Language of document : ECLI:EU:C:2019:321

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 11ης Απριλίου 2019 (1)

Υπόθεση C-482/17

Τσεχική Δημοκρατία

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Προσφυγή ακυρώσεως – Οδηγία (ΕΕ) 2017/853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων – Παραβίαση των αρχών της δοτής αρμοδιότητας, της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου – Εκτιμήσεις επιπτώσεων»






1.        Στον απόηχο μιας σειράς τραγικών περιστατικών, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι και την Κοπεγχάγη (2), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόταση (3) για την τροποποίηση της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με τον έλεγχο, την απόκτηση και την κατοχή όπλων (4). Με προσφυγή της 9ης Αυγούστου 2017 (5), που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, η οποία περιλαμβάνει τους κρίσιμους κανόνες του δικαίου της Ένωσης που διέπουν το εν λόγω αντικείμενο (6).

2.        Προς στήριξη της προσφυγής της, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Ισχυρίζεται ότι, εκδίδοντας την οδηγία 2017/853, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (στο εξής: νομοθέτης της Ένωσης) παραβίασαν τις ακόλουθες αρχές του δικαίου της Ένωσης: της δοτής αρμοδιότητας, καθόσον χρησιμοποίησαν το άρθρο 114 ΣΛΕΕ ως νομική βάση ενός μέτρου που στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην πρόληψη της εγκληματικότητας, ιδίως της τρομοκρατίας (πρώτος λόγος)· της αναλογικότητας (δεύτερος λόγος)· της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (τρίτος λόγος)· και της απαγορεύσεως των διακρίσεων (τέταρτος λόγος).

 Το νομικό πλαίσιο

 Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση

3.        Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών. Επίσης σέβεται τις «ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους», ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημοσίας τάξεως και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η τελευταία παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους.

4.        Το άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ ορίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των σκοπών που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν.

5.        Κατά την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ, η δράση της Ένωσης δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη των σκοπών των Συνθηκών.

 Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

6.        Το άρθρο 18 ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών.

7.        Είναι ευρέως γνωστό ότι, βάσει του άρθρου 26 ΣΛΕΕ, η Ένωση θεσπίζει τα μέτρα για την εγκαθίδρυση ή τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (η οποία περιλαμβάνει έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα), σύμφωνα με τις Συνθήκες.

8.        Το άρθρο 84 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, ενώ ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να θεσπίζει μέτρα ενθαρρύνσεως και στηρίξεως της δράσεως των κρατών μελών στον τομέα της προλήψεως της εγκληματικότητας, αποκλείεται ρητώς από το πεδίο δράσεως της Ένωσης οποιαδήποτε εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών στον τομέα αυτό.

9.        Το άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 26 ΣΛΕΕ. Με τις διατάξεις αυτές, ο νομοθέτης της Ένωσης εξουσιοδοτείται να θεσπίζει μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών που αφορούν την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το άρθρο 114, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η Επιτροπή, στις προτάσεις της σχετικά με την υγεία, την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των καταναλωτών, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, θα λαμβάνουν ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη όσες νέες εξελίξεις βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα.

 Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

10.      Το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (7) ορίζει ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Το δικαίωμα αυτό υπόκειται στον περιορισμό ότι οι πολίτες μπορούν να στερούνται την ιδιοκτησία τους για λόγους δημοσίας ωφελείας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο. Επίσης, η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από τον νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.

 Η οδηγία 91/477

11.      Η οδηγία 91/477 περιέχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις (8). Η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία, μεταξύ άλλων, των εμπορευμάτων, σύμφωνα με τις Συνθήκες. Η πλήρης κατάργηση των ελέγχων για κατοχή όπλων στα σύνορα των κρατών μελών απαιτεί την πλήρωση ορισμένων θεμελιωδών προϋποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της προσεγγίσεως των νομοθεσιών που αφορούν τα όπλα (9). Η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας της ασφάλειας των προσώπων θα αυξηθεί ως αποτέλεσμα της εναρμονίσεως των νομοθεσιών που καθορίζουν τις κατηγορίες πυροβόλων όπλων των οποίων η απόκτηση και η κατοχή από ιδιώτες είτε θα απαγορεύεται είτε θα υπόκειται σε άδεια ή δήλωση (10).

12.      Το κεφάλαιο Ι αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/477. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει το «πυροβόλο όπλο» ως «οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, εκτός εάν εξαιρείται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο μέρος ΙΙΙ του παραρτήματος Ι». Τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται, στο παράρτημα I, μέρος II, στις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες: απαγορευμένα πυροβόλα όπλα (κατηγορία Α), πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια (κατηγορία B), πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση (κατηγορία Γ), και λοιπά πυροβόλα όπλα (κατηγορία Δ).

13.      Κατά το άρθρο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να συμπεριλάβουν στη νομοθεσία τους διατάξεις αυστηρότερες από αυτές που προβλέπονται στην οδηγία 91/477.

14.      Το κεφάλαιο 2 περιέχει διατάξεις για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των σχετικών με τα πυροβόλα όπλα, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την απόκτηση, κατοχή, κυκλοφορία και μεταβίβαση διαφόρων κατηγοριών μη στρατιωτικών πυροβόλων όπλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (11), θέτοντας παράλληλα επιεικέστερους κανόνες για τα όπλα που χρησιμοποιούνται για κυνήγι και σκοποβολή (12). Η οδηγία 91/477 δεν εφαρμόζεται στην απόκτηση ή κατοχή όπλων και πυρομαχικών, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, από τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία, τις δημόσιες υπηρεσίες, τους συλλέκτες και τους οργανισμούς πολιτιστικού και ιστορικού χαρακτήρα με αντικείμενο τα όπλα ούτε επίσης διέπει τη μεταφορά πολεμικών όπλων και πυρομαχικών για εμπορικούς σκοπούς (13).

15.      Το κεφάλαιο 3 περιέχει διατάξεις που διέπουν τις διατυπώσεις που απαιτούνται για την κυκλοφορία των όπλων στο έδαφος της Ένωσης. Κατά το άρθρο 11, τα πυροβόλα όπλα μπορούν να μεταφερθούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Στις προϋποθέσεις αυτές καταλέγονται η παροχή πληροφοριών, όπως του ονόματος και της διευθύνσεως του πωλητή και του αγοραστή των πυροβόλων όπλων, και η χορήγηση αδείας, που περιλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες, από το κράτος μέλος που επιτρέπει τη μεταφορά. Κατά το άρθρο 12, αν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 11, η κατοχή πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια ταξιδιού διά μέσου δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών επιτρέπεται μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει την άδεια των οικείων κρατών μελών. Οι άδειες εγγράφονται στο ευρωπαϊκό δελτίο όπλου, το οποίο ο ταξιδιώτης οφείλει να επιδεικνύει όποτε του ζητείται.

16.      Βάσει του άρθρου 17 (που εντάσσεται στο κεφάλαιο 4), η Επιτροπή όφειλε να υποβάλει εκθέσεις και/ή μελέτες στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο: i) μέχρι τις 28 Ιουλίου 2015, σχετικά με την κατάσταση που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της οδηγίας 91/477, ii) μέχρι τις 28 Ιουλίου 2012, σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της κατάταξης των πυροβόλων όπλων μόνο σε κατηγορίες απαγορευμένων ή επιτρεπομένων (αντιστοίχως κατηγορίες όπλων Α και Β), με σκοπό την καλύτερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, και iii) μέχρι τις 28 Ιουλίου 2010, σχετικά με το ζήτημα της κυκλοφορίας στην αγορά αντιγράφων πυροβόλων όπλων, ώστε να προσδιοριζόταν κατά πόσον ήταν εφικτή και επιθυμητή η υπαγωγή των προϊόντων αυτών στην οδηγία 91/477.

 Η οδηγία 2017/853

17.      Η οδηγία 2017/853 περιέχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:

–        Η οδηγία 91/477 θέσπισε πρόσθετο μέτρο για την εσωτερική αγορά. Καθιέρωσε μια ισορροπία μεταξύ, αφενός, της δέσμευσης να εξασφαλισθεί, ως έναν βαθμό, η ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων πυροβόλων όπλων και ουσιωδών συστατικών μερών τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, της ανάγκης ελέγχου της εν λόγω ελεύθερης κυκλοφορίας, με την απαίτηση εγγυήσεων ασφαλείας, προσαρμοσμένων στα εν λόγω αντικείμενα (14).

–        Ορισμένες πτυχές της οδηγίας αυτής πρέπει να βελτιωθούν περαιτέρω, κατά αναλογικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η κατάχρηση των πυροβόλων όπλων για εγκληματικούς σκοπούς και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες τρομοκρατικές ενέργειες (15).

–        Για την ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας όλων των πυροβόλων όπλων και των ουσιωδών συστατικών μερών τους και για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας τους, τα προϊόντα αυτά θα πρέπει να σημαίνονται με μόνιμη και μοναδική σήμανση και να καταγράφονται στα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων των κρατών μελών (16).

–        Δεδομένης της επικίνδυνης φύσης και της ανθεκτικότητας των πυροβόλων όπλων (και των ουσιωδών συστατικών μερών τους) και προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να εντοπίζουν τα προϊόντα αυτά για σκοπούς διοικητικών και ποινικών διαδικασιών, είναι απαραίτητο να φυλάσσονται τα αρχεία σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων (17).

–        Για τα πλέον επικίνδυνα πυροβόλα όπλα θα πρέπει να θεσπισθούν αυστηρότεροι κανόνες στην οδηγία 91/477/ΕΟΚ, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι, με ορισμένες περιορισμένες και δεόντως αιτιολογημένες εξαιρέσεις, δεν θα επιτρέπεται η απόκτηση, κατοχή ή εμπορία τους (18).

–        Καθότι ο κίνδυνος μετατροπής των όπλων κρότου και άλλων ειδών όπλων αβολίδωτων φυσιγγίων σε πραγματικά πυροβόλα όπλα κρίθηκε μεγάλος, τα όπλα αυτή υπήχθησαν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/477 (19).

–        Λαμβάνοντας υπόψη τον υψηλό κίνδυνο επανενεργοποίησης πυροβόλων όπλων τα οποία δεν έχουν απενεργοποιηθεί καταλλήλως και με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας σε ολόκληρη την Ένωση, τα εν λόγω πυροβόλα όπλα θα πρέπει να καλύπτονται από την οδηγία 91/477 (20).

–        Ορισμένα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε αυτόματα πυροβόλα όπλα, γεγονός που συνεπάγεται απειλή για την ασφάλεια. Ακόμη και χωρίς την εν λόγω μετατροπή, ορισμένα ημιαυτόματα όπλα θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά επικίνδυνα όταν φέρουν γεμιστήρες μεγαλύτερης χωρητικότητας αριθμού φυσιγγίων. Ως εκ τούτου, τα όπλα όπως τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με σταθερό γεμιστήρα που επιτρέπει την πυροδότηση μεγάλου αριθμού φυσιγγίων θα πρέπει να απαγορεύονται για μη στρατιωτική χρήση (21).

–        Η οδηγία 2017/853 σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη (22).

–        Όσον αφορά την Ελβετία, η οδηγία 2017/853 και η οδηγία 91/477/ΕΟΚ αποτελούν ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν (23).

18.      Το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι, όσον αφορά τα πυροβόλα όπλα που κατασκευάζονται ή εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 ή μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2018, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα αυτά έχουν λάβει ευκρινή, μόνιμη και μοναδική σήμανση και ότι έχουν καταγραφεί σύμφωνα με την οδηγία 91/477. Στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής προστίθεται νέα παράγραφος 2α. Κατά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με σκοπό τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τη σήμανση των πυροβόλων όπλων. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/477 διέπει την καθιέρωση και τη συντήρηση ενός ηλεκτρονικού συστήματος αρχειοθέτησης δεδομένων. Κατά την τροποποιημένη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το αρχείο των πυροβόλων όπλων, που απαιτείται προκειμένου να ιχνηλατηθούν και να εντοπισθούν τα προϊόντα αυτά, διατηρείται από τις αρμόδιες αρχές για περίοδο τριάντα ετών μετά την καταστροφή τους.

19.      Το άρθρο 1, παράγραφος 6, αντικαθιστά τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 91/477. Καθόσον αφορά το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, η αναθεωρημένη διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη επιτρέπουν την απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων μόνο σε πρόσωπα που έχουν βάσιμο λόγο και τα οποία έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. Τα άτομα που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους δύνανται να αποκτούν πυροβόλα όπλα για κυνήγι και σκοποβολή υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όπως να έχουν την άδεια των γονέων τους ή να τελούν υπό την καθοδήγησή τους ή υπό την καθοδήγηση ενήλικου κατόχου έγκυρης αδείας οπλοφορίας ή κυνηγίου. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν σύστημα παρακολούθησης, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της αδείας που ορίζονται από την εθνική νομοθεσία πληρούνται κατά τη διάρκεια ισχύος της αδείας και ότι αξιολογούνται, μεταξύ άλλων, τα σχετικά ιατρικά και ψυχολογικά δεδομένα. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η άδεια απόκτησης και η άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου της κατηγορίας Β ανακαλούνται εάν το πρόσωπο στο οποίο είχε χορηγηθεί η άδεια βρεθεί να έχει στην κατοχή του γεμιστήρα που μπορεί να προσαρμοσθεί σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με κεντρική επίκρουση ή σε επαναληπτικά πυροβόλα όπλα, τα οποία

α)      είναι χωρητικότητας περισσότερων από 20 φυσιγγίων· ή

β)      στην περίπτωση των μακρύκαννων πυροβόλων όπλων, είναι χωρητικότητας περισσότερων από 10 φυσιγγίων,

εκτός εάν στο εν λόγω πρόσωπο είχε χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 6 ή άδεια που έχει επιβεβαιωθεί, ανανεωθεί ή παραταθεί δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4α.»

20.      Οι επενεχθείσες στο άρθρο 6 της οδηγίας 91/477 τροποποιήσεις που αφορούν ειδικώς το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας έχουν ως εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την απαγόρευση της απόκτησης και κατοχής των πυροβόλων όπλων, των ουσιωδών συστατικών μερών και των πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α. Διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κρατούνται παράνομα κατά παράβαση της απαγόρευσης αυτής, κατάσχονται.

2.      Για την προστασία της ασφάλειας των υποδομών ζωτικής σημασίας, των εμπορικών θαλάσσιων μεταφορών, των αποστολών μεγάλης αξίας και των ευαίσθητων εγκαταστάσεων, καθώς και για σκοπούς εθνικής άμυνας και εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς, ερευνητικούς και ιστορικούς σκοπούς, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να χορηγούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις, κατ’ εξαίρεση και με τη δέουσα αιτιολόγηση, άδειες για τα πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, εφόσον αυτό δεν αντίκειται στη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη.

[...]

6.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους σκοπευτές να αποκτούν και να κατέχουν ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στο σημείο 6 ή 7 της κατηγορίας Α, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: […]

Όσον αφορά τα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στο σημείο 6 της κατηγορίας A, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν στρατιωτικό σύστημα με βάση τη γενική στράτευση και έχουν σε ισχύ κατά τα τελευταία 50 έτη σύστημα μεταβίβασης πολεμικών πυροβόλων όπλων σε πρόσωπα απολυόμενα από τον στρατό μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών καθηκόντων τους, δύνανται να χορηγούν άδεια στα εν λόγω πρόσωπα υπό την ιδιότητά τους ως σκοπευτών, ώστε να διατηρούν ένα πυροβόλο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Η αρμόδια δημόσια αρχή μετατρέπει τα εν λόγω πυροβόλα όπλα σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα και ελέγχει ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τα εν λόγω πυροβόλα όπλα δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Εφαρμόζονται οι διατάξεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) (24).

[...]»

