Language of document : ECLI:EU:C:2019:325

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

EVGENI TANCHEV

της 11ης Απριλίου 2019(1)

Υπόθεση C-619/18

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 258 ΣΛΕΕ – Άρθρο 7 ΣΕΕ – Κράτος δικαίου – Άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ – Αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχές της ανεξαρτησίας και της ισοβιότητας των δικαστών – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 47 και 51 – Εθνικά μέτρα περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εν ενεργεία δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Μη πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου – Εθνικά μέτρα με τα οποία παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου»






I.      Εισαγωγή

1.        Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, επειδή το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), για τους λόγους ότι, πρώτον, τα εθνικά μέτρα περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών οι οποίοι υπηρετούν στο Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) και οι οποίοι διορίστηκαν στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018 παραβιάζουν την αρχή της ισοβιότητας των δικαστών και ότι, δεύτερον, τα εθνικά μέτρα που παρέχουν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που συμπληρώνουν το μειωμένο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως παραβιάζουν την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας.

2.        Κατ’ ουσίαν, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί, για πρώτη φορά στο πλαίσιο ευθείας προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, επί της συμβατότητας ορισμένων μέτρων κράτους μέλους τα οποία αφορούν την οργάνωση του δικαστικού συστήματός του με τους κανόνες που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, όσον αφορά τη διασφάλιση του σεβασμού του κράτους δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης (2). Επίσης με την υπό κρίση υπόθεση εγείρονται σημαντικά ζητήματα που αφορούν το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ σε σχέση με το άρθρο 47 του Χάρτη καθώς και τη σχέση μεταξύ των διαδικασιών των άρθρων 258 ΣΛΕΕ και 7 ΣΕΕ.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

3.        Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.»

2.      Το πολωνικό δίκαιο

4.        Το άρθρο 30, παράγραφος 1, του Ustawa z dnia 23 listopada 2002 r. o Sądzie Najwyższym (νόμου της 23ης Νοεμβρίου 2002 περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Dz. U. αριθ. 240 του 2002, θέση 2052, όπως τροποποιήθηκε) (στο εξής: νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2002) καθόριζε το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα 70 έτη, εκτός αν, έξι μήνες το αργότερο πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των 70 ετών, ο δικαστής κατέθετε δήλωση στον πρώτο πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία του γνωστοποιούσε τη βούλησή του να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του, προσκομίζοντας ταυτόχρονα πιστοποιητικό περί της καταστάσεως της υγείας του. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 5, του ανωτέρω νόμου, ο εν λόγω δικαστής μπορούσε αυτοδικαίως να ασκήσει τα καθήκοντά του μέχρι την ηλικία των 72 ετών.

5.        Στις 20 Δεκεμβρίου 2017, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψε τον Ustawa z dnia 8 grudnia 2017 r. o Sądzie Najwyższym (νόμο της 8ης Δεκεμβρίου 2017 περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Dz. U. του 2018, θέση 5, όπως τροποποιήθηκε) (στο εξής: νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 3 Απριλίου 2018.

6.        Το άρθρο 37, παράγραφοι 1 έως 4, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ως εξής:

«1.      Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνταξιοδοτούνται με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών, εκτός εάν καταθέσουν, έξι μήνες το αργότερο και δώδεκα μήνες το νωρίτερο πριν από τη συμπλήρωση της εν λόγω ηλικίας, δήλωση με την οποία γνωστοποιούν τη βούλησή τους να συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους και πιστοποιητικό, σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν για τους υποψηφίους του δικαστικού σώματος, εκ του οποίου να προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας τους επιτρέπει να ασκούν τα δικαστικά καθήκοντα και εφόσον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δώσει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή τους στη θέση δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

1bis.      Πριν δώσει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή των ενδιαφερομένων σε θέση δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας ζητεί γνωμοδότηση από το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο. Το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο υποβάλλει τη γνωμοδότησή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας εντός 30 ημερών από την υποβολή της αιτήσεώς του για γνωμοδότηση. Εάν η γνωμοδότηση δεν κοινοποιηθεί εντός της αναφερομένης στη δεύτερη περίοδο προθεσμίας, θεωρείται ότι το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο γνωμοδότησε θετικά.

1ter.      Το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, για τη μνημονευόμενη στην παράγραφο 1bis γνωμοδότηση, λαμβάνει υπόψη τη σημασία [της παραμονής του δικαστή στην υπηρεσία] όσον αφορά την απονομή της δικαιοσύνης ή τα σημαντικά κοινωνικά συμφέροντα, ιδίως, δε την ορθολογική κατανομή των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή τις ανάγκες των διαφόρων τμημάτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου λόγω φόρτου εργασίας.

2.      Η δήλωση και το πιστοποιητικό που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 απευθύνονται στον πρώτο πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος τα διαβιβάζει πάραυτα, μαζί με τη γνώμη του, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο πρώτος πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τη δική του δήλωση και το πιστοποιητικό, μαζί με τη γνώμη της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

3.      Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να παρέχει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα καθήκοντά του εντός 3 μηνών από τη λήψη της μνημονευόμενης στο άρθρο 1bis γνωμοδοτήσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου ή εντός 3 μηνών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της εν λόγω γνωμοδοτήσεως. Σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια εντός της μνημονευομένης στην πρώτη περίοδο προθεσμίας, ο δικαστής θεωρείται ότι συνταξιοδοτήθηκε από την ημέρα που συμπλήρωσε την ηλικία των 65 ετών. Σε περίπτωση που δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμπληρώσει την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 ηλικία πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας παρατάσεως της θητείας του, αυτός εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την περάτωση της εν λόγω διαδικασίας.

4.      Η μνημονευόμενη στην παράγραφο 1 άδεια χορηγείται για θητεία τριετούς διάρκειας, άπαξ ανανεώσιμη. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 έχουν εφαρμογή κατ’ αναλογία. Δικαστής στον οποίο επετράπη να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του στο Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να συνταξιοδοτηθεί ανά πάσα στιγμή αφού συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του· υποβάλλει προς τούτο δήλωση στον πρώτο πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος τη διαβιβάζει πάραυτα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο πρώτος πρόεδρος υποβάλλει τη δήλωσή του απευθείας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας.»

7.        Το άρθρο 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ως εξής:

«1.      Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίοι, κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου, έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών ή θα συμπληρώσουν την ηλικία αυτή εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας αυτής, συνταξιοδοτούνται από την επομένη ημέρα της λήξεως προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου, εκτός εάν, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, καταθέσουν τη δήλωση και το πιστοποιητικό του άρθρου 37, παράγραφος 1, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δώσει τη συγκατάθεσή του για την παραμονή τους στη θέση δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφοι 2 έως 4, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

1bis.      Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίοι θα συμπληρώσουν την ηλικία των 65 ετών κατόπιν της εκπνοής προθεσμίας τριών μηνών και πριν εκπνεύσει προθεσμία δώδεκα μηνών από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου συνταξιοδοτούνται δώδεκα μήνες μετά την εν λόγω ημερομηνία, εκτός εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, καταθέσουν τη δήλωση και το πιστοποιητικό που διαλαμβάνονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, και εφόσον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δώσει τη συγκατάθεσή του ώστε να εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντα δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφοι 1bis έως 4, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.»

8.        Ο Ustawa z dnia 10 maja 2018 r. o zmianie ustawy – Prawo o ustroju sądów powszechnych, ustawy o Sądzie Najwyższym or az niektórych innych ustaw (νόμος της 10ης Μαΐου 2018 περί τροποποιήσεως του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ορισμένων άλλων νόμων, Dz. U. του 2018, θέση 1045) (στο εξής: νόμος περί τροποποιήσεως της 10ης Μαΐου 2018), εκτός από διατάξεις με τις οποίες τροποποιείται ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, περιέχει και ορισμένες αυτοτελείς διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία παρατάσεως της ενεργού υπηρεσίας των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των 65 ετών έως και τις 3 Ιουλίου 2018. Το άρθρο 5 του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας διαβιβάζει πάραυτα προς γνωμοδότηση στο Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο τις μνημονευόμενες στα άρθρα 37, παράγραφος 1, και 111, παράγραφος 1, του νόμου [περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου] δηλώσεις, τις οποίες δεν είχε εξετάσει κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του παρόντος νόμου. Το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία το είχε καλέσει να γνωμοδοτήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας δύναται να χορηγήσει άδεια σε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκειμένου αυτός να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του εντός προθεσμίας 60 ημερών από την ημερομηνία λήψεως της γνωμοδοτήσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου ή από την εκπνοή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να κοινοποιηθεί η γνωμοδότηση αυτή. Οι διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφοι 2 έως 4, του νόμου [περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου], όπως τροποποιήθηκε με τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.»

9.        Στις 17 Δεκεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψε τον Ustawa z dnia 21 listopada 2018 r. o. zmianie ustawy o Sądzie Najwyższym (νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2018 για την τροποποίηση του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Dz. U. του 2018, θέση 2507) (στο εξής: νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2018) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2019. Βάσει του άρθρου 1 του εν λόγω νόμου, τα άρθρα 37, παράγραφοι 1bis έως 4 και 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταργήθηκαν και, βάσει του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων εκείνων που διορίστηκαν στη θέση του πρώτου προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι είχαν συνταξιοδοτηθεί βάσει των εν λόγω διατάξεων του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου επανατοποθετήθηκαν σε θέσεις δικαστών, θεωρουμένου ότι τα καθήκοντά τους εξακολούθησαν να ασκούνται αδιαλείπτως.

III. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

10.      Η Επιτροπή, μολονότι κίνησε στις 20 Δεκεμβρίου 2017 (3) τον μηχανισμό του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, στις 2 Ιουλίου 2018, απηύθυνε στην Πολωνία προειδοποιητική επιστολή, σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τον σύμφωνο χαρακτήρα του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του νόμου περί τροποποιήσεως της 10ης Μαΐου 2018 (στο εξής, από κοινού: επίμαχα μέτρα) με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και με το άρθρο 47 του Χάρτη, καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός μηνός.

