Language of document : ECLI:EU:C:2019:344

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 2ας Μαΐου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Κανονισμός (ΕΚ) 510/2006 – Άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ – Προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης γεωργικών προϊόντων και τροφίμων – Τυρί manchego (“queso manchego”) – Χρήση σημείων που συνιστούν υπαινιγμό στην περιοχή με την οποία συνδέεται η προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) – Έννοια του μέσου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος – Ευρωπαίοι καταναλωτές ή καταναλωτές του κράτους μέλους όπου παρασκευάζεται και καταναλώνεται κυρίως το προϊόν το οποίο αφορά η ΠΟΠ»

Στην υπόθεση C‑614/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) με απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Fundación Consejo Regulador de la Denominación de Origen Protegida Queso Manchego

κατά

Industrial Quesera Cuquerella SL,

Juan Ramón Cuquerella Montagud,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο τμήματος, K. Jürimäe, D. Šváby, S. Rodin (εισηγητή) και N. Piçarra, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Οκτωβρίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        το Fundación Consejo Regulador de la Denominación de Origen Protegida Queso Manchego, εκπροσωπούμενο από τον M. Pomares Caballero, abogado,

–        η Industrial Quesera Cuquerella SL και ο J. R. Cuquerella Montagud, εκπροσωπούμενοι από τους J. A. Vallejo Fernández, F. Pérez Álvarez και J. Pérez Itarte, abogados,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Rubio González καθώς και από τη V. Ester Casas,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze, M. Hellmann και J. Techert,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και S. Horrenberger, καθώς και από τις A.-L. Desjonquères και C. Mosser,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την I. Galindo Martín καθώς και από τους D. Bianchi και I. Naglis,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ 2006, L 93, σ. 12).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Fundación Consejo Regulador de la Denominación de Origen Protegida Queso Manchego (Ιδρύματος για τη διαχείριση της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης Queso Manchego, Ισπανία, στο εξής: Ίδρυμα Queso Manchego) και, αφετέρου, της Industrial Quesera Cuquerella SL (στο εξής: IQC) και του Juan Ramón Cuquerella Montagud όσον αφορά, ιδίως, τη χρήση από την IQC ετικετών για τον προσδιορισμό και την εμπορία τυριών που δεν καλύπτονται από την προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) «queso manchego».

 Το νομικό πλαίσιο

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6 του κανονισμού 510/2006 έχουν ως εξής:

«(4)      Λόγω της ποικιλομορφίας των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και της πληθώρας των πληροφοριών που τα αφορούν, ο καταναλωτής θα πρέπει, προκειμένου να κάνει καλύτερες επιλογές, να διαθέτει σαφείς και συνοπτικές πληροφορίες για την καταγωγή του προϊόντος.

[…]

(6)      Θα πρέπει να προβλεφθεί μια κοινοτική προσέγγιση σχετικά με τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις. Πράγματι, ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων που θα περιλαμβάνει ένα καθεστώς προστασίας θα επιτρέψει στις γεωγραφικές ενδείξεις και στις ονομασίες προέλευσης να αναπτυχθούν, δεδομένου ότι το εν λόγω πλαίσιο θα παρέχει, μέσω μιας πιο ομοιόμορφης προσέγγισης, δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγών προϊόντων που δικαιούνται τις εν λόγω ενδείξεις και θα ενισχύει την αξιοπιστία αυτών των προϊόντων στα μάτια των καταναλωτών.»

4        Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)      “ονομασία προέλευσης”: το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου,

–        που κατάγεται από την περιοχή αυτή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη συγκεκριμένη χώρα,

–        του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται ουσιαστικά ή αποκλειστικά στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει τους εγγενείς φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και

–        του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».

5        Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.      Οι καταχωρισμένες ονομασίες προστατεύονται από:

[…]

β)      οιαδήποτε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “τρόπος”, “απομίμηση” ή παρόμοιες·

γ)      οιαδήποτε άλλη ψευδή ή παραπλανητική ένδειξη, τόσο όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή στο περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϊόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·

[…]».

