Language of document : ECLI:EU:C:2019:313

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 11ης Απριλίου 2019 (1)

Υπόθεση C-19/18 P

VG, διάδοχος του MS

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Θεσμικό δίκαιο – Αγωγή περί χρηματικής ικανοποιήσεως κατά της Επιτροπής – Ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη ο πρωτοδίκως ενάγων – Σφάλματα της Επιτροπής κατά την εξέταση καταγγελίας που υποβλήθηκε κατά του πρωτοδίκως ενάγοντος – Απόφαση της Επιτροπής περί αποπομπής του πρωτοδίκως ενάγοντος από το δίκτυο ομιλητών Team Europe – Συμφωνητικό συμμετοχής – Έννοια “συμβατικού πλαισίου” – Εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»






1.        Η αναιρεσείουσα, VG, διάδοχος του MS, ενάγοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής, αμφότεροι: VG), ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 31ης Μαΐου 2017 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη)(2), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως προδήλως απαράδεκτη την ασκηθείσα ενώπιόν του βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ αγωγή, με την οποία εζητείτο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσε με την από 10 Απριλίου 2013 απόφασή της με την οποία έθεσε τέρμα στη συνεργασία του MS με το δίκτυο ομιλητών Team Europe (3).

I.      Το ιστορικό της διαφοράς

2.        Από τις σκέψεις 1 επ. της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι ο VG ήταν μέλος του δικτύου Team Europe ως ομιλητής μεταξύ 20ής Ιουλίου 2011 και 10ης Απριλίου 2013. Το δίκτυο αυτό είναι τοπικό δίκτυο επικοινωνίας επιφορτισμένο να επικουρεί τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής κατά τη γνωστοποίηση των ευρωπαϊκών πολιτικών σε τοπικό επίπεδο. Ο VG είχε υπογράψει στο Μονπελιέ στις 20 Ιουλίου 2011 «συμφωνητικό συμμετοχής στο Team Europe», το οποίο είχε προηγουμένως υπογραφεί στο Παρίσι στις 8 Ιουλίου 2011 από τον επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Γαλλία.

3.        Στις 10 Απριλίου 2013, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Επιτροπής επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον VG για να του γνωστοποιήσει καταγγελία σχετικά με τη συμπεριφορά του, υποβληθείσα από τουλάχιστον μία γυναίκα (στο εξής: καταγγελία της Χ) που είχε μετάσχει μαζί με τον VG σε μια από τις δραστηριότητες του Team Europe. Ο VG ενημερώθηκε στη συνέχεια με επιστολή ότι ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Επιτροπής έθετε τέλος, με άμεσο αποτέλεσμα, στη συνεργασία του με το Team Europe, σύμφωνα με τις διατάξεις του συμφωνητικού συμμετοχής.

4.        Στις 6 Ιουνίου 2013, ο VG υπέβαλε ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή αναφορά κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να θέσει τέλος στη συνεργασία του με το δίκτυο Team Europe, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η εν λόγω απόφαση, να επανέλθει στο εν λόγω δίκτυο και να του αποσταλεί επίσημη επιστολή συγγνώμης. Επί της αναφοράς αυτής εκδόθηκε απόφαση του Διαμεσολαβητή της 19ης Νοεμβρίου 2015 με την οποία ο Διαμεσολαβητής διαπίστωνε ότι υπήρξε περίπτωση κακοδιοικήσεως λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε ακούσει προσηκόντως τον VG ούτε είχε προβεί σε επαρκώς εμπεριστατωμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως πριν λάβει την απόφαση να θέσει τέλος στη συνεργασία. Η Επιτροπή δεν έλαβε κανένα μέτρο κατόπιν της αποφάσεως του Διαμεσολαβητή.

II.    Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

5.        Πριν από την άσκηση της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής-αγωγής του με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της 10ης Απριλίου 2013 και την ανόρθωση της ζημίας που θεωρούσε ότι είχε υποστεί λόγω της αποπομπής του από το δίκτυο Team Europe, ο VG υπέβαλε αίτηση δικαστικής αρωγής. Με διάταξη της 3ης Μαΐου 2016 (4), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δέχτηκε την αίτησή του. Προκειμένου να εξετάσει κατά πόσον πληρούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της δικαστικής αρωγής, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στηρίχθηκε ιδίως στις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει η Επιτροπή στον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της εξετάσεως της υποβληθείσας από τον VG καταγγελίας κατά τις οποίες «τα μέλη του Team Europe δεν έχουν συμβατική σχέση με την Επιτροπή» (5), επισημαίνοντας συγχρόνως ότι η Επιτροπή δεν είχε θελήσει, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να λάβει θέση επί του χαρακτηρισμού που έπρεπε να δοθεί στις έννομες σχέσεις μεταξύ των μερών (6). Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκρινε «ότι στο στάδιο αυτό, δεν [ήταν] καταρχάς προφανές ότι η αγωγή αποζημιώσεως την οποία ο αιτών [προτίθετο] να ασκήσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης [είχε] ως αντικείμενο αίτημα αποζημιώσεως που στηριζόταν, βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτιμήσεως, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση και ότι η αγωγή [έπρεπε] ως εκ τούτου να κηρυχθεί προδήλως απαράδεκτη» (7).

6.        Στις 19 Ιουλίου 2016, ο VG άσκησε αγωγή δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, με αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση κατόπιν της από 10 Απριλίου 2013 αποφάσεώς της. Στις 31 Μαΐου 2017, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του.

III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

7.        Στις 5 Ιανουαρίου 2018, ο VG άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Με τα αιτήματά του ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη· να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, να δεχθεί τα αιτήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου· να δεχθεί την εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής· να διατάξει την προσκόμιση των εγγράφων που χαρακτηρίστηκαν από την Επιτροπή ως εμπιστευτικά και τα οποία συνιστούν το αναγκαίο έρεισμα της αποφάσεως αποπομπής· να διατάξει την ικανοποίηση της απορρέουσας από την επιλήψιμη συμπεριφορά της Επιτροπής ηθικής βλάβης, αποτιμώμενης κατά δίκαιη και εύλογη κρίση σε 20 000 ευρώ· να υποχρεώσει την Επιτροπή να δημοσιεύσει επιστολή συγγνώμης προς τον πρωτοδίκως προσφεύγοντα-ενάγοντα και να τον επανεντάξει στο δίκτυο Team Europe (8)· να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.

8.        Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή εν πάση περιπτώσει να την κηρύξει αβάσιμη· να καταδικάσει τη VG στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

IV.    Νομική ανάλυση

9.        Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η VG προβάλλει, αφενός, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ενέχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό της βάσεως της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγής περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης, καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Η VG υποστηρίζει, αφετέρου, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ενέχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής, καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε επίσης τα στοιχεία της δικογραφίας.

10.      Πριν αρχίσω την ανάλυσή μου κρίνω σκόπιμη μια προκαταρκτική παρατήρηση.

11.      Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θέτει το ζήτημα του καθορισμού της φύσεως της ευθύνης της Ένωσης τη στοιχειοθέτηση της οποίας επιδιώκει η αναιρεσείουσα. Το ζήτημα αυτό, όπως θα δούμε, τίθεται σε ένα ασαφές πραγματικό και νομικό πλαίσιο, δεδομένου ότι, αφενός, δεν υφίσταται έγγραφο σαφώς συμβατικού χαρακτήρα και, αφετέρου, η Επιτροπή έχει προβεί σε αντιφατικές δηλώσεις σχετικά με τη φύση του συμφωνητικού συμμετοχής. Με την επιφύλαξη του συμπεράσματος στο οποίο θα καταλήξει η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι ήδη προφανές ότι το Γενικό Δικαστήριο ενήργησε με υπερβολική σπουδή εκδίδοντας διάταξη βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του με την οποία διαπίστωνε το προδήλως απαράδεκτο της εν λόγω αγωγής. Η προσφυγή σε έναν τέτοιο μηχανισμό εξάλλου δεν συνάδει με τη θέση που εξέφρασε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στη διάταξή του επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής του VG (9).

