Language of document : ECLI:EU:C:2019:323

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 11ης Απριλίου 2019 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C663/17 P, C665/17 P και C669/17 P

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

κατά

Trasta Komercbanka AS,

Ivan Fursin κ.λπ. (C663/17 P)


και


Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Trasta Komercbanka AS,

Ivan Fursin κ.λπ. (C665/17 P)


και


Trasta Komercbanka AS,

Ivan Fursin κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (C669/17 P)

«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Ένσταση απαραδέκτου – Κανονισμός 1024/2013/ΕΕ – Εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων – Ανάκληση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – Αυτόματη εκκαθάριση του οικείου πιστωτικού ιδρύματος με βάση το εθνικό δίκαιο – Ενεργητική νομιμοποίηση του πιστωτικού ιδρύματος υπό εκκαθάριση που εκπροσωπείται από το πρώην διοικητικό συμβούλιο – Ενεργητική νομιμοποίηση των μετόχων»






I.      Εισαγωγή

1.        Στις τρεις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες αφορούν το παραδεκτό των προσφυγών λεττονικής τράπεζας και των μετόχων της κατά της ανακλήσεως της τραπεζικής άδειας (άδειας λειτουργίας) (2) από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (στο εξής: ΕΚΤ), τίθενται θεμελιώδη ζητήματα του συστήματος δικαστικής προστασίας που παρέχει η Ένωση τα οποία εντάσσονται στο ουσιαστικό πλαίσιο του δικαίου εποπτείας των τραπεζών.

2.        Η ανάκληση της τραπεζικής άδειας στο λεττονικό δίκαιο έχει ως άμεσο και απρόσβλητο αποτέλεσμα τη λύση της οικείας τραπεζικής εταιρίας. Για τον λόγο αυτόν, η προσφυγή της Trasta Komercbanka (στο εξής: TKB) κατά της ανακλήσεως της άδειάς της απορρίφθηκε από το Γενικό Δικαστήριο ως απαράδεκτη κατόπιν της σχετικής ενστάσεως της ΕΚΤ. Το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι, με βάση το εθνικό δίκαιο και εφόσον είχε προηγηθεί εκκαθάριση, το προσφεύγων διοικητικό συμβούλιο δεν είχε πλέον δικαίωμα να εκπροσωπεί την τράπεζα και να αναθέτει σε δικηγόρους σχετικές νομικές υποθέσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ εξαίρεση, η προσφυγή των μετόχων για την προάσπιση των συμφερόντων της τράπεζας όσον αφορά την ανάκληση της άδειας είναι παραδεκτή.

3.        Με τις ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως, η ΕΚΤ και η Επιτροπή βάλλουν κατά του συγκεκριμένου τμήματος της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου και αμφισβητούν την ενεργητική νομιμοποίηση των μετόχων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται προφανές το βασικό ζήτημα δικαστικής προστασίας που αποτελεί αντικείμενο της προκειμένης διαδικασίας: πρέπει πράγματι να αποκλεισθεί, εν τέλει, κάθε οδός που θα οδηγούσε την εν λόγω υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου; Επίσης, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως της Ένωσης να εξασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά επαχθών πράξεων της Ένωσης, επιτρέπεται το εθνικό δίκαιο να προβλέπει ότι η ανάκληση τραπεζικής άδειας παράγει μη αναστρέψιμα αποτελέσματα τα οποία αποκλείουν στην πράξη τον αποτελεσματικό έλεγχο εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης;

4.        Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπου πράξη της Ένωσης συνεπάγεται άμεσα τη λύση του νομικού προσώπου στο οποίο απευθύνεται, έχει ιδιαίτερη σημασία το ποιος δικαιούται να εκπροσωπεί το εν λόγω νομικό πρόσωπο στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά της συγκεκριμένης πράξεως ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης.

II.    Νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Το άρθρο 14 του κανονισμού 1024/2013 (3) ορίζει τα εξής:

«1.      Κάθε αίτηση άδειας λειτουργίας για την ανάληψη δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος που πρόκειται να εγκατασταθεί σε συμμετέχον κράτος μέλος υποβάλλεται στις εθνικές αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου πρόκειται να εγκατασταθεί το πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στη σχετική εθνική νομοθεσία.

[…]

5.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, η ΕΚΤ δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας στις περιπτώσεις που προβλέπει η σχετική νομοθεσία της Ένωσης, είτε με δική της πρωτοβουλία κατόπιν διαβουλεύσεων με την εθνική αρμόδια αρχή του συμμετέχοντος κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένο το πιστωτικό ίδρυμα, είτε κατόπιν προτάσεως από την εθνική αρμόδια αρχή. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις εξασφαλίζουν ιδίως ότι, προτού ληφθεί απόφαση σχετικά με ανάκληση, η ΕΚΤ προβλέπει επαρκές χρονικό διάστημα ώστε οι εθνικές αρχές να αποφασίσουν σχετικά με τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως μέτρων εξυγίανσης, και τις λαμβάνει υπόψη.

Σε περίπτωση που η εθνική αρμόδια αρχή, η οποία έχει προτείνει τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, κρίνει ότι η άδεια λειτουργίας πρέπει να ανακληθεί σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, υποβάλλει εν προκειμένω σχετική πρόταση στην ΕΚΤ. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΚΤ λαμβάνει απόφαση για την προτεινόμενη ανάκληση λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αιτιολόγηση της ανάκλησης που προέβαλε η εθνική αρμόδια αρχή.

[…]»

2.      Το λεττονικό δίκαιο

1.      Kredītiestāžu likums (λεττονικός νόμος περί πιστωτικών ιδρυμάτων)

6.        Το άρθρο 129 του λεττονικού νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων (4) προβλέπει τα εξής:

«(1)      Σε περίπτωση που η Finanšu un kapitāla tirgus komisija [επιτροπή χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών, Λεττονία] ανακαλέσει χορηγηθείσα άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 3, 4 και 8, του παρόντος νόμου, η Finanšu un kapitāla tirgus komisija [επιτροπή χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών] ορίζει εμπιστευματοδόχο και υποβάλει στο δικαστήριο αίτηση για την εκκαθάριση του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και για τον διορισμό εκκαθαριστή και προτείνει, συγχρόνως, υποψήφιο εκκαθαριστή.

(2)      Μετά την ανάκληση της άδειας, η συνέλευση των μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος δεν δικαιούται πλέον να αποφασίσει την εκούσια εκκαθάριση και τον διορισμό εκκαθαριστή.

[…]»

7.        Το άρθρο 133, παράγραφος 4, του λεττονικού νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζει τα ακόλουθα:

«Οι διατάξεις του κεφαλαίου ΧΙ του παρόντος νόμου, με εξαίρεση τα άρθρα 160 και 166, καθώς και τα δικαιώματα, τα καθήκοντα και οι εξουσίες του συνδίκου πτωχεύσεως με βάση τα άρθρα 172 και 1721 του παρόντος νόμου ισχύουν για τον εκκαθαριστή του πιστωτικού ιδρύματος τον οποίο έχει διορίσει το δικαστήριο.»

8.        Το άρθρο 161, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, ο σύνδικος πτωχεύσεως αναλαμβάνει όλα τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις εξουσίες των προβλεπόμενων από τον νόμο ή από το καταστατικό του πιστωτικού ιδρύματος διοικητικών οργάνων και των επικεφαλής των οργάνων αυτών.»

2.      Civilprocesa likums (λεττονικός Κώδικας πολιτικής δικονομίας)

9.        Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας (5) ορίζει τα ακόλουθα:

«Όταν ένα νομικό ζήτημα ρυθμίζεται από διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες είναι άμεσα εφαρμοστέες στη Λεττονία, το λεττονικό δίκαιο εφαρμόζεται στον βαθμό που τούτο επιτρέπεται με βάση το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

10.      Το άρθρο 371 του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας ρυθμίζει το περιεχόμενο της αίτησης εκκαθαρίσεως την οποία υποβάλλει η Finanšu un kapitāla tirgus komisija (επιτροπή χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών) στις περιπτώσεις του άρθρου 129 του λεττονικού νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής:

«Στην αίτηση εκκαθαρίσεως πρέπει να επισυνάπτονται η απόφαση της Finanšu un kapitāla tirgus komisija [επιτροπή χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών] με την οποία ανακαλείται η χορηγηθείσα άδεια για τη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και τα έγγραφα που επιβεβαιώνουν τις περιστάσεις βάσει των οποίων ανακλήθηκε η εν λόγω άδεια.»

11.      Το άρθρο 377, παράγραφος 2, του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει τα ακόλουθα:

«Κατά την έκδοση αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, το δικαστήριο διορίζει εκκαθαριστή για το πιστωτικό ίδρυμα. Το δικαστήριο διορίζει ως εκκαθαριστή του πιστωτικού ιδρύματος πρόσωπο το οποίο έχει προτείνει η Finanšu un kapitāla tirgus komisija [επιτροπή χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών].»

12.      Το άρθρο 387 του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει επίσης τα εξής:

«[…]

(2)      Το δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει τον διορισμό συνδίκου πτωχεύσεως ή εκκαθαριστή κατόπιν αιτήσεως της Finanšu un kapitāla tirgus komisija [επιτροπής χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών]. Στη σχετική αίτηση πρέπει να επισυνάπτεται η απόφαση της Finanšu un kapitāla tirgus komisija [επιτροπής χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών] με την οποία εκφράζεται η δυσπιστία προς τον σύνδικο πτωχεύσεως ή τον εκκαθαριστή η οποία οφείλεται σε μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:

1.      Ο σύνδικος πτωχεύσεως ή ο εκκαθαριστής δεν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 131, παράγραφος 1, ή του άρθρου 1311, παράγραφος 1, του νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις των άρθρων 132 ή 1321·

2.      ο σύνδικος πτωχεύσεως ή ο εκκαθαριστής δεν είναι ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντά του·

3.      ο σύνδικος πτωχεύσεως ή ο εκκαθαριστής προβαίνει σε κατάχρηση των εξουσιών του.

(3)      Το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο ανακλήσεως του διορισμού συνδίκου πτωχεύσεως ή εκκαθαριστή κατόπιν αιτήσεως πιστωτή ή ομάδας πιστωτών ή αυτεπαγγέλτως, εφόσον διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία ως προς το ότι ο σύνδικος πτωχεύσεως ή ο εκκαθαριστής παρέβη, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, τις διατάξεις του νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων ή άλλων πράξεων ή δικαστικές αποφάσεις, δεν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 131, παράγραφος 1, ή του άρθρου 1311, παράγραφος 1, του νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις των άρθρων 132 ή 1321, ο σύνδικος πτωχεύσεως ή ο εκκαθαριστής δεν είναι ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντά του ή προβαίνει σε κατάχρηση των εξουσιών του.»

3.      Komerclikums (λεττονικός εμπορικός Κώδικας)

13.      Το άρθρο 322 του λεττονικού εμπορικού Κώδικα (6), το οποίο επιγράφεται τυπικά ως «Δικαιώματα και καθήκοντα του εκκαθαριστή», ορίζει τα εξής:

«(1)      Ο εκκαθαριστής ασκεί όλα τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου, τα οποία δεν είναι αντίθετα προς τον σκοπό της εκκαθαρίσεως.

