Language of document : ECLI:EU:C:2019:345

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 2ας Μαΐου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Σύμβαση του Λουγκάνο II – Άρθρο 15 – Συμβάσεις καταναλωτών – Σχέση με την οδηγία 2008/48/ΕΚ –Συμβάσεις καταναλωτικής πίστης – Άρθρα 2 και 3 – Έννοιες του «καταναλωτή» και των «δικαιοπραξιών στις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία» – Ανώτατο ποσό της πίστωσης – Δεν ασκεί επιρροή υπό το πρίσμα του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ»

Στην υπόθεση C‑694/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Λουξεμβούργο) με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Pillar Securitisation Sàrl

κατά

Hildur Arnadottir,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Prechal, πρόεδρο τμήματος, F. Biltgen, J. Malenovský, C. G. Fernlund (εισηγητή) και L. S. Rossi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Pillar Securitisation Sàrl, εκπροσωπούμενη από τον A. Moro, avocat,

–        η H. Arnadottir, εκπροσωπούμενη από τον M. Mailliet, avocat,

–        η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την D. Holderer,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes, M. Figueiredo και P. Lacerda,

–        η Ελβετική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Schöll,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την M. Heller και τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου 2007, η οποία εγκρίθηκε στο όνομα της Κοινότητας με την απόφαση 2009/430/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ 2009, L 147, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση του Λουγκάνο II).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Pilar Securitisation Sàrl και της Hildur Arnadottir σχετικά με αίτημα απόδοσης δανείου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η Σύμβαση του Λουγκάνο II

3        Ο τίτλος II της Συμβάσεως του Λουγκάνο II (Διεθνής δικαιοδοσία), περιλαμβάνει, στο τμήμα 4 (Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών), το άρθρο 15, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 και του άρθρου 5, παράγραφος 5:

α)      όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος· ή

β)      όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών· ή

γ)      σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του δεσμευομένου από την παρούσα σύμβαση κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ο καταναλωτής ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους, και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.

[...]

3.      Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μεταφοράς, πλην των συμβάσεων στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος.»

4        Το άρθρο 16, παράγραφος 2, της Σύμβασης αυτής έχει ως εξής:

«Η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του δεσμευομένου από την παρούσα σύμβαση κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής.»

5        Το άρθρο 17 της ίδιας Σύμβασης ορίζει τα εξής:

«Παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος είναι δυνατή μόνο με συμφωνίες:

1.      μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς· ή

2.      που επιτρέπουν στον καταναλωτή να προσφύγει και σε άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που προβλέπονται στο παρόν τμήμα· ή

3.      που, έχοντας συναφθεί ανάμεσα σε καταναλωτή και αντισυμβαλλόμενο με κατοικία ή συνήθη διαμονή, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ίδιο δεσμευόμενο από την παρούσα σύμβαση κράτος, απονέμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια αυτού του κράτους, εκτός αν το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους απαγορεύει τέτοιες συμφωνίες.»

6        Η απόφαση 2009/430 αναφέρει, στην αιτιολογική σκέψη 4, τα εξής:

«Λαμβανομένης υπόψη της παράλληλης λειτουργίας των καθεστώτων [της σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), στην ενοποιημένη έκδοσή της (ΕΕ 1998, C 27, σ. 1) και της σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στο Λουγκάνο στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 (ΕΕ 1988, L 319, σ. 9)] για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, οι κανόνες της σύμβασης του Λουγκάνο θα πρέπει να ευθυγραμμισθούν με τους κανόνες του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 [του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1)], κατά τρόπον ώστε να επιτευχθεί ο ίδιος βαθμός κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των οικείων κρατών της ΕΖΕΣ.»

 Οι κανονισμοί 44/2001 και (ΕΕ) 1215/2012

7        Η Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 44/2001 και έπειτα από τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), ο οποίος κατήργησε τον κανονισμό 44/2001.

