Language of document : ECLI:EU:C:2019:306

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 11ης Απριλίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δίκαιο επιχειρήσεων – Καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές – Οδηγία 2011/7/ΕΕ – Άρθρο 6 – Αποζημίωση για τα έξοδα εισπράξεως – Καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού και εύλογης αποζημιώσεως –Αφαίρεση του κατ’ αποκοπήν ποσού από τις δαπάνες που καταβλήθηκαν για τη χρήση των υπηρεσιών δικηγόρου πριν από την άσκηση αγωγής»

Στην υπόθεση C‑131/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Φεβρουαρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Vanessa Gambietz

κατά

Erika Ziegler,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και M. Ilešič, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ 2011, L 48, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς σχετικά με την είσπραξη απαιτήσεως, μεταξύ της πιστώτριας Vanessa Gambietz και της οφειλέτριας Erika Ziegler.

 Το νομικό πλαίσιο

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 19 και 20 της οδηγίας 2011/7 έχουν ως εξής:

«(19)            Είναι αναγκαία η ικανή αποζημίωση των πιστωτών για τα έξοδα είσπραξης που οφείλονται στις καθυστερήσεις πληρωμών, ώστε να αποτρέπονται τέτοιου είδους καθυστερήσεις. Τα έξοδα είσπραξης θα πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνουν την είσπραξη του διοικητικού κόστους και την αποζημίωση για το εσωτερικό κόστος που οφείλεται στην καθυστέρηση της πληρωμής για την οποία η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίσει ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό το οποίο θα μπορεί να αθροίζεται με τον τόκο υπερημερίας. Η αντιστάθμιση σε μορφή κατ’ αποκοπήν ποσού θα πρέπει να αποσκοπεί στον περιορισμό του διοικητικού και του εσωτερικού κόστους που συνεπάγεται η είσπραξη. Η αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης θα πρέπει να καθορίζεται με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων, σύμφωνα με τις οποίες το εθνικό δικαστήριο μπορεί να χορηγεί στον πιστωτή αποζημίωση για κάθε πρόσθετη ζημία που συνδέεται με την καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη.

(20)      Εκτός από την απαίτηση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού για τα έξοδα είσπραξης, οι πιστωτές θα πρέπει να έχουν και δικαίωμα αποζημίωσης για τα άλλα έξοδα είσπραξης που προκύπτουν εξαιτίας της υπερημερίας του οφειλέτη. Στα εν λόγω έξοδα θα πρέπει να συγκαταλέγονται ιδίως αυτά που προέκυψαν για τους πιστωτές εξαιτίας της χρήσης δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών.»

4        Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εφόσον καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 3 ή το 4, ο πιστωτής δικαιούται να λάβει από τον οφειλέτη τουλάχιστον το σταθερό ποσό των 40 ευρώ.

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το κατά την παράγραφο 1 κατ’ αποκοπήν ποσό είναι απαιτητό χωρίς να απαιτείται όχληση και ως αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης του πιστωτή.

3.      Ο πιστωτής δικαιούται, επιπλέον του κατά την παράγραφο 1 κατ’ αποκοπήν ποσού, να ζητήσει από τον οφειλέτη εύλογη αποζημίωση για οποιαδήποτε σχετικά υπολειπόμενα έξοδα είσπραξης πάνω από το κατ’ αποκοπήν ποσό, που οφείλονται στην καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη. Τούτο θα μπορούσε να περιλαμβάνει δαπάνες που οφείλονται, μεταξύ άλλων, στη χρήση δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

5        Η V. Gambietz ζήτησε να υποχρεωθεί η οφειλέτριά της E. Ziegler να καταβάλει την κύρια απαίτηση και τους οφειλόμενους τόκους, καθώς και επιπλέον ποσό ύψους 112 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί, αφενός, στο κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 288, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, του Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα, στο εξής: BGB), και, αφετέρου, σε δικηγορική αμοιβή ύψους 72 ευρώ.

6        Καθόσον το Amtsgericht Eilenburg (ειρηνοδικείο, Γερμανία) δέχθηκε το αίτημα αυτό, εκτός από το μέρος που αφορούσε το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Landgericht Leipzig (πρωτοδικείο Λειψίας, Γερμανία). Το δικαστήριο αυτό απέρριψε την έφεση κρίνοντας ότι το κατ’ αποκοπήν ποσό έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 5, τρίτη περίοδος, του BGB, να συμψηφιστεί στη δικηγορική αμοιβή που αφορούσε την περίοδο πριν από την άσκηση της αγωγής.