(2)      Ο εκκαθαριστής εισπράττει απαιτήσεις συμπεριλαμβανομένων των ποσών που δικαιούται η εταιρία λόγω μη καταβληθέντων μεριδίων κεφαλαίου, εκποιεί τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας και καλύπτει τις απαιτήσεις των πιστωτών.

(3)      Ο εκκαθαριστής μπορεί να προβαίνει μόνον στις συναλλαγές που είναι αναγκαίες για την εκκαθάριση της εταιρίας.

[…]»

III. Το ιστορικό της διαφοράς και η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

14.      Η πρώτη αναιρεσείουσα στην υπόθεση C‑669/17 P, η TKB, είναι λεττονικό πιστωτικό ίδρυμα. Οι αναιρεσείοντες υπό σημεία 2 έως 7 στην υπόθεση αυτή είναι μέτοχοι της TKB (στο εξής: μέτοχοι). Από τον Σεπτέμβριο του 1991, η TKB παρείχε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια που της είχε χορηγήσει για τον σκοπό αυτόν η Finanšu un kapitāla tirgus komisija (λεττονική επιτροπή χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών, στο εξής: FKΤK).

15.      Στις 5 Φεβρουαρίου 2016, η FKΤK πρότεινε στην ΕΚΤ να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της TKB δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 5, του κανονισμού 1024/2013.

16.      Στις 3 Μαρτίου 2016, η ΕΚΤ εξέδωσε την απόφαση ECB/SSM/2016 – 529900WIP0INFDAWTJ81/1 WOANCA‑2016‑0005, με την οποία ανακάλεσε την τραπεζική άδεια της TKB, αφού εξέτασε από κοινού με την FKΤK αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Συγχρόνως, απέρριψε την αίτηση της TKB σχετικά με την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για έναν μήνα.

17.      Στις 14 Μαρτίου 2016, το Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (περιφερειακό δικαστήριο του Vidzeme της πόλης της Ρίγας, Λεττονία) κίνησε τη διαδικασία εκκαθαρίσεως σε σχέση με τα εταιρικά περιουσιακά στοιχεία της TKB, κατόπιν αιτήσεως της FKΤK, και διόρισε εκκαθαριστή τον οποίο είχε προτείνει η FKΤK. Η TKB ζήτησε, πριν από την έκδοση της αποφάσεως για την έναρξη της διαδικασίας, να διατηρηθεί το δικαίωμα εκπροσωπήσεως που διαθέτει το διοικητικό συμβούλιο, με σκοπό την υποβολή αντιρρήσεων ενώπιον του συμβουλίου επανεξέτασης της ΕΚΤ και την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Τα εν λόγω αιτήματα απορρίφθηκαν από το Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (περιφερειακό δικαστήριο του Vidzeme της πόλης της Ρίγας). Κατά της αποφάσεως αυτής δεν μπορεί να ασκηθεί κανένα ένδικο βοήθημα.

18.      Στις 17 Μαρτίου 2016, η έναρξη της διαδικασίας εκκαθαρίσεως και ο διορισμός εκκαθαριστή δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Λεττονίας. Κατά την ίδια ημερομηνία, ανακλήθηκαν με απόφαση του εκκαθαριστή όλες οι προγενέστερες εξουσιοδοτήσεις που είχε χορηγήσει η TKB. Η ανάκληση δημοσιεύθηκε στις 21 Μαρτίου 2016 στη λεττονική Επίσημη Εφημερίδα με τη μεσολάβηση συμβολαιογράφου.

19.      Στις 3 Απριλίου 2016, η TKB, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους που είχε εξουσιοδοτήσει το πρώην διοικητικό συμβούλιο πριν από τις 17 Μαρτίου 2016, υπέβαλε αντιρρήσεις κατά της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης της ΕΚΤ. Στην απόφαση της 30ής Μαΐου 2016, το συμβούλιο επανεξέτασης έκρινε ότι οι τυπικές και ουσιαστικές αιτιάσεις της TKB είναι αβάσιμες και η απόφαση της ΕΚΤ για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας είναι συνολικά δεόντως αιτιολογημένη και σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, ζήτησε από την ΕΚΤ να διευκρινίσει ορισμένα σημεία της αποφάσεως. Στη συνέχεια, στις 11 Ιουλίου 2016, η ΕΚΤ εξέδωσε νέα απόφαση σχετικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας (7) της TKB, η οποία αντικατέστησε την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016.

20.      Στις 13 Μαΐου 2016, αφενός η TKB και αφετέρου οι μέτοχοι άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με σκοπό την ακύρωση της αποφάσεως της ΕΚΤ σχετικά με την ανάκληση της τραπεζικής άδειας. Στο πλαίσιο αυτό, η TKB εκπροσωπήθηκε εκ νέου από τους δικηγόρους που είχε εξουσιοδοτήσει το πρώην διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας πριν από τις 17 Μαρτίου 2016.

21.      Στις 29 Σεπτεμβρίου 2016 η ΕΚΤ προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, τόσο σε σχέση με την προσφυγή της TKB όσο και σε σχέση με την προσφυγή των μετόχων.

22.      Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ με χωριστή διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη) (8). Συμφώνησε με την επιχειρηματολογία της ΕΚΤ ότι οι δικηγόροι που είχαν εξουσιοδοτηθεί από το πρώην διοικητικό συμβούλιο δεν διέθεταν ισχυρή εξουσιοδότηση, δεδομένου ότι είχαν λάβει εντολή από πρόσωπο το οποίο δεν είχε πλέον δικαίωμα εκπροσωπήσεως. Το πρόσωπο που είχε στο εξής δικαίωμα εκπροσωπήσεως, δηλαδή, ο εκκαθαριστής, μπορούσε να ανακαλέσει τις εντολές όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτόν, η προσφυγή της TKB θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.

23.      Όσον αφορά όμως την προσφυγή των μετόχων, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ: έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να γίνει δεκτό, κατ’ εξαίρεση, το έννομο συμφέρον των μετόχων να προσφύγουν υπέρ της TKB και κατά της ανακλήσεως της τραπεζικής άδειας. Πιο συγκεκριμένα, στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι μέτοχοι δεν είχαν καμία δυνατότητα να ασκήσουν επιρροή σε εταιρικό επίπεδο. Επίσης, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι μέτοχοι έπρεπε να θεωρηθούν ως ατομικά και άμεσα θιγόμενοι από την ανάκληση της τραπεζικής άδειας.

24.      Τόσο η TKB και οι μέτοχοι όσο και η ΕΚΤ και η Επιτροπή άσκησαν αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

25.      Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑663/17 P της 24ης Νοεμβρίου 2017, η ΕΚΤ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, κατά το μέρος που αναγνωρίζει ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες, πλην της TKB, είχαν έννομο συμφέρον και ενεργητική νομιμοποίηση να ασκήσουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (σημείο 2 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως),

–        να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς και να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή [των μετόχων], και

–        να καταδικάσει [τους μετόχους] στα δικαστικά έξοδα.

26.      Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑665/17 P της 27ης Νοεμβρίου 2017, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη κατά το μέρος που απορρίπτει την ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά την προσφυγή των μετόχων,

–        να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή [των μετόχων], και

–        να καταδικάσει [τους μετόχους] στα δικαστικά έξοδα.

27.      Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑669/17 P της 25ης Νοεμβρίου 2017, η TKB και οι μέτοχοι ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει το σημείο 1 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ήτοι της αποφάνσεως του Γενικού Δικαστηρίου ότι παρέλκει η απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως της TKB,

–        να κρίνει ότι η προσφυγή της TKB δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου,

–        να κρίνει ως παραδεκτή την προσφυγή της TKB,

–        να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, ώστε αυτό να αποφανθεί επί της προσφυγής ακυρώσεως, και

–        να καταδικάσει την ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της κατ’ αναίρεση δίκης.

28.      Στο υπόμνημά τους επί της αιτήσεως αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑663/17 P και C‑665/17 P, η TKB και οι μέτοχοι ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως,

–        να κρίνει ως παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως [των μετόχων] και να διαπιστώσει ότι η προσφυγή δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και

–        να καταδικάσει την ΕΚΤ και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

29.      Στο υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑669/17 P, η ΕΚΤ ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και

–        να καταδικάσει [την TKB και τους μετόχους] στα δικαστικά έξοδα.

30.      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2018, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑663/17 P, C‑665/17 P και C‑669/17 P προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

31.      Οι διάδικοι κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως αναιρέσεως και τις ανέπτυξαν κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία της 11ης Φεβρουαρίου 2019.

V.      Νομική εκτίμηση

32.      Η ένσταση απαραδέκτου που άσκησε η ΕΚΤ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου έγινε δεκτή μόνον εν μέρει, ήτοι ως προς την προσφυγή της TKB. Για τον λόγο αυτόν, αμφότερες οι πλευρές βάλλουν κατά της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, η δε Επιτροπή υποστηρίζει τη θέση της ΕΚΤ με δική της χωριστή αίτηση αναιρέσεως.

33.      Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑669/17 P, η TKB και οι μέτοχοι βάλλουν κατ’ αρχάς κατά του σημείου 1 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η απόφαση επί της προσφυγής της TKB (σχετικά, υπό Α).

34.      Οι αιτήσεις αναιρέσεως της ΕΚΤ στην υπόθεση C‑663/17 P και της Επιτροπής στην υπόθεση C‑665/17 P στρέφονται κατά του σημείου 2 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ όσον αφορά την προσφυγή των μετόχων. Αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως στηρίζονται στην αμφισβήτηση των εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου τόσο σε σχέση με το έννομο συμφέρον όσο και σε σχέση με το αν οι μέτοχοι θίγονται άμεσα και ατομικά. Για τον λόγο αυτόν, το βάσιμο των εν λόγω αιτήσεων αναιρέσεως μπορεί να εξετασθεί από κοινού (υπό Β).

1.      Επί της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C669/17 P

35.      Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑669/17 P, η TKB και οι μέτοχοι βάλλουν κατά του σημείου 1 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η απόφαση επί της προσφυγής της TKB. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η κρίση του αυτή στηρίζεται στο ότι ο εκκαθαριστής ανακάλεσε στις 17 Μαρτίου 2016 όλα τα πληρεξούσια που είχε χορηγήσει η TKB και το πρώην διοικητικό της συμβούλιο, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να μην εκπροσωπείται πλέον νομίμως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

36.      Προς στήριξη της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η TKB και οι μέτοχοι προβάλλουν, επί της ουσίας (9), δύο λόγους και συγκεκριμένα, πρώτον, παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και, δεύτερον, επικουρικώς, ότι η εντολή που είχε δοθεί στους δικηγόρους δεν ανακλήθηκε εγκύρως.

1.      Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως

37.      Η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη στο μέτρο που ασκήθηκε από τους μετόχους και αφορά αποκλειστικώς το σημείο 1 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 56, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να ασκηθεί μόνον από διάδικο που ηττήθηκε εν όλω ή εν μέρει. Το Γενικό Δικαστήριο όμως έκρινε παραδεκτή την προσφυγή των μετόχων.

