Language of document : ECLI:EU:C:2019:273

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 28ης Μαρτίου 2019 (1)

Υπόθεση C-143/18

Antonio Romano,

Lidia Romano

κατά

DSL Bank – eineNiederlassung der DB Privat- und Firmenkundenbank AG, νυν DSL Bank – ein Geschäftsbereich der Deutsche Postbank AG

[αίτηση του Landgericht Bonn
(πρωτοδικείου του ομόσπονδου κράτους της Βόννης, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 2002/65/ΕΚ – Σύμβαση καταναλωτικής πίστης συναφθείσα εξ αποστάσεως – Εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών – Δικαίωμα υπαναχώρησης – Άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης μετά την πλήρη εκτέλεση της σύμβασης και από τα δύο μέρη κατόπιν ρητής αίτησης του καταναλωτή – Ανακοίνωση στον καταναλωτή των πληροφοριών σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης – Έννοια του καταναλωτή για τους σκοπούς των υποχρεώσεων πληροφόρησης και του δικαιώματος υπαναχώρησης – Επιστροφή των παροχών που έλαβε ο επιχειρηματίας»






1.        Στο πλαίσιο της εξ αποστάσεως εμπορίας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, και ειδικότερα ενυπόθηκου δανείου, είναι νόμιμη η υπαναχώρηση καταναλωτή, η οποία πραγματοποιείται μετά την πλήρη εκτέλεση της σύμβασης, λόγω του ότι οι πληροφορίες που ο επιχειρηματίας παρέσχε σχετικά με αυτό το δικαίωμα υπαναχώρησης είναι σύμφωνες με εκείνες που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης, αλλά όχι με πάγια ερμηνεία του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου;

2.        Με άλλα λόγια, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη «αιώνιου» δικαιώματος υπαναχώρησης του καταναλωτή η φερόμενη έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπως αυτό ρυθμίζεται από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία για μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή σε σχέση με το δίκαιο της Ένωσης;

3.        Στις παρούσες προτάσεις, εκκινώντας από την ανάλυση της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, η οποία αποσκοπεί στην πλήρη εναρμόνιση στον τομέα της εξ αποστάσεως εμπορίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους, όσον αφορά το δικαίωμα υπαναχώρησης, οι εθνικές νομοθεσίες δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της ίδιας οδηγίας, ακόμη και αν η παρέκκλιση είναι ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή.

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

4.        Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 2002/65 (2), τo οποίo επιγράφεται «Πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της συμβάσεως εξ αποστάσεως»:

«1.      Ο καταναλωτής σε εύθετο χρόνο και προτού δεσμευθεί από μια εξ αποστάσεως σύμβαση ή προσφορά, λαμβάνει τις πληροφορίες που αφορούν:

[…]

3)      τη σύμβαση εξ αποστάσεως

α)      την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6, και, εάν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, καθώς επίσης και τις συνέπειες της μη άσκησης αυτού του δικαιώματος».

5.        Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/65, το οποίο επιγράφεται «Πρόσθετες απαιτήσεις πληροφόρησης», ορίζει τα εξής:

«Εν αναμονή περαιτέρω εναρμόνισης, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν σε ισχύ ή να εισάγουν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο.»

6.        Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/65, το οποίο επιγράφεται «Ανακοίνωση των συμβατικών όρων και των εκ των προτέρων πληροφοριών»:

«Ο προμηθευτής ανακοινώνει στον καταναλωτή όλους τους όρους της σύμβασης, καθώς και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, και στο άρθρο 4, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, το οποίο τίθεται σε εύθετο χρόνο στη διάθεση του καταναλωτή και στο οποίο έχει αυτός πρόσβαση, πριν να δεσμευτεί από σύμβαση εξ αποστάσεως ή προσφορά.»

7.        Το άρθρο 6 της οδηγίας 2002/65, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα υπαναχώρησης», ορίζει τα εξής:

«1.            [...] Η προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα υπαναχώρησης αρχίζει να μετράται:

[…]

–        από την ημέρα που ο καταναλωτής παρέλαβε τους συμβατικούς όρους και τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, εφόσον αυτή η τελευταία ημερομηνία είναι μεταγενέστερη από την αναφερόμενη στην πρώτη περίπτωση.

2.      Το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν εφαρμόζεται:

[…]

γ)      στις συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση έχει ολοκληρωθεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή αίτηση του καταναλωτή προτού ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης.

3.      Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν έχει εφαρμογή:

α)      σε πίστωση η οποία προορίζεται κυρίως για την κτήση ή τη διατήρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου, ή για την ανακαίνιση ή βελτίωση κτιρίου, ή

β)      σε πίστωση η οποία εξασφαλίζεται είτε με υποθήκη επί ακινήτου είτε με δικαίωμα επί ακινήτου, ή

[…]

6.      Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, κοινοποιεί το γεγονός αυτό σύμφωνα με τις πρακτικές οδηγίες που του έχουν δοθεί κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3, στοιχείο δʹ, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, έτσι ώστε η κοινοποίηση να μπορεί να αποδεικνύεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εφόσον η κοινοποίηση έχει αποσταλεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση ότι έχει γίνει σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο το οποίο τίθεται στη διάθεση του αποδέκτη και στο οποίο ο αποδέκτης έχει πρόσβαση.»

8.        Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 2002/65, το οποίο επιγράφεται «Πληρωμή για υπηρεσία που έχει παρασχεθεί πριν από την υπαναχώρηση»:

«1.      Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, μπορεί να υποχρεωθεί να πληρώσει, το συντομότερο δυνατόν, μόνο για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία που του έχει όντως παράσχει ο προμηθευτής σύμφωνα με τη σύμβαση εξ αποστάσεως. Η εκπλήρωση της σύμβασης επιτρέπεται να αρχίσει μόνο μετά τη συναίνεση του καταναλωτή.

[…]

4.      Ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών, όλα τα ποσά που έχει λάβει από αυτόν σύμφωνα με την εξ αποστάσεως σύμβαση, με εξαίρεση το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η προθεσμία αρχίζει να μετράται από την ημέρα που ο προμηθευτής παραλαμβάνει την κοινοποίηση της υπαναχώρησης.»