11.      Με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 2018, η Πολωνία απάντησε στην ως άνω προειδοποιητική επιστολή. Αμφισβήτησε τις αιτιάσεις της Επιτροπής και ζήτησε την περάτωση της διαδικασίας.

12.      Στις 14 Αυγούστου 2018, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην Πολωνία, υποστηρίζοντας ότι το εν λόγω κράτος μέλος είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη. Η Επιτροπή κάλεσε την Πολωνία να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης εντός μηνός από την παραλαβή της.

13.      Στις 14 Σεπτεμβρίου 2018, η Πολωνία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη εμμένοντας στη θέση ότι η προβαλλόμενη αιτίαση περί παραβάσεως ήταν αβάσιμη και ζητώντας την περάτωση της διαδικασίας.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 2 Οκτωβρίου 2018, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να διαπιστώσει ότι, μειώνοντας το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας το όριο αυτό στους δικαστές που διορίστηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο πριν τις 3 Απριλίου 2018, καθώς και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τη θητεία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη·

–        να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.

15.      Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 17 Δεκεμβρίου 2018, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την υπό κρίση προσφυγή στο σύνολό της ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

16.      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 2018, η Επιτροπή υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων βάσει των άρθρων 279 ΣΛΕΕ και 160, παράγραφοι 2 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ζητώντας από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Πολωνία: πρώτον, να αναστείλει την εφαρμογή των άρθρων 37, παράγραφοι 1 και 4 και του άρθρου 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του άρθρου 5 του νόμου περί τροποποιήσεως της 10ης Μαΐου 2018, καθώς και παντός άλλου μέτρου λαμβανομένου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών· δεύτερον, να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου τους οποίους αφορούν οι εν λόγω διατάξεις θα εξακολουθήσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους στη θέση που κατείχαν μέχρι τις 3 Απριλίου 2018, απολαύοντας ταυτόχρονα του ιδίου καθεστώτος και των ιδίων δικαιωμάτων και συνθηκών απασχολήσεως που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία αυτή· τρίτον, να απέχει από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα έχει ως σκοπό τον διορισμό δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή νέου πρώτου προέδρου στο εν λόγω δικαστήριο, σε αντικατάσταση εκείνων τους οποίους αφορούν οι επίμαχες διατάξεις· και τέταρτον, να γνωστοποιεί στην Επιτροπή σε μηνιαία βάση τα μέτρα που θα λαμβάνονται προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την εν λόγω διάταξη.

17.      Η Επιτροπή ζήτησε επίσης, βάσει του άρθρου 160, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τη λήψη των ανωτέρω προσωρινών μέτρων πριν ακόμη η Πολωνία υποβάλει τις παρατηρήσεις της, λόγω του άμεσου κινδύνου επελεύσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας ως προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

18.      Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2018, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε το εν λόγω αίτημα μέχρι την έκδοση της διατάξεως που θα περάτωνε τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (4).

19.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 22 Οκτωβρίου 2018, η Ουγγαρία ζήτησε να παρέμβει στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων προς στήριξη των αιτημάτων της Πολωνίας. Με απόφαση της 30ης Οκτωβρίου 2018 το αίτημα για παρέμβαση κατά το στάδιο της προφορικής διαδικασίας έγινε δεκτό.

20.      Στις 23 Οκτωβρίου 2018, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 161, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέπεμψε την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων στο Δικαστήριο το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της, την ανέθεσε στο τμήμα μείζονος συνθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 60, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

21.      Με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2018, το Δικαστήριο δέχθηκε καθ’ όλα την αίτηση προσωρινών μέτρων που υπέβαλε η Επιτροπή έως την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της υπό κρίση υποθέσεως (5).

22.      Επιπλέον, στις 2 Οκτωβρίου 2018, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της υπό κρίση υποθέσεως με ταχεία διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 133 του Κανονισμού Διαδικασίας. Με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε το αίτημα αυτό (6).

23.      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 24 Οκτωβρίου 2018, η Ουγγαρία ζήτησε να παρέμβει υπέρ της Πολωνίας. Στις 19 Δεκεμβρίου 2018, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, βάσει του άρθρου 134 του Κανονισμού Διαδικασίας, να μην επιτρέψει την υποβολή υπομνημάτων απαντήσεως, ανταπαντήσεως και υπομνήματος παρεμβάσεως. Με απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2019 το αίτημα για παρέμβαση κατά το στάδιο της προφορικής διαδικασίας έγινε δεκτό.

24.      Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η Επιτροπή, η Πολωνία και η Ουγγαρία ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους.

V.      Τα επιχειρήματα των διαδίκων

1.      Η Επιτροπή

25.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή τόνισε ότι, μολονότι οι προσβαλλόμενες στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας διατάξεις του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου τροποποιήθηκαν με τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2018, δεν είναι βέβαιο αν με τον εν λόγω νόμο αίρονται πλήρως οι προβαλλόμενες παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης και ότι, εν πάση περιπτώσει, εξακολουθεί να υφίσταται συμφέρον για την έκδοση αποφάσεως επί της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένης της σημασίας που έχει η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην έννομη τάξη της Ένωσης.

26.      Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (7), τα επίμαχα μέτρα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, καθώς και ότι το άρθρο 47 του Χάρτη είναι κρίσιμο εν προκειμένω, καθόσον με το εν λόγω άρθρο εισάγονται οι απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Τούτο σημαίνει ότι δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, καθόσον η Επιτροπή, με την κίνηση της παρούσας διαδικασίας, ουδόλως διευρύνει την αρμοδιότητα της Ένωσης, ενδεχόμενο το οποίο αποκλείεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.

27.      Με την πρώτη της αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 37, παράγραφος 1, και 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διορίσθηκαν στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018, παραβιάζουν την αρχή της ισοβιότητας των δικαστών, η οποία συνιστά ουσιώδη πτυχή της δικαστικής ανεξαρτησίας. Μολονότι η αρχή αυτή δεν αποκλείει την ύπαρξη καθεστώτων όπου το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ενός δικαστή δεν είναι το ίδιο με εκείνο το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο διορισμού του εν λόγω δικαστή, προκειμένου να επιτευχθεί η συμμόρφωση προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, επιβάλλεται επιπλέον να θεσπιστούν και κατάλληλα μέτρα προστασίας, όπως μεταβατικά μέτρα ή σταδιακή εφαρμογή, ώστε να μη γίνεται χρήση των εν λόγω καθεστώτων προκειμένου να μεταβάλλεται η σύνθεση των δικαστηρίων.

28.      Η Επιτροπή διατείνεται ότι τα επίμαχα μέτρα αφορούν αριθμό μεγαλύτερο του ενός τρίτου, ήτοι 27 από τους 72, των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και η πρώτη πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εξαετής θητεία της οποίας, την οποία εγγυάται το άρθρο 183, παράγραφος 3, του πολωνικού Συντάγματος, θα έπρεπε να λήξει στις 30 Απριλίου 2020, η δε άσκηση των καθηκόντων της ως δικαστή θα έπρεπε να παύσει στις 22 Νοεμβρίου 2022. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ελλείψει μεταβατικών μέτρων, τα επίμαχα μέτρα επιφέρουν εκ βάθρων και άμεση μεταβολή στη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τούτο συνιστά παραβίαση της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών, καθόσον η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως εφαρμόζεται στους εν ενεργεία δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχει σοβαρό αντίκτυπο επί της ανεξαρτησίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συγκροτείται από δικαστές οι οποίοι γενικώς διαθέτουν μεγαλύτερη επαγγελματική πείρα, και ως εκ τούτου είναι πιο προχωρημένης ηλικίας.

29.      Περαιτέρω, η Επιτροπή προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ο σκοπός της εξισώσεως του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δεν δικαιολογεί παραβίαση της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών. Η Επιτροπή φρονεί ότι μολονότι κάποιοι εκ των δικαστών τους οποίους αφορούν τα προσβαλλόμενα μέτρα είχαν διορισθεί όταν το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είχε καθορισθεί στα 65 έτη, η θητεία τους παρατάθηκε μέχρι να συμπληρώσουν την ηλικία των 70 ετών το 2002, και ότι το εν λόγω νέο ηλικιακό όριο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του αν έχει μειωθεί ή όχι η διάρκεια της θητείας του δικαστή.

30.      Με τη δεύτερή της αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 37, παράγραφοι 1 έως 4, και 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ο νόμος περί τροποποιήσεως της 10ης Μαΐου 2018, που απονέμουν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την εξουσία να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραβιάζουν την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, διότι η απόφασή του δεν βασίζεται σε κανένα δεσμευτικό κριτήριο, ούτε και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, και ότι, ως εκ τούτου, του παρέχουν υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια, η οποία του δίδει τη δυνατότητα να ασκεί επιρροή επί των δικαστών που υπηρετούν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι ο Πρόεδρος δύναται να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου δύο φορές, για χρονικό διάστημα 3 ετών καθεμία, η απαίτηση να λάβει δικαστής την έγκριση για να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντά του μετά τη λήξη της πρώτης τριετίας αντιβαίνει επίσης στην αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η Επιτροπή τονίζει ότι η εν λόγω αιτίαση αφορά και τους δικαστές που διορίσθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά τις 3 Απριλίου 2018.

31.      Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το καθήκον του Προέδρου να ζητεί την έκδοση γνωμοδοτήσεως από το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο (στο εξής: ΕΔΣ) δεν αναιρεί την υπέρμετρη διακριτική του ευχέρεια, καθόσον η εν λόγω γνωμοδότηση στηρίζεται σε ιδιαιτέρως γενικά κριτήρια και δεν είναι δεσμευτική για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Επιπλέον, η Επιτροπή φρονεί ότι με την αναμόρφωση του ΕΔΣ, βάσει της οποίας αυτό συγκροτείται από δικαστές που στην πλειονότητά τους επιλέγονται από το Κοινοβούλιο, αντί από ομολόγους τους, κατά παράβαση των κανόνων που εφαρμόζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο (8), το εν λόγω σώμα δεν διασφαλίζει την ανεξαρτησία των δικαστών. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, όσον αφορά τους δικαστές που συμπλήρωσαν το 65ο έτος της ηλικίας τους μέχρι τις 3 Ιουλίου 2018, με τα επίμαχα μέτρα δεν προσδιορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να λάβει υπόψη του το ΕΔΣ κατά την έκδοση της γνωμοδοτήσεώς του, ενώ όσον αφορά τους δικαστές που συμπλήρωσαν το 65ο έτος της ηλικίας τους μετά τις 3 Ιουλίου 2018, δεν προβλέπεται προθεσμία εντός της οποίας ο Πρόεδρος πρέπει να ζητήσει την έκδοση της εν λόγω γνωμοδοτήσεως.

