Language of document : ECLI:EU:C:2019:218

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 19ης Μαρτίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Σύστημα του Δουβλίνου– Κανονισμός (ΕE) 604/2013 – Μεταφορά του αιτούντος άσυλο στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας – Έννοια της “διαφυγής” – Όροι παρατάσεως της προθεσμίας μεταφοράς – Άρθρο 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Σοβαρός κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως κατά το πέρας της διαδικασίας χορηγήσεως ασύλου – Συνθήκες διαβιώσεως των δικαιούχων διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος»

Στην υπόθεση C‑163/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (διοικητικό εφετείο του ομόσπονδου κράτους της Βάδης- Βιρτεμβέργης, Γερμανία) με απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Abubacarr Jawo

κατά

Bundesrepublik Deutschland,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Prechal, M. Βηλαρά, E. Regan, F. Biltgen, K. Jürimäe και Κ. Λυκούργο, προέδρους τμήματος, A. Rosas, E. Juhász, M. Ilešič (εισηγητή), J. Malenovský, L. Bay Larsen και D. Šváby, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: M. Aleksejev, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Μαΐου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Α. Jawo, εκπροσωπούμενος από τους B. Münch και U. Bargon, Rechtsanwälte,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze, R. Kanitz και M. Henning καθώς και από την V. Thanisch,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Van Lul και τον P. Cottin,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τους L. Cordi και L. D’Ascia, avvocati dello Stato,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. M. Tátrai καθώς και από τους M. Z. Fehér και G. Koós,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Langer καθώς και από τις M. Bulterman, C. S. Schillemans και M. Gijzen,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Brandon καθώς και από την C. Crane, επικουρούμενους από τον D. Blundell, barrister,

–        η Ελβετική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Bichet,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Κοντού-Durande και τον C. Ladenburger,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουλίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        H αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, και του άρθρου 29, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31, στο εξής: κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ), καθώς και του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Abubacarr Jawo και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), σχετικά με απόφαση περί μεταφοράς του ενδιαφερομένου στην Ιταλία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Υπό τον τίτλο «Απαγόρευση των βασανιστηρίων», το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), ορίζει τα ακόλουθα:

«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο Χάρτης

4        Το άρθρο 1 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Ανθρώπινη αξιοπρέπεια», ορίζει τα εξής:

«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται.»

5        Το άρθρο 4 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης», ορίζει τα εξής:

«Κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή μεταχείριση.»

6        Το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου», ορίζει, στο πρώτο εδάφιό του, τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.»

7        Το άρθρο 51 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα κατωτέρω:

«Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες.»

8        Το άρθρο 52 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών», ορίζει στην παράγραφο 3 τα εξής:

«Στον βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην [ΕΣΔΑ], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.»

 Ο κανονισμός Δουβλίνο III

9        Ο κανονισμός Δουβλίνο III κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (ΕΕ 2003, L 50, σ. 1, στο εξής: Δουβλίνο II). Οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 5, 19, 32 και 39 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ έχουν ως ακολούθως:

«(4)      Τα συμπεράσματα του [Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κατά την ειδική σύνοδό του στο] Τάμπερε [στις 15 και στις 16 Οκτωβρίου 1999] προσδιόρισαν επίσης ότι το [κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου] θα πρέπει να περιλαμβάνει, σε μία βραχυχρόνια προοπτική, ένα σαφή και λειτουργικό καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων ασύλου.

(5)      Μια τέτοια μέθοδος θα πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Θα πρέπει, ιδίως, να επιτρέπει τον ταχύ προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο, προκειμένου να κατοχυρώνεται η πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες χορήγησης διεθνούς προστασίας και να μην διακυβεύεται ο στόχος της ταχύτητας κατά την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

[...]

(19)      Για την εγγύηση της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων, θα πρέπει να θεσπιστούν νομικές εγγυήσεις και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής όσον αφορά αποφάσεις για μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος, σύμφωνα, ιδίως, με τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο άρθρο 47 του [Χάρτη]. Προκειμένου να τηρείται το διεθνές δίκαιο, η πραγματική προσφυγή κατά των ανωτέρω αποφάσεων θα πρέπει να καλύπτει την εξέταση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και της νομικής και της πραγματικής κατάστασης στο κράτος μέλος στο οποίο μεταφέρεται ο αιτών.

[...]

(32)      Όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από πράξεις του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

[...]

(39)      Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον [Χάρτη]. Ιδιαίτερα, ο παρών κανονισμός αποσκοπεί να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση του δικαιώματος ασύλου που διασφαλίζεται από το άρθρο 18 του Χάρτη, καθώς και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στα άρθρα 1, 4, 7, 24 και 47 αυτού. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει κατά συνέπεια να εφαρμόζεται ανάλογα.»

10      Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ιδʹ, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, νοείται ως «κίνδυνος διαφυγής» «η ύπαρξη λόγων σε μεμονωμένη περίπτωση, που βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία καθορίζονται από τον νόμο, επί τη βάσει των οποίων εικάζεται ότι ο αιτών ή ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις που υπόκειται σε διαδικασία μεταφοράς μπορεί να διαφύγει».

11      Το άρθρο 3 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, που φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας», ορίζει:

«1.      Τα κράτη μέλη εξετάζουν κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα στο έδαφος οποιουδήποτε από αυτά, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων ή των ζωνών διέλευσης. Η αίτηση εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο III.

2.      Εάν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί το υπεύθυνο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας.

Όταν είναι αδύνατη η μεταφορά αιτούντος στο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί πρωτίστως ως υπεύθυνο, εξαιτίας βάσιμων λόγων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων στο εν λόγω κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του [Χάρτη], το προσδιορίζον κράτος μέλος εξακολουθεί να εξετάζει τα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙΙ, ώστε να διαπιστώσει αν άλλο κράτος μέλος μπορεί να προσδιοριστεί ως υπεύθυνο.

Όταν η μεταφορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, βάσει της παρούσας παραγράφου, σε κάποιο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με τα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙΙ ή στο πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, το προσδιορίζον κράτος μέλος καθίσταται το υπεύθυνο κράτος μέλος.

[...]»

12      Το κεφάλαιο VI του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, που τιτλοφορείται «Διαδικασίες για την αναδοχή και την εκ νέου ανάληψη», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 27 και 29 του κανονισμού αυτού.

13      Το άρθρο 27 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, με τίτλο «Προσφυγές», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο αιτών ή άλλο πρόσωπο όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) έχει το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής, με τη μορφή ένδικου μέσου ή επανεξέτασης, ενώπιον δικαστηρίου, τόσο για τα πραγματικά όσο και για τα νομικά στοιχεία, κατά απόφασης μεταφοράς.»

14      Το τμήμα VI του κεφαλαίου VI του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, το οποίο αφορά τις μεταφορές των αιτούντων προς το υπεύθυνο κράτος μέλος, περιλαμβάνει το άρθρο 29 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Λεπτομέρειες και προθεσμίες», το οποίο προβλέπει τα κατωτέρω:

«1.      Η μεταφορά του αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου [βοηθήματος] ή επανεξέτασης εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Εάν οι μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος εκτελούνται με ελεγχόμενη αναχώρηση ή με συνοδεία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εκτελούνται λαμβάνοντας υπόψη τον ανθρώπινο παράγοντα και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

[...]

2.      Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλάκισης του ενδιαφερομένου ή σε 18 μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει.

[...]

4.      Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει ενιαίους όρους για τη διαβούλευση και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση αναβολής ή καθυστέρησης μεταφορών, μεταφορών κατόπιν αυτόματης αποδοχής, μεταφορών ανήλικου ή εξαρτώμενων προσώπων και ελεγχόμενων μεταφορών. [...]»