6        Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Εάν μια ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη καταχωρίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η αίτηση καταχώρισης ενός εμπορικού σήματος που αντιστοιχεί σε μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 και αφορά την ίδια κατηγορία προϊόντων απορρίπτεται, εάν η αίτηση καταχώρισης του εμπορικού σήματος υποβάλλεται μετά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισης στην Επιτροπή.

Τα εμπορικά σήματα που έχουν καταχωρισθεί κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου ακυρώνονται.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

7        Το Ίδρυμα Queso Manchego είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση και την προστασία της ΠΟΠ «queso manchego». Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε αγωγή κατά των εναγομένων στην υπόθεση της κύριας δίκης ενώπιον του αρμόδιου ισπανικού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι οι ετικέτες που χρησιμοποιούσε η IQC για τον προσδιορισμό και την εμπορία των τυριών «Adarga de Oro», «Super Rocinante» και «Rocinante», που δεν καλύπτονται από την ΠΟΠ «queso manchego», καθώς και η χρήση των όρων «Quesos Rocinante» συνιστούν προσβολή της ΠΟΠ «queso manchego», στο μέτρο που οι ετικέτες και οι όροι αυτοί συνιστούν αθέμιτο υπαινιγμό στην ΠΟΠ αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006.

8        Το πρωτοβάθμιο ισπανικό δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αυτή με την αιτιολογία ότι τα σημεία και οι ονομασίες που χρησιμοποιούσε η IQC για την εμπορία των τυριών που δεν καλύπτονταν από την ΠΟΠ «queso manchego» δεν είχαν καμία οπτική ή φωνητική ομοιότητα με τις ΠΟΠ «queso manchego» ή «la Mancha» και ότι η χρήση σημείων όπως η ονομασία «Rocinante» ή η εικόνα του λογοτεχνικού χαρακτήρα του Δον Κιχώτη από τη Μάντσα παραπέμπουν στην περιοχή της Λα Μάντσα (Ισπανία) και όχι στο τυρί που καλύπτεται από την ΠΟΠ «queso manchego».

9        Το Ίδρυμα Queso Manchego άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης ενώπιον του Audiencia Provincial de Albacete (εφετείου Albacete, Ισπανία), το οποίο, με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2014, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η χρήση, σε συσκευασίες τυριών που διατίθενται στο εμπόριο από την IQC και δεν καλύπτονται από την ΠΟΠ «queso manchego», τοπίων της Λα Μάντσα και απεικονίσεων που παραπέμπουν στη Λα Μάντσα στις ετικέτες των τυριών αυτών θύμιζε στον καταναλωτή την περιοχή της Λα Μάντσα αλλά όχι κατ’ ανάγκην το καλυπτόμενο από την ΠΟΠ τυρί «queso manchego».

10      Η ενάγουσα της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal Supremo (Ανώτατου Δικαστηρίου, Ισπανία).

11      Στην απόφαση περί παραπομπής, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώνει μια σειρά εκτιμήσεων που αφορούν πραγματικά περιστατικά.

12      Καταρχάς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η λέξη «manchego» που χρησιμοποιείται στην ΠΟΠ «queso manchego» είναι επίθετο που χαρακτηρίζει στην ισπανική γλώσσα τα πρόσωπα και τα προϊόντα που προέρχονται από την περιοχή της Λα Μάντσα. Στη συνέχεια, σημειώνει ότι η ΠΟΠ «queso manchego» καλύπτει τα τυριά που παρασκευάζονται στην περιοχή της Λα Μάντσα με πρόβειο γάλα και σύμφωνα με παραδοσιακές απαιτήσεις παραγωγής, επεξεργασίας και ωρίμανσης, οι οποίες εκτίθενται στις προδιαγραφές της ΠΟΠ αυτής.

