Language of document : ECLI:EU:T:2019:201

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
(τρίτο πενταμελές τμήμα)

της 28ης Μαρτίου 2019 (*)

«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ευρωπαϊκή αγορά λειαντικών μέσων από χάλυβα – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ – Συντονισμός των τιμών σε ολόκληρο τον ΕΟΧ –“Υβριδική” διαδικασία της οποίας τα στάδια έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικό χρόνο – Τεκμήριο αθωότητας – Αρχή της αμεροληψίας – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Απόδειξη της παραβάσεως – Ενιαία και διαρκής παράβαση – Περιορισμός του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου – Διάρκεια της παραβάσεως – Πρόστιμο – Κατ’ εξαίρεση προσαρμογή του βασικού ποσού – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση – Πλήρης δικαιοδοσία»

Στην υπόθεση T‑433/16,

Pometon SpA, με έδρα το Maerne di Martellago (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους E. Fabrizi, V. Veneziano και A. Molinaro, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Rossi και B. Mongin,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2016) 3121 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση AT.39792 – Λειαντικά μέσα από χάλυβα),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, V. Kreuschitz, I. S. Forrester, N. Półtorak και E. Perillo (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: J. Palacio González, κύριος διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 31ης Μαΐου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Ιστορικό της διαφοράς

1        Η προσφεύγουσα, Pometon SpA, είναι ιταλική επιχείρηση που ειδικεύεται στην επεξεργασία μετάλλων. Δραστηριοποιούνταν στην αγορά των λειαντικών μέσων από χάλυβα έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία πώλησε τον κλάδο δραστηριότητάς της στον εν λόγω τομέα σε έναν εκ των ανταγωνιστών της, τη γαλλική εταιρία Winoa SA. Ειδικότερα, κατά την ημερομηνία αυτή, η προαναφερθείσα δραστηριότητα της προσφεύγουσας μεταβιβάστηκε στην εταιρία Pometon Abrasives Srl, η οποία ανήκει στον όμιλο Winoa.

2        Τα λειαντικά μέσα από χάλυβα (στο εξής: λειαντικά μέσα) είναι ελεύθερα σωματίδια χάλυβα, είτε με σφαιρική είτε με γωνιώδη (πολυεδρική) μορφή, και χρησιμοποιούνται κυρίως στη βιομηχανία χάλυβα, την αυτοκινητοβιομηχανία, τη μεταλλουργία, τη βιομηχανία πετροχημικών προϊόντων και τη βιομηχανία κοπής λίθων. Παράγονται από υπολείμματα απομετάλλων χάλυβα.

3        Με την απόφαση C(2016) 3121 τελικό, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση AT.39792 – Λειαντικά μέσα από χάλυβα, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι, κατά την περίοδο από τις 3 Οκτωβρίου 2003 έως τις 16 Μαΐου 2007, η προσφεύγουσα είχε συμμετάσχει, είτε άμεσα είτε μέσω των εκπροσώπων της ή μέσω των εκπροσώπων δύο θυγατρικών της, της Pometon España SA και της Pometon Deutschland GmbH, σε σύμπραξη συνιστάμενη σε συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές με άλλες τέσσερις επιχειρήσεις, δηλαδή τον αμερικανικό όμιλο Ervin Industries Inc. (στο εξής: Εrvin), τη γαλλική εταιρία Winoa SA (στο εξής: Winoa) καθώς και τις γερμανικές εταιρίες MTS GmbH και Würth GmbH, με κύριο στόχο τον συντονισμό των τιμών των λειαντικών μέσων σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: ΕΟΧ). Η προσφεύγουσα και οι δύο προαναφερθείσες θυγατρικές της καλούνται στο εξής, από κοινού, Pometon.

1.      Το στάδιο της έρευνας και η κίνηση της διαδικασίας

4        Στις 13 Απριλίου 2010, η Ervin ζήτησε να μην της επιβληθεί πρόστιμο, με βάση την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17).

5        Σε συνέχεια αυτού του αιτήματος, η Ervin προέβη σε προφορικές δηλώσεις και προσκόμισε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Στις 31 Μαΐου 2010, η Επιτροπή της χορήγησε απαλλαγή υπό όρους βάσει της παραγράφου 8, στοιχείο αʹ, της προαναφερθείσας ανακοινώσεως.

6        Από τις 15 έως τις 17 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή πραγματοποίησε αιφνίδιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις διαφόρων παραγωγών λειαντικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η Pometon. Ακολούθως, απηύθυνε διάφορα αιτήματα παροχής πληροφοριών στις επιχειρήσεις που, κατά τη γνώμη της, συμμετείχαν στη σύμπραξη.

7        Στις 16 Ιανουαρίου 2013, η Επιτροπή, με βάση το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18), κίνησε τη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), έναντι της Pometon και των τεσσάρων άλλων εταιριών που συμμετείχαν στη σύμπραξη (Ervin, Winoa, MTS και Würth). Τους όρισε προθεσμία προκειμένου να της δηλώσουν γραπτώς αν ήταν διατεθειμένες να λάβουν μέρος σε συζητήσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού 773/2004.

2.      Η διαδικασία διευθετήσεως διαφορών και η επιλογή της Pometon να αποσυρθεί από τη διαδικασία αυτή

8        Τα πέντε μέρη της εικαζόμενης συμπράξεως εξέφρασαν τη βούλησή τους να λάβουν μέρος σε συζητήσεις για τη διευθέτηση της διαφοράς. Από τον Φεβρουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2013, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και των μερών της συμπράξεως τρεις γύροι διμερών συναντήσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων παρουσιάστηκαν στα μέρη της συμπράξεως η ουσία των αιτιάσεων καθώς και οι σχετικές αποδείξεις. Η Επιτροπή γνωστοποίησε σε καθένα από τα μέρη της συμπράξεως το εύρος των πιθανών προστίμων.

9        Τον Ιανουάριο του 2014, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις υπέβαλαν εντός της ορισθείσας προθεσμίας τις προτάσεις τους για διευθέτηση της διαφοράς, με εξαίρεση την προσφεύγουσα, η οποία αποφάσισε να αποσυρθεί από τη διαδικασία αυτή. Κατά συνέπεια, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, η προσφεύγουσα επέστρεψε στην Επιτροπή το CD‑ROM που της είχε διαβιβαστεί στις 21 Φεβρουαρίου 2013 στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς.

10      Στις 13 Φεβρουαρίου 2014, η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων σε καθένα από τα άλλα τέσσερα μέρη της εικαζόμενης συμπράξεως και, στις 2 Απριλίου 2014, εξέδωσε την απόφαση διευθετήσεως διαφοράς C(2014) 2074 τελικό, με βάση τα άρθρα 7 και 23 του κανονισμού 1/2003 (στο εξής: απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς).

3.      Η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τη συνήθη διαδικασία και το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής

11      Στις 3 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων στην προσφεύγουσα, η οποία, κατόπιν προσβάσεως στον φάκελο, απάντησε στις 16 Φεβρουαρίου 2015. Έπειτα, η προσφεύγουσα έλαβε μέρος σε ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 17 Απριλίου 2015.

12      Στις 25 Μαΐου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε, με βάση τα άρθρα 7 και 23 του κανονισμού 1/2003, την προσβαλλόμενη απόφαση. Το διατακτικό της αποφάσεως αυτής έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Η Pometon SpA παρέβη το άρθρο 101, παράγραφος 1, της Συνθήκης και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ συμμετέχοντας σε ενιαία και διαρκή παράβαση όσον αφορά τις τιμές στον τομέα των λειαντικών μέσων από χάλυβα, η δε παράβαση αυτή συνίσταται στον συντονισμό της συμπεριφοράς της όσον αφορά τις τιμές και καλύπτει ολόκληρο τον ΕΟΧ.

Η παράβαση διήρκεσε από τις 3 Οκτωβρίου 2003 έως τις 16 Μαΐου 2007.

Άρθρο 2

Για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1, επιβάλλεται στην Pometon SpA το ακόλουθο πρόστιμο: 6.197.000 ευρώ […].»

13      Από την προσβαλλόμενη απόφαση συνολικά προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι η Pometon και οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη, αφενός, είχαν εισαγάγει (πρώτη πτυχή της συμπράξεως) ενιαίο τρόπο υπολογισμού βάσει του οποίου επιτύγχαναν τη συντονισμένη προσαύξηση της τιμής των λειαντικών μέσων και ο οποίος βασιζόταν σε δείκτες της τιμής των απομετάλλων (στο εξής: προσαύξηση στα απομέταλλα· βλ. σκέψεις 132 και 136 κατωτέρω). Αφετέρου, εκ παραλλήλου, είχαν συμφωνήσει (δεύτερη πτυχή της συμπράξεως) να συντονίσουν τη συμπεριφορά τους όσον αφορά τις τιμές πωλήσεως των λειαντικών μέσων που χρέωναν σε ατομικούς πελάτες, δεσμευόμενοι ειδικότερα να μην ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέσω μειώσεων των τιμών (αιτιολογικές σκέψεις 32, 33, 37 και 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως· βλ. σκέψη 173 κατωτέρω).

14      Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της επίμαχης παραβάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι επρόκειτο για ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ. Ειδικότερα, όλες οι αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίες των συμμετεχόντων αφορούσαν τον συντονισμό των τιμών και τα ίδια προϊόντα και, επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου παραβάσεως, από τις 3 Οκτωβρίου 2003 έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα μεταβίβασε στη Winoa τη δραστηριότητά της στον τομέα των λειαντικών μέσων. Τέλος, οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην παράβαση καθώς και τα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό τους παρέμειναν κατ’ ουσίαν ίδια (αιτιολογικές σκέψεις 107 και 166 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

15      Εν κατακλείδι, κατά την Επιτροπή, η εν λόγω σύμπραξη είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, με σοβαρές επιπτώσεις στις συναλλαγές επί του οικείου προϊόντος μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στη Συμφωνία ΕΟΧ (αιτιολογικές σκέψεις 142 και 154 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

16      Όσον αφορά τη διάρκεια της συμμετοχής της προσφεύγουσας στην παράβαση, η Επιτροπή όρισε ως ημερομηνία έναρξης της συμμετοχής αυτής την 3η Οκτωβρίου 2003 και, βασιζόμενη στο γεγονός ότι η Pometon δεν είχε αποστασιοποιηθεί επισήμως από την εν λόγω σύμπραξη, θεώρησε ότι η συμμετοχή της επιχειρήσεως αυτής στη σύμπραξη συνεχίστηκε έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα μεταβίβασε στη Winoa τη δραστηριότητά της στον τομέα των λειαντικών μέσων (αιτιολογικές σκέψεις 160 και 166 της προσβαλλομένης αποφάσεως· βλ., επίσης, σκέψη 1 ανωτέρω).

17      Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 σημείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2· στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων), η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό του προστίμου της Pometon στο 16 % της αξίας των πωλήσεων που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα στις αγορές των χωρών του ΕΟΧ κατά το έτος 2006, δηλαδή κατά το τελευταίο πλήρες έτος της συμμετοχής της Pometon στην επίμαχη παράβαση, πριν από την πώληση της δραστηριότητάς της στον τομέα των λειαντικών μέσων στη γαλλική ανταγωνιστική της εταιρία.

18      Αυτό το ποσοστό προέκυψε αφού ελήφθη υπόψη ένα βασικό ποσοστό της τάξεως του 15 %, το οποίο προσαυξήθηκε κατά 1 % προκειμένου να συνεκτιμηθεί η γεωγραφική επέκταση της παραβάσεως σε ολόκληρο τον ΕΟΧ (αιτιολογικές σκέψεις 214 έως 216 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Στη συνέχεια, το μεταβλητό μέρος του βασικού ποσού του προστίμου προσαυξήθηκε κατά ένα σταθερό επιπρόσθετο ποσό ύψους 16 %, το οποίο επιβλήθηκε με σκοπό να αποτρέπονται οι επιχειρήσεις από τη σύναψη συμφωνιών συντονισμού των τιμών, σύμφωνα με το σημείο 25 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων (αιτιολογική σκέψη 220 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

19      Περαιτέρω, το βασικό ποσό του προστίμου που υπολογίστηκε ως ανωτέρω δεν υπέστη αύξηση λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων. Αντιθέτως, η Pometon έτυχε μειώσεως του ποσού αυτού κατά 10 % λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων, επειδή η συμμετοχή της στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως ήταν πιο περιορισμένη σε σχέση με εκείνη των λοιπών επιχειρήσεων (αιτιολογική σκέψη 225 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

20      Τέλος, βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, διάταξη η οποία επιτρέπει στην Επιτροπή να αποκλίνει από τη μεθοδολογία που προβλέπουν οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές όταν «οι ιδιαιτερότητες μίας ορισμένης υπόθεσης» μπορούν να το δικαιολογήσουν, το εν λόγω θεσμικό όργανο προέβη σε προσαρμογή του αναπροσαρμοσμένου βασικού ποσού του προστίμου (αιτιολογικές σκέψεις 228 έως 231 της προσβαλλομένης αποφάσεως), συνιστάμενη σε μείωση κατά 60 %.

21      Εν τέλει, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατόπιν του ανωτέρω υπολογισμού, το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα ανερχόταν σε 6 197 000 ευρώ (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω).

II.    Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

22      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Αυγούστου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

23      Στις 21 Φεβρουαρίου 2017, κοινοποιήθηκε στους διαδίκους η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 2017, η προσφεύγουσα υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

24      Με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού Διαδικασίας.

25      Με διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε το επικουρικό αίτημα της προσφεύγουσας για τη διεξαγωγή αποδείξεων και υποχρέωσε την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 91, στοιχείο βʹ, του άρθρο 92, παράγραφος 1, και του άρθρου 103, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αφενός, να προσκομίσει αντίγραφο του πλήρους κειμένου της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς καθώς και αντίγραφο των δηλώσεων του αιτούντος επιεική μεταχείριση οι οποίες περιέχονται στα έγγραφα ID 5, ID 10, ID 136 και ID 643 του διοικητικού φακέλου και, αφετέρου, να γνωστοποιήσει τον συνολικό κύκλο εργασιών, το 2009, των αποδεκτών της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, ο οποίος είχε ληφθεί υπόψη στην απόφαση αυτή.

26      Με διάταξη της 4ης Μαΐου 2018, Pometon κατά Επιτροπής (T‑433/16), το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας επί των αιτημάτων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των εγγράφων που προσκόμισε η Επιτροπή σε εκτέλεση της προαναφερθείσας διατάξεως της 22ας Μαρτίου 2018, έκρινε ότι οι δικηγόροι της προσφεύγουσας μπορούσαν να έχουν πρόσβαση, στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στα έγγραφα ID 5, ID 10, ID 136 και ID 643, τα οποία περιέχουν τη μεταγραφή προφορικών δηλώσεων του αιτούντος επιεική μεταχείριση. Αντιθέτως, απέρριψε το αίτημα εμπιστευτικότητας όσον αφορά, αφενός, τους αντίστοιχους κύκλους εργασιών, το 2009, των τεσσάρων επιχειρήσεων που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς και, αφετέρου, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στους πίνακες αριθ. 1 (αιτιολογική σκέψη 90), αριθ. 3 (αιτιολογική σκέψη 100) και αριθ. 4 (αιτιολογική σκέψη 103) της εν λόγω αποφάσεως.

27      Στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, κάλεσε την προσφεύγουσα να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με την επιρροή των μη εμπιστευτικών στοιχείων που αναφέρονται στη σκέψη 26 ανωτέρω επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την προσαρμογή του βασικού ποσού του προστίμου βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων. Η προσφεύγουσα συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν προφορικώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε διάφορα γραπτά ερωτήματα.

28      Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ζήτησε την άδεια να καταθέσει έγγραφο που συνίσταται σε πίνακα στοιχείων σχετικά με τις πέντε επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην επίμαχη σύμπραξη, στοιχεία στα οποία κατά δήλωσή της στηρίχθηκε προκειμένου να καθορίσει, για καθεμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις, το επίπεδο της προσαρμογής του βασικού ποσού του προστίμου βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων. Ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση των στοιχείων αυτών έναντι του κοινού.

29      Το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε τη συμπερίληψη του εγγράφου αυτού στον φάκελο της δικογραφίας, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως του παραδεκτού του, και όρισε στην προσφεύγουσα προθεσμία έως τις 2 Ιουλίου 2018 για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του εν λόγω εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 2 Ιουλίου 2018 και η προφορική διαδικασία περατώθηκε κατά την ημερομηνία αυτή.

30      Με διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος της 8ης Νοεμβρίου 2018, κινήθηκε εκ νέου η προφορική διαδικασία. Η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί ενός νέου στοιχείου που περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της 2ας Ιουλίου 2018, και συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Με απόφαση του προέδρου του τρίτου τμήματος της 17ης Ιανουαρίου 2019, περατώθηκε η προφορική διαδικασία.

31      H προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε στην παράβαση έως τις 16 Μαΐου 2007 και της επιβάλλει πρόστιμο παρά την επελθούσα παραγραφή·

–        επικουρικότερον, να ακυρώσει το επιβληθέν πρόστιμο ή να μειώσει το ποσό του·

–        να υποχρεώσει την Επιτροπή να επιστρέψει τα ποσά τα οποία ενδεχομένως κατέβαλε η προσφεύγουσα πριν από τη δημοσίευση της εκδοθησομένης αποφάσεως καθώς και κάθε άλλη δαπάνη στην οποία ενδεχομένως υποβλήθηκε η προσφεύγουσα σε εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως·

–        να λάβει τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή, επικουρικώς, τα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων που ζήτησε η προσφεύγουσα·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

32      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να απορρίψει το αίτημα λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας ή διεξαγωγής αποδείξεων·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

III. Σκεπτικό

33      Η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους προς στήριξη των δύο πρώτων αιτημάτων της. Πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω παραβιάσεως της αρχής της αμεροληψίας της διαδικασίας και της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας καθώς και λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η Επιτροπή καταλόγισε στην προσφεύγουσα συγκεκριμένες συμπεριφορές ήδη στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, προδικάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν στη συνέχεια εις βάρος της προσφεύγουσας στην προσβαλλόμενη απόφαση.

34      Δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση των κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως, καθόσον η Επιτροπή της καταλόγισε, παρά την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, συμμετοχή σε σύμπραξη στην οποία η ίδια ποτέ δεν είχε συμμετάσχει στην πραγματικότητα.

35      Τρίτον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, καθόσον η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμπραξη συνιστούσε περιορισμό του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου.

36      Τέταρτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη διάρκεια της συμμετοχής της στη σύμπραξη και επικαλείται παραγραφή.

37      Τέλος, προς στήριξη του τρίτου αιτήματός της, με το οποίο ζητεί την ακύρωση του προστίμου ή τη μεταρρύθμιση του ποσού του, η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθώς και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά την κατ’ εξαίρεση προσαρμογή του βασικού ποσού του προστίμου στην οποία προέβη η Επιτροπή βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων.

1.      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας καθώς και παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον η Επιτροπή καταλόγισε, στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, συγκεκριμένες συμπεριφορές στην προσφεύγουσα, προδικάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

38      Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, μολονότι δεν είναι αποδέκτης της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, μνημονεύεται επανειλημμένως στο σημείο 4 της εν λόγω αποφάσεως («περιγραφή των γεγονότων»), ως επιχείρηση που, κατ’ ουσίαν, συμμετείχε ενεργά στη σύμπραξη. Υπογραμμίζει ιδίως τα ακόλουθα χωρία της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, στα οποία η Επιτροπή έκανε ρητή αναφορά στη συμπεριφορά της:

«26.      Οι Ervin, Winoa, Pometon, MTS και Würth διατηρούσαν συχνές επαφές, σε διμερή αλλά και σε πολυμερή βάση, κατά τη διάρκεια των οποίων συζήτησαν τα βασικά στοιχεία των τιμών που επρόκειτο να ισχύουν για όλες τις πωλήσεις τους λειαντικών μέσων από χάλυβα εντός του ΕΟΧ, δηλαδή την “προσαύξηση στα απομέταλλα” και την πρόσθετη τιμή για την ενέργεια. Εξέτασαν επίσης (κυρίως στο πλαίσιο διμερών επαφών) τις παραμέτρους του ανταγωνισμού που μπορούσαν να αναπτύξουν μεταξύ τους ως προς τους ατομικούς πελάτες. Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, τα μέρη υιοθέτησαν συμπεριφορά που κάλυπτε ολόκληρο τον ΕΟΧ.

[…]

28.      Τον Οκτώβριο του 2003, οι Winoa, Ervin και Pometon συναντήθηκαν […] προκειμένου να συμφωνήσουν ενιαίο πρότυπο υπολογισμού για κοινή “προσαύξηση στα απομέταλλα”, το οποίο επρόκειτο να εφαρμοστεί από όλες αυτές τις επιχειρήσεις […].

29.      Οι MTS και Würth […] δεν συμμετείχαν στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, όταν δηλαδή συνήφθη η συμφωνία μεταξύ Winoa, Ervin και Pometon.

31.      Οι επαφές με την Pometon συνεχίστηκαν έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία η Pometon πώλησε στη Winoa τη δραστηριότητά της στον τομέα των λειαντικών μέσων από χάλυβα και αποχώρησε από την αγορά.

[…]

38.      Από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι επαφές μεταξύ των Winoa, Ervin και Pometon μετεξελίχθηκαν, από τον Οκτώβριο του 2003, σε συμπεριφορά».

39      Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι οι ανωτέρω αναφορές δεν ήταν ούτε αναγκαίες ούτε χρήσιμες. Ειδικότερα, πρώτον, υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 31 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς –τα οποία αναφέρουν, κατ’ ουσίαν, ότι η ίδια συμμετείχε στη σύμπραξη έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία πώλησε στη Winoa τη δραστηριότητά της και αποχώρησε από την αγορά– δεν περιλαμβάνονταν στις προτάσεις διευθετήσεως της διαφοράς των τεσσάρων άλλων εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών, η τελική απόφαση πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνον τις συμπεριφορές των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στη διευθέτηση της διαφοράς καθώς και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε αυτές.

40      Εξάλλου, η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τη σύγκριση της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς με την απόφαση C(2014) 4227 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 2014, στην υπόθεση AT.39965 – Μανιτάρια, επίσης σχετική με διαδικασία διευθετήσεως διαφορών. Πράγματι, κατά την προσφεύγουσα, η εν λόγω απόφαση δεν περιλάμβανε, στην περιγραφή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, καμία αναφορά στην επιχείρηση που δεν είχε δεχτεί τη διευθέτηση της διαφοράς.

41      Υπό τις συνθήκες αυτές, από τις αναφορές της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς σε συμπεριφορές που αποδίδονται στην προσφεύγουσα προκύπτει χωρίς αμφισημία ότι, πριν ακόμη παρασχεθεί στην τελευταία η δυνατότητα να αμυνθεί, η Επιτροπή είχε ήδη προδικάσει την ενοχή της. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω παραβιάσεως της αρχής της αμεροληψίας της διαδικασίας και της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας καθώς και λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας.

42      Εξάλλου, ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Επιτροπής που βασίζεται στην ερμηνεία την οποία έδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας.

43      Ως προς τη διάταξη αυτή, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή (βλ. σκέψη 51 κατωτέρω), το ΕΔΔΑ, στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κ.λπ. κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2014:0227JUD001710310), έκρινε ότι, όταν σε ποινική διαδικασία στην οποία εμπλέκονται πλείονα άτομα τα οποία δεν μπορούν να δικαστούν ταυτόχρονα είναι απαραίτητο, ενόψει της εκτιμήσεως της ενοχής των κατηγορουμένων, η πρώτη δικαστική απόφαση να μνημονεύει τη συμμετοχή στο αδίκημα κατηγορουμένου ο οποίος πρόκειται στη συνέχεια να δικαστεί στο πλαίσιο δεύτερης, χρονικά μεταγενέστερης, ποινικής δίκης, το αρμόδιο δικαστήριο οφείλει να αποφεύγει τη μνεία άλλων πληροφοριών πέραν εκείνων που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων που δικάζονται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης (απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2014:0227JUD001710310, § 64 και 65).

44      Κατά την προσφεύγουσα, το ίδιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόζεται και όταν η Επιτροπή, αφού κινήσει, όπως εν προκειμένω, διαδικασία επί παραβάσει εις βάρος πέντε επιχειρήσεων για τις οποίες υπάρχει υποψία συμμετοχής σε σύμπραξη, εκδίδει, σε πρώτο στάδιο, απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς για τέσσερις από αυτές και στη συνέχεια, σε δεύτερο στάδιο, εκδίδει εις βάρος της πέμπτης επιχειρήσεως, η οποία στο μεταξύ αποσύρθηκε από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως κατόπιν συνήθους διαδικασίας που διεξάγεται με βάση τις γενικές διατάξεις του κανονισμού 773/2004.

45      Περαιτέρω, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο το όνομα της προσφεύγουσας μνημονεύθηκε εκ παραδρομής στη δημοσίευση του προσωρινού κειμένου της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι η παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας απορρέει εν προκειμένω από το γεγονός ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο δημοσιεύσεως της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η Pometon αποτέλεσε αντικείμενο, στην εν λόγω απόφαση, συγκεκριμένων κατηγοριών αναφορικά με τη συμμετοχή της στην επίμαχη σύμπραξη. Επομένως, η αντικατάσταση του ονόματος της προσφεύγουσας, στο κείμενο της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς που δημοσιεύθηκε ακολούθως, στις 6 Ιανουαρίου 2015, από τη φράση «μια άλλη επιχείρηση», δεν είναι ικανή να εξαλείψει την παραβίαση της εν λόγω αρχής στην προσβαλλόμενη απόφαση.

46      Η Επιτροπή αμφισβητεί την ανωτέρω επιχειρηματολογία.

47      Καταρχάς, οι αναφορές τις οποίες καταγγέλλει η προσφεύγουσα έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να τεκμηριώσουν την ευθύνη των τεσσάρων άλλων επιχειρήσεων που συμμετείχαν στη σύμπραξη και άλλωστε δεν επηρεάζουν το καθήκον της Επιτροπής να διαξαγάγει κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία για την προσφεύγουσα, μετά την απόσυρση της τελευταίας από τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών.

48      Οποιαδήποτε άλλη λύση, υποστηρίζει περαιτέρω η Επιτροπή, θα συνεπαγόταν, σε διαδικαστικό επίπεδο καθώς και στο ουσιαστικό επίπεδο της κυρώσεως, ένα είδος «απαλλαγής από το πρόστιμο» προς όφελος των επιχειρήσεων που αποσύρονται από διαδικασία διευθετήσεως διαφορών την οποία είχαν αρχικώς δεχτεί.

49      Η Επιτροπή διευκρινίζει ακόμη ότι η αλληλουχία αυτών των δύο διαδικασιών συνιστά ασφαλώς μια διαδικασία πολύπλοκη, καλούμενη επίσης και «υβριδική», καθώς διέπεται από διακριτές νομοθετικές διατάξεις, δεδομένου ότι η διαδικασία διευθετήσεως διαφορών ρυθμίζεται ειδικά στο άρθρο 10α του κανονισμού 773/2004, ενώ η μεταγενέστερη κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία ρυθμίζεται σε άλλες διατάξεις του ίδιου κανονισμού, η δε προσφεύγουσα ουδόλως αμφισβήτησε τη νομιμότητα των διατάξεων αυτών. Ωστόσο, ακόμη και στο πλαίσιο υβριδικής διαδικασίας, η επιχείρηση που δεν δέχτηκε τη διευθέτηση της διαφοράς δεν πρέπει να αποκτά διαδικαστικό πλεονέκτημα λόγω της θέσεώς της και να δύναται να παρεκκλίνει από τους εφαρμοστέους κανόνες.

50      Έπειτα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, τήρησε δεόντως, έναντι της προσφεύγουσας, την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και ιδίως τις απαιτήσεις που συνήγαγε το ΕΔΔΑ στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2014:0227JUD001710310). Συναφώς, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, για λόγους προφύλαξης, επισήμανε ρητώς, στην υποσημείωση 4 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς καθώς και στις αιτιολογικές σκέψεις 27 και 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι από την περιγραφή των γεγονότων που περιλαμβάνεται στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς δεν δύναται να συναχθεί κανένα συμπέρασμα σχετικά με την ενοχή της Pometon ως προς τη συμμετοχή της στη σύμπραξη, καθώς για την εν λόγω επιχείρηση πρόκειται να ακολουθήσει μεταγενέστερη κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως.

51      Εν κατακλείδι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, εν προκειμένω, παραβιάστηκε η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, πρέπει, κατά την Επιτροπή, να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας της Pometon, τα οποία, εν προκειμένω, διασφαλίσθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της συνήθους διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

2.      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

1)      Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως υπό το πρίσμα των σημαντικότερων πτυχών της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς της Επιτροπής

52      Πριν αναλυθεί ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, πρέπει να διευκρινιστεί εν συντομία ότι η προσφεύγουσα επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε σε ορισμένες συμπεριφορές της στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, της οποίας ωστόσο η ίδια δεν είναι αποδέκτης. Κατά συνέπεια, ουδόλως προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε, κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όλες τις διαδικαστικές εγγυήσεις που συνδέονται με τα δικαιώματα άμυνας, και ιδίως αυτές που προβλέπονται στις γενικές διατάξεις του κανονισμού 773/2004.

53      Αφού διευκρινίστηκε το αντικείμενο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η επισήμανση ότι οι διάδικοι διαφωνούν, μεταξύ άλλων, ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 41, παράγραφος 1, και του άρθρου 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), και ειδικότερα, όσον αφορά την τελευταία αυτή διάταξη, ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κ.λπ. κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2014:0227JUD001710310), την οποία εξέδωσε το ΕΔΔΑ σχετικά με την τήρηση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο πολύπλοκης ποινικής διαδικασίας στην οποία εμπλέκονται πλείονα άτομα που δεν μπορούν να δικαστούν από κοινού (βλ. σκέψεις 43 και 50 ανωτέρω). Αυτά τα δύο άρθρα του Χάρτη έχουν ως εξής:

«Άρθρο 41

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.

[…]

Άρθρο 48

1.      Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο.

2.      Διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης σε κάθε κατηγορούμενο».

54      Συναφώς, επιβάλλεται, αφενός, η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, μολονότι κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της καταστολής των παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, και ιδίως ως δημόσια αρχή που ασκεί καθήκοντα ποινικής φύσεως, οφείλει ωστόσο να σέβεται κατά τη διοικητική διαδικασία τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη. Ειδικότερα, η διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής για θέματα συμπράξεων δεν διέπεται από το άρθρο 47, σχετικά με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, αλλά από το άρθρο 41 του Χάρτη (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Ziegler κατά Επιτροπής, C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 154).

55      Αφετέρου, από τη νομολογία προκύπτει ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, η οποία ως εκ της προελεύσεώς της προσιδιάζει στις υποθέσεις ποινικού δικαίου και κατοχυρώνεται επί του παρόντος στο δίκαιο της Ένωσης με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, εφαρμόζεται, mutatis mutandis, και στις διοικητικές διαδικασίες που αφορούν την τήρηση των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των επίδικων παραβάσεων καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες αυτές επισύρουν (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Hüls κατά Επιτροπής, C‑199/92 P, EU:C:1999:358, σκέψη 150· πρβλ., επίσης, αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2016, Eturas κ.λπ., C‑74/14, EU:C:2016:42, σκέψεις 38 έως 40, και της 12ης Απριλίου 2013, CISAC κατά Επιτροπής, T‑442/08, EU:T:2013:188, σκέψεις 93 και 94).