 Η οδηγία 2008/48/EK

8        Η οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66), στην αιτιολογική σκέψη 10, αναφέρει τα εξής:

«Οι ορισμοί που περιέχονται στην παρούσα οδηγία καθορίζουν το εύρος της εναρμόνισης. Η υποχρέωση των κρατών μελών να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει, συνεπώς, να περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής της, όπως οριοθετείται από τους ορισμούς αυτούς. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν, σύμφωνα με το [δίκαιο της Ένωσης], τις οικείες διατάξεις σε τομείς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Με αυτό τον τρόπο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να διατηρούν ή να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις αντίστοιχες προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας ή προς ορισμένες από τις διατάξεις της σχετικά με συμβάσεις πίστωσης που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, π.χ. συμβάσεις πίστωσης που αφορούν ποσά κάτω των 200 ευρώ ή άνω των 75 000 ευρώ. [...]»

9        Το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης.

2.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις:

[...]

γ) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75 000 ευρώ·

[...]».

10      Το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/48 ορίζει την έννοια του «καταναλωτή» ως εξής:

«[...] κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που είναι άσχετοι με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

11      Η H. Arnadottir, κάτοικος Ισλανδίας, συνήψε, τον Μάρτιο 2005, δάνειο ποσού 193 621 074 ISK (ισλανδικών κορονών), που αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο του ενός εκατομμυρίου ευρώ, με την Kaupthing Bank Luxembourg (KBL). Το δάνειο ήταν επιστρεπτέο με εφάπαξ πληρωμή το αργότερο την 1η Μαρτίου 2010.

12      Σκοπός του δανείου ήταν να της δοθεί η δυνατότητα να αποκτήσει μετοχές της ισλανδικής εταιρίας Bakkavör Group hf της οποίας η ίδια ήταν υπάλληλος.

13      Η πληρωμή της πίστωσης εξασφαλίστηκε με εγγύηση του Bakkavör Group, η οποία, κατά τη διατύπωση του αιτούντος δικαστηρίου, συνήφθη το νωρίτερο κατά το έτος 2009. Η εν λόγω εγγύηση υπεγράφη από δύο διευθυντικά στελέχη της εν λόγω εταιρείας, εκ των οποίων το ένα ήταν η ίδια η H. Arnadottir.

14      Στη συνέχεια, η KBL διασπάστηκε σε δύο οντότητες. Η Pillar Securitisation, μία εξ αυτών, ζήτησε την απόδοση του δανείου που είχε λάβει η H. Arnadottir.

15      Δεδομένου ότι η τελευταία δεν είχε αποπληρώσει το δάνειο αυτό, η Pillar Securitisation, άσκησε, κατά το έτος 2011, αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου, επικαλούμενη τη ρήτρα της δανειακής σύμβασης η οποία προέβλεπε παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των ως άνω δικαστηρίων.

16      Το tribunal d’arrondissement de Luxembourg (πρωτοδικείο Λουξεμβούργου) έκρινε, εντούτοις, ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή, με το σκεπτικό ότι η Η. Arnadottir πρέπει να θεωρηθεί «καταναλωτής», κατά την έννοια του άρθρου 15 της Συμβάσεως του Λουγκάνο ΙΙ. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου έπρεπε να μην εφαρμοστεί, επειδή δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις παρεκκλίσεως που περιέχονται στο άρθρο 17 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ.

17      Στον δεύτερο βαθμό, το Cour d’appel (εφετείο, Λουξεμβούργο) επικύρωσε, με απόφαση της 27ης Απριλίου 2016, την κρίση ότι τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας να αποφανθούν επί της αγωγής της Pillar Securitisation.

18      Η τελευταία άσκησε, συνακόλουθα, αναίρεση, υποστηρίζοντας ότι το Cour d’appel (εφετείο) παραβίασε το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ. Ισχυρίστηκε, ειδικότερα, πρώτον, ότι το Cour d’appel (εφετείο) κακώς έκρινε ότι η Η. Arnadottir επιδίωκε ιδιωτικούς σκοπούς. Δεύτερον, το εν λόγω δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 15, κρίνοντας ότι σύμβαση δανείου ύψους άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα μπορούσε να είναι σύμβαση συναφθείσα από «καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 15.