13      Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες τοποθετεί το κύριο μέρος της δράσης του μυθιστορηματικού χαρακτήρα Δον Κιχώτη ντε λα Μάντσα στην περιοχή της Λα Μάντσα. Επιπλέον, ο χαρακτήρας αυτός περιγράφεται από το αιτούν δικαστήριο με ορισμένα φυσικά και ενδυματολογικά χαρακτηριστικά ανάλογα με εκείνα του χαρακτήρα που απεικονίζεται στο εικονιστικό σχέδιο της ετικέτας του τυριού «Adarga de Oro». Συναφώς, η λέξη «adarga» (μικρή ασπίδα από δέρμα), η οποία συνιστά αρχαϊσμό, χρησιμοποιείται στο εν λόγω μυθιστόρημα για την ασπίδα του Δον Κιχώτη. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι μία από τις ονομασίες που χρησιμοποιούνται από την IQC για ορισμένα από τα τυριά της αντιστοιχεί στο όνομα του αλόγου του Δον Κιχώτη, που ήταν «Rocinante». Ο Δον Κιχώτης μάχεται με ανεμόμυλους, οι οποίοι αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο του τοπίου της Λα Μάντσα. Σε ορισμένες από τις ετικέτες των τυριών που παρασκευάζονται από την IQC και δεν καλύπτονται από την ΠΟΠ «queso manchego», καθώς και σε ορισμένα σχέδια στον ιστότοπο της IQC, όπου επίσης περιέχονται διαφημίσεις για τυριά μη καλυπτόμενα από την ΠΟΠ αυτή, υπάρχουν τοπία με ανεμόμυλους και πρόβατα.

14      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Πρέπει ο υπαινιγμός στην [ΠΟΠ], ο οποίος απαγορεύεται βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, να δημιουργείται οπωσδήποτε από τη χρήση ονομασιών που εμφανίζουν εικονιστική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα με την [ΠΟΠ] ή μπορεί να δημιουργείται από τη χρήση εικονιστικών σημείων που συνιστούν υπαινιγμό στην [ΠΟΠ];

2)      Σε περίπτωση [ΠΟΠ] γεωγραφικού χαρακτήρα (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 510/2006), όσον αφορά ίδια ή παρεμφερή προϊόντα, μπορεί η χρήση σημείων που συνιστούν υπαινιγμό στην περιοχή με την οποία συνδέεται η [ΠΟΠ] να θεωρηθεί υπαινιγμός στην ίδια την [ΠΟΠ] κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, ο οποίος δεν επιτρέπεται, ακόμη και αν ο χρήστης των σημείων αυτών είναι παραγωγός εγκαταστημένος στην περιοχή με την οποία συνδέεται η [ΠΟΠ], αλλά τα προϊόντα του δεν καλύπτονται από την [ΠΟΠ] αυτή, επειδή δεν πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις προδιαγραφές, πέραν της γεωγραφικής προέλευσης;

3)      Πρέπει η έννοια του μέσου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος και του οποίου την αντίληψη πρέπει να λάβει υπόψη το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει αν υφίσταται “υπαινιγμός”, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, να εκλαμβάνεται ως έννοια που παραπέμπει στον Ευρωπαίο καταναλωτή ή μπορεί να παραπέμπει μόνον στον καταναλωτή του κράτους μέλους, στο οποίο παρασκευάζεται το προϊόν διά του οποίου γίνεται υπαινιγμός στην προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη ή με το οποίο συνδέεται γεωγραφικά η ΠΟΠ και στο οποίο καταναλώνεται κυρίως το προϊόν;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

15      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να δημιουργηθεί υπαινιγμός σε καταχωρισμένη ονομασία με τη χρήση εικονιστικών σημείων.

16      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αυτή αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Μαΐου 2018, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής, C‑325/16, EU:C:2018:326, σκέψη 27, και της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association κ.λπ., C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 27).

17      Πρώτον, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, οι καταχωρισμένες ονομασίες προστατεύονται από οιοδήποτε υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως «είδος», «τύπος», «μέθοδος», «τρόπος», «απομίμηση» ή παρόμοιες.

18      Μια τέτοια διατύπωση μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει όχι μόνον τις λέξεις με τις οποίες μπορεί να γίνει υπαινιγμός σε μια καταχωρισμένη ονομασία, αλλά και κάθε εικονιστικό σημείο που ενδέχεται να θυμίζει στον καταναλωτή τα προϊόντα που φέρουν την ονομασία αυτή. Συναφώς, η χρήση της λέξης «οιαδήποτε» αντανακλά τη βούληση του νομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύσει τις καταχωρισμένες ονομασίες λαμβάνοντας υπόψη ότι υπαινιγμός μπορεί να δημιουργείται μέσω λεκτικού στοιχείου ή εικονιστικού σημείου.