7        Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης άσκησε, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, αναίρεση [Revision] κατά της αποφάσεως αυτής.

8        Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, πρώτον, ότι το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ που οφείλεται στην αναιρεσείουσα δυνάμει του άρθρου 288, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, του BGB πρέπει να συνυπολογισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 5, τρίτη περίοδος, του BGB στη δικηγορική αμοιβή των 72 ευρώ που κατέβαλε η αναιρεσείουσα κατά το στάδιο πριν από την άσκηση της αγωγής, για την προάσπιση των δικαιωμάτων της.

9        Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται όμως, δεύτερον, κατά πόσον η ερμηνεία αυτή του άρθρου 288 του BGB συνάδει με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7.

10      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο κλίνει προς την άποψη ότι και η εν λόγω διάταξη προβλέπει τέτοιο συμψηφισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού. Εντούτοις, σημειώνει ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 19 και 20 της οδηγίας 2011/7 θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αντίθετη ερμηνεία. Ομοίως, υπάρχει το ενδεχόμενο, σε περίπτωση συνυπολογισμού του κατ’ αποκοπήν ποσού στη δικηγορική αμοιβή που καταβλήθηκε για την είσπραξη της απαιτήσεως, να απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό ή πλήρως το εν λόγω ποσό, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να μπορεί τελικά ο πιστωτής να διεκδικήσει μόνον ποσό ίσο προς τη δικηγορική αμοιβή που κατέβαλε κατά το στάδιο πριν από την άσκηση της αγωγής.

11      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2011/7] την έννοια ότι το κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ πρέπει να συμψηφίζεται με τα εξωτερικά έξοδα για νομικές πράξεις, διενεργηθείσες με σκοπό την είσπραξη απαιτήσεως, τα οποία προέκυψαν από τη χρήση των υπηρεσιών δικηγόρου πριν από την άσκηση της αγωγής λόγω της καθυστερήσεως του οφειλέτη να προβεί σε πληρωμή και για τα οποία επομένως πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

12      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να αφαιρείται από την εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ που αναγνωρίζεται στον πιστωτή, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

13      Βάσει του άρθρου 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.

14      Η ανωτέρω διάταξη πρέπει να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής.

15      Σκοπός του άρθρου 6 της οδηγίας 2011/7 είναι να διασφαλίσει την αποζημίωση του πιστωτή για τα έξοδα εισπράξεως στα οποία υποβλήθηκε, όταν είναι απαιτητοί τόκοι υπερημερίας δυνάμει της οδηγίας αυτής. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει την καταβολή στον πιστωτή κατ’ αποκοπήν ποσού 40 ευρώ. Κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, ο πιστωτής δικαιούται, περαιτέρω, εύλογη αποζημίωση για όλα τα λοιπά έξοδα εισπράξεως επιπλέον του εν λόγω κατ’ αποκοπήν ποσού.

16      Προκύπτει, επομένως, από το γράμμα καθεαυτό του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7 ότι η εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή αφορά όλα τα λοιπά έξοδα εισπράξεως που δεν καλύπτονται από το κατ’ αποκοπήν ποσό το οποίο χορηγείται στον πιστωτή δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.

17      Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, στις σκέψεις 22 έως 24 της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Česká pojišťovna (C‑287/17, EU:C:2018:707), ότι, χρησιμοποιώντας στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7 τη φράση «πάνω από το κατ’ αποκοπήν ποσό», ο νομοθέτης της Ένωσης ήθελε να υπογραμμίσει ότι μπορεί, συνεπώς, να καταβληθεί εύλογη αποζημίωση και για κάθε είδους έξοδα εισπράξεως που υπερβαίνουν το ποσό των 40 ευρώ.

18      Ως εκ τούτου, από το γράμμα καθεαυτό της επίμαχης διατάξεως προκύπτει ότι η εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται σε αυτήν αφορά το σύνολο των εξόδων, οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν καλύπτονται ήδη από το ποσό των 40 ευρώ που χορηγείται κατ’ αποκοπήν δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/7.

19      Μια τέτοια ερμηνεία επιρρωννύεται από τον επιδιωκόμενο με την οδηγία 2011/7 σκοπό.