56      Επομένως, στο πλαίσιο του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης στον τομέα της καταστολής των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, η εγγύηση του σεβασμού των θεμελιωδών και διαδικαστικών δικαιωμάτων των οποίων πρέπει να απολαύει μια επιχείρηση που κατηγορείται από την Επιτροπή για παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θεμελιώνεται, αφενός, στο καθήκον του εν λόγω θεσμικού οργάνου να ενεργεί, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, με πλήρη αμεροληψία (άρθρο 41 του Χάρτη), πράγμα που περιλαμβάνει επίσης την υποχρέωση σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας των εταιριών τις οποίες αφορά η έρευνα που έχει κινηθεί (άρθρο 48 του Χάρτη), και, αφετέρου, στο δικαίωμα κάθε επιχειρήσεως που είναι αποδέκτης δεσμευτικής πράξεως που εκδίδεται από το εν λόγω θεσμικό όργανο βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να προσφύγει, προκειμένου να αμυνθεί, ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, καταρχάς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρωτοδίκως και έπειτα, ενδεχομένως, ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.

57      Αφού επισημάνθηκαν τα ανωτέρω γενικά στοιχεία, υπενθυμίζεται, σχετικά με τους κρίσιμους εν προκειμένω διαδικαστικούς κανόνες, ότι, κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 773/2004, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να κινήσει διαδικασία εις βάρος ορισμένων επιχειρήσεων προκειμένου να ερευνήσει «τις περιπτώσεις εικαζόμενων παραβάσεων» (βλ. άρθρο 105 ΣΛΕΕ), τότε πρέπει να «κοινοποιήσει τις αιτιάσεις, ή να ζητήσει από τα μέρη να εκφράσουν το ενδιαφέρον τους να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών».

58      Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι, «[μ]ετά την έναρξη της διαδικασίας […], η Επιτροπή δύναται να ορίσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να δηλώσουν γραπτώς ότι είναι διατεθειμένα να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών ενόψει της πιθανής υποβολής αιτημάτων διευθέτησης διαφορών».

59      Συναφώς, στο σημείο 11 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών εν όψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008, C 167, σ. 1, στο εξής: ανακοίνωση σχετικά με τις διαδικασίες διευθετήσεως διαφορών) διευκρινίζεται, περαιτέρω, ότι οι γραπτές δηλώσεις των επιχειρήσεων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν στις εν λόγω συζητήσεις «δεν υπονο[ούν] παραδοχή συμμετοχής σε παράβαση εκ μέρους των μερών ούτε ευθύνη για τέτοια παράβαση».

60      Παρά ταύτα, για να καταστήσει δυνατή τη συγκεκριμένη πρόοδο των σχεδιαζόμενων διαπραγματεύσεων, η παράγραφος 2 του άρθρου 10α του κανονισμού 773/2004 ορίζει τα εξής:

«Τα μέρη που συμμετέχουν στις συζητήσεις διευθέτησης διαφορών πρέπει να ενημερώνονται από την Επιτροπή σχετικά με:

α)      τις αιτιάσεις που πρόκειται να τους απευθύνει·

β)      τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να απευθύνει τις αιτιάσεις·

γ)      τις μη εμπιστευτικές εκδοχές οιουδήποτε προσβάσιμου εγγράφου το οποίο αναφέρεται στο φάκελο της υπόθεσης, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθώς και

δ)      τα ενδεχόμενα πρόστιμα».

61      Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι καθεμία εκ των πέντε επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην εικαζόμενη σύμπραξη για τα λειαντικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της Pometon, έλαβε, κατόπιν της γραπτής δηλώσεώς της, όλες τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 10α, παράγραφος 2, του κανονισμού 773/2004 (βλ. σκέψεις 8 και 60 ανωτέρω).

62      Επομένως, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να εξεταστεί, ως προς την ουσία του, εντός του ανωτέρω πραγματικού και νομικού πλαισίου.

2)      Επί του περιεχομένου του καθήκοντος αμεροληψίας της Επιτροπής και της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, ιδίως στην ειδική περίπτωση υβριδικής διαδικασίας σε διαφορετικά στάδια

63      Προκειμένου να εκτιμηθεί, καταρχάς, αν η Επιτροπή τήρησε το καθήκον αμεροληψίας της έναντι της Pometon, ιδίως στο πλαίσιο της διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών από την οποία ωστόσο η τελευταία αποσύρθηκε, επισημαίνεται ότι η απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς που εξέδωσε η Επιτροπή για τις άλλες τέσσερις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη έθεσε, χωρίς αμφιβολία, τέρμα στην παράβαση για την οποία αυτές είχαν κατηγορηθεί από το εν λόγω θεσμικό όργανο και, κατά συνέπεια, έθεσε επίσης τέρμα στην επίμαχη σύμπραξη καθώς και στις αρνητικές επιπτώσεις της στην οικεία αγορά, καθώς τέσσερις από τις πέντε εμπλεκόμενες επιχειρήσεις παραδέχτηκαν τον μεταξύ τους συντονισμό όσον αφορά τις τιμές των λειαντικών μέσων και δέχτηκαν να τον σταματήσουν αμέσως.

64      Αντιθέτως, η ίδια απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς δεν έθεσε τέρμα στις ενέργειες της Επιτροπής όσον αφορά τη διαδικασία επί παραβάσει που κινήθηκε, στις 16 Ιανουαρίου 2003, εις βάρος της Pometon (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω), δεδομένου ότι η τελευταία είχε αποσυρθεί από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς για την οποία είχε αρχικώς εκδηλώσει βέβαιο ενδιαφέρον και η έρευνα της υποθέσεώς της έπρεπε συνεπώς να συνεχιστεί κατ’ αντιμωλίαν, στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει που κατέστη, ως εκ τούτου, υβριδική. Ειδικότερα, μετά την απόσυρση της Pometon από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, «η διοικητική διαδικασία βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού 1/2003 εις βάρος [της Pometon] βρίσκεται [ακόμη] σε εξέλιξη», όπως διευκρινίζεται στην υποσημείωση 4 της εν λόγω αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς.

65      Στο πλαίσιο αυτό, η προτεινόμενη από την προσφεύγουσα ερμηνεία, κατά την οποία οι αναφορές σε ορισμένες συμπεριφορές της που περιλαμβάνονται στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς παραβίασαν το δικαίωμά της στο τεκμήριο αθωότητας, θέτοντας εν αμφιβόλω την αμεροληψία την οποία η Επιτροπή όφειλε να επιδείξει έναντί της, προσκρούει αντικειμενικώς στο γεγονός ότι η Επιτροπή, μεταξύ άλλων στην υποσημείωση 4 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, απέκλεισε ρητώς, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, την ενοχή της Pometon, ακριβώς επειδή η έρευνα του φακέλου της τελευταίας έπρεπε να συνεχιστεί κατ’ αντιμωλίαν, με βάση ειδική πράξη απαγγελίας κατηγοριών, δηλαδή την ανακοίνωση των αιτιάσεων την οποία η Επιτροπή εξέδωσε πράγματι στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

66      Ειδικότερα, η αναφορά στη συμπεριφορά της Pometon που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 38 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, στην οποία η Επιτροπή βεβαιώνει ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της «προκύπτει ότι οι επαφές μεταξύ των Winoa, Ervin [της αιτούσας επιεική μεταχείριση] και Pometon μετεξελίχθηκαν, από τον Οκτώβριο του 2003, σε συμπεριφορά» (βλ. σκέψη 38 ανωτέρω), δεν δύναται να αναιρέσει την ανωτέρω διαπίστωση.

67      Καταρχάς, οι ως άνω όροι δεν περιέχουν νομικό χαρακτηρισμό των επίμαχων πραγματικών περιστατικών ούτε μπορεί από αυτούς να συναχθεί αντικειμενικώς ότι η Επιτροπή, κατά το στάδιο της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, είχε ήδη διαπιστώσει την ενοχή της Pometon, δεδομένου ότι, σε αυτό το εισαγωγικό μέρος της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, δεν είχε αποδείξει ούτε την ενοχή των τεσσάρων άλλων συμμετεχόντων στη σύμπραξη, οι οποίοι είναι οι μόνοι αποδέκτες της εν λόγω αποφάσεως.

68      Έπειτα, το γεγονός ότι η ίδια αυτή απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, στο επόμενο σημείο, το οποίο αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των προσαπτόμενων στις εν λόγω τέσσερις άλλες επιχειρήσεις πραγματικών περιστατικών (Legal Assessment), μνημονεύει ότι οι τελευταίες παραδέχτηκαν τη συμμετοχή τους στην παράβαση και άρα αναγνώρισαν την ενοχή τους δεν δύναται να μετατρέψει αυτόματα, de facto και de jure, τις αναφορές σε ορισμένες συμπεριφορές της προσφεύγουσας που περιλαμβάνονται στην περιγραφή των γεγονότων σε ένα είδος «συγκαλυμμένης ετυμηγορίας» της Επιτροπής σχετικά και με την ενοχή της Pometon.

69      Εντούτοις, κατά τη σύνταξη αποφάσεως διευθετήσεως διαφορών που εκδίδεται, όπως εν προκειμένω, στο πλαίσιο διαδικασίας που κατέστη υβριδική, η οριοθέτηση μεταξύ, αφενός, της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη σύμπραξη συνολικά και, αφετέρου, του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών που καταλογίζονται ειδικά στις επιχειρήσεις που παραδέχτηκαν την ενοχή τους, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο σαφής και ξεκάθαρη, ακριβώς για να μην εξομοιώνεται, στο πλαίσιο του ίδιου διοικητικού φακέλου, εν προκειμένω του φακέλου σχετικά με τη σύμπραξη για τα λειαντικά μέσα (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), η οριστική νομική κατάσταση των επιχειρήσεων που προχώρησαν σε διευθέτηση της διαφοράς με την κατάσταση της επιχειρήσεως που έκανε χρήση του δικαιώματος να αποσυρθεί από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και έναντι της οποίας η διοικητική διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη (βλ. σκέψη 64 ανωτέρω).

70      Για τον λόγο αυτό, η θεμελιώδης υποχρέωση αμεροληψίας, την οποία το άρθρο 41 του Χάρτη επιβάλλει σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 154), πρέπει να αποτελεί βασικό γνώμονα της Επιτροπής όταν αυτή συντάσσει απόφαση διευθετήσεως διαφορών στο ειδικό πλαίσιο διαδικασίας που κατέστη υβριδική έναντι επιχειρήσεως η οποία αποσύρθηκε από τη διαδικασία αυτή (βλ. σκέψη 54 ανωτέρω).

71      Ειδικότερα, η επιχείρηση που αποφάσισε τελικώς να παραιτηθεί από τη διευθέτηση της διαφοράς δεν έχει εντούτοις απολέσει το δικαίωμά της να αντιμετωπίζεται κατά τρόπο αμερόληπτο ούτε το δικαίωμά της στο τεκμήριο αθωότητας όσον αφορά την επίμαχη παράβαση, μολονότι πρόκειται τυπικώς να αποτελέσει αντικείμενο πράξεως απαγγελίας κατηγοριών μόνον κατά την έκδοση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων με την οποία κινείται η κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία, η οποία, εν προκειμένω, κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

72      Συνεπώς, η τήρηση του καθήκοντος αμεροληψίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη συνεπάγεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας που κατέστη υβριδική, η Επιτροπή συντάσσει και αιτιολογεί την απόφαση διευθετήσεως διαφορών λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση, προκειμένου η απόφαση αυτή, μολονότι δεν απευθύνεται στην επιχείρηση που αποσύρθηκε από τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών, να μην θίξει καμία από τις διαδικαστικές εγγυήσεις των οποίων η εν λόγω επιχείρηση πρέπει να απολαύει στο πλαίσιο της μεταγενέστερης κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας. Βεβαίως, αυτές οι προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση πρέπει να ωθούν την Επιτροπή να αποφεύγει κατά το δυνατόν να κατονομάζει στην απόφαση διευθετήσεως διαφορών την επιχείρηση που δεν προχώρησε στη διευθέτηση της διαφοράς. Ωστόσο, δεν συνεπάγονται την απαγόρευση οποιασδήποτε μνείας –άμεσης ή έμμεσης– της επιχειρήσεως αυτής.

73      Ειδικότερα, η νομολογία του ΕΔΔΑ στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κ.λπ. κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2014:0227JUD001710310) (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω), δεν δύναται να δικαιολογήσει την άποψη της προσφεύγουσας κατά την οποία η Επιτροπή, με βάση το καθήκον αμεροληψίας το οποίο υπέχει και την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, που έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όφειλε να αποφύγει την αναφορά σε ορισμένες συμπεριφορές της ως άνω προσφεύγουσας.

74      Στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2014:0227JUD001710310), το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι, σε περίπτωση πολύπλοκης ποινικής διαδικασίας στην οποία εμπλέκονται πλείονες συγκατηγορούμενοι, η διεξαγωγή χωριστών και σε διαφορετικά στάδια δικών συνάδει παρά ταύτα με την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας στον τομέα του ποινικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι το οικείο δικαστήριο επιδεικνύει ορισμένη προσοχή κατά τη σύνταξη της πρώτης εκ των δύο ποινικών αποφάσεων, οι οποίες ήταν απαραίτητες και εκδόθηκαν σε διαφορετικά στάδια με σκοπό ακριβώς την καλύτερη διεξαγωγή της διαδικασίας έναντι μεγάλου αριθμού συγκατηγορουμένων.

75      Εν προκειμένω, αυτό έπραξε, mutatis mutandis, η Επιτροπή έναντι της προσφεύγουσας όταν συνέταξε την απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς η οποία απευθυνόταν στις άλλες τέσσερις επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην ίδια σύμπραξη, όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 63 έως 68 ανωτέρω.

76      Επιπλέον, με βάση το κείμενο της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, από τις αναφορές της προσωρινής αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς σε ορισμένες συμπεριφορές της Pometon (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω) το τυχόν ενδιαφερόμενο κοινό δεν δύναται αντικειμενικώς να συναγάγει την οριστική ενοχή της επιχειρήσεως αυτής, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση υπογραμμίζει, χωρίς αμφισημία, ότι απευθύνεται αποκλειστικά στις άλλες τέσσερις επιχειρήσεις οι οποίες δέχτηκαν τη διευθέτηση της παραβάσεώς τους και ότι ο φάκελος σχετικά με την Pometon πρόκειται να εξεταστεί, μεταγενέστερα, στο πλαίσιο διακριτής και κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας.

77      Συνεπώς, με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, απομένει να εξεταστεί, για λόγους πληρότητας της αναλύσεως του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, αν οι αναφορές στο όνομα και σε ορισμένες συμπεριφορές της προσφεύγουσας που περιλαμβάνονται στην «περιγραφή των γεγονότων» της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς μπορούσαν πράγματι να θεωρηθούν αναγκαίες για την κατά το δυνατόν πληρέστερη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προήλθε η επίμαχη σύμπραξη.

78      Συναφώς, πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι, προκειμένου για τα μέρη της ίδιας συμπράξεως, αυτή η εξέταση πρέπει να διεξαχθεί όχι μόνο με βάση το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που αφορά τις τέσσερις επιχειρήσεις οι οποίες είναι αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, αλλά και εντός του ευρύτερου πλαισίου μιας διαδικασίας έρευνας που κατέστη υβριδική και που πρέπει συνεπώς, αναπόφευκτα, να περιλάβει και την κατάσταση της προσφεύγουσας ως μέρους της επίμαχης εικαζόμενης παραβάσεως και εις βάρος της οποίας η Επιτροπή εξέδωσε πράγματι, στις 16 Ιανουαρίου 2013, την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας έρευνας της συμπράξεως για τα λειαντικά μέσα (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω).

79      Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της συνέχειας των ενεργειών της Επιτροπής μεταξύ της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς που διεξήχθη, εν προκειμένω, για τις τέσσερις άλλες επιχειρήσεις και της συνήθους διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως εις βάρος της προσφεύγουσας (βλ. σκέψη 64 ανωτέρω), οι επίμαχες αναφορές σε ορισμένες συμπεριφορές της τελευταίας, οι οποίες περιλαμβάνονται στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, ενδέχεται να αποδειχθούν αντικειμενικώς χρήσιμες για την περιγραφή της δημιουργίας της συμπράξεως συνολικά.

80      Ωστόσο, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η Επιτροπή συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αμεροληψίας καθ’ όλη τη διάρκεια της επίμαχης υβριδικής διαδικασίας, πρέπει να λάβει κανείς ως βάση, όπως άλλωστε πράττουν και οι διάδικοι, τα ερμηνευτικά κριτήρια που συνήγαγε το ΕΔΔΑ στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2014:0227JUD001710310). Εξυπακούεται ότι αυτά τα κριτήρια μπορούν εν προκειμένω να ληφθούν υπόψη μόνο mutatis mutandis, λόγω του γεγονότος ότι, στην υπόθεση Karaman, οι παράμετροι αυτές αφορούσαν αμιγώς ποινικής φύσεως διαδικασία της οποίας τα στάδια έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικό χρόνο (βλ. σκέψη 74 ανωτέρω), πράγμα που δεν συμβαίνει στην υβριδική διοικητική διαδικασία που διεξήχθη εν προκειμένω.

81      Πρώτον, όσον αφορά τις προφυλάξεις που έλαβε η Επιτροπή στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, επισημαίνεται και πάλι ότι οι αναφορές τις οποίες αμφισβητεί η προσφεύγουσα, και οι οποίες περιλαμβάνονται αποκλειστικά στο σημείο 4 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, με τίτλο «Περιγραφή των γεγονότων», δεν περιέχουν νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της επιχειρήσεως αυτής.

82      Επιπλέον, στο σημείο 2 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, αμέσως μετά την απαρίθμηση, στο σημείο 1, των τεσσάρων επιχειρήσεων που είναι αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η Επιτροπή κατονομάζει ρητώς την προσφεύγουσα, στο σημείο 2.25, υπό την ιδιότητά της ως της επιχειρήσεως που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας έρευνας που κινήθηκε εις βάρος των συμμετεχόντων στην επίμαχη σύμπραξη και όχι ως μέρους της διαδικασίας διευθετήσεως της διαφοράς. Συναφώς, προκειμένου να αποκλείσει κάθε κίνδυνο αμφισημίας, η Επιτροπή επισημαίνει, άλλωστε, εκ νέου ότι η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως.

83      Επιπροσθέτως, όπως επισημάνθηκε ήδη στις σκέψεις 64 και 65 ανωτέρω, η Επιτροπή, στην υποσημείωση 4 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, διευκρινίζει ότι βασίζεται στα πραγματικά στοιχεία που αναγνωρίζονται από τις τέσσερις επιχειρήσεις που δέχτηκαν τη διευθέτηση της διαφοράς και ότι οι αναφορές στη συμπεριφορά της Pometon έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να αποδειχθεί η ευθύνη αυτών των τεσσάρων επιχειρήσεων στην παράβαση, καθώς η διαδικασία έναντι της Pometon πρέπει να συνεχιστεί περαιτέρω.

84      Συνεπώς, από τις εν λόγω αναφορές στην Pometon δεν μπορεί, αντικειμενικώς, να συναχθεί η υπόνοια ότι η Επιτροπή προδίκασε εσκεμμένως την ενοχή και την ευθύνη της επιχειρήσεως αυτής στο πλαίσιο της επίμαχης συμπράξεως ήδη κατά το στάδιο της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς που απευθύνεται στις τέσσερις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες συμμετείχαν στην επίμαχη σύμπραξη.

85      Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα αν οι αναφορές στη συμπεριφορά της προσφεύγουσας που περιέχονται στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς ήταν αναγκαίες προκειμένου να αποδειχθεί η ευθύνη των αποδεκτών της αποφάσεως αυτής, πρέπει, καταρχάς, να απορριφθεί η πραγματοποιηθείσα από την προσφεύγουσα σύγκριση με την απόφαση διευθετήσεως διαφορών της Επιτροπής στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση C(2014) 4227 τελικό, στην οποία μία από τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη είχε επίσης αποσυρθεί από τη διευθέτηση της διαφοράς (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω).

86      Πράγματι, τα πραγματικά δεδομένα αυτών των δύο υποθέσεων δεν είναι όμοια. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν προσδιορίζει κάποια εύλογη ομοιότητα μεταξύ της συμπράξεως της ανωτέρω υποθέσεως και της επίμαχης εν προκειμένω συμπράξεως.

87      Ωστόσο, πρέπει, ακολούθως, να υπομνησθεί ότι η διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 38 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, κατά την οποία από τις αναφορές στην την κατάσταση της προσφεύγουσας που περιλαμβάνονται στις προηγούμενες αιτιολογικές σκέψεις «προκύπτει ότι οι επαφές μεταξύ των Winoa, Ervin και Pometon μετεξελίχθηκαν, από τον Οκτώβριο του 2003, σε συμπεριφορά», σηματοδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την έναρξη της παραβάσεως, δεν σημαίνει ότι, κατά το συγκεκριμένο στάδιο της αιτιολογήσεως της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η Επιτροπή είχε ήδη διαπιστώσει όλες τις πραγματικές και νομικές συνθήκες που αποδεικνύουν ότι η Pometon, όπως και οι τέσσερις άλλες επιχειρήσεις που παραδέχτηκαν την ενοχή τους, ήταν ένοχη για συμμετοχή στην επίμαχη παράβαση (βλ. σκέψεις 66 και 67 ανωτέρω).

88      Όσον αφορά, περαιτέρω, την αιτιολογική σκέψη 37 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, σχετικά με τη γεωγραφική έκταση της συμπράξεως, η οποία κάλυπτε, για τις πέντε εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, ολόκληρο τον ΕΟΧ, τονίζεται ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή δέχτηκε την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, ήταν απαραίτητο να διευκρινιστεί η γεωγραφική έκταση της συμπράξεως στο σύνολό της (βλ. σκέψη 259 κατωτέρω).

89      Τέλος, επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 31 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η οποία ορίζει ότι «[ο]ι επαφές με την Pometon συνεχίστηκαν έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία η Pometon πώλησε στη Winoa τη δραστηριότητά της στον τομέα των λειαντικών μέσων από χάλυβα και αποχώρησε από την [οικεία] αγορά», δεν έχει ως σκοπό να θεμελιώσει την ευθύνη της προσφεύγουσας στην επίμαχη παράβαση, αλλά να διευκρινίσει την εξέλιξη στον χρόνο της συμπράξεως στην οποία οι τέσσερις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς παραδέχτηκαν ότι συμμετείχαν, λαμβανομένης υπόψη, ακριβώς, της αποκτήσεως, κατά την εν λόγω ημερομηνία, της δραστηριότητας της Pometon από τη Winoa (αιτιολογικές σκέψεις 32 έως 35 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς).

90      Υπό τις συνθήκες αυτές, και με βάση τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις, οι οποίες υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 57 έως 60 ανωτέρω και των οποίων η νομιμότητα δεν αμφισβητήθηκε από την προσφεύγουσα, η τελευταία δεν δύναται βασίμως να προσάψει στην Επιτροπή ότι, καθόσον στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς αναφέρθηκε σε ορισμένες συμπεριφορές της ίδιας σε σχέση με τις συμπεριφορές των τεσσάρων άλλων εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, παρέβη το θεμελιώδες καθήκον αμεροληψίας κατά τη μεταγενέστερη εξέταση του φακέλου της για τα λειαντικά μέσα, ο οποίος εκκρεμούσε ακόμη, ούτε ότι παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας της προσφεύγουσας, ως επιχειρήσεως που επέλεξε να μην συνεχίσει τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς ενώ οι τέσσερις άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις την είχαν, αντιθέτως, αποδεχτεί.

91      Ωστόσο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας απορρέει από το γεγονός ότι οι δύο διαδικασίες σχετικά με τη σύμπραξη για τα λειαντικά μέσα των οποίων η ίδια αποτέλεσε αντικείμενο, δηλαδή αρχικώς η διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς και ακολούθως η κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία, διεξήχθησαν σε διαφορετικά στάδια, πράγμα που σημαίνει ότι η Επιτροπή, στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, όφειλε να παραλείψει κάθε αναφορά στην ειδική κατάστασή της (βλ. σκέψεις 7, 10 και 11 ανωτέρω).

92      Βεβαίως, είναι προφανές ότι, εν προκειμένω, το γεγονός ότι τέσσερις από τις πέντε επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην επίμαχη σύμπραξη παραδέχτηκαν την ενοχή τους ενδέχεται να έχει στενό και αναπόφευκτο αντίκτυπο στα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με τη συμμετοχή της πέμπτης επιχειρήσεως η οποία φέρεται να έχει συμμετάσχει στην ίδια σύμπραξη, δηλαδή της Pometon.

93      Ωστόσο, μια επιχείρηση, όταν αποφασίζει ελεύθερα να επιλέξει την υβριδική διαδικασία αντί να υποβάλει στην Επιτροπή πρόταση διευθετήσεως της διαφοράς, δεν μπορεί να ισχυριστεί, επικαλούμενη την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, ότι η Επιτροπή, ως αρχή επιφορτισμένη με τη διασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, οφείλει, στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, να αγνοήσει εντελώς ορισμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία τα έχουν παραδεχτεί οι άλλες επιχειρήσεις που προχώρησαν στη διευθέτηση της διαφοράς και τα οποία, μολονότι αφορούν συμπεριφορές της προσφεύγουσας που δεν συνέχισε τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς, είναι κρίσιμα για την εκτίμηση της υπάρξεως της επίμαχης συμπράξεως στο σύνολό της.

94      Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της Επιτροπής με το οποίο αυτή ισχυρίζεται, συναφώς, ότι η άποψη της προσφεύγουσας ισοδυναμεί πρακτικά με χορήγηση ενός είδους «απαλλαγής από το πρόστιμο» στις επιχειρήσεις που αποσύρονται από τη διαδικασία διευθετήσεως διαφορών.

95      Πράγματι, το νομικό ζήτημα που ήγειρε συναφώς η προσφεύγουσα δεν αποσκοπεί στο να αμφισβητήσει την εξουσία της Επιτροπής να της επιβάλει πρόστιμο, αλλά το καθήκον αμεροληψίας που το εν λόγω θεσμικό όργανο οφείλει να τηρήσει κατά την εξέταση του φακέλου της για τα λειαντικά μέσα και άρα και τον σεβασμό της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο υβριδικής διαδικασίας της οποίας τα στάδια έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικό χρόνο.

96      Ωστόσο, το δικαίωμα κάθε επιχειρήσεως να αποσυρθεί από μια διαδικασία διευθετήσεως διαφορών δεν της παρέχει και δικαίωμα σε αμάχητο τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή τεκμήριο που δεν μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη του αντιθέτου, απόδειξη με την οποία βαρύνεται, εν προκειμένω, η Επιτροπή ακριβώς στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας με την ενδιαφερόμενη επιχείρηση.

97      Επομένως, η διαδικασία αυτή, παρά τον υβριδικό χαρακτήρα της και το ότι τα στάδιά της έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικό χρόνο, εντούτοις παρέχει τη δυνατότητα, αφενός, στην Επιτροπή να εκπληρώσει προσηκόντως το καθήκον ελέγχου και καταστολής κάθε συμπεριφοράς ικανής να παρεμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ελεύθερο ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και, αφετέρου, στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματα άμυνας, ακριβώς στο πλαίσιο άμεσης και κατ’ αντιμωλίαν αντιπαραθέσεως με την Επιτροπή.

98      Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν υποστηρίζει ότι η εν λόγω χρονική απόσταση στην εφαρμογή αυτών των δύο διαδικασιών αντιβαίνει, αυτή καθεαυτή, στις κρίσιμες διατάξεις των εφαρμοστέων στον τομέα αυτό κανονισμών ούτε, εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 41 του Χάρτη σχετικά με το καθήκον αμεροληψίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Αντιθέτως, φρονεί ότι, εν προκειμένω, η εν λόγω χρονική απόσταση μεταξύ της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς και της προσβαλλομένης αποφάσεως παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του οποίου η ίδια πρέπει να απολαύει μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής της.

99      Ωστόσο, πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι η απόφαση κινήσεως κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας για επιχείρηση που αποσύρθηκε από διαδικασία διευθετήσεως διαφορών δεν επιβάλλει στην Επιτροπή να καθυστερήσει ή να αναστείλει την έκδοση μέτρων «κατάλληλ[ων] […] για τον τερματισμό» της επίμαχης συμπράξεως (άρθρο 105 ΣΛΕΕ), και ιδίως εκείνων που αφορούν τις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες παραδέχτηκαν την ευθύνη τους και υπέβαλαν προς τούτο οριστική πρόταση διευθετήσεως της διαφοράς. Η έκδοση αποφάσεως διευθετήσεως διαφορών όταν συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις ανταποκρίνεται, στην πραγματικότητα, στο γενικό και υπέρτερο συμφέρον της διασφαλίσεως του ανταγωνισμού προς όφελος των καταναλωτών. Πράγματι, όπως επισημαίνεται και στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού (ΕΚ) 2015/1348 της Επιτροπής, της 3ης Αυγούστου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004 (ΕΕ 2015, L 208, σ. 3), «[τ]α συμφέροντα των καταναλωτών όσον αφορά τη διασφάλιση του εντοπισμού και της τιμωρίας των μυστικών συμπράξεων υπερτερούν έναντι του συμφέροντος της επιβολής προστίμων […] [στις] επιχειρήσεις εκείνες που επιτρέπουν στην Επιτροπή να εντοπίσει και να απαγορεύσει τις εν λόγω πρακτικές».

100    Επομένως, πρώτον, καμία εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση διευθετήσεως διαφορών ταυτόχρονα με την απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως και επιβολής κυρώσεων εις βάρος επιχειρήσεως η οποία, αντιθέτως, αποχώρησε από τη διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς ή που εξαρχής δεν δέχτηκε να λάβει μέρος στη διαδικασία αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, η δυνατότητα χρονικής αποκλίσεως προκύπτει ρητώς από το σημείο 19 της ανακοίνωσης σχετικά με τις διαδικασίες διευθετήσεως διαφορών, το οποίο διευκρινίζει τα εξής:

«Σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο διαδικασίας διευθέτησης διαφοράς, η διαδικασία που καταλήγει στη λήψη τελικής απόφασης για την υπόθεσή τους ακολουθεί τις γενικές διατάξεις, και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 2, το άρθρο 12 παράγραφος 1 και το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004, και όχι αυτές που ρυθμίζουν την διαδικασία διευθέτησης διαφορών.»

101    Δεύτερον, και κατά συνέπεια, ακόμη και στο ειδικό πλαίσιο μιας υβριδικής διαδικασίας της οποίας τα στάδια έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικό χρόνο, οι εφαρμοστέες στον τομέα αυτό διατάξεις του δικαίου της Ένωσης παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκπληρώσει προσηκόντως το καθήκον ελέγχου και καταστολής των συμπράξεων κατά τρόπο αποτελεσματικό, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι αυτή σέβεται πλήρως το καθήκον αμεροληψίας καθώς και το τεκμήριο αθωότητας έναντι του μέρους το οποίο παραιτήθηκε από τη διευθέτηση της διαφοράς και επέλεξε ο φάκελός του να εξεταστεί από το εν λόγω θεσμικό όργανο στο πλαίσιο ειδικής κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας.