21.      Με το άρθρο 1, παράγραφος 7, προστίθεται στο άρθρο 7 της οδηγίας 91/477 η ακόλουθη παράγραφος: «[…] 4α. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να επιβεβαιώνουν, ανανεώνουν ή να παρατείνουν άδειες για ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στο σημείο 6, 7 ή 8 της κατηγορίας Α, όσον αφορά πυροβόλο όπλο ταξινομημένο στην κατηγορία Β, και τα οποία έχουν αποκτηθεί νόμιμα και καταχωριστεί πριν τις 13 Ιουνίου 2017, με την επιφύλαξη των υπολοίπων προϋποθέσεων που τίθενται στην παρούσα οδηγία. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την απόκτηση τέτοιων πυροβόλων όπλων από άλλα πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγηθεί άδειες από κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2017/853 […]».

22.      Το άρθρο 8 της οδηγίας 91/447, προτού τροποποιηθεί, επέτρεπε την κατοχή πυροβόλου όπλου της κατηγορίας Γ μόνον εφόσον ο κάτοχός του είχε υποβάλει σχετική δήλωση στις αρμόδιες αρχές (25). Το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2017/853 τροποποιεί πλέον το άρθρο 8 της οδηγίας 91/477, προσθέτοντας ένα νέο άρθρο 8, παράγραφος 3, που προβλέπει ότι, αν κάποιο κράτος μέλος απαγορεύει ή υπάγει σε απαίτηση αδείας την απόκτηση και κατοχή, εντός της επικράτειάς του, πυροβόλου όπλου που κατατάσσεται στην κατηγορία Β ή Γ, ενημερώνει σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη, τα οποία περιλαμβάνουν ρητή σχετική μνεία σε κάθε ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου που εκδίδουν για πυροβόλο όπλο τέτοιου είδους. Το άρθρο 1, παράγραφος 12, επιφέρει τροποποιήσεις στο άρθρο 11 της οδηγίας 91/477. Προβλέπει διαδικασίες για τη μεταφορά πυροβόλων όπλων από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Το άρθρο 1, παράγραφος 13, τροποποιεί το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, θεσπίζοντας νέες ρυθμίσεις για τους κυνηγούς και τους συμμετέχοντες σε ιστορικές αναπαραστάσεις που ταξιδεύουν μεταξύ κρατών μελών για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους με συγκεκριμένα πυροβόλα όπλα. Το άρθρο 1, παράγραφος 14, τροποποιεί το άρθρο 13 της οδηγίας 91/477, παρέχοντας στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν πληροφορίες με ηλεκτρονικά μέσα σχετικά με τις άδειες που χορηγούνται για τη μεταφορά πυροβόλων όπλων μεταξύ κρατών μελών.

23.      Με το άρθρο 1, παράγραφος 18 (που αντικαθιστά το άρθρο 17 της οδηγίας 91/477) ανατίθεται στην Επιτροπή το καθήκον να υποβάλει έκθεση στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως την 14η Σεπτεμβρίου 2020 και εν συνεχεία να υποβάλλει εκθέσεις ανά πενταετία, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 91/477, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2017/853, ιδίως όσον αφορά τις διάφορες κατηγορίες πυροβόλων όπλων, το ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου, τη σήμανση των προϊόντων και τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών, όπως η τρισδιάστατη εκτύπωση (26).

24.      Το άρθρο 1, παράγραφος 19, τροποποιεί το παράρτημα Ι της οδηγίας 91/477. Με τις τροποποιήσεις αυτές, οι τέσσερις κατηγορίες πυροβόλων όπλων (Α έως Δ) μειώνονται σε τρεις. Οι ακόλουθες τροποποιήσεις, που επιφέρει στο παράρτημα Ι, μέρος ΙΙ, της οδηγίας 91/477 το άρθρο 1, παράγραφος 19, αφορούν ειδικότερα το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, καθόσον το πεδίο εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων διευρύνεται για να συμπεριλάβει ορισμένα όπλα:

–        προστίθενται νέα σημεία 6, 7 και 8 στην κατηγορία Α (απαγορευμένα πυροβόλα όπλα). Συγκεκριμένα, στην εν λόγω κατηγορία ανήκουν πλέον τα ακόλουθα όπλα: τα αυτόματα πυροβόλα όπλα που έχουν μετατραπεί σε ημιαυτόματα όπλα· ορισμένα βραχύκαννα και μακρύκαννα πυροβόλα όπλα χωρίς επαναγέμιση και αφαιρούμενο γεμιστήρα χωρητικότητας μεγαλύτερης των δέκα φυσιγγίων· και τα ημιαυτόματα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα (δηλαδή τα πυροβόλα όπλα που προβλέπεται αρχικά να πυροδοτούνται από τον ώμο) των οποίων το μήκος μπορεί να μειωθεί κάτω των 60 cm, χωρίς απώλειες όσον αφορά τη λειτουργικότητα, με αναδιπλούμενο ή τηλεσκοπικό κοντάκι ή με κοντάκι που μπορεί να αφαιρεθεί χωρίς εργαλεία·

–        η κατηγορία Β (πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια) περιλαμβάνει πλέον τα βραχύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα και οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο της κατηγορίας Β που έχει μετατραπεί είτε σε όπλο που εκτοξεύει αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα είτε σε όπλο χαιρετισμού ή κρότου·

–        η κατηγορία Γ (πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση) περιλαμβάνει πλέον τα πυροβόλα όπλα της κατηγορίας Α, Β ή Γ που έχουν απενεργοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2403 (27)· και

–        η διατύπωση του παραρτήματος Ι, μέρος ΙΙΙ, της οδηγίας 91/477 αντικαθίσταται με την ακόλουθη διατύπωση: «[…] τα αντικείμενα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του “πυροβόλου όπλου” δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω ορισμό εάν: α) έχουν σχεδιαστεί για να δίνουν σήμα συναγερμού, για σηματοδοσία, για διάσωση, για σφαγή ζώων ή για αλιεία με καμάκι, ή για βιομηχανικούς ή τεχνικούς σκοπούς υπό τον όρο ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για αυτόν τον συγκεκριμένο σκοπό· β) θεωρούνται παλαιά όπλα, εφόσον δεν έχουν περιληφθεί στις κατηγορίες που ορίζονται στο μέρος II και υπόκεινται στις εθνικές νομοθεσίες […]».

 Η διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου

25.      Η διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016, συνήφθη από τα τρία θεσμικά όργανα της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 295 ΣΛΕΕ (28). Κατά τη συμφωνία αυτή, τα τρία εν λόγω θεσμικά όργανα δεσμεύονται για καλόπιστη και διαφανή συνεργασία καθ’ όλη τη διάρκεια του νομοθετικού κύκλου (29). Υπενθυμίζουν την υποχρέωση της Ένωσης να νομοθετεί σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με την αρχή της αναλογικότητας (30). Στο μέρος Ι (που επιγράφεται «Κοινές δεσμεύσεις και στόχοι»), τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να επιδιώκουν τη «βελτίωση του νομοθετικού έργου», με βάση τα οριζόμενα στη συμφωνία, και να τηρούν, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τις Συνθήκες και τις γενικές αρχές της νομοθεσίας της Ένωσης, στις οποίες καταλέγεται η αρχή της αναλογικότητας (31). Το μέρος ΙΙΙ (που επιγράφεται «Εργαλεία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου») αφορά τις εκτιμήσεις επιπτώσεων στη νομοθετική διαδικασία. Το σημείο 12 ορίζει ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων είναι εργαλεία που βοηθούν τα τρία θεσμικά όργανα να λάβουν εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Ωστόσο, δεν πρέπει να καθυστερούν αδικαιολόγητα τη νομοθετική διαδικασία ή να θίγουν τη δυνατότητα των συννομοθετών να προτείνουν τροποποιήσεις. Η Επιτροπή θα διενεργεί εκτιμήσεις των επιπτώσεων, μεταξύ άλλων, των νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών της που αναμένεται να έχουν σημαντικές οικονομικές, περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατά την εξέταση των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, θα λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις εκτιμήσεις επιπτώσεων της Επιτροπής. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, όταν κρίνουν ότι είναι αρμόζον και απαραίτητο για τη νομοθετική διαδικασία, θα πραγματοποιούν εκτιμήσεις επιπτώσεων σε ό,τι αφορά τις ουσιώδεις τροποποιήσεις τους στις προτάσεις της Επιτροπής (32). Κατά το σημείο 18, «[η] αρχική εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής και τυχόν πρόσθετες εκτιμήσεις επιπτώσεων που πραγματοποιούν τα θεσμικά όργανα κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας θα δημοσιοποιούνται έως το τέλος της νομοθετικής διαδικασίας και θα μπορούν, ως ενιαίο σύνολο πλέον, να αποτελούν τη βάση της αξιολόγησης».

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

26.      Η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την οδηγία 2017/853·

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

Επικουρικώς, η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2017/853, κατά το μέρος που προσθέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, και το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, στην οδηγία 91/477·

–        να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 7, της οδηγίας 2017/853 κατά το μέρος που προσθέτει το άρθρο 7, παράγραφος 4α, στην οδηγία 91/477·

–        να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 19, της οδηγίας 2017/853 κατά το μέρος που επιφέρει τις ακόλουθες τροποποιήσεις στην οδηγία 91/447:

–        προσθέτει τα σημεία 6, 7 και 8 στην κατηγορία A του παραρτήματος I, μέρος II·

–        τροποποιεί την κατηγορία B του παραρτήματος I, μέρος II·

–        προσθέτει το σημείο 6 στην κατηγορία Γ του παραρτήματος I, μέρος II·

–        τροποποιεί το παράρτημα I, μέρος IIΙ·

–        να καταδικάσει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

27.      Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή· και

–        να καταδικάσει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

28.      Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της· και

–        να καταδικάσει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα·

–        όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία 2017/853 πρέπει να ακυρωθεί, να διατάξει τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της οδηγίας για επαρκές χρονικό διάστημα, ώστε να καταστεί δυνατή η λήψη των αναγκαίων μέτρων.

29.      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Ιανουαρίου 2018 επετράπη στην Ουγγαρία και την Πολωνία να παρέμβουν υπέρ της Τσεχικής Δημοκρατίας. Με διάταξη που εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία επετράπη στη Γαλλία να παρέμβει υπέρ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Στην Επιτροπή επετράπη να παρέμβει υπέρ των καθών με απόφαση του Γραμματέα της 10ης Νοεμβρίου 2017.

30.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Τσεχική, η Γαλλική, η Ουγγρική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή.

31.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 5ης Μαρτίου 2019, όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως: η αρχή της δοτής αρμοδιότητας και η νομική βάση

 Τα επιχειρήματα

32.      Με τον πρώτο της λόγο ακυρώσεως, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης παραβίασε την αρχή της δοτής αρμοδιότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ, καθότι το άρθρο 114 ΣΛΕΕ δεν αποτελεί ορθή νομική βάση για την οδηγία 2017/853. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η οδηγία 2017/853 δεν έχει ως σκοπό την εξάλειψη εμποδίων της εσωτερικής αγοράς. Αντιθέτως, αποσκοπεί μόνο στην πρόληψη της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας και, ως εκ τούτου, στην ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και προστασίας. Από το άρθρο 84 ΣΛΕΕ συνάγεται ότι, καίτοι ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να θεσπίζει μέτρα στηρίξεως της δράσεως των κρατών μελών στον τομέα της προλήψεως της εγκληματικότητας, οι Συνθήκες δεν παρέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την εξουσία να θεσπίζει η ίδια μέτρα εναρμονίσεως για τον σκοπό αυτό.

33.      Η Τσεχική Δημοκρατία εκθέτει ότι η επιλογή της νομικής βάσεως των μέτρων της Ένωσης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται ο σκοπός και το περιεχόμενο του επίμαχου μέτρου. Καίτοι η οδηγία 2017/853 εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ (που αποτελεί τη νομική βάση που διαδέχθηκε το άρθρο 100Α ΕΟΚ, επί του οποίου βασίσθηκε η οδηγία 91/477), οι συνολικές περιστάσεις και οι σκοποί της οδηγίας 2017/853 διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνους της οδηγίας 91/477. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η οδηγία 91/477 εκδόθηκε στηριζόμενη σε νομική βάση που αφορούσε την εσωτερική αγορά δεν δικαιολογεί την επιλογή της ίδιας νομικής βάσεως για την οδηγία 2017/853, καθότι η τελευταία επιδιώκει πολύ διαφορετικούς σκοπούς. Τέλος, καίτοι είναι αληθές ότι η οδηγία 2008/51 τροποποίησε την οδηγία 91/477 με σκοπό τη βελτίωση της δημόσιας ασφάλειας, με την οδηγία 2008/51 εισήχθησαν ουσιαστικά τεχνικού χαρακτήρα τροποποιήσεις ως απόρροια των διεθνών υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση βάσει του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της παράνομης κατασκευής και διακινήσεως πυροβόλων όπλων. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της οδηγίας 2017/853 υπερβαίνει κατά πολύ τις απλές αυτές τροποποιήσεις τεχνικού χαρακτήρα.

34.      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αντιπαραβάλλουν στους ανωτέρω ισχυρισμούς το επιχείρημα ότι η Τσεχική Δημοκρατία έχει υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο και ερμηνεύει εσφαλμένα το άρθρο 114 ΣΛΕΕ και την οδηγία 2017/853. Η προστασία της δημόσιας ασφάλειας (καθώς και της δημόσιας υγείας) αποτελεί γενικό συμφέρον που αναγνωρίζεται από το δίκαιο της Ένωσης και συνιστά θεμιτό λόγο για τη θέσπιση τέτοιων μέτρων. Προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον έχει εφαρμοσθεί η ορθή νομική βάση, απαιτείται η εξέταση της οδηγίας 91/477, καθώς και της οδηγίας 2017/853. Ακόμη και αν η οδηγία 2017/853 εξετασθεί χωριστά από την οδηγία 91/477, εντούτοις ο νομοθέτης της Ένωσης δεν όφειλε να επικαλεσθεί λόγους που να αφορούν την εξάλειψη εμποδίων στην εσωτερική αγορά, προκειμένου να θεσπίσει έγκυρα την πρώτη αυτή πράξη. Η οδηγία 2017/853 δεν μεταβάλλει τους σκοπούς της οδηγίας 91/477. Επιδιώκει απλώς να προσαρμόσει την ισορροπία μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας και της δημόσιας ασφάλειας, με το να λάβει υπόψη τις πρόσφατες (κατά την ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίας) τρομοκρατικές επιθέσεις, συνεχίζοντας ταυτοχρόνως να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το Συμβούλιο υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι ο σκοπός της δημόσιας ασφάλειας δεν αποτελεί δευτερεύοντα σκοπό της οδηγίας 2017/853.

35.      Προς στήριξη της Τσεχικής Δημοκρατίας, η Ουγγαρία και η Πολωνία υποστηρίζουν ότι η οδηγία 2017/853 έχει ως αποκλειστικό σκοπό την πρόληψη της εγκληματικότητας. Αμφότερα τα κράτη μέλη διατείνονται ότι κατά την εξέταση της νομιμότητας μιας τροποποιητικής οδηγίας, όπως η οδηγία 2017/853, είναι απαραίτητο να εξετάζεται η εν λόγω πράξη στο σύνολό της, αλλά τούτο δεν συνεπάγεται ότι είναι επίσης αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη και οι σκοποί του τροποποιούμενου μέτρου (εν προκειμένω της οδηγίας 91/477). Η προσέγγιση αυτή θα δημιουργούσε ανησυχητικό προηγούμενο το οποίο θα μπορούσε να διευρύνει το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη της Ένωσης. Η Ουγγαρία εκθέτει ότι ο ορθός τρόπος ερμηνείας της οδηγίας 2017/853 είναι ότι, στην πραγματικότητα, ο σκοπός της διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς είναι παρεπόμενος σε σχέση με τον κύριο σκοπό της προλήψεως της εγκληματικότητας. Η Πολωνία υποστηρίζει ότι, στην πραγματικότητα, οι σκοποί της εν λόγω οδηγίας και της διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς δεν συνδέονται μεταξύ τους. Αντιθέτως, η οδηγία 2017/853 δημιουργεί εμπόδια τα οποία αντιβαίνουν στον τελευταίο αυτόν σκοπό, καθότι παρεμποδίζει την κυκλοφορία πυροβόλων όπλων τα οποία δεν αποτελούν επικίνδυνα εμπορεύματα κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.

