Language of document : ECLI:EU:C:2019:387

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 8ης Μαΐου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Εργασία ορισμένου χρόνου – Συμβάσεις που συνάπτονται με εργοδότη του δημόσιου τομέα – Μέτρα προς επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου – Μετατροπή της σχέσης εργασίας σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου – Περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της μετατροπής – Μη καταβολή χρηματικής αποζημίωσης»

Στην υπόθεση C‑494/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte d’appello di Trento (εφετείο του Τρέντο, Ιταλία) με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Αυγούστου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Ministero dell’Istruzione, dell’Università e della Ricerca – MIUR

κατά

Fabio Rossato,

Conservatorio di Musica F. A. Bonporti,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύουσα του πρώτου τμήματος, A. Arabadjiev (εισηγητή), E. Regan, C. G. Fernlund και S. Rodin, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο F. Rossato, εκπροσωπούμενος από την A. Mastrolia, avvocatessa,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τις L. Fiandaca, C. Colelli και G. D’Avanzo, avvocati dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Gattinara και M. van Beek,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Δεκεμβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Ministero dell’Istruzione, dell’Università et della Ricerca – MIUR (Υπουργείου Παιδείας, Πανεπιστημίων και Έρευνας – MIUR, Ιταλία) και, αφετέρου, του Fabio Rossato και του Conservatorio di Musica F. A. Bonporti (ωδείου F. A. Bonporti, Ιταλία), όσον αφορά την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται να υπέστη ο F. Rossato λόγω της χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά την περίοδο από τις 18 Νοεμβρίου 2003 μέχρι τις 2 Σεπτεμβρίου 2015.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 1999/70 αποσκοπεί, κατά το άρθρο της 1, «στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου [...] που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα [Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES), Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων (CEEP)]».

4        Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας αυτής είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

5        Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία τιτλοφορείται «Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», προβλέπει:

«1.      Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)      αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·

β)      τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·

γ)      τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

2.      Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α)      θεωρούνται “διαδοχικές”·

β)      χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»

 Το ιταλικό δίκαιο

6        Το άρθρο 1 του legge n. 107 – Riforma del sistema nazionale di istruzione e formazione e delega per il riordino delle disposizioni legislative vigenti (νόμου αριθ. 107, για τη μεταρρύθμιση του εθνικού συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης και για την ανάθεση αρμοδιοτήτων για την αναθεώρηση των ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων), της 13ης Ιουλίου 2015 (GURI αριθ. 162, της 15ης Ιουλίου 2015, στο εξής: νόμος 107/2015), ορίζει, στην παράγραφο 95:

«Για το σχολικό έτος 2015/2016, το [MIUR] δύναται να θέσει σε εφαρμογή ένα έκτακτο πρόγραμμα προσλήψεων εκπαιδευτικών με συμβάσεις αορίστου χρόνου για τα δημόσια σχολικά ιδρύματα όλων των βαθμίδων, προκειμένου να καλυφθούν οι κενές θέσεις όλων των “εκ του νόμου” οργανικών τακτικών θέσεων και των θέσεων ειδικής αγωγής, οι οποίες παραμένουν κενές και διαθέσιμες μετά την ολοκλήρωση των μονιμοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν για το εν λόγω σχολικό έτος, δυνάμει του άρθρου 399 του κωδικοποιημένου κειμένου του [decreto legislativo n. 297 – Testo unico delle disposizioni legislative in materia di istruzione (νομοθετικού διατάγματος 297/1994, για την κωδικοποίηση των νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν στον τομέα της εκπαίδευσης), της 16ης Απριλίου 1994 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 115, της 19ης Μαΐου 1994) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 297/1994)], κατόπιν των οποίων καταργούνται οι εφεδρικοί πίνακες των διαγωνισμών βάσει τίτλων και εξετάσεων που είχαν δημοσιευθεί πριν από το 2012 [...].»

7        Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 131, του νόμου 107/2015:

«Από 1ης Σεπτεμβρίου 2016 η συνολική διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται με διδακτικό, εκπαιδευτικό, διοικητικό, τεχνικό και επικουρικό προσωπικό σε δημόσια σχολικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα για την κάλυψη κενών και διαθέσιμων θέσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τριάντα έξι μήνες, έστω και μη συναπτούς.»