12.      Τούτου λεχθέντος, στη συνέχεια θα εξεταστεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

1.      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

1.      Συνοπτική παράθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

13.      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η VG προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 32 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, υπέπεσε σε πλάνη ως προς τον χαρακτηρισμό της βάσεως της ενώπιόν του αγωγής της. Το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά το κριτήριο ελέγχου που απορρέει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (10), καθόσον στηρίχθηκε αποκλειστικά στο συμφωνητικό συμμετοχής, χωρίς να λάβει υπόψη τον κανόνα δικαίου του οποίου προβαλλόταν παράβαση, τη φύση της προβαλλόμενης ζημίας και την προσαπτόμενη συμπεριφορά. Ωστόσο, το δικόγραφο της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσδιόρισε το αντικείμενό της ως στηριζόμενο στα σφάλματα που διέπραξε η Επιτροπή κατά την εξέταση της εις βάρος της αναιρεσείουσας καταγγελίας, από τα οποία προκλήθηκε πραγματική και βέβαιη ηθική βλάβη για την οποία η VG ζητούσε ικανοποίηση. Η αναιρεσείουσα εμμένει στο γεγονός ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά δεν συνίσταται στην αποπομπή από το δίκτυο Team Europe αλλά στην εξέταση της καταγγελίας της Χ, καθόσον η αποπομπή αποτελεί απλώς τη συνέπεια του σφάλματος. Η VG δεν αμφισβητεί εξάλλου ότι η Επιτροπή μπορούσε να προβεί σε καταγγελία του συμφωνητικού συμμετοχής. Το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι συνεπώς η λύση της συμβατικής σχέσεως -αν υποτεθεί ότι το συμφωνητικό συμμετοχής συνιστά σύμβαση- όπως μαρτυρεί επίσης η φύση των προβαλλόμενων κανόνων (ήτοι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11) ή ο Κώδικας Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (12)), δεδομένου ιδίως ότι η VG δεν προβάλλει παράβαση των όρων του συμφωνητικού συμμετοχής. Ομοίως, η φύση της προβαλλόμενης ζημίας δεν συνδέεται με οιαδήποτε παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως, καθόσον η VG διατείνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε την εις βάρος της καταγγελία της Χ προσέβαλε την τιμή της, την αξιοπρέπειά της και την υπόληψή της. Για τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο προέβη επομένως σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς κατά της οποίας έβαλλε η αγωγή της VG, ειδικότερα στις σκέψεις 35 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.

14.      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η VG υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Αφενός, δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως της VG συνδέεται κατ’ ανάγκην με την ερμηνεία του συμφωνητικού συμμετοχής, μολονότι η προσαπτόμενη με το εν λόγω αίτημα συμπεριφορά δεν συνίσταται στην καταγγελία της υποτιθέμενης συμβάσεως και συνεπώς η ερμηνεία του συμφωνητικού δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε απαραίτητη για την εξέταση του αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά την έννοια της σκέψεως 80 της αποφάσεως της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (13). Αφετέρου, στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δεν εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εξέταση από την Επιτροπή της καταγγελίας της Χ συνδεόταν κατ’ ανάγκη με την ερμηνεία του συμφωνητικού συμμετοχής. Η VG επισημαίνει συναφώς ότι το συμφωνητικό συμμετοχής δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με την εξέταση πιθανών καταγγελιών ούτε υποχρέωση της Επιτροπής να αιτιολογήσει παραίτηση από τη συμφωνία στο πλαίσιο του δικτύου Team Europe. Οι κανόνες δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων, των οποίων την παράβαση προβάλλει η VG εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των διατάξεων του συμφωνητικού συμμετοχής.

15.      Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε στοιχεία του δικογράφου της αγωγής της VG καθόσον δεν εξέτασε βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτιμήσεως, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα στοιχεία της δικογραφίας, κατά πόσον υπήρχε πραγματικό συμβατικό πλαίσιο, σύμφωνα με τα απαιτούμενα ωστόσο από την απόφαση Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (14).

16.      Η δε Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου είναι σύμφωνη προς τις επιταγές της νομολογίας Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (15). Το Γενικό Δικαστήριο απέδειξε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, την ύπαρξη συμβατικού πλαισίου στο οποίο εντασσόταν το αίτημα του ενάγοντος. Ο ενάγων δεν επικαλείται άλλα έγγραφα πέραν του εγγράφου της καταγγελίας του συμφωνητικού και παραπονείται για τη λύση της συμβάσεως. Υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και του τερματισμού της συνεργασίας του VG με το δίκτυο Team Europe. Το συμφωνητικό συμμετοχής καθορίζει τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των μερών καθώς και τους τρόπους τερματισμού της συνεργασίας, ο δε VG βάλλει κατά των προϋποθέσεων αυτών καταγγελίας της συμβάσεως επιδιώκοντας να αμφισβητήσει, κατά τη διατύπωση του δικογράφου της αγωγής του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, «την ακραία απόφαση περί τερματισμού της συνεργασίας». Η ζημία συνδέεται επίσης με την καταγγελία δεδομένου ότι ο VG ζητούσε, μεταξύ άλλων, την επανένταξή του. Ενδεχόμενη ευθύνη της Ένωσης πρέπει κατ’ ανάγκη να εξεταστεί, υπό την έννοια της νομολογίας Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (16), διά της εκτιμήσεως του περιεχομένου του συμφωνητικού συμμετοχής. Η επίκληση κανόνων που δεν απορρέουν από το συμφωνητικό συμμετοχής δεν αναιρεί τη συμβατική φύση της διαφοράς (17). Η προβαλλόμενη ηθική βλάβη απορρέει, εξάλλου, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες λύθηκε η συμβατική σχέση. H VG επιδιώκει να διαχωρίσει κατά τρόπο τεχνητό τα αίτια και τις περιστάσεις της καταγγελίας του συμφωνητικού από την καταγγελία αυτή καθαυτή. Το ζήτημα κατά πόσον ο λόγος που προβάλλεται για την καταγγελία του συμφωνητικού είναι δικαιολογημένος έχει κατεξοχήν συμβατικό χαρακτήρα.

17.      Όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας που είχε προβάλει και όχι επί της ουσίας. Η VG προβάλλει εξάλλου διάφορα επιχειρήματα ήδη υποβληθέντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ήδη απορριφθέντα από αυτό τα οποία είναι ως εκ τούτου απαράδεκτα (18). Εν πάση περιπτώσει ήταν αρκετό, για να απορρίψει την ενώπιον του ασκηθείσα αγωγή ως απαράδεκτη, να διαπιστώσει το Γενικό Δικαστήριο ότι η αγωγή αυτή εντασσόταν σε πραγματικό συμβατικό πλαίσιο συνδεόμενο με το αντικείμενο της διαφοράς, πράγμα το οποίο ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 34 έως 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Ως προς το σημείο αυτό, το σκεπτικό της εν λόγω διατάξεως δεν είναι ούτε ανεπαρκές ούτε αντιφατικό και το Γενικό Δικαστήριο δεν οφείλει να απαντήσει σε όλα τα επιχειρήματα της VG.