19      Ασφαλώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η έννοια του «υπαινιγμού» καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός προϊόντος περιλαμβάνει μέρος μιας καταχωρισμένης ονομασίας, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής, βλέποντας το όνομα του προϊόντος, να ανακαλεί στη μνήμη του, ως εικόνα αναφοράς, το εμπόρευμα το οποίο φέρει την ονομασία αυτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, Consorzio per la tutela del formaggio Gorgonzola, C‑87/97, EU:C:1999:115, σκέψη 25).

20      Το Δικαστήριο έχει αναφέρει επίσης ότι, για τον προσδιορισμό της έννοιας του «[υπαινιγμού]», κατά το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 39, σ. 16), το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο είναι το αν ο καταναλωτής, βλέποντας την επίδικη ονομασία, ανακαλεί απευθείας στη μνήμη του, ως εικόνα αναφοράς, το εμπόρευμα το οποίο νομίμως φέρει την προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη (απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association κ.λπ., C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 51).

21      Πάντως, μολονότι η νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 19 και 20 της παρούσας απόφασης αφορούσε υποθέσεις σχετικές με την ονομασία προϊόντων και όχι με εικονιστικά σημεία, μπορεί ωστόσο εξ αυτής να συναχθεί, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 24 των προτάσεών του, ότι το καθοριστικό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν ένα στοιχείο συνιστά υπαινιγμό στην καταχωρισμένη ονομασία, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, είναι το αν το στοιχείο αυτό μπορεί να ωθήσει τον καταναλωτή να ανακαλέσει ευθέως στην μνήμη του, ως εικόνα αναφοράς, το προϊόν που φέρει την ονομασία αυτή.

22      Επομένως, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αποκλεισθεί ότι εικονιστικά σημεία είναι ικανά να θυμίσουν ευθέως στον καταναλωτή, ως εικόνα αναφοράς, τα προϊόντα που καλύπτονται από καταχωρισμένη ονομασία λόγω της εννοιολογικής τους συνάφειας με την ονομασία αυτή.

23      Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η έννοια του «υπαινιγμού», δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο υπαινιγμός σε μια καταχωρισμένη ονομασία μέσω εικονιστικών σημείων μπορεί να εξεταστεί μόνον υπό το πρίσμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 510/2006.

24      Πράγματι, αφενός, διαπιστώνεται ότι το ίδιο το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού δεν περιορίζει την εμβέλεια της συγκεκριμένης διάταξης μόνο στις ονομασίες των προϊόντων που καλύπτονται από αυτές. Αντιθέτως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 28 των προτάσεών του, η εν λόγω διάταξη προβλέπει προστασία από «οι[ο]δήποτε» «υπαινιγμό», ακόμη και αν η προστατευόμενη ονομασία συνοδεύεται από εκφράσεις όπως «είδος», «τύπος», «μέθοδος», «τρόπος», «απομίμηση», που έχουν τεθεί στη συσκευασία του οικείου προϊόντος.

25      Αφετέρου, όπως επισήμανε η Επιτροπή, είναι αληθές ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε, με την απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association (C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 65), ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 110/2008, το οποίο έχει παρόμοια διατύπωση με το άρθρο 13 του κανονισμού 510/2006, απαριθμεί απαγορευμένες ενέργειες διαβαθμίζοντάς τες.

26      Εντούτοις, το γεγονός ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού αναφέρεται σε κάθε άλλη ένδειξη η οποία περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή στο περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν δεν σημαίνει ότι μόνον η διάταξη αυτή απαγορεύει τη χρήση εικονιστικών σημείων που προσβάλλουν καταχωρισμένες ονομασίες.

27      Ειδικότερα, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεών του, η διαβάθμιση στην απαρίθμηση, για την οποία έκανε λόγο το Δικαστήριο, αφορά τη φύση των απαγορευμένων ενεργειών, δηλαδή, όσον αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, τον ψευδή ή παραπλανητικό χαρακτήρα των ενδείξεων σχετικά με την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, και όχι τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιων ψευδών ή παραπλανητικών ενδείξεων.