36.      Προς στήριξη του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η Γαλλία υποστηρίζει ότι από το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 2017/853 προκύπτει, αντιθέτως, ότι η εν λόγω οδηγία προορίζεται να άρει εμπόδια στις θεμελιώδεις ελευθερίες τα οποία έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το γεγονός ότι η οδηγία 2017/853 αποσκοπεί επίσης στην ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας δεν αναιρεί τους επιδιωκόμενους από αυτήν σκοπούς που αφορούν την εσωτερική αγορά. Η προσέγγιση αυτή καθίσταται εμφανής σε άλλα μέτρα που έχουν θεσπισθεί δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.

37.      Ομοίως προς στήριξη των καθών, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τα μέτρα που μπορεί να θεσπίζει δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Δεύτερον, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο νομοθέτης δεν μπορεί να εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει ως νομική βάση διάταξη που αφορά την εσωτερική αγορά απλώς και μόνον επειδή το επίμαχο μέτρο αποσκοπεί επίσης στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Τρίτον, διάφορες μελέτες και εκθέσεις καταδεικνύουν τους αναγόμενους στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς λόγους εκδόσεως της οδηγίας 2017/853.

 Εκτίμηση

38.      Κατά την άποψή μου, ο πρώτος λόγος της Τσεχικής Δημοκρατίας στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 114 ΣΛΕΕ και σε παρερμηνεία της οδηγίας 2017/853. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

39.      Τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 114 ΣΛΕΕ και την εξουσία του νομοθέτη να θεσπίζει μέτρα εναρμονίσεως που αφορούν την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς δεν είναι εντελώς νέα (33). Τα ζητήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη δημόσια ασφάλεια (καθώς και, επί παραδείγματι, το περιβάλλον και την προστασία του καταναλωτή) έχουν αυταπόδεικτα ορισμένο αντίκτυπο στη λειτουργία της εν λόγω αγοράς. Αλλά πού ακριβώς πρέπει να τεθεί η διαχωριστική γραμμή, κατά τη χρησιμοποίηση των διαφόρων νομικών βάσεων που προβλέπονται στις Συνθήκες, μεταξύ των μέτρων που αφορούν την εσωτερική αγορά και των μέτρων που αποβλέπουν στην επίτευξη άλλων (επιθυμητών) σκοπών; Εμπίπτει πράγματι στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ η νομοθεσία που θεσπίσθηκε για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας ως άμεσο επακόλουθο των τρομοκρατικών ενεργειών που τελέσθηκαν το 2015 στο έδαφος των κρατών μελών (34);

40.      Η εξουσία ρυθμίσεως της εσωτερικής αγοράς άπτεται πληθώρας άλλων θεμάτων. Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 114 ΣΛΕΕ είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τα κράτη μέλη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, το αν οι πράξεις που βασίζονται στη διάταξη αυτή εκτείνονται σε πεδία για τα οποία οι Συνθήκες δεν απονέμουν αρμοδιότητα στον νομοθέτη της Ένωσης (όπως ισχυρίζεται εν προκειμένω η Τσεχική Δημοκρατία) αποτελεί ευαίσθητο ζήτημα. Δεύτερον, οι στηριζόμενες στη διάταξη αυτή πράξεις της Ένωσης εκδίδονται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (ήτοι με την πραγματοποίηση ψηφοφορίας που απαιτεί ειδική πλειοψηφία), πράγμα που σημαίνει ότι κανένα κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να ασκήσει βέτο σε προτεινόμενες πράξεις.

41.      Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 84 ΣΛΕΕ δεν θα αποτελούσε κατάλληλη νομική βάση για την οδηγία 2017/853. Η διάταξη αυτή της Συνθήκης δεν απονέμει στον νομοθέτη της Ένωσης εξουσία για τη θέσπιση εναρμονισμένης νομοθεσίας στον τομέα της προλήψεως της εγκληματικότητας. Ο τομέας αυτός εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Συνεπώς, εάν το άρθρο 114 ΣΛΕΕ δεν αποτελεί κατάλληλη νομική βάση για την οδηγία 2017/853, η εν λόγω πράξη θα πρέπει να ακυρωθεί.

42.      Ομοίως γίνεται γενικά δεκτό ότι η νομική βάση για τη θέσπιση της οδηγίας 91/477 (της αρχικής πράξεως στον τομέα αυτό) είναι αναμφισβήτητη (35). Επιπλέον, η οδηγία 91/477 αποτελεί μέτρο ελάχιστης εναρμονίσεως, το οποίο προβλέπει κανόνες για τον έλεγχο, την απόκτηση και την κατοχή πυροβόλων όπλων (36). Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη διέθεταν ορισμένου βαθμού διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν αποκλίνοντες κανόνες στον τομέα αυτό, όσον αφορά τα πεδία που, πριν από την τροποποίηση, δεν διέπονταν από την εν λόγω οδηγία (37), όπως μέτρα για τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα.

 Το άρθρο 114 ΣΛΕΕ

43.      Η νομολογία του Δικαστηρίου για τα νομοθετικά μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ περιλαμβάνει τα ακόλουθα σημεία. Πρώτον, καίτοι η απλή διαπίστωση αποκλίσεων μεταξύ των εθνικών κανόνων δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη στήριξη στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ, εντούτοις αρκεί για τον σκοπό αυτό, να υπάρχουν μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών διαφορές ικανές να εμποδίσουν την άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών και να έχουν, ως εκ τούτου, άμεσο αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Δεύτερον, η επιλογή του άρθρου 114 ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως είναι δυνατή, προκειμένου να προληφθούν μελλοντικά εμπόδια στο εμπόριο λόγω τυχόν αποκλίσεων των εθνικών νομοθεσιών (η εμφάνιση των εμποδίων αυτών πρέπει να είναι πιθανή και το ληφθέν μέτρο πρέπει να έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους). Τρίτον, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 114 ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως, δεν μπορεί να εμποδίζεται ο νομοθέτης της Ένωσης να στηριχθεί στη νομική βάση αυτή εκ του λόγου του ότι άλλα ζητήματα, όπως η προστασία της δημόσιας υγείας, είναι καθοριστικά για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν (38).

44.      Βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, ο νομοθέτης έχει αρμοδιότητα να εξαλείφει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία και να βελτιώνει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το τελευταίο αφορά κατ’ ουσίαν την εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, πράγμα που δεν αφορά το αντικείμενο της υπό εξέταση υποθέσεως. Αντιθέτως, κεντρικής σημασίας, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία, είναι το πρώτο στοιχείο, ήτοι το αν η οδηγία 2017/853 εξαλείφει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία ή/και εμποδίζει την εμφάνιση μελλοντικών εμποδίων.

45.      Οι νομοθέτες της Συνθήκης, χρησιμοποιώντας στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ τη φράση «μέτρα σχετικά με την προσέγγιση», είχαν την πρόθεση να αναγνωρίσουν στον νομοθέτη, σε συνάρτηση με το γενικό πλαίσιο και τις ειδικές περιστάσεις του υπό εναρμόνιση τομέα, ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς το ποια είναι η πιο ενδεδειγμένη μέθοδος προσεγγίσεως για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Αναλόγως των περιστάσεων, τα μέτρα αυτά ενδέχεται να συνίστανται στην επιβολή, σε όλα τα κράτη μέλη, της υποχρεώσεως να θεσπίσουν ορισμένες διατάξεις: εν προκειμένω, διατάξεις οι οποίες διασφαλίζουν ότι τα εγγενώς επικίνδυνα εμπορεύματα (πυροβόλα όπλα) σημαίνονται για λόγους ιχνηλασιμότητας και οι οποίες ρυθμίζουν την απόκτηση τέτοιων εμπορευμάτων ή ακόμη και επιβάλλουν αυστηρότερους ελέγχους για τα όπλα που θεωρούνται ιδιαιτέρως επικίνδυνα (39).

46.      Άλλα μέτρα που έχουν θεσπισθεί δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ και τα οποία συνδέονται άρρηκτα με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαριθμούνται σε νομοθετικές πράξεις που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της λεγόμενης «Νέας Προσεγγίσεως» (40). Στα μέτρα αυτά καταλέγονται διάφορες πράξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια των παιχνιδιών (41), τις εκρηκτικές ύλες εμπορικής χρήσεως (42) και τα μέσα ατομικής προστασίας (43). Το άρθρο 114 ΣΛΕΕ (ή η αντίστοιχη διάταξη σε προγενέστερες μορφές της Συνθήκης) μνημονεύεται συστηματικά ως νομική βάση. Καθένα από τα μέτρα αυτά ρυθμίζει διαφορετικές πτυχές, όπως την προστασία των καταναλωτών και τη δημόσια ασφάλεια ή την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εξισορρόπηση και την ενίσχυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Καίτοι από την εξέταση των μέτρων αυτών δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη ότι οι σκοποί της οδηγίας 2017/853 εμπίπτουν ομοίως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, εντούτοις η ύπαρξη αυτού του νομοθετικού πλέγματος της Ένωσης καταδεικνύει το ευρύ περιθώριο δράσεως που καταλείπει στον νομοθέτη της Ένωσης η εν λόγω διάταξη της Συνθήκης.

47.      Εν προκειμένω, εφιστώ την προσοχή επίσης στο άρθρο 114, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, που προβλέπει ότι, στις προτάσεις της σχετικά με την εναρμόνιση, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη ζητήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια.

48.      Επομένως, όταν υφίστανται εμπόδια στο εμπόριο ή όταν είναι πιθανόν να εμφανισθούν τέτοια εμπόδια στο μέλλον λόγω του ότι τα κράτη μέλη έχουν ήδη λάβει ή λαμβάνουν σε συνάρτηση με προϊόν ή κατηγορία προϊόντων αποκλίνοντα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να εξασφαλίσουν διαφορετικό επίπεδο προστασίας και, ως εκ τούτου, να παρακωλύσουν την ελεύθερη κυκλοφορία του οικείου ή των οικείων προϊόντων εντός της Ένωσης, το άρθρο 114 ΣΛΕΕ παρέχει στον νομοθέτη της Ένωσης την εξουσία να παρεμβαίνει και να θεσπίζει τα κατάλληλα μέτρα, τηρώντας, αφενός, την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου και, αφετέρου, τις αρχές του δικαίου οι οποίες μνημονεύονται στη ΣΛΕΕ (ή συνάγονται από τη νομολογία), προκειμένου να ρυθμίσει την εσωτερική αγορά (44).

49.      Η νομολογία του Δικαστηρίου για τα προϊόντα καπνού παρέχει ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία στην υπό εξέταση υπόθεση, δεδομένου ότι η νομοθεσία αυτή δεν επιδιώκει μόνον τον σκοπό της διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, αλλά επίσης αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας υγείας και την προστασία του καταναλωτή (45). Είναι βεβαίως αληθές ότι, στην υπόθεση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (46), το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι η εξουσία νομοθετήσεως δυνάμει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ δεν είναι απεριόριστη (47). Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε νομοθεσία που είχε θεσπισθεί δυνάμει του πρώην άρθρου 95 ΣΕΚ (νυν άρθρου 114 ΣΛΕΕ) και προέβλεπε απαγόρευση κάθε μορφής διαφημίσεως προϊόντων καπνού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοια απόλυτη απαγόρευση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι διευκολύνει το εμπόριο και ότι, ως εκ τούτου, η επίμαχη οδηγία στην υπόθεση εκείνη υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την προστασία της δημόσιας υγείας (48). Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάσταση είναι σαφώς διαφορετική, καθόσον η οδηγία 2017/853 δεν επιβάλλει τέτοια απόλυτη απαγόρευση της ελεύθερης κυκλοφορίας των πυροβόλων όπλων (49).

50.      Κατά συνέπεια, το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμηθεί η οδηγία 2017/853 είναι αν, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενό της και εξετάζοντάς τη συνολικά, η οδηγία αυτή εξαλείφει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία και/ή εμποδίζει την εμφάνιση μελλοντικών εμποδίων.

 Επί της οδηγίας 2017/853

51.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσεως των μέτρων της Ένωσης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο· μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο σκοπός και το περιεχόμενο του οικείου μέτρου. Αν από την εξέταση του συγκεκριμένου μέτρου αποδεικνύεται ότι αυτό επιδιώκει διττό σκοπό ή ότι απαρτίζεται από δύο συνιστώσες, και ότι εξ αυτών ο πρώτος σκοπός ή η πρώτη συνιστώσα έχει κύριο ή προεξάρχοντα χαρακτήρα, ενώ ο δεύτερος σκοπός ή η δεύτερη συνιστώσα έχει απλώς παρεπόμενο χαρακτήρα, τότε το μέτρο πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που απαιτεί ο κύριος ή προεξάρχων σκοπός ή η κύρια ή προεξάρχουσα συνιστώσα (50). Επομένως, πρέπει να προσδιορισθεί ο κύριος σκοπός της οδηγίας 2017/853 και να εξετασθεί το περιεχόμενό της (51).

52.      Όπως επισημαίνουν η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία και η Πολωνία, οι αιτιολογικές σκέψεις 2 και 23 τονίζουν ειδικότερα τους σκοπούς της οδηγίας 2017/853 που αφορούν τη δημόσια ασφάλεια υπό το πρίσμα της «κατάχρηση[ς] των πυροβόλων όπλων για εγκληματικούς σκοπούς» και των τρομοκρατικών ενεργειών του 2015 (52).

53.      Συνεπάγεται τούτο ότι, με το να επιδιώκει τους σκοπούς αυτούς, ο νομοθέτης της Ένωσης υπερέβη τις αρμοδιότητές του, θεσπίζοντας νομοθεσία που εναρμονίζει τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών στον τομέα της προλήψεως της εγκληματικότητας;

54.      Φρονώ ότι όχι.

55.      Για να εξακριβωθεί ο κύριος σκοπός της οδηγίας 2017/853 είναι κατ’ αρχάς αναγκαίο να ερμηνευθούν οι αιτιολογικές σκέψεις και τα άρθρα της στο σύνολό τους (53).

56.      Ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις εμπεριέχουν σκοπούς που συνδέονται άμεσα με την εσωτερική αγορά. Συγκεκριμένα, η αιτιολογική σκέψη 1 περιλαμβάνει την υπόμνηση ότι «[η] οδηγία 91/477/ΕΟΚ […] θέσπισε πρόσθετο μέτρο για την εσωτερική αγορά». Στο πλαίσιο αυτό, «[κ]αθιέρωσε μια ισορροπία μεταξύ, αφενός, της δέσμευσης να εξασφαλισθεί, ως έναν βαθμό, η ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων πυροβόλων όπλων και ουσιωδών συστατικών μερών τους εντός της Ένωσης και, αφετέρου, της ανάγκης ελέγχου της εν λόγω ελεύθερης κυκλοφορίας, με την απαίτηση εγγυήσεων ασφαλείας, προσαρμοσμένων στα εν λόγω αντικείμενα» (η υπογράμμιση δική μου). Η αιτιολογική σκέψη 6 διευκρινίζει ότι ο σκοπός της απαιτήσεως να σημαίνονται όλα τα πυροβόλα όπλα ή τα ουσιώδη συστατικά μέρη τους με «μόνιμη και μοναδική σήμανση» και να καταγράφονται στα συστήματα αρχειοθετήσεως δεδομένων των κρατών μελών συνίσταται «[σ]την ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας όλων των πυροβόλων όπλων και ουσιωδών συστατικών μερών τους και […] τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας τους».