102    Ειδικότερα, κατά την εν λόγω κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση, επικαλούμενη ιδίως όλα τα προνόμια τα οποία σχετίζονται με τα δικαιώματα άμυνας που της αναγνωρίζει το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί, αφενός, να αμφισβητήσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προβάλλονται εις βάρος της από την Επιτροπή και, αφετέρου, να προβάλει ταυτόχρονα όλα τα χρήσιμα για την απαλλαγή της επιχειρήματα.

103    Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, διαπιστώνεται ότι, τόσο με βάση τις προφυλάξεις ως προς τη διατύπωση που έλαβε η Επιτροπή κατά την κατάρτιση της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς όσο και με βάση το ουσιαστικό περιεχόμενό τους, οι επίμαχες αναφορές σχετικά με προσφεύγουσα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω απόφαση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη για έλλειψη αμεροληψίας αυτού του θεσμικού οργάνου έναντι της προσφεύγουσας και, ως εκ τούτου, για την μη τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας στην προσβαλλόμενη απόφαση.

104    Συνεπώς, για όλους τους ανωτέρω λόγους, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

2.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση των κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως, καθόσον η Επιτροπή καταλόγισε στην προσφεύγουσα συμμετοχή στη σύμπραξη

105    Αυτός ο λόγος ακυρώσεως αποτελείται από τρία σκέλη. Με τα δύο πρώτα σκέλη, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε καθεμία από τις δύο πτυχές της εικαζόμενης συμπράξεως, εκ των οποίων η πρώτη αφορά τον τρόπο υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα και η δεύτερη τον συντονισμό ως προς τους ατομικούς πελάτες. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους, ισχυρίζεται ότι δεν συμμετείχε στην εικαζόμενη ενιαία και διαρκή παράβαση. Προς στήριξη των τριών αυτών σκελών του λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα επικαλείται, κατ’ ουσίαν, την ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς, κατά την άποψή της, τα στοιχεία αυτά είναι ασαφή, ασυνεπή και αντιφατικά.

106    Πριν εξεταστεί καθένα από τα τρία σκέλη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να υπομνησθούν οι κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διαχείριση των αποδείξεων.

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διαχείριση των αποδείξεων

107    Το άρθρο 2 του κανονισμού 1/2003 ορίζει ρητώς ότι «η απόδειξη της παράβασης του άρθρου [101, παράγραφος 1, ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ] βαρύνει το μέρος ή την αρχή που ισχυρίζεται την παράβαση». Επομένως, απόκειται στην Επιτροπή να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τις παραβάσεις τις οποίες διαπιστώνει και να αποδείξει, επαρκώς κατά νόμον, τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν παράβαση (πρβλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2013, CISAC κατά Επιτροπής, T‑442/08, EU:T:2013:188, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

108    Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, ενδεχόμενη αμφιβολία του δικαστή που καλείται να εκτιμήσει αν η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την ενοχή ορισμένης επιχειρήσεως αναφορικά με παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ πρέπει να αποβαίνει υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση που διαπιστώνει την εν λόγω παράβαση (πρβλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2013, CISAC κατά Επιτροπής, T‑442/08, EU:T:2013:188, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

109    Συνεπώς, στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο η Επιτροπή να επικαλεστεί σύνολο συγκεκριμένων και συγκλινόντων αποδεικτικών στοιχείων βάσει των οποίων να μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη παράβαση και η επίμαχη κύρωση επιβλήθηκαν νομίμως, τηρουμένων δηλαδή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ιδίως των δικαιωμάτων άμυνας, τα οποία διασφαλίζονται σε κάθε κατηγορούμενο. Εντούτοις, δεν απαιτείται καθένα από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζει η Επιτροπή να πληροί κατ’ ανάγκην τα ως άνω κριτήρια ως προς κάθε στοιχείο της παραβάσεως. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω θεσμικό όργανο, εκτιμώμενη ως σύνολο, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Keramag Keramische Werke κ.λπ., C‑613/13 P, EU:C:2017:49, σκέψη 52, και της 12ης Απριλίου 2013, CISAC κατά Επιτροπής, T‑442/08, EU:T:2013:188, σκέψεις 96 και 97).

110    Πράγματι, δεδομένου ότι η απαγόρευση συμμετοχής σε αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές και συμφωνίες καθώς και οι κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν στους παραβάτες είναι γνωστές, είναι σύνηθες οι αθέμιτες δραστηριότητες να λαμβάνουν χώρα κατά τρόπο όλο και πιο κρυφό, οι συναντήσεις μεταξύ των εκπροσώπων των επιχειρήσεων να διεξάγονται μυστικά, συνήθως σε τρίτα κράτη, και τα σχετικά έγγραφα να περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατόν, ακριβώς με στόχο να αποφευχθούν ο εντοπισμός της συμπράξεως και οι αυστηρές κυρώσεις.

111    Ειδικότερα, ακόμη και όταν η Επιτροπή ανακαλύπτει στοιχεία τα οποία πιστοποιούν κατά τρόπο σαφή παράνομες επαφές μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, όπως είναι τα πρακτικά συνάντησης, τα στοιχεία αυτά είναι κατά κανόνα αποσπασματικά και διάσπαρτα, με αποτέλεσμα να είναι συχνά αναγκαία η ανασύνθεση ορισμένων λεπτομερειών διά επαγωγικών συλλογισμών (αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψεις 55 και 56, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Keramag Keramische Werke κ.λπ., C‑613/13 P, EU:C:2017:49, σκέψη 50).

112    Επομένως, η ύπαρξη αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, να συναχθεί από ορισμένες συμπτώσεις και ενδείξεις, οι οποίες, θεωρούμενες στο σύνολό τους, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης λογικής εξήγησης, την απόδειξη ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Total Marketing Services κατά Επιτροπής, C‑634/13 P, EU:C:2015:614, σκέψη 26, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Keramag Keramische Werke κ.λπ., C‑613/13 P, EU:C:2017:49, σκέψη 51).

113    Αντιμέτωπη με αυτές τις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές, οι οποίες είναι όλο και λιγότερο εμφανείς, η Επιτροπή δύναται, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη στοιχεία που διαπιστώνονται εκτός της περιόδου παραβάσεως, εφόσον τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στη δέσμη ενδείξεων την οποία επικαλείται προκειμένου να αποδείξει την εν λόγω παράβαση. Συνεπώς, μπορεί να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφοράς προκειμένου να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο ορισμένου αντικειμενικού αποδεικτικού στοιχείου (πρβλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2012, Denki Kagaku Kogyo και Denka Chemicals κατά Επιτροπής, T‑83/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:48, σκέψη 188), ή ακόμη και περιστατικά μεταγενέστερα της συμπεριφοράς αυτής (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑655/11, EU:T:2015:383, σκέψη 178).

114    Επιπλέον, όταν, στο πλαίσιο της αποδείξεως παραβάσεως των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού, η Επιτροπή στηρίζεται σε έγγραφες αποδείξεις, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις οφείλουν όχι απλώς να παρουσιάσουν μια εναλλακτική εξήγηση σε σχέση με τη θέση της Επιτροπής, αλλά να αμφισβητήσουν την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία η τελευταία στηρίχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη της εικαζόμενης παραβάσεως (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑655/11, EU:T:2015:383, σκέψη 181 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

115    Εξάλλου, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεμελίωση παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, στο δίκαιο της Ένωσης ισχύει η αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων, από την οποία προκύπτει, αφενός, ότι, εφόσον ορισμένο αποδεικτικό στοιχείο αποκτήθηκε νομοτύπως, το παραδεκτό του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, αφετέρου, ότι το μόνο κρίσιμο κριτήριο για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των νομοτύπως προσκομιζομένων αποδείξεων είναι η αξιοπιστία τους (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:866, σκέψη 128).

116    Κατά τους γενικώς εφαρμοστέους κανόνες στον τομέα της αποδείξεως, η αξιοπιστία και, επομένως, η αποδεικτική αξία ενός εγγράφου εξαρτώνται από την προέλευσή του, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό συντάχθηκε, από τον αποδέκτη του και από τον λογικό και αξιόπιστο χαρακτήρα του περιεχομένου του.

117    Επομένως, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδίδεται στα έγγραφα που συντάχθηκαν σε άμεση σχέση με τα γεγονότα ή από άμεσο μάρτυρα αυτών. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση των εγγράφων που σχετίζονται άμεσα με συναντήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων εξετάστηκε ο σχεδιασμός ή η εφαρμογή της συμπράξεως και που είναι πρόδηλο ότι καταρτίστηκαν χωρίς την υπόνοια ότι θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση τρίτων μη εμπλεκομένων στην υπόθεση (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Shell Petroleum κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑343/06, EU:T:2012:478, σκέψη 207, και της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 109).

118    Υπό αυτό το πρίσμα, οι δηλώσεις άλλων κατηγορούμενων επιχειρήσεων ενδέχεται να έχουν ουσιώδη σημασία ενόψει της διαπιστώσεως της υπάρξεως συμπράξεως. Ειδικότερα, οι δηλώσεις που γίνονται στο πλαίσιο αιτήσεως υπαγωγής στο καθεστώς του προγράμματος επιείκειας της Επιτροπής (βλ. αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 2015/1348, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 99 ανωτέρω) έχουν υψηλή αποδεικτική αξία (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2004, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑67/00, T‑68/00, T‑71/00 και T‑78/00, EU:T:2004:221, σκέψεις 205, 211 και 212, και της 20ής Μαΐου 2015, Timab Industries και CFPR κατά Επιτροπής, T‑456/10, EU:T:2015:296, σκέψη 115). Πράγματι, κάθε απόπειρα παραπλανήσεως της Επιτροπής, εκ μέρους του αιτούντος επιεική μεταχείριση, δύναται να δημιουργήσει αμφιβολίες για την ειλικρίνεια και την πληρότητα της συνεργασίας του και, επομένως, να του στερήσει τη δυνατότητα να ωφεληθεί πλήρως από τη συνεργασία αυτή (πρβλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:866, σκέψη 138).

119    Ωστόσο, όταν επιχείρηση που κατηγορείται ότι συμμετείχε σε σύμπραξη προβαίνει σε δήλωση της οποίας η ακρίβεια αμφισβητείται από πολλές άλλες κατηγορούμενες επιχειρήσεις, η δήλωση αυτή δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει επαρκώς τη διάπραξη παραβάσεως εκ μέρους των τελευταίων, αν δεν τεκμηριώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εξυπακούεται όμως ότι ο απαιτούμενος βαθμός επίρρωσης μπορεί να είναι χαμηλότερος λόγω της αξιοπιστίας των σχετικών δηλώσεων (αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:866, σκέψη 135, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Keramag Keramische Werke κ.λπ., C‑613/13 P, EU:C:2017:49, σκέψη 28).

120    Εν κατακλείδι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την προβαλλόμενη από την Επιτροπή παράβαση, το κάθε στοιχείο που προσκομίζει το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να είναι ακριβές και να συνιστά, αυτό καθεαυτό, αυτοτελή απόδειξη της παραβάσεως, αλλά αρκεί το κατηγορητικό πλαίσιο στο σύνολό του και η δέσμη ενδείξεων και στοιχείων που προσκομίζει η Επιτροπή, συνολικώς εκτιμώμενα, να ανταποκρίνονται στις θεμελιώδεις απαιτήσεις που αφορούν την απόδειξη της ενοχής, ούτως ώστε το δικαστήριο της Ένωσης που ενδεχομένως επιλαμβάνεται, στη συνέχεια, του ελέγχου της αποφάσεως που διαπιστώνει παράβαση, να είναι σε θέση να κρίνει ότι η ενοχή αυτή έχει αποδειχθεί νομίμως (βλ. σκέψη 109 ανωτέρω).

2.      Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από την προβαλλόμενη μη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της «προσαυξήσεως στα απομέταλλα»

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

121    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η ίδια είχε συμμετάσχει στη σύμπραξη σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα είναι ανακριβές και δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ισχυρίζεται ότι η προσαύξηση στα απομέταλλα δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αυτομάτως, αλλά απαιτούσε, αφενός, τακτική επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και, αφετέρου, τη διεξαγωγή διαφόρων συναντήσεων και επαφών, οι οποίες αποτελούσαν την πεμπτουσία της συμπράξεως.

122    Συναφώς, πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο κάθε παραγωγός δεν αρκούσε να συμβουλευτεί τους δείκτες της τιμής των απομετάλλων, δηλαδή τον δείκτη CAEF 225 για την Ιταλία και τον δείκτη Eurofer για τις υπόλοιπες χώρες του ΕΟΧ, και ακολούθως να υπολογίσει, αυτοτελώς, το ποσό της προσαυξήσεως στα απομέταλλα εφαρμόζοντας τον τύπο που είχε συμφωνηθεί προηγουμένως. Αντιθέτως, από τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 40, 121, 124 και 125) προκύπτει ότι οι παραγωγοί, προκειμένου να καθορίσουν την προσαύξηση στα απομέταλλα, έπρεπε να λάβουν την ανακοίνωση που έστελνε η Winoa κάθε μήνα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε κάθε συμμετέχοντα στη σύμπραξη (στο εξής: φύλλο υπολογισμού) ή, ειδάλλως, να συμβουλευτούν τον δικτυακό τόπο της Winoa, στον οποίο η τελευταία, από τον Μάιο του 2004, είχε δημοσιεύσει τις πληροφορίες σχετικά με την προσαύξηση στα απομέταλλα, ενημερώνοντας και τα υπόλοιπα μέρη για τη δημοσίευση αυτή.

123    Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν έλαβε ποτέ από τη Winoa ούτε τα φύλλα υπολογισμού ούτε την ενημέρωση σχετικά με τη δημοσίευση, στον δικτυακό τόπο της, της προσαυξήσεως στα απομέταλλα. Επιπλέον, αμφισβητεί το κατά πόσον η εν λόγω δημοσίευση μπορούσε να υποκαταστήσει την αποστολή των φύλλων υπολογισμού (βλ. αιτιολογική σκέψη 127 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

124    Δεύτερον, όσον αφορά τη συμμετοχή της σε ορισμένες συναντήσεις, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, από τις 27 συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου που έληξε στις 16 Μαΐου 2007, η ίδια έλαβε μέρος μόνο σε δύο συναντήσεις με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ‑εκ των οποίων η πρώτη στις 28 Σεπτεμβρίου 2004 και η δεύτερη στις 9 Ιουνίου 2005 (βλ. αιτιολογική σκέψη 69 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

125    Ειδικότερα, στις 16 Μαΐου 2007 δεν πραγματοποιήθηκε καμία συνάντηση. Η συνάντηση του Μιλάνου (Ιταλία), που μνημονεύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 52 έως 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πραγματοποιήθηκε στην πραγματικότητα στις 17 Μαΐου 2017, δηλαδή την επομένη της ημέρας κατά την οποία η προσφεύγουσα πώλησε στη Winoa τη δραστηριότητά της στον τομέα των λειαντικών μέσων και αποχώρησε οριστικά από την εν λόγω αγορά (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 11, 129 και 166 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

126    Τρίτον, όσον αφορά τις λοιπές επαφές, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι από τα έγγραφα που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 48 έως 55) δεν προκύπτει ότι οι επαφές της με τους λοιπούς συμμετέχοντες στη σύμπραξη είναι ικανές να αποδείξουν ότι η ίδια συνέχισε να εφαρμόζει, από το 2004 και μετά, την προσαύξηση στα απομέταλλα που συμφωνήθηκε τον Οκτώβριο του 2003.

127    Εν κατακλείδι, η Επιτροπή παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και δεν απέδειξε ότι η προσφεύγουσα είχε εμπλακεί σε αθέμιτες επαφές.

128    Η Επιτροπή αμφισβητεί την ανωτέρω επιχειρηματολογία.

2)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

1)      Επί του αρχικού ρόλου της προσφεύγουσας στην καθιέρωση, κατά το έτος 2003, της προσαυξήσεως στα απομέταλλα

129    Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την αρχική ευθύνη της στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως, και τούτο από τις 3 Οκτωβρίου 2003. Εξάλλου, δεν είχε αμφισβητήσει την εν λόγω ευθύνη της ούτε με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της 3ης Δεκεμβρίου 2004 (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 114 και 160 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Συνεπώς, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα όχι μόνο συνήψε, με την Ervin και τη Winoa, τη συμφωνία σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, κατά τη συνάντηση των εκπροσώπων αυτών των τριών επιχειρήσεων, στις 3 Οκτωβρίου 2003, σε εστιατόριο στις όχθες της λίμνης Γκάρντα (Ιταλία), αλλά διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο, το 2003, στην προετοιμασία αυτής της συνάντησης καθώς και στην επιλογή του νέου συστήματος ενιαίου υπολογισμού.

130    Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ενεπλάκη, μετά τη σύναψη της συμφωνίας της 3ης Οκτωβρίου 2003, στον συντονισμό και στην πραγματική εφαρμογή του νέου συστήματος υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα. Πράγματι, αυτή η εμπλοκή επιβεβαιώνεται, καταρχάς, από σειρά ηλεκτρονικών μηνυμάτων τα οποία αντάλλαξε με τη Winoa, τον Οκτώβριο του 2003 (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 42 έως 45 της προσβαλλομένης αποφάσεως), και τα οποία δεν αμφισβητούνται από την προσφεύγουσα, καθώς και από το ηλεκτρονικό μήνυμα της 1ης Δεκεμβρίου 2003 του «general manager» της Pometon Deutschland προς τον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας (αιτιολογική σκέψη 46). Από το έγγραφο αυτό, ειδικότερα, προκύπτει σαφώς ότι η προσφεύγουσα ζήτησε από τη γερμανική θυγατρική της να εφαρμόσει την προσαύξηση στα απομέταλλα, οδηγία η οποία είναι απολύτως συνεπής με τη στρατηγική της επίμαχης συμπράξεως. Τέλος, από το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 9ης Δεκεμβρίου 2003 προκύπτει ότι η υιοθέτηση της εν λόγω προσαυξήσεως από τις ισπανικές θυγατρικές της Winoa και της προσφεύγουσας αποτέλεσε επίσης αντικείμενο συντονισμού μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών (αιτιολογική σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

131    Ούτε αυτά τα πραγματικά περιστατικά αμφισβητούνται.

2)      Επί της αυτόματης εφαρμογής της προσαυξήσεως στα απομέταλλα μετά την 1η Φεβρουαρίου 2004

132    Ο τύπος του ενιαίου υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, ο οποίος συμφωνήθηκε κατά τη συνάντηση της 3ης Οκτωβρίου 2003 και εφαρμοζόταν, κατά την Επιτροπή, από όλους τους συμμετέχοντες στη σύμπραξη από τον Φεβρουάριο του 2004, περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

133    Ο τύπος αυτός βασιζόταν, αφενός και για ολόκληρο τον ΕΟΧ πλην της ιταλικής αγοράς, στον δείκτη Eurofer της τιμής των απομετάλλων. Ο δείκτης αυτός δημοσιευόταν κάθε μήνα, έως τις 2 Μαρτίου 2016, στον δικτυακό τόπο της Eurofer, δηλαδή της ευρωπαϊκής ένωσης σιδήρου και χάλυβα. Υπολογιζόταν με βάση τη μέση τιμή σε ευρώ ανά τόνο σε συνάρτηση με τις τιμές προσφοράς και ζήτησης που συλλέγονταν από τους κύριους οικονομικούς φορείς της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

134    Αφετέρου, όσον αφορά την Ιταλία, όπου οι τιμές των απομετάλλων ήταν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο τύπος αυτός βασιζόταν στον δείκτη CAEF 225, δηλαδή έναν εθνικό δείκτη, ο οποίος καθορίζεται από το εμπορικό επιμελητήριο του Μιλάνου και δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Assofermet, ήτοι της ιταλικής ένωσης των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των προϊόντων χάλυβα.

135    Σε αντίθεση προς τον δείκτη Eurofer, ο δείκτης CAEF 225 δεν εμφανιζόταν υπό τη μορφή ενιαίας μηνιαίας αξίας, δηλαδή υπό τη μορφή ενός και μόνο δείκτη, αλλά υπό τη μορφή ενός εύρους μεταξύ ελάχιστης και μέγιστης τιμής, το οποίο δημοσιευόταν ανά δύο εβδομάδες από την Assofermet (αιτιολογικές σκέψεις 37 και 126 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

136    Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία αυτά, η προσαύξηση στα απομέταλλα υπολογιζόταν, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, κατόπιν αφαιρέσεως, δίκην «αντιστάθμισης», του αριθμού 68 από τον δείκτη Eurofer και του αριθμού 62 από τον δείκτη CAEF 225. Προκειμένου να καθοριστεί η βασική τιμή των λειαντικών μέσων που θα χρεωνόταν στους πελάτες, το ποσό που προέκυπτε κατά τα ανωτέρω προστίθετο στις λοιπές δαπάνες, και μεταξύ άλλων στην πραγματική τιμή αγοράς των απομετάλλων.

137    Η προσφεύγουσα, χωρίς να αμφισβητεί στα δικόγραφά της τον ως άνω τρόπο υπολογισμού, υποστηρίζει ωστόσο ότι οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν αυτομάτως την προσαύξηση στα απομέταλλα, μόνο με βάση τους δύο προαναφερθέντες δείκτες.

138    Ειδικότερα, κατά την προσφεύγουσα, για την εφαρμογή της εν λόγω προσαυξήσεως, κάθε παραγωγός έπρεπε να λαμβάνει, κάθε μήνα, το φύλλο υπολογισμού, δηλαδή το μηνιαίο ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με την προσαύξηση στα απομέταλλα το οποίο η Winoa είχε αναλάβει να αποστέλλει στους συμμετέχοντες στη σύμπραξη μέχρι τα μέσα του 2007, ή να συμβουλεύεται, από τον Μάιο του 2004, την ενημέρωση σχετικά με την προσαύξηση στα απομέταλλα η οποία δημοσιευόταν στον δικτυακό τόπο της Winoa.

139    Απαντώντας σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, ιδίως στην Ιταλία, ήταν πολύ δύσκολο να εφαρμόσει κανείς την προσαύξηση στα απομέταλλα χωρίς να στηριχθεί στα στοιχεία που περιέχονταν στα φύλλα υπολογισμού, διότι ο δείκτης CAEF 225 συνίστατο σε φάσμα τιμών που δημοσιευόταν ανά δεκαπέντε ημέρες, πράγμα που μεταφραζόταν, συγκεκριμένα, σε τέσσερις δείκτες ανά μήνα (βλ. σκέψη 135 ανωτέρω). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα διευκρίνισε επίσης, συναφώς, ότι η μετατροπή αυτών των τεσσάρων δεικτών σε ενιαίο ποσό πραγματοποιούνταν από τη Winoa, στα φύλλα υπολογισμού, τα οποία εξάλλου μνημόνευαν όχι μόνο αυτό το ενιαίο ποσό αλλά και το πραγματικό ποσό της προσαυξήσεως στα απομέταλλα.

140    Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με τη συμμετοχή της στην εν λόγω πρώτη πτυχή της συμπράξεως είναι εσφαλμένες και δεν στηρίζονται σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, στο μέτρο που η ίδια δεν είχε λάβει ποτέ ούτε τα μηνιαία φύλλα υπολογισμού, απαραίτητα κατά τη γνώμη της για την εφαρμογή της πρώτης πτυχής της συμπράξεως, αλλά ούτε και το ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa με το οποίο οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη ενημερώνονταν για τη δημοσίευση, από τον Μάιο του 2004, των πληροφοριών σχετικά με την προσαύξηση στα απομέταλλα στον διαδικτυακό τόπο της τελευταίας και γνωστοποιούνταν σε αυτούς ο σύνδεσμος προς τον εν λόγω διαδικτυακό τόπο (βλ. σκέψη 122 ανωτέρω).

141    Ωστόσο, η ως άνω επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία στηρίζεται κατ’ ουσίαν στη δυσχέρεια, αν όχι στην αδυναμία, αυτόματης εφαρμογής της συμφωνίας για την προσαύξηση στα απομέταλλα, ιδίως στην Ιταλία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

142    Καταρχάς, όσον αφορά την εφαρμογή της συμφωνίας για την προσαύξηση στα απομέταλλα στην Ιταλία, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι μετέσχε στον σχεδιασμό και στην αρχική καθιέρωση αυτής της συμφωνίας, είναι λογικώς απίθανο, κατά την πραγματική εφαρμογή του εν λόγω αντίθετου προς τους κανόνες του ανταγωνισμού σχεδίου δράσεως, η Pometon, η οποία υπήρξε κατ’ ουσίαν ένας από τους αρχιτέκτονες της συμπράξεως, να παραιτήθηκε από την εφαρμογή της εν λόγω προσαυξήσεως, χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση των εταίρων της στη σύμπραξη, απλώς και μόνον επειδή δεν διέθετε επαρκείς πληροφορίες εκ μέρους της Winoa. Πράγματι, η εν λόγω προσαύξηση είχε σχεδιαστεί από την Pometon και συμφωνηθεί με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ακριβώς για να εφαρμόζεται αυτοτελώς και αυτομάτως από κάθε μέρος της συμπράξεως, συμπεριλαμβανομένης της ιταλικής αγοράς, στην οποία πρωτίστως δραστηριοποιούνταν η Pometon.

143    Συναφώς, από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή, όπως το ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2003 του γενικού διευθυντή της προσφεύγουσας προς τη Winoa, προκύπτει σαφώς ότι το σύστημα της προσαυξήσεως στα απομέταλλα επρόκειτο στην πραγματικότητα να εφαρμόζεται αυτομάτως και ότι, άλλωστε, οι ενδείξεις στις οποίες θα βασιζόταν το σύστημα αυτό είχαν επιλεγεί ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Τούτο επιβεβαιώνει ότι η αποστολή μηνιαίας ενημερώσεως στους συμμετέχοντες στη σύμπραξη δεν ήταν απολύτως απαραίτητη για την εφαρμογή της προσαυξήσεως στα απομέταλλα.

144    Έπειτα, όσον αφορά τον υπολογισμό, αυτόν καθεαυτόν, της προσαυξήσεως στα απομέταλλα στην Ιταλία, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι αδυνατούσε να καθορίσει το ποσό της προσαυξήσεως αυτής χωρίς να λάβει το φύλλο υπολογισμού που κατήρτιζε η Winoa (βλ. σκέψη 139 ανωτέρω). Πράγματι, από την ανταλλαγή μηνυμάτων εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείο της Winoa της 31ης Μαΐου 2007 ‑την οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου ‑ προκύπτει ρητώς ότι, για να καθορίσουν το επίπεδο του δείκτη CAEF 225 που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της εν λόγω προσαυξήσεως, οι υπάλληλοι της Winoa αρκούνταν στο να συλλέγουν, από το εμπορικό επιμελητήριο του Μιλάνου, το φάσμα τιμών που καταρτιζόταν δύο φορές τον μήνα από τον φορέα αυτό και να υπολογίζουν τον μέσο όρο αυτών των τεσσάρων ποσών. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο ως άνω τρόπος δράσεως δεν μεταβλήθηκε ποτέ μετά τη συμφωνία της 3ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με το νέο σύστημα υπολογισμού της επίμαχης προσαυξήσεως στα απομέταλλα (βλ. σκέψη 129 ανωτέρω). Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συνάγεται από κανένα στοιχείο ότι τα άλλα μέρη της συμπράξεως δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν, κατά περίπτωση, την προαναφερθείσα ενέργεια υπολογισμού.

145    Τέλος, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που επικαλείται η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα οποία προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, πριν από την καθιέρωση του νέου συστήματος υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, η Winoa κοινοποιούσε ήδη, κάθε μήνα, στην προσφεύγουσα φύλλο υπολογισμού που μνημόνευε τον παλαιό δείκτη στον οποίο βασιζόταν τότε η προσαύξηση στα απομέταλλα, καθώς και το ύψος της προσαύξησης αυτής. Τούτο επιβεβαιώνεται, πράγματι, αφενός, από την τηλεομοιοτυπία που απέστειλε ο γενικός διευθυντής της προσφεύγουσας στη Winoa στις 14 Φεβρουαρίου 2003 και, αφετέρου, από ορισμένα εκ των εν λόγω φύλλων υπολογισμού που περιέχονται στον φάκελο της Επιτροπής. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της εμπλοκής της προσφεύγουσας στην καθιέρωση του νέου συστήματος (βλ. σκέψεις 129 και 130 ανωτέρω), είναι απίθανο η Winoa να έπαυσε, από την 1η Φεβρουαρίου 2004, να αποστέλλει φύλλα υπολογισμού στην προσφεύγουσα, μολονότι είχε συμφωνηθεί ότι θα αναλάμβανε τις μηνιαίες ανακοινώσεις προς τους συμμετέχοντες στη σύμπραξη σχετικά με την προσαύξηση στα απομέταλλα (αιτιολογική σκέψη 38 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

146    Εν κατακλείδι, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που εξετάστηκαν στις σκέψεις 141 έως 144 ανωτέρω προκύπτει ότι η αυτόματη εφαρμογή της πρώτης πτυχής της συμπράξεως δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι η εισαγωγή του τρόπου υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα συνοδεύτηκε από την καθιέρωση συστήματος μηνιαίας πληροφόρησης, ή και συντονισμού, με το οποίο ήταν επιφορτισμένη η Winoa.

147    Για όλους τους ανωτέρω λόγους, και δεδομένου ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η προσαύξηση στα απομέταλλα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμοστεί αυτομάτως, η έλλειψη ‑την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα‑ έγγραφης αποδείξεως σχετικά με την αποστολή από τη Winoa φύλλων υπολογισμού στην Pometon κατά την περίοδο της συμμετοχής της στην παράβαση δεν δύναται να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς τη συμμετοχή της επιχειρήσεως αυτής στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως, μετά την 1η Φεβρουαρίου του 2004.

3)      Επί των επαφών της προσφεύγουσας με τους άλλους συμμετέχοντες στη σύμπραξη, από το 2004 και μετά

148    Λαμβανομένου υπόψη του αυτόματου χαρακτήρα της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας κατά την οποία η συμμετοχή σε συναντήσεις και σε άλλες επαφές ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της πρώτης πτυχής της συμπράξεως από την Pometon, από το 2004 και μετά.

149    Πρώτον, όσον αφορά τη διεξαγωγή συναντήσεων, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη διαπίστωση της Επιτροπής, στην αιτιολογική σκέψη 111 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, «[κ]ατά την περίοδο μετά την καθιέρωση του ενιαίου προτύπου για την “προσαύξηση στα απομέταλλα”, το φθινόπωρο του 2003, και μέχρι την αναθεώρηση της “προσαυξήσεως στα απομέταλλα” το καλοκαίρι του 2007, οι επαφές ήταν λιγότερο εντατικές», και υποστηρίζει ότι η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ίδια έλαβε μέρος μόνο σε 2 από τις 27 συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου.