 Ο εκτελεστικός κανονισμός

15      Ο κανονισμός (ΕΚ) 1560/2003 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 (ΕΕ 2003, L 222, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 118/2014 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 39, σ. 1) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), περιέχει τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού Δουβλίνο II και, πλέον, αυτά του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

16      Το κεφάλαιο III του εκτελεστικού κανονισμού, με τίτλο «Μεταγωγή», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Αναβολή της μεταγωγής και καθυστερημένες μεταγωγές» και το οποίο προβλέπει τα εξής:

«1.      Το υπεύθυνο κράτος μέλος ενημερώνεται πάραυτα για κάθε αναβολή μεταγωγής που οφείλεται είτε σε ένδικο [βοήθημα] είτε σε αναθεώρηση που έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα είτε σε φυσικούς λόγους όπως η υγεία του αιτούντος άσυλο, η μη ύπαρξη μεταφορικού μέσου ή το γεγονός ότι ο αιτών άσυλο διέφυγε της εκτέλεσης της μεταγωγής.

1α.      Όταν μεταφορά καθυστερεί κατόπιν αιτήσεως του κράτους μέλους που προβαίνει στη μεταφορά, το κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά και το υπεύθυνο κράτος μέλος πρέπει να έρθουν εκ νέου σε επαφή, ώστε να καταστεί δυνατή η διοργάνωση νέας μεταφοράς το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με το άρθρο 8, και το αργότερο εντός δύο εβδομάδων από τη στιγμή που οι αρχές διαπιστώσουν ότι έπαυσαν να υπάρχουν οι λόγοι που προκάλεσαν καθυστέρηση ή αναβολή. Στην περίπτωση αυτή, πριν από τη μεταφορά, αποστέλλεται ένα επικαιροποιημένο τυποποιημένο έντυπο για τη διαβίβαση των στοιχείων πριν από την εκτέλεση της μεταφοράς όπως ορίζεται στο παράρτημα VI.

2.      Αποτελεί υποχρέωση του κράτους μέλους που, για ένα από τους λόγους που αναγράφονται στο άρθρο 29, παράγραφος 2 του [κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ], δεν μπορεί να προβεί στην εκτέλεση της μεταφοράς εντός της κανονικής προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία αποδοχής του αιτήματος αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του εν λόγω προσώπου ή από την έκδοση οριστικής απόφασης επί ενδίκου [βοηθήματος] ή επανεξέτασης εφόσον υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, να ενημερώσει το υπεύθυνο κράτος μέλος πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Διαφορετικά, η ευθύνη για τη διεκπεραίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας και των άλλων υποχρεώσεων που απορρέουν από τον [κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ] ανήκει στο κράτος μέλος που υποβάλλει το αίτημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

[...]»

 Η οδηγία περί αναγνωρίσεως

17      Το κεφάλαιο VII της οδηγίας 2011/95/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9, στο εξής: οδηγία περί αναγνωρίσεως) που περιλαμβάνει τα άρθρα 20 έως 35, καθορίζει το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας.

18      Το άρθρο 34 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, που φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης», προβλέπει τα εξής:

«Προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην κοινωνία, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την πρόσβαση σε προγράμματα ένταξης τα οποία θεωρούν κατάλληλα για να λάβουν υπόψη τις ειδικές ανάγκες των δικαιούχων καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος επικουρικής προστασίας ή δημιουργούν προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε παρόμοια προγράμματα.»

 Η οδηγία περί υποδοχής

19      Η οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96, στο εξής: οδηγία περί υποδοχής), προβλέπει στο άρθρο της 5 το οποίο επιγράφεται «Ενημέρωση» τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τους αιτούντες, μέσα σε εύλογη προθεσμία η οποία δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την υποβολή της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας, τουλάχιστον για τις τυχόν παροχές που προβλέπονται και για τις υποχρεώσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής.

[...]

2.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η κατά την παράγραφο 1 ενημέρωση παρέχεται γραπτώς και σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο αιτών. Κατά περίπτωση, η ενημέρωση αυτή μπορεί να παρέχεται και προφορικώς.»

20      Το άρθρο 7 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαμονή και ελευθερία κυκλοφορίας», ορίζει τα εξής:

«1.       Οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή στην περιοχή την οποία τους ορίζει αυτό το κράτος μέλος. Η οριζόμενη περιοχή δεν θίγει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και αφήνει αρκετά περιθώρια για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε όλα τα πλεονεκτήματα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν σχετικά με τη διαμονή του αιτούντος, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, δημόσιας τάξης ή, όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησής του/της για παροχή διεθνούς προστασίας.

3.      Τα κράτη μέλη μπορούν να συνδέουν την παροχή των υλικών συνθηκών υποδοχής με την πραγματική διαμονή των αιτούντων σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο καθορίζουν τα κράτη μέλη. Η σχετική απόφαση, η οποία μπορεί να είναι γενικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται σε ατομική βάση και θεσπίζεται από το εθνικό δίκαιο.

4.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν τη δυνατότητα να παρέχεται στους αιτούντες προσωρινή άδεια απομάκρυνσης από τον τόπο διαμονής που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 ή/και την οριζόμενη περιοχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε ατομική, αμερόληπτη και αντικειμενική βάση και πρέπει να αιτιολογούνται όταν είναι απορριπτικές.

Ο αιτών δεν χρειάζεται να ζητεί άδεια προκειμένου να παρουσιασθεί στις αρχές ή να παρουσιασθεί ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον η παρουσία του είναι αναγκαία.

5.      Τα κράτη μέλη ζητούν από τους αιτούντες να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τη διεύθυνσή τους και να τους κοινοποιούν οποιαδήποτε μεταβολή της διεύθυνσης αυτής, το συντομότερο δυνατόν.»

 Το γερμανικό δίκαιο

21      Το άρθρο 60a του Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet (νόμου περί διαμονής, απασχολήσεως και κοινωνικής εντάξεως των αλλοδαπών στο ομοσπονδιακό έδαφος, στο εξής: Aufenthaltsgesetz), όπως τροποποιήθηκε, με ισχύ από τις 6 Αυγούστου 2016, με τον Integrationsgesetz (νόμο περί κοινωνικής εντάξεως) της 31ης Ιουλίου 2016 (BGBl. 2016 I, σ. 1939, στο εξής: Integrationsgesetz), επιγράφεται «Προσωρινή αναστολή της απομακρύνσεως (ανοχή)» και ορίζει, στην παράγραφό του 2, τα εξής:

«Η απομάκρυνση του αλλοδαπού αναστέλλεται καθ’ όσον χρόνο είναι αδύνατη για πραγματικούς ή νομικούς λόγους και δεν χορηγείται εν τω μεταξύ άδεια διαμονής. [...] Ο αλλοδαπός μπορεί να λάβει ειδικό δελτίο υπό ανοχή διαμονής (Duldung) (στο εξής: ειδικό δελτίο υπό ανοχή διαμονής), όταν συντρέχουν επιτακτικοί ανθρωπιστικοί ή προσωπικοί λόγοι ή όταν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την εξακολούθηση της προσωρινής παρουσίας του στο ομοσπονδιακό έδαφος. Ειδικό δελτίο υπό ανοχή διαμονής για επιτακτικούς προσωπικούς λόγους, κατά την έννοια της τρίτης περιόδου, χορηγείται εφόσον ο αλλοδαπός ξεκινά ή έχει ήδη ξεκινήσει στη Γερμανία ειδική επαγγελματική κατάρτιση σε κρατικά αναγνωριζόμενο ή κατά παρόμοιο τρόπο ρυθμιζόμενο επάγγελμα, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 6 και δεν επίκειται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την παύση της διαμονής. Στις περιπτώσεις που ορίζει η τέταρτη περίοδος, το ειδικό δελτίο υπό ανοχή διαμονής χορηγείται για τη χρονική διάρκεια της επαγγελματικής καταρτίσεως που προσδιορίζεται στη σχετική σύμβαση. [...]»