38.      Στον βαθμό που η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την TKB, το παραδεκτό της εξαρτάται από το βάσιμο των αιτιάσεων στις οποίες η TKB στηρίζει την αίτησή της. Επομένως, το βάσιμο και το παραδεκτό πρέπει να συνεξετασθούν.

2.      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας

39.      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η TKB υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι δεν συνάδει με την υποχρέωση διασφαλίσεως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας το να γίνει δεκτό, ως αποτέλεσμα της εκκαθαρίσεως, το αποκλειστικό δικαίωμα εκπροσώπησης του εκκαθαριστή για όλα τα ζητήματα της ανακλήσεως άδειας και η εξουσία του να ανακαλεί τις εντολές των δικηγόρων που είχε διορίσει το διοικητικό συμβούλιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, η TKB θα στερούνταν από νομικής, ή τουλάχιστον πρακτικής απόψεως, τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας σε σχέση με την ανάκληση της τραπεζικής άδειας.

40.      Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το ανωτέρω επιχείρημα με τις σκέψεις 36 έως 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Συναφώς, παρέθεσε ως σκεπτικό το ότι η TKB, ως νομικό πρόσωπο, εξακολουθεί να διαθέτει ενεργητική νομιμοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ και απόκειται στον εκκαθαριστή να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως στο όνομα της TKB. Κατόπιν της εκκαθαρίσεως και του διορισμού του εκκαθαριστή, το πρώην διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί πλέον να εκπροσωπεί κατά τρόπο ισχυρό την TKB και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να εξουσιοδοτήσει κανέναν δικηγόρο. Αντιθέτως, η εν λόγω απόφαση απόκειται πλέον στον εκκαθαριστή ο οποίος μπορεί να ανακαλέσει και τις εντολές των δικηγόρων που άσκησαν την προσφυγή ακυρώσεως στο όνομα της TKB.

41.      Συνεπώς, επιβάλλεται να εξετασθεί αν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ορθώς, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ο σκοπός της δικαστικής προστασίας της τράπεζας, ήτοι η αναίρεση της αποφάσεως σχετικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, μπορεί να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά με την παραπομπή στο πρόσωπο του εκκαθαριστή. Η TKB αμφισβητεί τούτο για δύο λόγους.

42.      Αφενός, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι η εντολή του εκκαθαριστή περιλαμβάνει και τη νομική εξουσία προσβολής της ανακλήσεως της άδειας. Συναφώς, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε, κατ’ ουσίαν, τα πραγματικά περιστατικά (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά, υπό β).

43.      Αφετέρου, η ΤΚΒ χαρακτηρίζει νομικά εσφαλμένη την εκτίμηση ότι η δυνατότητα δικαστικής προστασίας μέσω του εκκαθαριστή είναι αποτελεσματική κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Πρώτον, ο εκκαθαριστής διορίζεται από την FKΤK, με πρόταση της οποίας η ΕΚΤ ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της αναιρεσείουσας. Για τον λόγο αυτόν, ο εκκαθαριστής δεν μπορεί να εκπροσωπήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της TKB έναντι των συγκεκριμένων θεσμικών οργάνων. Δεύτερον, μόνον το διοικητικό συμβούλιο είχε εμπλακεί εξαρχής ουσιαστικά στη διαδικασία για την ανάκληση της άδειας και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να υποκατασταθεί από τον εκκαθαριστή κατά το στάδιο εξελίξεως της διαδικασίας. Τρίτον, ο εκκαθαριστής θα διέπραττε παράβαση καθήκοντος, εάν επιδίωκε την αναβίωση της άδειας και, κατ’ επέκταση, της οικονομικής δραστηριότητας της εταιρίας, ενώ ο σκοπός του συνίσταται στην εκκαθάρισή της (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά υπό γ).

44.      Ως προκαταρκτικό ερώτημα, πάντως, πρέπει να διευκρινισθεί εάν το δίκαιο της Ένωσης δύναται να θεμελιώσει τη διατήρηση της εξουσίας εκπροσώπησης του πρώην διοικητικού συμβουλίου για τους σκοπούς της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, αντιθέτως προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που ορίζουν τις εξουσίες του εκκαθαριστή και την εκπροσώπηση πιστωτικού ιδρύματος υπό εκκαθάριση (σχετικά, υπό α).

1)      Επί του συνδυασμού του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως που ασκεί νομικό πρόσωπο

45.      Το κατά πόσον ένα νομικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως της Ένωσης με βάση το άρθρο 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ αποτελεί ζήτημα που άπτεται αποκλειστικώς του δικαίου της Ένωσης (10). Ωστόσο, επειδή το νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να προβεί το ίδιο σε διαδικαστικές ενέργειες, η δυνατότητά του να τύχει δικαστικής προστασίας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης συνδέεται άμεσα με το ζήτημα του καθορισμού του προσώπου που έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο. Το ζήτημα αυτό άπτεται επίσης του δικαίου της Ένωσης.

46.      Εφόσον σε επίπεδο Ένωσης δεν υφίστανται κανόνες σχετικοί με την εκπροσώπηση των νομικών προσώπων, το πρόσωπο που έχει δικαίωμα εκπροσωπήσεως προσδιορίζεται καταρχήν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο (11). Συγχρόνως όμως το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να θίγει το δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία, εάν και στον βαθμό που εφαρμόζονται οι διατάξεις του εθνικού δικαίου όσον αφορά συγκεκριμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις (12).

47.      Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η απόφαση του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου του Vidzeme της πόλης της Ρίγας) που έχει ισχύ δεδικασμένου αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, προσφυγή ακυρώσεως εκ μέρους της Τράπεζας εκπροσωπούμενης από το πρώην διοικητικό συμβούλιο. Με την απόφαση αυτή, λοιπόν, απαγορεύθηκε στο πρώην διοικητικό συμβούλιο της TKB, παρά το αντίθετο αίτημα των δικηγόρων, να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως στο όνομα της TKB κατά της αποφάσεως της ΕΚΤ. Στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση αυτή έχει ισχύ δεδικασμένου, ακόμη και αν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων και μάλιστα ακόμη και αν ο εκκαθαριστής δεν διαθέτει την εξουσία να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως στο όνομα της αναιρεσείουσας.

48.      Ωστόσο, αν η ανωτέρω διαπίστωση είναι ορθή, η δυνατότητα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου της αποφάσεως της ΕΚΤ, δηλαδή μιας πράξεως της Ένωσης, θα εξαρτάται εν τέλει από το εθνικό δίκαιο. Η δυνατότητα αυτή μάλιστα θα μπορούσε και να αποκλειστεί εντελώς με βάση το εθνικό δίκαιο, εάν παραδείγματος χάρη ο εκκαθαριστής δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις. Η τελική απόφαση όμως ως προς το αν μια πράξη της Ένωσης δύναται να ελεγχθεί (αποτελεσματικά) δεν μπορεί να απόκειται στο εθνικό δίκαιο.

49.      Η λογική αυτή προκύπτει από διάφορα παραδείγματα της νομολογίας του Δικαστηρίου.

50.      Παραδείγματος χάρη, στην απόφαση Groupement des Agences de voyages, το Δικαστήριο δέχθηκε το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται από εταιρία υπό σύσταση, η οποία δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα βάσει του εθνικού δικαίου, μολονότι κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα αυτό, μπορεί να ληφθεί υπόψη, καταρχήν, μόνον το εθνικό δίκαιο περί εταιριών (13). Ωστόσο, σε σχέση με την αποτελεσματική δικαστική προστασία, έχει καθοριστική σημασία ότι μια ένωση η οποία είναι αποδέκτης πράξεως της Ένωσης πρέπει να έχει και τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της εν λόγω πράξεως (14).

51.      Ομοίως, στην υπόθεση PKK, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια οργάνωση, ανεξάρτητα από τη διάλυσή της και την απώλεια της νομικής της προσωπικότητας, πρέπει να θεωρείται ότι διαθέτει ενεργητική νομιμοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, εάν δεν μπορεί να εξασφαλισθεί με διαφορετικό τρόπο αποτελεσματική δικαστική προστασία (15). Στην αναιρεθείσα απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί επίσης ότι τέτοια οργάνωση δεν μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκπρόσωπο, διότι στερείται νομικής προσωπικότητας (16). Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν θεώρησε σκόπιμο να παρακάμψει την απαίτηση αυτή, μολονότι είχε εντοπίσει το ζήτημα σχετικά με τη δικαστική προστασία (17).

52.      Ασφαλώς, οι εν λόγω αποφάσεις αφορούσαν τη διατήρηση της νομικής προσωπικότητας νομικού προσώπου για τους σκοπούς της ασκήσεως προσφυγής ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και όχι τη διατήρηση της εξουσίας εκπροσώπησης ενός προσώπου το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του νομικού προσώπου. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές στηρίζονται στη λογική ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης επ’ ουδενί έχουν «δεμένα τα χέρια» στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν δύναται να εξασφαλίσει αποτελεσματική δικαστική προστασία (18). Αντιθέτως, ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις υποχρεούνται να εγγυώνται αποτελεσματική δικαστική προστασία.

53.      Τούτο δεν αποκλείεται ούτε για τον λόγο ότι, σε άλλες περιπτώσεις, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρόσωπο που αναζητεί δικαστική προστασία έχει εν τέλει μόνον αξίωση αποζημιώσεως, όταν το εθνικό δίκαιο του στερεί τη δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Οι υποθέσεις που εξετάσθηκαν στο πλαίσιο αυτό κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν αφορούσαν προσφυγές κατά πράξεως της Ένωσης εκ μέρους του αποδέκτη της κατά την έννοια του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, αλλά προσφυγές μη αποδεκτών κατά πράξεων της Ένωσης γενικής εφαρμογής που χρήζουν μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη ή προϋποθέτουν εθνικές εκτελεστικές πράξεις (19). Εάν το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει αποτελεσματική δικαστική οδό στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι δυνατόν «αντ’ αυτού» να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως απευθείας κατά της βασικής πράξεως της Ένωσης, ενώ τέτοια προσφυγή δεν προβλέπεται στο σύστημα του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.

54.      Εντούτοις, η προσφυγή που άσκησε στην προκειμένη περίπτωση ο αποδέκτης –η TKB– κατά της εις βάρος του πράξεως της Ένωσης –της αποφάσεως της ΕΚΤ– προβλέπεται άνευ ετέρου στο σύστημα του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ και δεν μπορεί ιδίως να αντικατασταθεί από αξίωση αποζημιώσεως. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση, δεν υφίσταται καμία θεωρητική δυνατότητα ελέγχου της ανακλήσεως της άδειας στην οποία προέβη η ΕΚΤ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (20).