57.      Εντούτοις, ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις επιδιώκουν αναμφισβήτητα σκοπούς που αφορούν την ασφάλεια. Συγκεκριμένα, η αιτιολογική σκέψη 15 ορίζει ότι «[γ]ια τα πλέον επικίνδυνα πυροβόλα όπλα θα πρέπει να θεσπιστούν αυστηρότεροι κανόνες στην οδηγία 91/477/ΕΟΚ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, με ορισμένες περιορισμένες και δεόντως αιτιολογημένες εξαιρέσεις, δεν θα επιτρέπεται η απόκτηση, κατοχή ή εμπορία τους». Οι αιτιολογικές σκέψεις 16 έως 18 επισημαίνουν ότι θα προβλέπονται εξαιρέσεις από τους αυστηρότερους ελέγχους των πυροβόλων όπλων για τους συλλέκτες, τους μεσίτες και τους οπλοπώλες. Η αιτιολογική σκέψη 20 διαλαμβάνει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/477 πρέπει να διευρυνθεί, ώστε να καλύπτει τα όπλα αβολίδωτων φυσιγγίων που μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικά πυροβόλα όπλα. Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 21 αναγνωρίζει τον υψηλό κίνδυνο που εγκυμονεί η επανενεργοποίηση πυροβόλων όπλων και την ανάγκη να ληφθεί υπόψη το πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων (54).

58.      Τι προβλέπουν όμως στην πραγματικότητα οι ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας 2017/853;

59.      Με το άρθρο 1, παράγραφος 1, προστίθενται στο άρθρο 1 της οδηγίας 91/477 διάφοροι νέοι ορισμοί, όπως «απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα», «συλλέκτης», «μεσίτης», «οπλοπώλης», και «παράνομη κατασκευή» (55). Το άρθρο 1, παράγραφος 3, τροποποιεί το άρθρο 4 της οδηγίας 91/477, εναρμονίζοντας τις διατάξεις που διέπουν τη σήμανση των πυροβόλων όπλων που κυκλοφορούν στην αγορά. Στην Επιτροπή επιβάλλεται υποχρέωση εκδόσεως εκτελεστικών πράξεων με σκοπό τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τη σήμανση των πυροβόλων όπλων (56).

60.      Οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2017/853 αντικαθιστούν τα πρώην άρθρα 5 (απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων) και 6 (απαγόρευση των πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α) της οδηγίας 91/477 εξ ολοκλήρου. Τα κράτη μέλη οφείλουν να θέσουν σε εφαρμογή σύστημα παρακολουθήσεως, ούτως ώστε να διασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της αδείας που ορίζονται από την εθνική νομοθεσία πληρούνται και να ανακαλούν την αντίστοιχη άδεια εφόσον οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν πληρούνται πλέον. Στις περιπτώσεις αποκτήσεως πυροβόλων όπλων των κατηγοριών Α, Β ή Γ μέσω εξ αποστάσεως συμβάσεων πρέπει να ελέγχεται η ταυτότητα και η άδεια του αγοραστή. Το νέο άρθρο 6 καθιερώνει γενική απαγόρευση της αποκτήσεως και κατοχής πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α. Στα κράτη μέλη παρέχεται η δυνατότητα να προβλέπουν περιορισμένο αριθμό εξαιρέσεων (σε μεμονωμένες περιπτώσεις, κατ’ εξαίρεση και με τη δέουσα αιτιολόγηση). Οι νέες αυτές ρυθμίσεις αφορούν την προστασία της ασφάλειας των υποδομών ζωτικής σημασίας, των εμπορικών θαλάσσιων μεταφορών, των αποστολών μεγάλης αξίας και των ευαίσθητων εγκαταστάσεων (εφόσον αυτό δεν αντίκειται στη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη)· τη χορήγηση ειδικών αδειών σε συλλέκτες, οπλοπώλες ή μεσίτες, στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους ιδιότητας· τη χορήγηση αδειών σε μουσεία· και τη χορήγηση αδειών σε σκοπευτές. Οι τελευταίες αυτές άδειες χορηγούνται υπό ορισμένες προϋποθέσεις (57).

61.      Το άρθρο 1, παράγραφος 7, της οδηγίας 2017/853 τροποποιεί το άρθρο 7 της οδηγίας 91/477, το οποίο απαγορεύει την απόκτηση πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Β χωρίς προηγούμενη άδεια. Μετά την έκδοση της οδηγίας 2017/853, τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα δεν κατατάσσονται πλέον στην κατηγορία Β: ανήκουν πλέον στην κατηγορία Α. Με το άρθρο 1, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, προστίθεται στην οδηγία 91/477ένα νέο άρθρο, ήτοι το άρθρο 7, παράγραφος 4α, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβεβαιώνουν, ανανεώνουν ή να παρατείνουν τις άδειες για τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που ήταν ταξινομημένα στην κατηγορία Β και αποκτήθηκαν και καταχωρίστηκαν νόμιμα πριν από τις 13 Ιουνίου 2017 (την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 2017/853).

62.      Το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2017/853 τροποποιεί τις διατάξεις της οδηγίας 91/477 για τα πυροβόλα όπλα της κατηγορίας Γ. Το άρθρο 1, παράγραφος 12, προβλέπει κανόνες για τη μεταφορά πυροβόλων όπλων από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Το άρθρο 1, παράγραφος 13, διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες άτομα, όπως οι κυνηγοί, δύνανται να «έχουν στην κατοχή τους ένα ή περισσότερα πυροβόλα όπλα κατά τη διάρκεια ταξιδιού μέσω δύο ή περισσότερων κρατών μελών για τον σκοπό της δραστηριότητάς τους» (58). Το άρθρο 1, παράγραφος 14, ρυθμίζει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών (59). Το άρθρο 1, παράγραφος 18, αναθέτει στην Επιτροπή το καθήκον να υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2017/853 και να επανεκτιμά τις διατάξεις της υπό το πρίσμα των τεχνολογικών εξελίξεων, όπως η τρισδιάστατη εκτύπωση.

63.      Φρονώ ότι το προεξάρχον στοιχείο των νομοθετικών συνεπειών του άρθρου 1, παράγραφοι 3, 6, 7, 8, 12 έως 14, και 18, είναι η θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων που έχουν σκοπό να διασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη δεν θα χρειασθεί να αναλάβουν αυτόνομη (και, επομένως, ενδεχομένως ανομοιόμορφη) δράση. Ως εκ τούτου, οι κανόνες αυτοί προορίζονται, κατά την άποψή μου, πρωτίστως να διασφαλίσουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

64.      Το άρθρο 1, παράγραφος 19, τροποποιεί το παράρτημα Ι της οδηγίας 91/477. Για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων, αξιοσημείωτες τροποποιήσεις αποτελούν η ένταξη στην κατηγορία Α των αυτόματων πυροβόλων όπλων που έχουν μετατραπεί σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα, των ημιαυτόματων όπλων με κεντρική επίκρουση και των ημιαυτόματων μακρύκαννων όπλων. Όπως προεκτέθηκε, ορισμένα ημιαυτόματα όπλα μετατίθενται από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, τα απενεργοποιημένα όπλα κατατάσσονται τώρα στην κατηγορία Γ και τροποποιείται ο ορισμός των πυροβόλων όπλων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/447 (60).

65.      Κατά την άποψή μου, από την ανάλυση των ανωτέρω διατάξεων και του γενικού περιεχομένου της οδηγίας 2017/853 προκύπτει ότι η συνολική ισορροπία την οποία επιτυγχάνει η οδηγία 91/477 μεταξύ, αφενός, της διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και, αφετέρου, της διαφυλάξεως της δημόσιας ασφάλειας και προστασίας δεν έχει μετατοπισθεί ριζικά. Το γεγονός ότι η Επιτροπή, στην πρότασή της, εκθέτει ότι η ασφάλεια των πολιτών και των επιχειρήσεων αποτελεί βασικό μέλημα και αναφέρεται στα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 2015, καθώς και ότι ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις τονίζουν τον σκοπό της δημόσιας ασφάλειας, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα. Αυτό που έχει εν τέλει σημασία είναι οι έννομες συνέπειες της οδηγίας 2017/853.

66.      Συμπληρώνω ότι, κατά πάγια νομολογία, η καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας αποτελεί σκοπό γενικού συμφέροντος, προκειμένου να διατηρηθεί η διεθνής ειρήνη και η διεθνής ασφάλεια. Το ίδιο ισχύει για την καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος, προκειμένου να διασφαλισθεί η δημόσια ασφάλεια (61). Αμφότερα τα στοιχεία αυτά εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.

67.      Πρώτον (μια προφανής παρατήρηση): τα πυροβόλα όπλα είναι εγγενώς επικίνδυνα εμπορεύματα. Προκαλούν ανησυχία για την ασφάλεια όχι μόνο των χρηστών τους, αλλά και του ευρύτερου κοινού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει θεσπίσει υποχρεώσεις σημάνσεως και λήψεως αδείας σε συνδυασμό με διατάξεις που περιορίζουν την κατοχή και την απόκτηση τέτοιων όπλων (62). Η οδηγία 2017/853 προβλέπει, κατά κύριο λόγο, τα συνήθη μέτρα που λαμβάνονται για την προώθηση της εγκαθιδρύσεως της εσωτερικής αγοράς σε περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι αναγκαίο να τεθούν περιορισμοί σε ένα προϊόν (επειδή τίθεται ζήτημα ασφάλειας), προκειμένου να αποφευχθεί η καθιέρωση συνοριακών ελέγχων και να προαχθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων (63). Κατά συνέπεια, απορρίπτω κατηγορηματικά τον ισχυρισμό της Πολωνίας ότι τα πυροβόλα όπλα δεν αποτελούν επικίνδυνα εμπορεύματα κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.

68.      Δεύτερον, βασική πτυχή της εγκαθιδρύσεως της εσωτερικής αγοράς αποτελεί η εξάλειψη των φυσικών εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το πιο εμφανές παράδειγμα των οποίων αποτελούσαν οι τελωνειακοί σταθμοί στα σύνορα (64). Η ασφάλεια των πολιτών της Ένωσης που είναι ευάλωτοι στην απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας συνδέεται άρρηκτα με την κυκλοφορία εγγενώς επικίνδυνων εμπορευμάτων, όπως τα πυροβόλα όπλα, σε μια περιοχή 28 κρατών μελών (512.6 εκατομμυρίων ανθρώπων). Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2015, οι Υπουργοί Εσωτερικών και/ή Δικαιοσύνης της Ένωσης ενέκριναν τη «Δήλωση του Παρισιού», με την οποία επανέλαβαν τη δέσμευσή τους για μείωση της παράνομης διακινήσεως πυροβόλων όπλων μέσα στην Ευρώπη. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε εγκρίνοντας το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια, με σκοπό να διασφαλισθεί αποτελεσματική και συντονισμένη αντίδραση σε επίπεδο Ένωσης έναντι των απειλών κατά της ασφάλειας (65). Στο ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια τονίσθηκαν επίσης οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών ως εμπόδιο για τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και την αστυνομική συνεργασία στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φρονώ ότι, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, τα αποκλίνοντα εθνικά μέτρα θα παρεμπόδιζαν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ο νομοθέτης της Ένωσης έπρεπε να δράσει, προκειμένου να αποκαταστήσει, σε επίπεδο Ένωσης, την ισορροπία μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της δημόσιας ασφάλειας (66). Επιπλέον, ακριβώς επειδή η οδηγία 2017/853 εναρμονίζει περαιτέρω τους ελέγχους πυροβόλων όπλων, συμπληρώνει τις διατάξεις της οδηγίας 91/477 που προωθούν την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, μειώνει την ανάγκη μεμονωμένης δράσεως των κρατών μελών (67).

69.      Τρίτον, η υποχρέωση που επιβάλλει στην Επιτροπή το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2017/853 να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με σκοπό τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών αποτελεί τέτοιου είδους μέτρο προωθήσεως της εμπιστοσύνης. Η εναρμόνιση των τεχνικών φραγμών στο εμπόριο (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προδιαγραφών) αποτελεί πάγιο σκοπό της εσωτερικής αγοράς (68). Η προσθήκη νέας διατάξεως στην οδηγία 91/477 για τη ρύθμιση των εξ αποστάσεως συμβάσεων αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η οδηγία 2017/853 ρυθμίζει το εμπόριο εντός της εσωτερικής αγοράς (69).

70.      Τέταρτον, η οδηγία 2017/853 μεριμνά για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, με σκοπό την παρακολούθηση και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις μεταφορές πυροβόλων όπλων μεταξύ των κρατών στην εσωτερική αγορά (70).

71.      Τέλος, στο πλαίσιο ορθής ερμηνείας της οδηγίας 2017/853, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οδηγίας αυτής εναρμονίζει την πρόληψη της εγκληματικότητας υπό οποιανδήποτε ουσιαστική έννοια.

72.      Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέθεσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (και ο ισχυρισμός τους πράγματι επιβεβαιώνεται από την παρατήρηση) ότι αποτελεί συνήθη νομοθετική πρακτική της Ένωσης να συντάσσεται το κείμενο της τροποποιητικής πράξεως κατά τρόπο που υποδηλώνει ότι πρόκειται να ενσωματωθεί στις διατάξεις της τροποποιούμενης πράξεως ή να τις αντικαταστήσει (71). Για τον λόγο αυτό, οι αιτιολογικές σκέψεις του προϊσχύσαντος μέτρου (ήτοι της οδηγίας 91/477) δεν επαναλαμβάνονται στην αιτιολογία της οδηγίας 2017/853, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω σκέψεις ισχύουν εξίσου και για την εν λόγω πράξη. Συμπληρώνω παρεμπιπτόντως ότι θα ήταν ίσως χρήσιμο για τους ερμηνευτές των τροποποιητικών νομοθετικών πράξεων, εάν ωστόσο περιλαμβανόταν στο προοίμιο μια σύντομη επισήμανση που να επιβεβαίωνε ότι η αιτιολογία της αρχικής πράξεως παραμένει αμετάβλητη και ότι ισχύει εξίσου για την τροποποιητική πράξη, δεδομένου ότι τούτο δεν προκύπτει ευθέως από την τρέχουσα πρακτική.

73.      Η Ουγγαρία και η Πολωνία υποστηρίζουν ότι, κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της οδηγίας 2017/853, παρέλκει η εξέταση των σκοπών της οδηγίας 91/477. Ανησυχούν ότι η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την αδικαιολόγητη διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας που καταλείπει στον νομοθέτη το άρθρο 114 ΣΛΕΕ.

74.      Προσβαλλόμενη πράξη είναι η οδηγία 2017/853. Κατά συνέπεια, κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον το εν λόγω μέτρο έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβασιν εξουσίας, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να επικεντρωθεί στην οδηγία 2017/853 και στις έννομες συνέπειές της. Εντούτοις, είναι εξίσου σαφές ότι η οδηγία 2017/853 τροποποιεί την οδηγία 91/477· επίσης, ουδόλως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της ότι επιδιώκει να αναιρέσει τους σκοπούς διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς που επεδίωκε η προϊσχύσασα οδηγία. Κατά την άποψή μου, θα ήταν επομένως αφύσικο να εκτιμηθεί η τροποποιητική οδηγία σαν να μην υπήρχε η τροποποιημένη πράξη (72).

75.      Συνοψίζοντας, εκτιμώ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έχει περιλάβει στην οδηγία 2017/853 μέτρα τα οποία, συμμέτρως, προάγουν την επίτευξη των σκοπών διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ενώ παράλληλα λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ενισχύσεως της μέριμνας για τη δημόσια ασφάλεια.

