Language of document : ECLI:EU:C:2019:338

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 30ής Απριλίου 2019(1)

Υπόθεση C-509/18

Minister for Justice and Equality

κατά

PF

[αίτηση του Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Έννοια του όρου “δικαστική αρχή” – Εισαγγελική αρχή – Aνεξαρτησία έναντι της εκτελεστικής εξουσίας»






1.        Αυθημερόν αναπτύσσω και τις προτάσεις μου επί των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C-508/18 και C-82/19 PPU (2), των οποίων τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν υποβάλει το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία) και το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία), αντίστοιχα. Σε αμφότερες τις υποθέσεις τίθεται το ερώτημα αν η γερμανική εισαγγελική αρχή συνιστά «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ (3).

2.        Με τις ως άνω προτάσεις προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα αιτούντα δικαστήρια ότι η γερμανική εισαγγελική αρχή δεν συνιστά «δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος» κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου.

3.        Στην παρούσα υπόθεση C-509/18, την οποία επίσης διαβίβασε το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία), το ερώτημα αφορά τη δυνατότητα της γενικής εισαγγελίας της Λιθουανίας να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ). Σε συμφωνία με τις ως άνω προτάσεις, θα επαναλάβω την ίδια πρόταση όσον αφορά τη γενική εισαγγελία της Λιθουανίας, μολονότι αυτή είναι ανεξάρτητη έναντι της εκτελεστικής εξουσίας (σε αντίθεση προς τη γερμανική εισαγγελική αρχή).

I.      Το νομοθετικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

4.        Παραπέμπω στο κείμενο της πέμπτης, της έκτης και της δέκατης αιτιολογικής σκέψης όπως επίσης και των άρθρων 1 και 6 της αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο διαλαμβάνεται στις προτάσεις επί των υποθέσεων C-508/18 και C-82/19 PPU.

2.      Το εθνικό δίκαιο

5.        Κατά το άρθρο 109 του λιθουανικού Συντάγματος η δικαιοσύνη απονέμεται αποκλειστικώς από τα δικαστήρια.

6.        Κατά το άρθρο 118 του λιθουανικού Συντάγματος, η εισαγγελική αρχή οργανώνει και διευθύνει τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων και διασφαλίζει τη δίωξη αδικημάτων. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της η εισαγγελική αρχή είναι ανεξάρτητη από τους εκπροσώπους όλων των εξουσιών (νομοθετικής, εκτελεστικής ή δικαστικής) και από κάθε πολιτική πίεση ή επιρροή και υπόκειται αποκλειστικώς και μόνο στον νόμο.

7.        Κατά το άρθρο 3 του Lietuvos Respublikos prokuratūros įstatymas (νόμου περί της εισαγγελικής αρχής της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) (4), η εισαγγελική αρχή αποφαίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο και κυρίαρχο, σύμφωνα με τον νόμο και την αρχή του εύλογου χαρακτήρα, σεβόμενη τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων, τηρώντας το τεκμήριο της αθωότητας και την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου.

II.    Ιστορικό της διαφοράς και προδικαστικό ερώτημα

8.        Στις 18 Απριλίου 2014 η γενική εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας (στο εξής: γενική εισαγγελία) εξέδωσε ΕΕΣ ζητώντας την παράδοση του P.F. με σκοπό την κατ’ αυτού άσκηση διώξεως για το αδίκημα της ένοπλης κλοπής που φέρεται τελεσθέν το 2012.

9.        Ο P.F. διαφώνησε με την παράδοσή του, προβάλλοντας ενώπιον του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία), μεταξύ άλλων, ότι η γενική εισαγγελία δεν είναι «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

10.      Με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2017 το High Court (ανώτερο δικαστήριο) έκρινε ότι, βάσει της πληροφορίας της γενικής εισαγγελίας, αυτή μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου. Διέταξε, συνακόλουθα, την παράδοση του P.F.

11.      Η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2017 επικυρώθηκε κατόπιν εφέσεως στις 20 Οκτωβρίου 2017 από το Court of Appeal (εφετείο, Ιρλανδία).