32.      Περαιτέρω, η Επιτροπή διατείνεται ότι τα νομικά καθεστώτα που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη δεν είναι παρεμφερή με την περίπτωση της Πολωνίας και ότι οι πολωνικοί κανόνες σχετικά με το απόρρητο των διασκέψεων και τη σύνθεση των τμημάτων παραβλέπουν το γεγονός ότι η ανεξαρτησία των δικαστών αφορά την οργάνωση του δικαστικού σώματος, καθώς και το ζήτημα αν αυτό φαίνεται να είναι ανεξάρτητο.

2.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας

33.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να ανακληθεί επειδή οι προσβαλλόμενες διατάξεις έχουν στο σύνολό τους καταργηθεί, τα δε αποτελέσματά τους έχουν αρθεί, από τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2018.

34.      Η Πολωνία, υποστηριζόμενη από την Ουγγαρία, προβάλλει επίσης ότι τα επίμαχα μέτρα δεν εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ ή του άρθρου 47 του Χάρτη. Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει συναφώς ότι οι αιτιάσεις πρέπει να εξεταστούν χωριστά, καθώς οι εν λόγω διατάξεις έχουν διαφορετικά πεδία εφαρμογής.

35.      Ειδικότερα, η Πολωνία υποστηρίζει, από κοινού με την Ουγγαρία, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, δεν αμφισβητείται ότι η Πολωνία διασφαλίζει στους πολίτες αποτελεσματικό σύστημα δικαστικής προστασίας και ότι οι Πολωνοί δικαστές απολαύουν καθεστώτος εγγυήσεων ανεξαρτησίας, καθώς και ότι η εκτίμηση περί της αποτελεσματικότητας των εν λόγω εγγυήσεων δεν μπορεί να διενεργείται αποκλειστικά βάσει μιας συγκεκριμένης διατάξεως η οποία αφορά τη συνταξιοδότηση των δικαστικών λειτουργών, ανεξάρτητα από το συνολικό νομικό σύστημα στο οποίο αυτή εντάσσεται. Τα ανωτέρω κράτη μέλη επισημαίνουν επίσης ότι η απόφαση ASJP (9) αφορά διαφορετικό ζήτημα, ήτοι εθνικά μέτρα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, και ότι δεν τεκμηριώνει την άποψη ότι η Ένωση απέκτησε αρμοδιότητα στον τομέα της οργανώσεως της δικαιοσύνης.

36.      Όσον αφορά το άρθρο 47 του Χάρτη, η Πολωνία και η Ουγγαρία υποστηρίζουν ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα δεν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, αυτού, ενώ δεν υφίσταται προσβολή ατομικών δικαιωμάτων των ιδιωτών. Η Πολωνία τονίζει ότι τα άρθρα 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ και 51, παράγραφος 2 του Χάρτη αποκλείουν ερμηνεία του Χάρτη η οποία θα επέτρεπε στην Ένωση να δρα πέραν των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί, όπως υπογραμμίζεται από το πρωτόκολλο αριθ. 30 σχετικά με την εφαρμογή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πολωνία και στο Ηνωμένο Βασίλειο (10), βάσει του οποίου αποκλείεται η διεύρυνση των εξουσιών του Δικαστηρίου.

37.      Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Πολωνία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τη σχέση μεταξύ της μεταβολής του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της προβαλλόμενης παραβιάσεως της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών. Το εν λόγω κράτος μέλος φρονεί ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα αποτελούν αντίδραση σε αποφάσεις που εξέδωσαν ορισμένοι δικαστές του εν λόγω δικαστηρίου και, επιπλέον, ότι η συνταξιοδότηση ενός δικαστή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυση, εφόσον η σχέση εργασίας του δικαστή παραμένει ενεργή και αυτός εξακολουθεί να λαμβάνει αποδοχές. Το εν λόγω κράτος μέλος παραπέμπει στις εγγυήσεις ανεξαρτησίας των δικαστών που κατοχυρώνονται στο πολωνικό Σύνταγμα, συμπεριλαμβανομένης της ισοβιότητας των δικαστών, από το οποίο προκύπτει ότι, όταν δικαστής συμπληρώνει την απαιτούμενη ηλικία, αποχωρεί από την υπηρεσία (11).

38.      Η Πολωνία υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν απαιτείται από το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ να προβλέπεται μεταβατική περίοδος όσον αφορά τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών ως εγγύηση της ανεξαρτησίας τους. Υποστηρίζει επίσης ότι από τους 27 εκ των 72 δικαστών τους οποίους αφορούν τα προσβαλλόμενα μέτρα, οι 17 είχαν διορισθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο όταν το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είχε καθορισθεί στα 65 έτη, καθώς και ότι, στους τρεις εκ των δέκα δικαστών που διορίσθηκαν όταν το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ήταν τα 70 έτη επετράπη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να παραμείνουν στη θέση τους, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το χαμηλότερο όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως σε σύγκριση με εκείνο που ίσχυε κατά τον χρόνο διορισμού τους στο Ανώτατο Δικαστήριο αφορούσε μόνον επτά δικαστές.

39.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Πολωνία, υποστηριζόμενη από την Ουγγαρία, τόνισε ότι ο σκοπός των επίμαχων μέτρων είναι η εξίσωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (12). Επιπλέον, η Ουγγαρία θεωρεί ότι τα επίμαχα μέτρα αποτελούν μέρος μιας γενικότερης δέσμης νομοθετημάτων η οποία δεν έχει ως στόχο συγκεκριμένη ομάδα δικαστών και ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει τη δυνατότητα του εθνικού νομοθέτη όσον αφορά την προσαρμογή των οικείων κανόνων για τον σκοπό της αντιμετωπίσεως των οικονομικών και κοινωνικών μεταβολών.

40.      Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η Πολωνία υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της Επιτροπής περί ενδεχόμενου κινδύνου ασκήσεως πιέσεων σε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την παράταση της θητείας του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου απολαύουν εγγυήσεων ανεξαρτησίας προκειμένου να εκδίδουν τις αποφάσεις τους χωρίς να υφίστανται πιέσεις και επισημαίνει τους κανόνες που ισχύουν στην Πολωνία περί μυστικότητας των διασκέψεων και συνθέσεως των τμημάτων. Το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι ο Πρόεδρος ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που του απονέμονται από το Σύνταγμα σχετικά με τον διορισμό δικαστικών λειτουργών ως θεματοφύλακας του Πολωνικού Συντάγματος (13) και ότι, ως εκ τούτου, προβαίνει στη δική του εκτίμηση βάσει των αξιών που απορρέουν από αυτό, χωρίς να δεσμεύεται από τη γνώμη του πρώτου προέδρου (ή της ολομέλειας) του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τη γνωμοδότηση του ΕΔΣ. Κατά την Πολωνία, η έλλειψη δικαστικού ελέγχου της αποφάσεως του Προέδρου εξηγείται από το ότι η σχέση εργασίας των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπάγεται στο πολωνικό δημόσιο δίκαιο, ενώ ο εν λόγω δικαστικός έλεγχος θα αντέβαινε στο πολωνικό συνταγματικό δίκαιο.

41.      Περαιτέρω, η Πολωνία υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την έκδοση της γνωμοδοτήσεώς του, το ΕΔΣ δεσμεύεται από τα κριτήρια που τίθενται στα επίμαχα μέτρα και τα οποία αφορούν και τους δικαστές που συμπλήρωσαν το 65ο έτος της ηλικίας τους μέχρι τις 3 Ιουλίου 2018, μολονότι δε, όσον αφορά τους δικαστές που συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους μετά τις 3 Ιουλίου 2018, τα εν λόγω μέτρα δεν προβλέπουν προθεσμία εντός της οποίας ο Πρόεδρος πρέπει να ζητήσει την έκδοση της ανωτέρω γνωμοδοτήσεως, στην πράξη θα τη ζητήσει αμέσως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το εν λόγω κράτος μέλος υπογράμμισε ότι η αναμόρφωση του ΕΔΣ δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθώς και ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή ότι η δικαστική ανεξαρτησία επιτάσσει να λαμβάνονται οι αποφάσεις αυτού του είδους από δικαστές, μέσω των οργάνων που εκλέγουν οι ίδιοι, βασίζεται σε πρότυπα που δεν γίνονται εν γένει δεκτά στην Ένωση και ότι δεν συνάδει με τα καθεστώτα που ισχύουν σε διάφορα κράτη μέλη, καθώς και στο Δικαστήριο της Ένωσης, με συνέπεια να δημιουργεί δύο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά τη δικαστική ανεξαρτησία.

VI.    Ανάλυση

42.      Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επιβάλλεται η χωριστή εκτίμηση του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες καθόσον στηρίζονται στο άρθρο 47 του Χάρτη, ενώ, καθόσον η Επιτροπή δεν προέβαλε επιχειρήματα από τα οποία να προκύπτει ότι τα επίμαχα μέτρα συνδέονται με την εκ μέρους της Πολωνίας εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, όπως απαιτείται από το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, καταλήγω επίσης στο συμπέρασμα ότι οι αιτιάσεις είναι βάσιμες κατά το μέρος που βασίζονται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν αποκλείεται από την κίνηση του μηχανισμού του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ.

43.      Η ανάλυσή μου αποτελείται από τέσσερα κύρια μέρη, τα οποία αφορούν: πρώτον, το παραδεκτό της προσφυγής όσον αφορά τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2018 (A)· δεύτερον, τη σχέση μεταξύ των άρθρων 258 ΣΛΕΕ και 7 ΣΕΕ (B)· τρίτον, το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής των άρθρων 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και 47 του Χάρτη και την εκ μέρους της Επιτροπής επίκληση του «συνδυασμού των εν λόγω διατάξεων» (Γ), και, τέταρτον, την ουσία της προσφυγής (Δ).