2.      Το γερμανικό δίκαιο

9.        Το άρθρο 312b του Bürgerliches Gesetzbuch (Αστικού Κώδικα, στο εξής: BGB), το οποίο επιγράφεται «Συμβάσεις εξ αποστάσεως», υπό τη μορφή που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ορίζει τα εξής:

«1.      Ως “συμβάσεις εξ αποστάσεως” νοούνται οι συμβάσεις παραδόσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ επιχειρηματία και καταναλωτή, αποκλειστικά με τη χρήση μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως, εκτός αν η σύναψη της συμβάσεως δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο οργανωμένου συστήματος εξ αποστάσεως πωλήσεως ή παροχής υπηρεσιών. Ως “χρηματοοικονομικές υπηρεσίες” κατά την έννοια της πρώτης περιόδου νοούνται οι υπηρεσίες τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσεως, ή οι σχετικές με ατομικές συντάξεις ή με πληρωμές.»

10.      Το άρθρο 312d του BGB, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα υπαναχωρήσεως και επιστροφής στις εξ αποστάσεως συμβάσεις», υπό τη μορφή που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ορίζει τα εξής:

«1.      Ο καταναλωτής που συνήψε σύμβαση εξ αποστάσεως έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως κατά το άρθρο 355 […].

2.      Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 355, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, η προθεσμία υπαναχωρήσεως δεν αρχίζει πριν ο επιχειρηματίας εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του πληροφορήσεως κατά το άρθρο 312c, παράγραφος 2 [...] και, όταν η σύμβαση αφορά την παροχή υπηρεσίας, δεν αρχίζει πριν από τη σύναψη της συμβάσεως.

3.      Όταν η σύμβαση αφορά την παροχή υπηρεσίας, το δικαίωμα υπαναχωρήσεως αποσβέννυται επίσης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1.      αν πρόκειται για χρηματοοικονομική υπηρεσία, όταν η σύμβαση έχει πλήρως εκτελεστεί και από τα δύο μέρη κατόπιν ρητής αιτήσεως του καταναλωτή πριν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως,

[…]

5.      Το δικαίωμα υπαναχωρήσεως δεν υφίσταται, επιπλέον, στις εξ αποστάσεως συμβάσεις στο πλαίσιο των οποίων ο καταναλωτής ήδη έχει δυνάμει των άρθρων 495 και 499 έως 507 δικαίωμα υπαναχωρήσεως ή επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 355 ή του άρθρου 356. Σε τέτοιες συμβάσεις εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν η παράγραφος 2.

6.      Όσον αφορά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ο καταναλωτής, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 357, παράγραφος 1, οφείλει αποζημίωση για την παρασχεθείσα υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις περί του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, μόνο στην περίπτωση που έχει ενημερωθεί για αυτήν την έννομη συνέπεια πριν από τη σύναψη της συμβάσεως και έχει ρητώς συγκατατεθεί για την έναρξη παροχής της υπηρεσίας από τον επιχειρηματία πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχωρήσεως.»

11.      Κατά το άρθρο 495 του BGB, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα υπαναχωρήσεως»:

«1.      Όταν πρόκειται για σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως κατά το άρθρο 355.»

12.      Το άρθρο 355 του BGB, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα υπαναχωρήσεως στις καταναλωτικές συμβάσεις», υπό τη μορφή που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ορίζει τα εξής:

«1.      Στην περίπτωση που ο νόμος παρέχει στον καταναλωτή δικαίωμα υπαναχωρήσεως σύμφωνα με την παρούσα διάταξη, ο καταναλωτής πλέον δεν δεσμεύεται από τη δήλωσή βουλήσεώς του για τη σύναψη της συμβάσεως όταν έχει ασκήσει εμπρόθεσμα το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως.

[…]

3.      Το δικαίωμα υπαναχωρήσεως αποσβέννυται το αργότερο έξι μήνες μετά τη σύναψη της συμβάσεως. Σε περίπτωση παραδόσεως αγαθών, η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει πριν από την ημερομηνία παραλαβής τους από τον αποδέκτη. Κατά παρέκκλιση από την πρώτη περίοδο, το δικαίωμα υπαναχωρήσεως δεν αποσβέννυται αν ο καταναλωτής δεν έχει ενημερωθεί δεόντως σχετικά με το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως· σχετικά με τις συμβάσεις εξ αποστάσεως που αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, το εν λόγω δικαίωμα δεν αποσβέννυται ούτε όταν ο επιχειρηματίας δεν έχει εκπληρώσει δεόντως τις υποχρεώσεις του πληροφορήσεως κατά το άρθρο 312c, παράγραφος 2, σημείο 1.»

II.    Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα

13.      Τον Οκτώβριο του 2007, δύο καταναλωτές συνήψαν με το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα DSL Bank –εμπορικό κλάδο της Deutsche Postbank AG– σύμβαση στεγαστικού δανείου για να χρηματοδοτήσουν την αγορά του ακινήτου του οποίου είχαν την κατοχή.

14.      Η σύμβαση, διαρθρωμένη ως τοκοχρεολυτικό δάνειο, προέβλεπε σταθερό επιτόκιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017. Η σύμβαση προέβλεπε επίσης ότι ο δανειολήπτης θα προέβαινε αρχικά στην εξόφληση του 2,00 % και ότι για την επόμενη περίοδο θα κατέβαλλε μηνιαίες δόσεις 548,53 ευρώ για τόκους και κεφάλαιο. Η εξόφληση άρχισε στις 30 Νοεμβρίου 2007 με την καταβολή της πρώτης δόσης. Επιπλέον, η χορήγηση του δανείου εξηρτάτο από τη σύσταση υποθήκης επί του επίμαχου ακινήτου.

15.      Η διαδικασία σύναψης της σύμβασης διαρθρώθηκε ως ακολούθως. Η DSL Bank διαβίβασε γραπτώς στους καταναλωτές προσυμπληρωμένη «πρόταση δανείου» μαζί με ενημερωτικό έγγραφο σχετικά με πρακτικές οδηγίες ως προς το δικαίωμα υπαναχώρησης, υπόμνηση των προϋποθέσεων χορήγησης του δανείου, τους όρους χρηματοδότησης, καθώς και ένα «πληροφοριακό δελτίο για τον καταναλωτή όσον αφορά το στεγαστικό δάνειο» (στο εξής: πληροφοριακό δελτίο).

16.      Το εν λόγω έγγραφο πληροφορούσε τους καταναλωτές, μεταξύ άλλων, ότι «το δικαίωμα υπαναχώρησης αποσβέννυται πρόωρα, όταν η σύμβαση έχει εκτελεστεί πλήρως και ο δανειολήπτης έχει ρητώς συγκατατεθεί ως προς αυτό».

