Language of document : ECLI:EU:C:2019:406

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 15ης Μαΐου 2019 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (EK) 207/2009 – Κανονισμός (ΕE) 2015/2424 – Διαδικασία κηρύξεως της ακυρότητας – Λεκτικό σήμα Vermögensmanufaktur – Κήρυξη ακυρότητας – Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη – Αυτεπάγγελτη εξέταση των πραγματικών περιστατικών – Αναδρομικότητα – Αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου – Αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων»

Στην υπόθεση C‑653/17 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2017,

VM Vermögens-Management GmbH, με έδρα το Ντίσελντορφ (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους T. Dolde και P. Homann, Rechtsanwälte,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από τον S. Hanne,

καθού πρωτοδίκως,

η DAT Vermögensmanagement GmbH, με έδρα το Baldham (Γερμανία),

παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Κ. Λυκούργο, E. Juhász, M. Ilešič και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η VM Vermögens-Management GmbH ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, VM/EUIPO – DAT Vermögensmanagement (Vermögensmanufaktur) (T‑374/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2017:589), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του πέμπτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 29ης Απριλίου 2015 (υπόθεση R 418/2014-5) (στο εξής: επίδικη απόφαση), που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας κηρύξεως της ακυρότητας μεταξύ της DAT Vermögensmanagement GmbH και της VM Vermögens-Management.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός (ΕΚ) 207/2009

2        Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), με τίτλο «Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:

[...]

β)      τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

γ)      τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

[...]».

3        Το άρθρο 65 του εν λόγω κανονισμού, που τιτλοφορείται «Προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου […]», προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι αποφάσεις που εκδίδουν επί προσφυγής τα τμήματα προσφυγών υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

2.      Προσφυγή επιτρέπεται για λόγους αναρμοδιότητας, παράβασης ουσιώδους τύπου, παράβασης της συνθήκης, του παρόντος κανονισμού ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή τους ή για κατάχρηση εξουσίας.

3.      Το Δικαστήριο μπορεί, όχι μόνο να ακυρώσει, αλλά και να μεταρρυθμίσει την επίμαχη απόφαση.

[...]»

4        Κατά το άρθρο 75 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Αιτιολόγηση των αποφάσεων»:

«Οι αποφάσεις του Γραφείου αιτιολογούνται. Μπορούν να στηρίζονται μόνο στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση.»

5        Το άρθρο 76 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αυτεπάγγελτη εξέταση των πραγματικών περιστατικών», ορίζει:

«1.      Κατά την ενώπιόν του διαδικασία, το Γραφείο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά· εντούτοις, σε διαδικασία που αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχώρισης, η εξέταση περιορίζεται στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και τα υποβληθέντα από αυτούς αιτήματα.

2.      Το Γραφείο μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση ή αποδείξεις που δεν προσεκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι.»

 Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2424

6        Το άρθρο 1, σημείο 28, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 και του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), ορίζει:

«Το άρθρο 28 [του κανονισμού 207/2009] αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 28

Προσδιορισμός και ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών

[...]

8.      Δικαιούχοι σημάτων της ΕΕ για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριν από τις 22 Ιουνίου 2012 και είναι καταχωρισμένα σε σχέση με ολόκληρο τον τίτλο κλάσης της Νίκαιας μπορούν να δηλώσουν ότι η πρόθεσή τους, κατά την ημερομηνία κατάθεσης, ήταν να επιδιώξουν την προστασία προϊόντων ή υπηρεσιών πέραν εκείνων που καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια του τίτλου της κλάσης αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που έχουν ούτως προσδιορισθεί περιλαμβάνονταν στον αλφαβητικό κατάλογο της εν λόγω κλάσης σύμφωνα με την ισχύουσα, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, έκδοση της Ταξινόμησης της Νίκαιας.