150    Εντούτοις, λόγω του αυτόματου χαρακτήρα του συστήματος, και ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στη σύμπραξη, ή ορισμένοι εξ αυτών, όντως πραγματοποιούσαν συναντήσεις, περισσότερο ή λιγότερο τακτικά, προκειμένου να διασφαλίσουν την παρακολούθηση της εφαρμογής της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, από την μη συμμετοχή της προσφεύγουσας στις εν λόγω συναντήσεις δεν μπορεί να συναχθεί ότι αυτή είχε παύσει να εφαρμόζει το εν λόγω σύστημα.

151    Δεύτερον, όσον αφορά τις λοιπές επαφές, τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα και πάλι δεν είναι ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω την αποδεικτική αξία των στοιχείων που επικαλείται συναφώς η Επιτροπή προς στήριξη των διαπιστώσεών της σχετικά με τη συμμετοχή της Pometon στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως.

152    Καταρχάς, η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 24ης Μαρτίου 2004, του οποίου γίνεται επίκληση στην αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως και στο οποίο εκτίθεται συνομιλία με τον γενικό διευθυντή της Pometon España, είχε ως αντικείμενο ακριβώς την παρακολούθηση της εφαρμογής της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, πράγμα που επιβεβαιώνει τη συμμετοχή της Pometon στην πρώτη πτυχή. Συναφώς, το γεγονός, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, ότι η συνομιλία αυτή αφορούσε ειδικότερα την τήρηση, από την Pometon, της συμφωνίας για την προσαύξηση στα απομέταλλα αναφορικά με έναν πελάτη της στην Ισπανία, την εταιρία Acerinox, δεν δύναται να θέσει εν αμφιβόλω την ανωτέρω διαπίστωση.

153    Έπειτα, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντηλλάγησαν μεταξύ της Würth και της Pometon, από τις 16 έως τις 18 Νοεμβρίου 2005, των οποίων γίνεται επίκληση στην αιτιολογική σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορούσαν, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, την επέκταση της εφαρμογής του επικρινόμενου συστήματος προσαυξήσεως στα απομέταλλα στις προμήθειες λειαντικών μέσων μεταξύ των μελών της συμπράξεως.

154    Αντιθέτως προς τα όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, είναι σαφές ότι αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα αναφέρονται στο εν λόγω σύστημα. Ειδικότερα, στο ηλεκτρονικό μήνυμά του της 17ης Νοεμβρίου 2005, ο γενικός διευθυντής της προσφεύγουσας επισήμαινε στη Würth ότι, για τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως λειαντικών μέσων από την Pometon στη Würth, το 2006, «[η] λύση θα ήταν να εφαρμοστεί η μηνιαία προσαύξηση στα απομέταλλα όπως συμβαίνει σήμερα στις αγορές». Άρα αναφερόταν σαφώς στο γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα εφαρμοζόταν από τους συμμετέχοντες στη σύμπραξη, μεταξύ αυτών και από την Pometon, στις οικείες αγορές, εξέταζε δε το ενδεχόμενο επεκτάσεώς του στις προμήθειες μεταξύ των παραγωγών.

155    Τέλος, η ύπαρξη αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού επαφών μεταξύ της Pometon και των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη επιβεβαιώνεται περαιτέρω και από το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Ervin, της 20ής Μαρτίου 2007, του οποίου γίνεται επίκληση στην αιτιολογική σκέψη 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως και στο οποίο διαλαμβάνεται ότι εκπρόσωποι της Winoa και της Pometon είχαν καλέσει τον συντάκτη αυτού του ηλεκτρονικού μηνύματος να λάβει μέρος σε συνάντηση στο Μιλάνο, στις «16/17 Μαΐου» του 2007, προκειμένου να συζητηθεί η εφαρμογή της προσαυξήσεως στα απομέταλλα (βλ. σκέψη 301 κατωτέρω).

156    Τρίτον, οι αναφορές, στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 69, 95, 107, 108, 110, 113 και 143), στη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε συναντήσεις ή άλλες επαφές μεταξύ των συμμετεχόντων στη σύμπραξη δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η ίδια η Επιτροπή θεώρησε ότι οι εν λόγω επαφές ήταν αναγκαίες για την εφαρμογή της πρώτης πτυχής της συμπράξεως, πράγμα που θα ήταν αντιφατικό με τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον αυτόματο χαρακτήρα του συστήματος προσαυξήσεως στα απομέταλλα.

157    Καταρχάς, οι αναφορές που μνημονεύονται στη σκέψη 156 ανωτέρω, τις οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν σχετίζονται μόνο με επαφές που αφορούσαν ειδικά την εφαρμογή της πρώτης πτυχής από το 2004 και μετά. Έπειτα, οι αναφορές αυτές, όταν αφορούν την πρώτη πτυχή, ουδόλως επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα των εν λόγω επαφών για την εφαρμογή της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, αλλά επιρρωννύουν, με συγκεκριμένα και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με την ευθύνη της προσφεύγουσας στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως.

158    Ειδικότερα, το συμπέρασμα της Επιτροπής, στην αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η Pometon συμμετείχε σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό και αθέμιτες συμφωνίες σχετικά με τις τιμές των λειαντικών μέσων λαμβάνοντας μέρος σε διάφορες συναντήσεις και [σε] άλλες επαφές με τους ανταγωνιστές της», πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη των προηγηθεισών διαπιστώσεων, υπό την έννοια ότι καλύπτει τις προπαρασκευαστικές επαφές, το 2003, ενόψει της συνάντησης της 3ης Οκτωβρίου 2003. Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό δεν αφορά μόνο την προσαύξηση στα απομέταλλα, αλλά το σύνολο των δύο πτυχών της συμπράξεως. Το ίδιο ισχύει και για τις αιτιολογικές σκέψεις 107, 108, 110, 113 και 143 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, οι συναντήσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 9ης Ιουνίου 2005 μνημονεύονται, στην αιτιολογική σκέψη 69 της εν λόγω αποφάσεως, μόνο σε σχέση με την εφαρμογή της δεύτερης πτυχής της συμπράξεως από την προσφεύγουσα στη Γερμανία (βλ. σκέψεις 215 έως 218 κατωτέρω).

159    Επομένως, όσον αφορά την πρώτη πτυχή της συμπράξεως, η Επιτροπή απέδειξε την ύπαρξη, μετά το αρχικό στάδιο της καθιερώσεως του νέου συστήματος προσαυξήσεως στα απομέταλλα, διαφόρων αθέμιτων επαφών μεταξύ της Pometon και άλλων μερών της συμπράξεως (βλ. σκέψεις 153 έως 156 ανωτέρω), οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος, είχαν αντιθέτως ως σκοπό να διασφαλίσουν την παρακολούθηση της εφαρμογής του.

4)      Συμπέρασμα σχετικά με τις αποδείξεις της συμμετοχής της προσφεύγουσας στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως

160    Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τα στοιχεία που προβάλλει η προσφεύγουσα δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, επαρκώς κατά νόμον, την ατομική ευθύνη της προσφεύγουσας στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως, λαμβανομένου υπόψη, πρώτον, του αυτόματου χαρακτήρα της εφαρμογής της προσαυξήσεως στα απομέταλλα (βλ. σκέψη 148 ανωτέρω) και, δεύτερον, του γεγονότος ότι οι περιορισμένες αλλά σημαντικές επαφές της προσφεύγουσας με τους λοιπούς συμμετέχοντες στη σύμπραξη, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή (βλ. σκέψη 160 ανωτέρω), αποδεικνύουν ότι αυτή όχι μόνον ενεπλάκη στην καθιέρωση του εν λόγω συστήματος, πράγμα το οποίο δεν αμφισβήτησε, αλλά συμμετείχε επίσης και στην παρακολούθηση της εφαρμογής του. Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις, η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως αποδεικνύεται πλήρως, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως της διάρκειας της συμμετοχής αυτής, ζήτημα το οποίο αμφισβητείται από την προσφεύγουσα στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως της υπό κρίση προσφυγής (βλ. σκέψεις 289 έως 315 κατωτέρω).

3.      Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από την προβαλλόμενη μη συμμετοχή της προσφεύγουσας στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως, που συνίστατο σε συντονισμό ως προς ατομικούς πελάτες

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

161    Ως προς το ζήτημα αυτό, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τη σύμπραξη η οποία αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ασυνεπής και αντιφατική ως προς τις αποδείξεις που προσκόμισε η ίδια η Επιτροπή, και ιδίως ως προς τις δηλώσεις του αιτούντος επιεική μεταχείριση, ο οποίος επικαλέστηκε τακτικές συναντήσεις όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ιταλία, όπου, με βάση τη δεύτερη από τις δηλώσεις αυτές, «οι ανταγωνιστές βρίσκονταν […] τρεις έως τέσσερις φορές ανά έτος».

162    Συναφώς, η προσφεύγουσα παρατηρεί, πρώτον, ότι σε καμία από τις δηλώσεις του αιτούντος επιεική μεταχείριση δεν μνημονεύεται η Pometon μεταξύ των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στο συνολικό σύστημα συντονισμού ως προς τους ατομικούς πελάτες. Αντιθέτως, στις δηλώσεις αυτές γίνεται λόγος για συχνές αθέμιτες επαφές μεταξύ των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη, ιδίως όσον αφορά τη δράση στην αγορά των κυριότερων περιοχών πωλήσεως λειαντικών μέσων στην Ευρώπη, δηλαδή στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

163    Η μνεία της Pometon, από τον αιτούντα επιεική μεταχείριση, μόνο σε σχέση με τη γερμανική αγορά αφορά στην πραγματικότητα συμπεριφορές που καταλογίζονται στην Pometon Abrasives, εταιρία ανήκουσα στον όμιλο Winoa, ή συμπεριφορές που δεν επιβεβαιώνονται από έγγραφες αποδείξεις (αιτιολογική σκέψη 132 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, όσον αφορά την ιταλική αγορά, ο αιτών επιεική μεταχείριση δήλωσε ότι η προσφεύγουσα είχε λάβει μέρος σε δύο συναντήσεις, στις 6 Ιουνίου και στις 4 Οκτωβρίου 2007, μολονότι, κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, αυτή είχε ήδη μεταβιβάσει στη Winoa τη δραστηριότητά της στον τομέα των λειαντικών μέσων.

164    Δεύτερον, όσον αφορά ειδικότερα την ισπανική αγορά, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι οι επαφές, «έως τις 5 Απριλίου 2004», μεταξύ της Pometon και της Winoa, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 64 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήταν αμιγώς διμερείς και έλαβαν χώρα για διάστημα μόνον έξι μηνών, μεταξύ του Οκτωβρίου του 2003 και του Απριλίου του 2004. Το δε εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 15ης Ιουλίου 2005, του οποίου γίνεται επίκληση στην αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποδεικνύει την ανυπαρξία οποιασδήποτε συμφωνίας περί κατανομής πελατείας.

165    Επιπλέον, τα έγγραφα της δικογραφίας επιβεβαιώνουν την απουσία οποιουδήποτε συντονισμού μεταξύ της Pometon και της Winoa ως προς τους ατομικούς πελάτες. Τούτο ισχύει για τα πρακτικά μιας συνάντησης της 18ης Μαΐου 2004, τα οποία περιλαμβάνονται ως παράρτημα σε εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa και στα οποία γίνεται λόγος για «δυσχέρειες στην εφαρμογή [της προσαυξήσεως στα απομέταλλα] έναντι ορισμένων πελατών εξαιτίας του ανταγωνισμού της Ilarduya και της Pometon όσον αφορά την καθορισμένη τιμή», καθώς και για το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 15ης Ιουλίου 2005, το οποίο μνημονεύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 67 και 131 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, μετά από αυτό το μήνυμα δεν ακολούθησε καμία συνάντηση με την Pometon.

166    Τρίτον, όσον αφορά τη γαλλική και τη βελγική αγορά, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 63 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επικαλείται εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 19ης Ιανουαρίου 2004, όπου παρατίθεται συζήτηση μεταξύ της ΜΤS και της Winoa, κατά την οποία η Winoa υποπτευόταν την Pometon ότι είχε προσφέρει χαμηλότερη τιμή σε Γάλλο πελάτη. Αντιθέτως προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής, το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι η Winoa θεωρούσε την Pometon επιθετικό ανταγωνιστή. Τούτο συμφωνεί άλλωστε και με τις δηλώσεις του αιτούντος επιεική μεταχείριση, στις οποίες η Pometon ουδόλως μνημονεύεται όσον αφορά τις «επαφές των ανταγωνιστών σχετικά με τη Γαλλία και τις χώρες Μπενελούξ».

167    Τέταρτον, όσον αφορά τη γερμανική αγορά, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Γερμανία ήταν η μοναδική χώρα όπου οι επαφές διοργανώνονταν κατά τρόπο δομημένο. Ωστόσο, επί συνόλου δεκατεσσάρων πολυμερών συναντήσεων και δέκα διμερών συναντήσεων οι οποίες έλαβαν χώρα στη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία Pometon δραστηριοποιούνταν ακόμη στην αγορά των λειαντικών μέσων (δηλαδή έως τις 16 Μαΐου 2007), η παρουσία της Pometon επιβεβαιώθηκε το πολύ σε μία σε πολυμερή συνάντηση και σε μία διμερή συνάντηση. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την αποδεικτική αξία της δεύτερης δηλώσεως του αιτούντος επιεική μεταχείριση, η οποία μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, τα παραστατικά εξόδων που προσκόμισε ο εν λόγω αιτών δεν την αφορούσαν. Το δε τιμολόγιο που εκδόθηκε από το ξενοδοχείο NodingerHof, όπου πραγματοποιήθηκε η συνάντηση της 16ης Νοεμβρίου 2006, αποδεικνύει την απουσία των εκπροσώπων της Pometon από την εν λόγω συνάντηση, εφόσον στο τιμολόγιο αυτό δεν μνημονεύονται τα ονόματά τους, αλλά μόνο τα ονόματα των εκπροσώπων των λοιπών συμμετεχόντων. Τέλος, η αναξιοπιστία των προαναφερθεισών δηλώσεων όσον αφορά την προβαλλόμενη συμμετοχή της Pometon στις συναντήσεις με τους λοιπούς ανταγωνιστές επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι αυτές κάνουν λόγο για συμμετοχή της προσφεύγουσας σε συνάντηση της 13ης Νοεμβρίου 2017, ενώ η Pometon είχε ήδη αποχωρήσει από την αγορά έξι μήνες νωρίτερα.

168    Επιπροσθέτως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τις έγγραφες αποδείξεις τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή προκειμένου να τεκμηριώσει τη συμμετοχή της ίδιας στις συναντήσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 9ης Ιουνίου 2005. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται καμία έγγραφη απόδειξη για τα ζητήματα που εξετάστηκαν κατά τις συναντήσεις αυτές και ότι ο αιτών επιεική μεταχείριση δεν παρέχει συναφώς καμία περιγραφή, έστω και συνοπτική.

169    Πέμπτον, όσον αφορά την ιταλική αγορά, η προσφεύγουσα επισημαίνει καταρχάς ότι η Επιτροπή δεν της αποδίδει καμία συμμετοχή σε συναντήσεις με τους ανταγωνιστές της (βλ. σκέψη 161 ανωτέρω, in fine). Έπειτα, υποστηρίζει ότι από τα πέντε έγγραφα, τα οποία μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 75 έως 79 της προσβαλλομένης αποφάσεως και στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή, δεν μπορεί «να συναχθεί πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας» η συμμετοχή της στον συντονισμό ως προς τους ατομικούς πελάτες.

170    Όσον αφορά ειδικότερα το πέμπτο έγγραφο (αιτιολογική σκέψη 79 της προσβαλλομένης αποφάσεως), το οποίο περιλαμβάνει ηλεκτρονικά μηνύματα που αντηλλάγησαν τον Μάιο του 2008 μεταξύ ενός υπαλλήλου της Pometon Abrasives, τον T., και ενός υπαλλήλου της MTS, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι το από 28ης Μαΐου 2008 ηλεκτρονικό μήνυμα της του T. προς τον τελευταίο, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι, «[ό]πως πολύ καλά γνωρίζετε, πολιτική της [Pometon Abrasives] δεν είναι η μείωση των τιμών, αλλά αντιθέτως η αύξησή τους», αφορούσε την πολιτική της εταιρίας αυτής μετά την εξαγορά της από την Winoa, και όχι την πολιτική της προσφεύγουσας.

171    Η Επιτροπή αμφισβητεί την ανωτέρω επιχειρηματολογία στο σύνολό της. Διευκρινίζει, καταρχάς, ότι η ίδια αναγνώρισε ότι ο ρόλος της Pometon στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως ήταν ελάσσων και, ως εκ τούτου, της χορήγησε μείωση κατά 10 % του ποσού του προστίμου λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων.

172    Ωστόσο, μολονότι η προσφεύγουσα ανέπτυξε μόνο σποραδικές αθέμιτες επαφές, διμερούς χαρακτήρα και σε σχέση μόνο με ορισμένες χώρες, οι αποδειχθείσες επαφές υπήρξαν σημαντικές και αποδεικνύουν την ύπαρξη της συμπράξεως και τη συμμετοχή της Pometon σε αυτήν.

2)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

173    Η δεύτερη πτυχή της συμπράξεως αφορά τον συντονισμό των εμπορικών όρων που εφάρμοζαν οι συμμετέχοντες έναντι ορισμένων ατομικών πελατών, με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού μέσω των τιμών ως προς τους πελάτες αυτούς. Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι συμμετέχοντες στη σύμπραξη διαπραγματεύονταν, κυρίως σε διμερές επίπεδο, τις παραμέτρους του ανταγωνισμού σε σχέση με τις τιμές πωλήσεως των λειαντικών μέσων τις οποίες θα χρέωναν στους αντίστοιχους πελάτες τους, ενώ η ποιότητα, οι υπηρεσίες και οι λοιποί εμπορικοί όροι εξακολουθούσαν να υπόκεινται στον ανταγωνισμό.

174    Στην αιτιολογική σκέψη 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει τα εξής:

«Από τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο, και ειδικότερα από μια σειρά εγγράφων επιθεώρησης καθώς και από άλλα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτών επιεική μεταχείριση, προκύπτει ότι και η Pometon συντόνισε τη συμπεριφορά της με τους λοιπούς συμμετέχοντες στην παράβαση ως προς τους ατομικούς πελάτες. Παράλληλα με τον συντονισμό για την προσαύξηση στα απομέταλλα (βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 35, 45, 52, 61 και 77), οι συμμετέχοντες συμφώνησαν κατ’ αρχήν να μην υποκλέπτουν πάγιους πελάτες, τουλάχιστον όχι μέσω μειώσεων των τιμών, να συντονίζουν τις τιμές, συμπεριλαμβανομένων των αυξήσεών τους, και να επιβάλλουν πρόσθετα τέλη όταν οι πελάτες είχαν πλείονες πηγές εφοδιασμού (αιτιολογικές σκέψεις 76, 78 και 79). Μολονότι η μορφή και η ένταση αυτής της συμπεριφοράς ποίκιλλαν ανά κράτος μέλος, είχε εφαρμογή η ίδια γενική αρχή: αποκλεισμός του ανταγωνισμού τιμών ως προς τους ατομικούς πελάτες».

1)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του περιεχομένου του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως

175    Επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι η Επιτροπή, στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 58 και 59), δέχεται ότι, ενώ οι επαφές μεταξύ της Ervin και της Winoa με στόχο τον συντονισμό της συμπεριφοράς τους ως προς ατομικούς πελάτες ήταν συχνότερες, η προσφεύγουσα λάμβανε μέρος στις επαφές αυτές μόνο σποραδικά, κυρίως όταν κάποιος από τους συμμετέχοντες δεν τηρούσε ή υπήρχαν υπόνοιες ότι δεν τηρούσε την εν λόγω δεύτερη πτυχή της συμπράξεως.

176    Αντιθέτως, η Επιτροπή εκτιμά (αιτιολογικές σκέψεις 225 και 226 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι το γεγονός αυτό δεν αποκλείει ούτε τη συμμετοχή ούτε την ευθύνη της Pometon στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως, αλλά ότι ο πιο περιορισμένος χαρακτήρας της συμμετοχής της στην εν λόγω πτυχή της συμπράξεως μπορεί, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή χορήγησε στην προσφεύγουσα μείωση του ποσού του προστίμου κατά 10 %, όπως εξάλλου είχε πράξει, στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς (αιτιολογική σκέψη 103), και για την MTS και τη Würth, οι οποίες επίσης είχαν συμβάλει σε μικρότερο βαθμό στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως σε σχέση με τη Winoa και την Ervin.

177    Ωστόσο, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ύπαρξη οποιασδήποτε ευθύνης της στην εν λόγω δεύτερη πτυχή της συμπράξεως.

178    Συναφώς, πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι η νομολογία διακρίνει μεταξύ, αφενός, της διαπιστώσεως της ευθύνης επιχειρήσεως σε ενιαία και διαρκή παράβαση στο σύνολό της, ακόμη κι αν η επιχείρηση αυτή μετέσχε μόνο σε ένα μέρος των αθέμιτων συμπεριφορών, και, αφετέρου, της εκτάσεως της ατομικής ευθύνης της στην παράβαση λόγω της συμπεριφοράς της, και τούτο ενόψει του υπολογισμού του ποσού του προστίμου, το οποίο επιβάλλεται αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με την αρχή της εξατομικεύσεως της κυρώσεως.

179    Ειδικότερα, μια επιχείρηση που με τη συμπεριφορά της έχει συμμετάσχει εσκεμμένως σε ενιαία και διαρκή παράβαση μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη και για συμπεριφορές τις οποίες ανέπτυξαν άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ίδιας συμπράξεως καθ’ όλη την περίοδο της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση (βλ. σκέψεις 243 έως 249 κατωτέρω).

180    Επομένως, το γεγονός ότι η επιχείρηση δεν συμμετείχε σε όλα τα συστατικά στοιχεία μιας συμπράξεως ή διαδραμάτισε ελάσσονα ρόλο σε όσες πτυχές συμμετείχε δεν ασκεί επιρροή για τη στοιχειοθέτηση, εις βάρος της, παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της συμμετοχής της στην επίμαχη παράβαση, ενδεχομένως δε και κατά την επιμέτρηση του προστίμου (αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 86, και της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 45).

181    Συναφώς, το σημείο 29, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων μνημονεύει εξάλλου, μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων που μπορούν να γίνουν δεκτές για μια επιχείρηση, την απόδειξη ότι η συμμετοχή της τελευταίας στην παράβαση είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία συμμετείχε στην παράνομη συμφωνία, η εν λόγω επιχείρηση απείχε κατ’ ουσίαν από την εφαρμογή αυτής, ακολουθώντας ανταγωνιστική συμπεριφορά στην επίμαχη αγορά.

182    Εντεύθεν προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η περιορισμένη συμμετοχή της Pometon στις διάφορες συναντήσεις και στις λοιπές επαφές που έλαβαν χώρα σχετικά με τη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως δεν μπορεί να αποκλείσει την ευθύνη της στην εν λόγω δεύτερη πτυχή, εφόσον η Επιτροπή αποδεικνύει, σύμφωνα με τα νομολογιακά κριτήρια που παρατίθενται στις σκέψεις 245 και 246 κατωτέρω, ότι η επιχείρηση αυτή είχε την πρόθεση να συμβάλει στην ενιαία και διαρκή παράβαση στο σύνολό της, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί στις σκέψεις 252 έως 269 κατωτέρω.

183    Επομένως, το γεγονός, το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή (βλ. σκέψεις 172 και 173 ανωτέρω), ότι η προσφεύγουσα δεν συμμετείχε ούτε στο δομημένο σύστημα συντονισμού το οποίο είχε τη μορφή πολυμερών συναντήσεων περίπου δύο φορές ανά έτος στη Γερμανία (αιτιολογικές σκέψεις 68 και 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ούτε στις συναντήσεις που διοργανώνονταν τακτικά στην Ιταλία (βλ. σκέψεις 162 ανωτέρω καθώς και 222 κατωτέρω) δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι δεν συμμετείχε στον συντονισμό ως προς τους ατομικούς πελάτες.

184    Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους, πρέπει να εξεταστεί μόνον η ατομική ευθύνη της προσφεύγουσας στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως και να εξακριβωθεί κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή έχουν επαρκή αποδεικτική αξία ώστε να τεκμηριώσουν την ύπαρξη των αθέμιτων συμπεριφορών σχετικά με τον συντονισμό των τιμών έναντι ορισμένων πελατών, τις οποίες η Επιτροπή καταλόγισε στην Pometon στην προσβαλλόμενη απόφαση.

2)      Εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως

185    Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι αποδείξεις για τη συμμετοχή της Pometon στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως υπάρχουν μόνο σε πέντε κράτη μέλη της Ένωσης, δηλαδή το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία.

186    Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν, με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία επικαλούνται οι διάδικοι, οι διαπιστώσεις σχετικά με τη συμπεριφορά της Pometon στο πλαίσιο της δεύτερης πτυχής της συμπράξεως αποδεικνύονται επαρκώς κατά νόμον.

i)      Επί της ισπανικής αγοράς

187    Όσον αφορά καταρχάς την ισπανική αγορά, η Επιτροπή στηρίζεται σε ορισμένες έγγραφες αποδείξεις που τεκμηριώνουν την ύπαρξη διμερών επαφών μεταξύ της Pometon και της Winoa, οι οποίες έλαβαν χώρα, στην εν λόγω αγορά, μεταξύ της 20ής Φεβρουαρίου 2003 και της 15ης Ιουλίου 2005. Πρόκειται, καταρχάς, για ηλεκτρονικά μηνύματα που αντηλλάγησαν, στις 22 Οκτωβρίου και στις 21 Νοεμβρίου 2003, μεταξύ του γενικού διευθυντή της προσφεύγουσας και της Winoa (αιτιολογικές σκέψεις 61 και 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως)· έπειτα, για περιλήψεις διμερών συναντήσεων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ της Pometon και της ισπανικής θυγατρικής της Winoa που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 20ής Φεβρουαρίου 2003 και της 5ης Απριλίου 2004, οι οποίες συντάχθηκαν από υπάλληλο της Winoa που συμμετείχε σε αυτές (αιτιολογική σκέψη 64 της προσβαλλομένης αποφάσεως)· τέλος, για ένα εσωτερικό έγγραφο της Winoa στο οποίο περιγράφεται συνάντηση της 12ης Φεβρουαρίου 2004 με την ισπανική θυγατρική της Pometon στη Σαραγόσα (Ισπανία) (αιτιολογική σκέψη 65) καθώς και για εσωτερικά ηλεκτρονικά μηνύματα της Winoa που αντηλλάγησαν στις 17 και στις 23 Μαρτίου 2004 (αιτιολογική σκέψη 66) και στις 15 Ιουλίου 2005 (αιτιολογική σκέψη 67).

188    Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η άμεση εμπλοκή της Pometon στον συντονισμό ως προς τους ατομικούς πελάτες, ήδη από την αρχή της συμπράξεως, προκύπτει σαφώς από το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα της 22ας Οκτωβρίου 2003, το οποίο μνημονεύεται ρητώς στην αιτιολογική σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα, ο γενικός διευθυντής της προσφεύγουσας, αναφερόμενος σε τρεις Ισπανούς πελάτες της Pometon, προσήπτε κατ’ ουσίαν στη Winoa ότι μείωνε τις τιμές της ενώ η Pometon αύξανε τις δικές της και, ως εκ τούτου, καλούσε τη Winoa να του παράσχει εξηγήσεις.

189    Δεύτερον, η συμμετοχή της Pometon στον συντονισμό των τιμών ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες στην Ισπανία επιβεβαιώνεται ιδίως από ορισμένες επαφές μεταξύ της επιχειρήσεως αυτής και της Winoa, τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της συμπράξεως. Ειδικότερα, οι τιμές που χρεώνονταν σε ορισμένους ατομικούς πελάτες συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια διμερών συναντήσεων στις οποίες η Pometon εκπροσωπούνταν ιδίως από τον «general manager» της Pometon España, όπως για παράδειγμα στις 20 Φεβρουαρίου 2003, στις 12 Φεβρουαρίου ή στις 16 Μαρτίου 2004, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των εν λόγω συναντήσεων που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και περιλαμβάνονται στη δικογραφία. Ο συντονισμός αυτός επιβεβαιώνεται και από τα πρακτικά τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, για παράδειγμα στις 15 και στις 24 Μαρτίου 2004, κατά τις οποίες επιβεβαιώθηκε η ανάγκη τηρήσεως της συμφωνίας και συζητήθηκε το επίπεδο τιμών που θα χρεώνονταν σε συγκεκριμένους πελάτες.

190    Τρίτον, το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 15ης Ιουλίου 2005 (βλ. σκέψεις 165 και 187 ανωτέρω), του οποίου γίνεται επίκληση στην αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρει ότι η Pometon «έκανε προσφορές σε γνωστούς αποκλειστικούς πελάτες της TFM [θυγατρικής της Winoa στην Ισπανία]» και ότι «στη συνάντηση με [την Pometon] πρέπει να καταλάβουν ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε τέτοιου είδους ενέργειες». Εντεύθεν προκύπτει ότι η Pometon ήταν τουλάχιστον ενήμερη σχετικά με την ύπαρξη συμφωνίας για τη διατήρηση των αποκλειστικών πελατών κάθε συμμετέχοντος (non poaching agreement), λόγω της οποίας δεν έπρεπε, κατά τη Winoa, να είχε προσεγγίσει αποκλειστικούς πελάτες της θυγατρικής της τελευταίας αυτής επιχειρήσεως στην Ισπανία.

191    Συναφώς, το ζήτημα αν η συνάντηση με εκπρόσωπο της Pometon που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί την εβδομάδα μετά τις 15 Ιουλίου 2005 έλαβε όντως χώρα ή όχι δεν ασκεί επιρροή στο περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, από το οποίο προκύπτει, εντός του επίμαχου πλαισίου και επαρκώς κατά νόμον, ότι η Pometon ήταν μέρος της συμπράξεως, διότι ακριβώς, στην περίπτωση ορισμένων Ισπανών πελατών της Winoa, η τελευταία, επίσης ως μέρος της συμπράξεως αυτής, θεώρησε ότι όφειλε να υπενθυμίσει στην Pometon την τήρηση των συνομολογηθεισών συμφωνιών.

192    Σύμφωνα με την πάγια σχετική νομολογία (βλ. σκέψη 115 ανωτέρω), τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάστηκαν στις σκέψεις 188 έως 191 ανωτέρω, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται σε διμερείς επαφές με σαφές αντικείμενο τον συντονισμό των τιμών ως προς ατομικούς πελάτες, έχουν σημαντική αποδεικτική αξία στο μέτρο που πρόκειται είτε για ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του γενικού διευθυντή της προσφεύγουσας, αφενός, και της Winoa, αφετέρου, είτε για έγγραφα προοριζόμενα για εσωτερική χρήση, τα οποία περιγράφουν το περιεχόμενο συναντήσεων ή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ υπαλλήλων της Pometon και της Winoa, και έχουν συνταχθεί από άμεσο μάρτυρα (βλ. σκέψη 117 ανωτέρω).

193    Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σκέψη 114 ανωτέρω), η προσφεύγουσα οφείλει όχι να παρουσιάσει μια εύλογη εναλλακτική εξήγηση σε σχέση με τη θέση της Επιτροπής, αλλά να αποδείξει την ανεπάρκεια των προαναφερθεισών έγγραφων αποδείξεων.

