Language of document : ECLI:EU:C:2019:380

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 8ης Μαΐου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων – Οδηγία 2004/39/ΕΚ – Άρθρα 8, 23, 50 και 51 – Πεδίο εφαρμογής – Εξουσιοδοτημένος για προσφορές εκτός έδρας οικονομικός σύμβουλος – Αντιπρόσωπος έχων την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα τη δυνατότητα προσωρινής απαγορεύσεως της ασκήσεως της δραστηριότητας – Θεμελιώδεις ελευθερίες – Αμιγώς εσωτερική υπόθεση – Δεν έχει εφαρμογή»

Στην υπόθεση C-53/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου, Ιταλία) με απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιανουαρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Antonio Pasquale Mastromartino

κατά

Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz (εισηγητή), E. Levits, C. Vajda και P. G. Xuereb, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο A. P. Mastromartino, εκπροσωπούμενος από τους G. Fonderico και H. Bonura, avvocati,

–        η Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob), εκπροσωπούμενη από τους P. Palmisano, S. Providenti και E. Garzia, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και T. Scharf,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 145, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ 2010, L 331, σ. 120) (στο εξής: οδηγία 2004/39), ειδικότερα δε των άρθρων της 8, 23 και 51, καθώς και την ερμηνεία των αρχών και σχετικών διατάξεων των Συνθηκών περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, αναλογικότητας, ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και δικαιώματος εγκαταστάσεως.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Antonio Pasquale Mastromartino και της Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob) (εθνικής επιτροπής κεφαλαιαγοράς, Ιταλία), σχετικά με τη νομιμότητα της αποφάσεως να απαγορευθεί προσωρινά η άσκηση της δραστηριότητας οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας, την οποία έλαβε η εν λόγω εθνική αρχή εις βάρος του προσφεύγοντος της κύριας δίκης.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 36 και 38 της οδηγίας 2004/39 έχουν ως εξής:

«(36)      Τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες για λογαριασμό δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων, όταν εμπίπτουν στον ορισμό της παρούσας οδηγίας, δεν θα πρέπει να θεωρούνται συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι, αλλά επιχειρήσεις επενδύσεων πλην ορισμένων προσώπων που μπορούν να εξαιρούνται.

[...]

(38)      Οι προϋποθέσεις για την άσκηση δραστηριοτήτων εκτός του χώρου της επιχείρησης επενδύσεων (κατ’ οίκον πωλήσεις) δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.»

4        Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής»:

«1.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στις ρυθμιζόμενες αγορές.

2.      Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2000/12/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2000, L 126, σ. 1)], όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν/ασκούν μία ή πλείονες επενδυτικές υπηρεσίες/δραστηριότητες [...]».

5        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημεία 1, 14 και 25, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.       Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1)      “επιχείρηση επενδύσεων”: κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή μιας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή/και η διενέργεια μιας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση·

Τα κράτη μέλη μπορούν να περιλαμβάνουν στον ορισμό των επιχειρήσεων επενδύσεων και επιχειρήσεις που δεν είναι νομικά πρόσωπα, εφόσον [...]:

[...]

Ωστόσο, εάν φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες που συνεπάγονται την κατοχή χρημάτων ή κινητών αξιών τρίτων, μπορεί να θεωρηθεί επιχείρηση επενδύσεων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας μόνον εφόσον, με την επιφύλαξη των άλλων απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)       τα δικαιώματα κυριότητας των τρίτων επί των χρηματοπιστωτικών μέσων και των χρημάτων πρέπει να διασφαλίζονται [...]·

β)       η επιχείρηση πρέπει να υπόκειται σε κανόνες εποπτείας της φερεγγυότητάς της και εκείνης των ιδιοκτητών της·

γ)       οι ετήσιοι λογαριασμοί της επιχείρησης πρέπει να ελέγχονται [...]·

δ)       εάν η επιχείρηση έχει έναν μόνο ιδιοκτήτη, αυτός οφείλει να λαμβάνει μέτρα για την προστασία των επενδυτών σε περίπτωση παύσης των δραστηριοτήτων της επιχείρησης λόγω θανάτου ή ανικανότητάς του ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας κατάστασης.