18.      Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η VG αμφισβητεί ότι προσπάθησε να απομονώσει κατά τρόπο τεχνητό τα αίτια και τις περιστάσεις της καταγγελίας του συμφωνητικού από την καταγγελία αυτή καθαυτή και εμμένει στο ότι δεν διατύπωσε επικρίσεις κατά της καταγγελίας συμβάσεως ούτε αμφισβήτησε ότι η Επιτροπή μπορεί να θέτει τέρμα στο συμφωνητικό συνεργασίας. Δεδομένου ότι η VG δεν προβάλλει παράβαση του συμφωνητικού συνεργασίας, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του συμφωνητικού αυτού είναι αναγκαία για τη διαπίστωση του βασίμου των αξιώσεων της αναιρεσείουσας. Η VG υπενθυμίζει ότι η εις βάρος της Επιτροπής αιτίαση συνίσταται στο ότι προσέβαλε το δικαίωμά της VG να ακουστεί, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως και το καθήκον επιμέλειας και παραβίασε το τεκμήριο αθωότητάς της. Η ασκηθείσα από τον VG αγωγή σκοπεί επομένως μόνο στην αμφισβήτηση της διοικητικής δράσεως της Επιτροπής. Για παν ενδεχόμενο, η VG υπενθυμίζει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η παράλληλη ύπαρξη συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης θεσμικού οργάνου έναντι ενός εκ των αντισυμβαλλομένων του (19). Η προβαλλόμενη ζημία δεν συνδέεται, εν πάση περιπτώσει, με πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως που συνίσταται στο συμφωνητικό συμμετοχής. Βεβαίως, η επιλήψιμη συμπεριφορά της Επιτροπής είχε ως συνέπεια την απόφαση αποπομπής από το δίκτυο Team Europe, αλλά η αιτηθείσα επανένταξη εντάσσεται στο πλαίσιο αιτήματος αποζημιώσεως σε είδος προς αποκατάσταση της εικόνας της VG η οποία αμαυρώθηκε λόγω του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε την καταγγελία της Χ.

19.      Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η θέση της VG ενέχει μια θεμελιώδη αντίφαση. Η VG προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν σεβάστηκε τα θεμελιώδη δικαιώματά της ενώ συγχρόνως υποστηρίζει ότι το συμφωνητικό συμμετοχής καθόριζε μόνο μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές και δεν ρύθμιζε τις ιδιαίτερης φύσεως σχέσεις μεταξύ VG και Επιτροπής. Ωστόσο, αν το συμφωνητικό συμμετοχής είναι απλώς μονομερής πράξη της Επιτροπής που δεν συνδέεται με τον VG, η Επιτροπή δεν κατανοεί ποιο θα μπορούσε να είναι το έρεισμα της υποχρεώσεώς της να ακούσει τον VG ή να τηρήσει την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Οι αξιώσεις της VG έχουν νόημα μόνο αν η επίμαχη πράξη συνιστά σύμβαση. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει εξάλλου ότι η απλή προβολή της παραβάσεως κανόνων που δεν απορρέουν από τη σύμβαση δεν μεταβάλλει τη συμβατική φύση της διαφοράς (20). Η δε προσέγγιση της VG όχι μόνον είναι αντίθετη προς τη νομολογία Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (21), αλλά καθιστά επίσης δυνατή τη μετατροπή οποιασδήποτε συμβατικής διαφοράς σε αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης και ενέχει κίνδυνο εξαλείψεως της διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών ειδών ευθύνης. Περαιτέρω, η Επιτροπή εμμένει στο γεγονός ότι το αίτημα επανεντάξεως επιβεβαιώνει ότι η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση είναι το αποτέλεσμα της αποπομπής από το δίκτυο Team Europe, δηλαδή ο τερματισμός της προσχωρήσεως στη σύμβαση την οποία συνιστά το συμφωνητικό συμμετοχής, του οποίου ο πλήρης τίτλος είναι εξάλλου «συμφωνητικό συμμετοχής και προσχωρήσεως». Η επανένταξη δεν αποσκοπεί μόνο στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αλλά επίσης στην αποκατάσταση της συμβατικής σχέσεως όπως αυτή υφίστατο πριν από την καταγγελία της συμβάσεως.

2.      Ανάλυση

20.      Καταρχάς, επισημαίνω ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το πλαίσιο αναλύσεως το οποίο χρησιμοποίησε το Γενικό Δικαστήριο και το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 25 επ. της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο ουσιαστικά επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (22), υπενθύμισε συνεπώς ότι η Συνθήκη ΛΕΕ προβλέπει κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά αγωγές για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της Ένωσης. Η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πρώτων (23). Όσον αφορά τη συμβατική ευθύνη της Ένωσης, η αρμοδιότητα κατανέμεται μεταξύ των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, σε περίπτωση που υφίσταται ρήτρα διαιτησίας, και των εθνικών δικαστηρίων στις λοιπές περιπτώσεις (24).

21.      Βάσει του αντικειμένου της αγωγής καθορίζεται αν αυτή αφορά συμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης (25). Η απόφαση Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (26) όρισε τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθείται για μια τέτοια εκτίμηση. Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, προκειμένου να εκτιμήσουν αν έχουν αρμοδιότητα να αποφανθούν επί αγωγής αποζημιώσεως, δεν μπορούν να στηρίζονται απλώς και μόνον στους κανόνες τους οποίους επικαλούνται οι διάδικοι (27). Οφείλουν να ελέγχουν αν η αγωγή αποζημιώσεως της οποίας έχουν επιληφθεί «στηρίζεται, βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτιμήσεως, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση ή όχι» (28). Η ανάλυση πρέπει να αφορά το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, ήτοι, ιδίως, τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, τη φύση της ζημίας, την προσαπτόμενη συμπεριφορά καθώς και τις έννομες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων (29). Αν από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι υφίσταται μεταξύ των διαδίκων «ένα πραγματικό συμβατικό πλαίσιο το οποίο […] συνδέεται με το αντικείμενο της διαφοράς και […] πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστεί σε βάθος προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίλυσή της» (30), αν προκύπτει ότι «είναι απαραίτητη η ερμηνεία του περιεχομένου μίας ή περισσότερων από τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι ισχυρισμοί των διαδίκων είναι βάσιμοι» (31), εφόσον οι εν λόγω συμβάσεις δεν περιέχουν, βεβαίως, ρήτρα διαιτησίας, το δικαστήριο της Ένωσης οφείλει να σταματήσει την εξέταση της διαφοράς και να κρίνει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επ’ αυτής δεδομένου ότι για την εξέταση της αγωγής απαιτείται να προηγηθεί εκτίμηση επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συμβατικής φύσεως, η οποία υπάγεται, βάσει του άρθρου 274 ΣΛΕΕ, στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων (32).

22.      Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των αρχών αυτών.

23.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο του συμφωνητικού συμμετοχής το οποίο, κατά την κρίση του, καθορίζει τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, τη διάρκεια της συνεργασίας καθώς και τον τρόπο τερματισμού της συνεργασίας (33). Καθόσον ο ενάγων δεν επικαλέστηκε άλλες πράξεις, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά συνδέεται άμεσα με την υπάρχουσα συμβατική σχέση (34). Το αίτημα ικανοποιήσεως συνδέεται κατά την κρίση του με την ερμηνεία του συμφωνητικού συμμετοχής, το οποίο πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των προς εξέταση στοιχείων στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ευθύνης της Επιτροπής (35). Το συμφωνητικό αυτό καθορίζει, πάντα κατά το Γενικό Δικαστήριο, τις προϋποθέσεις καταγγελίας της συμβάσεως, προσδίδοντας ως εκ τούτου συμβατικό χαρακτήρα στη διαφορά (36).

24.      Με την κρίση του αυτή, φαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθώς το κριτήριο ελέγχου που καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (37) και ότι έδωσε βάρος κυρίως στο συμφωνητικό συμμετοχής, ως προς το οποίο διαπίστωσε με μεγάλη ταχύτητα ότι έχει συμβατικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η προμνησθείσα νομολογία απαιτεί ανάλυση του συνόλου των στοιχείων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η φύση της προβαλλόμενης ζημίας, η προσαπτόμενη συμπεριφορά καθώς και οι υπάρχουσες έννομες σχέσεις. Στα διάφορα αυτά στοιχεία πρέπει να δοθεί το ίδιο βάρος, ιδίως όταν η συμβατική φύση της πράξεως που θεωρείται ότι δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη αμφισβητείται σοβαρά, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.