19      Κατά την Pillar Securitisation, προκειμένου να κριθεί αν μια σύμβαση δανείου αποτελεί σύμβαση συναφθείσα από καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, πρέπει να εξεταστεί εάν συνιστά «σύμβαση καταναλωτικής πίστης», κατά την έννοια της οδηγίας 2008/48. Αυτό προκύπτει από την αφορώσα την εν λόγω Σύμβαση εισηγητική έκθεση του καθηγητή Fausto Pocar (ΕΕ 2009, C 319, σ. 1). Συνεπώς, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις δανείου ποσού μεγαλύτερου των 200 ευρώ και μικρότερου των 75 000 ευρώ, εκτός εάν η εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας προβλέπει υψηλότερο ανώτατο όριο. Δεδομένου ότι η νομοθεσία του Λουξεμβούργου δεν προβλέπει υψηλότερο ανώτατο όριο, η σύμβαση δανείου της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και, κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ.

20      Το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Λουξεμβούργο) εκτιμά ότι ανακύπτει το ερώτημα πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια του «καταναλωτή» κατά το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ και το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/48. Διερωτάται, ειδικότερα, εάν ο ορισμός του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης επηρεάζει τον ορισμό της έννοιας του «καταναλωτή», κατά το ως άνω άρθρο 15.

21      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ποσού της πίστωσης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48 [...], μπορεί ένα πρόσωπο να θεωρηθεί “καταναλωτής”, κατά την έννοια του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, ελλείψει εθνικής διάταξης για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας σε τομείς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, για τον λόγο ότι η σύμβαση συνήφθη για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική του δραστηριότητα;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

22      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να κριθεί εάν μια σύμβαση πίστωσης αποτελεί σύμβαση πίστωσης συναφθείσα από «καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 15, πρέπει να εξεταστεί εάν η σύμβαση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48, υπό την έννοια ότι το συνολικό ποσό της επίμαχης πίστωσης δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας και εάν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας δεν προβλέπει υψηλότερο ανώτατο όριο.

23      Εάν σύμβαση δανείου, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αποτελεί σύμβαση συναφθείσα από «καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, τούτο συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 16 της εν λόγω Σύμβασης, ότι τα δικαστήρια του δεσμευομένου από τη Σύμβαση αυτήν κράτους στο έδαφος του οποίου ο καταναλωτής έχει την κατοικία του, εν προκειμένω τα ισλανδικά δικαστήρια, έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αντιθέτως, εάν η επίμαχη σύμβαση δεν είναι καταναλωτική σύμβαση που καλύπτεται από το εν λόγω άρθρο 15, διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια που ορίζονται από τη ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως αυτή διατυπώνεται στην εν λόγω σύμβαση, εν προκειμένω τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου.

24      Θα πρέπει να σημειωθεί, προκαταρκτικώς, ότι η Pillar Securitisation ισχυρίζεται ότι η Η. Arnadottir επιδίωκε επαγγελματικούς σκοπούς και ότι δεν εμπίπτει στον ορισμό του «καταναλωτή». Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο δεν υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με τον σκοπό του δανείου που συνήψε ένα πρόσωπο, όπως η Η. Arnadottir. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο εκκινώντας από την παραδοχή ότι η επίμαχη σύμβαση έχει συναφθεί για σκοπό ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα της Η. Arnadottir. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει επαρκείς πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο, εφόσον χρειαστεί, να παράσχει χρήσιμες οδηγίες σχετικά με το θέμα αυτό.

25      Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, να αναλυθεί ο σκοπός της σύμβασης δανείου που συνήφθη από πρόσωπο, όπως η Η. Arnadottir.

26      Θα πρέπει, αντιθέτως, να εξεταστεί κατά πόσον το γεγονός ότι μια σύμβαση πίστωσης υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 75 000 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/48, όταν το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει ανώτατο όριο μεγαλύτερο από το ποσό αυτό, εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ.

27      Όσον αφορά την ερμηνεία της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, πρέπει αρχικώς να υπομνησθεί ότι η εν λόγω Σύμβαση χρησιμοποιεί σχεδόν ταυτόσημους όρους με εκείνους των αντίστοιχων άρθρων των κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 και ότι πρέπει να διασφαλιστεί συγκλίνουσα ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων των πράξεων αυτών (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Schlömp, C‑467/16, EU:C:2017:993, σκέψεις 46 και 47).