8        Το άρθρο 1, παράγραφος 132, του νόμου 107/2015 έχει ως εξής:

«H κατάσταση προβλέψεων του [MIUR] προβλέπει τη σύσταση ταμείου για πληρωμές σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με αντικείμενο την αποκατάσταση ζημιών που προκύπτουν από την ανανέωση συμβάσεων [εργασίας] ορισμένου χρόνου για συνολική διάρκεια άνω των τριάντα έξι μηνών, έστω και μη συναπτών, για την κάλυψη κενών και διαθέσιμων θέσεων εργασίας, με προϋπολογισμό 10 εκατομμυρίων ευρώ για καθένα από τα έτη 2015 και 2016 [...].»

9        Το άρθρο 399 του νομοθετικού διατάγματος 297/1994 προβλέπει ότι η πρόσληψη του διδακτικού προσωπικού πραγματοποιείται με διαγωνισμό και βάσει εφεδρικών πινάκων διαρκούς ισχύος.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

10      Ο F. Rossato προσλήφθηκε από το Conservatorio Statale di Musica di Trento F. A. Bonporti (ωδείο του Τρέντο, F. A. Bonporti, Ιταλία, στο εξής: ωδείο) ως καθηγητής ακορντεόν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη συνάφθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2003. Η εν λόγω σχέση εργασίας συνεχίστηκε χωρίς διακοπή βάσει 17 διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για την άσκηση των ίδιων καθηκόντων.

11      Στις 20 Δεκεμβρίου 2011 ο F. Rossato άσκησε ενώπιον του Tribunale di Rovereto (πρωτοδικείου του Rovereto, Ιταλία) προσφυγή-αγωγή ζητώντας να αναγνωριστεί ότι ήταν παράνομες οι ρήτρες που προέβλεπαν συγκεκριμένη ημερομηνία λύσεως των διαδοχικών μεμονωμένων συμβάσεων ορισμένου χρόνου που συνήψε με τον εργοδότη του και να μετατραπεί η σχέση εργασίας του σε σχέση αορίστου χρόνου με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης (στο εξής: μετατροπή). Ζήτησε επίσης, επικουρικώς, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της καταχρηστικής σύναψης των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και την προσμέτρηση, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου, για τον προσδιορισμό της αμοιβής του, της αποκτηθείσας στο πλαίσιο της εν λόγω εργασιακής σχέσης προϋπηρεσίας του. Το Tribunale di Rovereto (πρωτοδικείο του Rovereto) δέχθηκε μόνο το αίτημα αναγνώρισης, για τον προσδιορισμό της αμοιβής του, της αποκτηθείσας προϋπηρεσίας. Το πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα σχετικά με την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

12      Το Corte d’appello di Trento (εφετείο του Τρέντο, Ιταλία), το οποίο επιλήφθηκε εφέσεως που άσκησε κατά της απόφασης αυτής το MIUR στις 5 Μαρτίου 2013, και στη συνέχεια αντέφεσης που άσκησε στις 31 Μαΐου 2013 ο F. Rossato, ανέστειλε την εκδίκαση της υπόθεσης επανειλημμένα αναμένοντας, αφενός, την έκδοση της απόφασης της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401), και, αφετέρου, την έκδοση των αποφάσεων του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ιταλία) και του Corte suprema di cassazione (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία), σχετικά με τον νόμο 107/2015, ο οποίος θεσπίσθηκε στις 13 Ιουλίου 2015, κατόπιν της αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401), προκειμένου να προσαρμοστεί η εθνική νομοθεσία στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία-πλαίσιο τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση.

13      Στις 2 Σεπτεμβρίου 2015, κατά τη διαδικασία ενώπιον του εφετείου, ο εργοδότης του F. Rossato τον μονιμοποίησε αναδρομικώς με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2014, καθιστώντας έτσι τη σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η μονιμοποίηση του F. Rossato, η οποία πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 399 του νομοθετικού διατάγματος 297/1994, έγινε βάσει της κατάταξής του στους εφεδρικούς πίνακες διαρκούς ισχύος και όχι βάσει εφαρμογής του εκτάκτου προγράμματος προσλήψεων που προέβλεπε ο νόμος 107/2015.