22      Το άρθρο 29 του Asylgesetz (νόμου περί ασύλου), όπως τροποποιήθηκε, με ισχύ από τις 6 Αυγούστου 2016, με τον Integrationsgesetz (στο εξής: ΑsylG), φέρει τον τίτλο «Απαράδεκτες αιτήσεις» και προβλέπει τα εξής:

«(1)      Η αίτηση ασύλου είναι απαράδεκτη όταν

1.      υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως ασύλου είναι άλλο κράτος μέλος

a)      βάσει του [κανονισμού Δουβλίνο III], ή

b)      βάσει άλλων κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή βάσει διεθνούς συμφωνίας

[...]»

23      Το άρθρο 31 του AsylG, με τίτλο «Απόφαση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μεταναστεύσεως και Προσφύγων επί των αιτήσεων ασύλου», ορίζει, στην παράγραφο 3, τα εξής:

«Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 και σε αποφάσεις επί απαράδεκτων αιτήσεων ασύλου πρέπει να διαπιστώνεται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 60, παράγραφος 5 ή 7, του Aufenthaltsgesetz. Τούτο εντούτοις δεν είναι αναγκαίο όταν ο αλλοδαπός αναγνωρίζεται ως δικαιούχος ασύλου ή του χορηγείται δικαίωμα διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 2.»

24      Το άρθρο 34a του AsylG, με τίτλο «Διαταγή απομακρύνσεως», προβλέπει τα εξής:

«(1)      Εάν ο αλλοδαπός πρέπει να απομακρυνθεί σε ασφαλές τρίτο κράτος (άρθρο 26a) ή σε κράτος υπεύθυνο για την εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου (άρθρο 29, παράγραφος 1, αριθ. 1), η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μεταναστεύσεως και Προσφύγων διατάσσει την απομάκρυνση προς το κράτος αυτό, μόλις διαπιστωθεί ότι αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί. Το ίδιο ισχύει και όταν ο αλλοδαπός έχει υποβάλει την αίτηση ασύλου σε άλλο κράτος, το οποίο είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου βάσει διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνούς συμβάσεως, ή όταν έχει ανακαλέσει την αίτησή του πριν εκδοθεί σχετική απόφαση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μεταναστεύσεως και Προσφύγων. Δεν απαιτείται προηγούμενη ειδοποίηση και καθορισμός προθεσμίας. Εάν δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή απομακρύνσεως σύμφωνα με την πρώτη ή τη δεύτερη περίοδο, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μεταναστεύσεως και Προσφύγων γνωστοποιεί την επικείμενη απομάκρυνση στο οικείο κράτος.

(2)      Οι αιτήσεις κατά της διαταγής απομακρύνσεως δυνάμει του άρθρου 80, παράγραφος 5, του κώδικα διοικητικής δικονομίας πρέπει να υποβάλλονται εντός μίας εβδομάδας από την κοινοποίησή της. Εάν η αίτηση υποβληθεί εμπρόθεσμα, η απομάκρυνση αποκλείεται πριν από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως. […]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

25      Ο Α. Jawo γεννήθηκε, κατά δήλωσή του, στις 23 Οκτωβρίου 1992 και είναι υπήκοος Γκάμπιας.

26      Αφού εγκατέλειψε την Γκάμπια στις 5 Οκτωβρίου 2012, ο Α. Jawo μετέβη διά θαλάσσης στην Ιταλία, από όπου συνέχισε το ταξίδι του προς τη Γερμανία. Στις 23 Δεκεμβρίου 2014 υπέβαλε αίτηση ασύλου στο εν λόγω κράτος μέλος.

27      Δεδομένου ότι ο Α. Jawo είχε ήδη υποβάλει, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Eurodac, αίτηση ασύλου στην Ιταλία, το Bundesamt für Migration und Flüchtlinge (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μεταναστεύσεως και Προσφύγων, Γερμανία) (στο εξής: υπηρεσία μεταναστεύσεως) ζήτησε, στις 26 Ιανουαρίου 2015, από τις ιταλικές αρχές την εκ νέου ανάληψη του ενδιαφερομένου. Οι εν λόγω αρχές δεν απάντησαν στο αίτημα αυτό.

28      Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2015, η υπηρεσία μεταναστεύσεως αφενός μεν απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως ασύλου του Α. Jawo ως απαράδεκτη και, αφετέρου, διέταξε την απομάκρυνσή του προς την Ιταλία.

29      Στις 4 Μαρτίου 2015 ο Α. Jawo άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής και, στις 12 Μαρτίου 2015, υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων. Με διάταξη της 30ής Απριλίου 2015, το Verwaltungsgericht Karlsruhe (διοικητικό πρωτοδικείο Καρλσρούης, Γερμανία), αρχικώς, απέρριψε την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι είχε υποβληθεί εκπροθέσμως.

30      Στις 8 Ιουνίου 2015 ο Α. Jawo έπρεπε να μεταφερθεί στην Ιταλία. Εντούτοις, η μεταφορά αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, διότι ο Α. Jawo δεν ήταν παρών στο κέντρο συλλογικής φιλοξενίας στη Χαϊδελβέργη (Γερμανία) όπου διέμενε. Ερωτηθείσα σχετικώς από τη Regierungspräsidium Karlsruhe (νομαρχία Καρλσρούης), η αρμόδια για τις επείγουσες ανάγκες στεγάσεως υπηρεσία μεταναστεύσεως του Δήμου της Χαϊδελβέργης απάντησε, στις 16 Ιουνίου 2015, ότι, σύμφωνα με τον υπεύθυνο για την επιστασία του εν λόγω κέντρου, ο Α. Jawo βρισκόταν ήδη επί μακρό χρονικό διάστημα στο εν λόγω κέντρο φιλοξενίας.

31      Με έντυπο της 16ης Ιουνίου 2015, η υπηρεσία μεταναστεύσεως ενημέρωσε τις ιταλικές αρχές ότι, κατά πληροφορίες που είχαν ληφθεί αυθημερόν, δεν ήταν επί του παρόντος δυνατή η μεταφορά του Α. Jawo για τον λόγο ότι αυτός είχε διαφύγει. Επί του εντύπου αυτού, αναγραφόταν επίσης ότι η μεταφορά του ενδιαφερομένου θα επραγματοποιείτο το αργότερο στις 10 Αυγούστου 2016, «σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του [κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ]».

32      Δεν αμφισβητείται ότι, κατά την ημερομηνία κοινοποιήσεως του εντύπου στις ιταλικές αρχές, ο Α. Jawo είχε επιστρέψει στη Χαϊδελβέργη, πλην όμως η εν λόγω πληροφορία δεν είχε περιέλθει στην υπηρεσία μεταναστεύσεως. Εντούτοις, δεν είναι αποδεδειγμένο ότι, κατά τον ακριβή χρόνο επιστροφής του Α. Jawo στη Χαϊδελβέργη, η υπηρεσία μεταναστεύσεως είχε ήδη αποστείλει το έντυπο αυτό στις ιταλικές αρχές.

33      Ο Α. Jawo δήλωσε, ως προς την απουσία του, ότι στις αρχές του Ιουνίου 2015 επισκέφθηκε φίλο του που ζει στο Freiberg am Neckar (Γερμανία). Αφού έλαβε τηλεφώνημα από τον συγκάτοικό του στη Χαϊδελβέργη, ο οποίος τον ειδοποίησε ότι τον αναζητά η αστυνομία, αποφάσισε να επιστρέψει στη Χαϊδελβέργη. Εντούτοις, δεδομένου ότι δεν διέθετε το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για να πληρώσει το ταξίδι της επιστροφής, χρειάστηκε, πρώτα, να δανειστεί το ποσό αυτό. Όταν επέστρεψε στη Χαϊδελβέργη, μετέβη στο Sozialamt (υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας), για να πληροφορηθεί αν το δωμάτιό του ήταν ακόμη στη διάθεσή του, πράγμα που του επιβεβαίωσε η εν λόγω υπηρεσία.

34      Ο Α. Jawo δήλωσε, εξάλλου, ότι ουδείς του είχε υποδείξει ότι έπρεπε να έχει ενημερώσει για την απουσία του.