194    Ωστόσο, η προσφεύγουσα αρκείται στον γενικό ισχυρισμό ότι οι επαφές της με τη Winoa εντάσσονταν, στην πραγματικότητα, σε άκρως ανταγωνιστικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηριζόταν από έντονες και συστηματικές συγκρούσεις με την επιχείρηση αυτή, λόγω του γεγονότος ότι η Pometon είχε εισέλθει στην ισπανική αγορά λειαντικών μέσων μόλις λίγο καιρό νωρίτερα, ενώ η Winoa ήταν, από μακρού χρόνου, ο κυριότερος επιχειρηματικός φορέας στην αγορά αυτή.

195    Εντούτοις, η προσφεύγουσα επικαλείται το πρακτικό μιας εσωτερικής συνάντησης της Winoa, δηλαδή της συνάντησης της 18ης Μαΐου 2004 (βλ. σκέψη 165 ανωτέρω), στο οποίο γίνεται λόγος για «δυσχέρειες στην εφαρμογή [της προσαυξήσεως στα απομέταλλα] έναντι ορισμένων πελατών εξαιτίας του ανταγωνισμού της Ilarduya και της Pometon όσον αφορά την καθορισμένη τιμή».

196    Παρά ταύτα, επισημαίνεται συναφώς ότι το έγγραφο αυτό αναφέρεται κατ’ ουσίαν στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως. Βεβαίως, από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει επίσης ότι, έναντι διαφόρων πελατών της Winoa στην Ισπανία, η Pometon δεν εφάρμοζε τη δεύτερη πτυχή. Ωστόσο, από το εν λόγω έγγραφο, το οποίο αναφέρεται απλώς και μόνο στον ανταγωνισμό της Pometon μέσω των τιμών όσον αφορά «ορισμένους πελάτες» που δραστηριοποιούνται στον βιομηχανικό κλάδο, ουδόλως προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτή δεν τηρούσε τη συμφωνία έναντι άλλων πελατών της Winoa στην Ισπανία. Από το γεγονός, απλώς και μόνον, ότι η προσφεύγουσα δεν συμμορφωνόταν πάντα με τη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν συμμετείχε σε αυτήν.

197    Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, ότι ήταν νεοεισερχόμενη στην ισπανική αγορά και ότι βρισκόταν συνεπώς σε έντονο ανταγωνισμό με τη Winoa, σε τέτοιο βαθμό ώστε επιδίωκε να την ανταγωνιστεί μέσω των τιμών προκειμένου να προσελκύσει πελάτες της για να εδραιωθεί στην εν λόγω αγορά, δεν μπορεί να ανατρέψει τις αποδείξεις, τις οποίες προέβαλε η Επιτροπή, της συμμετοχής της, αν και σε περιορισμένη έκταση, στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους.

198    Επομένως, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας (βλ. σκέψεις 193 έως 197 ανωτέρω) με την οποία αμφισβητείται η αξία των αποδεικτικών στοιχείων της εμπλοκής της στον συντονισμό ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες στην Ισπανία, τα οποία προβλήθηκαν από την Επιτροπή και εξετάστηκαν στις σκέψεις 187 έως 192 ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

ii)    Επί της γαλλικής και της βελγικής αγοράς

199    Όσον αφορά τη γαλλική και τη βελγική αγορά, η Επιτροπή επικαλείται καταρχάς, στην αιτιολογική σκέψη 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Νοεμβρίου 2003 της Winoa προς τον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας, το οποίο έχει ως θέμα «Ισπανία/Βέλγιο» και στο οποίο ο εκπρόσωπος της Winoa κάνει αναφορά σε Βέλγο πελάτη τον οποίο έπρεπε κανονικά να προμηθεύσει η επιχείρησή του, καλώντας την Pometon να μην αυξήσει τις προμήθειές της προς τον εν λόγω πελάτη. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία.

200    Στη συνέχεια, στην αιτιολογική σκέψη 63 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή βασίζεται σε εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa, της 19ης Ιανουαρίου 2004, στο οποίο περιγράφεται συζήτηση, στις 15 Ιανουαρίου 2004, μεταξύ του συντάκτη του μηνύματος και του υπεύθυνου πωλήσεων της MTS για τη Γαλλία και το Βέλγιο, στη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι η MTS δεν προμήθευε ορισμένο Γάλλο πελάτη της Winoa, ο οποίος είχε λάβει από ανταγωνιστή χαμηλότερη τιμή. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ο υπάλληλος της Winoa κατέληγε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε «συνεπώς να ερευνήσουν προς την κατεύθυνση της Ervin ή [της Pometon]» και ότι «[ο ίδιος έκλινε] προς την [Pometon, η οποία είναι] απολύτως ικανή» να προσφέρει αυτή τη μείωση τιμής.

201    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η εξήγηση που έδωσε η προσφεύγουσα, κατά την οποία το έγγραφο αυτό αποδεικνύει απλώς και μόνον ότι η Winoa την θεωρούσε επιθετικό ανταγωνιστή, δεν παρίσταται εύλογη. Από ουδέτερη και αντικειμενική ανάγνωση του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος προκύπτει, αντιθέτως, ότι αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο της παρακολούθησης της τηρήσεως της δεύτερης πτυχής της συμπράξεως. Πράγματι, από το κείμενο αυτό συνάγεται ότι η Winoa και η MTS θεωρούσαν τόσο την Pometon όσο και την Ervin μέρη της συμφωνίας περί μη ανταγωνισμού μέσω των τιμών σε σχέση με ορισμένους ατομικούς πελάτες, και ότι η Winoa, αφού εξακρίβωσε ότι δεν επρόκειτο για την MTS, υποπτεύθηκε την Pometon ότι δεν είχε τηρήσει την ανωτέρω δέσμευση ως όφειλε. Από το γεγονός ότι η Winoa υποπτεύθηκε τότε μάλλον την Pometon παρά την Ervin σε σχέση με τον συγκεκριμένο ατομικό πελάτη ουδόλως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Pometon δεν συμμετείχε στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως.

202    Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα (βλ. σκέψη 166 ανωτέρω), ότι στις δηλώσεις του αιτούντος επιεική μεταχείριση δεν μνημονευόταν η Pometon όσον αφορά τις «επαφές των ανταγωνιστών σχετικά με τη Γαλλία και τις χώρες Μπενελούξ», δεν δύναται, από μόνο του, να θέσει εν αμφιβόλω την αποδεικτική αξία των εγγράφων που εξετάστηκαν στις σκέψεις 199 έως 201 ανωτέρω και, κατ’ επέκταση, την ευθύνη της Pometon στην παράβαση στη γαλλική και στη βελγική αγορά. Πράγματι, αυτά τα έγγραφα συνιστούν σημαντικές ενδείξεις για την ύπαρξη αθέμιτων επαφών μεταξύ της Pometon και της Winoa καθώς και για την πεποίθηση της τελευταίας, και τουλάχιστον άλλης μίας επιχειρήσεως μέρους της συμπράξεως, ότι η Pometon συμμετείχε στον συντονισμό ως προς ατομικούς πελάτες. Στο πλαίσιο αυτό, η έλλειψη μνείας της Pometon από τον αιτούντα επιεική μεταχείριση δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση αυτή δεν είχε αθέμιτες επαφές με τα λοιπά μέρη της συμπράξεως όσον αφορά τη Γαλλία και τις χώρες Μπενελούξ, αλλά μπορεί να εξηγηθεί απλώς λόγω της πιο περιορισμένης συμμετοχής της Pometon στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως, την οποία άλλωστε δέχεται ρητώς η Επιτροπή (βλ. σκέψη 176 ανωτέρω).

203    Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεμελίωσε επαρκώς κατά νόμον τις διαπιστώσεις της σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στον συντονισμό ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες στη Γαλλία και στο Βέλγιο.

iii) Επί της γερμανικής αγοράς

204    Όσον αφορά τη γερμανική αγορά, η οποία, κατά την Επιτροπή, ήταν η μόνη στην οποία ο συντονισμός ως προς τους ατομικούς πελάτες ήταν οργανωμένος κατά τρόπο δομημένο (βλ. σκέψεις 161 και 167 ανωτέρω), το εν λόγω θεσμικό όργανο επικαλείται, ειδικότερα, τη δεύτερη δήλωση του αιτούντος επιεική μεταχείριση, κατά την οποία η Pometon είχε λάβει μέρος στις περισσότερες από τις πολυμερείς συναντήσεις που πραγματοποιούνταν περίπου δύο φορές ανά έτος στη χώρα αυτή (αιτιολογικές σκέψεις 68 και 132 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Προς επίρρωση της εν λόγω δηλώσεως, η Επιτροπή στηρίζεται σε έγγραφες αποδείξεις της συμμετοχής της Pometon στις πολυμερείς συναντήσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 9ης Ιουνίου 2005 (αιτιολογικές σκέψεις 69 έως 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, η Επιτροπή βασίζεται σε εσωτερική τηλεομοιοτυπία της επιχειρήσεως αυτής, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με ορισμένο ατομικό πελάτη, η οποία επίσης επιβεβαιώνει τη συμμετοχή της επιχειρήσεως αυτής στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως (αιτιολογικές σκέψεις 73 και 74 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

205    Πρέπει, πρώτον, να εξεταστεί το πρώτο επιχείρημα της προσφεύγουσας (βλ. σκέψη 163 ανωτέρω), κατά το οποίο οι δηλώσεις του αιτούντος επιεική μεταχείριση, των οποίων γίνεται επίκληση στις αιτιολογικές σκέψεις 68 και 132 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι αξιόπιστες, διότι της καταλογίζουν αδίκως συμπεριφορές που πρέπει στην πραγματικότητα να καταλογιστούν στην Pometon Abrasives, εταιρία ανήκουσα στον όμιλο Winoa.

206    Στο ίδιο πνεύμα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι επίσης αδίκως η Ervin της καταλόγισε συμμετοχή σε συνάντηση της 13ης Νοεμβρίου 2007, διότι, κατά την ημερομηνία αυτή, η ίδια είχε ήδη αποχωρήσει από την αγορά έξι μήνες νωρίτερα.

207    Επιβάλλεται η επισήμανση ότι το γεγονός ότι η Ervin μνημόνευσε την Pometon αντί της Pometon Abrasives, όσον αφορά την εν λόγω συνάντηση της 13ης Νοεμβρίου 2007, ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία των δηλώσεών της σχετικά με τις συναντήσεις πριν από την 16η Μαΐου 2007, στις οποίες πρέπει να αναγνωριστεί, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σκέψη 118 ανωτέρω), υψηλή αποδεικτική αξία. Εξάλλου, δεν αποκλείεται ότι η προαναφερθείσα μνεία της Pometon από τον αιτούντα επιεική μεταχείριση οφείλεται μάλλον σε σφάλμα ή σε παραδρομή, καθώς οι πρώην εμπορικοί διευθυντές της προσφεύγουσας, T. και B., οι οποίοι εκπροσωπούσαν συχνά την Pometon στις συναντήσεις με τους λοιπούς συμμετέχοντες στη σύμπραξη, προσελήφθησαν, μετά την 16η Μαΐου 2007, στην Pometon Abrasives.

208    Επομένως, το ως άνω σφάλμα της Ervin όσον αφορά τη συνάντηση της 13ης Νοεμβρίου 2007 δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία της δηλώσεώς της, η οποία μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως και κατά την οποία εκπρόσωποι της Pometon, οι W. και T., είχαν συμμετάσχει στις περισσότερες από τις πολυμερείς συναντήσεις που πραγματοποιούνταν περίπου δύο φορές ανά έτος. Όσον αφορά δε τη δήλωση που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 132 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η σαφήνεια της δηλώσεως αυτής αποκλείει κάθε ενδεχόμενο σύγχυσης εκ μέρους της Ervin καθόσον αυτή δήλωσε ότι «είχε αρχίσει να συμμετέχει σε τακτικές συναντήσεις με τις [Winoa], MTS, Würth και, ενόσω ήταν ακόμη ανεξάρτητη επιχείρηση πριν εξαγορασθεί από την [Winoa], με την Pometon, κατά τη διάρκεια των οποίων αντικείμενο συζήτησης ήταν η γερμανική αγορά».

209    Ωστόσο, και εν πάση περιπτώσει, στο μέτρο που η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ακρίβεια των ανωτέρω δηλώσεων, αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής απόδειξη της συμμετοχής της σε συναντήσεις με τους λοιπούς συμμετέχοντες στη σύμπραξη μόνον εφόσον επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

210    Επομένως, πρέπει, δεύτερον, να εξακριβωθεί, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 118 και 119 ανωτέρω, αν οι δηλώσεις της Ervin, οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 208 ανωτέρω και αμφισβητούνται από την προσφεύγουσα, ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

211    Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 69), η Επιτροπή δέχεται εμμέσως ότι διέθετε αποδεικτικά στοιχεία μόνο σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε δύο συναντήσεις, εκ των οποίων η μία έλαβε χώρα στις 28 Σεπτεμβρίου 2004 και η άλλη στις 9 Ιουνίου 2005 (βλ. σκέψη 204 ανωτέρω), ενώ δεν επικαλείται κατά τρόπο τεκμηριωμένο τη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε άλλες συναντήσεις.

212    Ωστόσο, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι δεν είναι απαραίτητο η προσφεύγουσα να είχε εμπλακεί στο δομημένο σύστημα συντονισμού προκειμένου να γίνει δεκτό ότι αυτή συμμετείχε στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως (βλ. σκέψη 183 ανωτέρω). Συνεπώς, όσον αφορά τις συναντήσεις, το μόνο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο ισχυρισμός της Επιτροπής, στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 69), ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε στις δύο προαναφερθείσες συναντήσεις, είναι επαρκώς τεκμηριωμένος. Αν συμβαίνει αυτό, τότε οι εν λόγω ενδείξεις θα εξεταστούν από κοινού με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. σκέψεις 220 και 221 κατωτέρω).

213    Στο πλαίσιο αυτό, η επιχειρηματολογία με την οποία η προσφεύγουσα επιδιώκει να αμφισβητήσει άλλα αποδεικτικά στοιχεία που δεν αφορούν τη συμπεριφορά της, αλλά μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως προς επίρρωση ορισμένων δηλώσεων της Ervin, οι οποίες μνημονεύονται στην ίδια αιτιολογική σκέψη (βλ. σκέψη 208 ανωτέρω), είναι αλυσιτελής. Πράγματι, τα στοιχεία αυτά, τα οποία δεν έχουν σχέση με τις συναντήσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 9ης Ιουνίου 2005, τα επικαλείται η Επιτροπή απλώς και μόνο για να επιβεβαιώσει, γενικώς, ότι διοργανώνονταν τακτικές συναντήσεις στη Γερμανία όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως, και όχι για να αποδείξει τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στις εν λόγω συναντήσεις.

214    Για τον ίδιο λόγο, το τιμολόγιο του ξενοδοχείου που προσκόμισε η προσφεύγουσα σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής στο υπόμνημα αντικρούσεως, επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του «general manager» της γερμανικής θυγατρικής της προσφεύγουσας στην πολυμερή συνάντηση της 16ης Νοεμβρίου 2006, δεν ασκεί επιρροή. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η Επιτροπή, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα είχε συμμετάσχει στην εν λόγω συνάντηση, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας η οποία στηρίζεται στο τιμολόγιο αυτό είναι επίσης αλυσιτελής. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονιστεί ότι από το εν λόγω, εν μέρει δυσανάγνωστο, τιμολόγιο δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα όσον αφορά τη συμμετοχή ή όχι της προσφεύγουσας στη συνάντηση της 16ης Νοεμβρίου 2006. Συνεπώς, η συμμετοχή αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί αποδεδειγμένη.

215    Δεύτερον, πρέπει να εξεταστούν τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή για να επιβεβαιώσει τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στις συναντήσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 9ης Ιουνίου 2005. Πρόκειται, όσον αφορά την πρώτη από αυτές τις συναντήσεις, για ένα ηλεκτρονικό μήνυμα της MTS προς τις Würth, Pometon, Ervin και Winoa, της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, κατά το οποίο η ημερομηνία της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 ήταν αποδεκτή από όλους και ότι ο «general manager» της Pometon Deutschland είχε επιβεβαιώσει ότι επρόκειτο να παραστεί. Η δεύτερη συνάντηση επιβεβαιώνεται από ηλεκτρονικό μήνυμα της 16ης Μαΐου 2005 της Pometon προς την Winoa, με κοινοποίηση στις Würth και MTS, που τις ενημέρωνε ότι «η επόμενη συνάντηση [είχε] προγραμματιστεί για τις 9 Ιουνίου 2005, σε [ξενοδοχείο] του Ντίσελντορφ».

216    Ωστόσο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τα θέματα που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των δύο συναντήσεων, ούτε στη δήλωση του αιτούντος επιεική μεταχείριση ούτε σε κάποιο άλλο έγγραφο. Επιπλέον, μνημονεύει ένα χωρίο της εν λόγω δηλώσεως, στο οποίο η Ervin επισημαίνει ότι οι περισσότερες συναντήσεις σχετικά με τον συντονισμό ως προς τους πελάτες πραγματοποιούνταν στο τέλος του έτους (εν γένει μεταξύ τέλους Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου) και στην αρχή του έτους (μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου), διότι οι περισσότεροι πελάτες είχαν ετήσιες συμβάσεις ανανεώσιμες στο τέλος του έτους. Οι συναντήσεις στις αρχές του έτους επικεντρώνονταν συνήθως στο ζήτημα αν οι αυξήσεις τιμών είχαν πράγματι εφαρμοστεί.

217    Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της στις δύο προαναφερθείσες συναντήσεις. Επιπλέον, δεν διευκρινίζει ποιο ήταν, κατά την άποψή της, το αντικείμενο των συναντήσεων αυτών πέραν του συντονισμού ως προς ατομικούς πελάτες. Εξάλλου, από τη δήλωση του αιτούντος επιεική μεταχείριση την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, η οποία αναφέρει ότι οι περισσότερες συναντήσεις για τον περιορισμό του ανταγωνισμού πραγματοποιούνταν στο τέλος ή στην αρχή του έτους, συνάγεται ότι ορισμένες από τις εν λόγω συναντήσεις ενδέχεται να διεξήχθησαν και στα μέσα του έτους.

218    Στο πλαίσιο αυτό, τα δύο έγγραφα στα οποία βασίζεται η Επιτροπή (βλ. σκέψη 215 ανωτέρω) συνιστούν επαρκώς σοβαρές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του αιτούντος επιεική μεταχείριση όσον αφορά τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στις συναντήσεις για τον περιορισμό του ανταγωνισμού της 28ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 9ης Ιουνίου 2005.

219    Τρίτον, η συμμετοχή της προσφεύγουσας στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως επιβεβαιώνεται και από την τηλεομοιοτυπία της 16ης Φεβρουαρίου 2005 του «general manager» της Pometon Deutschland προς τον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας, την οποία επικαλείται η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 73 και 74 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 204 ανωτέρω).

220    Συναφώς, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από το έγγραφο αυτό, η αποδεικτική αξία του οποίου δεν αμφισβητείται άλλωστε από την προσφεύγουσα, προκύπτει ότι η Pometon συμμετείχε στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως στη Γερμανία. Πράγματι, η τηλεομοιοτυπία της 16ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με έναν πελάτη της Pometon στη Γερμανία, ανέφερε ότι «η Ervin δεν αύξησε την τιμή της όπως είχε συμφωνηθεί», ότι, «[α]ν η Ervin είχε αυξήσει την τιμή της κατά τα συμφωνηθέντα, θα είχε απορριφθεί λαμβανομένης υπόψη της θέσης του πελάτη αναφορικά με την ποιοτική σύγκριση» και ότι ο συντάκτης της «θεωρεί ότι οι συζητήσεις μας περί προστασίας έχουν τελειώσει» και δεν επιθυμεί «να περιμένει να σημειωθούν περαιτέρω απώλειες ποσοτήτων (όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο)», ενώ κατέληγε ρωτώντας για τη γνώμη του παραλήπτη σχετικά με το ζήτημα αυτό. Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας στην απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της 3ης Δεκεμβρίου 2014, η οποία αντικρούστηκε στην αιτιολογική σκέψη 74 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ανωτέρω χωρίο δεν αναφέρει ότι οι συζητήσεις με την Ervin σχετικά με τον συγκεκριμένο πελάτη είχαν λήξει, αλλά καταδεικνύει, αντιθέτως, ότι ο «general manager» της γερμανικής θυγατρικής της Pometon ζητούσε οδηγίες από τον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης απέναντι στην μη τήρηση της συμφωνίας από την Ervin.

221    Ως εκ τούτου, η Επιτροπή τεκμηρίωσε επαρκώς κατά νόμον τις διαπιστώσεις της σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στον συντονισμό ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες στη Γερμανία.

iv)    Επί της ιταλικής αγοράς

222    Όσον αφορά την ιταλική αγορά, πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι η μη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε συναντήσεις στην Ιταλία, ακόμη κι αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν δύναται να αποκλείσει την ευθύνη της στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως, εφόσον η συμμετοχή αυτή δεν ήταν απαραίτητη για τον συντονισμό των τιμών σε σχέση με ατομικούς πελάτες και εφόσον, εξάλλου, η εμπλοκή της Pometon στον εν λόγω συντονισμό στην Ιταλία είναι επαρκώς τεκμηριωμένη (βλ. σκέψεις 182 έως 184 ανωτέρω).

223    Στα δικόγραφά της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι ο αιτών επιεική μεταχείριση δεν μνημόνευσε την προσφεύγουσα μεταξύ των συμμετεχόντων σε ειδικές συναντήσεις στην Ιταλία, εντούτοις δήλωσε ότι η ιταλική επικράτεια είχε αποτελέσει αντικείμενο επιμερισμού μεταξύ των Ervin, Winoa και Pometon, πριν από τις 16 Μαΐου 2007.

224    Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή στηρίζεται συναφώς σε πέντε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία (αιτιολογικές σκέψεις 75 έως 79 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

225    Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν αυτά τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία συνιστούν αξιόπιστες ενδείξεις ικανές να τεκμηριώσουν τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως.

226    Καταρχάς, σε αντίθεση προς τα όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, από την ανταλλαγή εσωτερικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων της MTS της 5ης Οκτωβρίου 2005, η οποία αφορούσε τους πελάτες που είχε χάσει η επιχείρηση αυτή στην ιταλική αγορά (αιτιολογική σκέψη 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και διαπίστωνε ανυπαρξία «προβλημάτων με τις Pometon και Ervin», συνάγεται ότι οι Pometon, Ervin και Winoa ‑σε αντιδιαστολή προς άλλους μνημονευόμενους ανταγωνιστές που δεν ήταν μέρη της συμπράξεως‑ αναφέρονταν ως «φίλοι», εξαιτίας των οποίων ήταν «απολύτως απαράδεκτο» να χάνονται πελάτες χωρίς αντίδραση. Στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα εξεταζόταν επομένως το ενδεχόμενο είτε να συζητηθεί το ζήτημα με τις τρεις προαναφερθείσες εταιρίες είτε να σταλεί σε αυτές «σημείωμα» με κάποιες μομφές εναντίον τους και με παραπομπή στις συζητήσεις που είχαν λάβει χώρα κατά το τελευταίο ταξίδι του παραλήπτη ενός εξ αυτών των ηλεκτρονικών μηνυμάτων στην Ιταλία. Από τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα προκύπτει, εξάλλου, ότι η MTS υποπτευόταν μάλλον την Winoa, και όχι την Pometon ή την Ervin, για την μη τήρηση της συμφωνίας, καθώς σε αυτά αναφερόταν: «για την [Winoa] γνωρίζετε, και κανένα πρόβλημα με την Pometon και/ή την Er[v]in».

227    Έπειτα, στο εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Ervin, της 20ής Μαρτίου 2007, σχετικά με έναν πελάτη, την Zanardi (αιτιολογική σκέψη 76 της προσβαλλομένης αποφάσεως), επισημαίνεται ρητώς ότι, τον προηγούμενο μήνα, «η Pometon είχε υποκλέψει αυτόν τον πελάτη», για τον οποίο είχε συμφωνηθεί ότι αναλογούσε στην Ervin. Επιπλέον, στο ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα υποδηλώνεται ότι η Pometon φαινόταν ότι είχε επανέλθει στη συμφωνηθείσα γραμμή κατόπιν επικοινωνίας της Ervin μαζί της. Επομένως, σε αντίθεση προς την άποψη της προσφεύγουσας, το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν αναφέρει ότι οι σχέσεις μεταξύ Ervin και Pometon ήταν άκρως ανταγωνιστικές, αλλά επιβεβαιώνει μάλλον ότι τα μέρη της συμπράξεως ήλεγχαν, προσεκτικά, την παρακολούθηση της συμφωνίας σχετικά με την κατανομή των πελατών.

228    Αυτή η παρακολούθηση επιβεβαιώνεται, επιπροσθέτως, από το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Ervin της 19ης Απριλίου 2007 (αιτιολογικές σκέψεις 52 και 77 της προσβαλλομένης αποφάσεως), μολονότι η ύπαρξη της συμφωνίας για τον συντονισμό των τιμών δεν προκύπτει σαφώς από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα. Στο μήνυμα αυτό εκφράζεται η πρόθεση του συντάκτη να συζητήσει με τους εκπροσώπους της Winoa και της Pometon, κατά τη συνάντηση του Μιλάνου που ήταν προγραμματισμένη για τις 16 και 17 Μαΐου 2007, σχετικά με ορισμένους ατομικούς πελάτες.

229    Στο δε εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Winoa της 26ης Απριλίου 2007 (αιτιολογική σκέψη 78 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στο οποίο περιγράφεται συνάντηση της ίδιας μέρας με την MTS, στη διάρκεια της οποίας ο υπάλληλος της Winoa που συμμετείχε στη συνάντηση ζήτησε από την MTS να μην επιτεθεί στην Pometon, διαλαμβάνεται ότι η Winoa επιθυμούσε την τήρηση της συμφωνίας, έναντι και της Pometon. Βεβαίως, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η Winoa ετοιμαζόταν να αγοράσει τη δραστηριότητα της Pometon στον τομέα των λειαντικών μέσων είκοσι μέρες αργότερα και επομένως είχε συμφέρον στη διατήρηση των πελατών της τελευταίας. Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, η ΜΤS δεν φαίνεται να ήταν ενήμερη για το εν λόγω σχέδιο εξαγοράς (βλ. σκέψη 302 κατωτέρω). Επομένως, το γεγονός ότι η MTS συνεννοούνταν με την Winoa σχετικά με περιορισμό του ανταγωνισμού μέσω των τιμών, έναντι της Pometon, συνιστά ένδειξη για την ύπαρξη αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίας μεταξύ αυτών των τριών επιχειρήσεων.

230    Τέλος, όσον αφορά τα ηλεκτρονικά μηνύματα της 27ης και της 28ης Μαΐου 2008 που αντηλλάγησαν μεταξύ ενός υπαλλήλου της ΜΤS και ενός υπαλλήλου της Pometon Abrasives, του T., ο οποίος προηγουμένως είχε διατελέσει εμπορικός διευθυντής (Commercial Director Industry) της προσφεύγουσας έως τις 16 Μαΐου 2007 (αιτιολογική σκέψη 79 της προσβαλλομένης αποφάσεως· βλ. επίσης σκέψη 207 ανωτέρω), η προσφεύγουσα επισημαίνει, βεβαίως, ορθώς (βλ. σκέψη 170 ανωτέρω) ότι δεν την αφορά κατ’ αρχήν η επισήμανση του εν λόγω υπαλλήλου ότι πολιτική του ομίλου Pometon Abrasives και του ομίλου Winoa (στον οποίο ανήκει η εταιρία αυτή) δεν ήταν η μείωση των τιμών, αλλά η αύξησή τους.

231    Ωστόσο, αυτή η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων αναφέρεται σαφώς στην εφαρμογή της συμφωνίας έναντι ορισμένων Ιταλών ή Γερμανών πελατών επί σειρά ετών, και άρα πριν την αποχώρηση της προσφεύγουσας από την αγορά. Πράγματι, στο αρχικό ηλεκτρονικό μήνυμα της 27ης Μαΐου 2008, η MTS προσήπτε στην Pometon Abrasives ότι δεν είχε τηρήσει τη συμφωνία ως προς ορισμένο Γερμανό πελάτη, θυγατρική μιας ιταλικής εταιρίας, της Riva Fire SpA, την εγκατάσταση της οποίας στην Ιταλία «εφοδ[ίαζε] η Pometon εδώ και πολλά χρόνια». Επιπλέον, τα ηλεκτρονικά μηνύματα της 28ης Μαΐου 2008 αναφέρονται επίσης στον εφοδιασμό άλλων Ιταλών ή Γερμανών πελατών.

232    Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλείται το χωρίο ενός εκ των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Τ., στο οποίο ο τελευταίος βεβαίωνε ότι πάντα προστάτευε τους πελάτες της MTS στη Γερμανία, όταν εργαζόταν για την Pometon, επισημαίνοντας τα εξής: «[κ]ατά τα περασμένα χρόνια, πάντα προστάτευα τον πελάτη σας στη Γερμανία μολονότι η μητρική εταιρία στην Ιταλία μου ζητούσε τακτικά να προμηθεύσω το εργοστάσιο στη Γερμανία […] γνωρίζετε ότι πάντα τηρούσα αυστηρά τις συμφωνίες μας». Απαντώντας στη διαπίστωση αυτή, η MTS επισήμανε σε διάφροα ηλεκτρονικά μηνύματα επίσης της 28ης Μαΐου 2008: «Πάντα προστατεύαμε την Pom […]»· «προσπαθούμε εδώ και χρόνια να προστατεύσουμε την Pom […]»· «η συμφωνία μας ήταν πάντα ότι ο ανταγωνισμός είναι ok, όχι όμως ως προς τις τιμές!».

233    Λαμβανομένου υπόψη του υψηλού επιπέδου ευθύνης του T. όταν ήταν εμπορικός διευθυντής της προσφεύγουσας, το περιεχόμενο αυτών των ηλεκτρονικών μηνυμάτων πιστοποιεί κατά τρόπο αξιόπιστο ότι η πολιτική μη ανταγωνισμού μέσω των τιμών της Pometon Abrasives αποτελούσε συνέχεια της αντίστοιχης πολιτικής της Pometon, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η τελευταία είχε ήδη εμπλακεί στον συντονισμό ως προς τους ατομικούς πελάτες, στην Ιταλία και στη Γερμανία. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι διατυπώθηκαν επιφυλάξεις στο εσωτερικό της Pometon ‑όπως φαίνεται να προκύπτει από το προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα του T.‑ δεν μπορεί να απαλλάξει την τελευταία από την ευθύνη της.

234    Επομένως, το επιχείρημα με το οποίο η προσφεύγουσα επιδιώκει να αμφισβητήσει την αξία των αποδεικτικών στοιχείων της συμμετοχής της στον συντονισμό ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες στην Ιταλία πρέπει να απορριφθεί.

v)      Συμπεράσματα σχετικά με τις αποδείξεις της συμμετοχής της προσφεύγουσας στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως

235    Από την εξέταση των έγγραφων αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψεις 187 έως 233 ανωτέρω) προκύπτει ότι η Επιτροπή βασίστηκε σε ένα σύνολο επαρκώς σοβαρών, διεξοδικών, συγκεκριμένων και συγκλινουσών αποδείξεων για να διαπιστώσει τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στον συντονισμό ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες στα πέντε προαναφερθέντα κράτη μέλη (Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία).