28      Κατά συνέπεια, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 επιρρωννύει τη γραμματική ερμηνεία της, όπως αυτή προεκτέθηκε στη σκέψη 22 της παρούσας απόφασης.

29      Τρίτον, διαπιστώνεται ότι ο κανονισμός 510/2006 αποσκοπεί ιδίως στο να διασφαλίσει, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6, ότι ο καταναλωτής διαθέτει σαφείς, συνοπτικές και αξιόπιστες πληροφορίες που τον ενημερώνουν επακριβώς για την προέλευση του προϊόντος.

30      Ο σκοπός αυτός όμως διασφαλίζεται ακόμη καλύτερα όταν η καταχωρισμένη ονομασία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υπαινιγμού, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, μέσω εικονιστικών σημείων.

31      Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει συγκεκριμένα αν εικονιστικά σημεία όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορούν να θυμίσουν ευθέως στον καταναλωτή τα προϊόντα που φέρουν καταχωρισμένη ονομασία.

32      Συνεπώς, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 έχει την έννοια ότι μπορεί να δημιουργηθεί υπαινιγμός σε καταχωρισμένη ονομασία με τη χρήση εικονιστικών σημείων.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος

33      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρήση εικονιστικών σημείων που συνιστούν υπαινιγμό στη γεωγραφική περιοχή με την οποία συνδέεται μια ονομασία προέλευσης, όπως η ονομασία αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, μπορεί να συνιστά υπαινιγμό στην ονομασία αυτή, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση που τα εν λόγω εικονιστικά σημεία χρησιμοποιούνται από παραγωγό εγκατεστημένο στην περιοχή αυτή, του οποίου ωστόσο τα προϊόντα, παρόμοια ή συγκρίσιμα με αυτά που προστατεύονται από την ονομασία αυτή προέλευσης, δεν καλύπτονται από την ονομασία.

34      Εκ προοιμίου, διαπιστώνεται ότι το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 δεν προβλέπει καμία εξαίρεση υπέρ παραγωγού εγκατεστημένου σε γεωγραφική περιοχή που αντιστοιχεί σε ΠΟΠ και του οποίου τα προϊόντα, χωρίς να προστατεύονται από την ΠΟΠ αυτή, είναι παρόμοια ή συγκρίσιμα με τα προϊόντα που προστατεύονται από αυτήν.

35      Επισημαίνεται ότι η εξαίρεση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να επιτρέπεται σε παραγωγό να χρησιμοποιεί εικονιστικά σημεία που συνιστούν υπαινιγμό στη γεωγραφική περιοχή το όνομα της οποίας αποτελεί μέρος μιας ονομασίας προέλευσης που καλύπτει ένα προϊόν πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το προϊόν του παραγωγού αυτού και, ως εκ τούτου, να επωφελείται αθέμιτα ο παραγωγός από τη φήμη της ονομασίας.

36      Συνεπώς, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, το γεγονός ότι ένας παραγωγός προϊόντων παρόμοιων ή συγκρίσιμων με εκείνα που προστατεύονται από ονομασία προέλευσης είναι εγκατεστημένος σε γεωγραφική περιοχή που συνδέεται με την ονομασία αυτή δεν σημαίνει ότι αυτός εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006.

37      Στη συνέχεια, μολονότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν η χρήση, από παραγωγό, εικονιστικών σημείων που συνιστούν υπαινιγμό σε γεωγραφική περιοχή της οποίας το όνομα αποτελεί μέρος ονομασίας προέλευσης, για προϊόντα πανομοιότυπα ή παρόμοια με τα προϊόντα που καλύπτονται από την ονομασία αυτή, συνιστά υπαινιγμό σε καταχωρισμένη ονομασία, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής, μπορεί, ενδεχομένως, να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στην απόφασή του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Severi, C‑446/07, EU:C:2009:530, σκέψη 60).

38      Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί ουσιαστικά στην αναμενόμενη αντίδραση του καταναλωτή, καθότι το ουσιώδες είναι αν ο καταναλωτής αυτός θα συσχετίσει τα επίδικα στοιχεία, ήτοι εν προκειμένω αν θα συσχετίσει τα εικονιστικά σημεία που συνιστούν υπαινιγμό στη γεωγραφική περιοχή της οποίας το όνομα αποτελεί μέρος μιας προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης, με την καταχωρισμένη ονομασία (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Viiniverla, C‑75/15, EU:C:2016:35, σκέψη 22).