35      Στις 3 Φεβρουαρίου 2016 μια δεύτερη απόπειρα μεταφοράς απέτυχε, διότι ο Α. Jawo αρνήθηκε να επιβιβασθεί στο αεροπλάνο που επρόκειτο να πραγματοποιήσει τη μεταφορά του.

36      Επιληφθέν νέας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, το Verwaltungsgericht Karlsruhe (διοικητικό πρωτοδικείο Καρλσρούης), έκρινε, με διάταξη της 18ης Φεβρουαρίου 2016, ότι η προσφυγή που είχε ασκήσει ο Α. Jawo στις 4 Μαρτίου 2015 έπρεπε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

37      Με απόφαση της 6ης Ιουνίου 2016, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή.

38      Στο πλαίσιο της εφέσεως που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (διοικητικού εφετείου του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βιρτεμβέργης, Γερμανία), ο Α. Jawo υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε διαφύγει τον Ιούνιο του 2015 και ότι η υπηρεσία μεταναστεύσεως δεν μπορούσε νομίμως να παρατείνει την προθεσμία μεταφοράς. Περαιτέρω, η μεταφορά του στην Ιταλία ήταν παράνομη και για τον λόγο ότι, στο εν λόγω κράτος μέλος, υπάρχουν συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

39      Κατά τη διάρκεια της κατ’ έφεση δίκης, η υπηρεσία μεταναστεύσεως πληροφορήθηκε ότι είχε χορηγηθεί στον εκκαλούντα, στην Ιταλία, εθνικός τίτλος διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, διάρκειας ενός έτους, του οποίου η ισχύς είχε λήξει στις 9 Μαΐου 2015. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, εντούτοις, ότι η χορήγηση αυτού του τίτλου διαμονής δεν είχε ως συνέπεια να καταστήσει ανεφάρμοστο τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ, δεδομένου ότι ο εν λόγω τίτλος δεν παρείχε στον Α. Jawo διεθνή προστασία κατά την έννοια της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.

40      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει, κατ’ αρχάς, να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν στις 16 Ιουνίου 2015, ήτοι κατά την ημερομηνία της κοινοποιήσεως εκ μέρους της υπηρεσίας μεταναστεύσεως στο ιταλικό Υπουργείο Εσωτερικών, ο εκκαλών είχε «διαφύγει», κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο III.

41      Στο πλαίσιο αυτό, εκθέτει ότι η εξάμηνη προθεσμία μεταφοράς που προβλέπεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού είχε ήδη λήξει κατά την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως του Verwaltungsgericht Karlsruhe (διοικητικού πρωτοδικείου Καρλσρούης) της 18ης Φεβρουαρίου 2016 με την οποία κρίθηκε ότι η προσφυγή που είχε ασκήσει ο Α. Jawo έπρεπε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, οπότε η διάταξη αυτή δεν μπορούσε πλέον να παρατείνει ή να διακόψει την προθεσμία αυτήν.

42      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, αν πρέπει να στηριχθεί στον ορισμό της εννοίας του «κινδύνου διαφυγής» του άρθρου 2, στοιχείο ιδʹ, του κανονισμού Δουβλίνο III, το οποίο, στη γερμανική γλώσσα, κάνει λόγο περί της εικασίας ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί «να διαφύγει» τη διαδικασία μεταφοράς, τότε πρέπει να θεωρήσει ότι στην έννοια αυτή εμπίπτει μόνο μια σκόπιμη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, προκειμένου να αποφύγει τη μεταφορά. Εντούτοις, φρονεί ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι αρκεί, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, η αρμόδια αρχή να μην είχε γνώση του τόπου διαμονής του ενδιαφερομένου κατά την ημερομηνία της απόπειρας μεταφοράς και κατά τον χρόνο κατά τον οποίον ενημέρωσε σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως. Συγκεκριμένα, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η διάταξη αυτή σκοπεί στην επιβολή κυρώσεων λόγω επιλήψιμης συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου. Η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος προσδιορισμού του υπευθύνου κράτους μέλους που διαμόρφωσε ο νομοθέτης της Ένωσης (στο εξής: σύστημα του Δουβλίνου), το οποίο θα μπορούσε να διαταραχθεί σημαντικά αν εμποδίζονταν οι μεταφορές για λόγους εκτός της σφαίρας ευθύνης του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα. Επιπλέον, θα μπορούσε να είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι απομακρύνθηκαν από τον τόπο διαμονής τους με σκοπό να εμποδίσουν τη μεταφορά τους.

43      Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρατείνεται η εξάμηνη προθεσμία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, σε περίπτωση διαφυγής. Επισημαίνει, συναφώς, ότι, μολονότι από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να συμφωνήσουν για το θέμα αυτό, εντούτοις η διατύπωση αυτή θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει έρεισμα για μια ερμηνεία σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα θα μπορούσε να αποφασίσει μονομερώς την παράταση αυτή της προθεσμίας, ενημερώνοντας το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, πριν από τη λήξη της αρχικής εξάμηνης προθεσμίας, περί του ότι δεν θα είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί η μεταφορά εντός της προθεσμίας αυτής, αλλά εντός προθεσμίας την οποία το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα ορίζει στο πλαίσιο αυτό. Θα μπορούσε να προκριθεί η τελευταία αυτή ερμηνεία, η οποία εμπνέεται από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας μεταφοράς.

44      Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, για την εκτίμηση της νομιμότητας της μεταφοράς, πρέπει να λάβει υπόψη τις μελλοντικές συνθήκες διαβιώσεως του εκκαλούντος στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, στην περίπτωση κατά την οποία η αίτησή του διεθνούς προστασίας γίνει δεκτή σε αυτό, ιδίως την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 4 του Χάρτη.

45      Το δικαστήριο αυτό εκτιμά, συναφώς, ότι η εξέταση της υπάρξεως συστημικών ελλείψεων κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής που επικρατούν κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, αλλά ότι θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η μεταγενέστερη κατάσταση. Συνεπώς, η εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών υποδοχής κατά την εν λόγω διαδικασία δεν είναι επαρκής, αν ο ενδιαφερόμενος, αφού του χορηγηθεί διεθνής προστασία, διατρέχει τον κίνδυνο να αντιμετωπίσει μια κατάσταση ένδειας. Η υποχρέωση διενέργειας τέτοιας συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως του αιτούντος πριν από τη μεταφορά του αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα του συστήματος του Δουβλίνου, το οποίο απαγορεύει στα άτομα που ζητούν προστασία να επιλέγουν ελεύθερα τη χώρα ασύλου. Εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

46      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, εξάλλου, ότι, βεβαίως, η οδηγία περί αναγνωρίσεως προβλέπει, κατά γενικό κανόνα, μόνον την ίση μεταχείριση με τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους. Μια τέτοια «εθνική μεταχείριση» θα μπορούσε, ωστόσο, να μην επαρκεί για τη διασφάλιση της αξιοπρέπειας των προσώπων στα οποία έχει παρασχεθεί διεθνής προστασία, δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά είναι, κατά κανόνα, ευάλωτοι και ξεριζωμένοι άνθρωποι και δεδομένου ότι δεν είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα που το κράτος μέλος υποδοχής τους εξασφαλίζει. Προκειμένου τα πρόσωπα αυτά να τύχουν επιπέδου συγκρίσιμου με εκείνο των υπηκόων του εν λόγω κράτους μέλους και να ασκήσουν αποτελεσματικά τα εν λόγω δικαιώματα, το άρθρο 34 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την αποτελεσματική πρόσβαση των εν λόγω προσώπων στα προγράμματα κοινωνικής εντάξεως, τα οποία επιτελούν μια ειδική αντισταθμιστική λειτουργία. Η εν λόγω διάταξη συνιστά μια ελάχιστη απαίτηση, καθώς και τη δικαιολογητική βάση του συστήματος του Δουβλίνου.