14      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), στηριζόμενο στη νομολογία του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου), είχε κρίνει ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 95, του νόμου 107/2015 για την έκτακτη πρόσληψη των εκπαιδευτικών που είχαν υψηλή κατάταξη στους εφεδρικούς πίνακες εφάρμοζαν τους κανόνες που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401). Το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η μετατροπή της σχέσης εργασίας σε αορίστου χρόνου, που προβλέπεται από τον νόμο αυτόν βάσει του έκτακτου σχεδίου προσλήψεων, καθώς και οι λοιπές ενδεχόμενες μετατροπές της σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, όπως η μονιμοποίηση λόγω της εξέλιξης της κατάταξης στον εφεδρικό πίνακα, συνιστούσαν, όσον αφορά τις περιπτώσεις καταχρηστικής πρακτικής πριν από την ισχύ του νόμου 107/2015, αναλογικά, αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα για την πάταξη των εν λόγω καταχρηστικών πρακτικών, και κατά συνέπεια ο εργαζόμενος του οποίου η σχέση εργασίας μετατράπηκε, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούσε να αξιώσει καμία χρηματική αποζημίωση συναφώς.

15      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί ωστόσο αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα μιας τέτοιας νομολογιακής ερμηνείας σε σχέση με τη συμφωνία-πλαίσιο και τους κανόνες που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401).

16      Υπό τις συνθήκες αυτές το Corte d’appello di Trento (εφετείο του Τρέντο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου […] την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφοι 95, 131 και 132, του νόμου 107/2015, οι οποίες προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εκπαιδευτικών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μόνο για το μέλλον, χωρίς αναδρομική ισχύ και χωρίς αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί, ως μέτρα με αναλογικό, αρκούντως αποτελεσματικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα που διασφαλίζουν πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων της συμφωνίας-πλαισίου, σε σχέση με την παραβίασή της μέσω της καταχρηστικής ανανεώσεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της περιόδου κατά την οποία προορίζονταν να παραγάγουν αποτελέσματα τα μέτρα των ως άνω διατάξεων;»

 Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

17      Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Προβάλλει συναφώς ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι υποθετικό κατά το μέρος που αφορά το άρθρο 1, παράγραφοι 95, 131 και 132, του νόμου 107/2015, διότι ο εν λόγω κανονισμός δεν έχει εφαρμογή στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκθέτει ότι η μετατροπή της σχέσης εργασίας του F. Rossato δεν πραγματοποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 95, του νόμου αυτού, αλλά βάσει «προγενέστερων διαγωνιστικών διαδικασιών επιλογής», όπως οι διεξαγόμενες πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, και εν προκειμένω η μονιμοποίηση πραγματοποιήθηκε βάσει της κατάταξης στον πίνακα επιτυχόντων.

18      Εντούτοις, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) και το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), εφαρμόζοντας τον νόμο 107/2015, ο οποίος αποκλείει, κατά κανόνα, την αποζημίωση του εργαζομένου όταν η σχέση εργασίας του ορισμένου χρόνου μετατράπηκε σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δεν διακρίνουν μεταξύ των περιπτώσεων μετατροπής της σχέσης εργασίας κατ’ εφαρμογή του νόμου αυτού, ιδίως στο πλαίσιο του έκτακτου σχεδίου προσλήψεων που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 95, και των περιπτώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διαγωνιστικών διαδικασιών επιλογής που θεσπίστηκαν πριν από την έκδοση του εν λόγω νόμου. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τα ως άνω δικαστήρια έχουν επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του νόμου 107/2015 στους εκπαιδευτικούς, όπως ο F. Rossato, των οποίων η εργασιακή σχέση μετατράπηκε βάσει των εν λόγω διαδικασιών, με αποτέλεσμα να αποκλείεται, και για τους εκπαιδευτικούς αυτούς, κάθε δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης.

19      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2018, Minister for Justice and Equality και Commissioner of An Garda Síochána, C‑378/17, EU:C:2018:979, σκέψη 27 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το υποβληθέν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα δεν έχει υποθετικό χαρακτήρα και ότι, ως εκ τούτου, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο τελευταίο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση η οποία θα του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό και εφόσον είναι αναγκαίο, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Μαρτίου 2014, Le Rayon d’Or, C‑151/13, EU:C:2014:185, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22      Συναφώς, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής, στις 2 Σεπτεμβρίου 2015 η σχέση εργασίας του F. Rossato μετατράπηκε από ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με ισχύ αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 2014.

23      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα αφορά, κατ’ ουσίαν, το αν η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όπως εφαρμόζεται από τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια, αποκλείει, για τους εκπαιδευτικούς του δημόσιου τομέα των οποίων η σχέση εργασίας μετατράπηκε από σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με περιορισμένη αναδρομική ισχύ, κάθε δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης λόγω καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

24      Εισαγωγικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη, για να αποτραπεί η καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, να λάβουν ένα τουλάχιστον από τα μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα αυτή, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto, C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 32).

25      Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, καθώς έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στην εν λόγω ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto, C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 33).