17.      Οι καταναλωτές υπέγραψαν την πρόταση δανείου, το ενημερωτικό έγγραφο σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης και την απόδειξη παραλαβής του πληροφοριακού δελτίου και διαβίβασαν στην DSL Bank υπογεγραμμένο αντίγραφο των εγγράφων αυτών. Ακολούθως, η DSL Bank αποδέχθηκε την πρόταση δανείου.

18.      Στη συνέχεια, οι καταναλωτές συνέστησαν τη συμφωνηθείσα υποθήκη. Η DSL Bank κατέβαλε το δάνειο κατόπιν αίτησης των καταναλωτών και οι καταναλωτές προέβησαν στις συμφωνηθείσες καταβολές.

19.      Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 2016, οι καταναλωτές δήλωσαν ότι υπαναχωρούν από τη σύμβαση δανείου λόγω του ότι το πληροφοριακό έγγραφο σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν είναι σύμφωνο με το γερμανικό δίκαιο.

20.      Λόγω της μη αναγνώρισης, από την DSL Bank, της ισχύος της υπαναχώρησης οι καταναλωτές προσέφυγαν στο Landgericht Bonn (πρωτοδικείο του ομόσπονδου κράτους της Βόννης, Γερμανία), ζητώντας να διαπιστώσει ότι, κατόπιν της υπαναχώρησης, η DSL Bank δεν μπορεί πλέον να προβάλει τα δικαιώματα που βασίζονται στη σύμβαση δανείου. Επίσης, ζήτησαν από την DSL Bank να επιστρέψει τα καταβληθέντα ποσά μέχρι τον χρόνο της υπαναχώρησης και να καταβάλει αποζημίωση λόγω χρήσης τους.

21.      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το πληροφοριακό έγγραφο σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης που παραδόθηκε στους δανειολήπτες στηρίζεται στο άρθρο 312d, παράγραφος 3, σημείο 1, του BGB, το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2002/65. Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), η τελευταία διάταξη δεν έχει εφαρμογή στις συμβάσεις καταναλωτικών δανείων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων που συνάπτονται εξ αποστάσεως. Όσον αφορά τις συμβάσεις αυτές, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης, το οποίο διέπεται όχι από το άρθρο 312d, παράγραφος 2, σημείο 1, του BGB, αλλά από το άρθρο 355, παράγραφος 3, του BGB σε συνδυασμό με το άρθρο 495, παράγραφος 1, του BGB, το οποίο προβλέπει ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν αποσβέννυται απλώς και μόνο λόγω του ότι η σύμβαση έχει ήδη εκτελεστεί πλήρως και από τα δύο μέρη κατόπιν ρητής αίτησης του καταναλωτή πριν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

22.      Σε αυτό το πλαίσιο, δεδομένου ότι η λύση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2002/65, το Landgericht Bonn (πρωτοδικείο του ομόσπονδου κράτους της Βόννης) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2002/65 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη ή πρακτική, όπως αυτή που εφαρμόζεται στην υπόθεση της κύριας δίκης, βάσει της οποίας το δικαίωμα υπαναχωρήσεως δεν αποκλείεται σε περίπτωση συμβάσεων δανείου που συνάπτονται εξ αποστάσεως και η εκτέλεσή τους έχει ολοκληρωθεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή αίτηση του καταναλωτή πριν ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχωρήσεως;

2)      Πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, το άρθρο 5, παράγραφος 1, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, και το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2002/65 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η προσήκουσα λήψη των πληροφοριών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/65, καθώς και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του καταναλωτή με βάση το εθνικό δίκαιο, πρέπει να αξιολογηθούν μόνο με γνώμονα τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων και όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα:

Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/65 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι μετά τη δήλωση υπαναχωρήσεως από σύμβαση καταναλωτικού δανείου που έχει συναφθεί εξ αποστάσεως ο προμηθευτής οφείλει να καταβάλει στον καταναλωτή, πέραν του ποσού που εισέπραξε από αυτόν βάσει της εξ αποστάσεως συμβάσεως, επίσης αποζημίωση για τη χρήση του εν λόγω ποσού;»

III. Η νομική εκτίμηση

1.      Η οδηγία 2002/65: πλήρης εναρμόνιση, ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και προστασία του καταναλωτή

23.      Η οδηγία 2002/65 εντάσσεται σε ένα γενικό σχέδιο του νομοθέτη της Ένωσης που αποσκοπεί στην πραγμάτωση μιας ολοκληρωμένης αγοράς όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά μέσα και την εξ αποστάσεως εμπορία τους. Ειδικότερα, συμπληρώνει την οδηγία 97/7/ΕΚ για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (3) –που πλέον έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από την οδηγία 2011/83/ΕΕ (4)– η οποία απέκλειε από το πεδίο εφαρμογής της τα χρηματοπιστωτικά μέσα.

24.      Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνική εναρμόνισης των εθνικών ρυθμίσεων είναι μέσο για την εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή στο πλαίσιο των εξ αποστάσεως συμβάσεων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.

25.      Επομένως, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή για τη δημιουργία ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (5).

26.      Η οδηγία αυτή κατατάσσεται μεταξύ των οδηγιών οι οποίες, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, υλοποιούν τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να προχωρήσει από έναν βαθμό ελάχιστης εναρμόνισης σε πλήρη εναρμόνιση της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή.

27.      Η ανάγκη να φθάσουν τα πράγματα σε πλήρη εναρμόνιση δικαιολογείται από το γεγονός ότι η ρήτρα ελάχιστης εναρμόνισης –η οποία επέτρεπε στα κράτη μέλη να προβλέπουν στη δική τους έννομη τάξη επίπεδο προστασίας των καταναλωτών υψηλότερο από εκείνο που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης– είχε οδηγήσει σε κατακερματισμό της εφαρμοστέας ρύθμισης στα διάφορες εθνικές έννομες τάξεις.

28.      Αυτός ο κατακερματισμός, αφενός, αποθάρρυνε τη διασυνοριακή λειτουργία των επιχειρήσεων, οι οποίες συχνά έπρεπε να επιβαρυνθούν με πρόσθετο κόστος για να αποκτήσουν τις απαραίτητες νομικές ικανότητες ούτως ώστε να συμμορφώνονται με τις νομικές διατάξεις των διαφόρων εννόμων τάξεων και, αφετέρου, δημιούργησε έλλειψη εμπιστοσύνης στους καταναλωτές, οι οποίοι δεν γνώριζαν ποια προστασία θα απολάμβαναν πραγματικά στα διάφορα κράτη μέλη.