47      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην έκθεση ελβετικού οργανισμού βοήθειας στους πρόσφυγες με τίτλο «Συνθήκες υποδοχής στην Ιταλία», που παρουσιάστηκε τον Αύγουστο του 2016, η οποία περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος διατρέχουν τον κίνδυνο να ζήσουν στο περιθώριο της κοινωνίας, άστεγοι και σε κατάσταση ένδειας. Συμφώνως προς την εν λόγω έκθεση, η ανεπαρκής ανάπτυξη του κοινωνικού συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους, όσον αφορά τον ιταλικό πληθυσμό, αντισταθμίζεται από την αλληλεγγύη της οικογενείας, η οποία ελλείπει όσον αφορά τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας. Η εν λόγω έκθεση κάνει λόγο, περαιτέρω, για πλήρη σχεδόν ανυπαρξία, στην Ιταλία, προγραμμάτων εντάξεως με αντισταθμιστικό χαρακτήρα και, μεταξύ άλλων, για το γεγονός ότι η πρόσβαση στα απαραίτητα μαθήματα γλώσσας επαφίεται τελείως στην τύχη. Τέλος, από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης αυξήσεως του αριθμού των προσφύγων κατά τα τελευταία έτη, οι σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες του κρατικού κοινωνικού συστήματος δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και τις Εκκλησίες.

48      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (διοικητικό εφετείο του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βιρτεμβέργης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Διαφεύγει ο αιτών άσυλο, κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού [Δουβλίνο ΙΙΙ], μόνον όταν αποφεύγει σκόπιμα και συνειδητά να παρουσιασθεί στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση της μεταφοράς προκειμένου να ματαιώσει ή να δυσχεράνει τη μεταφορά, ή αρκεί να μη διαμένει πλέον επί σχετικώς μακρά περίοδο στην κατοικία που του έχει παραχωρηθεί και να μην έχει ενημερώσει τις αρχές σχετικά με τον τόπο διαμονής του με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτέλεση προγραμματισμένης μεταφοράς;

Μπορεί ο ενδιαφερόμενος να επικαλεσθεί την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και να προβάλει, στο πλαίσιο διαδικασίας κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς, την ένσταση ότι η εξάμηνη προθεσμία μεταφοράς έχει εκπνεύσει, διότι αυτός δεν διέφευγε;

2)      Αρκεί για την παράταση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού [Δουβλίνο ΙΙΙ] το ότι το κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά ενημερώνει το υπεύθυνο κράτος μέλος, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, ότι ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει και ορίζει συγχρόνως συγκεκριμένη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 18 μήνες, εντός της οποίας θα πραγματοποιηθεί η μεταφορά, ή είναι δυνατή η παράταση μόνον κατόπιν κοινής συμφωνίας των εμπλεκόμενων κρατών μελών για τον καθορισμό νέας προθεσμίας;

3)      Μήπως δεν επιτρέπεται η μεταφορά του αιτούντος άσυλο στο υπεύθυνο κράτος μέλος εάν ο αιτών, σε περίπτωση χορηγήσεως καθεστώτος διεθνούς προστασίας εντός του κράτους αυτού, θα διέτρεχε εκεί σοβαρό κίνδυνο, λαμβανομένων υπόψη των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως, να υποστεί μεταχείριση όπως αυτή που διαλαμβάνει το άρθρο 4 του [Χάρτη];

Εμπίπτει το ζήτημα αυτό στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης;

Ποια κριτήρια του δικαίου της Ένωσης πρέπει να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των συνθηκών διαβιώσεως προσώπου που έχει αναγνωρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας;»

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

49      Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, το ορισθέν τμήμα εξέτασε κατά πόσον ήταν αναγκαίο να υπαχθεί η υπό κρίση υπόθεση στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στις 24 Απριλίου 2017 το εν λόγω τμήμα αποφάσισε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να μην κάνει δεκτό το αίτημα αυτό.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

50      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει δύο σκέλη, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, αφενός, αν το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει διαφύγει, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι απαραίτητο αυτό να αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά του, ή αν, αντίθετα, αρκεί, συναφώς, ότι το πρόσωπο αυτό έχει εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί, χωρίς οι εν λόγω αρχές να έχουν ενημερωθεί για την απουσία του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της μεταφοράς αυτής.

51      Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 29, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι η προθεσμία μεταφοράς έληξε εκ του λόγου ότι αυτός δεν είχε διαφύγει.

52      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου αυτού ερωτήματος, επισημαίνεται ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο III προβλέπουν, κατά τη λήξη της αποκλειστικής εξάμηνης προθεσμίας, αυτοδίκαιη μεταφορά της ευθύνης για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα, εκτός εάν, κατ’ εξαίρεση, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο εκ του λόγου ότι η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλακίσεως του ενδιαφερομένου ή σε 18 μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει, περιπτώσεις στις οποίες η ευθύνη για την εξέταση της αιτήσεώς του μεταβιβάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό.

53      Όσον αφορά το ζήτημα υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αιτών «διαφεύγει», κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός αυτός δεν περιέχει διευκρινίσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

54      Πράγματι, ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ δεν περιέχει ορισμό της εννοίας της «διαφυγής» και καμία από τις διατάξεις του δεν διευκρινίζει ρητώς αν η έννοια αυτή προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε την πρόθεση να αποφύγει να τεθεί στη διάθεση των αρχών, προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά του.

55      Πάντως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την απαίτηση περί ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης συνάγεται ότι, όταν διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό μιας συγκεκριμένης εννοίας, η εν λόγω έννοια πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση βάσει όχι μόνον του γράμματος της οικείας διατάξεως, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται και του σκοπού της ρυθμίσεως της οποίας η εν λόγω διάταξη αποτελεί μέρος (απόφαση της 8ης Μαρτίου 2018, DOCERAM, C‑395/16, EU:C:2018:172, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Συναφώς, όπως προκύπτει από τη συνήθη έννοια του όρου «διαφυγή», ο οποίος χρησιμοποιείται στην πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ και ο οποίος προϋποθέτει τη βούληση του ενδιαφερομένου να αποφύγει κάποιον ή κάτι, ήτοι, στο παρόν πλαίσιο, τις αρμόδιες αρχές και, συνεπώς, τη μεταφορά του, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται κατ’ αρχήν μόνον όταν το εν λόγω πρόσωπο αποφεύγει σκόπιμα τις εν λόγω αρχές. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού αναφέρει εξάλλου, μεταξύ των πιθανών λόγων αναβολής της μεταφοράς, το γεγονός ότι «ο αιτών άσυλο διέφυγε της εκτέλεσης της μεταγωγής», πράγμα που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός βουλητικού στοιχείου. Ομοίως, το άρθρο 2, στοιχείο ιδʹ, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ ορίζει την έννοια του «κινδύνου διαφυγής» παραπέμποντας, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, όπως η απόδοση στη γερμανική γλώσσα, στην ανησυχία ότι ο ενδιαφερόμενος που υπόκειται σε διαδικασία μεταφοράς μπορεί «να διαφύγει».

57      Το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο III και οι επιδιωκόμενοι από τον κανονισμό αυτόν σκοποί αντιτίθενται, ωστόσο, σε ερμηνεία της διατάξεως αυτής υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η μεταφορά δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω του γεγονότος ότι ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής του, χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να αποδείξουν ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε όντως την πρόθεση να αποφύγει να τις αρχές αυτές προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά του.