26      Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητά της (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto, C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 34).

27      Επιπλέον, όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Κατά συνέπεια, όταν έχει γίνει καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις για την κατάχρηση αυτή και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C‑362/13, C‑363/13 και C‑407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64· της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, καθώς και της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 31).

29      Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, αφού η αποστολή αυτή ανήκει αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο οφείλει, εν προκειμένω, να διαπιστώσει αν οι διατάξεις της κρίσιμης εθνικής ρυθμίσεως πληρούν τις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις. Εντούτοις, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, δύναται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να προβεί σε διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στην κρίση του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 45).

30      Επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι, με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ρύθμιση που ίσχυε πριν από τον νόμο 107/2015 δεν προέβλεπε κύρωση αρκούντως αποτελεσματική και αποτρεπτική για να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μόνη δυνατότητα, για τους εκπαιδευτικούς στην υπόθεση εκείνη, μετατροπής της σχέσης εργασίας τους ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου εξηρτάτο από τη μονιμοποίησή τους βάσει της εξέλιξης της κατάταξης στους εφεδρικούς πίνακες διαρκούς ισχύος και, ως εκ τούτου, από περιστάσεις που έπρεπε να θεωρηθούν ως απρόβλεπτες και τυχαίες, καθόσον τελούσαν σε συνάρτηση με τη συνολική διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και με τον αριθμό των κενών θέσεων (πρβλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 107).

31      Το Δικαστήριο στηρίχθηκε συναφώς στο γεγονός ότι ο χρόνος που απαιτούνταν για τη μονιμοποίηση των εκπαιδευτικών ήταν μεταβλητός και αβέβαιος (πρβλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 105).

32      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που διαθέτει το Δικαστήριο, ο εθνικός νομοθέτης, για να εξασφαλίσει τη μετάβαση προς ένα νέο σύστημα που περιέχει μέτρα για την αποτροπή και την πάταξη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, θέσπισε ένα έκτακτο πρόγραμμα προσλήψεων, το οποίο προβλέπει τη μετατροπή, κατά το σχολικό έτος 2015/2016, όλων των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθησαν με εκπαιδευτικούς υπό καθεστώς «αβεβαιότητας», με τη σταδιακή και οριστική εξάντληση των εφεδρικών καταλόγων και των κατατάξεων που χρησιμοποιούσε η διοίκηση για την πρόσληψη εκπαιδευτικών με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

33      Η Ιταλική Κυβέρνηση επισήμανε επίσης ότι συνέχιζε, παράλληλα, μέχρι την ολοκλήρωσή τους, τις εκκρεμείς διαδικασίες μονιμοποίησης των εκπαιδευτικών που βρίσκονταν ήδη εγγεγραμμένοι στην κορυφή των εφεδρικών πινάκων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1, παράγραφος 95, του νόμου 107/2015 ορίζει, συναφώς, ότι το έκτακτο πρόγραμμα προσλήψεων τέθηκε σε εφαρμογή «για την πλήρωση όλων των θέσεων [...] που παραμένουν κενές και ελεύθερες μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών πρόσληψης που πραγματοποιήθηκαν κατά το ίδιο σχολικό έτος δυνάμει του άρθρου 399 του [νομοθετικού διατάγματος 297/1994]», δηλαδή των μονιμοποιήσεων βάσει της εξέλιξης της κατάταξης στους εφεδρικούς πίνακες διαρκούς ισχύος.

34      Επομένως, υπό την επιφύλαξη των ελέγχων που θα πραγματοποιήσει συναφώς το αιτούν δικαστήριο, οι έκτακτες προσλήψεις και οι διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 399 του νομοθετικού διατάγματος 297/1994, όπως η διαδικασία που οδήγησε στη μονιμοποίηση του F. Rossato, αφορούν την ίδια κατηγορία εκπαιδευτικού προσωπικού, και, ως εκ τούτου, η σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου του F. Rossato έπρεπε να μετατραπεί, το αργότερο μέχρι το τέλος του σχολικού έτους 2015/2016, σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, είτε λόγω της ολοκλήρωσης εκκρεμούς διαδικασίας μονιμοποίησης είτε κατ’ εφαρμογή του έκτακτου προγράμματος προσλήψεων.

35      Από το γεγονός αυτό, αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η περίπτωση του F. Rossato εντάσσεται, λόγω της μεταρρύθμισης που τέθηκε σε εφαρμογή με τον νόμο 107/2015, σε ένα πλαίσιο αισθητά διαφορετικό, από πραγματικής και νομικής απόψεως, από την περίπτωση την οποία αφορούσε η απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401).