76.      Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως: η αναλογικότητα

77.      Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία υποδιαιρείται σε δύο σκέλη. Πρώτον, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης εξέδωσε την οδηγία 2017/853, ουδόλως εξέτασε το ζήτημα αν τα ληφθέντα μέτρα συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας και σκοπίμως δεν συγκέντρωσε επαρκή στοιχεία (πραγματοποιώντας, επί παραδείγματι, εκτίμηση επιπτώσεων) προκειμένου να εκτιμήσει εμπεριστατωμένα κατά πόσον τηρήθηκε η εν λόγω αρχή του δικαίου της Ένωσης. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε προδήλως δυσανάλογα μέτρα συνιστάμενα: i) στην απαγόρευση ορισμένων ειδών ημιαυτόματων όπλων, τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν το 2015 για τη τέλεση τρομοκρατικών ενεργειών· ii) στην αυστηρότερη ρύθμιση ορισμένων όπλων που ενέχουν ελάχιστους κινδύνους (ιστορικών αντιγράφων όπλων ή όπλων τα οποία, αποδεδειγμένα, έχουν οριστικά απενεργοποιηθεί)· και iii) σε περιορισμούς του δικαιώματος κατοχής ορισμένων φυσιγγιοθηκών.

 Επί του πρώτου σκέλους

 Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

78.      Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είναι απεριόριστη. Ο νομοθέτης της Ένωσης δεν διέθετε τις απαραίτητες πληροφορίες κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει την αναλογικότητα της οδηγίας 2017/853. Ο νομοθέτης οφείλει κατ’ αρχήν να πραγματοποιεί εκτίμηση επιπτώσεων (ή ισοδύναμη μελέτη). Η μη διενέργεια τέτοιας εκτιμήσεως σήμαινε ότι δεν πραγματοποιήθηκε ανάλυση της ενδεχόμενης προσβολής από την οδηγία 2017/853 του δικαιώματος ιδιοκτησίας όσων έχουν στην κυριότητα και την κατοχή τους πυροβόλα όπλα. Οι διάφορες μελέτες και εκθέσεις που επικαλείται η Επιτροπή στην πρότασή της δεν παρείχαν επαρκή στοιχεία για να αποδειχθεί η σύνδεση μεταξύ της νόμιμης κατοχής μη στρατιωτικών όπλων και της καταχρηστικής χρήσεως των όπλων αυτών για εγκληματικούς ή τρομοκρατικούς σκοπούς.

79.      Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η διοργανική συμφωνία είναι νομικά δεσμευτική για τα τρία θεσμικά όργανα της Ένωσης. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να εκπονήσει εκτίμηση επιπτώσεων σε συνάρτηση με την πρότασή της για την οδηγία 2017/853. Επίσης, ορισμένες διατάξεις της εν λόγω οδηγίας είναι δυσανάλογες. Σε αυτές συγκαταλέγεται το άρθρο 1, παράγραφος 3, που τροποποιεί το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/477, επιβάλλοντας υποχρεώσεις καταχωρίσεως όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την ιχνηλάτηση και τον εντοπισμό των πυροβόλων όπλων. Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να διατηρούν αρχεία των πυροβόλων όπλων και των ουσιωδών συστατικών μερών τους, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για περίοδο τριάντα ετών. Πρόσβαση στα αρχεία αυτά παρέχεται για περίοδο δέκα ετών μετά την καταστροφή των πυροβόλων όπλων και των ουσιωδών συστατικών μερών τους ή για περίοδο τριάντα ετών σε περίπτωση προλήψεως, ανιχνεύσεως ή διώξεως ποινικών αδικημάτων ή εκτελέσεως ποινικών κυρώσεων. Το προϊσχύσαν άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/477 δεν περιλάμβανε τέτοια πρόβλεψη: απλώς επέτρεπε στις αρμόδιες αρχές την καταγραφή και τη διατήρηση συστήματος αρχειοθετήσεως δεδομένων για περίοδο είκοσι ετών.

80.      Η Πολωνία συμπληρώνει ότι η διοργανική συμφωνία περιλαμβάνει τόσο δεσμευτικές όσο και μη δεσμευτικές διατάξεις. Γενικά πρέπει να πραγματοποιείται εκτίμηση επιπτώσεων, με την επιφύλαξη της προβλεπόμενης στην εν λόγω συμφωνία παρεκκλίσεως, η οποία εφαρμόζεται σε επείγουσες περιπτώσεις.

81.      Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν από κοινού ότι η διοργανική συμφωνία δεν επιβάλλει νομική υποχρέωση για την πραγματοποίηση εκτιμήσεως επιπτώσεων κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας της Ένωσης. Η οδηγία 2017/853 έχει σκοπό να αποκαταστήσει καταλλήλως την ισορροπία μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας ορισμένων πυροβόλων όπλων και της διαφυλάξεως της δημόσιας ασφάλειας. Το κριτήριο που πρέπει να εφαρμόσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της συμβατότητας της οδηγίας 2017/853 με την αρχή της αναλογικότητας είναι κατά πόσον οι περιορισμοί που καθιερώνει η οδηγία είναι προδήλως απρόσφοροι σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

 Επί του παραδεκτού

82.      Συμφωνώ με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ότι το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η οδηγία 2017/853 παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, κατά το μέρος που το άρθρο 1, παράγραφος 3, τροποποιεί το άρθρο 4 της οδηγίας 91/477, είναι απαράδεκτο. Το άρθρο 129, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο αποκλειστικά την υποστήριξη, εν όλω ή εν μέρει, των αιτημάτων του ενός των διαδίκων. Το άρθρο 129, παράγραφος 3, συμπληρώνει ότι ο παρεμβαίνων αποδέχεται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του.

83.      Εν προκειμένω, η Τσεχική Δημοκρατία δεν έχει συμπεριλάβει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2017/853 στα αιτήματά της (73). Συνάγω, ως εκ τούτου, το συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της Ουγγαρίας σχετικά με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2017/853 και την αρχή της αναλογικότητας είναι απαράδεκτοι και δεν θα τους εξετάσω περαιτέρω.

 Επί της ουσίας

84.      Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας (που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης) απαιτεί να είναι τα προβλεπόμενα από διάταξη του δικαίου της Ένωσης μέσα πρόσφορα για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου από την οικεία διάταξη σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων δικαστικού ελέγχου που του απονέμουν οι Συνθήκες, έχει αναγνωρίσει στον νομοθέτη της Ένωσης ευρεία διακριτική ευχέρεια στους τομείς στους οποίους καλείται να προβεί σε σύνθετες αξιολογήσεις και σε επιλογές τόσο πολιτικής όσο και οικονομικής ή κοινωνικής φύσεως (74). Ειδικότερα, το ζήτημα δεν είναι αν το μέτρο που θεσπίσθηκε στον τομέα αυτό είναι το μόνο ή το καλύτερο δυνατό, καθόσον η νομιμότητα ενός τέτοιου μέτρου μπορεί να επηρεασθεί μόνον όταν αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπό (75).

85.      Εντούτοις, ακόμη και όταν υφίσταται η εν λόγω αρμοδιότητα, ο νομοθέτης της Ένωσης οφείλει να στηρίξει την επιλογή του σε αντικειμενικά κριτήρια. Επιπλέον, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των καταναγκασμών που συνδέονται με τα διάφορα πιθανά μέτρα, πρέπει να εξετασθεί αν οι σκοποί που επιδιώκονται με το συγκεκριμένο μέτρο μπορούν να δικαιολογήσουν ακόμη και αρνητικές προσωπικές, κοινωνικές ή οικονομικές συνέπειες για ορισμένα άτομα, ως επακόλουθο των ληφθέντων μέτρων (76).

86.      Από τις απόψεις που εξέφρασα σε συνάρτηση με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προκύπτει ότι, κατά την εκτίμησή μου, η οδηγία 2017/853 επιδιώκει θεμιτούς σκοπούς (77). Επομένως, το πραγματικά κρίσιμο ζήτημα σε σχέση με την αναλογικότητα είναι το κατά πόσον τα ληφθέντα μέτρα είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να επιτύχουν έναν διακηρυγμένο σκοπό γενικού συμφέροντος (εν προκειμένω, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας για τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας).

87.      Τα πυροβόλα όπλα είναι εγγενώς επικίνδυνα. Ως εκ τούτου, ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε να ρυθμίσει τη συνολική διάρκεια ζωής των όπλων, από την παραγωγή έως το εμπόριο, την κυριότητα και την κατοχή, την απενεργοποίηση και την καταστροφή τους (78).

88.      Η Τσεχική Δημοκρατία ορθώς υποστηρίζει ότι, καίτοι ο δικαστικός έλεγχος στην περίπτωση αυτή είναι περιορισμένου εύρους, εντούτοις τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι, κατά την έκδοση της οδηγίας 2017/853, άσκησαν πράγματι τη διακριτική τους ευχέρεια. Για τον σκοπό αυτό θα έπρεπε να έχουν λάβει υπόψη όλους τους κρίσιμους παράγοντες και τις συνολικές περιστάσεις της καταστάσεως την οποία προοριζόταν να ρυθμίσει το νέο νομοθετικό μέτρο. Κατά συνέπεια, τα θεσμικά όργανα πρέπει, κατ’ ελάχιστον, να μπορούν να επικαλεστούν και να παραθέσουν, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως βάση της οδηγίας 2017/853.

89.      Κατά την άσκηση του ελέγχου του, το Δικαστήριο δεν απαιτείται, κατά την άποψή μου, να πραγματοποιήσει δική του εκτίμηση ως προς το κατά πόσον ορισμένα πυροβόλα όπλα για τα οποία η οδηγία 2017/853 επέβαλε αυστηρότερους ελέγχους χρησιμοποιήθηκαν πράγματι στις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015· ή αν τα όπλα αυτά είναι ακριβώς τόσο επικίνδυνα όσο ισχυρίζονται τα τρία θεσμικά όργανα. Κριτήριο για την εκτίμηση αποτελούν, αντιθέτως, οι παρατιθέμενοι σκοποί της οδηγίας 2017/853, το κύρος της οποίας αμφισβητείται (αντί της οδηγίας 91/477).

90.      Ένα νέο χαρακτηριστικό της υπό εξέταση υποθέσεως είναι ότι, κατά την έκδοση της οδηγίας 2017/853, ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε να μην προβεί σε εκτίμηση επιπτώσεων. Υπό κανονικές συνθήκες, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης θα ήσαν σε θέση να στηριχθούν σε μια τέτοια εκτίμηση, προκειμένου να καταδείξουν ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι κατάλληλα και αναγκαία. Τούτο δεν μπορούν εξ ορισμού να το πράξουν εν προκειμένω.

91.      Συνεπάγεται τούτο αυτοδικαίως ότι τα μέτρα που θεσπίσθηκαν με την οδηγία 2017/853 πρέπει να ακυρωθούν, επειδή τα τρία θεσμικά όργανα δεν πραγματοποίησαν εκτίμηση επιπτώσεων σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία;

92.      Φρονώ ότι όχι.

93.      Η διοργανική συμφωνία συνήφθη δυνάμει του άρθρου 295 ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι τα τρία θεσμικά όργανα προβαίνουν σε αμοιβαίες διαβουλεύσεις και οργανώνουν, βάσει κοινής συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες της συνεργασίας τους. Για τον σκοπό αυτό, μπορούν να συνάπτουν διοργανικές συμφωνίες, οι οποίες ενδέχεται να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα (79). Το αν η υπό εξέταση διοργανική συμφωνία είναι δεσμευτική πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της διατυπώσεως και του πλαισίου της εν λόγω συμφωνίας. Το Δικαστήριο έχει σαφώς κρίνει ότι συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής έχουν γεννήσει στο παρελθόν δεσμευτικές υποχρεώσεις (80). Φρονώ ότι, στην περίπτωση της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, τα τρία θεσμικά όργανα είχαν πράγματι την πρόθεση να αναλάβουν δεσμευτικές μεταξύ τους υποχρεώσεις(81). Ωστόσο, κατά την άποψή μου, τούτο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η διοργανική συμφωνία καθιερώνει δεσμευτική υποχρέωση για την πραγματοποίηση εκτιμήσεως επιπτώσεων σε κάθε περίπτωση.

94.      Οι κανόνες που διέπουν τις εκτιμήσεις επιπτώσεων παρατίθενται στο μέρος ΙΙΙ της διοργανικής συμφωνίας («Εργαλεία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου»). Το σημείο 12, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι «οι εκτιμήσεις επιπτώσεων είναι ένα εργαλείο που βοηθά τα τρία θεσμικά όργανα να λάβουν εμπεριστατωμένες αποφάσεις και δεν υποκαθιστούν τις πολιτικές αποφάσεις στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων δεν πρέπει να καθυστερούν αδικαιολόγητα τη νομοθετική διαδικασία ή να θίγουν τη δυνατότητα των συννομοθετών να προτείνουν τροποποιήσεις». Το σημείο 13 ορίζει ότι «[η] Επιτροπή θα διενεργεί εκτιμήσεις επιπτώσεων των νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών της, των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και των μέτρων εφαρμογής που αναμένεται να έχουν σημαντικές οικονομικές, περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις. Οι πρωτοβουλίες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής ή στην κοινή δήλωση, θα συνοδεύονται κατά κανόνα από εκτίμηση επιπτώσεων». (Τούτο μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν «αναμένεται να έχουν σημαντικές οικονομικές, περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις» δεν απαιτείται να συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων –αν και το πού βρίσκεται το ακριβές όριο μεταξύ των δύο κατηγοριών μπορεί βεβαίως να επιδέχεται συζήτηση).

95.      Το σημείο 14 ορίζει ότι, «κατά την εξέταση των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, [το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο] θα λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις εκτιμήσεις επιπτώσεων της Επιτροπής. Προς το σκοπό αυτό οι εκτιμήσεις επιπτώσεων θα παρουσιάζονται με τρόπο που να διευκολύνει την εξέταση των επιλογών της Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο». Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύνανται, όποτε κρίνουν ότι είναι αρμόζον και απαραίτητο, να πραγματοποιούν εκτιμήσεις επιπτώσεων, εφόσον επιφέρουν ουσιώδεις τροποποιήσεις σε πρόταση της Επιτροπής (σημείο 15) (82).

96.      Ως εκ τούτου, οι διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας που διέπουν τις εκτιμήσεις επιπτώσεων δεν έχουν διατυπωθεί με όρους που εκφράζουν υποχρέωση. Δεν γίνεται χρήση των όρων «οφείλουν» ή «πρέπει», που θα γεννούσαν υποχρέωση για την πραγματοποίηση εκτιμήσεως επιπτώσεων σε κάθε περίπτωση. Είναι βεβαίως απολύτως αληθές ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων αποτελούν σημαντικό και χρήσιμο εργαλείο κατά τη διαδικασία «βελτίωσης της νομοθεσίας». Διευκολύνουν τη διαδικασία δεόντως αιτιολογημένης και διαφανούς νομοθετήσεως. Εντούτοις, η διοργανική συμφωνία δεν τις θέτει ως προαπαιτούμενο για την υποβολή προτάσεων ή τη θέσπιση νομοθεσίας σε κάθε περίπτωση.

97.      Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευσταθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορεί να ενεργήσει χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων. Μια τόσο ανελαστική ερμηνεία της διοργανικής συμφωνίας θα συνιστούσε αδικαιολόγητο περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας που καταλείπουν στον νομοθέτη οι Συνθήκες. Θα καθιστούσε αδύνατη την ανάληψη νομοθετικής δράσεως, ακόμη και όταν οι περιστάσεις καταδεικνύουν σαφώς την ανάγκη αναλήψεως επείγουσας δράσεως (83). Συμπληρώνω, για λόγους πληρότητας, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η εκτίμηση επιπτώσεων δεν δεσμεύει ούτε το Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο (84).

98.      Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η μη πραγματοποίηση εκτιμήσεις επιπτώσεων δεν καθιστά ένα νομοθέτημα της Ένωσης αυτοδικαίως άκυρο.