1.      Επί του παραδεκτού της προσφυγής σε σχέση με τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2018

44.      Το Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι η ύπαρξη παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση που επικρατεί στο εν λόγω κράτος μέλος κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (14). Προσφυγή με την οποία ζητείται η διαπίστωση παραβάσεως η οποία, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, δεν υφίστατο πλέον είναι απαράδεκτη ως στερούμενη αντικειμένου (15).

45.      Κατά πάγια επίσης νομολογία, εξακολουθεί να υφίσταται συμφέρον της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ ακόμη και όταν η προσαπτόμενη παράβαση έχει εξαφανιστεί μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (16). Η εν λόγω προσφυγή διατηρεί το αντικείμενό της το οποίο ενδέχεται να συνίσταται, ιδίως, στη θεμελίωση της ευθύνης του οικείου κράτους μέλους έναντι των προσώπων που αποκτούν δικαιώματα εξαιτίας της παραβάσεώς του (17).

46.      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή κάλεσε την Πολωνία να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός μηνός από την παραλαβή της (βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων), η οποία παρελήφθη στις 14 Αυγούστου 2018, όπως αναγράφεται στην ταχυδρομική σφραγίδα παραλαβής. Επομένως, το ζήτημα αν επήλθε ή όχι συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε στην Πολωνία στις 14 Σεπτεμβρίου 2018. Επειδή ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2018 τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2019, ήτοι, μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ο νόμος αυτός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και δεν καθιστά την υπό κρίση προσφυγή άνευ αντικειμένου.

47.      Κατά συνέπεια, ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2018 δεν αναιρεί την αναγκαιότητα εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υπό κρίση υποθέσεως, υφίσταται δε, πράγματι, επιτακτικό συμφέρον της Ένωσης, των λοιπών κρατών μελών καθώς και των ιδιωτών για την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου. Κατ’ ουσίαν, η απόφαση αυτή θα αναπτύσσει περαιτέρω την έννοια της τηρήσεως της αρχής του κράτους δικαίου στο νομικό σύστημα της Ένωσης και θα παρέχει ερμηνευτικές κατευθύνσεις ως προς τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την προστασία της εν λόγω αρχής. Επομένως, το ζήτημα αν με τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2018 αίρονται σε ικανοποιητικό βαθμό οι προβαλλόμενες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη (18).

2.      Τα άρθρα 258 ΣΛΕΕ και 7 ΣΕΕ

48.      Κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δύναται να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως αν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί «υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών». Η αναφορά της εν λόγω διατάξεως στις «Συνθήκες», σε σύγκριση με το πρώην άρθρο 226 ΣΕΚ στο οποίο γινόταν αναφορά στην «παρούσα Συνθήκη», σημαίνει ότι η Επιτροπή δύναται να ασκήσει την εν λόγω προσφυγή για προβαλλόμενες παραβάσεις υποχρεώσεων εκ της ΣΕΕ καθώς και εκ της ΣΛΕΕ (19), με την επιφύλαξη της ειδικής εξαιρέσεως του τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, που προβλέπεται στα άρθρα 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και 275 ΣΛΕΕ (20). Τέτοια προσφυγή χωρεί επίσης στην περίπτωση προβαλλομένων παραβιάσεων του Χάρτη οποίος αποτελεί δεσμευτικό πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης (21), εφόσον τα κράτη μέλη υποπίπτουν σε παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (22).

49.      Ωστόσο, μπορεί η Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ όταν ο μηχανισμός του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ έχει ήδη ενεργοποιηθεί, όπως συμβαίνει εν προκειμένω; Πράγματι στο πλαίσιο της νομικής θεωρίας αμφισβητείται αν το άρθρο 7 ΣΕΕ λειτουργεί ως «lex specialis όσον αφορά τον έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων επί (μη) τηρήσεως των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει ως εκ τούτου προτεραιότητα έναντι της εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, ενδεχομένως δε και να την αποκλείει» (23). Στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, μολονότι η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της στις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη, οι ίδιες νομοθετικές αλλαγές, όσον αφορά τον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως τροποποιήθηκε, βασίζονται επίσης στην αιτιολογημένη πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστωση της ύπαρξης σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης του κράτους δικαίου από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, με την οποία ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά ο μηχανισμός του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ (24).

50.      Η διαπίστωση ότι τα άρθρα 7 ΣΕΕ και 258 ΣΛΕΕ αποτελούν χωριστές διαδικασίες και ότι είναι δυνατή η ταυτόχρονη επίκλησή τους στηρίζεται σε πειστικούς λόγους. Ιδίως, το γράμμα καθεμίας εκ των δύο διατάξεων δεν αποκλείει την άλλη, ενώ, όπως αναφέρθηκε (βλ. σημείο 48 των παρουσών προτάσεων), η αναφορά, στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ, σε «υποχρέωσή […] εκ των Συνθηκών» καλύπτει κατ’ αρχήν όλους τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης πλην εκείνων της ΚΕΠΠΑ. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από τις διαφορές ως προς το καθεστώς που διέπει τις διαδικασίες οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 7 ΣΕΕ και 258 ΣΛΕΕ και ως προς τον σκοπό ο οποίος επιδιώκεται με τις διαδικασίες αυτές. Το άρθρο 7 ΣΕΕ αποτελεί κατά βάση μια «πολιτική» προσέγγιση για την καταπολέμηση «σοβαρής και διαρκούς παραβιάσεως» από κράτος μέλος των αξιών που μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, η οποία απαιτεί, κατ’ ελάχιστο όριο, ενισχυμένη πλειοψηφία, και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων συμμετοχής (25). Το άρθρο 258 ΣΛΕΕ συνιστά μια ευθεία «νομική» οδό προς το Δικαστήριο για τη διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη, με σκοπό τη διαπίστωση της παραβάσεως και μπορεί επίσης να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή χρηματικών κυρώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, προκειμένου να παροτρύνει το κράτος μέλος να παύσει τη συνιστώσα παράβαση συμπεριφορά (26). Οι ανωτέρω διαφορές αντανακλούν τον αυτοτελή, και ακόμη και μεταξύ τους συμπληρωματικό, χαρακτήρα των εν λόγω διαδικασιών καθώς και το ότι αυτές μπορούν να τύχουν εφαρμογής εκ παραλλήλου (27). Επιπλέον, το γεγονός ότι το άρθρο 269 ΣΛΕΕ, όσον αφορά την προσβολή της νομιμότητας πράξεως εκδοθείσας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή από το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 7 ΣΕΕ, περιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στην τήρηση των «διαδικαστικών επιταγών» του άρθρου 7 ΣΕΕ δεν μειώνει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί επί τη βάσει της δικαιοδοσίας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 258 ΣΛΕΕ (28).

51.      Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι έχει ήδη κινηθεί ο μηχανισμός του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ δεν αποκλείει την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.

3.      Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη

1.      Χωριστή εκτίμηση

52.      Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή για τον λόγο ότι η Πολωνία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ «σε συνδυασμό με εκείνες» του άρθρου 47 του Χάρτη. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι η προσφυγή της βασίζεται επί αμφοτέρων των εν λόγω διατάξεων.

53.      Τίθεται, επομένως, το ζήτημα αν πρέπει να διενεργηθεί χωριστή εκτίμηση του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, όπως υποστηρίζει η Πολωνία, ή αν, όπως διατείνεται η Επιτροπή, είναι αναγκαίο, για την εξέταση της προβαλλόμενης παραβάσεως του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, να αποδειχθεί ότι με τα επίμαχα μέτρα τίθεται σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, προκειμένου οι απαιτήσεις του άρθρου 47 του Χάρτη να μπορούν να «ενταχθούν» στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

54.      Συντάσσομαι με την άποψη της Πολωνίας ότι επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί χωριστή εκτίμηση του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και του άρθρου 47 του Χάρτη. Τούτο επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία αναφέρεται στη σχέση μεταξύ των δύο διατάξεων στο πλαίσιο της διασφαλίσεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και ταυτόχρονα διαλαμβάνει ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 47 του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1 αυτού (29).

55.      Η υπόθεση ASJP ενισχύει περαιτέρω την ανωτέρω ανάλυση. Μολονότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην εν λόγω υπόθεση αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, εντούτοις το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του στην πρώτη από τις δύο διατάξεις (30). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι «όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ότι η διάταξη αυτή αφορά “τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης”, ανεξαρτήτως της περιπτώσεως στην οποία τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη» (31). Το Δικαστήριο αναγνώρισε τη σχέση μεταξύ των άρθρων 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και 47 του Χάρτη και, κατ’ επέκταση, των άρθρων 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) επί των οποίων βασίζεται το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου) (32) στο πλαίσιο της ερμηνείας της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθώς και ότι οι απαιτήσεις περί δικαστικής ανεξαρτησίας του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ αντιστοιχούν σε εκείνες του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε «ανεξάρτητο» δικαστήριο ως μία από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Εντούτοις, το Δικαστήριο μνημόνευσε το άρθρο 47 του Χάρτη και τη συναφή νομολογία απλώς και μόνον για να επιβεβαιώσει τις διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ (33).

56.      Ως εκ τούτου, από την απόφαση ASJP δεν μπορεί να συναχθεί συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω δύο διατάξεων χωρίς να έχει προηγηθεί εκτίμηση βάσει του άρθρου 51, άρθρο 1, του Χάρτη. Αντιθέτως, από την εν λόγω απόφαση μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν διαφορετικά καθ’ ύλην πεδία εφαρμογής.

57.      Το αντίθετο συμπέρασμα θα έθιγε την αποτελεσματικότητα του ισχύοντος συστήματος ελέγχου της συμβατότητας των εθνικών μέτρων με τον Χάρτη και θα άνοιγε τον δρόμο για τη χρησιμοποίηση διατάξεων της Συνθήκης όπως το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ως «τέχνασμα» για την καταστρατήγηση των ορίων του πεδίου εφαρμογής του Χάρτη που προβλέπονται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού.