58      Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, ο σκοπός του κανονισμού αυτού είναι η θέσπιση μιας σαφούς και πρακτικής μεθόδου που να βασίζεται σε αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, για τον ταχύ προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, προκειμένου να κατοχυρώνεται η πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες χορηγήσεως τέτοιας προστασίας και να μην διακυβεύεται ο σκοπός της ταχύτητας κατά την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

59      Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού της ταχύτητας, η εξάμηνη προθεσμία για την πραγματοποίηση της μεταφοράς που τάσσεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο III έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι ο ενδιαφερόμενος θα μεταφερθεί όντως το ταχύτερο δυνατόν στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του για την παροχή διεθνούς προστασίας, αφήνοντας ταυτοχρόνως, λαμβανομένων υπόψη της πρακτικής πολυπλοκότητας και των δυσχερειών στην οργάνωση που συνδέονται με την πραγματοποίηση της μεταφοράς του προσώπου αυτού, τον αναγκαίο χρόνο στα δύο ενδιαφερόμενα κράτη μέλη για να διαβουλευθούν για την πραγματοποίηση της μεταφοράς αυτής και, ειδικότερα, στο αιτούν κράτος μέλος να ρυθμίσει τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες της πραγματοποιήσεως της μεταφοράς (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2009, Petrosian, C‑19/08, EU:C:2009:41, σκέψη 40).

60      Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο III επιτρέπει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, την παράταση της εν λόγω εξάμηνης προθεσμίας, ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι είναι πρακτικώς αδύνατο για το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα να προβεί στη μεταφορά του ενδιαφερομένου λόγω της φυλακίσεως ή της διαφυγής αυτού.

61      Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών δυσκολιών που ενδέχεται να συναντήσουν οι αρμόδιες αρχές για να αποδείξουν τις προθέσεις του ενδιαφερομένου, το να απαιτείται μια τέτοια απόδειξη εκ μέρους τους θα παρείχε ενδεχομένως στους αιτούντες διεθνή προστασία που δεν επιθυμούν να μεταφερθούν στο κράτος μέλος το οποίο ορίζεται ως υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους από τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ τη δυνατότητα να αποφεύγουν να εμφανισθούν ενώπιον των αρχών του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα έως τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας, ούτως ώστε την ευθύνη της εξετάσεως αυτής να φέρει το τελευταίο αυτό κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού αυτού.

62      Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος του Δουβλίνου και η επίτευξη των σκοπών του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν η μεταφορά του ενδιαφερόμενου δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω του γεγονότος ότι αυτός έχει εγκαταλείψει τον τόπο διαμονής που του υποδείχθηκε, χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την απουσία του, οι τελευταίες μπορούν νομίμως να εικάσουν ότι το πρόσωπο αυτό είχε την πρόθεση να αποφύγει να παρουσιασθεί ενώπιον των αρχών αυτών με σκοπό να ματαιώσει τη μεταφορά του, υπό την προϋπόθεση, εντούτοις, ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε δεόντως ενημερωθεί σχετικά με τις υποχρεώσεις που υπέχει συναφώς.

63      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί υποδοχής, τα κράτη μέλη, όπως φαίνεται να έχει όντως πράξει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα των αιτούντων άσυλο να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους και να απαιτούν από αυτούς τη λήψη προηγούμενης διοικητικής άδειας για να εγκαταλείψουν τον τόπο αυτόν. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους αιτούντες να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τη διεύθυνσή τους και να κοινοποιούν σε αυτές οποιαδήποτε μεταβολή της διευθύνσεως αυτής, το συντομότερο δυνατόν.

64      Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας περί υποδοχής, τα κράτη μέλη οφείλουν να ενημερώνουν τους αιτούντες για τις εν λόγω υποχρεώσεις. Πράγματι, δεν μπορεί να προσαφθεί σε κάποιον αιτούντα ότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής που του υποδείχθηκε, χωρίς να έχει ενημερώσει σχετικώς τις αρμόδιες αρχές και, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, χωρίς να έχει ζητήσει από αυτές προηγούμενη άδεια, εάν ο αιτών αυτός δεν είχε ενημερωθεί για τις εν λόγω υποχρεώσεις. Εναπόκειται, εν προκειμένω, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι ο εκκαλών της κύριας δίκης είχε πράγματι ενημερωθεί για τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

65      Επιπλέον, στο μέτρο που δεν μπορεί να αποκλειστεί η συνδρομή βάσιμων λόγων που δικαιολογούν την παράλειψη του αιτούντος να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές περί της απουσίας του, αυτός πρέπει να διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι δεν είχε την πρόθεση να αποφύγει τις εν λόγω αρχές.

66      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί αν, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, υποστηρίζοντας ότι η προθεσμία μεταφοράς είχε λήξει για τον λόγο ότι δεν είχε διαφύγει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2017, Shiri (C‑201/16, EU:C:2017:805), η οποία εκδόθηκε μετά την υποβολή της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, στο σκέλος αυτό προσήκει καταφατική απάντηση.

67      Πράγματι, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περί μεταφοράς έχει ληφθεί κατόπιν ορθής εφαρμογής των διαδικασιών αναδοχής και εκ νέου αναλήψεως που καθιερώνει ο κανονισμός Δουβλίνο III, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά αποφάσεως περί μεταφοράς πρέπει να είναι σε θέση να εξετάσει τους ισχυρισμούς του αιτούντος διεθνή προστασία με τους οποίους προβάλλεται ότι η εν λόγω απόφαση ελήφθη κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, καθόσον το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα είχε ήδη καταστεί το υπεύθυνο κράτος μέλος κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως λόγω της προηγηθείσας παρελεύσεως της εξάμηνης προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2017, Shiri, C‑201/16, EU:C:2017:805, σκέψη 40).

68      Αφετέρου, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, του μνημονευόμενου στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού Δουβλίνο III σκοπού της εγγυήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη, αποτελεσματικής προστασίας των ενδιαφερόμενων καθώς και του μνημονευόμενου στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού αυτού σκοπού της διασφαλίσεως του ταχέος προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, προς το συμφέρον τόσο των αιτούντων την προστασία αυτή όσο και της γενικής καλής λειτουργίας του συστήματος του Δουβλίνου, ο αιτών πρέπει να έχει στη διάθεσή του αποτελεσματικό και ταχύ ένδικο βοήθημα που να του παρέχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί την επελθούσα μετά την έκδοση της αποφάσεως περί μεταφοράς παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2017, Shiri, C‑201/16, EU:C:2017:805, σκέψεις 44 και 46).

69      Το δικαίωμα που φαίνεται να αναγνωρίζει η γερμανική ρύθμιση, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου από το αιτούν δικαστήριο, σε αιτούντα που ευρίσκεται στην κατάσταση του Α. Jawo, να επικαλεσθεί περιστάσεις μεταγενέστερες της εκδόσεως της αποφάσεως περί μεταφοράς του, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής, ανταποκρίνεται στην εν λόγω υποχρέωση προβλέψεως αποτελεσματικού και ταχέος ενδίκου βοηθήματος (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2017, Shiri, C‑201/16, EU:C:2017:805, σκέψη 46).

70      Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η εξής απάντηση:

–        Το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αιτών «διαφεύγει», κατ’ ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής, όταν αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες για τη μεταφορά του εθνικές αρχές προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά αυτή. Μπορεί να θεωρηθεί ότι τούτο συμβαίνει, όταν η μεταφορά αυτή δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών αυτός εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την απουσία του, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ενήμερος για τις υποχρεώσεις του συναφώς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ο εν λόγω αιτών διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η παράλειψή του να ενημερώσει τις αρχές αυτές για την απουσία του δικαιολογείται από βάσιμους λόγους και όχι από την πρόθεση να αποφύγει τις εν λόγω αρχές.

–        Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 29, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι, δεδομένου ότι δεν είχε διαφύγει, η εξάμηνη προθεσμία έχει λήξει.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

71      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να παραταθεί η προθεσμία μεταφοράς στους δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο, αρκεί το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα να ενημερώσει, πριν από τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας μεταφοράς, το υπεύθυνο κράτος μέλος για το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαφύγει και να ορίσει, ταυτοχρόνως, τη νέα προθεσμία μεταφοράς, ή εάν είναι απαραίτητο τα δύο αυτά κράτη μέλη να συμφωνήσουν για τη νέα αυτή προθεσμία.