25.      Προκύπτει συνεπώς σαφώς από τη δικογραφία ότι το υποβληθέν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικόγραφο της αγωγής είχε ως αντικείμενο «τα σφάλματα που διέπραξε [η Επιτροπή] κατά την εξέταση της καταγγελίας της Χ κατά του ενάγοντος, από τα οποία προκλήθηκε στον ενάγοντα πραγματική και βέβαιη ηθική βλάβη» (38). Επομένως, το γενεσιουργό της ευθύνης γεγονός που υποδεικνύει η VG δεν έγκειται στην καταχρηστική καταγγελία της συμβατικής σχέσεως την οποία είχε παγιώσει το συμφωνητικό συμμετοχής. Η καταγγελία αυτή –εφόσον υπάρχει- φαίνεται να εντάσσεται μάλλον στο πλαίσιο της ζημίας που προκλήθηκε από την Επιτροπή. Συναφώς, το γεγονός ότι ο VG ζήτησε επίσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την επανένταξή του στο δίκτυο Team Europe ουδόλως προσδιορίζει τη φύση των σχέσεων μεταξύ VG και Επιτροπής. Η επανένταξη αυτή, αν ήταν εφικτή, θα απέβλεπε στο να αποκαταστήσει τον VG στην κατάσταση προ της επελεύσεως του προβαλλόμενου σφάλματος αλλά όχι κατ’ ανάγκην στο να αποκαταστήσει τη συμβατική σχέση. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν φαίνεται να συνήγαγε οποιαδήποτε συνέπεια από το αίτημα αυτό, καθόσον απλώς ανέφερε την επανένταξη στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Τούτο ωστόσο δεν έχει καμία συνέπεια, δεδομένου ότι η VG υποχρεώθηκε, εκ των πραγμάτων, να παραιτηθεί από το αίτημα αυτό κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

26.      Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε επίσης να λάβει υπόψη τους προβληθέντες κανόνες, μολονότι αυτοί δεν ήταν, αφεαυτών, καθοριστικής σημασίας. Και ως προς το σημείο αυτό, η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου είναι ελλιπής (39). Η VG προσήπτε στην Επιτροπή ότι, κατά την εξέταση της καταγγελίας της Χ, είχε παραβεί το άρθρο 41 του Χάρτη, τις γενικές αρχές της χρηστής διοικήσεως και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, το άρθρο 16 του Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, τις αρχές της επιμέλειας και του τεκμηρίου αθωότητας καθώς την υποχρέωση αιτιολογήσεως και την αρχή της αναλογικότητας. Από τους κανόνες αυτούς προέκυπτε συνεπώς με σαφήνεια ότι η VG δεν αναφερόταν σε ζητήματα σχετικά με σύμβαση, καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλούνταν κανόνες που θεωρούνται ότι διέπουν τη δράση της Επιτροπής ως διοικητικής αρχής και όχι κανόνες που απέρρεαν από την υποτιθέμενη σύμβαση. Ειδικότερα, η VG δεν προέβαλε παράβαση των διατάξεων του συμφωνητικού συμμετοχής. Επί του σημείου αυτού, μου προκαλεί αμηχανία η επιχειρηματολογία της Επιτροπής η οποία προσποιείται ότι δεν αναγνωρίζει τη βάση των προβαλλόμενων από την VG νομικών υποχρεώσεων αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αγωγή αφορά εξωσυμβατική ευθύνη. Για παράδειγμα, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η Επιτροπή μπορεί να αγνοεί ότι οφείλει να σέβεται το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως ή τα δικαιώματα άμυνας επίσης και στην περίπτωση που ενεργεί σε εξωσυμβατικό πλαίσιο.

27.      Τέλος, η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την προβαλλόμενη ζημία περιορίζεται σε μία σκέψη (40) και εκ νέου επαναλαμβάνει απλώς ότι ο VG επιδίωκε χρηματική ικανοποίηση και την έκδοση διαταγής κατά της Επιτροπής. Η φύση της ζημίας δεν αναλύεται περαιτέρω.

28.      Περιοριζόμενο να αναλύσει μεμονωμένα το συμφωνητικό συμμετοχής, μολονότι η συμβατική φύση του ουδόλως ήταν προφανής, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη στον έλεγχο που επιβάλλεται από τη νομολογία κατά την οποία τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να ελέγχουν αν το αίτημα αποζημιώσεως που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής η οποία έχει ασκηθεί ενώπιόν τους στηρίζεται, βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτιμήσεως, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση. Ωστόσο, η συνεκτίμηση του συνόλου των στοιχείων της δικογραφίας μπορούσε, όπως υποστηρίζει η VG, να εγείρει αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη πραγματικού συμβατικού πλαισίου εντός του οποίου εντασσόταν η αγωγή του VG.

29.      Ειδικότερα, εξετάζοντας ορθά και σε συνδυασμό με το συμφωνητικό συμμετοχής τους κανόνες δικαίου που φέρονται ως παραβιασθέντες, τη φύση της προβαλλόμενης ζημίας καθώς και την προσαπτόμενη συμπεριφορά, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «το αίτημα ικανοποιήσεως συνδε[όταν] με την ερμηνεία του συμφωνητικού συμμετοχής» (41). Η VG δεν αμφισβητεί ότι το συμφωνητικό συμμετοχής προβλέπει ότι ανά πάσα στιγμή τα μέρη μπορούν οικειοθελώς να παραιτηθούν εγγράφως από τη συνεργασία. Ως εκ τούτου επιβεβαιώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησε περιορισμένη προσέγγιση κρίνοντας ότι η ενώπιόν του ασκηθείσα αγωγή αποσκοπούσε απλώς στην αμφισβήτηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η Επιτροπή είχε θέσει τέρμα στις συμβατικές σχέσεις που τη συνέδεαν με τον VG.

30.      Το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό της βάσεως της ασκηθείσας ενώπιόν του αγωγής αλλά παρέλειψε επίσης, με το σκεπτικό του, να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κατά την κρίση του έπρεπε να γίνει δεκτή η συμβατική φύση του συμφωνητικού συμμετοχής.

31.      Οι σκέψεις 35 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως αποτελούν σειρά μη τεκμηριωμένων διαπιστώσεων. Ωστόσο, η αιτιολόγηση ήταν ακόμη περισσότερο επιβεβλημένη καθόσον η δικογραφία περιελάμβανε δύο σημαντικά στοιχεία. Ο VG επικαλέστηκε σαφώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη δήλωση της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της οποίας ανέφερε ότι «τα μέλη του Team Europe δεν είχαν συμβατική σχέση με [την Επιτροπή]». Τούτο προκύπτει από τη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.

32.      Εξάλλου, ο VG είχε επίσης επιστήσει την προσοχή του Γενικού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο των παρατηρήσεών του επί της ενστάσεως απαραδέκτου που είχε προβάλει η Επιτροπή, στη διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής (42). Στη σκέψη 15 της διατάξεως αυτής αναφέρεται ότι η Επιτροπή είχε επιλέξει να μη λάβει θέση, κατά το στάδιο εκείνο, επί του χαρακτηρισμού που έπρεπε να δοθεί στις απορρέουσες από το συμφωνητικό συμμετοχής έννομες σχέσεις. Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου είχε εντεύθεν συναγάγει ότι η Επιτροπή εκτιμούσε ότι ένας τέτοιος προσδιορισμός μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον κατόπιν ενδελεχούς αναλύσεως του συμφωνητικού συμμετοχής (43). Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου κατέληξε βάσει των στοιχείων αυτών στο συμπέρασμα «ότι στο στάδιο αυτό, σε πρώτη ανάλυση, δεν [ήταν] προφανές ότι το αίτημα ικανοποιήσεως που [αποτελούσε] το αντικείμενο της αγωγής που προτίθε[το] να ασκήσει ο αιτών ενώπιον του δικαστή της Ένωσης στηριζ[όταν], βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτιμήσεως, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση» (44). Είναι επομένως κατανοητή η αμηχανία της VG ενώπιον της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η οποία πάντως διαπιστώνει –υπενθυμίζω– τον προδήλως απαράδεκτο χαρακτήρα της αγωγής του VG.