29.      Το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει –έστω και όσον αφορά την οδηγία 2005/29 (6) και την οδηγία 2008/48 (7), οι οποίες εντάσσονται στον ίδιο σχεδιασμό πολιτικής στον τομέα του δικαίου– ότι η πλήρης εναρμόνιση σε σειρά θεμελιωδών τομέων είναι «απαραίτητη για να εξασφαλισθεί υψηλό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των συμφερόντων όλων των καταναλωτών της Ένωσης και για να διευκολυνθεί η δημιουργία εύρυθμης εσωτερικής αγοράς στον τομέα της καταναλωτικής πίστης» (8).

30.      Λόγω της επιλογής αυτής, με δεδομένη την ύπαρξη οδηγίας για την πλήρη εναρμόνιση, κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εισάγει παρεκκλίσεις από τη νομοθεσία της Ένωσης, ακόμη και ευνοϊκότερες για τον καταναλωτή, εκτός αν αυτό ρητώς επιτρέπεται από την ίδια την οδηγία (9).

31.      Όσον αφορά την οδηγία 2002/65, υπάρχουν πολυάριθμα στοιχεία, συστηματικής, τελολογικής και γραμματικής φύσης, βάσει των οποίων αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως οδηγία πλήρους εναρμόνισης κατά την προαναφερθείσα έννοια.

32.      Πράγματι, η αιτιολογική σκέψη 12 (10) υπογραμμίζει τις αρνητικές συνέπειες που διαφορετικές ή ανόμοιες διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών έχουν για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και για τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Σκοπός της οδηγίας είναι, συνεπώς, η θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της εξ αποστάσεως εμπορίας.

33.      Όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 13 (11), στους τομείς τους οποίους εναρμονίζει η οδηγία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν διαφορετικές διατάξεις. Μόνον όταν ρητώς προβλέπεται, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από τη ρύθμιση που περιέχεται στην οδηγία.

34.      Παράδειγμα των όσων αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 13 είναι η διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 2, η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να εισάγουν ή να διατηρούν, στον τομέα της εκ των προτέρων πληροφόρησης, διατάξεις αυστηρότερες από αυτές της οδηγίας, αρκεί οι διατάξεις αυτές να είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης.

35.      Επιπλέον, το άρθρο 1 (12) διευκρινίζει ότι ο σκοπός της οδηγίας είναι «η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών».

36.      Τέλος, η πρόθεση να υπάρξει πλήρης εναρμόνιση στον τομέα της εξ αποστάσεως εμπορίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μπορεί επίσης να συναχθεί από τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το εύρος της εναρμόνισης αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων στα διάφορα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας.

37.      Ήδη από την εξαρχής πρόταση της Επιτροπής είχε πράγματι ανακύψει η ανάγκη τα κράτη μέλη να μην θεσπίζουν διατάξεις διαφορετικές από εκείνες που θεσπίζει η οδηγία και εντός των τομέων που αυτή εναρμονίζει, προκειμένου να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου νομοθετήματος, δηλαδή η εγγύηση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή και, συγχρόνως, η πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (13).

38.      Τούτου δοθέντος, όχι μόνον από γραμματική αλλά, κυρίως, από τελολογική ερμηνεία προκύπτει ότι ο σκοπός της οδηγίας απαιτεί όπως κάθε παρέκκλιση από τις περιεχόμενες σε αυτήν διατάξεις επιτρέπεται μόνον όταν η ευχέρεια αυτή ρητώς παρέχεται στα κράτη μέλη.

39.      Επιπλέον, σε περίπτωση θεσπίσεως ή διατηρήσεως παρεκκλίνουσας ρυθμίσεως, τα κράτη μέλη καλούνται να ακολουθήσουν μια διαδικασία που καθορίζει η ίδια η οδηγία (14), διαδικασία η οποία παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να γνωστοποιεί στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις πληροφορίες σχετικά με τις εθνικές διατάξεις, κατά τρόπον ώστε να μην τίθενται σε κίνδυνο οι σκοποί εναρμόνισης της ίδιας οδηγίας.

40.      Από τις μέχρι τώρα επισημάνσεις προκύπτει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προϋποθέτει πλήρη εναρμόνιση ούτως ώστε να αποφεύγονται ανισότητες μεταξύ των κρατών, ιδίως σε τομείς όπως η εξ αποστάσεως εμπορία η οποία εγγενώς έχει διεθνικό χαρακτήρα.

41.      Εντούτοις, τα μέτρα που υιοθετούνται για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς δεν μπορούν να υπονομεύσουν την προστασία του καταναλωτή, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή που δραστηριοποιείται στην αγορά, όπως αναφέρει επίσης η αιτιολογική σκέψη 1 (15).

42.      Πράγματι, αυτοί οι κοινοί κανόνες, συγκεράζοντας την ανάγκη ενίσχυσης της εσωτερικής αγοράς με την ανάγκη παροχής υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή, αποσκοπούν στην αύξηση της εμπιστοσύνης του καταναλωτή ο οποίος θα έχει ευνοϊκότερη προδιάθεση υπέρ του εξ αποστάσεως εμπορίου (16).

2.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

43.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα τίθεται, κατ’ ουσίαν, στο Δικαστήριο το ερμηνευτικό ερώτημα αν η ρύθμιση περί των προσυμβατικών υποχρεώσεων πληροφόρησης και η ρύθμιση περί του δικαιώματος υπαναχώρησης που περιέχονται στην οδηγία 2002/65 αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία εισάγει, σε περίπτωση που ο καταναλωτής δεν έχει ενημερωθεί προσηκόντως σχετικά με την εθνική ρύθμιση περί του δικαιώματος υπαναχώρησης, τη δυνατότητα υπαναχώρησης ανά πάσα στιγμή, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση έχει πλήρως εκτελεστεί και από τα δύο μέρη κατόπιν ρητής αίτησης του καταναλωτή.

44.      Από τα προεκτεθέντα όσον αφορά τη φύση της πλήρους εναρμόνισης της οδηγίας 2002/65 σαφώς απορρέει καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

45.      Για λόγους πληρότητας, ωστόσο, θα αναλυθούν, έστω και συνοπτικώς, τα διάφορα συναφή νομικά ζητήματα.