55.      Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν θα μπορούσε επίσης να αποτρέψει την προκειμένη κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, για την αίτηση αυτή, όπως και για την άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως από το Δικαστήριο. Ωστόσο, κατόπιν της ανακλήσεως της άδειας, 11 ημέρες μετά την έκδοση της αποφάσεως της ΕΚΤ είχε διορισθεί ήδη εκκαθαριστής και, ως εκ τούτου, οι εντολές των δικηγόρων θα είχαν ήδη ανακληθεί και κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, το Δικαστήριο μπορεί μεν να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης πράξεως δυνάμει του άρθρου 278 ΣΛΕΕ, εν προκειμένω την εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως της άδειας, αλλά όχι την εκκαθάριση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

56.      Το συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση ο προσδιορισμός του προσώπου που δικαιούται να εκπροσωπεί την TKB δεν μπορεί να εξαρτάται από το εθνικό δίκαιο επιβεβαιώνεται από τη σύγκριση με παράλληλα εξελισσόμενες ένδικες διαδικασίες: σε παρόμοια διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το αρμόδιο μαλτέζικο δικαστήριο εκκαθαρίσεως, στην απόφασή του περί ενάρξεως της διαδικασίας εκκαθαρίσεως της οικείας τράπεζας, αποφάνθηκε ρητώς υπέρ της διατήρησης της εξουσίας εκπροσώπησης του διοικητικού συμβουλίου για τους σκοπούς της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά της ανακλήσεως της τραπεζικής άδειας (21). Στη Λεττονία έχουν υπάρξει επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες το διοικητικό συμβούλιο θεωρήθηκε ότι διατηρεί το δικαίωμα εκπροσώπησης στη δίκη κατά της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας (22). Αν γινόταν δεκτό το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου, η δυνατότητα ελέγχου πράξεως της Ένωσης θα εξηρτάτο από το νομικό πλαίσιο στο εκάστοτε κράτος μέλος.

57.      Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έκρινε ότι η εξουσία εκπροσώπησης και κατ’ επέκταση η εξουσία ανακλήσεως των εντολών πρέπει να προσδιορίζεται αποκλειστικώς σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

58.      Η εν λόγω πλάνη όμως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως μόνον, εάν η ανάκληση της σχετικής εντολής από τον εκκαθαριστή δύναται όντως να αποτρέψει την αποτελεσματική δικαστική προστασία της τράπεζας έναντι της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της. Η πλάνη θα αποκλειόταν, εάν ο σκοπός της δικαστικής προστασίας της τράπεζας μπορούσε να εξασφαλισθεί εξίσου αποτελεσματικά μέσω του εκκαθαριστή.

2)      Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

59.      Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη περιγράφει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ως το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής κάθε προσώπου ενώπιον δικαστηρίου. Επιπλέον, από το άρθρο 47, παράγραφος 3, του Χάρτη προκύπτει ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής η οποία είναι μόνον τυπική ή υφίσταται θεωρητικώς, ενώ στην πράξη αποκλείεται, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής (23). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η δυνατότητα δικαστικής προστασίας δεν είναι αποτελεσματική όταν ο μοναδικός τρόπος προκειμένου οι ιδιώτες να αποκτήσουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι να διαπράξουν παράβαση, ώστε να μπορούν να αμυνθούν στη συνέχεια έναντι της επιβολής κυρώσεων (24).

60.      Σε περίπτωση που ο εκκαθαριστής, κατά το λεττονικό δίκαιο, στερούνταν ήδη de jure το δικαίωμα να προσβάλει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η τράπεζα δεν θα διέθετε κανένα ένδικο βοήθημα, διότι από τη φύση των πραγμάτων προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο δεν δύναται να προβεί το ίδιο σε διαδικαστικές ενέργειες, αλλά πρέπει να εκπροσωπείται από φυσικό πρόσωπο. Έτσι, όμως, δεν θα πληρούνταν οι απαιτήσεις περί αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας.

61.      Η TKB υποστήριξε πρωτοδίκως ότι ο περιορισμός αυτός της εξουσίας εκπροσώπησης του εκκαθαριστή προκύπτει από το άρθρο 322, παράγραφος 1, του λεττονικού εμπορικού Κώδικα, το οποίο περιορίζει τις εξουσίες του σε ενέργειες οι οποίες δεν είναι αντίθετες προς τον σκοπό εκκαθαρίσεως της εταιρίας. Αντιθέτως, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το λεττονικό δίκαιο αναθέτει στον εκκαθαριστή το καθήκον να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως στο όνομα της τράπεζας.

62.      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η εσφαλμένη εκτίμηση του εθνικού δικαίου από το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει παραμορφώσει το εθνικό δίκαιο (25).

63.      Συναφώς, το Δικαστήριο εξετάζει αν το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε βάσει των εγγράφων και των άλλων κειμένων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του το γράμμα των επίμαχων εθνικών διατάξεων ή τη σχετική εθνική νομολογία, ακολούθως αν το Γενικό Δικαστήριο προέβη, υπό το πρίσμα των εν λόγω στοιχείων, σε διαπιστώσεις προδήλως αντίθετες προς το περιεχόμενό τους και, τέλος, αν, κατά την εξέταση του συνόλου των στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει το περιεχόμενο της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, προσέδωσε σε ένα εκ των στοιχείων αυτών περιεχόμενο που δεν έχει σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία, εφόσον τούτο συνάγεται καταφανώς από τη δικογραφία (26).

64.      Επομένως, η αναιρεσείουσα θα έπρεπε να προβάλει ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διαπιστώσεις που προδήλως αντιβαίνουν στο περιεχόμενο του εν λόγω εθνικού δικαίου ή ότι, σε σχέση προς τα στοιχεία της δικογραφίας, προσέδωσε στο δίκαιο αυτό περιεχόμενο που προφανώς δεν έχει (27).

65.      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά την εκτίμηση της TKB, οι ενέργειες του εκκαθαριστή, με βάση το άρθρο 322, παράγραφος 1, του λεττονικού εμπορικού Κώδικα, περιορίζονται σε μέτρα τα οποία δεν αντιβαίνουν στον σκοπό της εκκαθαρίσεως, ενώ η ΕΚΤ επικαλείται το άρθρο 133, παράγραφος 4, και το άρθρο 161, παράγραφος 1, του λεττονικού νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να αποδείξει ότι ο εκκαθαριστής έχει όλες τις εξουσίες που θα είχε και το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας.

66.      Το νομικό καθεστώς της Λεττονίας, λοιπόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο σαφές, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο εκκαθαριστής έχει τουλάχιστον de jure τη δυνατότητα να προσβάλει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας από την ΕΚΤ ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης συνιστά παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων.

67.      Επομένως, η εν λόγω διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου είναι δεσμευτική.

3)      Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

68.      Κατά συνέπεια, απομένει να εξεταστεί αν το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να δεχθεί την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στο σημείο 59 των παρουσών προτάσεων, ένα ένδικο βοήθημα δεν μπορεί να είναι ούτε de facto αναποτελεσματικό.

69.      Στο πλαίσιο αυτό, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Bobek έχει παρατηρήσει ήδη, σε άλλη υπόθεση, ότι στο ζήτημα κατά πόσον ένα ένδικο βοήθημα είναι αποτελεσματικό πρέπει να δοθεί απάντηση βάσει διαρθρωτικών εκτιμήσεων (28). Υπό την έννοια αυτή, η ύπαρξη αμιγώς τυπικής δυνατότητας ασκήσεως ένδικου βοηθήματος ενδέχεται να μην αρκεί, εάν το νομικό πλαίσιο είναι σχεδιασμένο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η εν λόγω δυνατότητα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην πράξη. Σε διαφορετική περίπτωση, το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη θα στερούνταν νοήματος.

1)      Πρέπει να θεωρείται αποτελεσματική η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής από τον εκκαθαριστή;

70.      Όσον αφορά τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής από τον εκκαθαριστή μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθαρίσεως, η ΤΚΒ προβάλλει, πρώτον, ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 322, παράγραφος 1, του λεττονικού εμπορικού Κώδικα, θα συνιστούσε τουλάχιστον παράβαση καθήκοντος του εκκαθαριστή το να προσβάλλει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Για τον λόγο αυτόν, η άσκηση προσφυγής από τον εκκαθαριστή αποτελεί μόνο θεωρητική δυνατότητα. Η ΕΚΤ αντιτείνει ότι ο εκκαθαριστής δεσμεύεται έναντι των πιστωτών να δημιουργήσει όσο το δυνατόν υψηλότερο συνολικό ποσό προς διανομή και, ως εκ τούτου, θα είχε ενδεχομένως συμφέρον να προσβάλει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

71.      Βεβαίως, είναι ορθό, καταρχήν, ότι μια προσωρινή συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της οικείας εταιρίας ενδέχεται να είναι αποδεκτή υπό ορισμένες συνθήκες, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως του εκκαθαριστή έναντι των πιστωτών της εταιρίας. Σε αντίθεση προς τη διαδικασία αφερεγγυότητας όμως, ο σκοπός της εκκαθαρίσεως συνίσταται στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας και την οριστική παύση της λειτουργίας της. Εάν γινόταν δεκτό ότι ο εκκαθαριστής έχει καθήκον να προσβάλει την ανάκληση της άδειας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, θα απαιτούνταν, κατ’ ουσίαν, από αυτόν να εξαλείψει τον νομικό λόγο για την εκκαθάριση της εταιρίας. Τούτο όμως δεν συνάδει με την εντολή του.

72.      Η κατάσταση αυτή δεν πρέπει να συγκρίνεται με την περίπτωση του συνδίκου πτωχεύσεως που διαχειρίζεται την περιουσία εταιρίας η οποία έπρεπε να κηρύξει αφερεγγυότητα κατόπιν πράξεως της Ένωσης που εκδόθηκε εις βάρος της, όπως είναι η επιβολή προστίμου βάσει των κανόνων περί ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα η ανάθεση στον σύνδικο πτωχεύσεως της αποκλειστικής εκπροσώπησης της οικείας εταιρίας στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης (29). Πράγματι, η έχει συμφέρον να αμφισβητήσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε βάσει των κανόνων περί ανταγωνισμού, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποφευχθεί η αφερεγγυότητα. Συναφώς, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια υπόθεση που τέθηκε στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου: στην υπόθεση αυτή, ο σύνδικος πτωχεύσεως που διορίστηκε μετά την επιβολή του προστίμου βάσει των κανόνων του ανταγωνισμού είχε νομική υποχρέωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο να διατηρήσει εν ενεργεία την οικεία εταιρία (30). Στην υπό κρίση περίπτωση όμως η κατάσταση είναι ακριβώς αντίθετη από απόψεως συμφερόντων και καθηκόντων.

73.      Δεύτερον, η TKB υποστηρίζει ότι μόνον το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να εκπροσωπήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της τράπεζας, καθόσον είχε συμμετάσχει εξαρχής στην περίπλοκη διαδικασία της ανακλήσεως της άδειας. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να εξασφαλισθεί η συνέχεια των προσώπων που ενεργούν στο στάδιο εξελίξεως της διαδικασίας.

74.      Συναφώς, επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι το συμβούλιο επανεξέτασης της ΕΚΤ δεν έκρινε ως απαράδεκτη την ένσταση που υπέβαλε το διοικητικό συμβούλιο κατά της ανακλήσεως της άδειας, μολονότι είχαν ανακληθεί ήδη οι εντολές από τον εκκαθαριστή και είχε εκδοθεί διαφορετική απόφαση του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (περιφερειακού δικαστηρίου του Vidzeme της πόλης της Ρίγας), και αποφάνθηκε επί της ουσίας. Τούτο συνηγορεί υπέρ του να έχουν τα πρόσωπα αυτά εξουσία εκπροσωπήσεως της τράπεζας και στο στάδιο εξελίξεως της διαδικασίας. Επιπλέον, από την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διατήρηση της νομικής προσωπικότητας των νομικών προσώπων, με σκοπό την άσκηση προσφυγής ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, απορρέει ότι ο αποδέκτης πράξεως της Ένωσης πρέπει να μπορεί να προσφύγει κατά της εις βάρος του πράξεως υπό τη μορφή που είχε κατά τον χρόνο που τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στράφηκαν εναντίον του (31).