36      Συγκεκριμένα, αντίθετα προς την περίπτωση των εκπαιδευτικών στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, η μετατροπή της σχέσης εργασίας του F. Rossato δεν ήταν αβέβαιη και δεν είχε απρόβλεπτο και τυχαίο χαρακτήρα, καθόσον είχε καταστεί υποχρεωτική από τον νόμο 107/2015.

37      Επομένως, ο αρκούντως αποτελεσματικός και αποτρεπτικός χαρακτήρας της κυρώσεως που προβλέπει η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να κλονιστεί από τον φερόμενο ως απρόβλεπτο και τυχαίο χαρακτήρα της μετατροπής της σχέσης εργασίας.

38      Όσον αφορά, δεύτερον, τη μη αποζημίωση σε περίπτωση μετατροπής μιας τέτοιας σχέσης εργασίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 24 έως 26 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που δύνανται να λάβουν προς επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής.

39      Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, όπως προκύπτει από τη ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο των μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, να μετατρέψουν τις σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι η σταθερότητα της απασχόλησης που παρέχουν οι σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν το κύριο στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων.

40      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, κατ’ ουσίαν, ότι ρύθμιση που προβλέπει επιτακτικό κανόνα κατά τον οποίο, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι εν λόγω συμβάσεις μετατρέπονται σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, ενδέχεται να περιέχει μέτρο το οποίο πράγματι επιβάλλει κυρώσεις στην εν λόγω καταχρηστική χρησιμοποίηση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C‑362/13, C‑363/13 και C‑407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 70 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) και, ως εκ τούτου, πληροί τις απαιτήσεις που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 27 και 28 της παρούσας αποφάσεως.

41      Ωστόσο, η νομολογία δεν απαιτεί σώρευση μέτρων (πρβλ. αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, Marshall, C‑271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 25, καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Arjona Camacho, C‑407/14, EU:C:2015:831, σκέψεις 32 και 35).

42      Επιπλέον, ούτε η αρχή της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς ούτε η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλουν την καταβολή αποζημιώσεως τιμωρητικού χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Arjona Camacho, C‑407/14, EU:C:2015:831, σκέψη 37).

43      Συγκεκριμένα, οι αρχές αυτές επιβάλλουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν προσήκουσα αποκατάσταση της ζημίας, η οποία να μην είναι μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση, χωρίς ωστόσο και να υπερβαίνει τα όρια της πλήρους αποκατάστασης (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, von Colson και Kamann, 14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 28· της 2ας Αυγούστου 1993, Marshall, C‑271/91, EU:C:1993:335, σκέψη 26, καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Arjona Camacho, C‑407/14, EU:C:2015:831, σκέψη 33).

44      Κατά τα λοιπά, καθόσον ο F. Rossato προβάλλει διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους εργαζόμενους για τους οποίους αναγνωρίστηκε ότι ο εργοδότης τους προέβη σε καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 107/2015, και οι οποίοι μπορούσαν, βάσει της προγενέστερης ρύθμισης, να επιτύχουν σωρευτικώς και την αποζημίωση και την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, υπενθυμίζεται ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο κατηγοριών εργαζομένων ορισμένου χρόνου λόγω μεταρρύθμισης της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που κατοχυρώνεται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου (απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, Viejobueno Ibáñez και de la Vara González, C‑245/17, EU:C:2018:934, σκέψεις 50 και 51).

45      Βάσει των προεκτεθέντων διαπιστώνεται ότι η συμφωνία-πλαίσιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας το οποίο προστίθεται στη μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.

46      Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς τη συμβατότητα με τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου της περιορισμένης αναδρομικής ισχύος της μετατροπής της σχέσης εργασίας του F. Rossato. Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, συναφώς, ότι ο F. Rossato άσκησε τα καθήκοντα του καθηγητή μουσικής βάσει 17 συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τη διάρκεια μιας ιδιαίτερα μακράς περιόδου, από τις 18 Νοεμβρίου 2003 έως τις 2 Σεπτεμβρίου 2015, πριν τη μετατροπή, τον Σεπτέμβριο του 2015, της σχέσης εργασίας του με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2014. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, εξάλλου, ότι η μετατροπή μιας τέτοιας σχέσης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα λόγω καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου θα αποκτούσε ισχύ αναδρομικώς από την ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης εργασίας. Αυτό θα είχε ιδίως ως αποτέλεσμα για τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης να προσμετρηθεί πλήρως η αποκτηθείσα βάσει των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προϋπηρεσία για τον υπολογισμό των αποδοχών του.