[...]

14)      “ρυθμιζόμενη αγορά”: πολυμερές σύστημα που το διευθύνει ή το εκμεταλλεύεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων –εντός του συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια– κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοπιστωτικά μέσα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων και/ή των συστημάτων του, και το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου ΙΙΙ·

[...]

25)      “συνδεδεμένος αντιπρόσωπος”: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μιας και μόνης επιχείρησης επενδύσεων για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, διαφημίζει τις επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει οδηγίες ή εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, τοποθετεί χρηματοπιστωτικά μέσα ή/και παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες».

6        Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/39, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξαρτούν την εκ μέρους επιχειρήσεως επενδύσεων παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από την προγενέστερη χορήγηση αδείας. Στο άρθρο 8 της οδηγίας αυτής ορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ανακαλέσουν τη χορηγηθείσα σε τέτοια επιχείρηση άδεια.

7        Το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Οργανωτικές απαιτήσεις», ορίζει στην παράγραφό του 2 τα ακόλουθα:

«Η επιχείρηση επενδύσεων εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωση της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών, υπαλλήλων και συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, με τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, καθώς και κατάλληλους κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των προσώπων αυτών.»

8        Το άρθρο 23 της οδηγίας 2004/39, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις των επιχειρήσεων επενδύσεων όταν ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους για την προώθηση των υπηρεσιών τους, για την προσέλκυση πελατών ή δυνητικών πελατών ή τη λήψη εντολών από πελάτες και δυνητικούς πελάτες και τη διαβίβασή τους, για την τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων και για την παροχή συμβουλών σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και υπηρεσίες που προσφέρει η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.

2.      Όταν επιχείρηση επενδύσεων αποφασίζει να ορίσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο, τα κράτη μέλη απαιτούν να εξακολουθεί αυτή να ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου αντιπροσώπου όταν αυτός ενεργεί για λογαριασμό της. Τα κράτη μέλη απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να εξασφαλίζει ότι ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος γνωστοποιεί την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και την επιχείρηση την οποία αντιπροσωπεύει όποτε έρχεται σε επαφή με πελάτη ή δυνητικό πελάτη ή προτού έρθει σε συναλλαγές μαζί του.

[...]

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να ελέγχουν τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους, ώστε να εξασφαλίζουν ότι εξακολουθούν να συμμορφώνονται με την παρούσα οδηγία και όταν ενεργούν μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων.

3.      Τα κράτη μέλη, που αποφασίζουν να επιτρέψουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους, δημιουργούν δημόσιο μητρώο. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι εγγράφονται στο δημόσιο μητρώο του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένοι. [...]

[...]

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι εγγράφονται στο δημόσιο μητρώο μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι έχουν καλή φήμη και κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις που τους επιτρέπουν να ανακοινώνουν με ακρίβεια στον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προτεινόμενη υπηρεσία.

[...]

4.      Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στην παρούσα οδηγία δραστηριοτήτων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου στις δραστηριότητες που ασκεί αυτός για λογαριασμό της επιχείρησης επενδύσεων.

[...]

5.      Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να ορίζουν μόνο συνδεδεμένους αντιπροσώπους εγγεγραμμένους στα δημόσια μητρώα που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

6.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν προϋποθέσεις αυστηρότερες από τις οριζόμενες στο παρόν άρθρο ή να προσθέτουν και άλλες προϋποθέσεις για τους εγγεγραμμένους εντός του χώρου δικαιοδοσίας των συνδεδεμένους αντιπροσώπους.»

9        Κατά το άρθρο 50, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας αυτής, στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης οι οποίες είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά το εθνικό δίκαιο και οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα «να ζητούν την προσωρινή απαγόρευση άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας».