75.      Επιπροσθέτως, τρίτον, ο εκκαθαριστής τράπεζας της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια διορίζεται κατόπιν προτάσεως της FKΤK δυνάμει του άρθρου 377, παράγραφος 2, του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας. Κατά το άρθρο 387, παράγραφος 2, του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας, η FKΤK μπορεί επίσης ανά πάσα στιγμή να υποβάλει αίτηση αντικαταστάσεως του εκκαθαριστή, εάν δεν τον εμπιστεύεται πλέον. Εάν ληφθεί υπόψη, συγχρόνως, ότι η ΕΚΤ ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της TKB κατόπιν προτάσεως της FKΤK, η σύγκρουση συμφερόντων είναι προφανής. Εάν ο εκκαθαριστής ήθελε να προσφύγει κατά της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας από την ΕΚΤ, θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αντικατασταθεί κατόπιν αιτήσεως της FKΤK η οποία, από αυτήν την άποψη, βρίσκεται στη διάθεση της ΕΚΤ.

76.      Σε παρόμοια υπόθεση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι το γεγονός ότι η νομιμότητα της ανακλήσεως της τραπεζικής άδειας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εκκαθάριση της οικείας τράπεζας, μπορούσε να τεθεί υπό δικαστικό έλεγχο μόνο με πρωτοβουλία του εκκαθαριστή, και όχι του πρώην διοικητικού συμβουλίου, συνιστά παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Συναφώς, το ΕΔΔΑ στηρίχθηκε ιδίως στο ότι ο εκκαθαριστής ελεγχόταν στην πράξη από την εποπτική αρχή η οποία θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ζητήσει ανά πάσα στιγμή την αντικατάστασή του από το πτωχευτικό δικαστήριο (32). Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση –αντιθέτως προς την περίπτωση που έκρινε το ΕΔΔΑ–, η FKΤK δεν μπορεί να διορίσει η ίδια τον εκκαθαριστή, καθόσον το άρθρο 377, παράγραφος 2, και το άρθρο 387, παράγραφος 2, του λεττονικού Κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπουν ότι το δικαστήριο διορίζει το πρόσωπο που προτείνει η FKΤK και ανακαλεί τον διορισμό του σε περίπτωση που η FKΤK απολέσει την εμπιστοσύνη της στο συγκεκριμένο πρόσωπο.

77.      Επομένως, η απόφαση του εκκαθαριστή να μην προσβάλει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας είναι δομικό χαρακτήρα και δεν στηρίζεται σε οικονομική ή νομική στάθμιση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για τον λόγο αυτόν, δεν μπορεί να αντιταχθεί στην TKB ότι δεν επιδίωξε ενώπιον των λεττονικών δικαστηρίων την αντικατάσταση του διορισμένου εκκαθαριστή. Υπό το πρίσμα του λεττονικού νομικού καθεστώτος, όπως αυτό προκύπτει από τη δικογραφία, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, ένας εκκαθαριστής δεν θα προσέβαλε την ανάκληση της τραπεζικής άδειας για λόγους συστηματικής φύσεως. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται επίσης καμία κατάσταση στην οποία το διοικητικό συμβούλιο δεν θα ήταν απλώς ικανοποιημένο με τη διαφορετική εκτίμηση του εκκαθαριστή όσον αφορά τη σκοπιμότητα μιας νομικής ενέργειας σε μεμονωμένη περίπτωση (33).

78.      Τέταρτον, το γεγονός ότι, λόγω της εκκαθαρίσεως της ΤΚΒ, η οποία δεν είναι αναστρέψιμη βάσει του λεττονικού δικαίου, απομένουν στην πράξη μόνον οι αξιώσεις αποζημιώσεως, η διεκδίκηση των οποίων θα μπορούσε να ενδιαφέρει και τον εκκαθαριστή, δεν δικαιολογεί καμία άλλη προσέγγιση. Υπό το πρίσμα του λεττονικού νομικού καθεστώτος, ο εκκαθαριστής υπόκειται στην περιγραφείσα σύγκρουση συμφερόντων ακόμη και σε σχέση με την προσβολή της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας με σκοπό τη μεταγενέστερη προβολή αξιώσεων αποζημιώσεως. Εντούτοις, θα έπρεπε επιπλέον να προσβάλει τυπικά τον νομικό λόγο της εκκαθαρίσεως. Εξάλλου, η συλλογιστική αυτή θα οδηγούσε στον αποκλεισμό της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας με το επιχείρημα ότι το λεττονικό νομικό καθεστώς αποκλείει εκ των προτέρων την αποτελεσματική (πρωτογενή) δικαστική προστασία από την ανάκληση της άδειας.

79.      Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο σκοπός της δικαστικής προστασίας της TKB δύναται να επιτευχθεί αποτελεσματικά με την προσφυγή την οποία πρέπει να ασκήσει ο εκκαθαριστής.

2)      Συνιστά η προσφυγή των μετόχων αποτελεσματική εναλλακτική δικαστικής προστασίας;

80.      Η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κατά την οποία το δικαίωμα της ΤΚΒ σε αποτελεσματική δικαστική προστασία δεν περιορίσθηκε με την ανάκληση των εντολών και την επακόλουθη εξάλειψη του αντικειμένου της προσφυγής, θα μπορούσε να αποδειχθεί ορθή για άλλους λόγους.

81.      Τούτο θα ίσχυε ιδίως εάν η προσφυγή των μετόχων, την οποία το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ως παραδεκτή στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ήταν κατάλληλη να εξασφαλίσει εξίσου αποτελεσματικά την επίτευξη του σκοπού δικαστικής προστασίας της τράπεζας.

82.      Στην προκειμένη περίπτωση, μπορούν να ληφθούν υπόψη δύο είδη προσφυγής εκ μέρους των μετόχων: προσφυγή που ασκείται από τους μετόχους στο δικό τους όνομα προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και η προσφυγή που ασκείται από τους μετόχους στο δικό τους όνομα προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εταιρίας (υπό μορφή εξαιρετικής νομιμοποίησης) (34).

83.      Η πρώτη περίπτωση, η προσφυγή των μετόχων κατά της ανακλήσεως της άδειας βάσει δικού τους δικαιώματος και ιδίως προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων κυριότητάς τους (35), συνιστά εκ προοιμίου aliud προσφυγής της τράπεζας –ως κατόχου της άδειας λειτουργίας– με σκοπό την υπεράσπιση των συμφερόντων των μετόχων που συνδέονται με τη διατήρηση της άδειας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί εξίσου αποτελεσματική.

84.      Το Γενικό Δικαστήριο όμως έλαβε ως δεδομένο, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι σε περίπτωση όπως η εξεταζόμενη, οι μέτοχοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να υπερασπισθούν τα συμφέροντα της τράπεζας. Ανεξαρτήτως του αν τέτοια προσφυγή θα ήταν εν γένει παραδεκτή (36), δεν μπορεί, πάντως, ούτε αυτή να θεωρηθεί εξίσου αποτελεσματική με την προσφυγή εκ μέρους της ίδιας της τράπεζας.

85.      Πρώτον, η προσφυγή που ασκείται από άλλο πρόσωπο πρέπει να θεωρείται πάντοτε λιγότερο αποτελεσματική, διότι έτσι η δικαστική προστασία εξαρτάται από τη βούληση τρίτου. Συναφώς, η TKB προέβαλε στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ότι η προσφυγή των μετόχων δεν δύναται να αντικαταστήσει προσφυγή εκ μέρους της τράπεζας.

86.      Δεύτερον, οι μέτοχοι δεν διαθέτουν τις πληροφορίες και την αντίληψη σχετικά με την πορεία της διαδικασίας που απαιτούνται για να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικά τη θέση της Τράπεζας.

87.      Τρίτον, οι δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης ερμηνεύονται υπό την έννοια της άμεσης δικαστικής προστασίας του αποδέκτη επαχθούς πράξεως της Ένωσης. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι προσφυγές που ασκούνται από πρόσωπα τα οποία δεν είναι αποδέκτες σχετικών πράξεων είναι παραδεκτές μόνον υπό ειδικές προϋποθέσεις· στις περιπτώσεις αυτές, το σύστημα δικαστικής προστασίας της Ένωσης συμπληρώνεται από τα δικαστήρια των κρατών μελών (37). Για τον λόγο αυτόν, στον αποδέκτη πράξεως της Ένωσης δεν μπορεί να επιφυλάσσεται περιορισμένη δυνατότητα δικαστικής προστασίας υπό την έννοια ότι αυτή πρέπει να ασκηθεί από άλλο πρόσωπο το οποίο δεν είναι το ίδιο αποδέκτης της σχετικής πράξεως. Επομένως, κατά την εκτίμηση του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως, επιβάλλεται να εξασφαλίζεται πρωτίστως αποτελεσματική δικαστική προστασία για τους άμεσους αποδέκτες πράξεως της Ένωσης.

3)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

88.      Κατά συνέπεια, ο σκοπός δικαστικής προστασίας της τράπεζας δεν μπορεί να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά μέσω του εκκαθαριστή ή διά της ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους των μετόχων. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι δεν υφίσταται προσβολή του δικαιώματος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

89.      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

3.      Σχετικά με τις συνέπειες του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C699/17 P

90.      Η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι παρέλκει η απόφαση επί της προσφυγής της TKB στηρίζεται στις διαπιστώσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και συνίστανται στο ότι η απουσία αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας μετά την ανάκληση των εντολών δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή της σχετικής εθνικής νομοθεσίας και στο ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία διασφαλίζεται από τον εκκαθαριστή. Ωστόσο, αμφότερες αυτές οι εκτιμήσεις αποδείχθηκαν εσφαλμένες (38).

91.      Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί ως προς το σημείο 1, ανεξάρτητα από το βάσιμο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο η ΤΚΒ προβάλλει επικουρικώς ότι η ανάκληση των εντολών δεν πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις κατά το εθνικό δίκαιο.

4.      Επί του παραδεκτού της προσφυγής της ΤΚΒ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

92.      Κατά το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

93.      Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η ΕΚΤ πρέπει να απορριφθεί χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

94.      Με βάση τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, στις 17 Μαρτίου 2016, ο εκκαθαριστής ανακάλεσε όλες τις εντολές εκ μέρους της TKB ή του πρώην διοικητικού συμβουλίου.

95.      Εφόσον όμως κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείεται στην πράξη η πρόσβαση της TKB στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, η εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής της δεν μπορεί να εξαρτάται από αυτό. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε ήδη ανωτέρω, η εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να υπονομεύει την αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά πράξεων της Ένωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη (39).

96.      Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η TKB μπορεί να εξασφαλίσει αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά της ανακλήσεως της άδειάς της μόνο μέσω της προσφυγής η οποία ασκήθηκε στο όνομά της από το πρώην διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.