28      Το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ αφορά τις συμβάσεις που συνάπτονται από ένα πρόσωπο, τον καταναλωτή, για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική του δραστηριότητα. Οι σχετικές συμβάσεις εξειδικεύονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, σχετικά με την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού 44/2001 που συμπεριλήφθηκε στον κανονισμό 1215/2012, πλην ορισμένων συμβάσεων μεταφοράς οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, της εν λόγω Σύμβασης, η παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του άρθρου αυτού αφορά το σύνολο των συμβάσεων, ανεξαρτήτως του αντικειμένου τους, εφόσον συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία και εφόσον εμπίπτουν στις εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες του δευτέρου (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2009, Ilsinger, C‑180/06, EU:C:2009:303, σκέψη 50).

29      Η οδηγία 2008/48, ορίζει, από την πλευρά της, τον «καταναλωτή», στο άρθρο 3, ως κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η εν λόγω οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που είναι άσχετοι με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του.

30      Οι επίμαχες δικαιοπραξίες, χωρίς να αποτελούν αντικείμενο ορισμού, καλύπτονται από το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/48, που φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», το οποίο προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης, αλλά, σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχείο γʹ, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75 000 ευρώ.

31      Επιπλέον, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεών του, από το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ και από το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/48 προκύπτει ότι η έννοια του «καταναλωτή» ορίζεται με τρόπο σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημο στις δύο αυτές πράξεις, δηλαδή ως αναφορά σε πρόσωπο που συνάπτει σύμβαση για σκοπό ή επιδιώκοντας σκοπό «ξένο προς την επαγγελματική του δραστηριότητα».

32      Ωστόσο, οι δικαιοπραξίες που καλύπτονται από την οδηγία 2008/48 αφορούν συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται από καταναλωτή και περιορίζονται σε εκείνες των οποίων το συνολικό ποσό της πίστωσης υπερβαίνει το κατώτατο όριο των 200 ευρώ και δεν ξεπερνά το ανώτατο όριο των 75 000 ευρώ, ενώ, στην περίπτωση των καταναλωτικών συμβάσεων της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, δεν προβλέπεται τέτοιου είδους κατώτατο και ανώτατο όριο.

33      Πρέπει επομένως να προσδιοριστεί εάν οι συμβάσεις καταναλωτικής πίστης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ είναι μόνον εκείνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48 και, ως εκ τούτου, δεν περιλαμβάνουν τις εν λόγω συμβάσεις το συνολικό ποσό πίστωσης των οποίων είναι μικρότερο του κατώτατου ορίου των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο του ανώτατου ορίου των 75 000 ευρώ.

34      Σχετικά με το θέμα αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τους σκοπούς του νομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των συμβάσεων που συνάπτουν οι καταναλωτές καθώς επίσης και η συνοχή του δικαίου της Ένωσης, πρέπει, ειδικότερα, να ληφθεί υπόψη η έννοια του όρου «καταναλωτής» όπως περιλαμβάνεται σε άλλα νομοθετήματα του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Vapenik, C‑508/12, EU:C:2013:790, σκέψη 25, και της 25ης Ιανουαρίου 2018, Schrems, C‑498/16, EU:C:2018:37, σκέψη 28).

35      Ωστόσο, σε καμία περίπτωση η εν λόγω ανάγκη διασφάλισης συνέπειας μεταξύ των διαφορετικών νομικών πράξεων της Ένωσης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ερμηνεία των διατάξεων ενός κανονισμού που αφορά τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας μη συνάδουσα προς το σύστημα και τους σκοπούς αυτού (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Kainz, C‑45/13, EU:C:2014:7, σκέψη 20).