10      Το άρθρο 51 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διοικητικές κυρώσεις», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διαδικασιών για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ή του δικαιώματος των κρατών μελών να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, ότι μπορούν να ληφθούν τα κατάλληλα διοικητικά μέτρα ή να επιβληθούν κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις κατά των υπευθύνων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα αυτά είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.»

 Το ιταλικό δίκαιο

11      Το άρθρο 31 του decreto legislativo n. 58 – Testo unico delle disposizioni in materia di intermediazione finanziaria, ai sensi degli articoli 8 e 21 della legge 6 febbraio 1996, n. 52 (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 58, περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων σχετικά με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση κατά την έννοια των άρθρων 8 και 21 του νόμου αριθ. 52 της 6ης Φεβρουαρίου 1996), της 24ης Φεβρουαρίου 1998 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 71, της 26ης Μαρτίου 1998) (στο εξής: TUF) ορίζει, στις παραγράφους 1 και 2, τα ακόλουθα:

«1.      Για την άσκηση των δραστηριοτήτων εκτός της έδρας της επιχειρήσεως, οι οντότητες στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια ορίζουν οικονομικούς συμβούλους εξουσιοδοτημένους για προσφορές εκτός της έδρας της επιχειρήσεως. [...]

2.      Η δραστηριότητα οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας ασκείται αποκλειστικώς προς το συμφέρον μίας μόνον αδειοδοτημένης οντότητας. Ο εξουσιοδοτημένος για προσφορές εκτός έδρας οικονομικός σύμβουλος προωθεί και παρέχει σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες επενδυτικές και/ή παρεπόμενες υπηρεσίες, λαμβάνει και διαβιβάζει οδηγίες ή εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, προωθεί και τοποθετεί χρηματοπιστωτικά μέσα και/ή παρέχει επενδυτικές συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. [...]»

12      Κατά το άρθρο 55, παράγραφος 2, του TUF, η Consob δύναται να διατάξει, για χρονικό διάστημα ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο, την προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας, σε περίπτωση κατά την οποία, μεταξύ άλλων, στο πρόσωπο αυτό έχει αποδοθεί η ιδιότητα του κατηγορουμένου βάσει του άρθρου 60 του κώδικα ποινικής δικονομίας, σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που διαλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 55, παράγραφος 2.

13      Το άρθρο 111, παράγραφος 2, της regolamento recante norme di attuazione del decreto legislativo 24 febbraio 1998, n. 58 in materia di intermediari (κανονιστικής αποφάσεως σχετικά με τις διατάξεις για την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 58, της 24ης Φεβρουαρίου 1998, περί διαμεσολαβητών), την οποία εξέδωσε η Consob κατόπιν της αριθ. 16190 διαβουλεύσεως, της 29ης Οκτωβρίου 2007, ορίζει τα εξής:

«Για την ενδεχόμενη λήψη των προληπτικού χαρακτήρα προσωρινών μέτρων κατ’ άρθρο 55, παράγραφος 2, του [TUF], η Consob εκτιμά, εντός των ορίων της εξουσίας που της παρέχει ο νόμος, τις περιστάσεις λόγω των οποίων [...] αποδόθηκε στον σύμβουλο επενδύσεων που είναι εξουσιοδοτημένος για προσφορές εκτός έδρας η ιδιότητα του κατηγορουμένου για κάποιο από τα αδικήματα που διαλαμβάνονται στην προμνημονευθείσα διάταξη και, ειδικότερα, λαμβάνει υπόψη το είδος της αξιόποινης πράξεως και τις ιδιαίτερες περιστάσεις για να διαφυλάξει τα ειδικά συμφέροντα που εμπλέκονται στην άσκηση της δραστηριότητας του εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14      Ο A. P. Mastromartino ασκεί τη δραστηριότητα οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας. Με απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2015, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 55, παράγραφος 2, του TUF, η Consob του απαγόρευσε προσωρινά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής για χρονικό διάστημα ενός έτους, επειδή εκκρεμούσε εις βάρος του ποινική διαδικασία.