97.      Συναφώς, από τα σημεία 70 έως 79 των παρουσών προτάσεων προκύπτει καταρχάς ότι ιδίως η τυπική δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής στο όνομα της τράπεζας από τον εκκαθαριστή η οποία διατηρείται μετά την ανάκληση των εντολών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελεσματική.

98.      Ομοίως, η ΤΚΒ δεν δύναται να στηριχθεί στην προσφυγή εκ μέρους των μετόχων της τράπεζας, διότι η προσφυγή αυτή δεν είναι εξίσου αποτελεσματική με την προσφυγή που ασκεί η ίδια η τράπεζα (40).

99.      Ως εκ τούτου, η εξουσία που διαθέτει ο εκκαθαριστής δυνάμει του εθνικού δικαίου ως προς την ανάκληση όλων των εντολών, δεν έχει σημασία από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης στον βαθμό που αφορά την εντολή για την άσκηση προσφυγής με βάση το άρθρο 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ και συνεπάγεται αδυναμία αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Κατά συνέπεια, η αρχική εντολή των δικηγόρων, η ισχύς της οποίας κατά τον χρόνο χορηγήσεώς της δεν αμφισβητείται, πρέπει να εξακολουθήσει να θεωρείται ισχυρή.

100. Η διατήρηση του δικαιώματος εκπροσώπησης από το διοικητικό συμβούλιο για τους σκοπούς της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά το λεττονικό νομικό καθεστώς (41). Όπως η αναγνώριση του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους του ταξιδιωτικού πρακτορείου, στην υπόθεση που παρατίθεται στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων, δεν προσέδωσε νομική προσωπικότητα στο εν λόγω πρακτορείο κατά το εθνικό δίκαιο, ομοίως και η αναγνώριση του δικαιώματος εκπροσωπήσεως από το πρώην διοικητικό συμβούλιο στο πλαίσιο ασκήσεως της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, δεν αποκαθιστά τη θέση που είχε το συμβούλιο αυτό σε εταιρικό επίπεδο πριν από την εκκαθάριση με βάση το εθνικό δίκαιο.

101. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου που υποβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί στο μέτρο που αφορά την προσφυγή της TKB.

2.      Επί των αιτήσεων αναιρέσεως στις υποθέσεις C663/17 P και C665/17 P

102. Με τις αιτήσεις αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑663/17 P και C‑665/17 P, η ΕΚΤ και η Επιτροπή βάλλουν κατά του σημείου 2 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ σχετικά με την προσφυγή που ασκήθηκε από τους μετόχους.

103. Τυπικά, η ΕΚΤ στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως σε τρεις λόγους και η Επιτροπή σε δύο λόγους αναιρέσεως. Επί της ουσίας, αμφότερες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο τόσο κατά τον προσδιορισμό του εννόμου συμφέροντος (σχετικά, υπό 1) όσο και κατά την εκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποίησης των μετόχων (σχετικά, υπό 2).

1.      Πρώτος λόγος αναιρέσεως: έννομο συμφέρον των μετόχων

104. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προϋποθέτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας χαρακτηριστικώς τη νομική του κατάσταση (42).

105. Κατά τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η προσφυγή ακυρώσεως που ασκεί μέτοχος εταιρίας είναι καταρχήν παραδεκτή μόνον εάν αυτός προβάλλει ίδιο έννομο συμφέρον διαφορετικό από εκείνο της εταιρίας η οποία είναι αποδέκτης της πράξεως και επιδιώκει την ακύρωσή της. Σε αντίθετη περίπτωση, μπορεί να υπερασπισθεί το συμφέρον του σε σχέση με την εν λόγω πράξη ασκώντας μόνον τα δικαιώματά του ως μέτοχος της εταιρίας (43).

106. Ο λόγος είναι ότι η ίδια η εταιρία έχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της πράξεως της Ένωσης. Επομένως, η προσφυγή του μετόχου δεν είναι αναγκαία και πρέπει να θεωρηθεί ως δευτερεύουσα σε σχέση με την άμεση δικαστική προστασία της εταιρίας που είναι αποδέκτης της σχετικής πράξεως (44).

107. Εντούτοις, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι μέτοχοι θα μπορούσαν κατ’ εξαίρεση να ασκήσουν προσφυγή για την προάσπιση των συμφερόντων της τράπεζας, διότι, λόγω της εκκαθαρίσεως της ΤΚΒ, κωλύονται να ασκήσουν τα εταιρικά τους δικαιώματα έναντι του διοικητικού συμβουλίου στο πλαίσιο της εσωτερικής τους σχέσης.

108. Συναφώς, το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην απάντηση επί του ερωτήματος αν πρέπει να γίνει δεκτό το ίδιο έννομο συμφέρον των μετόχων ή η εκ μέρους τους άσκηση προσφυγής προς υπεράσπιση των συμφερόντων της τράπεζας. Η απάντηση αυτή, δηλαδή, καθορίζει τις απαιτήσεις που θα ληφθούν υπόψη στο επόμενο στάδιο κατά την εξέταση της ενεργητικής νομιμοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, εάν οι μέτοχοι μπορούν να ασκήσουν προσφυγή προς υπεράσπιση των συμφερόντων της τράπεζας, η ενεργητική νομιμοποίηση θα εξαρτάται μόνον από το αν η Τράπεζα –και όχι οι ίδιοι οι μέτοχοι– θίγεται άμεσα και ατομικά από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

109. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να συναχθεί και από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής των ενώσεων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Στον τομέα αυτόν ανακύπτουν συχνά περιπτώσεις κατά τις οποίες μια ένωση ασκεί προσφυγή ακυρώσεως στο όνομά της, προκειμένου να υπερασπιστεί τα συμφέροντα άλλου νομικού προσώπου, συνήθως ενός μέλους.

110. Κατά τη νομολογία αυτή, μια ένωση στην οποία έχουν οργανωθεί επιχειρήσεις που θίγονται από απόφαση περί κρατικών ενισχύσεων δύναται καταρχήν να ασκήσει προσφυγή κατά τέτοιας αποφάσεως, μόνον εφόσον μπορεί να επικαλεσθεί ίδιο έννομο συμφέρον. Ίδιο έννομο συμφέρον της ένωσης μπορεί να θεμελιώνεται, παραδείγματος χάρη, στη διατήρηση της διαπραγματευτικής της θέσης. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο απαιτεί, στο επόμενο στάδιο, η προσβαλλόμενη απόφαση να θίγει ατομικά και άμεσα τη διαπραγματευτική θέση της ένωσης (45).

111. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι μια ένωση μπορεί να έχει και το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή στο όνομά της, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντα των μελών της ως προς την ακύρωση της αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, η ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέτει ότι τα μέλη θίγονται ατομικά και άμεσα από την προσβαλλόμενη απόφαση (46).

112. Τούτο είναι εύλογο. Από τη φύση της καταστάσεως προκύπτει ότι η ένωση, κατά την προάσπιση των συμφερόντων των μελών της, δεν θίγεται ατομικά και άμεσα ως προς τη δική της νομική θέση. Συνεπώς, εάν γίνει δεκτή η δυνατότητα προσώπου να υπερασπίζεται τα συμφέροντα άλλου προσώπου, δεν μπορεί να τεθεί ως προϋπόθεση του παραδεκτού τέτοιας προσφυγής το ότι πρέπει να θίγεται ο ίδιος ο προσφεύγων. Τούτο πρέπει να ισχύει τόσο για προσφυγές που ασκούνται από ενώσεις όσο και για προσφυγές εκ μέρους μετόχων. Το Γενικό Δικαστήριο έχει δεχθεί, επίσης, στη νομολογία του ότι τα συμπεράσματα από τη νομολογία σχετικά με το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής των ενώσεων μπορούν να εφαρμοσθούν και σε σχέση με το δικαίωμα προσφυγής των μετόχων (47).

113. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν, στην προκειμένη περίπτωση, οι μέτοχοι μπορούν –όπως δέχεται το Γενικό Δικαστήριο– να προβάλουν, κατ’ εξαίρεση, το συμφέρον που έχει και η τράπεζα ως προς την ακύρωση της αποφάσεως. Ωστόσο, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν οι μέτοχοι έχουν ίδιο έννομο συμφέρον και μήπως, για τον λόγο αυτόν, θα μπορούσε να θεωρηθεί ορθή η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.

1)      Έχουν οι μέτοχοι ίδιο έννομο συμφέρον;

114. Το οικονομικό συμφέρον για τη διατήρηση της άδειας της οποίας αποκλειστικός κάτοχος είναι η τράπεζα δεν δύναται να θεμελιώσει καταρχήν ίδιο έννομο συμφέρον των μετόχων. Συναφώς, το συμφέρον των μετόχων συμπίπτει με εκείνο της τράπεζας (48).

115. Εάν η προσφυγή ακυρώσεως ασκείται από μη προνομιούχο διάδικο κατά πράξεως της οποίας δεν είναι ο αποδέκτης, η προϋπόθεση κατά την οποία τα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα του προσβαλλόμενου μέτρου πρέπει να είναι ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας χαρακτηριστικώς τη νομική του κατάσταση (έννομο συμφέρον), συμπίπτει με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (ιδίως το να αφορούν άμεσα το πρόσωπο) (49).

116. Για τον λόγο αυτόν, ούτε ο ρόλος των μετόχων κατά τη διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της ανακλήσεως της άδειας και επισημάνθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση μπορεί να θεμελιώσει ίδιο έννομο συμφέρον των μετόχων. Πιο συγκεκριμένα, καθεαυτήν η συμμετοχή στη διαδικασία δεν σημαίνει ότι ο μετέχων στη διαδικασία θίγεται οπωσδήποτε από την πράξη που προκύπτει κατά το πέρας της διαδικασίας (50).

117. Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, οι μέτοχοι τράπεζας μπορούν να προβάλουν ως ίδιο έννομο συμφέρον, ιδίως, την προάσπιση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας τους (51). Στις περιπτώσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσον η θέση του μετόχου ως κυρίου των μετοχών θίγεται ατομικά και άμεσα από την πράξη της Ένωσης που απευθύνεται προς την εταιρία (52).

118. Κατά πάγια νομολογία, πρόσωπο το οποίο δεν είναι ο αποδέκτης πράξεως της Ένωσης επηρεάζεται ατομικά από αυτήν, κατά την έννοια του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, μόνον όταν η προσβαλλόμενη πράξη το θίγει λόγω ορισμένων διακριτικών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι το εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (53). Περαιτέρω, το κριτήριο του άμεσου επηρεασμού στο πλαίσιο τούτο επιτάσσει η επίμαχη πράξη της Ένωσης να παράγει άμεσα αποτελέσματα έναντι της νομικής καταστάσεως του προσώπου αυτού και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στις αρχές οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του, καθόσον αυτή έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (54).