12.      Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Supreme Court (Ανώτατου Δικαστηρίου, Ιρλανδία), το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα ερωτήματα:

«1)      Τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί αν μια εισαγγελία που ορίζεται ως δικαστική αρχή εκδόσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […] είναι δικαστική αρχή υπό την αυτοτελή έννοια του όρου “δικαστική αρχή” στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως, είναι ότι (1) η εισαγγελία είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία και (2) θεωρείται, βάσει της δικής της έννομης τάξεως, ότι απονέμει δικαιοσύνη ή μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων ένα εθνικό δικαστήριο πρέπει να κρίνει αν μια εισαγγελία η οποία ορίζεται ως δικαστική αρχή εκδόσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, είναι δικαστική αρχή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής;

3)      Αν στα κριτήρια αυτά περιλαμβάνεται η απαίτηση η εισαγγελία να απονέμει δικαιοσύνη ή να μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης, πρέπει η συνδρομή της απαίτησης αυτής να εξετάζεται βάσει του ρόλου που έχει η εν λόγω εισαγγελία στη δική της έννομη τάξη ή μήπως πρέπει να κρίνεται βάσει συγκεκριμένων αντικειμενικών κριτηρίων; Αν απαιτούνται αντικειμενικά κριτήρια, ποια είναι τα κριτήρια αυτά;

4)      Είναι η γενική εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας δικαστική αρχή κατά την αυτοτελή έννοια του όρου αυτού στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […];»

III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

13.      Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Αυγούστου 2018.

14.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο Ρ.F., το Minister for Justice and Equality (Υπουργείο Δικαιοσύνης και Ισότητας, Ιρλανδία), καθώς και η Γερμανική, η Αυστριακή, η Γαλλική, η Ουγγρική, η Λιθουανική, η Ολλανδική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Κατά τη διεξαχθείσα από κοινού με τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-508/18 και C-82/19 PPU επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Μαρτίου 2019, πέραν όσων υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις –με εξαίρεση την Ουγγρική και την Πολωνική Κυβέρνηση– παρέστησαν η Δανική και η Ιταλική Κυβέρνηση.

IV.    Ανάλυση

15.      Τα ερωτήματα του Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου) συνοψίζονται στο τέταρτο ερώτημα, ήτοι αν η λιθουανική γενική εισαγγελία είναι «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

16.      Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει:

–      αν, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματά του, κριτήριο είναι η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και το καθήκον της «να απονέμει δικαιοσύνη ή να μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης» (πρώτο ερώτημα).

–      Στην περίπτωση κατά την οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη το τελευταίο αυτό καθήκον, αν η ως άνω απαίτηση πρέπει να καθορισθεί βάσει του ρόλου της εισαγγελικής αρχής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή βάσει άλλων αντικειμενικών παραγόντων (τρίτο ερώτημα).

–      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ποιά κριτήρια θα ήταν κρίσιμα; (δεύτερο ερώτημα).

17.      Στις προτάσεις επί των υποθέσεων C-508/18 και C-82/19 PPU, υποστηρίζω, όπως έχω προεκθέσει, ότι η εισαγγελική αρχή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

18.      Καθόσον δεν χρειάζεται να τους επαναλάβω, παραπέμπω στους εκτιθέμενους σε εκείνες τις προτάσεις λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται στην ιδέα ότι η στέρηση της ελευθερίας που συνεπάγεται η διαδικασία της αποφάσεως-πλαισίου μπορεί να διαταχθεί μόνον από δικαστικό όργανο εν στενή εννοία, δηλαδή, «τη μοναδική αρχή που είναι ικανή να παράσχει την αποτελεσματική δικαστική προστασία του άρθρου 47 του Χάρτη» (5).

19.      Στις ίδιες εκείνες προτάσεις αναφέρομαι επίσης στην αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας ως κριτήριο κρίσιμο για την έννοια της «δικαστικής αρχής» (6). Η εν λόγω αρχή βρίσκεται στο επίκεντρο του υποβληθέντος σε αυτήν τη διαδικασία ερωτήματος, γι’ αυτό η ανάλυσή μου θα αφιερωθεί σε αυτήν.

20.      Θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω και πάλι ότι, όπως υπάρχει στενός δεσμός μεταξύ της φύσεως μιας δικαστικής αποφάσεως και της ιδιότητας της αρχής που την εκδίδει, «υφίσταται επίσης στενός δεσμός μεταξύ της ανεξαρτησίας της οικείας αρχής και της ποιότητας των αποφάσεών της. Με άλλα λόγια, η ποιότητα των δικαστικών αποφάσεων της οικείας αρχής τελεί σε συνάρτηση με τη φύση και το εύρος της ανεξαρτησίας της» (7).

