Language of document : ECLI:EU:T:2019:211

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 2ας Απριλίου 2019 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Σύμβαση αορίστου χρόνου – Άρθρο 47, στοιχείο γʹ, σημείο i, του ΚΛΠ – Καταγγελία με προειδοποίηση – Λόγοι καταγγελίας – Κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης – Συμφέρον της υπηρεσίας – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Καθήκον μέριμνας – Αρχή της χρηστής διοίκησης – Άρθρα 30 και 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Παρεμπίπτον ζήτημα – Δημοσίευση στο διαδίκτυο εγγράφων περιλαμβανόμενων στη δικογραφία της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Άρθρο 17 του ΚΥΚ»

Στην υπόθεση T‑492/17,

Stephan Fleig, πρώην συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Βερολίνου (Γερμανία), εκπροσωπούμενος από τον H. Tettenborn, δικηγόρο,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), εκπροσωπούμενης από τον S. Marquardt,

καθής-εναγομένης,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης της 19ης Σεπτεμβρίου 2016 με την οποία ο διευθυντής της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων της ΕΥΕΔ, υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων πρόσληψης αρχής, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του προσφεύγοντος-ενάγοντος με ισχύ από τις 19 Ιουνίου 2017 και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που ο προσφεύγων-ενάγων υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της απόφασης αυτής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, P. Nihoul και J. Svenningsen (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: S. Bukšek Tomac, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Δεκεμβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση (1)

[παραλειπόμενα]

 Σκεπτικό

[παραλειπόμενα]

 Επί της δημοσίευσης στο διαδίκτυο ορισμένων εγγράφων που έχουν ήδη περιληφθεί στην ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικογραφία

138    Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 2017, ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) ενημέρωσε την Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας σχετικά με την πρόθεσή του να δημοσιοποιήσει, με δημοσίευση στο διαδίκτυο, ορισμένα έγγραφα που τον αφορούσαν, συγκεκριμένα δε όλα τα παραρτήματα της διοικητικής ένστασης και των αιτήσεων που μνημονεύονται στη σκέψη 87 ανωτέρω καθώς και του δικογράφου της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που μνημονεύεται στη σκέψη 24 ανωτέρω. Ο προσφεύγων δήλωσε ότι παρέχει την πληροφορία αυτή στο πλαίσιο του άρθρου 17α, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ.

139    Κατόπιν μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε η ΕΥΕΔ στον δικηγόρο του προσφεύγοντος ως απάντηση στο πρώτο αυτό έγγραφο, ο προσφεύγων απέστειλε, στις 13 Νοεμβρίου 2017, δεύτερο έγγραφο στην Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, υποστηρίζοντας ότι τα οικεία έγγραφα είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί το 2013, καθόσον είχαν παραδοθεί σε μη προσδιοριζόμενο οργανισμό καθώς και σε «οκτώ διαφορετικά πρόσωπα», συμπεριλαμβανομένης της μητέρας του. Η δημοσίευση αυτή ήταν σύννομη, καθώς είχε υποβληθεί σχετική αίτηση χορήγησης άδειας στις 27 Μαρτίου 2013 και η ΕΥΕΔ δεν είχε αντιταχθεί στη δημοσίευση. Τα εν λόγω έγγραφα δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο του προσφεύγοντος μέσω προσώπων σχετιζόμενων με τη μητέρα του.

140    Με δύο έγγραφα της 17ης και της 24ης Νοεμβρίου 2017, η ΕΥΕΔ επισήμανε μεταξύ άλλων στον προσφεύγοντα ότι η δημοσίευση ορισμένων εγγράφων τα οποία προσκόμισε με τα παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής του κατά την παρούσα διαδικασία συνιστά παραβίαση της αρχής της εμπιστευτικότητας της εκκρεμούς ένδικης διαδικασίας.

141    Μετά την κοινοποίηση στον προσφεύγοντα του εγγράφου της ΕΥΕΔ της 4ης Δεκεμβρίου 2017 με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο ενημερώθηκε για τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στις σκέψεις 138 και 139 ανωτέρω (βλ. σκέψη 34 ανωτέρω) και για την εν τω μεταξύ δημοσίευση διάφορων εγγράφων, ο προσφεύγων υπέβαλε σχετικές παρατηρήσεις με το υπόμνημα απαντήσεως.

142    Ο προσφεύγων φρονεί ότι η επίμαχη δημοσίευση δεν είναι παράνομη. Συγκεκριμένα, επαναλαμβάνει ότι τα οικεία έγγραφα έχουν ήδη δημοσιευθεί νομίμως, καθώς η αίτηση που είχε υποβάλει για τον σκοπό αυτόν στις 27 Μαρτίου 2013 εγκρίθηκε σιωπηρώς από την ΕΥΕΔ, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προέβαλε αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας των τριάντα εργάσιμων ημερών που προβλέπει το άρθρο 17α, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Συνεπώς, το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο μεταγενέστερης ένδικης διαδικασίας δεν μπορεί να τους προσέδωσε εκ νέου εμπιστευτικό χαρακτήρα τον οποίο είχαν απολέσει.