99.      Αντιθέτως, με τη διοργανική συμφωνία, τα τρία θεσμικά όργανα συμφώνησαν ότι, κατά την πρόταση θεσπίσεως και/ή τη θέσπιση νομοθετημάτων της Ένωσης, η πραγματοποίηση εκτιμήσεως επιπτώσεων αποτελεί αναμενόμενο (ή φυσιολογικό) στάδιο της διαδικασίας. Σε περίπτωση παραλείψεως του σταδίου αυτού, εγείρονται δύο ζητήματα που αφορούν τις διαδικαστικές και ουσιαστικές συνέπειες, δεδομένου ότι η μη πραγματοποίηση εκτιμήσεως επιπτώσεων δυσχεραίνει σημαντικά το έργο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής. Πρώτον, τα όργανα αυτά πρέπει να αποδείξουν ότι συνέτρεχε βάσιμος λόγος να μην εφαρμόσουν τους συνήθεις κανόνες και να μην πραγματοποιήσουν εκτίμηση επιπτώσεων. Δεύτερον, πρέπει να στηριχθούν σε άλλα στοιχεία, ώστε να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις δικαστικού ελέγχου από το Δικαστήριο (85).

100. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το σημείο 12, δεύτερο εδάφιο, της διοργανικής συμφωνίας επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να μην πραγματοποιούν εκτίμηση επιπτώσεων υπό επείγουσες συνθήκες. Η Επιτροπή εξέθεσε ρητώς στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεως για την οδηγία 2017/853 ότι, «[λ]όγω του επείγοντος χαρακτήρα της, δεδομένων των πρόσφατων συμβάντων, η πρόταση υποβάλλεται χωρίς εκτίμηση επιπτώσεων» (86). Βάσει των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν βλέπω λόγο να αμφισβητήσω τη δήλωση αυτή. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται.

101. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, τα τρία θεσμικά όργανα μνημονεύουν διάφορες εκθέσεις και μελέτες από τις οποίες, όπως ισχυρίζονται, προκύπτει ότι η οδηγία 2017/853 είναι πρόσφορη και αναγκαία (87). Το άρθρο 17 της οδηγίας 91/477 είχε ήδη επιβάλει στην Επιτροπή υποχρέωση να υποβάλλει, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας (88). Ορισμένες από τις εκθέσεις που μνημονεύονται από τα θεσμικά όργανα έχουν εκπονηθεί σύμφωνα με την υποχρέωση αυτή. Καθότι η οδηγία 2017/853 αποτελεί τροποποιητική πράξη, εντάσσεται στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βελτίωση της νομοθεσίας», που είναι γνωστή ως «REFIT» (πρόκειται για το πρόγραμμα της Επιτροπής για τη βελτίωση της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου, στο πλαίσιο του οποίου διερευνάται ο βέλτιστος τρόπος τροποποιήσεως της νομοθεσίας της Ένωσης). Επομένως, διάφορες εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 91/477 έχουν εκπονηθεί πριν από την έκδοση της οδηγίας 2017/853 (89).

102. Οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2017/853 μνημονεύουν τον γενικό σκοπό της εξισορροπήσεως μεταξύ, αφενός, της ελεύθερης κυκλοφορίας και, αφετέρου, της ανάγκης ελέγχου της ελευθερίας αυτής με την απαίτηση εγγυήσεων ασφαλείας, προσαρμοσμένων στα αντικείμενα που είναι επικίνδυνα και ανθεκτικά και που μπορεί να γίνει κατάχρησή τους για εγκληματικούς σκοπούς (90). Δεδομένων των σκοπών αυτών, φρονώ ότι, καθόσον η οδηγία 2017/853 καθιερώνει αυστηρότερους ελέγχους όσον αφορά τη διάθεση πυροβόλων όπλων στην αγορά, την απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων, κανόνες για τη σήμανση και την ιχνηλασιμότητα, ρυθμίσεις για την ταξινόμηση των πυροβόλων όπλων και ρυθμίσεις για την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων και τη μεταφορά των εν λόγω προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών, τα ληφθέντα μέτρα είναι πρόσφορα και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Ο νομοθέτης δεν έχει επιβάλει πλήρη απαγόρευση κάθε κατηγορίας πυροβόλων όπλων. Ακόμη και η γενική απαγόρευση των πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α (τα οποία ο νομοθέτης θεωρεί ότι είναι τα πλέον επικίνδυνα) υπόκειται σε εξαιρέσεις. Επιπλέον, από το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 2017/853 προκύπτει ότι η Επιτροπή, κατά την εκπόνηση της προτάσεώς της και τη διαμόρφωση των επίμαχων μέτρων, έλαβε υπόψη τους σκοπούς διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, καθώς και τις επιταγές διαφυλάξεως της ασφάλειας (91).

103. Ως εκ τούτου, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν εκτίμησε, στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, τον αναλογικό χαρακτήρα της οδηγίας 2017/853. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό ότι η οδηγία 2017/853 συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας όσων έχουν στην κυριότητά τους πυροβόλα όπλα.

104. Πρώτον, η οδηγία 2017/853 δεν προβλέπει κατάσχεση όλων των νόμιμων μη στρατιωτικών πυροβόλων όπλων. Απλώς, επιβάλλει αυστηρότερους ελέγχους για τα όπλα αυτά. Επομένως, η οδηγία 2017/853 δεν έχει σκοπό να στερήσει από τους πολίτες τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους (εν προκειμένω, με αντικείμενο τα πυροβόλα όπλα). Επισημαίνω παρεμπιπτόντως ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει θεμελιώδες δικαίωμα κατοχής όπλων αφ’ εαυτού ούτε περιλαμβάνεται τέτοιο δικαίωμα «στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών». Δεύτερον, το δικαίωμα ιδιοκτησίας που προβλέπεται στο άρθρο 17 του Χάρτη αποτελεί δικαίωμα που υπόκειται σε περιορισμούς (92). Πέραν της προστασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, προβλέπει επίσης ότι οι πολίτες μπορούν να στερούνται την ιδιοκτησία τους για λόγους δημοσίας ωφελείας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο. Καθόσον η οδηγία 2017/853 προβλέπει ότι τα πυροβόλα όπλα που κατέχονται κατά παράβαση των διατάξεών της πρέπει να κατάσχονται σε περίπτωση παραβάσεως ορισμένων διατάξεων, φρονώ ότι πληροί πλήρως τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Κατωτέρω εξετάζω τις επιμέρους διατάξεις που έχει προσβάλει η Τσεχική Δημοκρατία (93).

105. Φρονώ, συνεπώς, ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως δεν πρέπει να ευδοκιμήσει.

 Επί του δεύτερου σκέλους

106. Επικουρικώς, η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει ορισμένες διατάξεις που θεσπίσθηκαν με το άρθρο 1, παράγραφοι 6, 7, και 19, της οδηγίας 2017/853 (94).

107. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 6, είναι άκυρο, κατά το μέρος που προσθέτει στην οδηγία 91/477/ΕΟΚ το άρθρο 5, παράγραφος 3, και το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, περιλαμβάνει κανόνες για την ανάκληση της αδείας αποκτήσεως και κατοχής πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Β, εάν ο ενδιαφερόμενος έχει στην κατοχή του γεμιστήρα που μπορεί να προσαρμοσθεί σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με κεντρική επίκρουση ή σε επαναληπτικά πυροβόλα όπλα, τα οποία είναι χωρητικότητας περισσότερων από είκοσι φυσιγγίων (ή, στην περίπτωση των μακρύκαννων πυροβόλων όπλων, περισσότερων από δέκα φυσιγγίων). Η διάταξη αυτή υπόκειται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 και στο άρθρο 7, παράγραφος 4α, της οδηγίας 91/477, όπως έχουν τροποποιηθεί.

108. Ο σκοπός του άρθρου 5, παράγραφος 3, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2017/853. Η αιτιολογική σκέψη αυτή αναφέρει ότι «ορισμένα ημιαυτόματα όπλα θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά επικίνδυνα όταν φέρουν γεμιστήρες μεγαλύτερης χωρητικότητας αριθμού φυσιγγίων». Κατά τη διάρκεια της πρώτης αναγνώσεως ενώπιον του Κοινοβουλίου, προστέθηκε νέο κείμενο στην πρόταση της Επιτροπής, το οποίο προέβλεπε ότι η άδεια αποκτήσεως και κατοχής πυροβόλων όπλων ανακαλείται εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 (κατ’ ουσίαν, ο κάτοχος έπρεπε να είναι δεκαοκτώ ετών και να μπορεί να αποδείξει ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για τον ίδιο ή για το κοινό). Το κείμενο τροποποιήθηκε για να καλύψει ένα κενό που εντοπίσθηκε στην πρόταση της Επιτροπής κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στο Συμβούλιο (95). Η διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 23 εισήχθη μετά τη διαδικασία συνδιαλλαγής μεταξύ των τριών θεσμικών οργάνων. Καίτοι η αιτιολογική σκέψη 23 αναμφισβήτητα θέτει ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, τα ζητήματα αυτά συνδέονται πάντοτε με πτυχές που αφορούν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (96), όπως είναι ο σκοπός να καταστεί η οδηγία 91/477 ακριβέστερη, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν αποκλίνοντες κανόνες. Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, η θέσπιση αυστηρότερων διατάξεων για τα πυροβόλα όπλα της κατηγορίας Β ήταν κατάλληλη για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

109. Το άρθρο 6 της οδηγίας 91/477, όπως έχει τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2017/853, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτρέπουν στους σκοπευτές να αποκτούν και να κατέχουν ορισμένα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα. Το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ειδική εξαίρεση για τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν στρατιωτικό σύστημα με βάση τη γενική στράτευση και που έχουν σε ισχύ, κατά τα τελευταία 50 έτη, σύστημα μεταβιβάσεως πολεμικών πυροβόλων όπλων σε πρώην στρατιωτικούς. Στις περιπτώσεις αυτές, το οικείο κράτος μέλος δύναται να χορηγεί στα εν λόγω πρόσωπα, εφόσον είναι επίσης «σκοπευτές», άδεια να διατηρήσουν ένα πυροβόλο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Δεν αμφισβητείται ότι η μόνη χώρα που πληροί τα κριτήρια αυτά είναι η Ελβετία (97).

110. Η διάταξη αυτή προστέθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στο Συμβούλιο. Πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της γενικότερης εξαιρέσεως από την απαγόρευση των πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 (όπως έχει τροποποιηθεί), το οποίο επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να χορηγούν άδειες, σε συγκεκριμένα πλαίσια, «εφόσον αυτό δεν αντίκειται στη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη». Κρίθηκε ότι έπρεπε να γίνει επίσης ειδική πρόβλεψη για τους εφέδρους του στρατού, καθότι οι εν λόγω χώρες διαθέτουν ήδη σύστημα ελέγχου κατά πόσον οι κάτοχοι πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α ενέχουν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια (98).

111. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε υπόψη τα συναφή πραγματικά, κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία, προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσον έπρεπε να γίνει ειδική πρόβλεψη για τους εφέδρους του στρατού, και ότι, κατά συνέπεια, θέσπισε κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των σκοπών της διευκολύνσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και της εξασφαλίσεως υψηλού επιπέδου δημόσιας ασφάλειας.

112. Το άρθρο 7 της οδηγίας 91/477 απαγορεύει την απόκτηση πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Β χωρίς άδεια από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους. Πριν από τις τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 2017/853, μεταξύ των όπλων της κατηγορίας Β περιλαμβάνονταν τα ημιαυτόματα όπλα. Η κατάσταση άλλαξε με την έκδοση της εν λόγω οδηγίας. Τα ημιαυτόματα όπλα επαναχαρακτηρίσθηκαν ως απαγορευμένα πυροβόλα όπλα και πλέον εμπίπτουν στην κατηγορία Α (η οποία περιλαμβάνει επίσης τα αυτόματα πυροβόλα όπλα που έχουν μετατραπεί σε ημιαυτόματα όπλα).

113. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στο Συμβούλιο, η Προεδρία έλαβε υπόψη το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη τάχθηκαν κατά της αλλαγής κατηγορίας για τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα (99). Ως εκ τούτου, στις 8 Ιουνίου 2016, προτάθηκε αναθεωρημένο κείμενο το οποίο επέτρεπε στα κράτη μέλη να ανανεώνουν τις άδειες για τα πυροβόλα όπλα τα οποία προγενέστερα κατατάσσονταν στην κατηγορία Β και τώρα αναταξινομούνταν στην κατηγορία Α. Το κείμενο αυτό αναθεωρήθηκε περαιτέρω και ενσωματώθηκε στο κείμενο της οδηγίας 2017/853. Ως εκ τούτου, το άρθρο 1, παράγραφος 7, της οδηγίας 2017/853, με τη μορφή που εκδόθηκε, τροποποιεί το άρθρο 7 της οδηγίας 91/477, παρεμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, το άρθρο 7, παράγραφος 4α, το οποίο κατ’ ουσίαν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβεβαιώνουν, να ανανεώνουν ή να παρατείνουν τις άδειες για τα ημιαυτόματα όπλα που υπάγονταν προηγουμένως στην κατηγορία Β και αποκτήθηκαν και καταχωρίστηκαν νόμιμα πριν από τις 13 Ιουνίου 2017.

114. Με βάση τα ανωτέρω, φρονώ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε δεόντως υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, καθόσον θέσπισε το νυν άρθρο 7, παράγραφος 4α. Θεσπίζοντας το μέτρο αυτό, ο νομοθέτης άμβλυνε τη σοβαρότητα των συνεπειών της επεκτάσεως της απαγορεύσεως όπλων για μη στρατιωτική χρήση στα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα. Επέτρεψε στους νόμιμους κυρίους τέτοιων όπλων, οι οποίοι κατ’ ουσίαν τα είχαν αποκτήσει πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2017/853, να τα διατηρήσουν, υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Κατά την άποψή μου, η λύση αυτή όχι απλώς συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά και πληροί τις απαιτήσεις της συναφούς αρχής της επικουρικότητας.

115. Η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί επίσης την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 19, της οδηγίας 2017/853, κατά το μέρος που επιβάλλει αυστηρότερους ελέγχους για ορισμένα πυροβόλα όπλα. Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις που προσβάλλονται είναι οι εξής: i) ορισμένα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα μετατίθενται στην κατηγορία των απαγορευμένων όπλων· ii) η κατηγορία Β περιλαμβάνει πλέον τα βραχύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα, ορισμένα ημιαυτόματα μακρύκαννα και βραχύκαννα πυροβόλα όπλα και οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο της κατηγορίας Β που έχει μετατραπεί είτε σε όπλο που εκτοξεύει αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα είτε σε όπλο χαιρετισμού ή κρότου· iii) τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα υπόκεινται πλέον σε δήλωση (κατηγορία Γ)· iv) και τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα δεν εξαιρούνται πλέον από τον ορισμό του πυροβόλου όπλου κατά την έννοια της οδηγίας 91/477 (100).

116. Οι προβληματισμοί σχετικά με τα ημιαυτόματα όπλα έχουν καταγραφεί λεπτομερώς στα έγγραφα των προπαρασκευαστικών εργασιών (101). Η προεδρία επισήμανε ότι η πρόταση για τα ημιαυτόματα όπλα ήταν αμφιλεγόμενη. Αφενός, τα όπλα αυτά μπορούν να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα όταν έχουν μεγάλη χωρητικότητα (σε αριθμό φυσιγγίων) και μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε αυτόματα όπλα. Αφετέρου, πολλά κράτη μέλη έκριναν ότι τα εν λόγω όπλα θα πρέπει να παραμείνουν στην κατηγορία Β. Ως εκ τούτου, η προεδρία κάλεσε τα κράτη μέλη να υποβάλουν αποδεικτικά στοιχεία επί του ζητήματος αυτού, τα οποία ελήφθησαν υπόψη κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας (102). Σε συνάρτηση με την τροποποίηση του περιεχομένου της κατηγορίας Β, ο νομοθέτης είχε πρόσβαση σε πλειάδα εκθέσεων που είχαν ως αντικείμενο την ταξινόμηση των πυροβόλων όπλων βάσει της οδηγίας 91/477 και τους κινδύνους για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

117. Η ένταξη των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων στο σημείο 6 της κατηγορίας Γ και η τροποποίηση του ορισμού του πυροβόλου όπλου, προκειμένου να συμπεριληφθούν τα όπλα αυτά, αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και θα τις εξετάσω από κοινού. Το ζήτημα της επανενεργοποιήσεως των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων τέθηκε από την Επιτροπή (103). Ειδικότερο ζήτημα γεννάται όσον αφορά την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθόσον τα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη του πρωτοκόλλου του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων (ήτοι, μεταξύ άλλων, άπαντα τα 28 κράτη μέλη της Ένωσης) μπορούν, στο εθνικό τους δίκαιο, να χαρακτηρίζουν ένα απενεργοποιημένο πυροβόλο όπλο ως πυροβόλο όπλο και να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα επί της βάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, τα διάφορα κράτη μέλη θα μπορούσαν εύκολα να θεσπίσουν αποκλίνουσες διατάξεις, θέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε κίνδυνο τους σκοπούς της διασφαλίσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (104). Επιπλέον, εντοπίσθηκαν οι εξής συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την ασφάλεια: η μετατροπή των όπλων που χρησιμοποιούνται για να δίνουν σήμα συναγερμού σε πλήρως ενεργά όπλα· η μετατροπή των ημιαυτόματων όπλων σε αυτόματα όπλα· η επανενεργοποίηση των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων· η διαγραφή της σημάνσεως· και η παράνομη χρήση των όπλων που έχουν κληρονομηθεί. Όλες οι δραστηριότητες αυτές γεννούν ζητήματα ασφάλειας σε επίπεδο κράτους μέλους.