33.      Βεβαίως, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αναφέρεται διεξοδικά σε όλους κατά σειράν τους συλλογισμούς που έχουν διατυπώσει οι διάδικοι. Συνεπώς, η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό τον όρο ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για την άσκηση του εκ μέρους του αναιρετικού ελέγχου (45). Βεβαίως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η απλή επανάληψη επιχειρημάτων τα οποία έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να συνεπάγεται διαπίστωση περί απαραδέκτου των εν λόγω επιχειρημάτων. Τούτο δεν συμβαίνει ωστόσο όταν η σιωπή του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τα επιχειρήματα αυτά κατέστησε επιβεβλημένη την επανάληψή τους ενώπιον του Δικαστηρίου.

34.      Μολονότι όμως η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να γίνει δεκτή, τούτο δεν οφείλεται στο ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στο σύνολο των επιχειρημάτων τα οποία προέβαλε ο VG αλλά στο ότι από την ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως δεν προκύπτουν επαρκώς οι λόγοι που οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στο να υπερβεί, προκειμένου να διαπιστώσει τον συμβατικό χαρακτήρα της διαφοράς βάσει μόνο του συμφωνητικού συμμετοχής, το νόημα ενός κειμένου που δεν είναι προδήλως συμβατικό και δηλώσεων της Επιτροπής με αντίθετο περιεχόμενο ή πολύ επιφυλακτικών. Η ανάγνωση αυτή δεν καθιστά δυνατή ούτε την τεκμηρίωση των λόγων για τους οποίους, ενώ το αντικείμενο της διαφοράς, όπως το προσδιόρισε ο VG, αφορούσε το σφάλμα της Επιτροπής κατά την εξέταση της καταγγελίας της Χ, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε «άμεσος σύνδεσμος» (46) μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της υποτιθέμενης συμβατικής σχέσεως που απέρρεε από το συμφωνητικό συμμετοχής και ότι η εξέταση του συμφωνητικού αυτού ήταν αναγκαία για την εκτίμηση της ευθύνης της Επιτροπής (47).

35.      Συνεπώς, παραλείποντας να εξετάσει το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων τις δηλώσεις της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε μερική εφαρμογή της μεθοδολογίας που έχει καθορίσει το Δικαστήριο με την απόφασή του και παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει στο σύνολό του δεκτός ως βάσιμος.

2.      Επί του δεύτερου λόγου που αντλείται από πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας

1.      Συνοπτική παράθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

36.      Εν ολίγοις, η VG υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως χαρακτήρισε το συμφωνητικό συμμετοχής ως σύμβαση, ενώ πρόκειται μάλλον για μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες καθορίζονται μονομερώς από την Επιτροπή και διέπουν τη λειτουργία του δικτύου Team Europe. Η Επιτροπή ουδέποτε υποστήριξε ότι η σχέση ήταν συμβατικής φύσεως, όπως καταδεικνύουν το σημείο 21 των παρατηρήσεών της ενώπιον του Διαμεσολαβητή καθώς και η σκέψη 15 της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής του VG (48)· το συμφωνητικό συμμετοχής περιορίζεται στο να συνοψίσει τα δικαιώματα και καθήκοντα που διέπουν το Team Europe και όχι εκείνα που διέπουν τις ειδικές σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και VG· δεν προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως ούτε περιέχει αναφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο ή στα αρμόδια δικαστήρια· το συμφωνητικό συμμετοχής χρησιμοποιεί τον όρο «καθήκοντα» και όχι «υποχρεώσεις», παραπέμποντας κατά τον τρόπο αυτό μάλλον σε απλούς κανόνες συμπεριφοράς και όχι σε πραγματικούς νομικούς δεσμούς μεταξύ των προσώπων. Η Επιτροπή μετέβαλε καθυστερημένα τη θέση της και επικαλέστηκε τη συμβατική φύση του συμφωνητικού συμμετοχής. Η κοινή πρόθεση των μερών ουδέποτε ήταν να δεσμευτούν αμοιβαία βάσει συμβάσεως. Η πρόθεση όμως συνιστά καθοριστικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό πράξεως ως συμβατικής φύσεως, όπως μαρτυρεί το σημείο 102 των Aρχών του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων (49). Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε εσφαλμένως το συμφωνητικό συμμετοχής ως σύμβαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού και παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δεν καθόρισε το εφαρμοστέο δίκαιο προκειμένου να χαρακτηρίσει το συμφωνητικό συμμετοχής ως σύμβαση, πράγμα που θα ήταν αναγκαίο στην περίπτωση –η οποία δεν συντρέχει- στην οποία το εν λόγω συμφωνητικό συνιστούσε σύμβαση. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εφαρμοστέο είναι το γαλλικό δίκαιο. Ωστόσο, ούτε κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 110 (50)και 1156 (51) του γαλλικού code civil [αστικού κώδικα] θα ήταν δυνατό να χαρακτηριστεί το συμφωνητικό συμμετοχής ως σύμβαση υπό την έννοια του γαλλικού δικαίου ελλείψει πρόθεσης του VG να δεσμευτεί και δεδομένου ότι από καμία ένδειξη δεν μπορούσε να συναγάγει ότι υπέγραφε σύμβαση της οποίας το περιεχόμενο είχε καθοριστεί μονομερώς από την Επιτροπή που ουδέποτε έκανε λόγο για τη συμβατική φύση του συμφωνητικού αυτού. Κατά το γαλλικό δίκαιο, μια σύμβαση θα προέβλεπε εξάλλου υποχρεώσεις δυνάμενες να τύχουν αναγκαστικής εκτελέσεως (52). Ωστόσο, το συμφωνητικό συμμετοχής δεν καθιστά δυνατό να επιβληθεί η τήρηση των δικαιωμάτων και των καθηκόντων, δεν προβλέπει κυρώσεις ούτε αναγκαστική εκτέλεση, κάθε δε μέρος μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποδεσμευτεί. Η συμβατική φύση του συμφωνητικού συμμετοχής δεν απορρέει συνεπώς ούτε από την πρόθεση των μερών ούτε από τη βούλησή τους ούτε από το καταρτισθέν από την Επιτροπή κείμενό του. Εντεύθεν συνάγεται ότι, έστω και υπό το πρίσμα του γαλλικού δικαίου, το συμφωνητικό συμμετοχής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση. Το Γενικό Δικαστήριο επομένως παραμόρφωσε επίσης το περιεχόμενο του συμφωνητικού συμμετοχής και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το αντικείμενο της αγωγής ήταν αίτημα αποζημιώσεως εκ συμβάσεως.