46.      Ειδικότερα, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η προστασία του καταναλωτή υλοποιείται στην οδηγία, αφενός, μέσω της επιβολής στον επιχειρηματία ορισμένων υποχρεώσεων πληροφόρησης, ακόμη και κατά το προσυμβατικό στάδιο, και, αφετέρου, μέσω της παροχής στον καταναλωτή της ευχέρειας να ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης.

47.      Το δικαίωμα προσήκουσας πληροφόρησης και το δικαίωμα υπαναχώρησης, μολονότι συνδέονται στενά, εντούτοις διακρίνονται διαρθρωτικά και υπόκεινται σε διαφοροποιημένη ρύθμιση στην οδηγία 2002/65.

1.      Επί των υποχρεώσεων πληροφόρησης που προβλέπει η οδηγία 2002/65

48.      Η υποχρέωση εκ των προτέρων πληροφόρησης έχει κεντρική θέση στην όλη οικονομία της οδηγίας, δεδομένου ότι, όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει σχετικά με την προστασία του καταναλωτή στο πλαίσιο συμβάσεων συναπτόμενων εκτός εμπορικού καταστήματος, αποτελεί προϋπόθεση ώστε ο καταναλωτής, ως το ασθενές συμβαλλόμενο μέρος, να έχει πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του. Επομένως, η υποχρέωση πληροφόρησης αποτελεί ουσιαστική εγγύηση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή και, επίσης, του δικαιώματος υπαναχώρησης και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών (17).

49.      Η αιτιολογική σκέψη 23 (18) αναφέρει, πράγματι, ότι, για να εξασφαλίζεται η βέλτιστη προστασία του καταναλωτή, απαιτείται αυτός να ενημερώνεται δεόντως για τις διατάξεις της οδηγίας και να διαθέτει δικαίωμα υπαναχώρησης.

50.      Επίσης, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται για τη μη εφαρμογή του δικαιώματος υπαναχώρησης όταν αυτός ρητώς ζητεί την εκτέλεση της σύμβασης (19).

51.      Ομοίως, μεταξύ των εκ των προτέρων πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της εξ αποστάσεως συμβάσεως, πρέπει να γνωστοποιείται η ύπαρξη ή μη ύπαρξη δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας.

52.      Τέλος, το άρθρο 4 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες όσον αφορά τις απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης, αρκεί οι κανόνες αυτοί να είναι σύμφωνοι με το δίκαιο της Ένωσης και να έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

53.      Καθίσταται σαφές ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν αυστηρότερη νομοθεσία μόνον όσον αφορά πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με την εκ των προτέρων πληροφόρηση.

54.      Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενημέρωσε την Επιτροπή ότι επιθυμεί να ασκήσει την προαναφερθείσα δυνατότητα παρέκκλισης και, εν πάση περιπτώσει, από τη νομοθεσία που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών δεν προκύπτει ότι έχουν θεσπιστεί, όσον αφορά την οδηγία, πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με την εκ των προτέρων πληροφόρηση.

2.      Επί του δικαιώματος υπαναχώρησης

55.      Το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπως η υποχρέωση εκ των προτέρων πληροφόρησης, έχει κεντρική σημασία στο πλαίσιο της προστασίας του καταναλωτή στο δίκαιο της Ένωσης και έχει διαμορφωθεί ως δικαίωμα του καταναλωτή να επανεξετάσει την απόφασή του.

56.      Η ratio της γενικευμένης εισαγωγής του θεσμού αυτού στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές έγκειται στη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να θέσει τέλος στη συμβατική ανισορροπία στη σχέση με έναν επιχειρηματία, παρέχοντας στον ίδιο τον καταναλωτή τη δυνατότητα να λύσει τον συμβατικό δεσμό με βάση μια υποκειμενική επανεξέταση στην οποία μπορεί να προβεί εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.

57.      Το δικαίωμα υπαναχώρησης που διέπεται από την οδηγία 2002/65 είναι μονομερές δικαίωμα για την προστασία του καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να υπαναχωρήσει εντός προθεσμίας δεκατεσσάρων ημερών, χωρίς ποινές και χωρίς να πρέπει να αναφέρει τον λόγο της επιλογής αυτής.

58.      Η μόνη περίπτωση στην οποία το δικαίωμα υπαναχώρησης αποσβέννυται πριν από τη λήξη της προθεσμίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2002/65, συντρέχει όταν πρόκειται για τις συμβάσεις οι οποίες έχουν πλήρως εκτελεστεί και από τα δύο μέρη κατόπιν ρητής αίτησης του καταναλωτή πριν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης.

59.      Η ratio της ρύθμισης αυτής πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η υπαναχώρηση δεν έχει λόγο ύπαρξης στην περίπτωση που και τα δύο μέρη έχουν εκτελέσει τις υποχρεώσεις τους, αποδεικνύοντας κατά τον τρόπο αυτόν την πλήρη υλοποίηση της συμβατικής βούλησής τους. Ως εκ τούτου, στην προαναφερθείσα περίπτωση, δεν πρέπει να επιτρέπεται στον καταναλωτή, ο οποίος έχει ήδη εξωτερικεύσει και επιβεβαιώσει τη συμβατική του βούληση, να αντλήσει αδικαιολόγητο όφελος από την εκπρόθεσμη επανεξέταση που αποσκοπεί στην ακύρωση μιας υπηρεσίας της οποίας έχει ήδη επωφεληθεί.

60.      Εντούτοις, για να αποφευχθούν ενδεχόμενες καταστρατηγήσεις μιας τέτοιας ρύθμισης από τον επιχειρηματία, προβλέπεται αυτός να έχει υποχρέωση πληροφόρησης του καταναλωτή σχετικά με την απώλεια του δικαιώματος υπαναχώρησης σε περίπτωση που ο ίδιος ρητώς ζητήσει την πλήρη εκτέλεση της σύμβασης, ακόμη και αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης.

61.      Επίσης, αποκλίνοντας από την προηγούμενη ρύθμιση περί των εξ αποστάσεως συμβάσεων (20), η οδηγία 2002/65 προβλέπει την υποχρέωση παροχής στον καταναλωτή εκ των προτέρων πληροφόρησης σχετικά με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του δικαιώματος υπαναχώρησης (21) καθώς και πρακτικών οδηγιών για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος υπαναχώρησης, όταν αυτό υπάρχει (22).