15      Ο A. P. Mastromartino προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου, Ιταλία). Ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου υποστηρίζει ιδίως ότι το άρθρο 55, παράγραφος 2, του TUF, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση για την επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας οικονομικού συμβούλου, δεν είναι συμβατό με τις διατάξεις της οδηγίας 2004/39. Επιπλέον, το εύρος της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η Consob βάσει της εθνικής νομοθεσίας για την επιβολή της προσωρινής αυτής απαγορεύσεως αντιβαίνει, κατά τον προσφεύγοντα στην υπόθεση της κύριας δίκης, στις αρχές της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας που έχουν διατυπωθεί με τη σχετική με τις θεμελιώδεις ελευθερίες νομολογία του Δικαστηρίου.

16      Η Consob αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή, για τον λόγο, ιδίως, ότι η εν λόγω οδηγία δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (διοικητικό πρωτοδικείο περιφέρειας Λατίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Εμπίπτει, και από ποίων απόψεων, ο έχων την ιδιότητα του συνδεδεμένου εκπροσώπου (tied agent) στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας [2004/39];

2)      Αντιβαίνει στην προσήκουσα εφαρμογή της οδηγίας [2004/39] και ειδικότερα στα άρθρα της 8, 23 και 51, καθώς και στις αρχές και τις διατάξεις των Συνθηκών που αφορούν την απαγόρευση των διακρίσεων, την αρχή της αναλογικότητας, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το δικαίωμα εγκαταστάσεως, εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 55, παράγραφος 2, του [TUF], ως έχει ακολούθως τροποποιηθεί, ή εκείνη του άρθρου 111, παράγραφος 2, της [κανονιστικής αποφάσεως για την εφαρμογή του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 58, της 24ης Φεβρουαρίου 1998, περί διαμεσολαβητών, την οποία εξέδωσε η Consob κατόπιν της αριθ. 16190 διαβουλεύσεως, της 29ης Οκτωβρίου 2007, και] η οποία:

α)      παρέχει τη “διακριτική ευχέρεια” να απαγορευθεί προσωρινά η άσκηση της δραστηριότητας “συνδεδεμένου αντιπροσώπου” (εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου‑πρώην συμβούλου επενδύσεων) λόγω πραγματικών περιστατικών που δεν συνεπάγονται απώλεια των εχεγγύων ήθους, όπως ορίζεται από το εσωτερικό δίκαιο, και τα οποία, ταυτόχρονα, δεν αφορούν τη συμμόρφωση προς τις εκτελεστικές διατάξεις της οδηγίας [αυτής]·

β)      παρέχει τη διακριτική ευχέρεια να απαγορευθεί προσωρινά και για χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους η άσκηση της δραστηριότητας “συνδεδεμένου αντιπροσώπου” (εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου‑πρώην συμβούλου επενδύσεων) ακολουθούμενης διαδικασίας σκοπούσας στην αποτροπή του “strepitus” [της διαδόσεως φημών στο κοινό] λόγω της κινήσεως ποινικής διαδικασίας της οποίας η χρονική διάρκεια υπερβαίνει σαφώς, κατά κανόνα, το ένα έτος;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

18      Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η οδηγία 2004/39, ιδίως δε τα άρθρα της 8, 23, 50 και 51, οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.

 Επίτηςοδηγίας 2004/39

19      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, πρέπει να διακριβωθεί, καταρχάς, αν μια τέτοια απαγόρευση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39.

20      Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/39, αυτή έχει εφαρμογή στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στις ρυθμιζόμενες αγορές. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου 1, ορισμένες διατάξεις της εν λόγω οδηγίας έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2000/12, οσάκις τα ιδρύματα αυτά παρέχουν μία ή πλείονες επενδυτικές υπηρεσίες και/ή ασκούν μία ή πλείονες επενδυτικές δραστηριότητες.

21      Καθόσον η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας «οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας» δεν σχετίζεται, εν πάση περιπτώσει, με τη διαχείριση ρυθμιζόμενης αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 14, της οδηγίας 2004/39, και δεν αφορά τέτοιο πιστωτικό ίδρυμα, εγείρεται αποκλειστικώς το ζήτημα αν η περίπτωση του συμβούλου αυτού εμπίπτει στην έννοια της «επιχειρήσεως επενδύσεων», κατά την οδηγία αυτή.