21.      Καθόσον η εισαγγελική αρχή δεν ασκεί δικαιοδοσία, κατ’ αρχήν στερείται της ανεξαρτησίας που είναι σύμφυτη με την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων.

22.      Βεβαίως, το εθνικό δίκαιο μπορεί να προσδώσει στην εισαγγελική αρχή την ιδιότητα ανεξάρτητου οργάνου. Ωστόσο, στον βαθμό που τα καθήκοντά της δεν είναι δικαιοδοτικά, η ανεξαρτησία που της αναγνωρίζεται δεν μπορεί να είναι η «δικαστική ανεξαρτησία».

23.      Πράγματι, σύμφωνα με τα πληροφοριακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, το λιθουανικό Σύνταγμα προβλέπει (άρθρο 118) ότι η εισαγγελική αρχή είναι ανεξάρτητη από τους εκπροσώπους της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Εντούτοις, η ανεξαρτησία αυτή της απονέμεται «κατά την άσκηση των καθηκόντων της». Και τα καθήκοντα αυτά είναι να οργανώνει και να διευθύνει τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων, καθώς και να ασκεί ποινική δίωξη. Σαφέστατα, πρόκειται για καθήκοντα μη δικαιοδοτικά, καθόσον τα τελευταία αυτά καθήκοντα συνίστανται, αυστηρά, στην εφαρμογή του δικαίου κατά τρόπο αμετάκλητο με σκοπό την επίλυση διαφορών (8).

24.      Ο δικαστής ο οποίος ασκεί δικαιοδοσία δεν έχει άλλο συμφέρον από τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της έννομης τάξης. Προκειμένου να προασπίσει το συμφέρον αυτό, του απονέμεται ανεξαρτησία τέτοια που διασφαλίζει την αποκλειστική υπαγωγή του στο νόμο· δηλαδή, τον αποδεσμεύει από οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο συμφέρον, ακόμη και από άλλα δημόσια συμφέροντα, όπως είναι το συμφέρον για την άσκηση ποινικών διώξεων.

25.      Οι αρχές οι οποίες, όπως η εισαγγελική αρχή, επιτελούν δημόσια καθήκοντα στο πλαίσιο της έννομης τάξης βασίζονται στο ότι η ακεραιότητα της έννομης τάξης διασφαλίζεται από τη δικαστική εξουσία. Ακριβώς λόγω της εμπιστοσύνης αυτής οι ως άνω αρχές μπορούν να αφιερωθούν στην επίτευξη του συγκεκριμένου συμφέροντος το οποίο εξυπηρετούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται.

26.      Η εισαγγελική αρχή της Λιθουανίας, σύμφωνα με τις παραληφθείσες πληροφορίες, είναι ανεξάρτητη να οργανώνει και να διευθύνει τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων, καθώς και να ασκεί ποινική δίωξη, όχι όμως και να διασφαλίζει την καθαυτή αποκατάσταση της έννομης τάξης. Η ανεξαρτησία της εξυπηρετεί το έργο που της έχει ανατεθεί, περαιτέρω δε η άσκηση του έργου αυτού πρέπει να εξελίσσεται εντός του πλαισίου της έννομης τάξης, αξιοποιώντας τα μέσα που αυτή η τάξη της παρέχει. Η έννομη τάξη είναι γι’ αυτήν, συνεπώς, ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού.

27.      Αντιθέτως, η ανεξαρτησία απονέμεται στον δικαστή για να ασκήσει δικαιοδοσία, δηλαδή, να εξαγγείλει το δίκαιο αμετάκλητα σε συγκεκριμένη υπόθεση. Καθήκον του είναι να έχει τον τελευταίο λόγο για την εφαρμογή του δικαίου, ώστε η διδόμενη απάντηση, με την ιδιότητα του δεδικασμένου, να είναι σύμφωνη με το δίκαιο και, συνεπώς, έγκυρη. Η ανεξαρτησία του έχει νόημα υπό το πρίσμα αυτό, δεδομένου ότι, αν του ανατίθεται η εξουσία να επιλύει διαφορές (με τους όρους που προβλέπουν οι νομοθετικές και δικαιοδοτικές διαδικασίες που αποτελούν την έννομη τάξη), είναι για να διασφαλίζει σε όλους την κανονικότητα αυτού του τελευταίου λόγου, ο οποίος πρέπει να είναι απαλλαγμένος από οποιαδήποτε παρέμβαση.