72      Συναφώς, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ δεν προβλέπει, για την παράταση της προθεσμίας μεταφοράς στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά η εν λόγω διάταξη, καμία διαβούλευση μεταξύ του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα και του υπεύθυνου κράτους μέλους. Η διάταξη αυτή διαφέρει ως εκ τούτου από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι η μεταφορά πραγματοποιείται μετά από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

73      Εν συνεχεία, αν απαιτούνταν διαβούλευση και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο III τούτο θα καθιστούσε δυσχερή την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και θα μπορούσε να αναιρέσει εν μέρει την πρακτική της αποτελεσματικότητα. Πράγματι, η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων κρατών μελών, η οποία θα ήταν αναγκαία για να συμφωνηθεί η παράταση της προθεσμίας μεταφοράς, θα απαιτούσε να διατεθούν χρόνος και πόροι προς τούτο και δεν θα υφίστατο αποτελεσματικός μηχανισμός για την επίλυση των διαφορών σχετικά με το ζήτημα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας παρατάσεως. Εξάλλου, προκειμένου να αποκλεισθεί ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας, θα αρκούσε να επιδείξει αδράνεια το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.

74      Τέλος, επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 4, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, η Επιτροπή καθορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, ενιαίους όρους για τη διαβούλευση και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση αναβολής ή καθυστερήσεως μεταφορών. Πάντως, το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού ορίζει ότι αποτελεί υποχρέωση του κράτους μέλους το οποίο, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 29, παράγραφος 2, δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη μεταφορά εντός της κανονικής εξάμηνης προθεσμίας να ενημερώσει το υπεύθυνο κράτος μέλος πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, χωρίς να προβλέπει υποχρέωση διαβουλεύσεως ως προς τούτο.

75      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να παραταθεί η προθεσμία μεταφοράς στους δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο, αρκεί το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα να ενημερώσει, πριν από τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας μεταφοράς, το υπεύθυνο κράτος μέλος για το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαφύγει και να ορίσει, ταυτοχρόνως, τη νέα προθεσμία μεταφοράς.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

76      Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στη μεταφορά αιτούντος διεθνή προστασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, προς το κράτος μέλος το οποίο, βάσει του εν λόγω κανονισμού, είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία, εάν, στην περίπτωση χορηγήσεως τέτοιας προστασίας εντός του κράτους μέλους αυτού, ο εν λόγω αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Το δικαστήριο αυτό διερωτάται, εξάλλου, εάν το εν λόγω ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, ζητεί να διευκρινιστεί ποια είναι, στην περίπτωση αυτή, τα κριτήρια βάσει των οποίων το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εκτιμά τις συνθήκες διαβιώσεως ενός προσώπου στο οποίο έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία.

77      Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι η απόφαση ενός κράτους μέλους περί μεταφοράς ενός αιτούντος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 του κανονισμού Δουβλίνο III προς το κράτος μέλος το οποίο, συμφώνως προς τον κανονισμό αυτόν, είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας συνιστά στοιχείο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και, ως εκ τούτου, εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 68 και 69, καθώς και της 16ης Φεβρουαρίου 2017, C. K. κ.λπ., C‑578/16 PPU, EU:C:2017:127, σκέψεις 53 και 54).

78      Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι οι διατάξεις του κανονισμού Δουβλίνο III πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και, ιδίως, με το άρθρο του 4, το οποίο απαγορεύει, χωρίς να είναι δυνατή οποιαδήποτε παρέκκλιση, οποιαδήποτε μορφή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως και το οποίο έχει, ως εκ τούτου, θεμελιώδη σημασία και γενικό και απόλυτο χαρακτήρα καθόσον συνδέεται στενά με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Χάρτη (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 85 και 86, καθώς και της 16ης Φεβρουαρίου 2017, C. K. κ.λπ., C‑578/16 PPU, EU:C:2017:127, σκέψεις 59, 69 και 93).

79      Το τρίτο ερώτημα αποτελεί, κατά συνέπεια, ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

80      Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το δίκαιο της Ένωσης εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη, αναγνωρίζει δε ότι τα εν λόγω κράτη αποδέχονται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζει το άρθρο 2 ΣΕΕ. Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών ως προς την αναγνώριση των εν λόγω αξιών και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 35 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], καθώς και ως προς το γεγονός ότι οι αντίστοιχες εθνικές έννομες τάξεις τους είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, ιδίως στα άρθρα του 1 και 4, τα οποία κατοχυρώνουν μία από τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και των κρατών μελών της (πρβλ. απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 77 και 87).

81      Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών έχει θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστά δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από αυτά τα κράτη μέλη να δέχονται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 78, καθώς και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 36).

82      Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, και ιδίως του κανονισμού Δουβλίνο III, το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και το οποίο σκοπεί, μέσω του εξορθολογισμού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, στην ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων αυτών προς το συμφέρον τόσο των αιτούντων όσο και των μετεχόντων κρατών, πρέπει να τεκμαίρεται ότι η μεταχείριση των αιτούντων διεθνή προστασία σε κάθε κράτος μέλος είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του Χάρτη, της Συμβάσεως για το καθεστώς των προσφύγων, που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], καθώς και της ΕΣΔΑ (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 78 έως 80).

83      Δεν αποκλείεται, πάντως, το σύστημα αυτό να αντιμετωπίζει, στην πράξη, σοβαρές δυσλειτουργίες εντός ορισμένου κράτους μέλους, με αποτέλεσμα οι αιτούντες διεθνή προστασία να διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο, σε περίπτωση μεταφοράς σε αυτό το κράτος μέλος, να τύχουν μεταχειρίσεως αντίθετης προς τα θεμελιώδη δικαιώματά τους (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 81).

84      Υπό τις συνθήκες αυτές, η εφαρμογή ενός αμάχητου τεκμηρίου περί του ότι το κράτος μέλος το οποίο, βάσει του κανονισμού Δουβλίνο III, ορίζεται ως υπεύθυνο να εξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας θα σεβαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντος αντιβαίνει στην υποχρέωση ερμηνείας και εφαρμογής του κανονισμού αυτού κατά τρόπο σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 99, 100 και 105).

85      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, δυνάμει του άρθρου 4 του Χάρτη, τα κράτη μέλη, καθώς και τα εθνικά δικαστήρια, οφείλουν να μην προβούν στη μεταφορά ενός αιτούντος άσυλο προς το υπεύθυνο κράτος μέλος, κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο III, οσάκις είναι αδύνατο να μη γνωρίζουν ότι οι συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία χορηγήσεως ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στο κράτος μέλος αυτό αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους που πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 106).

86      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, το οποίο κωδικοποίησε τη νομολογία αυτή, διευκρινίζει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το προσδιορίζον κράτος μέλος καθίσταται το υπεύθυνο κράτος μέλος για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας αν διαπιστώσει, μετά την περαιτέρω εξέταση των κριτηρίων του κεφαλαίου III του κανονισμού αυτού, ότι είναι αδύνατη η μεταφορά του αιτούντος στο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά ή στο πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση.

87      Μολονότι στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III εμπίπτει μόνον η περίπτωση που αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N. S. κ.λπ. (C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865), ήτοι η περίπτωση κατά την οποία ο πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, απορρέει από συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων διεθνή προστασία στο κράτος μέλος το οποίο, βάσει του κανονισμού αυτού, ορίζεται ως υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως, εντούτοις από τις σκέψεις 83 και 84 της παρούσας αποφάσεως καθώς και από τον γενικό και απόλυτο χαρακτήρα της απαγορεύσεως που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 4 συνάγεται ότι η μεταφορά ενός αιτούντος στο κράτος μέλος αυτό αποκλείεται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι οι οποίοι πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει έναν τέτοιο κίνδυνο κατά τη μεταφορά του ή κατόπιν αυτής.