39      Συναφώς, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν η σχέση μεταξύ των επίδικων αυτών στοιχείων και της καταχωρισμένης ονομασίας είναι αρκούντως άμεση και σαφής ώστε ο καταναλωτής, βλέποντας τα στοιχεία αυτά, να ανακαλεί κατά κύριο λόγο στη μνήμη του την ονομασία αυτή (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association κ.λπ., C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψεις 53 και 54).

40      Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει αν υπάρχει εννοιολογική συνάφεια, αρκούντως άμεση και σαφής, μεταξύ των επίμαχων στην κύρια δίκη εικονιστικών σημείων και της ΠΟΠ «queso manchego», η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 510/2006, παραπέμπει στη γεωγραφική περιοχή με την οποία συνδέεται, συγκεκριμένα την περιοχή της Λα Μάντσα (Ισπανία).

41      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη εικονιστικά σημεία, ιδίως τα σχέδια που απεικονίζουν έναν χαρακτήρα που μοιάζει στον Δον Κιχώτη ντε λα Μάντσα, ένα καχεκτικό άλογο και τοπία με ανεμόμυλους και πρόβατα, μπορούν να δημιουργήσουν εννοιολογική συνάφεια με την ΠΟΠ «queso manchego», με αποτέλεσμα να ανακαλεί ο καταναλωτής ευθέως στη μνήμη του, ως εικόνα αναφοράς, το προϊόν που φέρει την ΠΟΠ αυτή.

42      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει αν πρέπει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 41 των προτάσεών του, να αξιολογήσει από κοινού όλα τα σημεία, εικονιστικά και λεκτικά, που εμφανίζονται στα επίμαχα στην κύρια δίκη προϊόντα προκειμένου να προβεί σε συνολική εξέταση λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που ενδέχεται να δημιουργούν υπαινιγμό.

43      Κατόπιν των ανωτέρω, το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρήση εικονιστικών σημείων που συνιστούν υπαινιγμό στη γεωγραφική περιοχή με την οποία συνδέεται μια ονομασία προέλευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, μπορεί να συνιστά υπαινιγμό στην ονομασία αυτή, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση που τα εν λόγω εικονιστικά σημεία χρησιμοποιούνται από παραγωγό εγκατεστημένο στην περιοχή αυτή, του οποίου ωστόσο τα προϊόντα, καίτοι παρόμοια ή συγκρίσιμα με εκείνα που προστατεύονται από την ονομασία προέλευσης, δεν καλύπτονται από τη συγκεκριμένη ονομασία.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

44      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν η έννοια του μέσου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος και του οποίου την αντίληψη πρέπει να λάβει υπόψη το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει αν υφίσταται «υπαινιγμός», κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, πρέπει να εκλαμβάνεται ως έννοια που παραπέμπει στους Ευρωπαίους καταναλωτές ή αν μπορεί να παραπέμπει μόνο στους καταναλωτές του κράτους μέλους στο οποίο παρασκευάζεται το προϊόν διά του οποίου γίνεται υπαινιγμός στην προστατευόμενη ονομασία ή με το οποίο συνδέεται γεωγραφικά η ΠΟΠ αυτή και στο οποίο καταναλώνεται κυρίως το εν λόγω προϊόν.

45      Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 16, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 110/2008, το οποίο είναι διατυπωμένο κατά τρόπο ανάλογο προς το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη «υπαινιγμού» σε καταχωρισμένη γεωγραφική ένδειξη, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν ο μέσος Ευρωπαίος καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, βλέποντας την επίδικη ονομασία, ανακαλεί απευθείας στη μνήμη του, ως εικόνα αναφοράς, το προϊόν το οποίο φέρει την προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 56).