4.      Επί του τρίτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αντλείται από την προβαλλόμενη μη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε ενιαία και διαρκή παράβαση

1)      Επιχειρήματα των διαδίκων

236    Πρώτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής, στις αιτιολογικές σκέψεις 105 έως 109 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ίδια είχε συμμετάσχει, με τις τέσσερις άλλες επιχειρήσεις, σε ενιαία και διαρκή παράβαση, αποτελούμενη από τις δύο πτυχές της συμπράξεως.

237    Υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση προς τα όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 109 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από το γεγονός ότι η Pometon «διατηρούσε επαφές με διάφορους συμμετέχοντες στην παράβαση», δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι αυτή «μπορούσε ευλόγως να προβλέψει όλες τις ενέργειες που σχεδιάζονταν και εφαρμόζονταν από τους λοιπούς συμμετέχοντες στην παράβαση». Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι, επ’ ευκαιρία των περιορισμένων και σχεδόν αποκλειστικά διμερών επαφών της, η Pometon γνώριζε την ύπαρξη της προβαλλόμενης ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως. Συνεπώς, η Επιτροπή απέτυχε να ανταποκριθεί στο βάρος αποδείξεως.

238    Δεύτερον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε συντονισμό σχετικά με ατομικούς πελάτες σε ολόκληρο τον ΕΟΧ.

239    Υποστηρίζει καταρχάς ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την εν λόγω συμμετοχή. Επισημαίνει συναφώς ότι πωλούσε λειαντικά μέσα σε 21 χώρες του ΕΟΧ. Ωστόσο, η Επιτροπή της καταλογίζει, στην αιτιολογική σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως, συμμετοχή στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως μόνο σε πέντε χώρες (Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία), πράγμα που επιβεβαιώνει την πλήρη έλλειψη αποδείξεων σχετικά με τη συμμετοχή της σε γενική συνεργασία καλύπτουσα ολόκληρο τον ΕΟΧ.

240    Εξάλλου, στην προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή παρέπεμψε στην αιτιολογική σκέψη 37 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, προκειμένου ακριβώς να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι «[ο]ι συμφωνίες ως προς τους ατομικούς πελάτες κάλυπταν ολόκληρο τον ΕΟΧ», χωρίς ωστόσο να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα γνώριζε τη γεωγραφική έκταση των συμφωνιών αυτών.

241    Έπειτα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής, στις αιτιολογικές σκέψεις 133 και 134 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τον οποίο η ίδια ήταν κατ’ ανάγκην ενήμερη για το γεγονός ότι η δεύτερη πτυχή της συμπράξεως που κάλυπτε ολόκληρο τον ΕΟΧ. Οι επικοινωνίες μεταξύ της προσφεύγουσας και της Pometon Deutschland, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, δεν ασκούν επιρροή, διότι πραγματοποιήθηκαν ένα έτος πριν από την έναρξη της προβαλλόμενης συμπράξεως. Επικουρικώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι αυτά τα δύο έγγραφα αποδεικνύουν ότι η Pometon απέρριψε όλα τα αιτήματα της MTS για συνάντηση.

242    Η Επιτροπή αμφισβητεί την ανωτέρω επιχειρηματολογία.

2)      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

1)      Η νομολογιακή έννοια της ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως

243    Κατά πάγια νομολογία, παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μπορεί να προκύπτει όχι μόνον από μεμονωμένη πράξη, αλλά και από σειρά πράξεων ή ακόμη και από συνεχιζόμενη συμπεριφορά, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία αυτής της σειράς πράξεων ή της συνεχιζόμενης συμπεριφοράς θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν, εξεταζόμενα αφεαυτών και μεμονωμένα, παράβαση της εν λόγω διατάξεως. Έτσι, όταν οι διάφορες πράξεις των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων εντάσσονται σε ένα «συνολικό σχέδιο», λόγω του ότι επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, η Επιτροπή δικαιούται να καταλογίσει την ευθύνη για τις πράξεις αυτές αναλόγως της συμμετοχής στην παράβαση, η οποία λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό της (βλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

244    Ειδικότερα, η επιχείρηση μπορεί να έχει συμμετάσχει άμεσα σε μέρος μόνο των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών που συνθέτουν την ενιαία και διαρκή παράβαση, αλλά να γνώριζε το σύνολο των λοιπών παραβατικών συμπεριφορών τις οποίες είχαν κατά νου ή ανέπτυσσαν οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς, ή να μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και να αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο αλλά και τα ενδεχόμενα οφέλη. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή επίσης ορθώς καταλογίζει στην επιχείρηση αυτή την ευθύνη για το σύνολο των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών που συνθέτουν την εν λόγω παράβαση και, συνεπώς, για την παράβαση στο σύνολό της (απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 43· βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Duravit κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑609/13 P, EU:C:2017:46, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

245    Εκ των ανωτέρω συνάγεται, καταρχάς, ότι, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ενιαίας παραβάσεως, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι οι επίμαχες συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές, μολονότι αφορούν χωριστά προϊόντα, υπηρεσίες ή εδάφη, εντάσσονται σε συνολικό σχέδιο το οποίο εκτελείται ηθελημένα από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις που προσβλέπουν από κοινού στην επίτευξη αντίθετου προς τον ανταγωνισμό σκοπού (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 168).

246    Η σχέση συμπληρωματικότητας μεταξύ των συμφωνιών ή των εναρμονισμένων πρακτικών συνιστά αντικειμενική ένδειξη ότι υφίσταται συνολικό σχέδιο. Τέτοια σχέση υπάρχει, για παράδειγμα, όταν οι εν λόγω συμφωνίες ή πρακτικές εφαρμόζονται προς αντιμετώπιση μίας ή περισσότερων συνεπειών της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού και συμβάλλουν, μέσω του συνδυαστικού τους αποτελέσματος, στην επίτευξη ενός κοινού, αντίθετου προς τον ανταγωνισμό σκοπού (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 169).

247    Η Επιτροπή οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να εξετάσει όλα τα πραγματικά στοιχεία που είναι ικανά να αποδείξουν ή να θέσουν εν αμφιβόλω την ύπαρξη συνολικού σχεδίου (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 169· πρβλ., επίσης, απόφαση της 28ης Απριλίου 2010, Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, T‑446/05, EU:T:2010:165, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Προς τούτο, πρέπει να λάβει υπόψη ιδίως την περίοδο εφαρμογής, το περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και, συνακόλουθα, τον σκοπό των διαφόρων υπό εξέταση ενεργειών (απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2014, Gigaset κατά Επιτροπής, T‑395/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:23, σκέψη 103). Επιπλέον, το γεγονός ότι στο σύνολο των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού ενεργειών είχαν εμπλακεί τα ίδια πρόσωπα μάλλον καταδεικνύει τη συμπληρωματικότητα των ενεργειών αυτών (πρβλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 197).

248    Στη συνέχεια, όσον αφορά το στοιχείο της πρόθεσης από το οποίο μπορεί να συναχθεί η συμμετοχή επιχειρήσεως σε ενιαία και διαρκή παράβαση, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη τέτοιας παραβάσεως δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι σε μια επιχείρηση που συμμετέχει σε μία μόνο ή σε μερικές από τις συναφείς αθέμιτες δραστηριότητες μπορεί να καταλογιστεί ευθύνη για το σύνολο της παραβάσεως. Η Επιτροπή οφείλει επιπλέον να αποδείξει, καταρχάς, ότι η επιχείρηση αυτή γνώριζε όλες τις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δραστηριότητες που ανέπτυσσαν, σε επίπεδο ΕΟΧ, οι λοιπές συμμετέχουσες στη σύμπραξη επιχειρήσεις, ή, εν πάση περιπτώσει, ότι μπορούσε ευλόγως προβλέψει τις εν λόγω συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, η απλή ταυτότητα σκοπού μεταξύ μιας συμφωνίας στην οποία συμμετέσχε η επιχείρηση και μιας συνολικής συμπράξεως δεν αρκεί ώστε να καταλογιστεί στην επιχείρηση αυτή συμμετοχή στο σύνολο της συμπράξεως. Ειδικότερα, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται μόνον εάν υπάρχει σύγκλιση βουλήσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 2014, Soliver κατά Επιτροπής, T‑68/09, EU:T:2014:867, σκέψη 62, και της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 172).

249    Επομένως, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η επιχείρηση η οποία έχει συμμετάσχει σε παράβαση με ειδικές ενέργειές της είχε την πρόθεση να συμβάλει, με τη συμπεριφορά της, στους σκοπούς τους οποίους επιδίωκε το σύνολο των συμμετεχόντων και ότι γνώριζε τις συγκεκριμένες ενέργειες τις οποίες σχεδίαζαν ή στις οποίες προέβαιναν οι άλλες επιχειρήσεις επιδιώκοντας τους εν λόγω ίδιους σκοπούς ή μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει, και συνεπώς αποδεχόταν τον κίνδυνο εκ της συμμετοχής της προκειμένου να αποκομίσει, κατά περίπτωση, σημαντικά, αν και παράνομα, οφέλη από τη συμμετοχή αυτή (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 42).

2)      Η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην ενιαία και διαρκή παράβαση η οποία περιλαμβάνει τις δύο πτυχές της συμπράξεως

250    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως, στις αιτιολογικές σκέψεις 105 και 106 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ενιαίας και διαρκούς όσον αφορά τις δύο πτυχές της συμπράξεως.

251    Αντιθέτως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη συμμετοχή της στην εν λόγω παράβαση, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η ίδια γνώριζε το σύνολο των παραβατικών συμπεριφορών που απέβλεπαν στην επίτευξη των σκοπών τους οποίους επιδίωκαν οι λοιποί συμμετέχοντες και ότι είχε πρόθεση να συμβάλει σε αυτούς.

252    Εντούτοις, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ειδικότερα, προκειμένου να αποδείξει τη συμμετοχή επιχειρήσεως σε ενιαία και διαρκή παράβαση, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι η επιχείρηση αυτή είχε άμεση γνώση κάθε συγκεκριμένης συμπεριφοράς την οποία σχεδίαζαν ή ανέπτυσσαν όλες οι άλλες επιχειρήσεις που εμπλέκονταν στην ίδια παράβαση. Αρκεί, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 248 και 249 ανωτέρω, να αποδείξει ότι η εν λόγω επιχείρηση μπορούσε ευλόγως να προβλέψει τις συμπεριφορές αυτές και ότι αποδεχόταν τα εντεύθεν οφέλη αλλά και τους σχετικούς κινδύνους (πρβλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2014, Gigaset κατά Επιτροπής, T‑395/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:23, σκέψη 117).

253    Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που εξετάστηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, με την αθέμιτη συμπεριφορά της, συνέβαλε εσκεμμένως στην υλοποίηση του συνολικού σχεδίου που μνημονεύεται στη σκέψη 250 ανωτέρω, σχέδιο το οποίο αποσκοπούσε ακριβώς στον περιορισμό του ανταγωνισμού μέσω των τιμών.

254    Πράγματι, πρώτον, η προσφεύγουσα συμμετείχε στη δημιουργία της συμφωνίας για το σύστημα υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, το οποίο, άλλωστε, είχε σχεδιαστεί κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατή η αυτόματη εφαρμογή του σε ολόκληρο τον ΕΟΧ, και συνέβαλε ενεργά στην καθιέρωση του εν λόγω συστήματος (βλ. σκέψεις 129 και 130 ανωτέρω).

255    Δεύτερον, όσον αφορά τον συντονισμό σχετικά με ατομικούς πελάτες, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η Pometon εμπλεκόταν σε αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού επαφές που αποσκοπούσαν στην υλοποίηση του εν λόγω συντονισμού (βλ. σκέψη 235 ανωτέρω). Επομένως, η σχετικά περιορισμένη συμμετοχή της εν λόγω επιχειρήσεως στις πολυμερείς συναντήσεις και στις λοιπές επαφές που είχαν ως αντικείμενο τη συζήτηση ή την εξέταση, με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών που συνέθεταν τη σύμπραξη στο σύνολό της δεν δύναται να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επιχείρηση αυτή δεν μπορούσε να γνωρίζει τις εν λόγω συμπεριφορές ή δεν μπορούσε να προβλέψει τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη, και ότι δεν προσχωρούσε σε αυτές.

256    Τρίτον, οι δύο πτυχές της συμπράξεως είχαν ακριβώς τον ίδιο σκοπό περιορισμού του ανταγωνισμού μέσω των τιμών, αφορούσαν τα ίδια προϊόντα και εφαρμόζονταν από τις ίδιες επιχειρήσεις, παρακινούμενες, εξάλλου, από τους ίδιους πρωταγωνιστές. Συναφώς, από τις έγγραφες αποδείξεις προκύπτει ότι οι κυριότεροι διευθύνοντες της Pometon, και ιδίως ο γενικός διευθυντής της, ενεπλάκησαν άμεσα στις δύο πτυχές της συμπράξεως και ότι, κατά τη διάρκεια των αθέμιτων επαφών σχετικά με την εν λόγω συμφωνία, η προσφεύγουσα εκπροσωπούνταν εν γένει από τους ίδιους υπεύθυνους. Εξάλλου, το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, όχι μόνο τη συμπληρωματικότητα των εν λόγω δύο πτυχών αλλά και τη βούληση της προσφεύγουσας να συμβάλει στο σύνολο των δραστηριοτήτων που αποσκοπούσαν στην εφαρμογή τους (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Trelleborg Industrie και Trelleborg κατά Επιτροπής, T‑147/09 και T‑148/09, EU:T:2013:259, σκέψη 60).

257    Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η Επιτροπή βασίμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα γνώριζε τις παραβατικές συμπεριφορές των άλλων συμμετεχόντων στη σύμπραξη ή μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει, και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο.

3)      Η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην ενιαία και διαρκή παράβαση η οποία καλύπτει ολόκληρο τον ΕΟΧ

258    Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως σε επίπεδο ΕΟΧ, αλλά αμφισβητεί την ευθύνη της σε παράβαση με τέτοια γεωγραφική έκταση.

259    Στην αιτιολογική σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προσδιορίζει τη γεωγραφική έκταση της συμπράξεως παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 37 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η οποία έχει ως εξής: «Η γεωγραφική έκταση της επίμαχης συμπεριφοράς, όσον αφορά τα πέντε μέρη, κάλυπτε ολόκληρο τον ΕΟΧ καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου [την οποία αφορά η παρούσα απόφαση]».

260    Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σκέψη 245 ανωτέρω), σε περίπτωση ενιαίας παραβάσεως, το γεγονός ότι η πραγματική συμμετοχή ορισμένης επιχειρήσεως σε σύμπραξη περιοριζόταν μόνο σε μέρος του ΕΟΧ δεν δύναται να αποκλείσει την ευθύνη της επιχειρήσεως αυτής στην εν λόγω σύμπραξη ως πρακτική αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού η οποία καλύπτει το σύνολο της εν λόγω επικράτειας.

261    Ωστόσο, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε σε ενιαία και διαρκή παράβαση καλύπτουσα ολόκληρο τον ΕΟΧ, η Επιτροπή όφειλε, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σκέψεις 248 και 249 ανωτέρω), να αποδείξει ότι η Pometon ήταν ενήμερη για τη γεωγραφική έκταση του συντονισμού ως προς τους ατομικούς πελάτες ή μπορούσε ευλόγως να την προβλέψει, και ότι συνεπώς αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο.

262    Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας (βλ. σκέψη 241 ανωτέρω), τα αποδεικτικά στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση επιβεβαιώνουν ότι οι διευθύνοντές της είχαν πλήρη επίγνωση της συνολικής γεωγραφικής εκτάσεως του συντονισμού ως προς τους ατομικούς πελάτες.

263    Ειδικότερα, πρώτον, στην απάντησή του της 7ης Οκτωβρίου 2002 σε τηλεομοιοτυπία του «general manager» της Pometon Deutschland που αφορούσε παράπονα της MTS σχετικά με τις μειώσεις τιμών στις οποίες προέβαινε η προσφεύγουσα έναντι πελατών στη Γερμανία (αιτιολογική σκέψη 133 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ο γενικός διευθυντής της τελευταίας υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι απειλές αντιποίνων είναι συνήθως «παγκόσμιες». Το έγγραφο αυτό, μολονότι είναι προγενέστερο της περιόδου παραβάσεως, συνιστά ένδειξη περί του ότι ο συντονισμός ως προς τους ατομικούς πελάτες είχε, κατά την αντίληψη των διευθυνόντων της Pometon, γενική γεωγραφική έκταση. Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, μια τέτοια ένδειξη μπορεί, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σκέψη 113 ανωτέρω), να ληφθεί υπόψη μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως για την εκτίμηση της γεωγραφικής εκτάσεως της συμπράξεως. Εξάλλου, από αυτά τα δύο ηλεκτρονικά μηνύματα δεν προκύπτει άρνηση της Pometon να συναντηθεί με την MTS, αλλά μάλλον η βούλησή της να κερδίσει χρόνο.

264    Δεύτερον, σε ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Νοεμβρίου 2003, το οποίο αφορά μεταξύ άλλων τον συντονισμό ως προς τους ατομικούς πελάτες στο Βέλγιο (αιτιολογικές σκέψεις 62 και 134 της προσβαλλομένης αποφάσεως, και σκέψη 199 ανωτέρω), η Winoa προτείνει στον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας να συζητήσουν τις διάφορες δυνατότητες σχετικά με πελάτες στη «Σκανδιναβία και [στις] ανατολικές χώρες».

265    Επομένως, μολονότι η προσφεύγουσα δεν δραστηριοποιούνταν στις αγορές ολόκληρης της επικράτειας του ΕΟΧ και μολονότι η συμμετοχή της στον συντονισμό ως προς ορισμένους ατομικούς πελάτες αποδεικνύεται μόνο σε πέντε κράτη μέλη, γνώριζε κατ’ ανάγκην ότι η δεύτερη πτυχή της συμπράξεως εκτεινόταν στο σύνολο της εν λόγω επικράτειας.

266    Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η προσφεύγουσα γνώριζε πλήρως όχι μόνο τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της συμπράξεως (βλ. σκέψη 257 ανωτέρω) αλλά και τη γεωγραφική της έκταση, και ότι συνεπώς είχε πρόθεση να συμμετέχει στην επίμαχη ενιαία και διαρκή παράβαση.

267    Επομένως, η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε την ευθύνη της προσφεύγουσας στην εν λόγω παράβαση, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως της διάρκειας της συμμετοχής της στην παράβαση αυτή, στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, καθώς και της βαρύτητας της ατομικής ευθύνης της, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αιτήματος περί μεταρρυθμίσεως του προστίμου που της επιβλήθηκε, σύμφωνα με την αρχή της εξατομικεύσεως των κυρώσεων.

268    Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τα τρία σκέλη του.

3.      Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, καθόσον η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμπραξη συνιστούσε περιορισμό του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

269    Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ καθόσον έκρινε ότι η επίμαχη σύμπραξη είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Η προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 142 έως 148) ενέχει συναφώς πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ελλιπή έρευνα και πρόδηλη έλλειψη λογικής. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε ανάλυση, έστω και επιφανειακή, της αγοράς την οποία αφορούσε η σύμπραξη και ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομολογίας (βλ. σκέψη 277 κατωτέρω), τη φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων και καθώς και τις πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς.

270    Δεύτερον, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε την ύπαρξη αποτελεσμάτων περιοριστικών του ανταγωνισμού. Αρκέστηκε στον ισχυρισμό, μη τεκμηριωμένο άλλωστε, ότι «από τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στο σημείο 4.2.1.3 [σχετικά με τον τύπο υπολογισμού της προσαυξήσεως στα απομέταλλα] προκύπτει ότι η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού σύμπραξη εφαρμοζόταν» (αιτιολογική σκέψη 148 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

271    Η Επιτροπή, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι ο συντονισμός μεταξύ ανταγωνιστών στον οποίο συμμετείχε η Pometon είχε ως σκοπό τον οριζόντιο καθορισμό τιμών, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις 145, 146 και 148 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, διευκρινίζει ότι προσδιόρισε και περιέγραψε επαρκώς την οικεία αγορά και τους δραστηριοποιούμενους σε αυτήν οικονομικούς φορείς (σημείο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως), εξέθεσε διεξοδικώς την προσαπτόμενη στην προσφεύγουσα συμπεριφορά και τόνισε τις επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς για την τιμή πωλήσεως των λειαντικών μέσων (σημείο 5.2.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

272    Συνεπώς, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύμπραξη ήταν περιοριστική ως εκ του αντικειμένου της, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε λεπτομερή ανάλυση της οικείας αγοράς.

2.      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

273    Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, για να εμπίπτει συμφωνία, απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική στην απαγόρευση την οποία προβλέπει το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, πρέπει αυτή να έχει «ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα» την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.

274    Κατά τη νομολογία, η έννοια του περιορισμού του ανταγωνισμού «ως εκ του αντικειμένου» πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και μπορεί να εφαρμόζεται μόνο σε ορισμένες μορφές συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες μπορούν να λογίζονται, ως εκ της φύσεώς τους, ως παραβλάπτουσες την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑469/15 P, EU:C:2017:308, σκέψη 103).

275    Το ουσιώδες νομικό κριτήριο προκειμένου να καθοριστεί αν μια συμφωνία συνεπάγεται περιορισμό του ανταγωνισμού «ως εκ του αντικειμένου» έγκειται στη διαπίστωση ότι η εν λόγω συμφωνία είναι, αυτή καθεαυτήν, αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό ώστε να γίνει δεκτό ότι παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων της (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑469/15 P, EU:C:2017:308, σκέψη 104· πρβλ., επίσης, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής, C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψεις 49 και 57).

276    Προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια συμφωνία είναι αρκούντως επιβλαβής ώστε να θεωρείται περιορισμός του ανταγωνισμού «ως εκ του αντικειμένου» κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο των όρων της, οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει καθώς και το οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται (αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής, C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 53, της 20ής Ιανουαρίου 2016, Toshiba Corporation κατά Επιτροπής, C‑373/14 P, EU:C:2016:26, σκέψη 27, και της 27ης Απριλίου 2017, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑469/15 P, EU:C:2017:308, σκέψη 105).

277    Βεβαίως, από τη νομολογία την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα (βλ. σκέψη 269 ανωτέρω) προκύπτει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, πρέπει, υπό ορισμένες συνθήκες, να αναλυθεί η φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών καθώς και οι πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς ή των οικείων αγορών (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Allianz Hungária Biztosító κ.λπ., C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 36, της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής, C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 53, και της 26ης Νοεμβρίου 2015, Maxima Latvija, C‑345/14, EU:C:2015:784, σκέψη 21). Αυτό συμβαίνει, κατ’ αρχήν, όταν η συμφωνία εμφανίζει γνωρίσματα που την καθιστούν άτυπη ή πολύπλοκη (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Toshiba Corporation κατά Επιτροπής, C‑373/14 P, EU:C:2015:427, σημεία 90 και 91).

278    Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι ορισμένες μορφές συμπαιγνίας, όπως αυτές που οδηγούν στον οριζόντιο καθορισμό των τιμών από συμπράξεις, μπορεί κατ’ αρχήν να λογίζονται ως δυνάμενες να έχουν τέτοια δυσμενή αποτελέσματα επί των τιμών, της ποσότητας ή της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών ώστε, για τους σκοπούς εφαρμογής του 101 ΣΛΕΕ, να παρέλκει η απόδειξη ότι έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα στην αγορά. Επιπλέον, η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες πρακτικές επιφέρουν εν γένει μειώσεις της παραγωγής και αυξήσεις τιμών, με τελικό αποτέλεσμα την κακή κατανομή των πόρων εις βάρος, ειδικότερα, των καταναλωτών (αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής, C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 51, της 26ης Νοεμβρίου 2015, Maxima Latvija, C‑345/14, EU:C:2015:784, σκέψη 19, και της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Philips και Philips France κατά Επιτροπής, T‑762/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:738, σκέψη 56).

279    Για τέτοιου είδους συμφωνίες, οι οποίες συνιστούν ιδιαιτέρως σοβαρή παράβαση του ανταγωνισμού, η ανάλυση του οικονομικού και νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η πρακτική μπορεί, ως εκ τούτου, να περιορίζεται στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου (βλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑469/15 P, EU:C:2017:308, σκέψη 107 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

280    Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή, πρώτον, ότι έκρινε ότι η επίμαχη σύμπραξη συνιστούσε περιορισμό του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου χωρίς να έχει εξετάσει τη φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων ούτε τις πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς ή των οικείων αγορών (βλ. σκέψη 269 ανωτέρω).

281    Ωστόσο, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 278 και 279 ανωτέρω, και λαμβανομένων υπόψη των εγγενών χαρακτηριστικών της επίμαχης οριζόντιας συμπράξεως, η οποία αφορούσε τον καθορισμό των τιμών και επομένως συνιστούσε ιδιαιτέρως σοβαρή παράβαση του ανταγωνισμού, η Επιτροπή προέβη στη δέουσα ανάλυση του οικονομικού και νομικού πλαισίου στο οποίο εντασσόταν η σύμπραξη αυτή, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετάσει λεπτομερώς τη φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων καθώς και τις συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς ή των οικείων αγορών. Πράγματι, σε σχέση με το αντικείμενο της παραβάσεως και τη σοβαρότητά της, αυτές οι πτυχές καθίστανται δευτερεύουσες.

282    Επομένως, ορθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, στην αιτιολογική σκέψη 142 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παράβαση συνιστούσε περιορισμό του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου, στο μέτρο που η προσφεύγουσα εμπλεκόταν σε οριζόντιες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίες οι οποίες εντάσσονταν σε συνολικό σχέδιο με μοναδικό σκοπό τον επηρεασμό των τιμών, αφενός, με την καθιέρωση της προσαυξήσεως στα απομέταλλα και, αφετέρου, με τον συντονισμό των τιμών ως προς τους ατομικούς πελάτες.

283    Όσον αφορά ειδικότερα την πρώτη πτυχή της συμπράξεως, η Επιτροπή διευκρίνισε, στην αιτιολογική σκέψη 143 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι συμμετέχοντες στην επίμαχη παράβαση συντόνιζαν τη συμπεριφορά τους προκειμένου να αποκλείσουν κάθε αβεβαιότητα μεταξύ τους όσον αφορά ένα ουσιώδες στοιχείο της τιμής, στο μέτρο που τα απομέταλλα χάλυβα αντιστοιχούσαν στο 25 έως το 45 % του κόστους παραγωγής των λειαντικών μέρων, ενώ η αγορά των απομετάλλων χάλυβα χαρακτηριζόταν από σημαντικές διακυμάνσεις της τιμής αγοράς καθώς και από σημαντικές διαφορές τιμών μεταξύ ορισμένων κρατών μελών της Ένωσης.

284    Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και στα δικόγραφά της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα ούτε και υποστήριξε ότι η εν λόγω σύμπραξη εμφάνιζε ιδιαίτερη πολυπλοκότητα ή ειδικά χαρακτηριστικά που συνεπάγονταν ότι ήταν αναγκαία η διεξοδικότερη ανάλυση του οικονομικού και νομικού πλαισίου προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 277 ανωτέρω νομολογία, αν η εν λόγω σύμπραξη συγκαταλέγεται στις συμφωνίες που μπορούν να θεωρηθούν, ως εκ της φύσεώς τους, ως επιβλαβείς για την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού.

285    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως καθόσον έκρινε ότι η επίμαχη σύμπραξη ήταν, αυτή καθεαυτήν, αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό, στο μέτρο που είχε ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού μέσω των τιμών, εις βάρος των καταναλωτών.

286    Ως εκ τούτου, η αιτίαση που αντλείται από την απουσία περιορισμού του ανταγωνισμού ως εκ του αντικειμένου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

287    Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, η δεύτερη αιτίαση που προβάλλει η προσφεύγουσα, η οποία αντλείται από την έλλειψη αποδείξεων σχετικά με την ύπαρξη αντίθετων προς των ανταγωνισμό αποτελεσμάτων (βλ. σκέψη 270 ανωτέρω), πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελής. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του αντίθετου προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αντικειμένου της συμπράξεως, η εξέταση των αποτελεσμάτων της δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στη διαπίστωση της υπάρξεως παραβάσεως.

288    Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

4.      Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη διάρκεια της συμμετοχής της προσφεύγουσας στην παράβαση και σχετικά με την παραγραφή

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

289    Επικουρικώς, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη διάρκεια της συμμετοχής της στη σύμπραξη. Η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι η εν λόγω συμμετοχή συνεχίστηκε έως τις 16 Μαΐου 2007, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η συνάντηση του Μιλάνου, που αποτελεί κατά την Επιτροπή «την τελευταία επαφή μεταξύ της Pometon και των λοιπών συμμετεχόντων στην παράβαση όσον αφορά την προσαύξηση στα απομέταλλα» (αιτιολογικές σκέψεις 55 και 163 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

290    Η προσφεύγουσα εξηγεί, κατ’ ουσίαν, ότι, στις 16 Μαΐου 2007, δεν έλαβε χώρα καμία «παράνομη» συνάντηση με τη συμμετοχή της ιδίας. Η δεύτερη δήλωση του αιτούντος επιεική μεταχείριση μνημονεύει μόνο μία συνάντηση στο Μιλάνο, στις 17 Μαΐου 2007, και η ημερομηνία αυτή επιβεβαιώνεται από δύο εσωτερικά ηλεκτρονικά μηνύματα της Ervin, της 17ης Μαΐου 2007, στα οποία εκτίθεται το περιεχόμενο της συνάντησης αυτής.

291    Εν πάση περιπτώσει, η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην εν λόγω συνάντηση, στις 16 Μαΐου 2007, δεν φαίνεται εύλογη, στο μέτρο που αυτή ουδόλως ενδιαφερόταν να συναντηθεί με τους ανταγωνιστές της για να συζητήσουν τη συνέχιση της συμπράξεως όσον αφορά την προσαύξηση στα απομέταλλα την ίδια την ημέρα που υπεγράφη η πράξη μεταβιβάσεως της δραστηριότητάς της σχετικά με τα λειαντικά μέσα. Συναφώς, το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο είναι πιθανόν ότι η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα, ότι η πράξη μεταβιβάσεως καταρτίστηκε την ίδια ημέρα σε κοντινό συμβολαιογραφείο και ότι η Ervin δεν ενημερώθηκε σχετικά, καταλήγει να επιβάλλει στην προσφεύγουσα να αποδείξει την ανυπαρξία της εν λόγω συνάντησης, πράγμα που συνιστά, εν τέλει, probatio diabolica.

292    Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, το τέλος της περιόδου παραβάσεως συμπίπτει, σε ό,τι την αφορά, το πολύ με τις τελευταίες αθέμιτες επαφές που φέρονται ως καταλογιστέες στην Pometon, δηλαδή τη συνάντηση της 9ης Ιουνίου 2005, ή το αργότερο με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Νοεμβρίου 2005 (βλ. σκέψεις 153, 154 και 215 ανωτέρω).