Η δήλωση υποβάλλεται στο Γραφείο έως τις 24 Σεπτεμβρίου 2016 και αναφέρει, με σαφή, ακριβή και συγκεκριμένο τρόπο, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, πλην εκείνων που καλύπτονται σαφώς από την κυριολεκτική έννοια των ενδείξεων του τίτλου της κλάσης, που κάλυπτε αρχικά η πρόθεση του δικαιούχου. Το Γραφείο λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την ανάλογη τροποποίηση του μητρώου. Η δυνατότητα υποβολής δήλωσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 15, του άρθρου 42 παράγραφος 2, του άρθρου 51 παράγραφος 1 στοιχείο α) και του άρθρου 57 παράγραφος 2.

Σήματα της ΕΕ για τα οποία δεν έχει υποβληθεί δήλωση εντός του χρονικού διαστήματος το οποίο αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο θεωρείται ότι επεκτείνονται, από τη λήξη της εν λόγω περιόδου, μόνο στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια των ενδείξεων οι οποίες περιλαμβάνονται στον τίτλο της σχετικής κλάσης.

9.      Οσάκις το μητρώο τροποποιείται, τα αποκλειστικά δικαιώματα που παρέχει το σήμα της ΕΕ δυνάμει του άρθρου 9 δεν απαγορεύουν σε τρίτο να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ένα εμπορικό σήμα σε σχέση με αγαθά ή υπηρεσίες όταν και στον βαθμό που η χρήση του σήματος για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες:

α)      άρχισε πριν από την τροποποίηση του μητρώου· και

β)      δεν παραβίαζε τα δικαιώματα του δικαιούχου με βάση την κυριολεκτική έννοια του προσδιορισμού των αγαθών και υπηρεσιών στο μητρώο εκείνη τη χρονική στιγμή.

Επιπλέον, η τροποποίηση του καταλόγου των προϊόντων ή υπηρεσιών που καταχωρίζονται στο μητρώο δεν παρέχει στον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ανακοπής ή αίτηση κήρυξης της ακυρότητας μεταγενέστερου σήματος όταν και στον βαθμό που:

α)      το μεταγενέστερο σήμα ήταν σε χρήση ή είχε υποβληθεί αίτηση καταχώρισης του σήματος για προϊόντα ή υπηρεσίες πριν από την τροποποίηση του μητρώου· και

β)      η χρήση του σήματος σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες δεν παραβίαζε ή δεν θα μπορούσε να παραβιάζει τα δικαιώματα του δικαιούχου με βάση την κυριολεκτική έννοια του προσδιορισμού των αγαθών και υπηρεσιών στο μητρώο εκείνη τη χρονική στιγμή.”»

 Οι ανακοινώσεις 4/03 και 2/12

7        Το σημείο IV, πρώτο εδάφιο, της ανακοινώσεως 4/03 του προέδρου του EUIPO, της 16ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τη χρήση των τίτλων κλάσεων στους καταλόγους προϊόντων και υπηρεσιών για τις αιτήσεις και τις καταχωρίσεις κοινοτικού σήματος, είχε ως εξής:

«Οι 34 κλάσεις προϊόντων και οι 11 κλάσεις υπηρεσιών περιλαμβάνουν το σύνολο των προϊόντων και υπηρεσιών, οπότε η χρήση όλων των γενικών ενδείξεων του τίτλου κλάσεως συγκεκριμένης κλάσεως συνιστά αξίωση για όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη αυτή κλάση.»

8        Στις 20 Ιουνίου 2012, ο πρόεδρος του EUIPO εξέδωσε την ανακοίνωση 2/12, για την κατάργηση της ανακοινώσεως 4/03 και για τη χρήση των τίτλων κλάσεων στους καταλόγους προϊόντων και υπηρεσιών για τις αιτήσεις και τις καταχωρίσεις κοινοτικού σήματος. Το σημείο V της ανακοινώσεως αυτής προέβλεπε τα εξής:

«Όσον αφορά τα […] σήματα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] που καταχωρίσθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ της [ανακοινώσεως 2/12] και στα οποία χρησιμοποιούνται όλες οι γενικές ενδείξεις οι οποίες παρατίθενται στον τίτλο συγκεκριμένης κλάσεως, το [EUIPO] εκτιμά ότι η πρόθεση του αιτούντος ήταν, λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στην ανακοίνωση 4/03, να καλύψει το σύνολο των προϊόντων ή των υπηρεσιών που απαριθμούνται στον αλφαβητικό κατάλογο της κλάσεως αυτής ως είχε κατά τον χρόνο της καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως.»