58.      Η απόφαση ASJP του Δικαστηρίου δεν πρέπει να θεωρείται ως αποδυνάμωση του Χάρτη ή, κατά συνέπεια, του άρθρου του 47. Αντιθέτως, φαίνεται να αποτελεί μια εύστοχη και συνεκτική λύση η οποία σέβεται τα όρια εφαρμογής του Χάρτη έναντι των κρατών μελών, ενώ ταυτόχρονα προάγει το σύστημα έννομης προστασίας της Ένωσης και προστατεύει τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ (34). Κατά την απόφαση εκείνη, το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ συνιστά αυτοτελές πρότυπο για τη διασφάλιση του ότι τα εθνικά μέτρα πληρούν τις προϋποθέσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής ανεξαρτησίας, η οποία συμπληρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη (καθώς και άλλες διατάξεις του Χάρτη, κατά περίπτωση) (35).

59.      Όπως τονίζεται από μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως οι αποφάσεις Achmea (36) και Minister for Justice and Equality (37), τα εθνικά δικαστήρια και το Δικαστήριο έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, όσον αφορά την πλήρη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη καθώς και τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών που απορρέουν από το δίκαιο αυτό. Ως εκ τούτου, εθνικά μέτρα τα οποία δεν επιτρέπουν στα εθνικά δικαστήρια να ασκούν τα καθήκοντα που έχουν ως δικαστήρια της Ένωσης, όπως είναι τα μέτρα βάσει των οποίων τα δικαστήρια στερούνται της δικαιοδοσίας τους επί διαφορών που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης (Achmea) ή θίγουν την ανεξαρτησία τους (Minister of Justice and Equality), παρεμποδίζουν το Δικαστήριο να ασκήσει τα καθήκοντά του, βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ήτοι την εξασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών (38). Πράγματι, τα εν λόγω μέτρα θέτουν σε κίνδυνο τη δομή και τη λειτουργία της έννομης τάξεως της Ένωσης. Το Δικαστήριο, εκθέτοντας το εύρος των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, στην απόφαση ASJP, ενεργεί εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται από τις Συνθήκες όσον αφορά την εγγύηση της προστασίας των θεμελίων της έννομης τάξεως της Ένωσης. 

60.      Για τους ανωτέρω λόγους, οσάκις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η Επιτροπή στηρίζεται στον συνδυασμό του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ με το άρθρο 47 του Χάρτη απαιτείται να αποδεικνύεται ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων αυτοτελώς.

2.      Η εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ στην παρούσα διαδικασία

61.      Στην απόφαση ASJP (39), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, καθώς και ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει την υποχρέωση σε κάθε κράτος να διασφαλίζει ότι τα όργανα που εντάσσονται «ως δικαστήρια», κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης πληρούν τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής ανεξαρτησίας. Στο μέτρο που ένα δικαστήριο δύναται να αποφαίνεται επί ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή ή την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να διασφαλίζει ότι το εν λόγω δικαστήριο πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις.

62.      Το γεγονός ότι τα επίμαχα στην υπόθεση ASJP μέτρα συνδέονταν με πρόγραμμα χρηματοοικονομικής συνδρομής της Ένωσης δεν περιλαμβάνεται στην ανάλυση του Δικαστηρίου περί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά λόγο διακρίσεως της υποθέσεως αυτής από την υπό κρίση υπόθεση.

63.      Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι το πολωνικό Ανώτατο Δικαστήριο, ως δικαστήριο κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, δύναται να αποφαίνεται επί ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή ή την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης (40). Κατά συνέπεια, τα επίμαχα μέτρα τα οποία προβάλλεται ότι θίγουν την ανεξαρτησία του εν λόγω δικαστηρίου εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (41). Κατά συνέπεια, επειδή η υπό κρίση προσφυγή αφορά προβαλλόμενη παραβίαση του κράτους δικαίου, το οποίο αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Ένωσης και αποτυπώνεται στο άρθρο 19 ΣΕΕ, η Επιτροπή δύναται να κινήσει την παρούσα διαδικασία κατά κράτους μέλους, δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, ακόμη και όταν το εν λόγω κράτος μέλος δεν εφαρμόζει δίκαιο της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη.

64.      Τέλος, η ερμηνεία που προτείνω εν προκειμένω όσον αφορά το άρθρο 19 ΣΕΕ συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του πρωτοκόλλου αριθ. 30 (42). Η διεύρυνση των εξουσιών της Επιτροπής όσον αφορά την άσκηση προσφυγής κατά κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως της ΣΕΕ επήλθε, όπως και η προσθήκη του πρωτοκόλλου (αριθ. 30) κατά τη διαμόρφωση των Συνθηκών με την αναθεώρηση της Λισσαβώνας. Επομένως, το πράσινο φως για την άσκηση ευθειών προσφυγών κατά κρατών μελών από την Επιτροπή λόγω παραβάσεως διατάξεων της ΣΕΕ, όπως το άρθρο 19 ΣΕΕ, ουδόλως διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ένωσης καθ’ υπέρβαση των όσων συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεωρήσεως της Λισσαβώνας (43).

3.      Η μη εφαρμογή του άρθρου 47 του Χάρτη στην παρούσα διαδικασία

65.      Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, στο δικόγραφό της η Επιτροπή δεν προέβαλε επιχειρήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 47 του Χάρτη και του τρόπου με τον οποίο τα προσβαλλόμενα μέτρα εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης υπό την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (44), υποστήριξε δε ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση διαδικασία.

66.      Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την προβαλλόμενη παράβαση προσκομίζοντας στο Δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως αυτής (45). Ειδικότερα, η Επιτροπή οφείλει, στα δικόγραφα που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, να παραθέτει συγκεκριμένες αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, καθώς και, κατά τρόπο τουλάχιστον συνοπτικό, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζει τις αιτιάσεις αυτές. Όσον αφορά τα εν λόγω νομικά στοιχεία, δεν αρκεί η Επιτροπή, προς υποστήριξη του ότι το καθού κράτος μέλος δεν τήρησε διάταξη του δικαίου της Ένωσης, να παραθέτει την εν λόγω διάταξη μόνο στο τμήμα της αιτιολογημένης γνώμης ή της προσφυγής το οποίο αφορά το νομικό πλαίσιο και το οποίο είναι καθαρώς περιγραφικό και στερείται παντελώς αποδεικτικού χαρακτήρα (46).

67.      Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε νομικά στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 47 του Χάρτη στην περίπτωση των επίμαχων μέτρων ανεξάρτητα από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, και δεν διευκρίνισε κατά ποίον τρόπο τα μέτρα αυτά συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι αιτιάσεις της, στον βαθμό που βασίζονται στο άρθρο 47 του Χάρτη, πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

4.      Επί του βασίμου της προσφυγής

1.      Επί της πρώτης αιτιάσεως

68.      Με την πρώτη της αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 37, παράγραφος 1, και 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μειώνοντας το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών που διορίστηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο πριν τις 3 Απριλίου 2018, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο εν λόγω νόμος, συνιστούν παραβίαση της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών. Η Επιτροπή στηρίζει την εν λόγω αιτίαση στην πρόωρη απομάκρυνση από την ενεργό υπηρεσία αριθμού που υπερβαίνει το ένα τρίτο των εν ενεργεία δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στην έλλειψη μεταβατικών μέτρων.

69.      Η Πολωνία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα επίμαχα μέτρα παραβιάζουν την εν λόγω αρχή, λαμβανομένου υπόψη του μικρού αριθμού των δικαστών που επηρεάζονται από τα εν λόγω μέτρα αλλά και του σκοπού που αυτά επιδιώκουν, ο οποίος συνίσταται στην εξίσωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Το εν λόγω κράτος μέλος παραπέμπει επίσης στις εγγυήσεις ανεξαρτησίας που προβλέπονται στο Σύνταγμά του.

70.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ότι η προστασία από την απομάκρυνση από την υπηρεσία των μελών του οικείου οργάνου αποτελεί εγγύηση συμφυή με την ανεξαρτησία των δικαστών (47). Πράγματι, η προστασία από την απομάκρυνση από την υπηρεσία (ισοβιότητα) «είναι η αιτία και η έκφραση της δικαστικής ανεξαρτησίας και έγκειται στο ότι δεν επιτρέπεται η απομάκρυνση, αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων, μετακίνηση ή συνταξιοδότηση των δικαστικών για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους εκ του νόμου και με όλες τις νόμιμες εγγυήσεις» (48).

71.      Προσφάτως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθύμισε τις περιπτώσεις στις οποίες η απομάκρυνση δικαστή από τα καθήκοντά του συνιστά παραβίαση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του δικαστή βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Το αντικειμενικό στοιχείο της αμεροληψίας το οποίο εγγυάται το εν λόγω άρθρο επιβάλλει την πραγματοποίηση αντικειμενικής εκτιμήσεως του αν το ίδιο το δικαστήριο, και μεταξύ άλλων πτυχών η σύνθεσή του, παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό οποιασδήποτε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με την αμεροληψία του. Η εντύπωση που δημιουργείται σχετικά είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς «justice must not only be done, it must also be seen to be done» («η δικαιοσύνη πρέπει όχι μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται»). Το κρίσιμο ζήτημα είναι η εμπιστοσύνη την οποία, σε μια δημοκρατική κοινωνία, πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια στο ευρύ κοινό (49). Οι ανωτέρω αρχές συνιστούν πηγή εμπνεύσεως για τη διαμόρφωση αρχών του δικαίου της Ένωσης που τυγχάνουν εφαρμογής όταν η Επιτροπή, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, προβάλλει παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου, την οποία εγγυάται το άρθρο 2 ΣΕΕ και η οποία αποτυπώνεται ειδικότερα στο άρθρο 19 ΣΕΕ (50).