46      Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι το γεγονός ότι η επίδικη ονομασία στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση που μνημονεύεται στην προηγούμενη σκέψη αναφέρεται σε τόπο παρασκευής ο οποίος είναι γνωστός στους καταναλωτές του κράτους μέλους όπου παρασκευάζεται το προϊόν δεν συνιστά παράγοντα που ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της εκτίμησης της έννοιας του «υπαινιγμού», κατά το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 110/2008, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή προστατεύει τις καταχωρισμένες γεωγραφικές ενδείξεις έναντι κάθε υπαινιγμού στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης και ότι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης εξασφάλισης αποτελεσματικής και ομοιόμορφης προστασίας των εν λόγω ενδείξεων στο έδαφος αυτό, αφορά όλους τους καταναλωτές στο εν λόγω έδαφος (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2016, Viiniverla, C‑75/15, EU:C:2016:35, σκέψεις 27 και 28, καθώς και της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 59).

47      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η έννοια του μέσου Ευρωπαίου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να διασφαλίζει αποτελεσματική και ομοιόμορφη προστασία των καταχωρισμένων ονομασιών έναντι κάθε υπαινιγμού στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης.

48      Ειδικότερα, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών του, μολονότι η αποτελεσματική και ομοιόμορφη προστασία των καταχωρισμένων ονομασιών απαιτεί να μη λαμβάνονται υπόψη περιστάσεις που ενδέχεται να αποκλείουν την ύπαρξη υπαινιγμού μόνο για τους καταναλωτές ενός κράτους μέλους, αντιθέτως, η απαίτηση αυτή δεν υπαγορεύει ότι υπαινιγμός που αξιολογείται σε σχέση με τους καταναλωτές ενός και μόνον κράτους μέλους δεν αρκεί για την ενεργοποίηση της προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006.

49      Ως εκ τούτου, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν τα εικονιστικά και λεκτικά στοιχεία που αφορούν το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης προϊόν, το οποίο παρασκευάζεται ή καταναλώνεται κυρίως στην Ισπανία, θυμίζουν στους καταναλωτές του κράτους μέλους αυτού την εικόνα μιας καταχωρισμένης ονομασίας, η οποία, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να προστατεύεται έναντι υπαινιγμού που λαμβάνει χώρα στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης.

50      Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια του μέσου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, και του οποίου την αντίληψη πρέπει να λάβει υπόψη το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει αν υφίσταται «υπαινιγμός» κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, πρέπει να εκλαμβάνεται ως έννοια που παραπέμπει στους Ευρωπαίους καταναλωτές, περιλαμβανομένων των καταναλωτών του κράτους μέλους όπου παρασκευάζεται το προϊόν διά του οποίου γίνεται υπαινιγμός στην προστατευόμενη ονομασία ή με το οποίο συνδέεται γεωγραφικά η ονομασία αυτή και όπου καταναλώνεται κυρίως το προϊόν.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να δημιουργηθεί υπαινιγμός σε καταχωρισμένη ονομασία με τη χρήση εικονιστικών σημείων.

2)      Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρήση εικονιστικών σημείων που συνιστούν υπαινιγμό στη γεωγραφική περιοχή με την οποία συνδέεται μια ονομασία προέλευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, μπορεί να συνιστά υπαινιγμό στην ονομασία αυτή, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση που τα εν λόγω εικονιστικά σημεία χρησιμοποιούνται από παραγωγό εγκατεστημένο στην περιοχή αυτή, του οποίου ωστόσο τα προϊόντα, καίτοι παρόμοια ή συγκρίσιμα με εκείνα που προστατεύονται από την ονομασία προέλευσης, δεν καλύπτονται από τη συγκεκριμένη ονομασία.

3)      Η έννοια του μέσου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, και του οποίου την αντίληψη πρέπει να λάβει υπόψη το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει αν υφίσταται “υπαινιγμός” κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006, πρέπει να εκλαμβάνεται ως έννοια που παραπέμπει στους Ευρωπαίους καταναλωτές, περιλαμβανομένων των καταναλωτών του κράτους μέλους όπου παρασκευάζεται το προϊόν διά του οποίου γίνεται υπαινιγμός στην προστατευόμενη ονομασία ή με το οποίο συνδέεται γεωγραφικά η ονομασία αυτή και όπου καταναλώνεται κυρίως το προϊόν.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.