28.      Επομένως, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η έννομη τάξη δεν είναι για τον δικαστή μέσο, αλλά σκοπός αφ’ εαυτού. Ακριβέστερα, ο μοναδικός σκοπός στον οποίον υπόκειται και για την υλοποίηση του οποίου του απονέμεται ανεξαρτησία ποιοτικώς διαφορετική αυτής που μπορεί να απονεμηθεί στην εισαγγελική αρχή ή αυτής που περιορίζεται στην υποχρέωση αντικειμενικότητας και αμεροληψίας που χαρακτηρίζει τις διοικητικές αρχές.

29.      Ο χαρακτηρισμός της εισαγγελικής αρχής ως ανεξάρτητου θεσμού δεν την καθιστά ισοδύναμη με τη δικαστική εξουσία, όπως επίσης δεν συμβαίνει με τις λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο ρύθμισης διαφόρων οικονομικών τομέων. Συγκεκριμένα, η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής δεν εξομοιώνεται με την ανεξαρτησία του δικαστή, ούτε ως προς τη βάση της ούτε ως προς το εύρος της, καθόσον επιτελούν διαφορετικά καθήκοντα.

30.      Η αυτοτέλεια της έννοιας «δικαστική αρχή» του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου (9) είναι αποτέλεσμα της ανάγκης ύπαρξης σε όλη την Ένωση ομοιόμορφου ορισμού ως προς την έννοια και το εύρος του. Για τον λόγο αυτό, τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν την εξουσία να θεωρούν ως «δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος» θεσμούς οι οποίοι, καίτοι δεν ασκούν δικαιοδοσία, χαρακτηρίζονται ως ανεξάρτητοι από το εθνικό δίκαιο (10).

31.      Σε τελική ανάλυση, η τελευταία αυτή εκτίμηση βασίζεται στην παραδοχή ότι η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής δεν πρέπει να συγχέεται με τη δικαστική ανεξαρτησία. Σε αυτό προστίθενται, στο πλαίσιο της αποφάσεως-πλαισίου, τα εμπόδια που θα προκαλούσε η αναγνώριση της ιδιότητας της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος σε θεσμούς διαφορετικούς από τους δικαστές.

32.      Καίτοι είναι πασιφανές για όλα τα κράτη μέλη ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη αρχή –εξ ου και η εμπιστοσύνη στην οποία βασίζονται αυτά για την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεών τους– με την εισαγγελική αρχή δεν συμβαίνει το ίδιο, όπως αποδεικνύουν σαφώς η παρούσα προδικαστική παραπομπή και οι υποθέσεις C-508/18 και C-82/19 PPU.

33.      Πράγματι, είναι αισθητή η διαβάθμιση του επιπέδου της ανεξαρτησίας της εισαγγελικής αρχής στα διάφορα κράτη μέλη. Την ανεξαρτησία αυτή, η οποία για εννοιολογικούς λόγους ουδέποτε εξομοιώνεται με τη δικαστική ανεξαρτησία, θα έπρεπε να εξετάζει σε κάθε περίπτωση η δικαστική αρχή εκτέλεσης υπό το πρίσμα της ισχύουσας στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος νομοθεσίας για την εισαγγελική αρχή.

34.      Η εξέταση αυτή θα μπορούσε να καθυστερήσει τις προθεσμίες της διαδικασίας παράδοσης προκαλώντας αιτήματα παροχής πληροφοριών ή αμφισβητήσεις εκ μέρους του θιγόμενου προσώπου. Αμφότερα θα μπορούσαν να καταλήξουν αναπόφευκτα σε παράταση των διατυπώσεων και, συνεπώς, και των μέτρων στέρησης της ελευθερίας που ενδεχομένως θα έχουν ληφθεί.

35.      Χάριν απλούστευσης και επιτάχυνσης της διαδικασίας, αλλά και χάριν του δικαιώματος της ελευθερίας, πρέπει να αρθεί εκ των προτέρων κάθε αμφιβολία σχετικά με την ιδιότητα της αρχής που έχει εκδώσει ΕΕΣ και, επομένως, να επιφυλαχθεί η έκδοσή του σε όργανο της δικαστικής εξουσίας (ανεξάρτητο).