118. Κατά την εκτίμησή μου, είναι σαφές ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης διατύπωσε τις τροποποιητικές διατάξεις που περιέχονται στην οδηγία 2017/853, έλαβε πράγματι υπόψη τους κρίσιμους τεχνικούς παράγοντες και τις κρίσιμες περιστάσεις, και ότι καμία από τις διατάξεις αυτές δεν πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

119. Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στερείται ερείσματος στο σύνολό του· επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως: η ασφάλεια δικαίου

120. Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2017/853, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συναφώς, η Τσεχική Δημοκρατία μνημονεύει τις ακόλουθες διατάξεις: το άρθρο 1, παράγραφος 6 (που προσθέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3)· το άρθρο 1, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, (που προσθέτει το άρθρο 7, παράγραφος 4α)· και το άρθρο 1, παράγραφος 19 (που προσθέτει τα σημεία 7 και 8 στην κατηγορία Α του παραρτήματος Ι, μέρος ΙΙ) (105). Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι ουσιαστικές συνέπειες των επίμαχων διατάξεων είναι τέτοιας φύσεως που, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να ακυρώσει τις διατάξεις αυτές, η οδηγία 2017/853 θα πρέπει κατ’ ανάγκην να ακυρωθεί στο σύνολό της.

121. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι στο σύνολό τους ασαφείς από απόψεως ασφάλειας δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν παρέχουν στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν ευκρινώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4α, της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ, όπως προστέθηκε με την οδηγία 2017/853, (η λεγόμενη «ρήτρα προστασίας κεκτημένων δικαιωμάτων») επιβάλλει στα κράτη μέλη επί της ουσίας την υποχρέωση να θεσπίσουν σε εθνικό επίπεδο ρυθμίσεις με αναδρομική ισχύ. Επομένως, τούτο αντιβαίνει επίσης στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

122. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διαφωνούν με την ανωτέρω ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων από την Τσεχική Δημοκρατία και υποστηρίζουν ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

123. Συντάσσομαι με την άποψη αυτή.

124. H αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και τα αποτελέσματά τους προβλέψιμα, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να καθορίζουν αναλόγως τη συμπεριφορά τους στις έννομες καταστάσεις και σχέσεις που διέπονται από την έννομη τάξη της Ένωσης (106).

125. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/477 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 23 της οδηγίας 2017/853. Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αναφέρει κατ’ ουσίαν ότι ορισμένα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνα, εάν έχουν πολύ μεγάλη χωρητικότητα σε φυσίγγια (107). Πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλισθεί ότι τα πυροβόλα όπλα που δεν απαγορεύονται δεν θα μετατρέπονται σε σαφώς πιο επικίνδυνα όπλα. Κατά συνέπεια, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/477, όπως έχει τροποποιηθεί, έχει σκοπό να καλύψει ένα πιθανό κενό, προβλέποντας ότι η άδεια για τα εν λόγω πυροβόλα όπλα ανακαλείται, εάν το πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε η άδεια για την απόκτηση ή την κατοχή των όπλων αυτών είναι σε θέση να αυξήσει τη χωρητικότητά τους κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη (108). Οι ίδιοι προβληματισμοί ισχύουν για τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με κεντρική επίκρουση και για τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα, όπως αυτά παρατίθενται αντιστοίχως στα σημεία 7 και 8 του παραρτήματος Ι, μέρος ΙΙ, της οδηγίας 2017/853.

126. Κρίνω ότι η γραμματική διατύπωση των διατάξεων αυτών είναι συνδυαστικά αρκούντως σαφής και ακριβής, ώστε να πληροί τις απαιτήσεις της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

127. Εν συνεχεία, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει κατ’ ουσίαν το επιχείρημα ότι το νέο άρθρο 7, παράγραφος 4α, της οδηγίας 91/477, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 7, της οδηγίας 2017/853, δεν συνάδει με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Τα αναδρομικά του αποτελέσματα θίγουν τα δικαιώματα όσων απέκτησαν και κατείχαν νομίμως ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα για μη στρατιωτική χρήση σύμφωνα με την οδηγία 91/477, προτού τροποποιηθεί με την οδηγία 2017/853. Τα όπλα αυτά απαγορεύονται πλέον.

128. Γίνεται παγίως δεκτό ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί απόρροια της αρχής της ασφάλειας δικαίου (109). Το δικαίωμα επικλήσεως της εν λόγω αρχής παρέχεται σε κάθε πρόσωπο στο οποίο ένα όργανο της Ένωσης δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Αποτελούν διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν τέτοιες προσδοκίες οι ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες πληροφορίες που προέρχονται από έγκριτες και αξιόπιστες πηγές, όποια και αν είναι η μορφή υπό την οποία γνωστοποιούνται. Αντιθέτως, ουδείς μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής αυτής, αν η διοίκηση δεν του έχει δώσει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις (110).

129. Φρονώ ότι δεν υφίστανται εν προκειμένω αποδεικτικά στοιχεία περί παροχής τέτοιων διαβεβαιώσεων.

130. Πρώτον, δεν έχουν προσκομισθεί αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχουν παράσχει οποιασδήποτε μορφής διαβεβαιώσεις σχετικά με την ταξινόμηση των όπλων οι οποίες θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα δεν θα επαναχαρακτηρίζονταν ως απαγορευμένα όπλα. Αντιθέτως, από το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 2017/853 συνάγεται το αντίθετο συμπέρασμα. Το ζήτημα της ταξινομήσεως των πυροβόλων όπλων αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως για αρκετό χρονικό διάστημα, και ιδιαιτέρως λεπτομερώς, πριν από τη θέσπιση της οδηγίας 2017/853 (111).

131. Δεύτερον, το άρθρο 7, παράγραφος 4α, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της οδηγίας 91/477, όπως έχει τροποποιηθεί. Η τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνει ορισμένες εξαιρέσεις από την απαγόρευση των πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α (112). Το άρθρο 7, παράγραφος 4α, προβλέπει μια περαιτέρω πιθανή εξαίρεση. Επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβεβαιώνουν, να ανανεώνουν ή να παρατείνουν τις άδειες για ημιαυτόματα όπλα που ανήκαν προγενέστερα στην κατηγορία Β (πριν από την τροποποίηση). Ως εκ τούτου, το άρθρο 7, παράγραφος 4α, αμβλύνει τα αποτελέσματα της απαγορεύσεως που απορρέουν από την αλλαγή κατηγορίας, επιτρέποντας στους ενδιαφερόμενους να συνεχίσουν, υπό κατάλληλη εποπτεία, να κατέχουν τα όπλα αυτά. Στο σημείο ακριβώς αυτό εντοπίζεται, κατά την άποψή μου, η αντίθεση με τη θέσπιση παράνομων αναδρομικών αποτελεσμάτων. Συμπληρώνω επίσης ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4α, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, διάταξη ενδοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι η μεταφορά του άρθρου 7, παράγραφος 4α, στο εσωτερικό του δίκαιο ενδέχεται να αποβεί ιδιαίτερα απαιτητική λόγω των υφιστάμενων εθνικών κανόνων, δεν υπέχει υποχρέωση να επιτρέψει στους κατόχους των όπλων που έχουν πλέον τεθεί υπό απαγόρευση να επωφεληθούν από την εξαίρεση αυτή.

132. Τρίτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει, κατά πάγια νομολογία, ότι το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά γενικό τρόπο, την εφαρμογή του νέου κανόνα στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος ισχύος παλαιότερων κανόνων (113).

133. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως: η ίση μεταχείριση

134. Με τον τελευταίο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει, η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η οδηγία 2017/853 είναι ανίσχυρη, επειδή παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στο γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 91/477 (όπως έχει τροποποιηθεί) προβλέπει ειδική εξαίρεση από την απαγόρευση της χρήσεως πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α για την Ελβετία.

135. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη.

136. Συντάσσομαι με την άποψη του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

137. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (114).

138. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, ο νομοθέτης της Ένωσης οφείλει, στις πράξεις που εκδίδει, να σέβεται την ισότητα των κρατών μελών και την εθνική τους ταυτότητα. Κατά την άποψή μου, αυτό ακριβώς επεδίωξε να επιτύχει ο νομοθέτης με την «ελβετική παρέκκλιση».

139. Το άρθρο 6, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2017/853, θέτει το πλαίσιο για μια γενική εξαίρεση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, από την απαγόρευση αποκτήσεως και κατοχής πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α τα οποία ταξινομούνται στα σημεία 6 ή 7 (115). Το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, περιέχει απλώς ειδική πρόβλεψη για μια χώρα η οποία διαθέτει επί σειρά ετών στρατό εφέδρων με βάση τη γενική στράτευση. Δεν αμφισβητείται ότι μόνον η Ελβετία πληροί την προϋπόθεση αυτή. Σκοπός της εξαιρέσεως είναι να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος είναι σε θέση να εντοπίζει και να παρακολουθεί τους ενδιαφερομένους (καθώς και τα όπλα), για λόγους διασφαλίσεως της δημόσιας ασφάλειας και προστασίας.

140. Η κατάσταση του κάθε επιμέρους κράτους μέλους είναι ιδιαίτερη. Διαφοροποιείται ανάλογα με την κουλτούρα και τις παραδόσεις. Επομένως, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η κατάσταση όλων των κρατών μελών, καθώς και των τεσσάρων κρατών Σένγκεν (στα οποία ανήκει η Ελβετία), είναι αυτομάτως πλήρως συγκρίσιμη από κάθε άποψη. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεν ενέχει διακρίσεις.

141. Συνάγω το συμπέρασμα ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος και προτείνω στο Δικαστήριο να τον απορρίψει.

 Πρόταση

142. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 1, και του άρθρου 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που αφορούν την κατανομή των δικαστικών εξόδων, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή της Τσεχικής Δημοκρατίας·

–        να καταδικάσει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά της έξοδα και σε εκείνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

–        να καταδικάσει τη Γαλλική, την Ουγγρική και την Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά τους έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 2015 σημειώθηκαν τρία διαφορετικά περιστατικά πυροβολισμών στην Κοπεγχάγη της Δανίας. Σκοτώθηκαν δύο άτομα και ο δράστης, ενώ τραυματίσθηκαν πέντε αστυνομικοί. Στις 13 Νοεμβρίου 2015 120 άτομα έχασαν τη ζωή τους σε μια σειρά συντονισμένων τρομοκρατικών επιθέσεων που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι της Γαλλίας.


3      COM(2015) 750 τελικό. Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων, της 18ης Νοεμβρίου 2015 [στο εξής: COM(2015) 750].


4      Οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ 1991, L 256, σ. 51), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 (ΕΕ 2008, L 179, σ. 5).


5      Παράλληλα, την ίδια ημερομηνία, η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 278 ΣΛΕΕ, με την οποία ζητούσε την αναστολή της εφαρμογής της οδηγίας 2017/853. Η αίτηση αυτή απερρίφθη με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Τσεχική Δημοκρατία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑482/17 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:119).


6      Οδηγία σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (ΕΕ 2017, L 137, σ. 22).


7      ΕΕ 2010, C 83, σ. 391.


8      Το προοίμιο της οδηγίας 2008/51 περιλαμβάνει επίσης ρητή μνεία (στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3) στην οδηγία 91/477, η οποία τροποποιήθηκε μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπογράψει το πρωτόκολλο σχετικά με την καταπολέμηση της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, των εξαρτημάτων τους, των μερών τους και των πυρομαχικών, σύμφωνα με την απόφαση 2001/748/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Οκτωβρίου 2001 (ΕΕ 2001, L 280, σ. 5), στο εξής: πρωτόκολλο του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων· βλ. άρθρο 1 της οδηγίας 2008/51 και υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.


9      Πρώτη έως τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477.


10      Πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477.


11      Οι διατάξεις αυτές είναι κατά κύριο λόγο οι εξής: άρθρο 4 (διατάξεις για την κυκλοφορία των πυροβόλων όπλων στην αγορά), άρθρο 5 (διατάξεις για τη χορήγηση άδειας απόκτησης και κατοχής πυροβόλων όπλων), άρθρο 6 (απαγόρευση της απόκτησης και κατοχής πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Α), άρθρο 7 (κανόνες για την απόκτηση πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Β) και άρθρο 8 (κανόνες για την κατοχή πυροβόλων όπλων της κατηγορίας Γ). Τα πυροβόλα όπλα της κατηγορίας Δ μνημονεύονται στο άρθρο 4, παράγραφος 5 (ως είχε προτού τροποποιηθεί με την οδηγία 2017/853: βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων), το οποίο ορίζει ότι, από τις 28 Ιουλίου 2010, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ κατάλληλα μέτρα ιχνηλάτησης, τα οποία τους παρέχουν ανά πάσα στιγμή δυνατότητα σύνδεσης των προϊόντων αυτών με τους ιδιοκτήτες τους.


12      Άρθρο 2, παράγραφος 1.


13      Άρθρο 2, παράγραφος 2.


14      Αιτιολογική σκέψη 1.


15      Αιτιολογική σκέψη 2· βλ., επίσης, υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.


16      Αιτιολογική σκέψη 6.


17      Αιτιολογική σκέψη 9.


18      Αιτιολογική σκέψη 15.


19      Αιτιολογική σκέψη 20.


20      Αιτιολογική σκέψη 21.


21      Αιτιολογική σκέψη 23.


22      Αιτιολογική σκέψη 31.


23      Αιτιολογική σκέψη 36· βλ., περαιτέρω, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, που εμπίπτει στους τομείς που μνημονεύονται στο άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 1999, L 176, σ. 31), σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 53, σ. 1). Το Λιχτενστάιν, η Ισλανδία και η Νορβηγία συμμετέχουν επίσης (μαζί με την Ελβετία) στο κεκτημένο του Σένγκεν δυνάμει διμερών συμφωνιών με την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: τέσσερα κράτη του Σένγκεν).


24      Στις παρούσες προτάσεις, αναφέρομαι στο άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, ως «ελβετική παρέκκλιση».


25      Βλ. υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.


26      Βλ., περαιτέρω, άρθρο 1, παράγραφος 15, και τροποποιηθέν άρθρο 13α, καθώς και προστεθέν άρθρο 13β.


27      Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2403 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κατευθυντήριων γραμμών για τα πρότυπα και τις τεχνικές απενεργοποίησης, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα καθίστανται αμετάκλητα ακατάλληλα για χρήση (ΕΕ 2015, L 333, σ. 62).


28      ΕΕ 2016, L 123, σ. 1 (στο εξής: διοργανική συμφωνία).


29      Αιτιολογική σκέψη 1.


30      Αιτιολογική σκέψη 3.


31      Σημεία 1 και 2 αντιστοίχως.


32      Οι αντίστοιχοι ρόλοι των τριών θεσμικών οργάνων της Ένωσης (του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής) παρατίθενται στα σημεία 13 έως 17.