293    Στο σημείο αυτό, η προσφεύγουσα συνάγει εκ των ανωτέρω ότι, δεδομένου ότι μεταξύ της λήξης της συμμετοχής της στη σύμπραξη, στις 9 Ιουνίου 2005, και της κοινοποιήσεως, στις 15 Ιουνίου 2015, της πράξεως διακοπής της παραγραφής, παρήλθαν πάνω από πέντε έτη, η εξουσία επιβολής προστίμου που ανατίθεται στην Επιτροπή έχει παραγραφεί, με βάση το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003.

2.      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

294    Πρώτα από όλα, πρέπει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή απέδειξε, επαρκώς κατά νόμον, τη διάρκεια της συμμετοχής της προσφεύγουσας στην επίμαχη σύμπραξη (πρβλ. απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011, Viega κατά Επιτροπής, T‑375/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:106, σκέψη 36).

295    Όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν άμεσα τη διάρκεια της συμμετοχής ορισμένης επιχειρήσεως σε διαρκή παράβαση, η Επιτροπή υποχρεούται να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιαλείπτως μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών (απόφαση της 19ης Μαΐου 2010, IMI κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑18/05, EU:T:2010:202, σκέψη 88).

296    Εν προκειμένω, εν πρώτοις, από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως από το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε σε διάφορες συναντήσεις και άλλες αθέμιτες επαφές που εκτείνονται τουλάχιστον μεταξύ της 3ης Αυγούστου 2003, ημερομηνία της συμφωνίας για την προσαύξηση στα απομέταλλα (βλ. σκέψη 129 ανωτέρω), και της ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων της 16ης έως 18ης Νοεμβρίου 2005 μεταξύ της Würth και της Pometon (βλ. σκέψη 153 ανωτέρω).

297    Επιπλέον, το εν λόγω θεσμικό όργανο απέδειξε επίσης ότι η προσφεύγουσα ενεπλάκη στην προετοιμασία της συνάντησης του Μιλάνου, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 16 και 17 Μαΐου 2007.

298    Βεβαίως, όσον αφορά το ζήτημα αν η προσφεύγουσα συμμετείχε στην εν λόγω συνάντηση του Μιλάνου, επισημαίνεται ότι αυτή ορθώς υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αντιστρέφει το βάρος αποδείξεως καθόσον αρκείται στον ισχυρισμό ότι είναι πιθανόν ότι μια πρώτη συνάντηση ‑στην οποία φέρεται να έλαβε μέρος η προσφεύγουσα ‑ πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 2007 προκειμένου να συζητηθεί η συνέχιση της συμπράξεως και ότι ακολούθησε δεύτερη συνάντηση στις 17 Μαΐου 2007.

299    Συναφώς, η εγγύτητα, την οποία επικαλείται η Επιτροπή, μεταξύ του τόπου της συνάντησης αυτής και της έδρας του συμβολαιογραφείου ενώπιον του οποίου καταρτίστηκε στις 16 Μαΐου 2007 η πράξη μεταβιβάσεως στη Winoa του κλάδου δραστηριότητας της Pometon στον τομέα των λειαντικών μέσων δεν δύναται να αποτελέσει επαρκώς σοβαρή και αξιόπιστη ένδειξη για την πραγματοποίηση, την ίδια ημέρα, συνάντησης αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Αντιθέτως, στη δεύτερη δήλωση του αιτούντος επιεική μεταχείριση μνημονεύεται μόνο μία συνάντηση στο Μιλάνο, στις 17 Μαΐου 2007. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι η προσφεύγουσα έλαβε μέρος σε αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συνάντηση την προηγούμενη ημέρα.

300    Ωστόσο, ανεξάρτητα από την παρουσία της προσφεύγουσας στην εν λόγω συνάντηση που φέρεται να πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 2007, η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην επίμαχη σύμπραξη, πριν τη μεταβίβαση στη Winoa της δραστηριότητάς της στον τομέα των λειαντικών μέσων, στις 16 Μαΐου 2007, τεκμηριώνεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, από δέσμη αρκούντως συγκεκριμένων, σοβαρών και συγκλινουσών ενδείξεων από τις οποίες συνάγεται ότι η Pometon εμπλεκόταν άμεσα στην επίμαχη ενιαία και διαρκή παράβαση κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από την εν λόγω μεταβίβαση.

301    Ειδικότερα, από το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Ervin, της 20ής Μαρτίου 2007, που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως ‑το οποίο δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα και αναφέρει ότι οι εκπρόσωποι της Winoa και της Pometon είχαν ζητήσει από τον συντάκτη του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος να παρευρεθεί σε συνάντηση που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο Μιλάνο στις 16 και 17 Μαΐου 2007, προκειμένου να συζητηθεί η εφαρμογή του τύπου για τον υπολογισμό της προσαυξήσεως στα απομέταλλα (βλ. σκέψη 155 ανωτέρω)‑ προκύπτει ότι η Pometon είχε λάβει ενεργό μέρος στη σύγκληση και τον προγραμματισμό της συνάντησης αυτής.

302    Περαιτέρω, το γεγονός ότι η συμμετοχή της Pometon στη συνάντηση αυτή δεν επιδεχόταν αμφιβολία κατά την αντίληψη των λοιπών συμμετεχόντων επιβεβαιώνεται από το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Ervin της 19ης Απριλίου 2007 (βλ. σκέψη 228 ανωτέρω). Εξάλλου, από το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Ervin της 17ης Μαΐου 2007 (αιτιολογική σκέψη 55 της προσβαλλομένης αποφάσεως) συνάγεται μάλλον ότι οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη δεν ήταν ενήμεροι, πριν από τη συνάντηση του Μιλάνου, για τη μεταβίβαση του οικείου κλάδου δραστηριότητας της Pometon στη Winoa. Πράγματι, από το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα προκύπτει ότι ο συντάκτης του, υπάλληλος της Ervin που ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση της 17ης Μαΐου 2007, εξεπλάγη από την επιφυλακτική στάση που είχε τηρήσει κατά τη συνάντηση αυτή ο B., ο οποίος ήταν ένας εκ των εκπροσώπων της προσφεύγουσας πριν προσληφθεί στην Winoa από τον χρόνο της εν λόγω μεταβιβάσεως, στις 16 Μαΐου 2007.

303    Τέλος, το περιεχόμενο των εσωτερικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων της Ervin της 20ής Μαρτίου και της 19ης Απριλίου 2007 (βλ. σκέψεις 227 και 228 ανωτέρω) καθώς και της Winoa της 26ης Απριλίου 2007 (βλ. σκέψη 229 ανωτέρω) αποδεικνύει ότι, τουλάχιστον κατά την περίοδο των δύο μηνών πριν από την αποχώρησή της από την αγορά των λειαντικών μέσων, η Pometon όχι μόνο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως, αλλά εμπλεκόταν και στη δεύτερη πτυχή της.

304    Δεύτερον, δεδομένου ότι η Επιτροπή απέδειξε προσηκόντως κατά τα ανωτέρω ότι η προσφεύγουσα ενεπλάκη άμεσα σε αθέμιτες επαφές σχετικά με τις δύο πτυχές της συμπράξεως μεταξύ της 3ης Οκτωβρίου 2003 και της 18ης Νοεμβρίου 2005 (βλ. σκέψη 296 ανωτέρω) καθώς επίσης και κατά τους δύο μήνες πριν από την αποχώρησή της από την αγορά στις 16 Μαΐου 2007 (βλ. σκέψεις 297 έως 303 ανωτέρω), πρέπει να εξεταστεί αν η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού επαφές για χρονικό διάστημα σχεδόν δεκαέξι μηνών, εκτεινόμενο από τις 18 Νοεμβρίου 2005 έως τον Μάρτιο του 2007, σημαίνει ότι η προσφεύγουσα είχε πράγματι διακόψει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη κατά την περίοδο αυτή, όπως η ίδια ισχυρίζεται (βλ. σκέψη 292 ανωτέρω), πριν ξαναρχίσει και επαναλάβει τη συμμετοχή της στην ίδια παράβαση λίγους μήνες πριν αποχωρήσει από την αγορά λειαντικών μέσων (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Philip Morris κατά Επιτροπής, T‑18/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:487, σκέψη 97).

305    Το ζήτημα αν το διάστημα μεταξύ δύο εκδηλώσεων μιας συμπεριφοράς που συνιστά παράβαση είναι αρκούντως μακρό ώστε να αποτελέσει διακοπή της παραβάσεως πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της λειτουργίας της οικείας συμπράξεως (απόφαση της 19ης Μαΐου 2010, IMI κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑18/05, EU:T:2010:202, σκέψη 89· πρβλ., επίσης, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011, Tomkins κατά Επιτροπής, T‑382/06, EU:T:2011:112, σκέψη 51).

306    Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό και με βάση τη συνολική εκτίμηση όλων των διαθέσιμων ενδείξεων, πρέπει να εξεταστεί συγκεκριμένα αν το εν λόγω διάστημα ήταν αρκούντως μακρό ώστε τα λοιπά μέρη της συμπράξεως να μπορέσουν να αντιληφθούν την πρόθεση της οικείας επιχειρήσεως να διακόψει τη συμμετοχή της, δεδομένου ότι η αντίληψη αυτή είναι καθοριστικό στοιχείο για να κριθεί αν η οικεία επιχείρηση είχε πρόθεση να αποστασιοποιηθεί από την παράνομη συμφωνία (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2016, Toshiba Corporation κατά Επιτροπής, C‑373/14 P, EU:C:2016:26, σκέψεις 62 και 63).

307    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η σιωπηρή έγκριση μιας παράνομης πρωτοβουλίας, χωρίς δημόσια αποστασιοποίηση από το περιεχόμενό της ή καταγγελία στις διοικητικές αρχές, έχει ως αποτέλεσμα να ενθαρρύνει τη συνέχιση της παραβάσεως και να δυσχεραίνει την αποκάλυψή της. Η συνέργεια αυτή συνιστά παθητικό τρόπο συμμετοχής στην παράβαση και επομένως είναι ικανή να στοιχειοθετήσει ευθύνη της επιχειρήσεως στο πλαίσιο μιας ενιαίας συμφωνίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι επιχείρηση δεν δίνει συνέχεια στα αποτελέσματα μιας συνάντησης αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν αποκλείει την απορρέουσα από τη συμμετοχή της σε σύμπραξη ευθύνη, εκτός αν έχει λάβει δημοσίως αποστάσεις από το περιεχόμενό της (βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Duravit κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑609/13 P, EU:C:2017:46, σκέψη 136 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

308    Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της επίμαχης συμπράξεως, από την έλλειψη αθέμιτων επαφών μεταξύ της προσφεύγουσας και των λοιπών μερών της συμπράξεως, ακόμη και κατά το προαναφερθέν διάστημα των σχεδόν δεκαέξι μηνών, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η προσφεύγουσα είχε διακόψει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη. Πράγματι, η σύμπραξη αυτή χαρακτηριζόταν, αφενός, από την αυτόματη εφαρμογή της προσαυξήσεως στα απομέταλλα (βλ. σκέψη 147 ανωτέρω) και, αφετέρου, από τον στενό σύνδεσμο μεταξύ των δύο πτυχών της συμπράξεως (βλ. σκέψεις 228, 256 και 303 ανωτέρω) καθώς και από την έλλειψη, πλην της γερμανικής αγοράς, δομημένης οργάνωσης των επαφών μεταξύ των συμμετεχόντων για την εφαρμογή του συντονισμού ως προς τους ατομικούς πελάτες, ενώ περιστασιακές επαφές πραγματοποιούνταν μόνο σε περίπτωση διαφωνίας (βλ. σκέψη 222 ανωτέρω).

309    Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτής της ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, η προσφεύγουσα δεν επικαλείται κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι κάποιες αθέμιτες επαφές ήταν αναγκαίες για τη συνέχιση της συμμετοχής της στη σύμπραξη, χωρίς διακοπή, κατά την περίοδο μεταξύ της 9ης Ιουνίου 2005 και του Μαρτίου του 2007. Ειδικότερα, δεν μνημονεύει κανένα πραγματικό περιστατικό που να επηρέασε τη λειτουργία της συμπράξεως όπως αυτή προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία που προβάλλει η Επιτροπή και που να κατέστησε αναγκαία, κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, την ανάληψη επαφών με τα άλλα μέρη της συμπράξεως με σκοπό την επανεκκίνησή της (πρβλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2013, Trelleborg Industrie και Trelleborg κατά Επιτροπής, T‑147/09 και T‑148/09, EU:T:2013:259, σκέψη 65).

310    Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εν λόγω συμπράξεως (βλ. σκέψη 308 ανωτέρω), η ενδεχόμενη μη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε συναντήσεις ή άλλες αθέμιτες επαφές κατά το προαναφερθέν διάστημα των δεκαέξι μηνών δεν μπορούσε να εκληφθεί από τους λοιπούς συμμετέχοντες ως αποστασιοποίηση από τη σύμπραξη, καθώς η Pometon είχε εμπλακεί στην καθιέρωση του συστήματος της προσαυξήσεως στα απομέταλλα και είχε συμβάλει ενεργά στην εφαρμογή του (βλ. σκέψεις 129 και 130 ανωτέρω).

311    Επιπλέον, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην προετοιμασία της συνάντησης του Μιλάνου και δεν ενημέρωσε εκ των προτέρων στους λοιπούς συμμετέχοντες στη σύμπραξη για τη μεταβίβαση στη Winoa του κλάδου δραστηριότητάς της στον τομέα των λειαντικών μέσων επιβεβαιώνει τον συνεχή χαρακτήρα της παράνομης συμπεριφοράς της Pometon και της Winoa. Εξάλλου, τη συνέχεια αυτή επιβεβαιώνει σαφώς και το ηλεκτρονικό μήνυμα του Τ. της 28ης Μαΐου 2008 (βλ. σκέψη 231 ανωτέρω).

312    Για όλους αυτούς τους λόγους, μολονότι η συμμετοχή της προσφεύγουσας στη σύμπραξη δεν τεκμηριώνεται με άμεσες έγγραφες αποδείξεις που καλύπτουν όλη τη διάρκεια της παραβάσεως, η οποία εκτείνεται από τις 3 Οκτωβρίου 2003 έως τις 16 Μαΐου 2007, η συνεχής συμμετοχή της προκύπτει σαφώς από τη συνολική εξέταση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή, τα οποία επιρρωννύονται αμοιβαίως και καθιστούν δυνατή τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της προσφεύγουσας καθόλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Keramag Keramische Werke κ.λπ., C‑613/13 P, EU:C:2017:49, σκέψη 55).

313    Επομένως, ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως περί αποστασιοποιήσεως της ενδιαφερομένης από τη σύμπραξη, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η Pometon δεν είχε διακόψει τη συμμετοχή της στην επίμαχη ενιαία και διαρκή παράβαση, μολονότι, σε σχέση με ένα χρονικό διάστημα περίπου δεκαέξι μηνών, η Επιτροπή δεν διέθετε άμεσα αποδεικτικά στοιχεία για αθέμιτες επαφές (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, FSL κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑655/11, EU:T:2015:383, σκέψη 481).

314    Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η Pometon συμμετείχε στη σύμπραξη έως τις 16 Μαΐου 2007 και η Επιτροπή πραγματοποίησε έρευνες στις εγκαταστάσεις της από τον Ιούνιο του 2010 και κίνησε τη διαδικασία μεταξύ άλλων εις βάρος της στις 16 Ιανουαρίου 2013 (βλ. σκέψεις 6 και 7 ανωτέρω), η εξουσία του εν λόγω θεσμικού οργάνου για την επιβολή προστίμου εις βάρος της δεν είχε παραγραφεί κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα εντός των νόμιμων προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003.

315    Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

316    Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την έλλειψη ερείσματος του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως με τους οποίους αμφισβητούνται οι παραβατικές συμπεριφορές που καταλογίζονται στην Pometon καθώς και η συμμετοχή της, από τις 3 Οκτωβρίου 2003 έως τις 16 Μαΐου 2007, στην επίμαχη ενιαία και διαρκή παράβαση, πρέπει να απορριφθούν το πρώτο και το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, με τα οποία ζητείται η ακύρωση του πρώτου άρθρου της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 31 ανωτέρω).

5.      Επί της προσαρμογής του βασικού ποσού του προστίμου βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

317    Επικουρικότερον, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση του προστίμου ή τη μεταρρύθμισή του, υποστηρίζοντας ότι το επίπεδο προσαρμογής του βασικού ποσού του προστίμου, βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένο και δεν συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.

318    Στο πλαίσιο αυτό, οι διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα που προσκoμίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αποτελούν καθ’ όλα νέους ισχυρισμούς και δεν μπορούν να θεραπεύσουν την αρχική ανεπάρκεια της αιτιολογίας. Επιπλέον, ο εν λόγω πίνακας προσκομίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δηλαδή καθυστερημένα, και συνεπώς είναι απαράδεκτος.

319    Εξάλλου, στις παρατηρήσεις της 2ας Ιουλίου 2018 (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω), η προσφεύγουσα επικαλέστηκε ανακρίβεια του ποσοστού των ειδικών πωλήσεων της Pometon σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2006, το οποίο μνημονεύεται στον προαναφερθέντα πίνακα και ελήφθη υπόψη από την Επιτροπή για τον καθορισμό του επιπέδου προσαρμογής για την ίδια. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται όχι σε 21 % αλλά σε 31 %.

320    Η Επιτροπή, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι με βάση το σκεπτικό που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 228 και 229 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψεις 345 και 346 κατωτέρω) γίνονται κατανοητά τα κριτήρια τα οποία εφάρμοσε για να υπολογίσει την προσαρμογή του βασικού ποσού του προστίμου. Εκ του σκεπτικού αυτού προκύπτει, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή χορήγησε στην προσφεύγουσα κατ’ εξαίρεση μείωση, ανάλογη με εκείνες που χορηγήθηκαν στις τέσσερις άλλες επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, προκειμένου το επίπεδο του προστίμου να καθοριστεί αναλογικά προς την ατομική ευθύνη της Pometon, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας και της διάρκειας της συμμετοχής της στη σύμπραξη σε σχέση με τη συμμετοχή των άλλων προαναφερθεισών επιχειρήσεων και, επιπλέον, να διασφαλιστεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου.

321    Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, προκειμένου να καθορίσει το επίπεδο της προσαρμογής για την προσφεύγουσα, έλαβε υπόψη συντελεστή μειώσεως 21 %, ο οποίος αντιστοιχεί στην αναλογία μεταξύ του ύψους του κύκλου εργασιών της Pometon όσον αφορά τις πωλήσεις λειαντικών μέσων και του ύψους του συνολικού κύκλου εργασιών της, το 2006. Ωστόσο, αναπροσάρμοσε αυτόν τον συντελεστή προς τα πάνω και χορήγησε στην προσφεύγουσα πρόσθετη μείωση κατά 39 %, λόγω της μικρότερης διάρκειας της συμμετοχής της Pometon στη σύμπραξη, του σχετικά μικρού μεγέθους της και του γεγονότος ότι δεν διέθετε ιδιαίτερα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο προϊόντων. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή δέχτηκε ότι το ποσοστό των ειδικών πωλήσεων της Pometon στον ΕΟΧ, το 2006, ανερχόταν στην πραγματικότητα σε 23,7 % και ισχυρίστηκε ότι η διαφορά, σε σχέση με το ποσοστό του 21 % το οποίο ελήφθη υπόψη, είχε αντισταθμιστεί με την αναπροσαρμογή.

322    Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι στηρίχθηκε στην αναλογία μεταξύ της αξίας των ειδικών πωλήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο και του συνολικού κύκλου εργασιών καθεμιάς από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, όπως προκύπτει, κατά τρόπο συμπυκνωμένο αλλά πλήρη, από τις αιτιολογικές σκέψεις 228 και 229 της προσβαλλομένης αποφάσεως, και όχι στο ποσοστό των εν λόγω πωλήσεων εντός του ΕΟΧ.

323    Όσον αφορά ειδικότερα την αναλογία των συνολικών ειδικών πωλήσεων της Pometon, η Επιτροπή ‑στις γραπτές παρατηρήσεις της επί της προβαλλόμενης από την προσφεύγουσα ανακρίβειας (βλ. σκέψη 319 ανωτέρω) του ποσοστού του 21 % που μνημονεύεται συναφώς στον πίνακα ο οποίος προσκομίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση‑ υποστήριξε, επικαλούμενη τα σχετικά έγγραφα, ότι στηρίχθηκε στα αριθμητικά στοιχεία που παρείχε η προσφεύγουσα απαντώντας στα αιτήματά της για παροχή πληροφοριών κατά τη διοικητική διαδικασία.

324    Περαιτέρω, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση και να τηρηθεί η επιείκεια, είχε αναπροσαρμόσει το προαναφερθέν ποσοστό των ειδικών πωλήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, για καθένα από τα μέρη της συμπράξεως, κατά τρόπον ώστε να μην ευνοηθούν υπέρμετρα οι επιχειρήσεις των οποίων οι ειδικές πωλήσεις ασκούσαν ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή στον κύκλο εργασιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αναπροσαρμογή αυτή πραγματοποιήθηκε βάσει των ακόλουθων τριών κριτηρίων, τα οποία μνημονεύονται στον πίνακα που προσκομίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και που περιλαμβάνει και τα στοιχεία σχετικά με την προσφεύγουσα.

325    Το σημαντικότερο κριτήριο ήταν η διαφοροποίηση των πωλήσεων. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα έλαβε τη μεγαλύτερη πρόσθετη μείωση (39 %), κυρίως διότι οι πωλήσεις της ήταν ιδιαίτερα διαφοροποιημένες, ενώ αντιθέτως οι Ervin, Winoa και ΜTS υπέστησαν κύρωση (της τάξεως, αντίστοιχα, του 13 %, του 8 % και του 4 %) λόγω του υψηλού βαθμού συγκεντρώσεως των χαρτοφυλακίων τους (88 % για την Ervin, 83 % για τη Winoa και 94 % για την MTS). Τα άλλα δύο κριτήρια ήταν το μέγεθος της επιχειρήσεως και ο «περιορισμένος» ή «μη περιορισμένος» ρόλος της στην παράβαση.

2.      Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

1)      Επί του παραδεκτού του πίνακα που προσκομίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και επί του αιτήματος εμπιστευτικότητας της Επιτροπής

326    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα προέβαλε ένσταση απαραδέκτου του πίνακα που προσκόμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί η ένσταση αυτή.

327    Συναφώς, επιβάλλεται πρώτον η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, «[κ]ατ’ εξαίρεση, οι κύριοι διάδικοι μπορούν επίσης να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ή να προτείνουν αποδεικτικά μέσα πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή».

328    Στο ειδικό πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, το εν λόγω έγγραφο προσκομίσθηκε από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατόπιν ερωτημάτων που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο και περιέχει πληροφορίες αναγκαίες για τον εντοπισμό και την εκτίμηση των κριτηρίων που εφάρμοσε το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά τον υπολογισμό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα (βλ. σκέψεις 366 και 376 κατωτέρω), η οποία άλλωστε κλήθηκε να καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις επί των στοιχείων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα. Επομένως, η κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου παρίσταται δικαιολογημένη κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

329    Δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα εμπιστευτικότητας που υπέβαλε προφορικώς η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση όσον αφορά ορισμένα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον προαναφερθέντα πίνακα, αίτημα το οποίο δικαιολογείται από την Επιτροπή απλώς και μόνον από το γεγονός ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, ερωτηθείσες συναφώς από την ίδια, είχαν εκτιμήσει ότι τα στοιχεία αυτά έπρεπε να διατηρήσουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους.

330    Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, απόρρητες ή εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες, όμως, χρονολογούνται από πέντε και πλέον ετών πρέπει, λόγω της παρελεύσεως του χρόνου, να θεωρούνται, κατ’ αρχήν, παρωχημένες και έχουσες απολέσει τον απόρρητο ή εμπιστευτικό χαρακτήρα τους, εκτός εάν, κατ’ εξαίρεση, ο διάδικος που επικαλείται τον χαρακτήρα αυτόν αποδείξει ότι, παρά την παλαιότητά τους, οι πληροφορίες αυτές εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής θέσεώς του ή της εμπορικής θέσεως ενδιαφερόμενων τρίτων (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, C‑162/15 P, EU:C:2017:205, σκέψη 64).

331    Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον προαναφερθέντα πίνακα δεν έχουν πλέον εμπιστευτικό χαρακτήρα. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την αξία των συνολικών ειδικών πωλήσεων καθενός από τους αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς το 2009, η Επιτροπή δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα βάσει του οποίου να μπορεί να γίνει δεκτό ότι, παρά τον παρωχημένο χαρακτήρα τους, τα εν λόγω στοιχεία εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της εμπορικής θέσεως των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Έπειτα, οι αναπροσαρμογές στις οποίες προέβη η Επιτροπή προκειμένου να καθορίσει το επίπεδο των προσαρμογών του βασικού ποσού των προστίμων που επιβλήθηκαν στις προαναφερθείσες επιχειρήσεις ουδόλως σχετίζονται με την εμπορική πολιτική των επιχειρήσεων αυτών και, ως εκ της φύσεώς τους αυτής, δεν έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα. Τέλος, τα υπόλοιπα στοιχεία που αναπαράγονται στον επίμαχο πίνακα έχουν ήδη κριθεί μη εμπιστευτικά στη διάταξη της 4ης Μαΐου 2018, Pometon κατά Επιτροπής (T‑433/16), η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 26 ανωτέρω.

332    Επομένως, αφενός, η προσκόμιση του επίμαχου πίνακα, αν και καθυστερημένη, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και, αφετέρου, κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί την παράλειψη, στην παρούσα απόφαση και έναντι του κοινού, ορισμένων από τα στοιχεία που περιέχει αυτός ο πίνακας.

2)      Επί του αιτήματος ακυρώσεως του ποσού του προστίμου λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

333    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε, επαρκώς κατά νόμον, την προσαρμογή του βασικού ποσού του προστίμου στην οποία προέβη βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων.

1)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη νομολογία για την αιτιολόγηση των προστίμων

334    Πρώτον, επισημαίνεται ότι οι απαιτήσεις περί αιτιολογήσεως των προστίμων τις οποίες η Επιτροπή οφείλει να τηρεί στο πλαίσιο συνήθους διαδικασίας ή διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών σχετικά με ορισμένη σύμπραξη ισχύουν και στην περίπτωση υβριδικής διαδικασίας, ακόμη και διαδικασίας της οποίας τα στάδια έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικό χρόνο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Printeos κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑95/15, EU:T:2016:722, σκέψη 47).

335    Ειδικότερα, η διαδικασία διευθετήσεως διαφορών και η συνήθης διαδικασία παραβάσεως, μολονότι είναι δύο διακριτές διαδικασίες, ιδίως υπό το πρίσμα του ειδικού σκοπού τον οποίο επιδιώκουν, διέπονται αμφότερες από την αρχική απόφαση περί κινήσεως της έρευνας για τη σύμπραξη την οποία εκδίδει η Επιτροπή με βάση το άρθρο 2 του κανονισμού 773/2004 (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω) και επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό γενικού συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στον τερματισμό της επίμαχης αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικής, προς όφελος των καταναλωτών της οικείας αγοράς.

336    Δεύτερον, η αιτιολογία μιας αποφάσεως περί επιβολής προστίμου λόγω παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθιστά δυνατόν για τις επιχειρήσεις που είναι αποδέκτες της αποφάσεως να εντοπίσουν και να κατανοήσουν τα κριτήρια που πράγματι έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για τον καθορισμό του προστίμου καθώς και να εξακριβώσουν αν τα κριτήρια αυτά εφαρμόστηκαν σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας.

337    Παρά ταύτα, όσον αφορά ειδικότερα την κατ’ εξαίρεση προσαρμογή του βασικού ποσού του προστίμου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, «οι ιδιαιτερότητες μίας ορισμένης υπόθεσης ή η ανάγκη διασφάλισης του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου, μπορεί να δικαιολογούν απόκλιση από τη μεθοδολογία αυτή ή από τα όρια που καθορίζονται στο σημείο 21».

338    Κατά συνέπεια, όταν η Επιτροπή αποφασίσει να παρεκκλίνει από τη γενική μέθοδο υπολογισμού των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, η αιτιολογία σχετικά με το ποσό του εν λόγω προστίμου πρέπει να είναι ακόμη σαφέστερη, δεδομένου ότι το σημείο 37 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών αρκείται σε αόριστη αναφορά στις «ιδιαιτερότητες μίας ορισμένης υπόθεσης» και επομένως καταλείπει στην Επιτροπή ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ώστε να προβεί, όπως εν προκειμένω, σε κατ’ εξαίρεση προσαρμογή των βασικών ποσών των προστίμων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Printeos κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑95/15, EU:T:2016:722, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

339    Υπό αυτές ακριβώς τις συνθήκες, η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας νομικώς δεσμευτικής αποφάσεως, η οποία αντιστοιχεί πλέον στο θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη, αναπτύσσει πλήρως τις έννομες συνέπειές της ως νόμιμη απαίτηση που αποσκοπεί στη διασφάλιση του δικαιώματος κάθε προσώπου σε χρηστή διοίκηση έναντι των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München, C‑269/90, EU:C:1991:438, σκέψη 14).

340    Ωστόσο, για τον καθορισμό του επιπέδου της κατ’ εξαίρεση προσαρμογής του βασικού ποσού του προστίμου, η Επιτροπή οφείλει κατ’ αρχήν να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια και την ίδια μέθοδο υπολογισμού έναντι όλων των μελών της συμπράξεως και να αξιολογήσει για καθένα από αυτά, τηρουμένης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται.

341    Επομένως, στο πλαίσιο υβριδικής διαδικασίας όπως εν προκειμένω, το καθήκον αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή καλύπτει το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που απαιτούνται προκειμένου να εκτιμηθεί αν η επιχείρηση η οποία αρνήθηκε τη διευθέτηση της διαφοράς βρισκόταν ή όχι σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους ανταγωνιστές της που είναι αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς και αν μπορούσε να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς η ίση ή άνιση μεταχείριση των εν λόγω καταστάσεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Printeos κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑95/15, EU:T:2016:722, σκέψη 49).

342    Συνεπώς, εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν με βάση την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να γίνουν κατανοητά, επαρκώς κατά νόμον, η μέθοδος υπολογισμού και τα κριτήρια που εφάρμοσε η Επιτροπή για να καθορίσει το επίπεδο της προσαρμογής στην οποία προέβη για την προσφεύγουσα, ώστε να εκτιμηθεί ο αναλογικός χαρακτήρας αυτής της κατ’ εξαίρεση προσαρμογής και η συμφωνία της προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

343    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 14ης Μαΐου 2014, Donau Chemie κατά Επιτροπής, T‑406/09, EU:T:2014:254, σκέψη 238). Η δε αρχή της αναλογικότητας συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει το πρόστιμο κατ’ αναλογίαν προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως και ότι οφείλει, επ’ αυτού, να εφαρμόζει τα εν λόγω στοιχεία κατά τρόπο συνεπή και αντικειμενικώς δικαιολογημένο (αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2011, Romana Tabacchi κατά Επιτροπής, T‑11/06, EU:T:2011:560, σκέψη 105, και της 20ής Μαΐου 2015, Timab Industries και CFPR κατά Επιτροπής, T‑456/10, EU:T:2015:296, σκέψη 161).