143    Η ΕΥΕΔ αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος.

144    Ο προσφεύγων παραδέχεται ότι δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο έγγραφα που προσκόμισε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, συγκεκριμένα δε ορισμένα έγγραφα συνημμένα στις δύο αιτήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ στις 20 και 24 Μαρτίου 2013, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν, αντιστοίχως, με τους αριθμούς D/227/13 και D/233/13 και εκ των οποίων η τελευταία αφορούσε γεγονότα σχετικά με την επεξεργασία του ιατρικού φακέλου του. Παρά τον ισχυρισμό του ότι η δημοσίευση αυτή, μολονότι πραγματοποιήθηκε στον δικό του ιστότοπο, δεν έγινε από τον ίδιο, αλλά από μη κατονομαζόμενα πρόσωπα στα οποία η μητέρα του είχε διαβιβάσει τα οικεία έγγραφα, ο προσφεύγων αναγνωρίζει ότι τα έγγραφα αυτά εξήλθαν μέσω του ιδίου από τη σφαίρα άκρας εμπιστευτικότητας εντός της οποίας ήταν αρχικώς περιορισμένα. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η απομάκρυνση από τη σφαίρα αυτή ήταν σύννομη και συνιστούσε δημοσίευση των εν λόγω εγγράφων.

145    Επισημαίνεται ότι τα άρθρα 17 και 17α του ΚΥΚ έχουν διαφορετικούς σκοπούς, τους οποίους ο προσφεύγων συγχέει. Συγκεκριμένα, το άρθρο 17 απαγορεύει σε κάθε μόνιμο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού να κοινολογεί μη δημόσιες πληροφορίες οποιουδήποτε είδους, είτε είναι ενσωματωμένες σε υλικό μέσο είτε όχι, οι οποίες περιέρχονται στην αντίληψη του υπαλλήλου ή του μέλους αυτού λόγω της άσκησης των καθηκόντων του, εκτός εάν έχει χορηγηθεί προηγουμένως σχετική άδεια. Η απαγόρευση αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη των καθηκόντων. Το άρθρο 17α, από την πλευρά του, αφορά τη δημοσίευση οποιουδήποτε κειμένου, σχετικού, μεταξύ άλλων, με εργασία, μελέτη ή απόψεις, το οποίο αναφέρεται στη δραστηριότητα της Ένωσης. Μια τέτοια δημοσίευση τυγχάνει συγκεκριμένης προστασίας στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης, με τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται στο άρθρο αυτό και αφορούν τον σεβασμό των αρχών της πίστης και της αμεροληψίας, της αξιοπρέπειας του λειτουργήματος και της απαγόρευσης γνωστοποίησης πληροφοριών περιερχόμενων στην αντίληψη του ενδιαφερομένου λόγω της άσκησης των καθηκόντων του, και υπόκειται σε ειδική διαδικασία έγκρισης στο πλαίσιο της οποίας η μη απάντηση εντός τριάντα εργάσιμων ημερών ισοδυναμεί με σιωπηρή έγκριση.

146    Εν προκειμένω, η αίτηση χορήγησης άδειας για την οποία κάνει λόγο ο προσφεύγων, δηλαδή το έγγραφο που απέστειλε στις 27 Μαρτίου 2013 στην ΕΥΕΔ, μολονότι παρέπεμπε στο άρθρο 17α του ΚΥΚ, αφορούσε στην πραγματικότητα, κατά τη ρητή διατύπωσή της αλλά και βάσει του περιεχομένου της, την κοινολόγηση πληροφοριών που διέπεται από το άρθρο 17 του ΚΥΚ. Συνεπώς, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, από τη μη κοινοποίηση απόφασης εντός τριάντα εργάσιμων ημερών δεν συνάγεται εμμέσως ότι η ΕΥΕΔ δεν είχε αντιρρήσεις. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αίτηση χορήγησης άδειας διεπόταν από το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, οπότε η αρχή διέθετε προθεσμία τεσσάρων μηνών για να εκδώσει απόφαση, η δε μη λήψη απόφασης εντός της προθεσμίας αυτής θα ισοδυναμούσε με σιωπηρή απορριπτική απόφαση.