37.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, πλην της περιπτώσεως παραμορφώσεως η οποία πρέπει να είναι πρόδηλη και να προκύπτει χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα απλώς επικαλείται τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που ήδη προέβαλε και ήδη εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, τα οποία είναι ως εκ τούτου απαράδεκτα. Οι δηλώσεις της Επιτροπής ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν μπορούν να καταστήσουν τη σύμβαση άνευ αποτελέσματος και πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Επιτροπή αρνήθηκε ότι το συμφωνητικό συμμετοχής αποτελούσε σύμβαση εργασίας. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να πρόκειται για σύμβαση προσχωρήσεως. Η VG δεν εξηγεί πώς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών θα μπορούσε να αντιβαίνει στις σαφείς και μη διφορούμενες διατάξεις του συμφωνητικού συμμετοχής. Τα όσα εκτίθενται σχετικά με την έννοια της προθέσεως των συμβαλλομένων μερών είναι νέα και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλονται μολονότι, εν πάση περιπτώσει, η πρόθεση των μερών να συμφωνήσουν σχετικά με ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ήταν σαφής. Τα όσα εκτίθενται σχετικά με την έννοια της συμβάσεως κατά το γαλλικό δίκαιο είναι επίσης νέα. Η ερμηνεία του γαλλικού δικαίου αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, πραγματικό ζήτημα επί του οποίου ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να είναι πλήρης. Το επιχείρημα σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση προβάλλεται για πρώτη φορά στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως και είναι συνεπώς απαράδεκτο. Η εν λόγω εκτέλεση δεν αποτελεί εν πάση περιπτώσει αναγκαία προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως.

38.      Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι η αίτηση προσκομίσεως εγγράφων εμπιστευτικού χαρακτήρα που υπέβαλε ο VG επιβεβαιώνει τον σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας και της λύσεως της συμβατικής σχέσεως και όχι μεταξύ της ζημίας και της εξετάσεως της καταγγελίας της Χ. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η αίτηση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο δύο προσφυγών-αγωγών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (53). Όσον αφορά το αίτημα για την έκδοση διαταγής, κατά πάγια νομολογία, τούτο δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου (54).

39.      Με το υπόμνημά της απαντήσεως η VG υπενθυμίζει ότι με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται όχι μόνον παραμόρφωση αλλά και πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής και παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας τα επιχειρήματα ως προς τα οποία διατείνεται ότι αποτελούν απλή επανάληψη των προβληθέντων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επιχειρημάτων. Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με την πρόθεση των μερών, η VG αμφισβητεί ότι αποτελεί νέο επιχείρημα δεδομένου ότι εντάσσεται στο πλαίσιο της αναλύσεως των έννομων σχέσεων μεταξύ των μερών κατά την έννοια της αποφάσεως της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (55). Η εν λόγω ανάλυση συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η πρόθεση των μερών συνεκτιμάται. Οι διατάξεις του συμφωνητικού συμμετοχής δεν είναι σαφείς και μη διφορούμενες στον βαθμό που διατείνεται η Επιτροπή, κατά μείζονα δε λόγο καθόσον η ίδια η Επιτροπή αρνήθηκε τον συμβατικό χαρακτήρα του συμφωνητικού αυτού με τις δηλώσεις της ενώπιον του Διαμεσολαβητή. Όσον αφορά την επίκληση του γαλλικού δικαίου, η VG αναγνωρίζει ότι δεν αναφέρθηκε σε αυτό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αλλά υποστηρίζει ότι το επικαλέστηκε απλώς για να καταστήσει σαφέστερο τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο επιδιώκει να αποδείξει σφάλμα στη συλλογιστική της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και δεδομένου ότι η ίδια η Επιτροπή υποστήριζε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι εφαρμοστέο ήταν γαλλικό δίκαιο, βάσει του οποίου έπρεπε να εξεταστεί ο συμβατικός χαρακτήρας του συμφωνητικού συμμετοχής.

40.      Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος για τον οποίο η VG ανέπτυξε επιχειρήματα σχετικά με την πρόθεση των μερών είναι ότι η μη συμβατική φύση του συμφωνητικού συμμετοχής δεν είναι τόσο πρόδηλη. Η VG δεν εξήγησε γιατί ο MS υπέγραψε το συμφωνητικό συμμετοχής αφού δεν επρόκειτο παρά για απλές κατευθυντήριες γραμμές. Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με την εφαρμογή του γαλλικού δικαίου, απαραδέκτως προβάλλεται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη συμβατικού πλαισίου κατά την έννοια της αποφάσεως Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (56) μπορεί να αποδειχτεί χωρίς επίκληση του γαλλικού δικαίου. Η VG δεν αναφέρθηκε επίσης σε ορισμένα στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν τη συμβατική φύση του συμφωνητικού, ιδίως την ακριβή ονομασία του και την καταληκτική φράση του εγγράφου καταγγελίας του. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο επί του ζητήματος μόνον της αρμοδιότητάς του. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η VG συγχέει τον λόγο που αντλείται από τον νομικό χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής με τον λόγο που αντλείται από παραμόρφωση. Η VG προβάλλει παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας αλλά, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Η VG έπρεπε επομένως να προσδιορίσει ακριβώς τα πραγματικά περιστατικά ή τα έγγραφα που παραμορφώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, αντί τούτου όμως αρκείται στην επανάληψη επιχειρημάτων που είχε ήδη αναπτύξει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να αποδεικνύει οποιαδήποτε ουσιαστική ανακρίβεια εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου. Η Επιτροπή προσάπτει στην αναιρεσείουσα ότι προσπαθεί να παρακάμψει το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αποπομπής από το Team Europe την οποία παρέλειψε να ασκήσει εμπροθέσμως. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθήσει την προσέγγιση που υιοθέτησε με την απόφασή του Guigard κατά Επιτροπής (57).

2.      Ανάλυση

41.      Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της VG μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τρία σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά τον νομικό χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής, το δεύτερο παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και το τρίτο παραμόρφωση των στοιχείων «της δικογραφίας».

42.      Σε συνέχεια των όσων διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, θα αρχίσω την ανάλυση του δεύτερου αυτού λόγου από το δεύτερο σκέλος του που αφορά εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά τον χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής ως συμβάσεως. Για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν στο σημείο 34 των παρουσών προτάσεων, το δεύτερο αυτό σκέλος πρέπει να γίνει δεκτό.

43.      Συγκεκριμένα, από την ανάγνωση των παρατηρήσεων της VG επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή προκύπτει ότι τα επιχειρήματα με τα οποία αμφισβητούνταν η συμβατική φύση του συμφωνητικού συμμετοχής είτε δεν εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο –όπως η δήλωση της Επιτροπής ενώπιον του Διαμεσολαβητή ή το ότι η Επιτροπή δεν έλαβε θέση επί της φύσεως του συμφωνητικού συμμετοχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση δικαστικής αρωγής (58)- είτε απορρίφθηκαν χωρίς πραγματική εξήγηση (59). Ο VG στηριζόταν, εξάλλου, στη σκέψη 80 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (60), κατά την οποία «ο ισχυρισμός περί υπάρξεως είτε μιας οποιασδήποτε συμβατικής σχέσεως […] είτε συμβατικών υποχρεώσεων που δεν προέβλεπαν την επίδικη συμπεριφορά δεν αρκεί για να μεταβάλει τη φύση της διαφοράς προσδίδοντάς της συμβατική θεμελίωση», συνάγοντας εξ αυτής το συμπέρασμα ότι μόνη η ύπαρξη συμβάσεως δεν εμποδίζει την άσκηση αγωγής με την οποία επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Ως εκ τούτου, ο εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου χαρακτηρισμός του συμφωνητικού συμμετοχής ως συμβάσεως είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένος.

44.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θα εξετάσω μόνον εκ περισσού τα λοιπά σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

45.      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου, η VG υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας το συμφωνητικό ως σύμβαση. Το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη την πρόθεση των μερών όπως επιτάσσει το σημείο 102 των Αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων. Η VG προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προσδιόρισε το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο, βάσει του οποίου έπρεπε να εξεταστεί η ιδιότητα της συμβάσεως. Αν υποτεθεί ότι το δίκαιο αυτό είναι το γαλλικό δίκαιο, όπως διατείνεται η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εστιάσει την προσοχή του στην πρόθεση των μερών και στο ζήτημα αν η εκπλήρωση των προβαλλόμενων ως απορρεουσών από το συμφωνητικό συμμετοχής υποχρεώσεων μπορούσε να επιβληθεί δι’ αναγκαστικής εκτελέσεως.