344    Ως εκ τούτου, κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει διακρίσεις μεταξύ των μερών της ίδιας συμπράξεως όσον αφορά τα στοιχεία και τις μεθόδους υπολογισμού που δεν επηρεάζονται από τις εγγενείς ιδιαιτερότητες της διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών, όπως είναι η εφαρμογή μειώσεως κατά 10 % λόγω διευθετήσεως της διαφοράς σύμφωνα με το σημείο 32 της ανακοίνωσης σχετικά με τις διαδικασίες διευθετήσεως διαφορών (βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2015, Timab Industries και CFPR κατά Επιτροπής, T‑456/10, EU:T:2015:296, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

2)      Επί της αιτιολογίας της κατ’ εξαίρεση προσαρμογής του ποσού του προστίμου στην προσβαλλόμενη απόφαση

345    Στην αιτιολογική σκέψη 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τον τίτλο «[Π]ροσαρμογή του αναπροσαρμοσμένου βασικού ποσού», η Επιτροπή υπενθύμισε καταρχάς ότι, στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς (αιτιολογική σκέψη 104), προέβη, για όλες τις επιχειρήσεις που δέχτηκαν τη διευθέτηση της διαφοράς, σε προσαρμογή των αντίστοιχων βασικών ποσών, για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, τα αναπροσαρμοσμένα βασικά ποσά υπερέβαιναν το νόμιμο ανώτατο όριο του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών που ορίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Δεύτερον, για καθεμία από τις επιχειρήσεις αυτές, «η αξία των πωλήσεων των προϊόντων που ενέπιπταν στη σύμπραξη» αντιπροσώπευε σημαντικό μέρος του συνολικού κύκλου εργασιών. Τρίτον, υφίσταντο διαφορές όσον αφορά την ατομική συμμετοχή στην παράβαση καθεμιάς από τις επιχειρήσεις που είχαν δεχτεί τη διευθέτηση της διαφοράς.

346    Στη συνέχεια, στην αιτιολογική σκέψη 229 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι, υπό τις ειδικές περιστάσεις της προκείμενης υποθέσεως και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ήταν σκόπιμο να κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειάς της και να εφαρμόσει, και έναντι της Pometon, το σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, το βασικό ποσό του προστίμου, αναπροσαρμοσμένο λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων, θα υπερέβαινε το νόμιμο ανώτατο όριο του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών που ορίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Δεύτερον, υφίσταντο διαφορές μεταξύ της ατομικής συμμετοχής της Pometon στην παράβαση και εκείνης των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη. Τρίτον, το πρόστιμο έπρεπε να καθοριστεί σε ύψος αναλογικό προς τη διαπραχθείσα από την Pometon παράβαση και να είναι επαρκώς αποτρεπτικό.

347    Άρα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή χορήγησε στην προσφεύγουσα, βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, ειδική μείωση, όπως έπραξε στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς για τις λοιπές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη, για τον λόγο ότι, τόσο για την Pometon όσο και για τους άλλους συμμετέχοντες στη σύμπραξη, το αναπροσαρμοσμένο βασικό ποσό του προστίμου θα υπερέβαινε το νόμιμο ανώτατο όριο του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως.

348    Επομένως, η Επιτροπή αιτιολόγησε σαφώς την εφαρμογή αυτής της κατ’ εξαίρεση προσαρμογής με την ανάγκη να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία, το διαφορετικό επίπεδο ατομικής ευθύνης καθενός εκ των μερών σε σχέση με τη συμμετοχή στη σύμπραξη (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Putters International κατά Επιτροπής, T‑211/08, EU:T:2011:289, σκέψη 75).

349    Αντιθέτως, το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παρέχει αρκούντως ακριβείς ενδείξεις σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε και τα στοιχεία εκτιμήσεως που ελήφθησαν υπόψη για τη διαφοροποίηση του ποσοστού μειώσεως το οποίο χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα σε σχέση με εκείνα που εφαρμόστηκαν για τα λοιπά μέρη της συμπράξεως ανάλογα με την ευθύνη της κάθε επιχειρήσεως. Πράγματι, στην αιτιολογική σκέψη 229 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρθηκε κατ’ ουσίαν, γενικώς, στην ύπαρξη διαφορών μεταξύ της ατομικής συμμετοχής της Pometon και εκείνης των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη καθώς και στην ανάγκη να καθοριστεί ένα πρόστιμο αναλογικό προς την παράβαση που διέπραξε η επιχείρηση αυτή αλλά και επαρκώς αποτρεπτικό.

350    Η μόνη συγκεκριμένη ένδειξη που προκύπτει, συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 228 και 229 της προσβαλλομένης αποφάσεως απορρέει από το ότι, για τις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, η Επιτροπή μνημόνευσε, μεταξύ των λόγων που δικαιολογούν την κατ’ εξαίρεση προσαρμογή, το γεγονός ότι η αξία των ειδικών πωλήσεων αντιπροσώπευε σημαντικό μέρος του συνολικού κύκλου εργασιών της καθεμιάς εξ αυτών. Αντιθέτως, αυτός ο παράγοντας δεν αναφέρεται μεταξύ των λόγων που δικαιολογούν τη μείωση η οποία χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα.

351    Εντούτοις, με βάση απλώς την έλλειψη μνείας αυτού του παράγοντα όσον αφορά την προσφεύγουσα δεν καθίσταται αντιληπτή η διαφορά μεταξύ του ποσοστού μειώσεως που χορηγήθηκε σε αυτήν και των ποσοστών μειώσεως που έλαβαν οι λοιποί συμμετέχοντες στη σύμπραξη.

352    Πράγματι, ούτε από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε από εκείνο της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή βασίστηκε κυρίως, όπως διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στη σχέση μεταξύ της αξίας των ειδικών πωλήσεων καθεμιάς από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο και του συνολικού κύκλου εργασιών της κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους έτους συμμετοχής της στην παράβαση.

353    Συναφώς, η διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η «αξία των πωλήσεων των προϊόντων που ενέπιπταν στη σύμπραξη αντιπροσώπευε σημαντικό μέρος [του] συνολικού κύκλου εργασιών [των αποδεκτών της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς]» (βλ. σκέψη 345 ανωτέρω), είναι τουλάχιστον αμφίσημη.

354    Ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής διευκρινίσεως, η διατύπωση αυτή φαίνεται να αναφέρεται, στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, στην αξία των ειδικών πωλήσεων καθεμιάς από τις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς σε επίπεδο ΕΟΧ, το οποίο αντιστοιχεί στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συμπράξεως. Πράγματι, οι εν λόγω αποφάσεις ουδόλως μνημονεύουν την αξία των ειδικών πωλήσεων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία άλλωστε δεν αντικατοπτρίζει την ατομική συμμετοχή τους στη σύμπραξη, για την οποία γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 229 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 346 ανωτέρω).

355    Από την προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως προκύπτει το γεγονός, το οποίο επικαλέστηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, για να καθορίσει την αναλογία σε σχέση με τον συνολικό κύκλο εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, έλαβε επίσης υπόψη, για λόγους συνέπειας, τις συνολικές ειδικές πωλήσεις τους, και όχι τις εν λόγω πωλήσεις εντός του ΕΟΧ. Συναφώς, στο πλαίσιο που περιγράφεται στις σκέψεις 353 και 354 ανωτέρω, η αναφορά που περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 228 της εν λόγω αποφάσεως (βλ. σκέψη 345 ανωτέρω) στον συνολικό κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο στηρίχθηκε στο ποσοστό των συνολικών ειδικών πωλήσεων καθεμιάς από τις επιχειρήσεις αυτές.

356    Επιπλέον, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η ίδια η Επιτροπή δέχτηκε ότι, όσον αφορά την προσφεύγουσα, το ορθό ποσοστό ανερχόταν σε 23,7 %, και όχι σε 21 %, όπερ αντιστοιχούσε πράγματι στη σχέση μεταξύ των ειδικών πωλήσεων της Pometon εντός του ΕΟΧ (αιτιολογική σκέψη 210 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και του συνολικού κύκλου εργασιών της το 2006. Μόνο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρίνισε ότι, στην πραγματικότητα, είχε στηριχθεί στη σχέση μεταξύ της αξίας των ειδικών πωλήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο καθεμίας από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, κατά το τελευταίο πλήρες έτος συμμετοχής της στη σύμπραξη, και του συνολικού κύκλου εργασιών της (βλ. σκέψεις 321 και 322 ανωτέρω).

357    Εξάλλου, η προσφεύγουσα επισημαίνει, επίσης ορθώς, ότι με βάση την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να προσδιοριστεί ούτε η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προκειμένου να καθορίσει το επίπεδο των προσαρμογών και άρα να εκτιμηθεί, βάσει της μεθόδου αυτής, αν η μείωση που της χορηγήθηκε ήταν σύμφωνη με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.

358    Πράγματι, από κανένα στοιχείο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνάγεται ότι, παρά την έλλειψη αναφοράς στον παράγοντα αυτό, ελήφθη υπόψη η αναλογία μεταξύ των συνολικών ειδικών πωλήσεων και του συνολικού κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (βλ. σκέψη 375 κατωτέρω), κατά τον υπολογισμό του επιπέδου της προσαρμογής που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο αναλογικός χαρακτήρας του προστίμου. Ειδικότερα, ούτε από την απόφαση αυτή ούτε εξάλλου από την απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς δεν προκύπτει ότι, για όλες τις επιχειρήσεις που μετείχαν στην παράβαση, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην αναλογία αυτή και την αναπροσάρμοσε συνοδεύοντάς την, κατά περίπτωση, με πρόσθετη μείωση ή με κύρωση, όπως διευκρίνισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

359    Τέλος, από την προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως προκύπτει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να μην ευνοήσει υπέρμετρα τις επιχειρήσεις με δραστηριότητες υψηλού βαθμού συγκεντρώσεως, αναπροσάρμοσε την προαναφερθείσα αναλογία βάσει των τριών κριτηρίων που μνημονεύονται στον πίνακα τον οποίο προσκόμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σχετικά με τη διαφοροποίηση των πωλήσεων της προσφεύγουσας, το «μικρό μέγεθός» της και τον «περιορισμένο ρόλο» της στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως.

360    Πράγματι, στην αιτιολογική σκέψη 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως μνημονεύεται μόνο το τελευταίο αυτό κριτήριο, σχετικά με την ατομική ευθύνη της προσφεύγουσας στην παράβαση σε σύγκριση με εκείνη των λοιπών μερών της συμπράξεως. Αντιθέτως, από την αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως δεν προκύπτει κανένα από τα άλλα στοιχεία εκτιμήσεως που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για να καθορίσει το ποσό της κατ’ εξαίρεση προσαρμογής στην οποία προέβη για την προσφεύγουσα προκειμένου να διασφαλίσει τον αναλογικό χαρακτήρα του προστίμου που της επέβαλε, σε σχέση με εκείνα που επιβλήθηκαν στις άλλες επιχειρήσεις.

361    Συνεπώς, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, με βάση τις αιτιολογικές σκέψεις 228 και 229 της προσβαλλομένης αποφάσεως και την περιεχόμενη σε αυτές αιτιολογία, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί αν η προσφεύγουσα βρισκόταν, όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού και τα κριτήρια που εφάρμοσε η Επιτροπή, σε κατάσταση συγκρίσιμη ή ανόμοια σε σχέση με τις άλλες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και αν έτυχε ίσης ή διαφορετικής μεταχειρίσεως από το εν λόγω θεσμικό όργανο.

362    Δεδομένου ότι η αιτιολογία πρέπει, κατ’ αρχήν, να γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως με την απόφαση που τον βλάπτει, η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί από τις διευκρινίσεις σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε και τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω από την Επιτροπή, τις οποίες παρείχε η τελευταία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Printeos κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑95/15, EU:T:2016:722, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

363    Συνεπώς, με βάση όλες τις προηγηθείσες σκέψεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά το ποσοστό της κατ’ εξαίρεση μειώσεως που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών.

364    Επομένως, το τρίτο αίτημα με το οποίο ζητείται η ακύρωση του ποσού του προστίμου πρέπει να γίνει δεκτό και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

3)      Επί του αιτήματος μειώσεως του ποσού του προστίμου

365    Επισημαίνεται ότι, παρά την ακύρωση του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο δεν στερείται της εξουσίας να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του, στο μέτρο που η προσφεύγουσα ζήτησε επίσης τη μεταρρύθμιση του ποσού του προστίμου.

366    Πράγματι, κατόπιν των διευκρινίσεων που παρέσχε η Επιτροπή με τα δικόγραφά της και, ειδικότερα, με βάση τις πληροφορίες που συνάγονται από τον πίνακα σχετικά με τις αντίστοιχες προσαρμογές των βασικών ποσών των προστίμων στις οποίες προέβη η Επιτροπή, βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, για την προσφεύγουσα και για τις τέσσερις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, το Γενικό Δικαστήριο είναι σε θέση να γνωρίζει τη μέθοδο υπολογισμού και τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν από το εν λόγω θεσμικό όργανο, τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς, και να εκτιμήσει, κατ’ ενάσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, τον προσήκοντα χαρακτήρα τους (βλ. σκέψεις 376 και 377 κατωτέρω).

367    Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όταν ασκεί την πλήρη δικαιοδοσία του, ο δικαστής της Ένωσης έχει την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κυρώσεως, να προβαίνει στη δική του εκτίμηση ως προς το ποσό της κυρώσεως αυτής, υποκαθιστώντας την Επιτροπή η οποία εξέδωσε την πράξη στην οποία καθορίστηκε αρχικώς το ποσό αυτό, εξαιρουμένης, ωστόσο, κάθε τροποποιήσεως των συστατικών στοιχείων της παραβάσεως την οποία η Επιτροπή νομίμως διαπίστωσε στην απόφαση η οποία έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψεις 75 έως 77).

368    Κατά συνέπεια, ο δικαστής της Ένωσης δύναται να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν δεν την ακυρώσει, και να εξαλείψει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε, καθώς η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής συνεπάγεται την οριστική μεταβίβαση, στον εν λόγω δικαστή, της εξουσίας επιβολής κυρώσεων (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψεις 692 και 693, της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Alliance One International κατά Επιτροπής, C‑679/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:606, σκέψη 104, και της 22ας Οκτωβρίου 2015, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, C‑194/14 P, EU:C:2015:717, σκέψη 74).

369    Συνεπώς, εν προκειμένω, απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο, κατ’ ενάσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, ‑με βάση τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην επίμαχη ενιαία και διαρκή παράβαση, όπως αυτές επιβεβαιώθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως των τεσσάρων πρώτων λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής‑ να καθορίσει το προσήκον ύψος της κατ’ εξαίρεση προσαρμογής του βασικού ποσού του προστίμου, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως (πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Alliance One International κατά Επιτροπής, C‑679/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:606, σκέψη 104, και της 16ης Ιουνίου 2011, Putters International κατά Επιτροπής, T‑211/08, EU:T:2011:289, σκέψη 75).

370    Ο καθορισμός αυτός απαιτεί, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, να ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα της παραβάσεως την οποία διέπραξε η προσφεύγουσα καθώς και η διάρκειά της, τηρουμένων, μεταξύ άλλων, των αρχών της αναλογικότητας, της εξατομικεύσεως των κυρώσεων και της ίσης μεταχειρίσεως, χωρίς, αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο να δεσμεύεται από τους ενδεικτικούς κανόνες που καθορίζει η Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 90 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), από τους οποίους άλλωστε το ίδιο το εν λόγω θεσμικό όργανο ορθώς απέκλινε ήδη στην προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του σημείου 37 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών (βλ. σκέψη 348 ανωτέρω), ούτε από τη μέθοδο υπολογισμού που εφάρμοσε το εν λόγω θεσμικό όργανο στην απόφαση διευθετήσεως της διαφοράς.

371    Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, εντός του ανώτατου ορίου του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, η εξουσία εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου περιορίζεται μόνο από τα κριτήρια σχετικά με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως, που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, το οποίο παρέχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στην αρμόδια αρχή, υπό την επιφύλαξη, βεβαίως, της τηρήσεως των αρχών που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 370 ανωτέρω.

372    Ωστόσο, απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς του αιτιολογήσεως, να εκθέσει λεπτομερώς τους παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου (πρβλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Trafilerie Meridionali κατά Επιτροπής, C‑519/15 P, EU:C:2016:682, σκέψη 52).

373    Επομένως, όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με τη διάρκεια της συμμετοχής της προσφεύγουσας στην επίμαχη ενιαία και διαρκή παράβαση, επισημαίνεται ότι η προϋπόθεση αυτή ελήφθη ήδη δεόντως υπόψη, βάσει του σημείου 24 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, κατά τον καθορισμό, από την Επιτροπή, του βασικού ποσού του προστίμου, το οποίο δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, και συνεπώς κάθε επιπλέον έτος συμμετοχής στην παράβαση αποτυπώθηκε, για καθένα από τα μέρη της συμπράξεως, σε αύξηση του εν λόγω βασικού ποσού κατά 100 %.

374    Έπειτα, όσον αφορά την εφαρμογή του νόμιμου κριτηρίου της σοβαρότητας της παραβάσεως (βλ. σκέψη 371 ανωτέρω), κατά πάγια νομολογία, ο καθορισμός ενός προστίμου από το Γενικό Δικαστήριο δεν αποτελεί ακριβή μαθηματική άσκηση (αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2011, Romana Tabacchi κατά Επιτροπής, T‑11/06, EU:T:2011:560, σκέψη 266, και της 15ης Ιουλίου 2015, SLM και Ori Martin κατά Επιτροπής, T‑389/10 και T‑419/10, EU:T:2015:513, σκέψη 436).

375    Ωστόσο, απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να καθορίσει το επίπεδο προσαρμογής του βασικού ποσού του προστίμου κατά τρόπο αναλογικό, υπό το πρίσμα των κατάλληλων κατά την κρίση του κριτηρίων, προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως που διέπραξε η προσφεύγουσα, καθώς επίσης και κατά τρόπο επαρκώς αποτρεπτικό.

376    Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει δέον να λάβει υπόψη, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, καταρχάς, την ατομική ευθύνη της Pometon σε σχέση με τη συμμετοχή της στην επίμαχη σύμπραξη, έπειτα, την ικανότητα της επιχειρήσεως αυτής να θίξει, με την παραβατική συμπεριφορά της, τον ανταγωνισμό στην αγορά των λειαντικών μέσων και, τέλος, το μέγεθός της, συγκρίνοντας, για καθέναν από τους ανωτέρω παράγοντες, την ατομική ευθύνη και την ατομική κατάσταση της προσφεύγουσας με εκείνη των λοιπών μερών της συμπράξεως.

377    Πράγματι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, με βάση τους προαναφερθέντες παράγοντες ‑οι οποίοι εξάλλου αλληλοκαλύπτονται εν μέρει με εκείνους που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή (βλ. σκέψη 325 ανωτέρω)– είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ακριβέστερα η σοβαρότητα της παραβάσεως που πρέπει να καταλογιστεί σε καθένα εκ των μερών της συμπράξεως σε σύγκριση με τον παράγοντα που εν τέλει έλαβε υπόψη της η Επιτροπή, δηλαδή τη σχέση μεταξύ της αξίας των ειδικών πωλήσεων της οικείας επιχειρήσεως σε παγκόσμιο επίπεδο και του συνολικού κύκλου εργασιών της κατά το έτος αναφοράς, μολονότι η Επιτροπή αναπροσάρμοσε τη σχέση αυτή προκειμένου να μην «ευνοήσει υπέρμετρα» τις επιχειρήσεις οι πωλήσεις των οποίων σε παγκόσμιο επίπεδο εμφάνιζαν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό συγκεντρώσεως (βλ. σκέψεις 322 και 323 ανωτέρω).

378    Ειδικότερα, πρώτον, όσον αφορά τον παράγοντα σχετικά με την ατομική ευθύνη της Pometon σε σχέση με τη συμμετοχή της στην επίμαχη σύμπραξη, αποδεικνύεται ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πρώτη πτυχή της συμπράξεως, ιδίως στον σχεδιασμό και την καθιέρωση της προσαυξήσεως στα απομέταλλα, η οποία ήταν αυτόματης εφαρμογής, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 129, 130 και 160 ανωτέρω.

379    Ωστόσο, η συμμετοχή της Pometon στη δεύτερη πτυχή της συμπράξεως ήταν μόνο σποραδική, όπως άλλωστε αναγνώρισε και η Επιτροπή και όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 175 ανωτέρω.

380    Λόγω του περιστασιακού χαρακτήρα αυτής της συμμετοχής, η παραβατική συμπεριφορά της προσφεύγουσας διαφέρει, συνεπώς, από εκείνη της Ervin και της Winoa, στις οποίες η Επιτροπή είχε καταλογίσει, στην αιτιολογική σκέψη 36 της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, επαφές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού «συχνότερες από εκείνες στις οποίες εμπλέκονταν τα άλλα τρία μέρη» της συμπράξεως, όσον αφορά συγκεκριμένα τον συντονισμό ως προς ατομικούς πελάτες. Επιπλέον, με βάση και τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται στην ίδια αιτιολογική σκέψη σε σχέση με τους άλλους αποδέκτες της εν λόγω αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι η συμμετοχή της προσφεύγουσας στον συντονισμό ως προς ατομικούς πελάτες ήταν συγκρίσιμη με εκείνη της MTS, στην οποία η Επιτροπή καταλογίζει επίσης μόνο περιστασιακές επαφές, αλλά ήταν ωστόσο μεγαλύτερη από εκείνη της Würth, καθώς η Επιτροπή διέθετε πολύ λιγότερα αποδεικτικά στοιχεία για τη συμμετοχή της τελευταίας σε αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού επαφές.

381    Εξάλλου, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι, σε αντίθεση προς τους άλλους τέσσερις συμμετέχοντες στη σύμπραξη, η προσφεύγουσα δεν είχε εμπλακεί στη συμφωνία σχετικά με την προσαύξηση του κόστους ενέργειας, την οποία ωστόσο έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων που επιβλήθηκαν στους αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 51 και 52 της εν λόγω αποφάσεως.

382    Με βάση όλα τα ανωτέρω στοιχεία, πρέπει, εν προκειμένω, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, σε αντίθεση προς τις Ervin και Winoa, αλλά ομοίως με τις MTS και Würth, διαδραμάτισε συνολικά πιο περιορισμένο ρόλο στη σύμπραξη, όπως άλλωστε επισήμανε η Επιτροπή στον πίνακα που προσκόμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

383    Δεύτερον, όσον αφορά τον παράγοντα σχετικά με τον συγκεκριμένο αντίκτυπο της παραβατικής συμπεριφοράς της Pometon στον ανταγωνισμό μέσω των τιμών και, συνακόλουθα, στο κέρδος που σημείωσε η επιχείρηση αυτή χάρη στον περιορισμό του ανταγωνισμού τον οποίο προκάλεσε η παράβαση που διέπραξε, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία των ειδικών πωλήσεών της εντός του ΕΟΧ, η οποία ανερχόταν σε 23 686 000 ευρώ, σε σύγκριση με εκείνες της Ervin (13 974 000 ευρώ), της Winoa (101 470 000 ευρώ), της MTS (20 978 000 ευρώ) και της Würth (3 603 000 ευρώ), κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους έτους συμμετοχής της καθεμιάς εκ των επιχειρήσεων αυτών στην παράβαση.

384    Ειδικότερα, δεδομένου ότι η επίμαχη ενιαία και διαρκής παράβαση κάλυπτε ολόκληρο τον ΕΟΧ (βλ. σκέψεις 265 και 266 ανωτέρω), η αξία των ειδικών πωλήσεων της οικείας επιχειρήσεως στην επικράτεια αυτή καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση μόνο των πωλήσεων που πραγματοποίησε η επιχείρηση αυτή στην κρίσιμη αγορά την οποία αφορούσε η παράβαση, και επομένως αποτυπώνει την οικονομική βαρύτητα της εν λόγω επιχειρήσεως στην παράβαση και τη βλάβη που αυτή προκάλεσε στην ανταγωνισμό κατά τρόπο προσφορότερο σε σχέση με την αξία των ειδικών πωλήσεων της εν λόγω επιχειρήσεως σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες περιλαμβάνουν και πωλήσεις χωρίς άμεσο σύνδεσμο με την παράβαση.

385    Επομένως, στο μέτρο που το ποσοστό των συνολικών ειδικών πωλήσεων της Pometon το 2009, το οποίο έλαβε υπόψη της η Επιτροπή, δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή των κριτηρίων που προέκρινε το Γενικό Δικαστήριο (βλ. σκέψη 376 ανωτέρω), παρέλκει η εξέταση της ακρίβειας –την οποία αμφισβητεί η προσφεύγουσα– του ποσοστού του 21 % το οποίο μνημονεύεται συναφώς στον πίνακα που προσκόμισε η Επιτροπή και στο οποίο το εν λόγω θεσμικό όργανο στηρίχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψεις 319 και 323 ανωτέρω).

386    Εν προκειμένω, η σύγκριση της αξίας των ειδικών πωλήσεων εντός του ΕΟΧ καθεμιάς εκ των πέντε επιχειρήσεων που συμμετείχαν στη σύμπραξη, η οποία παρατίθεται στη σκέψη 383 ανωτέρω, φανερώνει ότι, με βάση το κριτήριο αυτό, η βαρύτητα της Pometon στην παράβαση εμφανίζεται τέσσερις φορές λιγότερο σημαντική από εκείνη της Winoa, αλλά είναι παρόμοια με εκείνη της MTS και σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη της Ervin και της Würth.

387    Ωστόσο, η συνεκτίμηση του παράγοντα αυτού, απολύτως δικαιολογημένη όσον αφορά την πρώτη πτυχή της συμπράξεως, στην οποία η προσφεύγουσα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, πρέπει να σχετικοποιηθεί προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η τελευταία εφάρμοσε τη δεύτερη πτυχή μόνο σποραδικά, και, ως εκ τούτου, διαδραμάτισε πιο περιορισμένο ρόλο στη σύμπραξη σε σχέση με την Ervin ή την Winoa, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 382 ανωτέρω.

388    Τρίτον, για λόγους επιείκειας, αλλά και για να διασφαλιστεί συγχρόνως το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το αντίστοιχο μέγεθος των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, το οποίο αποτυπώνεται στους συνολικούς κύκλους εργασιών τους, που αποτελούν, κατά τη νομολογία, ένδειξη, έστω κατά προσέγγιση και ατελή, του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της καθεμιάς (πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, Pilkington Group κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑101/15 P, EU:C:2016:631, σκέψη 17).

389    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα αποχώρησε από την αγορά των λειαντικών μέσων τον Μάιο του 2007, πωλώντας τη δραστηριότητά της στον εν λόγω τομέα στη Winoa, πρέπει να συγκριθεί ο συνολικός κύκλος εργασιών της προσφεύγουσας το 2006 με εκείνους των λοιπών μερών της συμπράξεως το 2009, στο μέτρο που ο συνολικός κύκλος εργασιών καθεμιάς εκ των πέντε αυτών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους έτους συμμετοχής της στην παράβαση αντικατοπτρίζει καταλλήλως την οικονομική της κατάσταση κατά την περίοδο που διαπράχθηκε η παράβαση.

390    Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή στο πλαίσιο μέτρου διεξαγωγής αποδείξεων (βλ. σκέψη 25 ανωτέρω), καθώς και από τον πίνακα που προσκόμισε το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών της Pometon το 2006 (99 890 000 ευρώ) ισοδυναμούσε με λιγότερο από το ένα τρίτο εκείνου της Winoa (311 138 000 ευρώ), αλλά ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από εκείνους της Ervin (70 590 766 ευρώ), της MTS (25 082 293 ευρώ) και της Würth (11 760 787 ευρώ) το 2009.

391    Τέταρτον, από τη στάθμιση, υπό το πρίσμα των διαφόρων αυτών παραγόντων, της καταστάσεως της προσφεύγουσας με εκείνες των αποδεκτών της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς προκύπτει καταρχάς ότι, ενώ οι Ervin και Winoa, ο ρόλος των οποίων στη σύμπραξη ήταν σημαντικός, έλαβαν κατ’ εξαίρεση μείωση της τάξεως του 75 %, οι MTS και Würth, οι οποίες, όπως και η προσφεύγουσα, είχαν διαδραματίσει περιορισμένο ρόλο στη σύμπραξη, έλαβαν αντίστοιχα μειώσεις της τάξεως του 90 % και του 67 %, ενώ η έκταση της μειώσεως που χορηγήθηκε στην MTS μπορεί ειδικότερα να εξηγηθεί από τον βαθμό συγκεντρώσεως της δραστηριότητάς της, τον οποίο έλαβε υπόψη της η Επιτροπή (βλ. σκέψεις 322 και 377 ανωτέρω). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον πίνακα που προσκόμισε η Επιτροπή, οι τρεις επιχειρήσεις οι πωλήσεις των οποίων εμφάνιζαν πολύ μικρό βαθμό διαφοροποίησης, δηλαδή οι MTS, Ervin και Winoa, έλαβαν, ως εκ τούτου, σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις σε σχέση με τις Würth και Pometon, η δραστηριότητα των οποίων ήταν διαφοροποιημένη.

392    Ωστόσο, στο μέτρο που οι διάφοροι προαναφερθέντες συντελεστές προσαρμογής, τους οποίους καθόρισε η Επιτροπή για τις επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτες της αποφάσεως διευθετήσεως της διαφοράς, προκύπτουν πρωτίστως από τη συνεκτίμηση, στη μέθοδο υπολογισμού της Επιτροπής, του ποσοστού των ειδικών πωλήσεων της οικείας επιχειρήσεως σε παγκόσμιο επίπεδο, το επίπεδο των προσαρμογών αυτών δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω και συνεπώς δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως στοιχείο αναφοράς για τον καθορισμό του ύψους της προσαρμογής για την προσφεύγουσα από το Γενικό Δικαστήριο βάσει των κριτηρίων που αυτό έχει προκρίνει (βλ. σκέψη 376 και 377 ανωτέρω).

393    Επομένως, με βάση τα στοιχεία που εκτίθενται στις σκέψεις 378 έως 392 ανωτέρω, και κατά δίκαιη εκτίμηση όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να χορηγηθεί στην Pometon ποσοστό κατ’ εξαίρεση μειώσεως ύψους 75 % επί του βασικού ποσού του προστίμου, αναπροσαρμοσμένου λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω), όπως αυτό καθορίστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.

394    Για όλους τους ανωτέρω λόγους, το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα ορίζεται σε 3 873 375 ευρώ.

395    Τέλος, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προς το τέταρτο αίτημά της, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απευθύνει διαταγές στην Επιτροπή.

396    Με βάση όλες τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει, πρώτον, να ακυρωθεί το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεύτερον, να οριστεί το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα σε 3 873 375 ευρώ και, τρίτον, να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

397    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

398    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι όλοι οι διάδικοι ηττήθηκαν εν μέρει, πρέπει να καταδικαστούν να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει το άρθρο 2 της αποφάσεως C(2016) 3121 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση AT.39792 – Λειαντικά μέσα από χάλυβα).

2)      Ορίζει σε 3 873 375 ευρώ το ποσό του προστίμου εις βάρος της Pometon SpA.

3)      Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

4)      Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Frimodt NielsenKreuschitzForrester

PółtorakPerillo

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Μαρτίου 2019.

(υπογραφές)


Περιεχόμενα




*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.