72.      Η ισοβιότητα των δικαστών, μαζί με τη μονιμότητα, αναγνωρίζονται επίσης ως θεμελιώδεις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας στο πλαίσιο κατευθυντήριων γραμμών (51) που έχουν εκδοθεί από ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία (52). Ειδικότερα, η μονιμότητα των δικαστών έως τη συμπλήρωση ενός υποχρεωτικού ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή τη λήξη της θητείας τους πρέπει να είναι εγγυημένη, και αυτοί πρέπει να υπόκεινται σε αναστολή ή σε απομάκρυνση από τα καθήκοντά τους σε μεμονωμένες περιπτώσεις αποκλειστικά για λόγους ανικανότητας ή συμπεριφορών που τους καθιστούν ακατάλληλους για την επιτέλεση των καθηκόντων τους. Η πρόωρη συνταξιοδότηση πρέπει να είναι δυνατή μόνον κατόπιν σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου δικαστή ή για ιατρικούς λόγους, ενώ οι όποιες μεταβολές επέρχονται στο υποχρεωτικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δεν πρέπει να έχουν αναδρομική ισχύ.

73.      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα παραβιάζουν την αρχή της ισοβιότητας των δικαστών, η τήρηση της οποίας είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των απαιτήσεων περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (53).

74.      Οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνες της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ASJP (54) του Δικαστηρίου. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα επίμαχα μέτρα περί μειώσεως των αποδοχών δεν έθιγαν την ανεξαρτησία των δικαστών του οικείου εθνικού δικαστηρίου, βασιζόμενο στις ακόλουθες περιστάσεις: πρώτον τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν εξαιτίας της επιτακτικής ανάγκης εξαλείψεως του υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος του οικείου κράτους μέλους στο πλαίσιο προγράμματος χρηματοοικονομικής συνδρομής εκ μέρους της Ένωσης και προέβλεπαν περιορισμένη μείωση του ποσού των αποδοχών· δεύτερον, τα επίμαχα μέτρα εφαρμόστηκαν ευρύτερα, σε διάφορες κατηγορίες προσώπων που ασκούν καθήκοντα στον δημόσιο τομέα, μεταξύ των οποίων οι φορείς των οργάνων της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μέτρα που λήφθηκαν ειδικώς σε σχέση με τα μέλη του εν λόγω δικαστηρίου· και τρίτον, είχαν προσωρινό χαρακτήρα, αφού καταργήθηκαν εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών.

75.      Από μια προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση της εκτιμήσεώς του, έλαβε υπόψη αρκετές κρίσιμες περιστάσεις και ιδίως τον περιορισμένο αντίκτυπο και τη γενική εμβέλεια των μέτρων τα οποία δεν αφορούσαν ειδικώς το δικαστικό σώμα. Από την απόφαση ASJP δεν προκύπτει ότι διατάξεις που εφαρμόζονται στους δικαστές και αφορούν γενικές πολιτικές σε εθνικό επίπεδο δεν αντιβαίνουν στη δικαστική ανεξαρτησία, αλλά, αντιθέτως, ότι η εκτίμηση του Δικαστηρίου εξαρτάται από τις περιστάσεις της υποθέσεως.

76.      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή απέδειξε ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα, πρώτον έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διότι αφορούν 27 από τους 72 δικαστές· δεύτερον, συνιστούν ειδική νομοθεσία η οποία θεσπίστηκε σχετικά με τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και, τρίτον, δεν θεωρούνται ως προσωρινά μέτρα. Επιπλέον, η αιφνίδια και απρόβλεπτη απομάκρυνση μεγάλου αριθμού δικαστών αναπόφευκτα κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Για αυτόν κυρίως τον λόγο απαιτείται η θέσπιση μεταβατικών διατάξεων που να εγγυώνται τη συνέχεια της ορθής λειτουργίας του δικαστηρίου.

77.      Δεν θεωρώ πειστικό το επιχείρημα που προέβαλε η Πολωνία ότι, όσον αφορά τους δικαστές οι οποίοι διορίσθηκαν βάσει προϊσχύσαντος καθεστώτος το οποίο προέβλεπε χαμηλότερο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως στα 65 έτη, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ισοβιότητας των δικαστών. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το εν λόγω επιχείρημα παραβλέπει το γεγονός ότι η θητεία τους παρατάθηκε στο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των 70 ετών με τον νόμο του 2002 περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εν συνεχεία, όμως, έληξε πρόωρα δυνάμει των επίμαχων μέτρων.

78.      Επιπλέον, μολονότι τα επίμαχα μέτρα τύγχαναν εφαρμογής για διάστημα εννέα περίπου μηνών, ήτοι από τις 3 Απριλίου 2018 έως την 1η Ιανουαρίου 2019, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2018, δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο ότι τα νομοθετικά μέτρα αυτά, όταν θεσπίσθηκαν, επρόκειτο να έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η θέσπιση του νόμου της 21ης Νοεμβρίου 2018 προκλήθηκε προφανώς από την έκδοση της διατάξεως του Δικαστηρίου για τη λήψη προσωρινών μέτρων (βλ. σημεία 16 έως 21 των παρουσών προτάσεων) (55).

79.      Ακόμη και αν, όπως υποστηρίζεται από την Πολωνία, θεωρηθεί ότι ο σκοπός των προσβαλλόμενων μέτρων είναι η εξίσωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, και πάλι δεν αμφισβητείται ότι τα εν λόγω μέτρα εφαρμόστηκαν αναδρομικά σε όλους τους εν ενεργεία δικαστές χωρίς να έχουν προβλεφθεί οποιαδήποτε μέτρα προστασίας που να εγγυώνται τη ισοβιότητα των δικαστών. Όπως τονίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι τα κράτη μέλη δύνανται να προσαρμόζουν τα όρια ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών σε συνάρτηση με τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβαίνουν στις σχετικές ενέργειες χωρίς να θίγουν την ανεξαρτησία και τη μονιμότητα των δικαστών κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης.

80.      Ειδικότερα, η απόφαση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (56) αφορούσε διαδικασία λόγω παραβάσεως εξαιτίας μη τηρήσεως εκ μέρους της Ουγγαρίας των υποχρεώσεων που υπείχε βάσει των άρθρων 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 η οποία προκλήθηκε από τη θέσπιση μέτρων με τα οποία επήλθε μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών, των εισαγγελέων και των συμβολαιογράφων από την ηλικία των 70 ετών στην ηλικία των 62 ετών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα οικεία μέτρα καθιέρωναν διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας και, εν συνεχεία, εξέτασε αν τα εν λόγω μέτρα μπορούσαν να δικαιολογηθούν από θεμιτό σκοπό και αν αυτά είχαν αναλογικό χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Επ’ αυτής της βάσεως, το Δικαστήριο, με γνώμονα την προηγούμενη νομολογία του, στην οποία συγκαταλέγεται η απόφαση Fuchs και Köhler (57), έκρινε ότι οι σκοποί που επεδίωξε η Ουγγαρία οι οποίοι περιελάμβαναν την καθιέρωση ομοιόμορφου ορίου ηλικίας υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως στον δημόσιο τομέα ήταν θεμιτοί, αλλά διαπίστωσε ότι τα μέτρα ήταν δυσανάλογα.

81.      Αντιστοίχως, η απόφαση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (58) αφορούσε παράβαση υποχρεώσεων που απέρρεαν από την οδηγία 95/46/EΚ (59) για τον λόγο ότι η Ουγγαρία έθεσε πρόωρα τέρμα στη θητεία του επιτρόπου για την προστασία δεδομένων, θίγοντας με τον τρόπο αυτόν την ανεξαρτησία του κατά παράβαση του άρθρου 28, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι αν επιτρεπόταν στα κράτη μέλη να θέσουν τέρμα στη θητεία αρχής ελέγχου πριν την αρχικώς προβλεπόμενη λήξη της, η απειλή μιας τέτοιας πρόωρης παύσεως θα μπορούσε να οδηγήσει σε μιας μορφής «υπακοή» της στην πολιτική εξουσία, η οποία δεν συνάδει με την απαίτηση περί ανεξαρτησίας. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου προστασίας των δεδομένων συνιστούσε αντικειμενικό λόγο που δικαιολογούσε την πρόωρη παύση, επισημαίνοντας ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις πρέπει να δρομολογούνται κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας που θέτει το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και ότι, μολονότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν και να τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο, πρέπει εντούτοις να μεριμνούν ώστε να μη θίγεται η ανεξαρτησία της αρχής.

82.      Όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (60), η οποία αφορούσε το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών, όπως και από την απόφαση Fuchs και Köhler, το Δικαστήριο έκρινε θεμιτούς ορισμένους σκοπούς σχετικά με την εξίσωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως εντός του συγκεκριμένου πλαισίου που θέτει η οδηγία 2000/78 όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Ωστόσο, στην απόφαση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (61), η οποία αφορούσε την πρόωρη απομάκρυνση του επιτρόπου για την προστασία των δεδομένων, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της οποίας απολαύουν οι εν λόγω εθνικές εποπτικές αρχές βάσει του δικαίου της Ένωσης λόγω των σκοπών αυτών. Η συλλογιστική αυτή είναι εξίσου επιτακτική και στην περίπτωση της ανεξαρτησίας των δικαστών. Τούτο μπορεί επίσης να συναχθεί από την εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι η δικαστική ανεξαρτησία έχει «πρωταρχική σημασία» για την αποτελεσματική δικαστική προστασία βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (62).

83.      Για τους προπαρατεθέντες λόγους, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.