20      Ο σκοπός της οδηγίας αυτής έγκειται, συγκεκριμένα, στην καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, οι δε καθυστερήσεις αυτές αποτελούν, κατά την αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας, παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως η οποία έχει γίνει οικονομικά ελκυστική για τους οφειλέτες λόγω ιδίως των χαμηλών ή των ανύπαρκτων τόκων υπερημερίας που επιβάλλονται λόγω καθυστερήσεως πληρωμής (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2017, IOS Finance EFC, C‑555/14, EU:C:2017:121, σκέψη 24, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Česká pojišťovna, C‑287/17, EU:C:2018:707, σκέψη 25).

21      Επομένως, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στην αποτελεσματική προστασία του πιστωτή έναντι των καθυστερήσεων πληρωμών. Μια τέτοιου είδους προστασία σημαίνει ότι παρέχει στον εν λόγω πιστωτή την κατά το δυνατόν πληρέστερη αποζημίωση για τα έξοδα εισπράξεως στα οποία υποβλήθηκε ώστε να αποθαρρύνει τέτοιες καθυστερήσεις πληρωμών (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Česká pojišťovna, C‑287/17, EU:C:2018:707, σκέψη 26).

22      Εντούτοις, καθόσον η αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7 πρέπει να είναι εύλογη, η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να καλύπτει ούτε το μέρος των εν λόγω εξόδων που έχει ήδη καλυφθεί από το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ ούτε έξοδα τα οποία θεωρούνται υπερβολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Česká pojišťovna, C‑287/17, EU:C:2018:707, σκέψη 30).

23      Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι η εύλογη αποζημίωση δεν δύναται να καλύπτει το μέρος των εξόδων που έχει ήδη καλυφθεί από το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ δεν είναι ικανό να θίξει τον αποτρεπτικό σκοπό της αποζημιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2011/7. Πράγματι, το άρθρο αυτό παρέχει, σε κάθε περίπτωση, στον πιστωτή το δικαίωμα να λάβει, πέραν του κατ’ αποκοπήν ποσού των 40 ευρώ που δικαιούται αυτομάτως, εύλογη αποζημίωση για το υπολειπόμενο μέρος των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε, χωρίς όμως να παρέχεται εις διπλούν αποζημίωση για τα ίδια έξοδα εισπράξεως.

24      Επομένως, τόσο από το γράμμα του άρθρου 6 της οδηγίας 2011/7 όσο και από τον σκοπό της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 για τα έξοδα εισπράξεως στα οποία υποβλήθηκε ο πιστωτής πρέπει να υπολογίζεται αφού αφαιρεθούν από το ποσό των εξόδων αυτών τα έξοδα εισπράξεως που έχουν ήδη καλυφθεί από τα 40 ευρώ που χορηγήθηκαν κατ’ αποκοπήν στον πιστωτή, δυνάμει της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου.

25      Συνεπώς, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να χορηγήσουν στον πιστωτή εύλογη αποζημίωση, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό ποσό των εξόδων εισπράξεως στα οποία υποβλήθηκε ο πιστωτής και τα οποία κρίνονται εύλογα από τα δικαστήρια αυτά υπερβαίνει τα 40 ευρώ, αφού δε προηγουμένως αφαιρεθεί το χορηγηθέν ήδη κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ.

26      Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να κλονιστεί από τις αιτιολογικές σκέψεις 19 και 20 της οδηγίας 2011/7.

27      Πράγματι, δεν μπορεί να συναχθεί από τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις ότι για τα «εσωτερικά» έξοδα εισπράξεως καταβάλλεται ως αποζημίωση μόνο το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ, ενώ για τα άλλα έξοδα εισπράξεως καταβάλλεται αυτοτελής αποζημίωση, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7 (πρβλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Česká pojišťovna, C‑287/17, EU:C:2018:707, σκέψεις 34 έως 37).

28      Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, το προοίμιο μιας πράξεως του δικαίου της Ένωσης δεν είναι νομικώς δεσμευτικό και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση ούτε για παρέκκλιση από τις διατάξεις της οικείας πράξεως ούτε για την ερμηνεία των διατάξεων αυτών κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς το γράμμα τους (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Česká pojišťovna, C‑287/17, EU:C:2018:707, σκέψη 33). Όπως δε επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/7 ουδόλως διακρίνει μεταξύ των εσωτερικών εξόδων και των άλλων εξόδων εισπράξεως.

29      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να αφαιρείται από την εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ που αναγνωρίζεται στον πιστωτή, δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

 Επί των δικαστικών εξόδων

30      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να αφαιρείται από την εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή το κατ’ αποκοπήν ποσό των 40 ευρώ που αναγνωρίζεται στον πιστωτή, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.