22      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, η έννοια αυτή αφορά τα νομικά πρόσωπα των οποίων το σύνηθες επάγγελμα ή η συνήθης δραστηριότητα συνίσταται στην παροχή μίας ή πλειόνων επενδυτικών υπηρεσιών προς τρίτους και/ή την άσκηση μίας ή πλειόνων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση. Μολονότι φυσικό πρόσωπο δύναται, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο δεύτερο και στο τρίτο εδάφιο του σημείου 1 αυτού, να θεωρείται και αυτό επιχείρηση επενδύσεων, δεν ισχύει το ίδιο σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό ενεργεί υπό την ευθύνη και για λογαριασμό μίας μόνον επιχειρήσεως επενδύσεων.

23      Το πρόσωπο αυτό δεν αποτελεί «επιχείρηση επενδύσεων», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 1, της οδηγίας 2004/39, αλλά εμπίπτει στη διακριτή έννοια του «συνδεδεμένου αντιπροσώπου», κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 25, της οδηγίας αυτής. Η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει τον «συνδεδεμένο αντιπρόσωπο» ως κάθε «φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μίας και μόνης επιχείρησης επενδύσεων για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, διαφημίζει τις επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει οδηγίες ή εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, τοποθετεί χρηματοπιστωτικά μέσα ή/και παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες».

24      Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημεία 1 και 25, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι το εν λόγω νομοθέτημα διακρίνει μεταξύ της έννοιας της «επιχειρήσεως επενδύσεων» και εκείνης του «συνδεδεμένου αντιπροσώπου», δεδομένου ότι η δεύτερη αυτή έννοια έχει ως ουσιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα το ότι ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος ενεργεί υπό την ευθύνη και για λογαριασμό μίας μόνον επιχειρήσεως επενδύσεων. Στην αιτιολογική σκέψη 36 της ιδίας αυτής οδηγίας διευκρινίζεται συναφώς ότι «[τ]α πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες για λογαριασμό δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων […] δεν θα πρέπει να θεωρούνται συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι, αλλά επιχειρήσεις επενδύσεων».

25      Εν προκειμένω, μολονότι απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί του χαρακτηρισμού ως «οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας», αναλόγως των ιδιαίτερων περιστάσεων της εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, το Δικαστήριο είναι εντούτοις αρμόδιο να συναγάγει τα κριτήρια που το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει προς τούτο (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2017, Robeco Hollands Bezit κ.λπ., C-658/15, EU:C:2017:870, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Σύμφωνα, όμως, με τα στοιχεία που περιέχει η απόφαση περί παραπομπής, ένας «οικονομικός σύμβουλος εξουσιοδοτημένος για προσφορές εκτός έδρας», κατά την έννοια της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας, προωθεί και παρέχει, μεταξύ άλλων, επενδυτικές και/ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, τούτο δε αποκλειστικώς προς το συμφέρον μίας μόνον επιχειρήσεως επενδύσεων. Συνάγεται ότι ο σύμβουλος αυτός, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων που ασκεί, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 25, της οδηγίας 2004/39, και όχι ως «επιχείρηση επενδύσεων», κατά την έννοια του σημείου 1 της διατάξεως αυτής.

27      Όσον αφορά το ζήτημα αν τα άρθρα 8, 23 και 51 της οδηγίας 2004/39, στα οποία παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ανακαλέσουν την άδεια επιχειρήσεως επενδύσεων, άδεια από τη χορήγηση της οποίας τα κράτη μέλη οφείλουν να εξαρτούν την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων εκ μέρους τέτοιας επιχειρήσεως. Η εν λόγω οδηγία, όμως, δεν εξαρτά την άσκηση της δραστηριότητας των συνδεδεμένων αντιπροσώπων από την προηγούμενη χορήγηση αδείας, με συνέπεια η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας «οικονομικού συμβούλου εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας» να μην εμπίπτει στο εν λόγω άρθρο 8.