 Το ιστορικό της διαφοράς

9        Το ιστορικό της διαφοράς, το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 1 έως 16 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, να συνοψισθεί ως ακολούθως.

10      Στις 18 Δεκεμβρίου 2009, η VM Vermögens-Management υπέβαλε ενώπιον του EUIPO αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού 207/2009. Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίστατο στο λεκτικό σημείο «Vermögensmanufaktur» (στο εξής: επίμαχο σήμα).

11      Οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος ενέπιπταν στις κλάσεις 35 και 36, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας της 15ης Ιουνίου 1957 για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας), και αντιστοιχούσαν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην εξής περιγραφή:

–        κλάση 35: «Διαφήμιση· διοίκηση επιχειρήσεων· διαχείριση επιχειρήσεων· εργασίες γραφείου».

–        κλάση 36: «Ασφάλειες. Χρηματοπιστωτικές υποθέσεις. Νομισματικές υποθέσεις. Διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, παροχή συμβουλών σε θέματα περιουσιακών στοιχείων· Κτηματομεσιτικές υποθέσεις».

12      Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύθηκε στο αριθ. 26/2011 Δελτίο κοινοτικών σημάτων, της 8ης Φεβρουαρίου 2011. Το επίμαχο σήμα καταχωρίστηκε στις 18 Μαΐου 2011 υπό τον αριθμό 8770042.

13      Στις 30 Ιουλίου 2012, η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως, DAT Vermögensmanagement, κατέθεσε αίτηση ενώπιον του EUIPO ζητώντας να κηρυχθεί άκυρο το επίμαχο σήμα για όλες τις υπηρεσίες για τις οποίες είχε καταχωριστεί, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού αυτού (στο εξής: αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας).

14      Στις 15 Ιανουαρίου 2013, η αναιρεσείουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως κηρύξεως της ακυρότητας στο σύνολό της. Στις 7 Ιουνίου 2013, η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της αναιρεσείουσας της 15ης Ιανουαρίου 2013 και προσκόμισε τα παραρτήματα 7 έως 25, που παρατίθενται στη σκέψη 3 της επίδικης αποφάσεως. Ζήτησε επίσης παράταση προθεσμίας προκειμένου να προσκομίσει τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που είχε ζητήσει από το Deutsches Patent- und Markenamt (Γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων της Γερμανίας) προκειμένου να τα συμβουλευθεί, αλλά τα οποία δεν είχε ακόμη λάβει.

15      Στις 12 Αυγούστου 2013, η αναιρεσείουσα ζήτησε να της χορηγηθεί παράταση προθεσμίας για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, πράγμα που έγινε δεκτό από το τμήμα ακυρώσεων.

16      Στις 23 Αυγούστου 2013, η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως υπέβαλε νέες παρατηρήσεις, στις οποίες επισυνάπτονταν τα παραρτήματα 26 έως 30, που παρατίθενται στη σκέψη 3 της επίδικης αποφάσεως (στο εξής: επίμαχα παραρτήματα). Το τμήμα ακυρώσεων εξέλαβε, εκ παραδρομής, τις παρατηρήσεις αυτές ως παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας και τις κοινοποίησε, ως τέτοιες, στις 2 Σεπτεμβρίου 2013, στην παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως. Ενημέρωσε επίσης τα δύο μέρη ότι το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο της διαδικασίας είχε περατωθεί. Αυθημερόν, το τμήμα ακυρώσεων, αντιληφθέν το σφάλμα του, ακύρωσε την κοινοποίησή του προς την αναιρεσείουσα.

17      Στις 14 Οκτωβρίου 2013, το EUIPO ενημέρωσε την αναιρεσείουσα σχετικά με την απόρριψη της αιτήσεως περί χορηγήσεως παρατάσεως προθεσμίας, την οποία είχε υποβάλει η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως στις 7 Ιουνίου 2013, για τον λόγο ότι η αυτή η τελευταία δεν την είχε αιτιολογήσει, και σχετικά με το ότι δεν θα λαμβάνονταν υπόψη οι από 23 Αυγούστου 2013 παρατηρήσεις της. Το EUIPO διευκρίνισε στην αναιρεσείουσα ότι της είχε διαβιβασθεί αντίγραφο της από 23 Αυγούστου 2013 επιστολής της παρεμβαίνουσας πρωτοδίκως μόνο χάριν ενημερώσεως.