2.      Επί της δεύτερης αιτιάσεως

84.      Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή προβάλλει ότι τα άρθρα 37, παράγραφοι 1 έως 4, και 111, παράγραφοι 1 και 1bis, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του νόμου περί τροποποιήσεως της 10ης Μαΐου 2018 παραβιάζουν την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας επειδή η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου μετά τη συμπλήρωση από αυτούς του μειωμένου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως του παρέχει τη δυνατότητα να ασκεί επιρροή στο Ανώτατο Δικαστήριο και στους δικαστές που υπηρετούν σε αυτό. Η Επιτροπή στηρίζει την αιτίασή της κατά κύριο λόγο στο ότι η σχετική απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν υπόκειται σε κανένα δεσμευτικό κριτήριο ή σε δικαστικό έλεγχο, η δε υποχρέωσή του να ζητήσει γνωμοδότηση του ΕΔΣ δεν αίρει την υπέρμετρη διακριτική ευχέρειά του, δεδομένου ότι η γνωμοδότηση αυτή συνδέεται με γενικού χαρακτήρα κριτήρια και δεν δεσμεύει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

85.      Η Πολωνία προβάλλει ότι δεν σημειώθηκε καμία προσβολή της δικαστικής ανεξαρτησίας, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αποστολής του Προέδρου της Δημοκρατίας ως θεματοφύλακα του πολωνικού Συντάγματος καθώς και του συστήματος περί εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας που προβλέπει το πολωνικό δίκαιο.

86.      Σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί δικαστικής ανεξαρτησίας τις οποίες πρέπει να πληρούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, η έννοια της ανεξαρτησίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους (63).

87.      Οι εν λόγω απαιτήσεις αποτελούν την εξωτερική πτυχή της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας, η οποία, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, απαιτεί τη θέσπιση κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαιρέσεως ή παύσεώς τους, ώστε οι πολίτες «να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιμαχόμενων συμφερόντων» (64).

88.      Παραπέμπω επίσης στις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, σύμφωνα με τις οποίες το αντικειμενικό στοιχείο της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας απαιτεί επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε εύλογη αμφισβήτηση όσον αφορά την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του δικαστικού σώματος και να εξασφαλίζεται η δημιουργία εντυπώσεως περί ανεξαρτησίας (βλ. σημείο 71 των παρουσών προτάσεων).

89.      Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι τα επίμαχα μέτρα παραβιάζουν τις απαιτήσεις περί δικαστικής ανεξαρτησίας, καθόσον δύνανται να εκθέτουν το Ανώτατο Δικαστήριο και τους δικαστές που υπηρετούν σε αυτό σε εξωτερική παρέμβαση και άσκηση πιέσεων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την αρχική παράταση και την ανανέωση της θητείας τους, γεγονός το οποίο θίγει την αντικειμενική ανεξαρτησία του εν λόγω δικαστηρίου και επιπλέον επηρεάζει την ανεξάρτητη κρίση των δικαστών και τις αποφάσεις που αυτοί εκδίδουν· τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι η απαίτηση υποβολής αιτήσεως στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την παράταση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως συνοδεύεται από μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως (65).

90.      Η Πολωνία έχει αναγνωρίσει ότι η μη έγκριση εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας της παρατάσεως της ενεργού υπηρεσίας των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου πέραν της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

91.      Μολονότι η Πολωνία διατύπωσε επιχειρήματα όσον αφορά τις αρμοδιότητες που απονέμονται στον Πρόεδρο από το πολωνικό Σύνταγμα, το σύστημα των εγγυήσεων περί δικαστικής ανεξαρτησίας που κατοχυρώνεται στην πολωνική νομοθεσία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το ΕΔΣ κατά την εκπόνηση της γνωμοδοτήσεώς του, όπως προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 1b, του Νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα επιχειρήματα αυτά δεν επαρκούν για να άρουν την εντύπωση περί ελλείψεως αντικειμενικής ανεξαρτησίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που δημιουργείται από τα επίμαχα μέτρα, ιδίως δε από την έλλειψη δεσμευτικών κριτηρίων ως προς τα μέτρα αυτά, όπως επισήμανε η Επιτροπή.

92.      Όσον αφορά τον ρόλο του ΕΔΣ, είναι αναμφισβήτητο ότι η γνωμοδότησή του δεν είναι δεσμευτική. Ανεξάρτητα από τη σύνθεση του ΕΔΣ, η αποστολή του σε καμία περίπτωση δεν αίρει την εντύπωση της υπέρμετρης εκτάσεως των εξουσιών που αναγνωρίζονται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

93.      Επιπλέον, τα επιχειρήματα της Πολωνίας που στηρίζονται στις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών και στο καθεστώς του Δικαστηρίου της Ένωσης δεν είναι πειστικά. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, τα νομικά καθεστώτα που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη δεν είναι παρεμφερή της περιπτώσεως της Πολωνίας, καθόσον εντάσσονται σε διαφορετικό νομικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, ενώ, εν πάση περιπτώσει, τούτο δεν αφορά την παράβαση εκ μέρους της Πολωνίας. Επίσης αλυσιτελής, και, επιπλέον, άνευ σημασίας είναι η αναφορά που γίνεται στο Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον δεν τίθεται ζήτημα μεταβολής των κανόνων περί ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Δικαστηρίου και, επιπλέον, η ιδιότητά του ως υπερεθνικού δικαιοδοτικού οργάνου συνεπάγεται ότι το καθεστώς που το διέπει αποκλίνει εκείνου της κλασικής τριμερούς διακρίσεως των εξουσιών που ισχύει στα κράτη μέλη (66).

94.      Για τους παραπάνω λόγους, η δεύτερη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να εκτιμηθεί ως βάσιμη.

95.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μειώνοντας το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διορίστηκαν στο εν λόγω δικαστήριο πριν τις 3 Απριλίου 2018, καθώς και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραβίασε τις αρχές της ισοβιότητας και της ανεξαρτησίας των δικαστών και ως εκ τούτου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

VII. Επί των δικαστικών εξόδων

96.      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

97.      Σύμφωνα με τη λύση που προτείνω, μολονότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής, στον βαθμό που στηρίζονται στο άρθρο 47 του Χάρτη πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εντούτοις πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι αιτιάσεις της κατά το μέρος στο οποίο στηρίζονται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Δημοκρατίας της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, η Δημοκρατία της Πολωνίας πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

98.      Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, πρέπει να αποφασισθεί ότι η Ουγγαρία θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

VIII. Πρόταση

99.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)      να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μειώνοντας το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας το όριο αυτό στους δικαστές που διορίστηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018, καθώς και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ·

2)      να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·

3)      να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή·

4)      να κρίνει ότι η Ουγγαρία φέρει τα δικαστικά έξοδά της.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Εκτός από την υπό κρίση υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν αρκετές ακόμη υποθέσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση του πολωνικού δικαστικού σώματος, στις οποίες περιλαμβάνονται μια προσφυγή λόγω παραβάσεως (C-192/18) και διάφορες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσες από το πολωνικό Ανώτατο Δικαστήριο (C-522/18, C‑537/18, C-585/18, C-624/18, C-625/18 και C-668/18), το πολωνικό Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (C-824/18) καθώς και κατώτερα πολωνικά δικαστήρια (C-558/18, C-563/18 και C‑623/18). Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-286/12, EU:C:2012:687), αποφάνθηκε επί της συμβατότητας των μέτρων περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δικαστών, εισαγγελέων και συμβολαιογράφων με το δίκαιο της Ένωσης, βασιζόμενο σε παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, κατά την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16). Βλ. σημείο 80 των παρουσών προτάσεων.


3      Επιτροπή, αιτιολογημένη πρόταση σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με το κράτος δικαίου στην Πολωνία, COM(2017) 835 τελικό, 20 Δεκεμβρίου 2017.


4      Διάταξη της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-619/18 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:852).


5      Διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-619/18 R, EU:C:2018:1021).


6      Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-619/18, EU:C:2018:910).


7      Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses («ASJP») (C-64/16, EU:C:2018:117), και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586).


8      Η Επιτροπή παραπέμπει ιδίως στη σύσταση CM/Rec(2010)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, Δικαστές: ανεξαρτησία, αποτελεσματικότητα και αρμοδιότητες, της 17ης Νοεμβρίου 2010 (στο εξής: σύσταση του 2010), σημείο 27.


9      Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018 (C-64/16, EU:C:2018:117).


10      ΕΕ 2016 C 202, σ. 312 (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 30).


11      Η Πολωνία παραπέμπει ειδικότερα στο άρθρο 180, παράγραφοι 1 και 4, του Πολωνικού Συντάγματος.


12      Αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2011, Fuchs και Köhler (C-159/10 και C-160/10, EU:C:2011:508), καθώς και της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-286/12, EU:C:2012:687).


13      Η Πολωνία παραπέμπει ιδίως στα άρθρα 126, 144, παράγραφος 3, σημείο 17, και 179 του Πολωνικού Συντάγματος.


14      Βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-336/16, EU:C:2018:94, σκέψη 47).


15      Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C-508/03, EU:C:2006:287, σκέψη 73).


16      Βλ. απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C-519/03, EU:C:2005:234, σκέψη 19).


17      Βλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C-442/06, EU:C:2008:216, σκέψη 42).


18      Βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-503/04, EU:C:2017:432, σκέψεις 15 και 16).


19      Βλ. άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ· άρθρο 1, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.


20      Βλ. Craig, P., και De Búrca, G., EU Law: Text, Cases and Materials, 6η έκδ., OUP 2015, σ. 431.


21      Βλ., ιδίως, άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ.


22      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Η. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-235/17, EU:C:2018:971, σημεία 64 έως 127, ειδικότερα δε σημεία 66 και 67)· Łazowski, A., «Decoding a Legal Enigma: the Charter of Fundamental Rights of the European Union and infringement proceedings», ERA Forum, τόμος 14, 2013, σ. 573 και 577. Βλ. σημεία 52 έως 60 και 65 έως 67 των παρουσών προτάσεων.


23      Editorial Comments, «Safeguarding EU values in the Member States – Is something finally happening?», Common Market Law Review, τόμος 52, 2017, σ. 619 και 626 έως 627.


24      Αιτιολογημένη πρόταση, υποσημείωση 3, ιδίως σημεία 4.1.1 και 4.1.2 και αιτιολογικές σκέψεις 172 και 175.


25      Βλ. Closa, C., και Kochenov D. (επιμ.), Reinforcing Rule of Law Oversight in the European Union, CUP, 2016· Jakab, A. και Kochenov, D. (επιμ.), The Enforcement of EU Law and Values: Ensuring Member States’ Compliance, OUP, 2017· «Liability of Member States for the Violation of Fundamental Values of the European Union», Europarecht Beiheft 1, 2018.