62.      Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 προβλέπει ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη, πάντοτε ενημερώνοντας την Επιτροπή, μπορούν να ασκήσουν τη δυνατότητα να «προβλέπουν ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν έχει εφαρμογή» σε ειδικές και περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις. Αυτή η δυνατότητα παρέκκλισης, η οποία αφορά περιπτώσεις αποκλεισμού του δικαιώματος υπαναχώρησης και όχι επέκτασης της δυνατότητας άσκησής του, είναι άνευ σημασίας στην υπόθεση που αποτελεί αντικείμενο της σημερινής δίκης και, εν πάση περιπτώσει, από τη δικογραφία δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς την Επιτροπή για αυτό το ζήτημα.

63.      Συνεπώς, η οδηγία 2002/65 δεν αφήνει κανένα περιθώριο για τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ρύθμιση περί του δικαιώματος υπαναχώρησης παρεκκλίνουσα από αυτήν που θεσπίζει η ίδια οδηγία, ακριβώς για τους λόγους που προεκτέθηκαν όσον αφορά την στον τομέα του δικαίου επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να προβεί σε πλήρη εναρμόνιση στο θέμα αυτό.

64.      Οι μέχρι τώρα επισημάνσεις καθιστούν δυνατό να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.

65.      Κρίνω, εντούτοις, σκόπιμο να αφιερώσω ορισμένες συνοπτικές παρατηρήσεις στο γεγονός ότι, στην υπόθεση που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, είναι δυνατόν να παρατηρηθεί επικάλυψη μεταξύ των ουσιαστικών προϋποθέσεων του δικαιώματος του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από εξ αποστάσεως σύμβαση καταναλωτικής πίστης και του περιεχομένου των υποχρεώσεων εκ των προτέρων πληροφόρησης που υπέχει ο επιχειρηματίας.

66.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, λόγω του χαρακτήρα της οδηγίας 2002/65 ως οδηγίας πλήρους εναρμόνισης, η ορθή κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης πληροφόρηση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης πρέπει να είναι αυτή που από τη δικογραφία προκύπτει ότι έχει παρασχεθεί στον καταναλωτή και περιλαμβάνεται επίσης στο γερμανικό εθνικό δίκαιο όσον αφορά, γενικώς, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, κατ’ εφαρμογήν της ίδιας οδηγίας.

67.      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στο γερμανικό εθνικό δίκαιο υπάρχει διάταξη η οποία ίσχυε ήδη πριν από τη μεταφορά της οδηγίας 2002/65 (23) και εξακολουθούσε να ισχύει κατά την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας, κατά πάγια ερμηνεία του Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου), το δικαίωμα υπαναχώρησης για συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, επίσης για τις συναπτόμενες εξ αποστάσεως, ρυθμίζεται κατά διαφορετικό τρόπο, παρέχοντας, πράγματι, στον καταναλωτή ένα «αιώνιο» δικαίωμα υπαναχώρησης όταν οι πρακτικές οδηγίες σχετικά με την υπαναχώρηση δεν είναι οι προσήκουσες.

68.      Η οδηγία 2002/65 δεν προβλέπει συγκεκριμένες συνέπειες σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης της υποχρέωσης πληροφόρησης, περιοριζόμενη, στο άρθρο της 6, παράγραφος 1, να ορίσει ότι η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τον καταναλωτή αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει τους συμβατικούς όρους και τις εκ των προτέρων πληροφορίες, αν η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη από τη σύναψη της σύμβασης.

69.      Ακολούθως, το άρθρο 11 (24) ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις σε περίπτωση που ο επιχειρηματίας δεν τηρεί «τις εθνικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί δυνάμει της παρούσας οδηγίας» και ότι οι κυρώσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές, μπορούν να συνίστανται επίσης στο δικαίωμα του καταναλωτή να «καταγγείλει τη σύμβαση ανά πάσα στιγμή, χωρίς έξοδα και ποινές».

70.      Εν προκειμένω, οι πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κοινοποιήθηκαν από τον επιχειρηματία στον καταναλωτή εγκαίρως και με ορθό τρόπο σύμφωνα με την οδηγία 2002/65 και, επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου «που έχουν θεσπιστεί δυνάμει» της οδηγίας.

71.      Συνεπώς, δεν είναι λογικό να θεωρηθεί η διάταξη του γερμανικού εθνικού δικαίου ως «κύρωση» κατά την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου 11 της οδηγίας 2002/65.

72.      Το γεγονός ότι ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε στην έννομη τάξη του ρύθμιση περί του δικαιώματος υπαναχώρησης, η οποία περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, εφαρμόζοντας, αντιθέτως, όσον αφορά τις λοιπές συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών τις διατάξεις της οδηγίας 2002/65 για το δικαίωμα υπαναχώρησης, συνιστά έλλειψη συντονισμού της εθνικής ρύθμισης με το δίκαιο της Ένωσης (25), καθόσον, μολονότι προβλέπει μια ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή διάταξη, δεν συνάδει με τους σκοπούς πλήρους εναρμόνισης που έχει η ίδια οδηγία.

73.      Πράγματι, ορίζοντας ότι επί των συμβάσεων καταναλωτικής πίστης δεν έχει εφαρμογή η ρύθμιση περί μεταφοράς της οδηγίας και, ιδίως, του άρθρου της 6, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, το εθνικό δίκαιο, όπως ερμηνεύεται από το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο), διατήρησε ρύθμιση που αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης από δύο απόψεις: το δικαίωμα υπαναχώρησης ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 2002/65· εισάγονται μια έννοια της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας διαφορετική και αντίθετη με την έννοια κατά το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, καθώς και διαφορετική ρύθμιση του δικαιώματος υπαναχώρησης ανάλογα με το είδος της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας και το είδος της σύμβασης στην οποία αυτή περιέχεται.

74.      Ως «χρηματοοικονομική υπηρεσία» κατά την οδηγία 2002/65 νοείται «κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης, ή σχετική με ατομικές συντάξεις ή με πληρωμές»· η δε αιτιολογική σκέψη 14 διευκρινίζει ότι οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που καλύπτονται από την οδηγία είναι όλες όσες μπορούν να παρασχεθούν εξ αποστάσεως (26).

75.      Εντούτοις, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για το εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, στη συγκεκριμένη υπόθεση, αν ο καταναλωτής ενημερώθηκε από τον επιχειρηματία κατά τρόπο κατάλληλο για να μπορέσει να λάβει μια συνετή και λογική απόφαση και αν, κατά συνέπεια, έλαβε συνειδητά την απόφασή του να εκτελέσει τη σύμβαση.