36.      Τέλος, επίσης υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι στις προτάσεις μου στην υπόθεση Özçelik (11) επισήμανα ότι από το ιστορικό του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου φαίνεται να προκύπτει ότι βούληση του νομοθέτη ήταν ο αποκλεισμός της εισαγγελικής αρχής από την έννοια της δικαστικής αρχής για τους σκοπούς του άρθρου αυτού.

37.      Το άρθρο 3 της αρχικής πρότασης της αποφάσεως-πλαισίου (12) περιελάμβανε ρητώς την εισαγγελική αρχή στον ορισμό της «δικαστικής αρχής» (εκδούσας ή παραλήπτριας του ΕΕΣ) (13).

38.      Όπως επισήμανα στις προτάσεις Özçelik (14), «στην αιτιολογική έκθεση της εν λόγω προτάσεως διευκρινιζόταν ότι ο όρος “δικαστική αρχή” αντιστοιχούσε σε εκείνον της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως του 1957, η οποία αναγνώριζε, με τη σειρά της, ως δικαστικές αρχές τις “καθεαυτό δικαστικές αρχές και την εισαγγελία, εξαιρουμένων των αστυνομικών αρχών” [(15)]».

39.      Η πρόταση δεν υιοθετήθηκε και η αναφορά στην εισαγγελική αρχή απαλείφθηκε από το τελικό κείμενο των άρθρων 1 και 6.

40.      Η απαλοιφή αυτή έχει δημιουργήσει αβεβαιότητα και υπάρχουν ορισμένοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι με την απαλοιφή αυτή θεωρήθηκε δεδομένο ότι, ακόμη και χωρίς να μνημονεύεται ειδικώς, η εισαγγελική αρχή περιλαμβάνεται στις δικαστικές αρχές των κρατών μελών για τους σκοπούς του ΕΕΣ (16).

41.      Ορισμένα κράτη μέλη ενημέρωσαν τη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου, ότι «στις δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο» για την έκδοση ή την εκτέλεση ΕΕΣ συγκαταλέγονται οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές τους. Για αυτά τα κράτη η απαλοιφή της ειδικής αναφοράς στην εισαγγελική αρχή δεν υπονοεί τον αποκλεισμό της.

42.      Εντούτοις, η γνωστοποίηση αυτή «δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην τη συμβατότητα των ενεργειών κάθε κράτους μέλους με το περιεχόμενο της αποφάσεως-πλαισίου ούτε αποτελεί προϋπόθεση αυτής, υπό την αυστηρώς νομική έννοια του όρου. Ο κανόνας δικαίου επιτρέπει στα κράτη να ορίζουν ή να επιλέγουν, μεταξύ των δικαστικών αρχών τους, εκείνες που θα είναι αρμόδιες να παραλαμβάνουν ή να εκδίδουν ΕΕΣ, αλλά δεν τους επιτρέπει να διευρύνουν την έννοια της δικαστικής αρχής, επεκτείνοντάς την σε όργανα που δεν διαθέτουν το συγκεκριμένο καθεστώς» (17).

43.      Κατά τη γνώμη μου, η απαλοιφή αυτή της αναφοράς στην εισαγγελική αρχή έχει την έννοια ότι βούληση του νομοθέτη ήταν να την αποκλείσει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Καθόσον πρόκειται περί πολύ αμφιλεγόμενου ζητήματος, αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να απονείμει στην εισαγγελική αρχή την ιδιότητα δικαστικής αρχής για τους σκοπούς του άρθρου εκείνου, θα το είχε ρητά διατυπώσει, όπως συνέβαινε στην αρχική πρόταση.

44.      Κατά την αντίθετη προς την άποψή μου γνώμη, η απαλοιφή της αναφοράς στην εισαγγελική αρχή κατά την πορεία της νομοθετικής διαδικασίας έγινε προς αποφυγή πλεονασμού. Ωστόσο, εκτιμώ ότι δεν έγινε γι’ αυτόν τον λόγο, όπως ακριβώς μαρτυρά η αβεβαιότητα που έχει δημιουργηθεί.