119. Πάντως, η θέση των μετόχων σε εταιρικό επίπεδο ή τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους δεν θίγονται άμεσα –όπως υποστηρίζουν η ΕΚΤ και η Επιτροπή– από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας. Πράγματι, η αυτή καθαυτή η ανάκληση της τραπεζικής άδειας δεν έχει άμεσες επιπτώσεις στη θέση των μετόχων και την κυριότητά τους επί των μετοχών της TKB. Ασφαλώς, ορισμένα έννομα αποτελέσματα επέρχονται στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως της εταιρίας με βάση το εθνικό δίκαιο, ενώ η λύση της εταιρίας συνεπάγεται την οριστική απώλεια των περιουσιακών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους. Ωστόσο, η εκκαθάριση έπεται της ανακλήσεως της τραπεζικής άδειας και επ’ ουδενί υπαγορεύεται από το δίκαιο της Ένωσης. Τα έννομα αποτελέσματα της εκκαθάρισης, λοιπόν, δεν επέρχονται άμεσα κατά την έννοια της προμνησθείσας νομολογίας.

120. Το γεγονός και μόνον ότι η ανάκληση άδειας λειτουργίας θέτει σε κίνδυνο τον εταιρικό σκοπό και ενδέχεται να προκαλέσει υποτίμηση των μετοχών δεν αρκεί για να αποδείξει την ύπαρξη άμεσου επηρεασμού. Επιπλέον, θα αντέβαινε στις αρχές που επισημαίνονται στο σημείο 105 των παρουσών προτάσεων το να αναγνωρισθεί στους μετόχους το δικαίωμα να προσβάλουν οποιαδήποτε πράξη ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την αξία των μετοχών ανώνυμης εταιρίας.

121. Επίσης, το συμφέρον που έχουν οι μέτοχοι, εν προκειμένω, σε σχέση με την επιβίωση της εταιρίας δεν διακρίνεται αρκούντως από το συμφέρον της τράπεζας για τη διατήρηση της άδειας (55).

122. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος των μετόχων.

2)      Προσφυγή των μετόχων προς το συμφέρον της τράπεζας;

123. Το Γενικό Δικαστήριο όμως αποφάνθηκε, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται παρέκκλιση από τις αρχές που παρατίθενται στο σημείο 105 των παρουσών προτάσεων και πρέπει να αναγνωρισθεί το έννομο συμφέρον των μετόχων, μολονότι δεν έχουν ίδιο έννομο συμφέρον, αλλά επιδιώκουν να υπερασπιστούν το συμφέρον της τράπεζας.

124. Το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε τη θέση του στις σκέψεις 54 έως 56, επισημαίνοντας ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, οι μέτοχοι δεν έχουν καμία δυνατότητα επιρροής, ώστε να προκαλέσουν την άσκηση προσφυγής στο όνομα της τράπεζας. Ως εκ τούτου, θα έπρεπε να γίνει δεκτό το έννομο συμφέρον των μετόχων με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων της τράπεζας.

125. Ωστόσο, όπως διευκρινίστηκε ήδη ανωτέρω, στο σημείο 106, ο περιορισμός του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους των μετόχων οφείλεται στο ότι η ίδια η εταιρία έχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της πράξεως της Ένωσης και όχι στο ότι οι μέτοχοι επηρεάζουν, κατά κανόνα, την εταιρία ή το διοικητικό της συμβούλιο και, επομένως, θα μπορούσαν να προκαλέσουν την άσκηση προσφυγής. Σε καμία έννομη τάξη δεν παρέχονται τέτοιες εξουσίες στη συνέλευση των μετόχων. Εάν αναγνωριζόταν παγίως δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής των μετόχων σε περίπτωση περιορισμού της δυνατότητας ασκήσεως επιρροής σε εταιρικό επίπεδο, τούτο θα έπρεπε να γίνεται δεκτό σε κάθε διαδικασία εκκαθαρίσεως και αφερεγγυότητας.

126. Οι μέτοχοι, ορθώς, δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή στις περιπτώσεις στις οποίες αδυνατούν να επικαλεσθούν συμφέρον διαφορετικό από εκείνο που έχει η εταιρία ως προς την ακύρωση της πράξεως της Ένωσης, για τον απλό λόγο ότι η ίδια η εταιρία διαθέτει ενεργητική νομιμοποίηση (56). Λαμβανομένου υπόψη του εν λόγω δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής της εταιρίας, δικαιολογείται η παραπομπή των μετόχων στην άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων τους σύμπραξης και συμμετοχής (57). Τούτο, άλλωστε, συνάδει με τη συνήθη εταιρική διάρθρωση, βάσει της οποίας η εταιρία εκπροσωπείται εξωτερικά από το διοικητικό συμβούλιο ή τον διαχειριστή, αλλά όχι από τους μετόχους.

127. Κατά συνέπεια, παρέκκλιση από την αρχή αυτή, σύμφωνα με το πνεύμα και τον σκοπό της, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή σε περιπτώσεις όπου τα δικαιώματα συμμετοχής των μετόχων περιορίζονται, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 54 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, αλλά, το πολύ, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ίδια η εταιρία αδυνατεί να προσφύγει (αποτελεσματικά) κατά της σχετικής πράξεως της Ένωσης.

128. Πάντως, όπως προκύπτει από τις επισημάνσεις μου σε σχέση με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑669/17 P, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, τέτοια περίπτωση. Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής από την TKB, εκπροσωπούμενη από το πρώην διοικητικό συμβούλιο. Για τον λόγο αυτόν, δεν υπάρχει λόγος παρεκκλίσεως από την αρχή που επαναλαμβάνεται στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, προσφυγή ακυρώσεως εκ μέρους μετόχου είναι, καταρχήν, παραδεκτή μόνο όταν αυτός επικαλείται ίδιο έννομο συμφέρον διαφορετικό από εκείνο που έχει η εταιρία ως αποδέκτης της πράξεως της Ένωσης.

129. Το Γενικό Δικαστήριο, λοιπόν, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως έκρινε ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, οι μέτοχοι έχουν έννομο συμφέρον κατά παρέκκλιση από την ανωτέρω αρχή.

130. Επομένως, ο πρώτος, κατ’ ουσίαν, λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η ΕΚΤ και η Επιτροπή στις υποθέσεις C‑663/17 P και C‑665/17 P πρέπει να γίνει δεκτός.

2.      Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: ενεργητική νομιμοποίηση των μετόχων;

131. Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να απορριφθεί το έννομο συμφέρον των μετόχων, παρέλκει η εξέταση των αντιρρήσεων που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες στο επόμενο στάδιο κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης των μετόχων, ιδίως όσον αφορά το αν αυτοί θίγονται άμεσα και ατομικά.

132. Ούτως ή άλλως, σε περίπτωση προσφυγής προς υπεράσπιση των συμφερόντων της τράπεζας δεν έχει σημασία, βάσει των ανωτέρω επισημάνσεων (58), το αν οι μέτοχοι θίγονται ατομικά και άμεσα ως προς τη νομική τους θέση. Τούτο θα έπρεπε να εξετασθεί μόνον αν το Γενικό Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι οι μέτοχοι έχουν ίδιο έννομο συμφέρον (59).

133. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο παρέκκλινε από την προσέγγιση αυτή, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 53 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Κατά συνέπεια, λοιπόν, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε, υπό αυτές τις συνθήκες, να εξετάσει στο επόμενο στάδιο αν η ανάκληση της άδειας λειτουργίας επηρέασε άμεσα και ατομικά τη νομική θέση των όχι των μετόχων, αλλά της TKB. Τούτο πρέπει να γίνει δεκτό λόγω της ιδιότητας της ΤΚΒ ως αποδέκτη της πράξεως.

134. Κατά την εκτίμησή μου, πάντως, τυχόν προσφυγή εκ μέρους των μετόχων προς υπεράσπιση των συμφερόντων της TKB ως προς τη διατήρηση της άδειας λειτουργίας αποκλείεται, διότι η TKB, εκπροσωπούμενη από το διοικητικό της συμβούλιο, μπορεί να προσφύγει η ίδια κατά της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της από την ΕΚΤ (60).

3.      Συμπέρασμα

135. Δεδομένου ότι κρίθηκε βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η ΕΚΤ και η Επιτροπή βάλλουν, στις υποθέσεις C‑663/17 P και C‑665/17 P, κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου ότι οι μέτοχοι έχουν έννομο συμφέρον στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί ως προς το σημείο 2. Ελλείψει, δηλαδή, εννόμου συμφέροντος των μετόχων, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή των μετόχων και να απορρίψει, συναφώς, την ένσταση απαραδέκτου της ΕΚΤ.

136. Τούτο συνεπάγεται, συγχρόνως, ότι η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση κατά την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου: ελλείψει έννομου συμφέροντος, η προσφυγή των μετόχων είναι απαράδεκτη.

VI.    Επί των δικαστικών εξόδων

137. Δεδομένου ότι, κατά την εκτίμησή μου, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να συνεχισθεί η διαδικασία όσον αφορά την προσφυγή της TKB, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

VII. Πρόταση

138. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Fursin κ.λπ. κατά ΕΚΤ (T‑247/16, EU:T:2017:623).

2)      Απορρίπτει την ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε πρωτοδίκως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο μέτρο που αυτή αφορά την προσφυγή της Trasta Komercbanka AS.

3)      Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησαν πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες υπό σημεία 2 έως 7 στην υπόθεση C‑669/17 P.

4)      Οι αναιρεσείοντες υπό σημεία 2 έως 7 στην υπόθεση C‑669/17 P φέρουν τα δικαστικά έξοδα της εκ μέρους τους ασκηθείσας προσφυγής και της εκ μέρους τους ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως.

5)      Κατά τα λοιπά, επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2      Η έννοια της άδειας λειτουργίας χρησιμοποιείται στον κρίσιμο, εν προκειμένω, κανονισμό (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2013, L 287, σ. 63).


3      Υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.


4      Latvijas Vēstnesis (Επίσημη Εφημερίδα της Λεττονίας), 163 (446) της 24ης Οκτωβρίου 1995.


5      Latvijas vēstnesis (Επίσημη Εφημερίδα της Λεττονίας), 326/330 (1387/1391) της 3ης Νοεμβρίου 1998.


6      Latvijas vēstnesis (Επίσημη Εφημερίδα της Λεττονίας), 158/160 (2069/2071) της 4ης Μαΐου 2000.


7      ECB/SSM/2016 – 5299WIP0INFDAWTJ81/2 WOANCA‑2016-0005.


8      Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Fursin κ.λπ. κατά ΕΚΤ (T‑247/16, EU:T:2017:623).


9      Η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει καμία τυπική διάκριση μεταξύ λόγων ακυρώσεως ή επιμέρους σκελών των λόγων αυτών.


10      Ειδικά όσον αφορά τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι η εξέταση των πράξεων της ΕΚΤ απόκειται αποκλειστικώς στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, ακόμη και αν τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ορισμένες ενέργειες σε σχέση με την έκδοση τέτοιας πράξεως· βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C‑219/17, EU:C:2018:1023, σκέψεις 43 και 44).


11      Διευκρινιστική η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2009, New Europe κατά Επιτροπής (T‑383/08, EU:T:2009:114, σκέψεις 19 έως 23). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην υπόθεση Commune de Millau και SEMEA κατά Επιτροπής (C‑531/12 P, EU:C:2014:1946, σημεία 33 έως 41).


12      Βλ., στο πλαίσιο αιτήσεων προδικαστικών αποφάσεων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1991, Verholen κ.λπ. (C‑87/90 έως C‑89/90, EU:C:1991:314, σκέψη 24), της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, Safalero (C‑13/01, EU:C:2003:447, σκέψη 50), και της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet (C‑432/05, EU:C:2007:163, σκέψη 42). Πρβλ., επίσης, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 104).