46.      Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με την πρόθεση των μερών, βεβαίως η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πράγματι δεν κάνει σχετική μνεία, όπως επισημαίνει η VG, αλλά η ίδια η αναιρεσείουσα δεν έθιξε το ζήτημα με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεν επικαλέστηκε επίσης τις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων. Το ίδιο ισχύει για το ζήτημα της αναγκαστικής εκτελέσεως. Τα επιχειρήματα αυτά πρέπει συνεπώς να κριθούν απαράδεκτα λόγω του ότι προβάλλονται για πρώτη φορά (61). Ομοίως, το ζήτημα σχετικά με τον καθορισμό του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου ή σχετικά με το γαλλικό δίκαιο δεν συζητήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως δέχεται η VG. Το Γενικό Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, δεν στηρίχθηκε σε συγκεκριμένο δίκαιο για να χαρακτηρίσει το συμφωνητικό συμμετοχής ως σύμβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, καμία αιτίαση δεν μπορεί να διατυπωθεί κατά της αναλύσεως του Γενικού Δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του γαλλικού δικαίου.

47.      Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Μόνον το Γενικό Δικαστήριο είναι, ως εκ τούτου, αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός αν η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από τα έγγραφα της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, καθώς και να εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που λαμβάνει υπόψη. Η διαπίστωση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και η εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελούν, επομένως, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεώς τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (62). Τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να καθίσταται αναγκαία νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (63).

48.      Η παραμόρφωση αποτελεί επομένως έννοια που συνδέεται κατεξοχήν με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Ωστόσο, η VG υποστηρίζει ότι υπήρξε παραμόρφωση του περιεχομένου του συμφωνητικού συμμετοχής λόγω του εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου νομικού «χαρακτηρισμού» του ως συμβάσεως. Επομένως, η αιτίαση αυτή δεν αφορά την παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, υπό τη συνήθη έννοια της προμνησθείσας ανωτέρω νομολογίας του Δικαστηρίου, αλλά πλάνη κατά τον χαρακτηρισμό του συμφωνητικού συμμετοχής. Υπό την έννοια αυτή, δεν θεωρείται αιτίαση χωριστή από την ήδη εξετασθείσα στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και συνεπώς δεν χρήζει περαιτέρω αναλύσεως.

3.      Επί της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να αποφανθούν επί του αιτήματος της VG

49.      Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτής. Καθόσον η διάταξη πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναιρεθεί, το Δικαστήριο μπορεί να επιλύσει το ζήτημα της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να αποφανθούν επί της ασκηθείσας από τον VG αγωγής.

50.      Από το σύνολο των σχετικών στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη ότι η VG επιδιώκει να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Ένωσης λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής κατά την εξέταση της εις βάρος της καταγγελίας της Χ. Η VG προβάλλει παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη παραβίαση των γενικών αρχών της χρηστής διοικήσεως, του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, παράβαση του άρθρου 16 του Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, παραβίαση των αρχών της επιμέλειας και του τεκμηρίου αθωότητας καθώς της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και της αρχής της αναλογικότητας. Η προβαλλόμενη ζημία συνίσταται σε ηθική βλάβη καθόσον η συμπεριφορά της Επιτροπής φέρεται ότι προσέβαλε την τιμή, την αξιοπρέπεια και την υπόληψη του VG.

51.      Από την ως άνω δέσμη στοιχείων προκύπτει συνεπώς ότι η ευθύνη περί της οποίας πρόκειται είναι εκ πρώτης όψεως εξωσυμβατική. Απομένει να κριθεί κατά πόσον το έγγραφο που υπέγραψαν αμφότερα τα μέρη είναι ικανό να μεταβάλει τη διαπίστωση αυτή.

52.      Το συμφωνητικό συμμετοχής δεν αποσαφηνίζει ρητώς τη συμβατική φύση του. Το προοίμιό του αναφέρει ότι αποτελεί απλώς μια συνοπτική παρουσίαση των δικαιωμάτων και καθηκόντων που συνεπάγεται η «προσχώρηση» στο Team Europe. Από κανένα σημείο του συμφωνητικού δεν προκύπτει ότι το συμφωνητικό αυτό έχει ιδιαίτερη νομική ισχύ ή, τουλάχιστον, παρόμοια με την ισχύ συμβάσεως. Ειδικότερα, σε κανένα σημείο δεν γίνεται μνεία ενδεχόμενης κυρώσεως για μη τήρηση του συμφωνητικού συμμετοχής. Σε κανένα σημείο του συμφωνητικού δεν ορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο ή τα δικαστήρια που είναι αρμόδια να εκδικάσουν τυχόν διαφορά. Το σημείο 5, δεύτερο εδάφιο, του συμφωνητικού συμμετοχής προβλέπει ότι τα μέρη μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποδεσμευτούν εγγράφως από τα δικαιώματα και τα καθήκοντα που προβλέπονται στο εν λόγω συμφωνητικό. Πριν από την άσκηση της αγωγής, η ίδια η Επιτροπή δεν ήταν πεπεισμένη για τον συμβατικό χαρακτήρα του συμφωνητικού συμμετοχής.

53.      Από τα ανωτέρω δεν μπορεί να συναχθεί ότι υφίσταται πραγματικό συμβατικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το αίτημα της VG κατά την έννοια της αποφάσεως Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (64), χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εμβάθυνση στην εξέταση της έννοιας της συμβάσεως στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως. Προσθέτω ότι το να συναχθεί συμβατική φύση του συμφωνητικού συμμετοχής από την ανάγνωση και μόνο του σημείου του 5 ισοδυναμεί με ειδική και συγκεκριμένη ανάλυση του περιεχομένου της υποτιθέμενης συμβάσεως, πράγμα που απέκλεισε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 76 και 77 της αποφάσεως αυτής δεδομένου ότι μια τέτοια ανάλυση ανάγεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς και όχι στον προσδιορισμό αυτής καθαυτής της φύσεως της διαφοράς.

54.      Εν πάση περιπτώσει, από τα ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι από την ανάλυση της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ερμηνεία του συμφωνητικού συμμετοχής ως συμβάσεως είναι αναγκαία για τη διαπίστωση του βασίμου των αξιώσεων της VG.

55.      Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση Guigard κατά Επιτροπής (65). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε προσβολή της μη ανανεώσεως συμβάσεως εργασίας που είχε συναφθεί με την Επιτροπή. Ο ενάγων επιδίωκε τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης λόγω της αρνήσεώς της να ανανεώσει τη σύμβαση εργασίας του. Ενώ το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω των κανόνων των οποίων προβαλλόταν παράβαση (66) και επειδή επρόκειτο για σύναψη νέας συμβάσεως, η αγωγή μπορούσε να θεωρηθεί ως αφορώσα την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, οπότε μπορούσε να ασκηθεί ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν ακολούθησε την προσέγγιση αυτή και έκρινε ότι η αγωγή δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τη συμβατική σχέση που συνέδεε τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση εργασίας μέρη, κατά μείζονα δε λόγο καθόσον οι προϋποθέσεις ανανεώσεως της συμβάσεως καθορίζονταν στην ίδια τη σύμβαση (67). Το συμβατικό πλαίσιο ήταν απολύτως σαφές και οι διάδικοι δεν αμφισβητούσαν ότι συνδέονταν συμβατικώς. Τούτο συνιστά θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και συνεπώς από το προηγούμενο αυτό δεν μπορούν να αντληθούν αυτόματα συμπεράσματα για την επίλυσή της.