18      Στις 30 Οκτωβρίου 2013, η αναιρεσείουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της παρεμβαίνουσας πρωτοδίκως με ημερομηνία 7 Ιουνίου 2013.

19      Στις 8 Νοεμβρίου 2013, το τμήμα ακυρώσεων διαβίβασε στην παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως τις παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας της 30ής Οκτωβρίου 2013, αναφέροντας ότι οι παρατηρήσεις αυτές αφορούσαν τις παρατηρήσεις της 23ης Αυγούστου 2013 και περάτωσε, εκ νέου, το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο της διαδικασίας.

20      Στις 10 Δεκεμβρίου 2013, το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε καθ’ ολοκληρίαν την αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας. Κατ’ ουσίαν, στήριξε την απόφασή του στο γεγονός ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» δεν μπορούσε να έχει μια συγκεκριμένη έννοια όσον αφορά τις καλυπτόμενες υπηρεσίες, λόγω του άυλου χαρακτήρα τους. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο συνδυασμός των γερμανικών λέξεων «Vermögen» και «Manufaktur» είχε, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος, διακριτικό χαρακτήρα και δεν μπορούσε να περιγράψει υπηρεσίες.

21      Στις 5 Φεβρουαρίου 2014, η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

22      Με την επίδικη απόφαση, το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO δέχθηκε την προσφυγή αυτή. Εν πρώτοις, έκρινε ότι τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει ενώπιόν του η αναιρεσείουσα και η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως ήσαν μόνον αποδείξεις οι οποίες συμπλήρωναν και συγκεκριμενοποιούσαν τις ήδη προσκομισθείσες ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων αποδείξεις και ότι, ως εκ τούτου, ασκούσε, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να τις δεχθεί. Δεύτερον, έκρινε ότι το επίμαχο σήμα ήταν περιγραφικό και στερείτο διακριτικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και κήρυξε άκυρο το επίμαχο σήμα για τις υπηρεσίες των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας.

 Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

23      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στις 9 Ιουλίου 2015, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε τέσσερις λόγους προς στήριξη της προσφυγής αυτής, εκ των οποίων ο πρώτος ερείδετο σε παράβαση του άρθρου 75 του κανονισμού 207/2009, καθόσον το τμήμα προσφυγών είχε λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις τις οποίες η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως είχε καταθέσει στις 23 Αυγούστου 2013, ενώ είχαν απορριφθεί ως εκπρόθεσμες, ο δεύτερος σε παράβαση του άρθρου 76 του εν λόγω κανονισμού, καθόσον το τμήμα προσφυγών περιέλαβε αυτεπαγγέλτως, στο πλαίσιο του ελέγχου του, πραγματικά περιστατικά τα οποία οι διάδικοι δεν είχαν επικαλεσθεί εμπροθέσμως, ο τρίτος σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού λόγω της οποίας το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο σήμα ήταν περιγραφικό των καλυπτομένων υπηρεσιών και, τέλος, ο τέταρτος σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού, καθόσον το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο σήμα στερείτο διακριτικού χαρακτήρα.

24      Μετά την άσκηση της προσφυγής, στις 15 Νοεμβρίου 2016, το EUIPO ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι, στις 23 Σεπτεμβρίου 2016, η αναιρεσείουσα είχε καταθέσει δήλωση βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 8, του κανονισμού 207/2009, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/2424 (στο εξής: δήλωση του 2016), προκειμένου να διευκρινίσει τις υπηρεσίες τις οποίες είχε την πρόθεση να καλύψει κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος. Το EUIPO επισήμανε ότι, σύμφωνα με τον νέο κατάλογο υπηρεσιών που δημοσιεύθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2016 στο Δελτίο Σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν των υπηρεσιών που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως, οι υπηρεσίες που προσδιορίζονταν από το επίμαχο σήμα και εμπίπτουν στις κλάσεις 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, αντιστοιχούσαν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 35: «Υπηρεσίες δημοπρασιών· επιχειρηματική έρευνα· παροχή εμπορικών πληροφοριών και συμβουλών για τους καταναλωτές [κέντρο πληροφοριών για τους καταναλωτές]· οικονομικές προβλέψεις· υπηρεσίες εμπορικών πληροφοριών· επιχειρηματική διερεύνηση· έρευνα αγοράς· [...] υπηρεσίες ανασκοπήσεως τύπου· δημοσκοπήσεις· υπηρεσίες συγκρίσεως τιμών· υπηρεσίες δημοσίων σχέσεων· αναζήτηση χορηγών»·