13      Πάγια νομολογία μετά την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, Bensider κ.λπ. κατά Επιτροπής (50/84, EU:C:1984:365, σκέψη 7). Βλ., επίσης, αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1996, Sinochem Heilongjiang κατά Συμβουλίου (Τ‑161/94, EU:T:1996:101, σκέψη 31), και της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, Shanghai Bicycle κατά Συμβουλίου (T‑170/94, EU:T:1997:134, σκέψη 26).


14      Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, Groupement des Agences de voyages κατά Επιτροπής (135/81, EU:C:1982:371, σκέψεις 10 έως 12).


15      Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψεις 110 έως 112).


16      Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 2005, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (T‑229/02, EU:T:2005:48, σκέψεις 37 και 38).


17      Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 2005, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (T‑229/02, EU:T:2005:48, σκέψεις 28 και 39 έως 41).


18      Πρβλ. πρόσφατη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2018, One of Us κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑561/14, EU:T:2018:210, σκέψη 59).


19      Βλ, ιδίως, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 43), και της 1ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (C‑263/02 P, EU:C:2004:210, σκέψεις 33 έως 35).


20      Ειδικότερα, τυχόν προσβολή της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως –η οποία όντως δεν δύναται να προσβληθεί σύμφωνα με το λεττονικό δίκαιο– δεν θα οδηγούσε ποτέ, ούτε και σε περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο, σε έλεγχο ουσίας ως προς την ανάκληση της άδειας από την ΕΚΤ. Στο πλαίσιο της αποφάσεως σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας εκκαθαρίσεως, το λεττονικό δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσον η ανάκληση ήταν νόμιμη· άλλωστε, δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία, βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C‑219/17, EU:C:2018:1023, σκέψη 57). Επιπλέον, είναι αμφίβολο αν το οικείο λεττονικό δικαστήριο είχε δυνατότητα υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά τη διαδικασία εκδόσεως της συγκεκριμένης αποφάσεως. Το Δικαστήριο αρνήθηκε τη δυνατότητα αυτή σε σχέση με γερμανικό ειρηνοδικείο στο πλαίσιο διαδικασίας διορισμού εκ των υστέρων εκκαθαριστή, βλ. διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 2010, Amiraike Berlin (C‑497/08, EU:C:2010:5, σκέψεις 16 έως 22).


21      Εκκρεμούσα υπόθεση T‑321/17, Niemelä κ.λπ. κατά ΕΚΤ, σε συνάρτηση με την απόφαση του φορολογικού δικαστηρίου της Μάλτας της 16ης Ιανουαρίου 2017 (παράρτημα 4 του δικογράφου της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου), σ. 7 επ.


22      Αυτές οι εθνικές αποφάσεις αφορούσαν το προγενέστερο νομικό καθεστώς βάσει του οποίου η ανάκληση της άδειας δεν συνιστούσε πράξη της Ένωσης, διότι η άδεια λειτουργίας ανακαλούνταν από την FKΤK· βλ. Rīga Administratīvā rajona tiesa (διοικητικό δικαστήριο της Ρίγας, Λεττονία), απόφαση της 27ης Μαρτίου 2009, Ogres Komercbanka κατά FKΤK, αριθ. A42388907, και Rīga Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο της Ρίγας, Λεττονία), απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, Ogres Komercbanka κατά FKΤK, αριθ. A42388907, καθώς και Rīga Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο της Ρίγας), απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2011, VEF Banka κατά FKTK, αριθ. A43005010.


23      Κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ένα ένδικο βοήθημα δεν πρέπει να είναι απλώς «θεωρητικό και πλασματικό», βλ., για παράδειγμα, απόφαση του ΕΔΔΑ της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Del Sol κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2002:0226JUD004680099 § 21).


24      Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet (C‑432/05, ΕU:C:2007:163, σκέψη 64), και της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 104).


25      Αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 2002, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (C‑82/01 P, EU:C:2002:617, σκέψη 63), και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, A2A κατά Επιτροπής (C‑318/09 P, EU:C:2011:856, σκέψη 125).


26      Αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ (C‑263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 53), και της 5ης Απριλίου 2017, EUIPO κατά Szajner (C‑598/14 P, EU:C:2017:265, σκέψη 56).


27      Πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, DTS Distribuidora de Televisión Digital κατά Επιτροπής (C‑449/14 P, EU:C:2016:848, σκέψη 49).


28      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση El Hassani (C‑403/16, EU:C:2017:659, σημείο 63).


29      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, Novácke chemické závody κατά Επιτροπής (T‑352/09, EU:T:2012:673, σκέψεις 6 και 7).


30      Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, Novácke chemické závody κατά Επιτροπής (T‑352/09, EU:T:2012:673, σκέψη 184).


31      Βλ., ιδίως, απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 112), καθώς και σημεία 49 έως 52 των παρουσών προτάσεων.


32      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 24ης Νοεμβρίου 2005, Capital Bank AD κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2005:1124JUD004942999, §§ 91, 117 και 118). Ομοίως, απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Οκτωβρίου 2003, Credit and Industrial Bank κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (CE:ECHR:2003:1021JUD002901095, §§ 71 έως 73).


33      Επιπλέον, ακόμη και σε τέτοια περίπτωση, η κατάσταση δεν θα ήταν συγκρίσιμη με εκείνη στην οποία οι μέτοχοι εταιρίας διαφωνούν σε συγκεκριμένη περίπτωση με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου να μην προσφύγει κατά πράξεως της Ένωσης. Στην τελευταία αυτή εκδοχή, η απλή διαφωνία μεταξύ των μετόχων και των διοικητικών συμβουλίων δεν θεμελιώνει, βεβαίως, κανένα δικαίωμα προσφυγής των μετόχων. Ωστόσο, μεταξύ των μετόχων και του διοικητικού συμβουλίου υφίστανται τόσο ένας εταιρικός δεσμός νομιμότητας όσο και διάφορες δυνατότητες ασκήσεως επιρροής. Τούτο δικαιολογεί το γεγονός ότι οι μέτοχοι πρέπει να τηρούν την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Τέτοιος σύνδεσμος όμως δεν υφίσταται, εν προκειμένω, στη σχέση μεταξύ του εκκαθαριστή και των οργάνων της εταιρίας. Αντιθέτως, ο εκκαθαριστής διορίζεται ως εξωτερικός παράγοντας από το θεσμικό όργανο που πρότεινε και την έκδοση της πράξεως της Ένωσης. Συναφώς, μεταγενέστερη αγωγή αποζημιώσεως των μετόχων δεν συνιστά την κατάλληλη δυνατότητα ασκήσεως επιρροής, όπως διαπιστώνει και το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


34      Η προσφυγή αυτή θα μπορούσε να ορισθεί γενικά ως actio pro socio. Η τρίτη πιθανή περίπτωση, δηλαδή η προσφυγή εκ μέρους των μετόχων στο όνομα της τράπεζας προς υπεράσπιση των συμφερόντων της, αποκλείεται εν προκειμένω, διότι οι μέτοχοι δεν εμφανίζονται ως εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι της τράπεζας.


35      Ως προς τη συγκεκριμένη περίπτωση, βλ. τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2014, Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής (T‑457/09, EU:T:2014:683, σκέψεις 112 και 116), και της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψεις 31 και 57).


36      Το ζήτημα αυτό αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑663/17 P και C‑665/17 P, βλ. τα σημεία 102 επ. των παρουσών προτάσεων.


37      Πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψεις 39 έως 42), και της 1ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (C‑263/02 P, EU:C:2004:210, σκέψεις 29 έως 32).


38      Βλ. σημεία 57 και 79 των παρουσών προτάσεων.


39      Βλ. σημεία 48 έως 56 των παρουσών προτάσεων.


40      Βλ. τα σημεία 80 έως 87 των παρουσών προτάσεων.


41      Εξάλλου, ακόμη και μετά την ανάκληση των εντολών από τον εκκαθαριστή και παρά τη διαφορετική απόφαση του Rīgas pilsētas Vidzemes priekšpilsētas tiesa (περιφερειακό δικαστήριο του Vidzeme της πόλης της Ρίγας] το διοικητικό συμβούλιο εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου επανεξέτασης της ΕΚΤ χωρίς να προκύψουν πρακτικά εμπόδια.


42      Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑463/10 P και C‑475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψη 37).


43      Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Ιουνίου 2000, Euromin κατά Συμβουλίου (T‑597/97, ΕU:T:2000:157, σκέψη 50), της 17ης Ιουλίου 2014, Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής (T‑457/09, ΕU:T:2014:683, σκέψη 112), και της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψη 31).


44      Βλ. σημείο 87 των παρουσών προτάσεων.


45      Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (67/85, 68/85 και 70/85, EU:C:1988:38, σκέψη 22), της 24ης Μαρτίου 1993, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑313/90, EU:C:1993:111, σκέψεις 29 και 30), και της 22ας Ιουνίου 2006, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (C‑182/03 και C‑217/03, EU:C:2006:416, σκέψη 56), καθώς και από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, παραδείγματος χάρη διάταξη της 23ης Ιανουαρίου 2014, Confederación de Cooperativas Agrarias de España και CEPES κατά Επιτροπής (T‑156/10, EU:T:2014:41, σκέψεις 33 και 37 έως 39).


46      Αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 1993, Federmineraria κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑6/92, EU:C:1993:913, σκέψεις 17 και 18), και της 22ας Ιουνίου 2006, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (C‑182/03 και C‑217/03, EU:C:2006:416, σκέψη 64).


47      Πρβλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψη 33).


48      Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψεις 40 έως 44).


49      Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑463/10 P και C‑475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψη 38).


50      Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψη 45).


51      Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2014, Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής (T‑457/09, EU:T:2014:683, σκέψεις 112 και 116), και της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψεις 31 και 57).


52      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2014, Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής (T‑457/09, EU:T:2014:683, σκέψεις 111 και 120).


53      Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής (25/62, EU:C:1963:17, σ. 939), της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 72), και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Hansestadt Lübeck (C‑524/14 P, EU:C:2016:971, σκέψη 15).


54      Αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1998, Glencore Grain κατά Επιτροπής (C‑404/96 P, EU:C:1998:196, σκέψη 41), της 29ης Ιουνίου 2004, Front national κατά Κοινοβουλίου (C‑486/01 P, EU:C:2004:394, σκέψη 34), και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑132/12 P, EU:C:2014:100, σκέψη 68).


55      Πρβλ. τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου στην απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής (T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψεις 42 και 44).


56      Πρβλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2014, Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής (T‑457/09, EU:T:2014:683, σκέψη 117). Βλ. επίσης, ανωτέρω, σημείο 106 των παρουσών προτάσεων.


57      Βλ. υποσημείωση 33 των παρουσών προτάσεων.


58      Βλ. τα σημεία 108 έως 112 των παρουσών προτάσεων.


59      Σε κάθε περίπτωση, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των μετόχων δεν επηρεάζονται άμεσα από την ανάκληση της άδειας, βλ. τα σημεία 119 και 120 των παρουσών προτάσεων.


60      Βλ., ανωτέρω, σημείο 127 των παρουσών προτάσεων.