28      Εν συνεχεία, όπως επισήμανε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, το άρθρο 23 της οδηγίας 2004/39 δεν διέπει τη δραστηριότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων αυτή καθαυτή, αλλά καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις επενδύσεων δύνανται να ορίζουν τέτοιους αντιπροσώπους. Ειδικότερα, το άρθρο 23, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο της 13, παράγραφος 2, επιβάλλει στις επιχειρήσεις επενδύσεων να θέτουν σε εφαρμογή πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους που να καθιστούν δυνατή τη διασφάλιση της εκ μέρους των επιχειρήσεων αυτών τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν από την εν λόγω οδηγία οσάκις ενεργούν μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, χωρίς να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύνανται οι αντιπρόσωποι αυτοί να ασκούν τη δραστηριότητά τους.

29      Ομοίως, όπως προκύπτει από το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 5, της οδηγίας 2004/39, η απαίτηση περί εγγραφής των συνδεδεμένων αντιπροσώπων σε δημόσιο μητρώο εκλαμβάνεται ως προϋπόθεση την οποία πρέπει να τηρούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν τέτοιους αντιπροσώπους. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η εγγραφή αυτή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι το εγγεγραμμένο στο μητρώο πρόσωπο χαίρει καλής φήμης. Βάσει, όμως, των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση δεν στηρίχθηκε σε προβαλλόμενη έλλειψη καλής φήμης του A. P. Mastromartino, αλλά στο ότι είχε κινηθεί εις βάρος του ποινική διαδικασία.

30      Επιπλέον, το άρθρο 23 της οδηγίας 2004/39 δεν διέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εθνικές αρχές δύνανται να απαγορεύσουν προσωρινά την άσκηση δραστηριότητας συνδεδεμένου αντιπροσώπου. Συναφώς, το άρθρο 23, παράγραφος 6, ορίζει ρητώς ότι τα κράτη μέλη δύνανται να καταστήσουν αυστηρότερες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο 23 ή να προβλέψουν επιπλέον απαιτήσεις για τους εγγεγραμμένους εντός του χώρου δικαιοδοσίας τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους, μεταξύ των οποίων μπορεί να καταλέγεται, ιδίως, η προσωρινή αυτή απαγόρευση.

31      Εξάλλου, ούτε η προσωρινή αυτή απαγόρευση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 50 της οδηγίας 2004/39. Πράγματι, μολονότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει, βάσει των παραγράφων 1 και 2, στοιχείο ζʹ, του άρθρου αυτού, να έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας, από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται, πάντως, ότι η οδηγία αυτή δεν ρυθμίζει τη δραστηριότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων. Στην αιτιολογική σκέψη 38 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζεται, ιδίως, ότι η οδηγία αυτή δεν αφορά τις προϋποθέσεις για την άσκηση δραστηριοτήτων εκτός του χώρου της επιχειρήσεως επενδύσεων. Η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης προσωρινή απαγόρευση, όμως, αφορά ειδικώς τη δραστηριότητα οικονομικών συμβούλων οι οποίοι ενεργούν «εκτός του χώρου της επιχειρήσεως» και οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39.

32      Τέλος, το άρθρο 51, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις εις βάρος των προσώπων που ευθύνονται για παράβαση των διατάξεων οι οποίες θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω οδηγίας. Βάσει, όμως, των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, τα πραγματικά περιστατικά λόγω των οποίων αποφασίσθηκε η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας του «εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου» δεν σχετίζονται με παράβαση των κανόνων περί μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Πρόκειται, επομένως, για πραγματικά περιστατικά στα οποία δεν έχει εφαρμογή το εν λόγω άρθρο 51, παράγραφος 1.

33      Ως εκ τούτου, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας του «εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου» δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται, πάντως, στο αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης. Με την επιφύλαξη της διακριβώσεως αυτής, η εν λόγω οδηγία δεν αφορά, επομένως, μια τέτοια απαγόρευση.