88      Ως εκ τούτου, είναι αδιάφορο, για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 4, το εάν ο ενδιαφερόμενος θα διατρέξει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά τον χρόνο της μεταφοράς καθεαυτήν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου ή μετά το πέρας αυτής, λόγω της μεταφοράς του στο υπεύθυνο κράτος μέλος κατά την έννοια του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

89      Πράγματι, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου και η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ερείδονται επί της βεβαιότητας ότι η εφαρμογή του συστήματος αυτού δεν συνεπάγεται, σε κανένα στάδιο και υπό οποιαδήποτε μορφή, σοβαρό κίνδυνο παραβάσεων του άρθρου 4 του Χάρτη. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν αντιφατικό η ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου κατά το στάδιο της διαδικασίας ασύλου να εμποδίζει τη μεταφορά, ενώ ο ίδιος κίνδυνος να γίνεται ανεκτός, όταν η εν λόγω διαδικασία έχει ολοκληρωθεί με την αναγνώριση διεθνούς προστασίας.

90      Συναφώς, οσάκις το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά αποφάσεως περί μεταφοράς διαθέτει στοιχεία που προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να εκτιμήσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων και υπό το πρίσμα του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, εάν όντως υφίστανται είτε συστημικές είτε γενικευμένες ελλείψεις, είτε ελλείψεις που επηρεάζουν ορισμένες ομάδες προσώπων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 89).

91      Όσον αφορά, τρίτον, το ερώτημα ποια είναι τα κριτήρια υπό το πρίσμα των οποίων οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να προβούν στην εκτίμηση αυτή, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι, προκειμένου να εμπίπτουν στο άρθρο 4 του Χάρτη, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και του οποίου η έννοια και η εμβέλεια είναι επομένως, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, ίδιες με εκείνες που τους προσδίδει η Σύμβαση αυτή, οι αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως ελλείψεις πρέπει να έχουν έναν ιδιαιτέρως αυξημένο βαθμό σοβαρότητας, ο οποίος εξαρτάται από το σύνολο των δεδομένων της υπό εξέταση υποθέσεως (βλ. ΕΔΔΑ, 21 Ιανουαρίου 2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδος, CE:ECHR:2011:0121JUD003069609, σκέψη 254).

92      Αυτός ο ιδιαιτέρως αυξημένος βαθμός σοβαρότητας υπάρχει όταν η αδιαφορία των αρχών ενός κράτους μέλους θα είχε ως συνέπεια να περιέλθει ένα πρόσωπο το οποίο είναι απολύτως εξαρτημένο από την κρατική αρωγή, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως, η οποία θα τον εμπόδιζε να αντιμετωπίσει τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες του, όπως είναι μεταξύ άλλων η τροφή, η προσωπική καθαριότητα και η στέγαση, και η οποία θα έβλαπτε την ψυχική ή σωματική υγεία του ή θα τον περιήγε σε κατάσταση εξευτελισμού ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (πρβλ. ΕΔΔΑ, 21 Ιανουαρίου 2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, CE:ECHR:2011:0121JUD003069609, σκέψεις 252 έως 263).

93      Ο βαθμός αυτός σοβαρότητας δεν μπορεί, επομένως, να καλύπτει καταστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται ακόμη και από μεγάλη ανασφάλεια ή από έντονη επιδείνωση των συνθηκών διαβιώσεως του ενδιαφερομένου, εφόσον δεν συνεπάγονται έσχατη υλική στέρηση, περιάγουσα το πρόσωπο αυτό σε κατάσταση τόσο σοβαρή ώστε να μπορεί να εξομοιωθεί με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

94      Σε περίπτωση όπως αυτή που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο της οποίας, κατά τα όσα εκτίθενται στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, οι μορφές οικογενειακής αλληλεγγύης στις οποίες καταφεύγουν οι υπήκοοι του κράτους μέλους το οποίο είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες του κοινωνικού συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους, δεν προσφέρονται εν γένει στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος δεν αρκεί για να θεμελιώσει τη διαπίστωση ότι ο αιτών διεθνή προστασία θα αντιμετωπίσει, σε περίπτωση μεταφοράς στο εν λόγω κράτος μέλος, μια τέτοια κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως.

95      Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως το ενδεχόμενο ο αιτών διεθνή προστασία να αποδείξει ότι στην περίπτωσή του συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που συνεπάγονται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς προς το κράτος μέλος το οποίο είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του για παροχή διεθνούς προστασίας, αυτός θα περιέλθει, λόγω της ιδιαιτέρως ευάλωτης θέσεώς του, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως ανταποκρινόμενης στα κριτήρια που αναφέρονται στις σκέψεις 91 έως 93 της παρούσας αποφάσεως, μετά τη χορήγηση σε αυτόν διεθνούς προστασίας.

96      Εν προκειμένω, η ύπαρξη ελλείψεων ως προς την εφαρμογή, από το κράτος μέλος το οποίο είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, των προγραμμάτων εντάξεως των δικαιούχων διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρό και αποδεδειγμένο λόγο που να πείθει ότι ο ενδιαφερόμενος θα διατρέξει, σε περίπτωση μεταφοράς προς αυτό το κράτος μέλος, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη.

97      Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον ότι η κοινωνική προστασία και/ή οι συνθήκες διαβιώσεως είναι περισσότερο ευνοϊκές στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα από ό,τι στο κράτος μέλος το οποίο είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας δεν δύναται να στηρίξει το συμπέρασμα ότι ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, σε περίπτωση μεταφοράς σε αυτό το τελευταίο κράτος μέλος, σε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 4 του Χάρτη.

98      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η ακόλουθη απάντηση:

–        Το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του το ζήτημα αν το άρθρο 4 του Χάρτη αντιτίθεται στη μεταφορά ενός αιτούντος διεθνή προστασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, στο κράτος μέλος που, βάσει του εν λόγω κανονισμού, είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, οσάκις, στην περίπτωση χορηγήσεως τέτοιας προστασίας εντός του εν λόγω κράτους μέλους, ο εν λόγω αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος.

–        Το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία, εκτός αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί προσφυγής κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς διαπιστώσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων και υπό το πρίσμα του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, ότι όντως υφίσταται ο κίνδυνος αυτός για τον εν λόγω αιτούντα εκ του λόγου ότι, σε περίπτωση μεταφοράς, αυτός θα περιέλθει, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

99      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕE) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αιτών «διαφεύγει», κατ’ ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής, όταν αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες για τη μεταφορά του εθνικές αρχές προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά αυτή. Μπορεί να θεωρηθεί ότι τούτο συμβαίνει, όταν η μεταφορά αυτή δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών αυτός εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την απουσία του, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ενήμερος για τις υποχρεώσεις του συναφώς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ο εν λόγω αιτών διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η παράλειψή του να ενημερώσει τις αρχές αυτές για την απουσία του δικαιολογείται από βάσιμους λόγους και όχι από την πρόθεση να αποφύγει τις εν λόγω αρχές.

Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 29, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι, δεδομένου ότι δεν είχε διαφύγει, η εξάμηνη προθεσμία έχει λήξει.

2)      Το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 604/2013 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να παραταθεί η προθεσμία μεταφοράς στους δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο, αρκεί το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα να ενημερώσει, πριν από τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας μεταφοράς, το υπεύθυνο κράτος μέλος για το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαφύγει και να ορίσει, ταυτοχρόνως, τη νέα προθεσμία μεταφοράς.

3)      Το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του το ζήτημα αν το άρθρο 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιτίθεται στη μεταφορά ενός αιτούντος διεθνή προστασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 του κανονισμού 604/2013, στο κράτος μέλος που, βάσει του εν λόγω κανονισμού, είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, οσάκις, στην περίπτωση χορηγήσεως τέτοιας προστασίας εντός του εν λόγω κράτους μέλους, ο εν λόγω αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος.

Το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία, εκτός αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί προσφυγής κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς διαπιστώσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων και υπό το πρίσμα του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, ότι όντως υφίσταται ο κίνδυνος αυτός για τον εν λόγω αιτούντα εκ του λόγου ότι, σε περίπτωση μεταφοράς, αυτός θα περιέλθει, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.