56.      Επομένως, από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι το αίτημα ικανοποιήσεως της VG δεν στηρίζεται, βάσει αντικειμενικής και σφαιρικής εκτιμήσεως, σε υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση. Το αντικείμενο της αγωγής συνίσταται συνεπώς σε αίτημα ικανοποιήσεως εξωσυμβατικής φύσεως. Εμπίπτει δε όντως στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 268 ΣΛΕΕ.

57.      Μολονότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, η δε ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση επί της ουσίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

V.      Επί των δικαστικών εξόδων

58.      Καθόσον η υπόθεση πρέπει, κατά την ανάλυσή μου, να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

VI.    Πρόταση

59.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Αναιρεί τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 31ης Μαΐου 2017, MS κατά Επιτροπής (T-17/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:379).

2)      Η αγωγή της VG στην υπόθεση Τ-17/16 είναι παραδεκτή.

3)      Κατά τα λοιπά, αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

4)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Διάταξη MS κατά Επιτροπής (T-17/16, μη δημοσιευθείσα,, EU:T:2017:379).


3      Όταν απεβίωσε ο MS στις 16 Φεβρουαρίου 2018, η VG, μόνη διάδοχός του, ζήτησε την επανάληψη της δίκης προκειμένου να υπεισέλθει στα δικαιώματά του, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό. Κατά την περαιτέρω ανάλυση και για λόγους απλοποιήσεως, θα αποκαλώ «VG» τόσο τη νυν αναιρεσείουσα όσο και τον πρωτοδίκως προσφεύγοντα-ενάγοντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.


4      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446).


5      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446, σκέψη 15).


6      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446, σκέψη 15).


7      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446, σκέψη 16).


8      Κατόπιν του θανάτου του MS, η επανένταξη αυτή δεν είναι πλέον δυνατή και η VG απέσυρε το αίτημα αυτό με το υπόμνημά της απαντήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. σημείο 10 του εν λόγω υπομνήματος).


9      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446). Βλ., επίσης, σημείο 5, in fine, των παρουσών προτάσεων.


10      C-103/11 P (EU:C:2013:245).


11      Στο εξής: Χάρτης.


12      Διαθέσιμος σε: https://www.ombudsman.europa.eu/fr/publication/fr/3510.


13      C-103/11 P (EU:C:2013:245).


14      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


15      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


16      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 67).


17      Η Επιτροπή στηρίζεται εν προκειμένω στη σκέψη 65 της αποφάσεως της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


18      Η Επιτροπή επικαλείται εν προκειμένω τη διάταξη του Aντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 2018, Επιτροπή κατά RW [C-442/17 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:6, σκέψη 66].


19      Η VG στηρίζεται εν προκειμένω στην απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2015, Synergy Hellas κατά Επιτροπής (T-106/13, EU:T:2015:860, σκέψη 150).


20      Η Επιτροπή επικαλείται εν προκειμένω την απόφαση της 20ής Μαΐου 2009, Guigard κατά Επιτροπής (C-214/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:330) επισημαίνοντας τις ομοιότητές της με την υπό κρίση υπόθεση.


21      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245).


22      C-103/11 P (EU:C:2013:245).


23      Βλ., άρθρο 256, παράγραφος 1, άρθρο 268 και άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.


24      Βλ. άρθρα 272 και 274 ΣΛΕΕ.


25      Βλ. σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.


26      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


27      Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 64).


28      Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 66). Η υπογράμμιση δική μου.


29      Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 66).


30      Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 66). Η υπογράμμιση δική μου.


31      Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 67). Η υπογράμμιση δική μου.


32      Βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 67).


33      Βλ. σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


34      Βλ. σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


35      Βλ. σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


36      Βλ. σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


37      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


38      Βλ. σημείο 38 του υποβληθέντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικογράφου της αγωγής.


39      Η σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως απλώς συνοψίζει την επιχειρηματολογία του VG η οποία εκτίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 19 έως 21 της εν λόγω διατάξεως.


40      Βλ. σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


41      Σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


42      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446).


43      Βλ., διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446, σκέψη 15).


44      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016, MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446, σκέψη 16).


45      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Orange (C-486/15 P, EU:C:2016:912, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


46      Σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


47      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.


48      Διάταξη της 3ης Μαΐου 2016 MS κατά Επιτροπής (T-17/16 AJ, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:446).


49      Βλ., Lando, O., Beale, H. (επιμ.), Principles of European Contract Law, Kluwer Law International, The Hague, London, Boston 2000, σ. 394.


50      «Σύμβαση είναι η σύμπτωση βουλήσεως μεταξύ δύο η περισσοτέρων προσώπων με σκοπό τη δημιουργία, τροποποίηση, μεταβίβαση ή κατάργηση υποχρεώσεων».


51      «Στις συμβάσεις πρέπει να αναζητείται η κοινή πρόθεση των συμβαλλομένων μερών χωρίς προσήλωση στην κυριολεξία των όρων» (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η Επιτροπή εξέδωσε τις επίμαχες αποφάσεις).


52      Κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 1184 του γαλλικού αστικού κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την 1η Οκτωβρίου 2016, κατά το οποίο: «[ο] συμβαλλόμενος έναντι του οποίου ουδόλως τηρήθηκε η δέσμευση έχει την επιλογή είτε να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της συμβάσεως, εφόσον τούτο είναι εφικτό, είτε να ζητήσει τη λύση της και την καταβολή αποζημιώσεως».


53      Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2018, VG κατά Επιτροπής (T-314/16 και T-435/16, EU:T:2018:841).


54      Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2004, Mattila κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-353/01 P, EU:C:2004:42, σκέψη 15).


55      C-103/11 P (EU:C:2013:245).


56      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


57      Απόφαση της 20ής Μαΐου 2009 (C-214/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:330).


58      Βλ., σημείο 27 των παρατηρήσεων επί της ενστάσεως απαραδέκτου.


59      Παραδείγματος χάριν, το επιχείρημα που αφορούσε τη μη ύπαρξη του όρου «υποχρέωση» στο συμφωνητικό συμμετοχής ή ακόμη τη μνεία στο προοίμιο του εν λόγω συμφωνητικού ότι το συμφωνητικό συμμετοχής αποτελεί σύνοψη δικαιωμάτων και καθηκόντων, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι το εν λόγω συμφωνητικό καθορίζει απλώς κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες στερούνται δεσμευτικής ισχύος.


60      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245).


61      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Total κατά Επιτροπής (C‑597/13 P, EU:C:2015:613, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


62      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 2015, PP Nature-Balance Lizenz κατά Επιτροπής (C-82/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:796, σκέψεις 26 και 27), και της 15ης Ιουνίου 2017, Ισπανία κατά Επιτροπής (C-279/16 P, EU:C:2017:461, σκέψη 36).


63      Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2017, Ludwig-Bölkow-Systemtechnik κατά Επιτροπής (C-250/16 P, EU:C:2017:871, σκέψη 39).


64      Απόφαση της 18ης Απριλίου 2013 (C-103/11 P, EU:C:2013:245). Υπενθυμίζω ότι, στην απόφαση αυτή, η απλή επίκληση από την Επιτροπή πολυάριθμων υφιστάμενων συμβατικών εγγράφων υπήρξε αρκετή ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη «πραγματικο[ύ] συμβατικο[ύ] πλαισίο[υ] το οποίο συνδέεται με το αντικείμενο της διαφοράς και πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστεί σε βάθος προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχομένως παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσήφθη στην Επιτροπή» [βλ. απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C-103/11 P, EU:C:2013:245, σκέψη 81)].


65      C-214/08 P (μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:330).


66      Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της τέταρτης Σύμβαση της Λομέ, των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της αρωγής και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2009, Guigard κατά Επιτροπής, C-214/08 P, μη δημσιευθείσα, EU:C:2009:330, σκέψη 43).


67      Βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2009, Guigard κατά Επιτροπής (C-214/08 P, μη δημσιευθείσα, EU:C:2009:330, σκέψη 38).