45.      Απλούστερα, θεωρώ ότι, αν με την αρχική πρόταση σκοπός ήταν να δοθεί απάντηση στη συζήτηση σχετικά με τη δικαστική φύση της εισαγγελικής αρχής, διακηρύσσοντάς την κατά τρόπο ρητό, η μεταγενέστερη απαλοιφή της όχι μόνο δεν επαναφέρει τη συζήτηση εκείνη, αλλά, αντιθέτως, συνηγορεί υπέρ της αρνητικής απάντησης.

46.      Αν στα προεκτεθέντα προστεθούν οι εννοιολογικοί λόγοι και οι λόγοι αρχής, καθώς και οι λόγοι σχετικά με τη βεβαιότητα και την απλούστευση της διαδικασίας, τους οποίους υποστήριξα τόσο στις παρούσες προτάσεις μου όσο και στις προτάσεις μου επί των υποθέσεων C-508/18 και C-82/19 PPU, φρονώ ότι η ερμηνεία κατά την οποία η εισαγγελική αρχή στερείται της ιδιότητας «δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου είναι η συνεπέστερη με το σύστημα της αποφάσεως αυτής.

V.      Πρόταση

47.      Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία) ως εξής:

«Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος “δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος” δεν περιλαμβάνει τον θεσμό της εισαγγελικής αρχής.»


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Minister for Justice and Equality.


3      Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).


4      Lietuvos Respublikos Teisės Aktų Registras (TAR), 0921010KONSRG 922324.


5      Το Δικαστήριο τόνισε στην απόφασή του της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C-216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 53), ότι, για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής «η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας ενός τέτοιου [δικαιοδοτικού] οργάνου έχει πρωταρχική σημασία, όπως επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο ανάγει την πρόσβαση σε “ανεξάρτητο” δικαστήριο σε μία από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 41)».


6      Προτάσεις επί των υποθέσεων C-508/18 και C-82/19 PPU (σημεία 24 και 79 έως 99).


7      Όπ.π. (σημείο 81).


8      Σχετικώς, παραπέμπω στα σημεία 66 και 67 των προτάσεών μου C-508/18 και C-82/19 PPU.


9      Την οποία επιβεβαίωσε η απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak (C‑452/16 PPU, EU:C:2016:858), σκέψη 32.


10      Επιμένω στο ότι τούτο συμβαίνει σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου και όχι κατ’ ανάγκην για το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής. Συναφώς, παραπέμπω στα σημεία 45 έως 50 των προτάσεών μου επί των υποθέσεων C-508/18 και C‑82/19 PPU.


11      Υπόθεση C-453/16 PPU (EU:C:2016:783, σημεία 39 έως 42).


12      COM(2001) 522 τελικό.


13      «For the purposes of this Framework Decision, the following definitions shall apply: (a) “European arrest warrant” means a request, issued by a judicial authority of a Member State, and addressed to any other Member State, for assistance in searching, arresting, detaining and obtaining the surrender of a person, who has been subject to a judgement or a judicial decision, as provided for in Article 2; (b) “issuing judicial authority” means the judge or the public prosecutor of a Member State, who has issued a European arrest warrant; (c) “executing judicial authority” means the judge or the public prosecutor of a Member State in whose territory the requested person sojourns, who decides upon the execution of a European arrest warrant […]».


14      Υπόθεση C-453/16 PPU (EU:C:2016:783), σημείο 40.


15      Στο σχόλιο του άρθρου 3 της προτάσεως εκτίθενται τα εξής: «The procedure of the European arrest warrant is based on the principle of mutual recognition of court judgments. State-to-State relations are therefore substantially replaced by court-to-court relations between judicial authorities. The term “judicial authority” corresponds, as in the 1957 Convention (cf. Explanatory Report, Article 1), to the judicial authorities as such and the prosecution services, but not to the authorities of police force». Η υπογράμμιση δική μου.


16      Ιδιαιτέρως διαφωτιστική παράθεση των επιχειρημάτων που υποστηρίχθηκαν στη συζήτηση αυτή εντοπίζεται στις θέσεις της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας στην απόφαση που εξέδωσε στις 30 Μαΐου 2012 το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) στην υπόθεση Assange κατά The Swedish Prosecution Authority, [2012] UKSC 22.


17      Προτάσεις Özçelik (C-453/16 PPU, EU:C:2016:783, σημείο 43).