον ορισμό του αποβλήτου, μια ουσία αποτελεί απόβλητο όχι εκ φύσεως, αλλά συνεπεία της προθέσεως ή της υποχρεώσεως του κατόχου της να την απορρίψει, δηλαδή με γνώμονα τη βούληση του κατόχου ή του νομοθέτη. Επομένως, η χημική σύσταση της εκάστοτε ουσίας είναι ικανή, το πολύ, να αποτελέσει ένδειξη για τον ιδιότητά της ως αποβλήτου (πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Van de Walle κ.λπ., C-1/03, EU:C:2004:490, σκέψη 42). Τέλος, οι κίνδυνοι που ενέχει μια ουσία για το περιβάλλον ή για την ανθρώπινη υγεία δεν έχουν καθοριστική σημασία για τον χαρακτηρισμό της ως αποβλήτου (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, Arco Chemie Nederland κ.λπ., C-418/97 και C-419/97, EU:C:2000:318, σκέψη 66).

75      Έκτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το TPS-NOLO (Geobal) ήταν δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο εκ νέου οικονομικής αξιοποιήσεως, το στοιχείο αυτό δεν είναι ασυμβίβαστο με τον χαρακτηρισμό του ως αποβλήτου (πρβλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 1990, Vessoso και Zanetti, C-206/88 και C-207/88, EU:C:1990:145, σκέψη 13, καθώς και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie, C-129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 31). Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, αντιστρόφως, να θεωρηθεί ως απόδειξη ούτε καν ως ένδειξη της ιδιότητας του επίμαχου μείγματος ως αποβλήτου.

76      Επιπλέον, η Επιτροπή αμφισβητεί την οικονομική χρησιμότητα του επίμαχου μείγματος. Από τη μείωση της υφιστάμενης στην οικεία περιοχή ποσότητας του μείγματος, η οποία διαπιστώθηκε από τους Πολωνούς επιθεωρητές, η Επιτροπή συνάγει ότι ο αγοραστής δεν προέβη στην πώληση του μείγματος αυτού στην Πολωνία, όπως προέβλεπε η συναφθείσα σύμβαση, και ότι μέρος του μείγματος επανεξήχθη. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, στο κράτος μέλος αυτό, δεν υπήρχε ζήτηση για το εν λόγω μείγμα ως καύσιμο στην τσιμεντοβιομηχανία.

77      Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρείχαν οι πολωνικές αρχές, η ποσότητα TPS-NOLO (Geobal) που είχε αποτεθεί στο Katowice αντιστοιχούσε, κατά το έτος 2016, μόνο σε 6 000 περίπου τόνους, σε σχέση με τους 20 000 τόνους μείγματος που μεταφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους 2011. Ωστόσο, από τη διαπίστωση αυτή και μόνον είναι δύσκολο να συναχθεί ότι η πώληση επί παρακαταθήκη του επίμαχου μείγματος δεν πραγματοποιήθηκε και ότι μέρος του επανεξήχθη. Όπως υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, η μείωση των υφιστάμενων στην οικεία περιοχή ποσοτήτων του μείγματος μπορεί επίσης να εξηγηθεί από τη σύμφωνη προς τον προορισμό του χρήση του ως καυσίμου σε πολωνικά εργοστάσια τσιμέντου, καθ’ όσο χρόνο η χρήση αυτή επιτρεπόταν. Εν πάση περιπτώσει, οι αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό δεν τεκμηριώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

78      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή απέδειξε, επαρκώς κατά νόμον, ότι το επίμαχο μείγμα συνιστά απόβλητο, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/12. Ως εκ τούτου, δεν απέδειξε ότι η μεταφορά του από την Τσεχική Δημοκρατία προς την Πολωνία μεταξύ του τέλους του έτους του 2010 και των αρχών του έτους 2011 συνιστούσε, κατά την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε, μεταφορά αποβλήτων, κατά την έννοια του κανονισμού 1013/2006, ούτε, κατά συνέπεια, ότι η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 2, και του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

79      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε και η Τσεχική Δημοκρατία έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.