26      Βλ. Lenaerts, K., Maselis, I., και Gutman, K., EU Procedural Law, σε Nowak, J.T., (επιμ.), OUP 2015, σ. 159-161· Prete, L., Infringement Proceedings in EU Law, Kluwer, 2017, σ. 29 έως 34.


27      Βλ. Hillion, C., «Overseeing the Rule of Law in the EU: Legal Mandate and Means», σε Closa και Kochenov, υποσημείωση 25, σ. 59 και 71 έως 74· Hoffmeister, F., «Enforcing the EU Charter of Fundamental Rights in Member States: How Far are Rome, Budapest and Bucharest from Brussels?», σε Armin von Bogdandy και Pál Sonnevend (επιμ.), Constitutional Crisis in the European Constitutional Area, Hart 2016, σ. 195 και 205 και 206.


28      Βλ. Schmidt, M., και Bogdanowicz, P., «The Infringement Procedure in the Rule of Law Crisis: How to Make Effective Use of Article 258 TFEU», Common Market Law Review, τόμος 55, 2018, σ. 1061, 1069 έως 1073, ιδίως σ. 1071.


29      Βλ. αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2017, Online Games κ.λπ. (C-685/15, EU:C:2017:452, σκέψεις 54 και 55), της 13ης Μαρτίου 2018, European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής (C-384/16 P, EU:C:2018:176, σκέψεις 116 και 117), καθώς και της 13ης Μαρτίου 2018 Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C-244/16 P, EU:C:2018:177, σκέψεις 106 και 107).


30      Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018 (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 1, 18, 27 και διατακτικό).


31      Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ASJP (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 29).


32      Βλ. Επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), επεξήγηση σχετικά με το άρθρο 47, σ. 29 και 30.


33      Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ASJP (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 35, 41 και 42).


34      Πράγματι, στη νομική θεωρία υποστηρίζεται ότι η παράβαση από κράτος μέλος των αξιών που κατοχυρώνονται με το άρθρο 2 ΣΕΕ μπορεί να διωχθεί από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Βλ. Scheppele, K., L., «Enforcing the Basic Principles of EU Law through Systemic Infringement Actions», σε Closa και Kochenov, υποσημείωση 25, σ. 105· Waelbroeck, M., και Oliver, P., «La crise de l’état de droit dans l’Union européenne : que faire ?», Cahiers de droit européen, 2017, σ. 299.


35      Βλ. Bonelli, M., και Claes, M., «Judicial serendipity: how Portuguese judges came to the rescue of the Polish judiciary», European Constitutional Law Review, τόμος 14, 2018, σ. 622· Krajewski, M., «Associação Sindical Dos Juízes Portugueses: The Court of Justice and Athena’s Dilemma», European Papers, τ. 3, 2018, σ. 395· Pech, L., και Platon, S., «Judicial independence under threat: The Court of Justice to the rescue in the ASJP case», Common Market Law Review, τόμος 55, 2018, σ. 1827.


36      Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C-284/16, EU:C:2018:158, ιδίως σκέψεις 36, 55 και 56).


37      Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, ιδίως σκέψεις 48 έως 55).


38      Βλ. Barents, R., Remedies and Procedures before the EU Courts, σε Breese, H. E. (επιμ.), Kluwer, 2016, σ. 112 και 113. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Η. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση ASJP (C-64/16, EU:C:2017:395, σημείο 41).


39      Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018 (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 32, 37 έως 41).


40      Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Polkomtel (C-277/16, EU:C:2017:989).


41      Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ δεν καλύπτει τον έλεγχο κάθε εθνικού μέτρου το οποίο αφορά την οργάνωση του δικαστικού συστήματος, ακόμη και των ήσσονος σημασίας, αλλά αντιθέτως, αφορά κυρίως την αντικειμενική ανεξαρτησία και τα εθνικά μέτρα που έχουν γενικότερο αντίκτυπο επί του συνολικού συστήματος που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και τις βασικές απαιτήσεις που απορρέουν από αυτή.


42      Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N.S. κ.λπ. (C-411/10 και C-493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 119 και 120). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak, στην υπόθεση N.S. κ.λπ. (C-411/10 και C-493/10, EU:C:2011:611, σημεία 167 έως 171), καθώς και της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, στην υπόθεση Bonda (C-489/10, EU:C:2011:845 σημεία 21 έως 23).


43      Βλ. Łazowski, υποσημείωση 22, σ. 580 και 581· Prete, υποσημείωση 26, σ. 74 και 75.


44      Βλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund (C-682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 49), καθώς και της 14ης Ιουνίου 2017, Online Games κ.λπ. (C-685/15, EU:C:2017:452, σκέψη 55).


45      Βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-227/07, EU:C:2008:620, σκέψη 67).


46      Βλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C-202/99, EU:C:2001:646, σκέψη 21).


47      Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ASJP (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 45), καθώς και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel (C-49/18, EU:C:2019:106, σκέψη 66).


48      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση De Coster (C-17/00, EU:C:2001:366, σημείο 93).


49      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Σεπτεμβρίου 2018, Denisov κατά Ουκρανίας (ECHR:2018:0925JUD007663911, § 61 και 63).


50      Ομοίως, η νομολογία του Δικαστηρίου επί της έννοιας της «ανεξαρτησίας», σχετίζεται με την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Wilson (C-506/04, EU:C:2006:587, σκέψεις 49 έως 53).


51      Επισημαίνω ότι μολονότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ανήκουν στο λεγόμενο «ενδοτικό δίκαιο» (soft law) ή στους λεγόμενους μη δεσμευτικούς κανόνες, εντούτοις ενσωματώνουν μια «κανονιστική ομοφωνία» μεταξύ των κρατών μελών (αλλά και άλλων δικαιοδοσιών) σχετικά με κανόνες και αρχές, η οποία αποτελεί χρήσιμη αναφορά για το Δικαστήριο. Βλ. Hoffmann‑Riem, W., «The Venice Commission of the Council of Europe – Standards and Impact», European Journal of International Law, τόμος 25, 2014, σ. 579 έως 597.


52      Βλ., επί παραδείγματι, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκός Χάρτης για το καθεστώς των δικαστών, 8-10 Ιουλίου 1998, σημείο 3.4· σύσταση του 2010, σημεία 49 έως 52· Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Ευρωπαίων Δικαστών του Συμβουλίου της Ευρώπης (στο εξής: CCJE) Magna Carta των Δικαστών (Θεμελιώδεις Αρχές), της 17ης Νοεμβρίου 2010, CCJE (2010)3 τελικό, σημείο 4· International Bar Association, Ελάχιστες Προδιαγραφές της Δικαστικής Ανεξαρτησίας, 1982, σημείο 20· Ηνωμένα Έθνη, Θεμελιώδεις αρχές περί της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας των Ηνωμένων Εθνών, 1985, σημεία 12 και 18· International Association of Judges, Οικουμενικός Χάρτης του Δικαστή, αναθεωρημένος 2017, άρθρο 2-2.


53      Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δημοκρατία μέσω της Νομοθεσίας (Επιτροπή της Βενετίας), στην υπ’ αριθ. 904/2017 γνώμη της, της 11ης Δεκεμβρίου 2017, επί του νομοσχεδίου για την τροποποίηση του Νόμου περί Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, του νομοσχεδίου για την τροποποίηση του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο πρότεινε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, και επί του νομοσχεδίου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων, CDL-AD(2017)031, σημείο 48, εκτίμησε ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση των εν ενεργεία δικαστών υπονομεύει τόσο την ισοβιότητά τους όσο και την ανεξαρτησία του πολωνικού Ανωτάτου Δικαστηρίου εν γένει. Βλ., επίσης, επί παραδείγματι, Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την ανεξαρτησία των δικαστών και των δικηγόρων επί της αποστολής του στην Πολωνία, 5 Απριλίου 2018, A/HRC/38/38/Add.1, σημείο 55· Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ODIHR), Opinion on Certain Provisions of the Draft Act on the Supreme Court of Poland (as of 26 September 2017) (Γνωμοδότηση σχετικά με ορισμένες διατάξεις του νομοσχεδίου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πολωνίας), 13 Νοεμβρίου 2017, JUD-POL/315/2017, σημείο 112, .


54      Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 46 έως 51), καθώς και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel (C-49/18, EU:C:2019:106, σκέψη 67).


55      Βλ. τη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, The EU framework for enforcing the respect of the rule of law and the Union’s fundamental principles and values [Το πλαίσιο της ΕΕ για τη διασφάλιση της τήρησης του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών αρχών και αξιών της Ένωσης], Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Πολιτικών της Ένωσης – Διεύθυνση Δικαιωμάτων των Πολιτών και Συνταγματικών Υποθέσεων, 2019, PE 608.856, σ. 25.


56      Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012 (C-286/12, EU:C:2012:687, σκέψεις 54 έως 81).


57      Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011 (C-159/10 και C-160/10, EU:C:2011:508, ιδίως σκέψη 50).


58      Απόφαση της 8ης Απριλίου 2014 (C-288/12, EU:C:2014:237, σκέψεις 54, 59 και 60). Η υπογράμμιση δική μου.


59      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31), η οποία έχει πλέον αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1).


60      Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012 (C‑286/12, EU:C:2012:687).


61      Απόφαση της 8ης Απριλίου 2014 (C‑288/12, EU:C:2014:237).


62      Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ASJP (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 40 και 41).


63      Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, ASJP (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 44), καθώς και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel (C-49/18, EU:C:2019:106, σκέψη 66).


64      Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Wilson (C-506/04, EU:C:2006:587, σκέψη 53).


65      Εκτιμάται επίσης ότι τα επίμαχα μέτρα αντιβαίνουν στα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα της δικαστικής ανεξαρτησίας. Βλ., επί παραδείγματι, Συμβούλιο της Ευρώπης, Γραφείο Γνωμοδοτικού Συμβουλίου των Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE), Έκθεση σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2017, 7 Φεβρουαρίου 2018, CCJE-BU(2017)11, σημείο 158· Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών, βλ. υποσημείωση 54, σημείο 56.


66      Βλ. Kosař, D., «Beyond Judicial Councils: Forms, Rationales and Impact of Judicial Self-Governance in Europe», German Law Journal, τόμος 19, 2018, σ. 1567 και 1596.