33      Πρβλ. νομολογία του Δικαστηρίου για τα προϊόντα καπνού και τη διαφήμιση των προϊόντων αυτών. Στην απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 2000, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-376/98, EU:C:2000:544, σκέψη 82), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης· επίσης έκρινε ότι την εσωτερική αγορά χαρακτηρίζει η εξάλειψη όλων των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των παραγόντων αυτών μεταξύ των κρατών μελών.


34      Βλ. υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.


35      Βλ., περαιτέρω, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2018, Buhagiar κ.λπ. (C-267/16, EU:C:2018:26, σκέψη 60).


36      Βλ. άρθρο 3 της οδηγίας 91/477 και σημείο 13 των παρουσών προτάσεων.


37      Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C-491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 66).


38      Απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ. (C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψεις 57 έως 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


39      Βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-380/03, EU:C:2006:772, σκέψεις 42 και 43), και της 4ης Μαΐου 2016, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-358/14, EU:C:2016:323, σκέψεις 37 και 38).


40      Η επονομαζόμενη «Νέα Προσέγγιση» αφορούσε περίπου είκοσι δύο μέτρα του δικαίου της Ένωσης που είχαν σκοπό να προαγάγουν την εσωτερική αγορά και να βελτιώσουν τις συνθήκες κυκλοφορίας ενός ευρέος φάσματος προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Κατ’ ουσίαν, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει νομοθεσία που καθορίζει τις βασικές απαιτήσεις όσον αφορά την ασφάλεια και άλλες πτυχές δημοσίου συμφέροντος, τις οποίες πρέπει να πληρούν τα προϊόντα που πωλούνται στην εσωτερική αγορά: βλ., επί παραδείγματι, COM(2003) 240 τελικό «Ενίσχυση της εφαρμογής των οδηγιών της νέας προσέγγισης». Οι οδηγίες αυτές εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής του «Νέου Νομοθετικού Πλαισίου», το οποίο διέπεται, μεταξύ άλλων, από την απόφαση 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 218, σ. 82).


41      Οδηγία 2009/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ 2009, L 170, σ. 1).


42      Οδηγία 2014/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί της διαθεσιμότητας στην αγορά και του ελέγχου των εκρηκτικών υλών εμπορικής χρήσης (ΕΕ 2014, L 96, σ. 1).


43      Κανονισμός (ΕΕ) 2016/425 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τα μέσα ατομικής προστασίας και για την κατάργηση της οδηγίας 89/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 81, σ. 51).


44      Απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ. (C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 61). Οι αρχές του δικαίου τις οποίες αφορά η παραπομπή αυτή είναι, μεταξύ άλλων, οι αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.


45      Βλ. υποσημείωση 38 των παρουσών προτάσεων.


46      Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000 (C-376/98, EU:C:2000:544).


47      Στην απόφασή του της 14ης Δεκεμβρίου 2004, Swedish Match (C-210/03, EU:C:2004:802), το Δικαστήριο υιοθέτησε διαφορετική προσέγγιση. Συγκεκριμένα, απέρριψε το επιχείρημα ότι η απαγόρευση κάθε καπνού που λαμβάνεται από το στόμα, συμπεριλαμβανομένου του «snus» (ενός είδους καπνού, δημοφιλούς στη Σουηδία, που τοποθετείται ανάμεσα στα ούλα και στα χείλη) δεν συνέβαλλε στην εσωτερική αγορά. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις που αφορούσαν τα εν λόγω προϊόντα καπνού αναπτύσσονταν σε διάφορες κατευθύνσεις οι οποίες δημιουργούσαν εμπόδια στο εμπόριο. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν κατ’ αρχήν νόμιμη η στήριξη στο άρθρο 95 ΕΚ (τον πρόδρομο του άρθρου 114 ΣΛΕΕ) ως νομική βάση (βλ. σκέψεις 37 έως 42).


48      Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-376/98, EU:C:2000:544, σκέψεις 99 έως 105).


49      Βλ. σημεία 18 έως 21 των παρουσών προτάσεων.


50      Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2018, Buhagiar κ.λπ. (C-267/16, EU:C:2018:26, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


51      Βλ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 2018, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-5/16, EU:C:2018:483, σκέψη 49).


52      Η Τσεχική Δημοκρατία παραπέμπει σε διάφορα κείμενα που καταρτίσθηκαν πριν από την έκδοση της οδηγίας 2017/853 και που αναφέρουν ως σκοπούς την πρόληψη της εγκληματικότητας και την ασφάλεια. Σε αυτά συγκαταλέγονται η έκθεση «Αξιολόγηση της οδηγίας για τα πυροβόλα όπλα», η οποία εκπονήθηκε για την Επιτροπή από την Technopolis, με ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 2014, και η πρόταση COM(2015) 750 τελικό της Επιτροπής.


53      Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑164/98 P, EU:C:2000:48, σκέψη 26).


54      Διάφορες εκθέσεις έχουν εκπονηθεί, όπως μεταξύ άλλων η COM(2013) 716 τελικό, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Πυροβόλα όπλα και εσωτερική ασφάλεια της ΕΕ: προστασία των πολιτών και παρεμπόδιση της παράνομης διακίνησης, της 21ης Οκτωβρίου 2013· η «Study to support an Impact Assessment on a possible initiative related to improving rules on deactivation, destruction and marking procedures of firearms in the EU as well as alarm weapons and replicas» [έκθεση που εκπονήθηκε για τους σκοπούς της εκτίμησης των επιπτώσεων μιας πιθανής πρωτοβουλίας για τη βελτίωση των κανόνων που διέπουν τις διαδικασίες απενεργοποίησης, καταστροφής και σήμανσης των πυροβόλων όπλων στην Ένωση, καθώς και των όπλων που χρησιμοποιούνται για να δίνουν σήμα συναγερμού και των αντιγράφων όπλων], του Ιουνίου 2014, που εκπονήθηκε για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή· και η COM(2015) 751 τελικό, Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «Αξιολόγηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2008/51/ΕΚ της 21ης Μαΐου 2008, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων» [στο εξής: COM(2015) 751], της 18ης Νοεμβρίου 2015.


55      Βλ. αντιστοίχως άρθρο 1, παράγραφοι 1, 6, 8, 9, 10 και 11, της οδηγίας 2017/853.


56      Άρθρο 4, παράγραφος 2α, της οδηγίας 91/477, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2017/853.


57      Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνονται οι εξής: η επιβεβαίωση ότι αξιολογήθηκε η ιατρική και ψυχολογική κατάσταση του ενδιαφερομένου σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477· η απόδειξη συμμετοχής σε αγώνες σκοποβολής αναγνωρισμένους από επίσημα αναγνωρισμένη αθλητική οργάνωση· και η επιβεβαίωση ότι ο σκοπευτής είναι μέλος λέσχης σκοποβολής, ότι ασκείται τακτικά στη σκοποβολή εδώ και τουλάχιστον 12 μήνες και ότι το οικείο πυροβόλο όπλο πληροί τις απαραίτητες προδιαγραφές.


58      Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.


59      Άλλες διατάξεις της οδηγίας 2017/853 επιφέρουν τυπικού χαρακτήρα τροποποιήσεις. Συγκεκριμένα, επί παραδείγματι, παρέχεται στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων (άρθρο 1, παράγραφος 14) και η λέξη «Κοινότητα» αντικαθίσταται από τη λέξη «Ένωση» (άρθρο 1, παράγραφος 17).


60      Βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.


61      Απόφαση της 8ης Απριλίου 2014, Digital Rights Ireland κ.λπ. (C-293/12 και C-594/12, EU:C:2014:238, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


62      Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2018, Buhagiar κ.λπ. (C-267/16, EU:C:2018:26, σκέψη 54).


63      Βλ. σημεία 60 και 61 των παρουσών προτάσεων.


64      Βλ. Λευκή Βίβλο για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, της 14ης Ιουνίου 1985 [COM(85) 310, σημεία 10 επ.].


65      COM(2015) 185 τελικό, «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια», της 28ης Απριλίου 2015.


66      Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1), επιτρέπει στα κράτη μέλη να επαναφέρουν προσωρινά τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια. Καίτοι τούτο δεν επισημαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2017/853, εντούτοις είναι επίσης πιθανό να γνώριζε ο νομοθέτης της Ένωσης ότι ορισμένα κράτη μέλη (η Γαλλία και η Μάλτα) είχαν επαναφέρει τους συνοριακούς ελέγχους, το 2015, με την αιτιολογία ότι υπήρχε απειλή για την εσωτερική ασφάλεια λόγω του κινδύνου περαιτέρω τρομοκρατικών επιθέσεων στην περίπτωση της Γαλλίας ή, όσον αφορά τη Μάλτα, λόγω της απειλής τελέσεως τέτοιων πράξεων [βλ. «Member States’ notifications of the temporary reintroduction of border control at internal borders pursuant to Article 25 et seq. of the Schengen Borders Code» (κοινοποιήσεις των κρατών μελών σχετικά με την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σύμφωνα με τα άρθρα 25 επ. του κώδικα συνόρων του Σένγκεν), σημεία 54 και 48).]


67      Βλ. σημείο 11 των παρουσών προτάσεων, καθώς και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477 και άρθρο 1, παράγραφος 14, της οδηγίας 2017/853.


68      Βλ. Λευκή Βίβλο για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, της 14ης Ιουνίου 1985 [COM(85) 310, σημεία 57 έως 59].


69      Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2017/853, με το οποίο εισήχθη μια νέα διάταξη, το άρθρο 5β, στην οδηγία 91/477.


70      Βλ. σημείο 62 των παρουσών προτάσεων.


71      Βλ. κοινό πρακτικό οδηγό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τα πρόσωπα που συμβάλλουν στη σύνταξη των νομοθετικών κειμένων στο πλαίσιο των κοινοτικών οργάνων, ιδίως σημείο 18.2.


72      Βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Ιρλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑301/06, EU:C:2009:68, σκέψεις 65 έως 72).


73      Βλ. σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.


74      Απόφαση της 8ης Ιουνίου 2010, Vodafone κ.λπ. (C-58/08, EU:C:2010:321, σκέψεις 51 και 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


75      Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2018, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-5/16, EU:C:2018:483, σκέψη 150).


76      Απόφαση της 8ης Ιουνίου 2010, Vodafone κ.λπ. (C-58/08, EU:C:2010:321, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


77      Βλ. σημεία 75 και 76 των παρουσών προτάσεων.


78      COM(2015) 750, σ 2.


79      Βλ., επί παραδείγματι, διοργανική συμφωνία, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (ΕΕ 2013, C 373, σ. 1).


80      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-25/94, EU:C:1996:114, σκέψη 49). Σχετικά με τις περιπτώσεις που οι συμφωνίες διοργανικής συνεργασίας μπορεί να μην είναι δεσμευτικές, βλ. προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις VG Wort (C-457/11 έως C-460/11, EU:C:2013:34, σημείο 32) όσον αφορά τη διοργανική συμφωνία για τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ποιότητα της διατυπώσεως της κοινοτικής νομοθεσίας (της 22ας Δεκεμβρίου 1998, ΕΕ 1999, C 73, σ. 1).


81      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 και σημεία 1 και 2, που παρατίθενται στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων.


82      Η διοργανική συμφωνία του 2016 αντικατέστησε την προϊσχύσασα συμφωνία του 2003 και τη διοργανική συμφωνία για την εκτίμηση επιπτώσεων του 2005. Η τελευταία ομοίως δεν είχε διατυπωθεί με όρους που εκφράζουν υποχρέωση.


83      Βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokkot στην υπόθεση Pillbox 38 (C‑477/14, EU:C:2015:854, σημείο 72).


84      Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2018, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C-5/16, EU:C:2018:483, σκέψη 159).


85      Σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως εκτιμήσεως επιπτώσεων, τα θεσμικά όργανα προφανώς δεν έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν τέτοιο έγγραφο, ώστε να λειτουργήσει ως βάση για την αξιολόγηση της προσβαλλόμενης πράξεως από το Δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στο σημείο 18 της διοργανικής συμφωνίας.


86      COM(2015) 750, σ. 7. Η σημασία της πραγματοποιήσεως εκτιμήσεως επιπτώσεων επισημαίνεται ρητώς στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πρόταση της Επιτροπής: ο εισηγητής της έκθεσης αυτής εκφράζει τη λύπη του για τη μη πραγματοποίηση εκτιμήσεως επιπτώσεων και εκθέτει (συμπληρώνω, κατά την εκτίμησή μου, απολύτως εύλογα) ότι, αν το Κοινοβούλιο είχε στη διάθεσή του τέτοια εκτίμηση, το έργο του θα είχε διευκολυνθεί.


87      Βλ., επί παραδείγματι, COM(2015) 750, σ. 5.


88      Βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων.


89      Βλ., επί παραδείγματι, COM(2015) 751 και έκθεση «Αξιολόγηση της οδηγίας για τα πυροβόλα όπλα», η οποία εκπονήθηκε για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την Technopolis, με ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 2014, η οποία μνημονεύεται στην υποσημείωση 52 των παρουσών προτάσεων.


90      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1, 2 και 9.


91      Βλ. COM(2015) 751, ιδίως σημεία 20, 27 και 34.


92      Απόφαση της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ. (C-258/14, EU:C:2017:448, σκέψεις 49 έως 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το δικαίωμα ιδιοκτησίας κατ’ άρθρον 17 του Χάρτη αντιστοιχεί στο δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


93      Βλ. σημεία 106 επ. των παρουσών προτάσεων.


94      Βλ. σημεία 18, 19, 20 και 23 των παρουσών προτάσεων.


95      Βλ. διοργανικό φάκελο 2015/0269 (COD), της 8ης Ιουνίου 2017, 9841/16.


96      Βλ. COM(751) 2015, σ. 11 και 13.


97      Βλ. σημείο 17 και υποσημείωση 23 των παρουσών προτάσεων.


98      Βλ. διοργανικό φάκελο 2015/0269 (COD), της 8ης Ιουνίου 2017, 9841/16.


99      Βλ. διοργανικό φάκελο 2015/0269 (COD), της 8ης Ιουνίου 2017, 9841/16.


100      Βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.


101      Βλ. COM(2015) 751, σ. 13.


102      Βλ. διοργανικό φάκελο 2015/0269 (COD), της 8ης Ιουνίου 2017, 9841/16, βλ. περαιτέρω COM(2012) 415, έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «Πιθανά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα από τη μείωση των κατηγοριών πυροβόλων όπλων σε δύο (απαγορευμένων ή επιτρεπόμενων), με σκοπό την καλύτερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα, μέσω ενδεχόμενης απλούστευσης», της 26ης Ιουλίου 2012 [στο εξής: COM(2012) 415].


103      Βλ. COM(2015) 751, σημείο 22· βλ., περαιτέρω, παρατηρήσεις του εισηγητή της εκθέσεως A8‑0251/2016 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 2ας Αυγούστου 2016, σ. 65.


104      Βλ. COM(2015) 751, σημεία 28 και 30.


105      Αναφέρομαι στα εν λόγω άρθρα της οδηγίας 2017/853 ως «οι επίμαχες διατάξεις», βλ. σημεία 19, 20 και 24.


106      Απόφαση της 5ης Μαΐου 2015, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-147/13, EU:C:2015:299, σκέψη 79).


107      Βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


108      Το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεν εφαρμόζεται εάν στον ενδιαφερόμενο είχε χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 6 ή άδεια που έχει επιβεβαιωθεί, ανανεωθεί ή παραταθεί δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4α, της οδηγίας 91/477, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2017/853.


109      Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle (C-545/11, EU:C:2013:169, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


110      Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle (C-545/11, EU:C:2013:169, σκέψεις 24 και 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


111      Βλ. COM(2012) 415.


112      Βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων, ιδίως όσον αφορά τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 6, εξαιρέσεις.


113      Αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2002, Duchon (C-290/00, EU:C:2002:234, σκέψη 21), και της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (C-334/07 P, EU:C:2008:709, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


114      Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ. (C-127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 23).


115      Βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.