3.      Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

76.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο κατανοητός χαρακτήρας των εκ των προτέρων πληροφοριών και των τρόπων άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης του καταναλωτή που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία περί μεταφοράς της οδηγίας 2002/65 πρέπει να αξιολογηθεί μόνο με γνώμονα τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.

77.      Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα υπήρχε διαφορά μεταξύ της έννοιας του μέσου καταναλωτή την οποία έχει υιοθετήσει το Δικαστήριο και εκείνης η οποία ορίζεται από την εθνική νομοθεσία.

78.      Όπως προαναφέρθηκε, ο σκοπός της οδηγίας είναι να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, ο οποίος πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένος σχετικά με τις διατάξεις της οδηγίας (27), συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του δικαιώματος υπαναχώρησης (28).

79.      Ο ορισμός του καταναλωτή που περιέχεται στο άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2002/65 (29) είναι πανομοιότυπος με εκείνον των οδηγιών 2005/29 (30) και 93/13 (31), για τις οποίες το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί, κρίνοντας ότι ως «μέσος καταναλωτής» πρέπει να νοείται ο καταναλωτής ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (32).

80.      Μολονότι το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να δώσει ερμηνεία της έννοιας του καταναλωτή σχετικά με την οδηγία 2002/65, εντούτοις σε αυτήν δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να κάνει κάποιον να σκεφθεί ότι υπάρχει ανάγκη να υιοθετηθεί διαφορετική έννοια σε σχέση με εκείνη την οποία το Δικαστήριο διαμόρφωσε σχετικά με τις προαναφερθείσες οδηγίες για την προστασία του καταναλωτή.

81.      Ελλείψει αντίθετων στοιχείων και ελλείψει διατάξεων οι οποίες επιτρέπουν παρεκκλίσεις, αυτή είναι η έννοια του καταναλωτή στην οποία πρέπει να γίνει αναφορά επίσης σχετικά με την οδηγία 2002/65 και τις εθνικές ρυθμίσεις για τη μεταφορά της.

82.      Ο σκοπός πλήρους εναρμόνισης των εθνικών διατάξεων που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, πράγματι, κλίνει υπέρ της αναγκαίας υιοθέτησης ενός κοινού για όλα τα κράτη μέλη πρότυπου καταναλωτή (33).

83.      Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, κατά την εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστάσεων, να εξακριβώσει αν, πριν από τη σύναψη της σύμβασης εξ αποστάσεως, παρασχέθηκαν στον καταναλωτή όλες οι εκ των προτέρων πληροφορίες που προβλέπει η οδηγία. Στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, θα πρέπει, επίσης, να εξακριβωθεί ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των εν λόγω πληροφοριών (34), ώστε να παρέχεται στον μέσο καταναλωτή, κατά την προαναφερθείσα έννοια, η δυνατότητα να αξιολογήσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης και, όπως προαναφέρθηκε, να λάβει μια συνετή και λογική απόφαση.

4.      Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

84.      Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που διατυπώθηκαν σχετικά με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και της πρότασης να δοθεί καταφατική απάντηση σε αυτά, εκτιμάται ότι δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

85.      Επομένως, θα περιοριστώ σε κάποιες σύντομες παρατηρήσεις για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου.

86.      Με το τρίτο προδικαστικό ρώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/65 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, κατόπιν της δήλωσης υπαναχώρησης από σύμβαση καταναλωτικού δανείου συναφθείσα εξ αποστάσεως, προβλέπει, πέραν της επιστροφής του καταβληθέντος κεφαλαίου, ότι ο επιχειρηματίας οφείλει να καταβάλει στον καταναλωτή αποζημίωση για τη χρήση του εν λόγω ποσού.

87.      Το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/65 επιβάλλει στον προμηθευτή, κατόπιν της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, να επιστρέψει στον καταναλωτή «όλα τα ποσά που έχει λάβει από αυτόν σύμφωνα με την εξ αποστάσεως σύμβαση». Η διάταξη αυτή ρυθμίζει περιοριστικά τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο στα κράτη μέλη όσον αφορά τη θέσπιση διαφορετικής ρύθμισης.

88.      Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όσων προεκτέθηκαν όσον αφορά το σχέδιο εναρμόνισης που θέτει σε εφαρμογή η οδηγία και ελλείψει στοιχείων περί του αντιθέτου, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα κράτους μέλους να θεσπίσει ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ρύθμιση σχετικά με τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, καταλήγοντας να προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης για τα φερόμενα οφέλη που παρασχέθηκαν από τον δανειολήπτη.

89.      Επιπλέον, όπως επισήμανε επίσης η Επιτροπή, ο περιορισμός της από τον προμηθευτή επιστροφής στα ποσά που του καταβλήθηκαν σύμφωνα με την εξ αποστάσεως σύμβαση είναι εύλογος επίσης υπό το πρίσμα του σύντομου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης (δεκατέσσερις ημέρες –προθεσμία που εκτείνεται σε τριάντα ημέρες προκειμένου περί συμβάσεων εξ αποστάσεως με αντικείμενο ασφαλίσεις ζωής, κατά την έννοια της οδηγίας 90/619, καθώς και πράξεις που αφορούν τις ατομικές συντάξεις). Πράγματι, σε αυτό το πλαίσιο, είναι παράλογο να εντοπιστεί συγκεκριμένο όφελος που σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα παρασχέθηκε από τον δανειολήπτη.

IV.    Πρόταση

90.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Landgericht Bonn (πρωτοδικείου του ομόσπονδου κράτους της Βόννης, Γερμανία) ως εξής:

1)      Το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2002/65/ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία, η οποία διάταξη δεν προβλέπει αποκλεισμό από το δικαίωμα υπαναχώρησης στις συμβάσεις δανείου που συνάπτονται εξ αποστάσεως στην περίπτωση που ή σύμβαση έχει πλήρως εκτελεστεί και από τα δύο μέρη κατόπιν ρητής αίτησης του καταναλωτή πριν ο τελευταίος ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης.

2)      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, το άρθρο 5, παράγραφος 1, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, και το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2002/65 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η προσήκουσα λήψη των πληροφοριών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας, καθώς και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης του καταναλωτή πρέπει να αξιολογηθούν μόνο με γνώμονα τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων και όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη της σχετικής σύμβασης.


1       Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2       Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ (ΕΕ 2002, L 271, σ. 16).


3       Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (EE 1997, L 144, σ. 19).


4       Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE 2011, L 304, σ. 64).