47      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, αφενός, το γεγονός ότι το μέτρο που λαμβάνεται από τον εθνικό νομοθέτη στον ιδιωτικό τομέα συνιστά την ευρύτερη δυνατή προστασία που μπορεί να αναγνωριστεί σε εργαζόμενο δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να συνεπάγεται μειωμένη αποτελεσματικότητα των εθνικών μέτρων τα οποία έχουν εφαρμογή στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro, C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 51).

48      Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσμέτρηση, κατά τη μονιμοποίηση του συγκεκριμένου εργαζόμενου, όλων των ετών που εργάσθηκε βάσει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου θα ισοδυναμούσε με πλήρη αποκατάσταση σταδιοδρομίας, όπως αυτή που παρέχεται στους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν κατόπιν διαγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεταχειρίζονται καθ’ όμοιο τρόπο τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται κατόπιν γενικού διαγωνισμού και εκείνους που προσλαμβάνονται μετά την απόκτηση επαγγελματικής πείρας δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον η διαφορετική αυτή μεταχείριση προκύπτει από την ανάγκη, αφενός, να λαμβάνονται υπόψη τα απαιτούμενα προσόντα και η φύση των καθηκόντων των οποίων την ευθύνη καλούνται να αναλάβουν οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι και, αφετέρου, να αποτρέπονται οι αντίστροφες διακρίσεις σε βάρος των τελευταίων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Motter, C‑466/17, EU:C:2018:758, σκέψεις 46 και 47 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49      Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της μετατροπής που έγινε στη σχέση εργασίας του F. Rossato μπορεί να δικαιολογηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, από τις ιδιαιτερότητες του δημόσιου τομέα.

50      Ωστόσο, εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσμέτρηση της προϋπηρεσίας που αναγνωρίστηκε στον F. Rossato παραμένει σημαντικά μικρότερη από την περίοδο κατά την οποία εργάσθηκε βάσει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

51      Τα κράτη μέλη διαθέτουν βεβαίως την ευχέρεια, κατά την εφαρμογή της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένου κλάδου, όπως αυτός της εκπαίδευσης, πλην όμως η ευχέρεια αυτή δεν τα απαλλάσσει από την υποχρέωση θεσπίσεως μέτρων για την επιβολή κατάλληλων κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 118). Τα μέτρα αυτά πρέπει, μεταξύ άλλων, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, να είναι ανάλογα.

52      Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει εάν, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της ενδεχόμενης δικαιολογήσεως του περιορισμού της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας που αποκτήθηκε δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, αφετέρου, της εξαιρετικά μακράς διάρκειας της καταχρηστικής πρακτικής σε βάρος του F. Rossato, η αναδρομική προσμέτρηση της προϋπηρεσίας του από την 1η Ιανουαρίου 2014 συνιστά μέτρο που είναι ανάλογο για την προσήκουσα επιβολή κυρώσεων κατά της καταχρηστικής αυτής πρακτικής και για την εξάλειψη των συνεπειών της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως.

53      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όπως εφαρμόζεται από τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια, αποκλείει, για τους εκπαιδευτικούς του δημόσιου τομέα των οποίων η σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατράπηκε σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με περιορισμένη αναδρομική ισχύ, κάθε δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης λόγω της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον η μετατροπή αυτή δεν είναι ούτε αβέβαιη, ούτε τυχαία, ούτε απρόβλεπτη και ο περιορισμός της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας που αποκτήθηκε βάσει των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστά μέτρο ανάλογο για την επιβολή κυρώσεων κατά της καταχρηστικής αυτής πρακτικής, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

 Επί των δικαστικών εξόδων

54      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999, και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνίαπλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όπως εφαρμόζεται από τα ανώτατα εθνικά δικαστήρια, αποκλείει, για τους εκπαιδευτικούς του δημόσιου τομέα των οποίων η σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατράπηκε σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με περιορισμένη αναδρομική ισχύ, κάθε δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης λόγω της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον η μετατροπή αυτή δεν είναι ούτε αβέβαιη, ούτε τυχαία, ούτε απρόβλεπτη και ο περιορισμός της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας που αποκτήθηκε βάσει των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστά μέτρο ανάλογο για την επιβολή κυρώσεων κατά της καταχρηστικής αυτής πρακτικής, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.