36      Πρέπει, επομένως, να ληφθεί εν τέλει υπόψη ο επιδιωκόμενος σκοπός των εν λόγω πράξεων, εν προκειμένω εκείνος της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ και εκείνος της οδηγίας 2008/48, προκειμένου να καθοριστεί εάν οι συμβάσεις καταναλωτικής πίστης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ είναι μόνον εκείνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48 και δεν περιλαμβάνουν, κατά συνέπεια, συμβάσεις όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης της οποίας το συνολικό ποσό πίστωσης υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 75 000 ευρώ.

37      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Σύμβαση του Λουγκάνο ΙΙ και η οδηγία 2008/48 επιδιώκουν διακριτούς σκοπούς.

38      Όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας 2008/48, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 9 της οδηγίας, αυτός συνίσταται στη θέσπιση, στον τομέα της καταναλωτικής πίστεως, πλήρους και υποχρεωτικής εναρμόνισης σε ορισμένους σημαντικούς τομείς, η οποία θεωρείται απαραίτητη για να εξασφαλισθεί υψηλό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των συμφερόντων όλων των καταναλωτών της Ένωσης και για να διευκολυνθεί, στον τομέα της καταναλωτικής πίστεως, η δημιουργία εσωτερικής αγοράς υπό συνθήκες εύρυθμης λειτουργίας (απόφαση της 27ης Μαρτίου 2014, LCL Le Crédit Lyonnais, C‑565/12, EU:C:2014:190, σκέψη 42).

39      Το Δικαστήριο έχει άλλωστε επισημάνει ότι ο σκοπός αυτός αποσκοπεί στην εξασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτών από την ανεύθυνη χορήγηση δανείων που υπερβαίνουν την οικονομική δυνατότητά τους και μπορούν να έχουν ως συνέπεια την αφερεγγυότητά τους (απόφαση της 27ης Μαρτίου 2014, LCL Le Crédit Lyonnais, C‑565/12, EU:C:2014:190, σκέψη 43).

40      Για τον σκοπό αυτό, η οδηγία 2008/48 αποσκοπεί στην εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του ουσιαστικού δικαίου των συμβάσεων καταναλωτικής πίστης, ιδίως όσον αφορά τους όρους σχετικά με την ενημέρωση του καταναλωτή ο οποίος είναι και ο δανειολήπτης. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλει στον δανειστή υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

41      Προς επιδίωξη του διττού σκοπού της οδηγίας αυτής που αποσκοπεί τόσο στην προστασία των καταναλωτών όσο και στη διευκόλυνση της δημιουργίας, στον τομέα της καταναλωτικής πίστεως, εσωτερικής αγοράς υπό συνθήκες εύρυθμης λειτουργίας, ο νομοθέτης της Ένωσης καθόρισε τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης οι οποίες ρυθμίζονται από τα μέτρα εναρμόνισης της οδηγίας αυτής περιορίζοντάς τες στις συμβάσεις των οποίων το συνολικό ποσό πίστωσης είναι μεγαλύτερο του κατώτατου ορίου των 200 ευρώ και μικρότερο του ανώτατου ορίου των 75 000 ευρώ.

42      Όσον αφορά τον σκοπό της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, η Σύμβαση αυτή δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση του ουσιαστικού δικαίου των καταναλωτικών συμβάσεων αλλά, όπως ο κανονισμός 44/2001 και μετέπειτα ο κανονισμός 1215/2012, στη θέσπιση των κανόνων βάσει των οποίων καθορίζεται το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί διαφοράς σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις η οποία αφορά, ειδικότερα, σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ ενός επαγγελματία ή εμπόρου και ενός προσώπου που επιδιώκει σκοπό ξένο προς την επαγγελματική δραστηριότητά του, προκειμένου να προστατευθεί, σε μια τέτοια περίπτωση, το τελευταίο αυτό πρόσωπο. Στο πλαίσιο της επιδίωξης του σκοπού αυτού, η εν λόγω Σύμβαση δεν έχει πεδίο εφαρμογής περιοριζόμενο βάσει συγκεκριμένων ποσών αλλά καλύπτει όλα τα είδη συμβάσεων, εκτός εκείνων που προσδιορίζει το άρθρο 15, παράγραφος 3, της Σύμβασης.