5       COM(96) 209 τελικό, Πράσινο Βιβλίο – Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες: οι προσδοκίες των καταναλωτών· COM(97) 309 τελικό, Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες: αύξηση της εμπιστοσύνης του καταναλωτή· COM(2001) 66/F, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· COM(2007) 226 τελικό, Πράσινη Βίβλος για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά.


6       Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).


7       Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66).


8       Απόφαση της 27ης Μαρτίου 2014, LCL Le Crédit Lyonnais (C-565/12, EU:C:2014:190, σκέψη 42)· πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, CA Consumer Finance (C-449/13, EU:C:2014:2464, σκέψη 21), και της 23ης Απριλίου 2009, VTB-VAB και Galatea (C-261/07 και C-299/07, EU:C:2009:244, σκέψη 51).


9       Συναφώς, γίνεται λόγος για «στοχευμένη» εναρμόνιση (targeted harmonizazion), δηλαδή για εναρμόνιση η οποία, αν και πλήρης, δέχεται –όταν αυτό ρητώς προβλέπεται από την κανονιστική πηγή– τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις που παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία της Ένωσης.


10       Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2002/65, η οποία αναφέρει ότι «[δ]ιαφορετικές ή ανόμοιες διατάξεις προστασίας των καταναλωτών θεσπιζόμενες από τα κράτη μέλη στον τομέα της εξ αποστάσεως εμπορίας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές, θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές συνέπειες για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Συνεπώς, χρειάζεται να θεσπισθούν κοινοί κανόνες σε κοινοτικό επίπεδο στον συγκεκριμένο τομέα, χωρίς να θίγε[τα]ι το γενικό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή στα κράτη μέλη».


11       Βλ. αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 2002/65, η οποία αναφέρει ότι «με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να διασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, ώστε να εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν διατάξεις άλλες από αυτές που θεσπίζονται από την παρούσα οδηγία για τους τομείς τους οποίους αυτή εναρμονίζει, εκτός εάν αναφέρεται το αντίθετο ρητώς σε αυτή».


12       Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[α]ντικείμενο της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές».


13       COM(1998) 468 τελικό. Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση της οδηγίας 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ (ΕΕ 1998, C 385, σ. 10, αιτιολογική σκέψη 9).


14       Άρθρο 4 της οδηγίας 2002/65.


15       Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2002/65: «Είναι σημαντικό, στο πλαίσιο της υλοποίησης των στόχων της εσωτερικής αγοράς, να ληφθούν μέτρα για την προοδευτική εδραίωση της αγοράς αυτής, τα οποία θα πρέπει να συμβάλλουν εκτός των άλλων και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή, σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 153 της Συνθήκης».


16       Βλ. αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2002/65: «[…] προκειμένου να εξασφαλίζεται η ελευθερία επιλογής του καταναλωτή, η οποία αποτελεί ουσιώδες δικαίωμά του, είναι απαραίτητο ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του, ώστε να βελτιώνεται η εμπιστοσύνη του στην εξ αποστάσεως πώληση».


17       Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Martín Martín (C-227/08, EU:C:2009:792, σκέψεις 26 και 27).


18       Βλ. αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2002/65 η οποία αναφέρει ότι «[ε]ίναι σημαντικό, για να εξασφαλίζεται η βέλτιστη προστασία του καταναλωτή, να ενημερώνεται αυτός επαρκώς για τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και, ενδεχομένως, για τους κώδικες συμπεριφοράς που υφίστανται στον εν λόγω τομέα και να διαθέτει δικαίωμα υπαναχώρησης».


19       Βλ. αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2002/65, η οποία αναφέρει ότι, «[ό]ταν το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν εφαρμόζεται διότι ο καταναλωτής έχει ζητήσει ρητώς την εκτέλεση μιας σύμβασης, ο προμηθευτής θα πρέπει να πληροφορεί τον καταναλωτή».


20       Οδηγία 97/7 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (ΕΕ 1997, L 144, σ. 19).


21       Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2002/65.


22       Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2002/65.


23       Άρθρο 355, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του BGB.


24       Το άρθρο 11 της οδηγίας 2002/65, το οποίο επιγράφεται «Κυρώσεις», ορίζει τα εξής: «τα κράτη μέλη προβλέπουν τις δέουσες κυρώσεις σε περίπτωση που ο προμηθευτής δεν τηρεί τις εθνικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μπορούν ιδίως, για τον σκοπό αυτό, να ορίζουν ότι επιτρέπεται στον καταναλωτή να καταγγείλει τη σύμβαση ανά πάσα στιγμή, χωρίς έξοδα και ποινές. Οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές».


25       Μια πλήρης και ορθή μεταφορά της οδηγίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον σκοπό εναρμόνισης τον οποίο έχουν οι συγκεκριμένοι κανόνες. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι επίσης μια προϋπάρχουσα εθνική ρύθμιση πρέπει να συντονιστεί με τη νομοθεσία με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία.


26       Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2002/65 αναφέρει ότι «[η] παρούσα οδηγία καλύπτει όλες τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που είναι δυνατόν να παρασχεθούν εξ αποστάσεως. Ωστόσο, ορισμένες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες διέπονται από ειδικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Είναι, εντούτοις, σκόπιμο να θεσπιστούν αρχές σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία τέτοιων υπηρεσιών».


27       Βλ. αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2002/65.


28       Άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, στοιχείο αʹ και στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2002/65.


29       Το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2002/65 ορίζει ως «“καταναλωτή” κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο συμβάσεων εξ αποστάσεως, ενεργεί για σκοπούς εκτός του πεδίου της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας».


30       Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2005/29 ορίζει ως «“καταναλωτή” κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις εμπορικές πρακτικές που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα».


31       Το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/13 ορίζει ως «“καταναλωτή” κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες».


32       Αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ. (C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 47), της 8ης Φεβρουαρίου 2017, Carrefour Hypermarchés (C-562/15, EU:C:2017:95, σκέψη 31), της 25ης Ιουλίου 2018, Dyson (C-632/16, EU:C:2018:599, σκέψη 56), της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia (C-54/17 και C-55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 51), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, OTP Bank και OTP Faktoring (C-51/17, EU:C:2018:750, σκέψη 78).


33       Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, αναφορικά με την έννοια του καταναλωτή που ορίζεται στην οδηγία 2005/29, με την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, Plus Warenhandelsgesellschaft (C-304/08, ΕU:C:2010:12, σκέψη 41).


34       Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ. (C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψεις 44, 45, 47 και 48).