147    Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η ΕΥΕΔ απάντησε στην αίτηση του προσφεύγοντος για χορήγηση άδειας με έγγραφο της 5ης Μαΐου 2013, δηλαδή εντός της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Με το έγγραφο αυτό, το οποίο άρχιζε με μια συνοπτική ενημέρωση ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 17α του ΚΥΚ, η ΕΥΕΔ απλώς χορήγησε άδεια γνωστοποίησης των οικείων εγγράφων προκειμένου να παρασχεθεί στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να λάβει βοήθεια στο πλαίσιο του ιατρικού φακέλου του. Λαμβανομένης υπόψη της κατοχυρωμένης στο άρθρο 17 του ΚΥΚ αρχής της εμπιστευτικότητας, η εν λόγω χορήγηση άδειας έπρεπε να ερμηνευθεί στενά. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της αίτησης του προσφεύγοντος και της απάντησης που του εστάλη, αποκλειόταν οποιαδήποτε γνωστοποίηση των επίμαχων εγγράφων η οποία δεν συνδεόταν στενά με την προσωπική βοήθεια του προσφεύγοντος σε σχέση με τον ιατρικό φάκελό του, από κοινωνική, ιατρική, ψυχολογική ή νομική άποψη. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο προσφεύγων όφειλε να απευθυνθεί στην ΕΥΕΔ προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μια σχεδιαζόμενη γνωστοποίηση καλυπτόταν από την περιορισμένη άδεια που του είχε χορηγηθεί. Τούτο ίσχυε κατά μείζονα λόγο καθόσον, με την ως άνω χορήγηση άδειας, υπενθυμίζονταν οι κανονιστικές υποχρεώσεις του, ιδίως δε η υποχρέωσή του να απέχει από την χωρίς άδεια κοινολόγηση των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του και ο σεβασμός των αρχών της πίστης και της αμεροληψίας.

148    Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο προσφεύγων ουδόλως μπορεί να δικαιολογήσει βασίμως τη δημοσίευση στο διαδίκτυο του συνόλου ή μέρους των εγγράφων τα οποία αφορούσε η υποβληθείσα στις 27 Μαρτίου 2013 αίτησή του παραπέμποντας στην αίτηση αυτήν και στην έκβασή της.

149    Ο προσφεύγων δεν μπορεί, επίσης, να επικαλεστεί βασίμως την κατόπιν χορήγησης άδειας γνωστοποίηση των εγγράφων αυτών σε πρόσωπα που διαθέτουν κατάλληλα προσόντα για την παροχή στον ίδιο προσωπικής βοήθειας όπως η περιγραφείσα στη σκέψη 147 ανωτέρω, προκειμένου να υποστηρίξει ότι τα εν λόγω έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν πριν από την κίνηση της παρούσας διαδικασίας και ότι η προσκόμισή τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής εξαιρείται, ως εκ τούτου, από την υποχρέωση μη γνωστοποίησης των εγγράφων και των δικογράφων που αποτελούν μέρος ένδικης διαδικασίας.

150    Τέλος, ο προσφεύγων δεν μπορεί να προβάλει λυσιτελώς ότι η δημοσίευση των επίμαχων εγγράφων αποτελεί πράξη της μητέρας του ή προσώπων σχετιζόμενων με αυτήν. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός περί δημοσίευσης των επίμαχων εγγράφων στον δικό του ιστότοπο μέσω τρίτων προσώπων, τουλάχιστον χωρίς τη συγκατάθεσή του, η διαβίβαση των εγγράφων αυτών στη μητέρα του συνιστούσε παραβίαση των όρων της άδειας που του είχε χορηγηθεί. Επιπλέον, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία μόνιμος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού διαβιβάζει νομίμως ένα εμπιστευτικό έγγραφο σε τρίτο πρόσωπο βάσει άδειας γνωστοποίησης, οφείλει να βεβαιώνεται ότι και το ίδιο το τρίτο πρόσωπο συμμορφώνεται με τους όρους της εν λόγω άδειας. Συνεπώς, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η δημοσίευση αυτή καθεαυτήν έγινε χωρίς τη συνδρομή του προσφεύγοντος, θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων, υπερβαίνοντας τα όρια της άδειας γνωστοποίησης που του είχε χορηγηθεί, προκάλεσε αντικειμενικά τον κίνδυνο πραγματοποίησης της δημοσίευσης και εμπλέκεται σε αυτήν (πρβλ. διάταξη της 16ης Μαρτίου 2016, One of Us κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑561/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:917, σκέψεις 58 και 59).

151    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η γνωστοποίηση εγγράφων της δικογραφίας από διάδικο σε τρίτα πρόσωπα όχι με σκοπό την υπεράσπισή του συνιστά καταστρατήγηση της διαδικασίας (βλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, T‑135/09, EU:T:2012:596, σκέψη 108 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν τα έγγραφα αυτά δημοσιεύονται, όπως εν προκειμένω.

152    Η ως άνω καταστρατήγηση της διαδικασίας πρέπει να ληφθεί υπόψη όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα κατέστησε αναγκαία τη διενέργεια ειδικής κοινοποίησης και την υποβολή συμπληρωματικών παρατηρήσεων (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 1998, Svenska Journalistförbundet κατά Συμβουλίου, T‑174/95, EU:T:1998:127, σκέψη 139).

153    Κατά συνέπεια, τα δικαστικά έξοδα που συνδέονται με την εν λόγω καταστρατήγηση της διαδικασίας βαρύνουν τον προσφεύγοντα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

154    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της ΕΥΕΔ, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν το παρεμπίπτον ζήτημα το οποίο εκτίθεται στις σκέψεις 138 έως 153 ανωτέρω.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.      

2)      Καταδικάζει τον Stephan Fleig στα δικαστικά έξοδα.

Pelikánová

Nihoul

Svenningsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Απριλίου 2019.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.