 Επί των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και επί των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας

34      Υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις των οποίων όλα τα στοιχεία έχουν αμιγώς εσωτερικό χαρακτήρα και αφορούν ένα μόνον κράτος μέλος (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten, C-268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 14ης Νοεμβρίου 2018, NKBM, C-215/17, EU:C:2018:901, σκέψη 41).

35      Επισημαίνεται συναφώς ότι με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως διατυπώνονται αμφιβολίες ως προς τον συμβατό χαρακτήρα προσωρινής απαγορεύσεως ασκήσεως της δραστηριότητας «εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου», όπως της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης, με τις θεμελιώδεις ελευθερίες, τις οποίες το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να θεωρεί εφαρμοστέες στην επίμαχη περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των αποτελεσμάτων που δύναται να έχει τέτοια απαγόρευση ως προς τη δραστηριότητα του οικείου συμβούλου, ανεξαρτήτως του διασυνοριακού ή μη χαρακτήρα της δραστηριότητας αυτής.

36      Μολονότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί ευθύς εξαρχής το ενδεχόμενο εθνική ρύθμιση εφαρμοστέα αδιακρίτως στις εσωτερικές και τις διασυνοριακές δραστηριότητες τέτοιου συμβούλου, αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων, να παράγει αποτελέσματα που δεν περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, σε τέτοια περίπτωση, ότι, άνευ άλλου στοιχείου εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου πέραν του ότι η εθνική αυτή ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως σε ημεδαπούς και σε υπηκόους των λοιπών κρατών μελών, δεν μπορεί να κρίνει ότι αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που αφορά την ερμηνεία των σχετικών με τις θεμελιώδεις ελευθερίες διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ είναι αναγκαία για την επίλυση της εκκρεμούς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten, C-268/15, EU:C:2016:874, σκέψεις 50 και 54, και της 14ης Νοεμβρίου 2018, NKBM, C-215/17, EU:C:2018:901, σκέψεις 42 έως 44).

37      Εν προκειμένω, όμως, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να καθιστά δυνατή τη σύνδεση μεταξύ του αντικειμένου ή των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης και της εκ μέρους του A. P. Mastromartino ασκήσεως, έστω και δυνητικής, των θεμελιωδών ελευθεριών οι οποίες κατοχυρώνονται με τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ.

38      Επιπροσθέτως, μολονότι ο A. P. Mastromartino, στις γραπτές παρατηρήσεις του, επισημαίνει τις συνέπειες τις οποίες μια προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας «εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου», όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα μπορούσε να έχει, κατά τρόπο εντελώς αφηρημένο, ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως της δραστηριότητας αυτής στο σύνολο της Ένωσης, εντούτοις από τις παρατηρήσεις του δεν προκύπτει ότι οι συνέπειες αυτές έχουν κάποια σημασία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

39      Ως εκ τούτου, οι θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση προσωρινής απαγορεύσεως της δραστηριότητας «εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου», όπως της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης, και, επομένως, δεν ασκούν επιρροή στην απαγόρευση αυτή.

40      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2004/39, ιδίως δε τα άρθρα της 8, 23, 50 και 51, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, καθώς και οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, ούτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ ή σε εκείνο των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Σε τέτοια περίπτωση, τα άρθρα 8, 23, 50 και 51 της οδηγίας αυτής, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ καθώς και οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας δεν αντιτίθενται στην απαγόρευση αυτή.

 Επί των δικαστικών εξόδων

41      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, ιδίως δε τα άρθρα της 8, 23, 50 και 51, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, καθώς και οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, προσωρινή απαγόρευση ασκήσεως της δραστηριότητας εξουσιοδοτημένου για προσφορές εκτός έδρας οικονομικού συμβούλου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, ούτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ ή σε εκείνο των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Σε τέτοια περίπτωση, τα άρθρα 8, 23, 50 και 51 της οδηγίας αυτής, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ και οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας δεν αντιτίθενται στην απαγόρευση αυτή.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.