43      Λαμβανομένων υπόψη των διακριτών σκοπών της οδηγίας 2008/48 και της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, το γεγονός ότι μια σύμβαση πίστωσης, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48 λόγω του ότι το συνολικό ποσό της πίστωσης υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 75 000 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας δεν ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ.

44      Επιπλέον, όπως επισημαίνει επίσης ο γενικός εισαγγελέας, στο σημείο 48 των προτάσεών του, τυχόν οριοθέτηση της εμβέλειας του άρθρου 15 της Συμβάσεως του Λουγκάνο II από τα κατά την οδηγία 2008/48 όρια του συνολικού ποσού της πίστωσης θα οδηγούσε σε μια κατάσταση όπου πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμβαση πίστωσης ποσού κατώτερου των 200 ευρώ δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν τον προστατευτικό αυτό κανόνα που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 15. Ωστόσο, μια τέτοια κατάσταση δεν θα ήταν σύμφωνη προς τους επιδιωκόμενους από τη Σύμβαση του Λουγκάνο ΙΙ σκοπούς, δεδομένου ότι δεν υφίσταται ουσιαστική διαφορά όσον αφορά την τεκμαιρόμενη αδυναμία προσώπου που έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης ποσού 100 ευρώ σε σχέση με πρόσωπο που έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης ποσού 200 ευρώ.

45      Ομοίως, όσον αφορά το ανώτατο όριο των 75 000 ευρώ, ο καταναλωτής που έχει συνάψει σύμβαση πίστωσης ποσού μεγαλύτερου του ανώτατου αυτού ορίου δεν είναι λιγότερο άξιος της προστασίας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 15.

46      Κατά συνέπεια, ούτε το γεγονός ότι το ανώτατο όριο που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στην οδηγία 2008/48 ασκεί επιρροή προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον σύμβαση πίστωσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ.

47      Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών πρέπει να αναγνωσθεί η μνημονευόμενη στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως εισηγητική έκθεση του καθηγητή F. Pocar, στην οποία αναφέρθηκε η Pillar Securitisation. Η έκθεση αυτή, στο σημείο 81, αναφέρει ότι το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ διευρύνει σημαντικά το φάσμα των συμβάσεων που συνάπτουν καταναλωτές, σε σύγκριση με τις προγενέστερες διατάξεις τις οποίες αντικατέστησε. Η εν λόγω έκθεση προσθέτει ότι η ευρεία έννοια που αποδίδεται στις συμβάσεις που συνάπτουν καταναλωτές διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της παρεχόμενης προστασίας και περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις που ρυθμίζονται από τις οδηγίες της Ένωσης ως συμβάσεις συναφθείσες από καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων καταναλωτικής πίστης καθόσον ρυθμίζονται από την οδηγία 2008/48. Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στην εν λόγω οδηγία πρέπει να θεωρηθεί ενδεικτική και δεν θα μπορούσε να εκληφθεί υπό την έννοια ότι, όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται από καταναλωτή, μόνον αυτές που εμπίπτουν στην οδηγία 2008/48 και δεν ξεπερνούν το σε αυτήν προβλεπόμενο ανώτατο όριο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ.

48      Η απάντηση που πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα είναι ότι το άρθρο 15 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να κριθεί αν μια σύμβαση πίστωσης αποτελεί σύμβαση πίστωσης συναφθείσα από «καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 15, παρέλκει να εξεταστεί εάν η σύμβαση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48, υπό την έννοια ότι το συνολικό ποσό της επίμαχης πίστωσης δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, και δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας δεν προβλέπει υψηλότερο ανώτατο όριο.

 Επί των δικαστικών εξόδων

49      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 15 της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη την 30ή Οκτωβρίου 2007, η οποία εγκρίθηκε στο όνομα της Κοινότητας με την απόφαση 2009/430/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να κριθεί αν μια σύμβαση πίστωσης αποτελεί σύμβαση πίστωσης συναφθείσα από «καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 15, παρέλκει να εξεταστεί εάν η σύμβαση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, υπό την έννοια ότι το συνολικό ποσό της επίμαχης πίστωσης δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, και δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας δεν προβλέπει υψηλότερο ανώτατο όριο.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.