–        κλάση 36: «Παροχή συμβουλών σε χρηματοπιστωτικά θέματα· χρηματοπιστωτικές πληροφορίες· παροχή συμβουλών σε ασφαλιστικά θέματα· πληροφορίες σε θέματα ασφαλίσεων· υπηρεσίες φυλάξεως σε χρηματοκιβώτια· οικονομική χορηγία· κατάθεση αξιογράφων».

25      Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την επιστολή του EUIPO της 15ης Νοεμβρίου 2016, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, επικουρικώς, να επικυρώσει την επίδικη απόφαση μόνο για τις υπηρεσίες των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως, και να αποφανθεί ότι το επίμαχο σήμα εξακολουθούσε να είναι νομίμως καταχωρισμένο για τις υπηρεσίες που καλύπτονται από τη δήλωση του 2016 και, επικουρικότερα, να επικυρώσει την επίδικη απόφαση μόνο για τις υπηρεσίες των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως, και να αναπέμψει την υπόθεση στο τμήμα ακυρώσεων του EUIPO για μια πρώτη εξέταση όσον αφορά τις υπηρεσίες που καλύπτονται από τη δήλωση του 2016.

26      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της.

 Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

27      Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, και

–        να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.

28      Το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–        να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

29      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει έξι λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος ερείδεται σε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), ο δεύτερος σε παράβαση του άρθρου 36, πρώτη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο τρίτος σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, ο τέταρτος σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, ο πέμπτος σε παράβαση του άρθρου 75 του εν λόγω κανονισμού και ο έκτος σε παράβαση του άρθρου 76 του ιδίου κανονισμού.

 Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

30      Με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 65, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη, αρνούμενο να αναγνωρίσει, κατ’ ουσίαν, ότι, λόγω της αναδρομικής ισχύος της τροποποιήσεως του μητρώου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: μητρώο) μετά τη δήλωση του 2016, η επίδικη απόφαση είχε ακυρώσει το επίμαχο σήμα μόνο για τις υπηρεσίες που καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια του τίτλου των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και ότι, ως εκ τούτου, ουδέποτε κατέστη δυνατό να εξετασθεί η δυνατότητα καταχωρίσεως του σήματος αυτού για τις νέες υπηρεσίες που προστέθηκαν με τη δήλωση αυτή. Η αναιρεσείουσα προσάπτει επίσης στο Γενικό Δικαστήριο ότι, εξαιτίας της εκτιμήσεώς του αυτής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.

31      Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, με τα επιχειρήματά της, η αναιρεσείουσα ζήτησε την τροποποίηση της επίδικης αποφάσεως, όπως τούτο προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009.

32      Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 153 της αποφάσεως αυτής, ότι το άρθρο 65, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού του επιτρέπει να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την απόφαση τμήματος προσφυγών του EUIPO μόνο για λόγους αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβιάσεως της Συνθήκης, παραβάσεως του εν λόγω κανονισμού ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή τους ή για κατάχρηση εξουσίας.

33      Αφού υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει μια τέτοια απόφαση για λόγους που ανακύπτουν μετά την έκδοσή της, έκρινε, στη σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δήλωση του 2016 ήταν μεταγενέστερη της επίδικης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, απέρριψε ως απαράδεκτα, στη σκέψη 155 της αποφάσεως αυτής, τα αιτήματα που διατύπωσε η αναιρεσείουσα με τις παρατηρήσεις της που μνημονεύονται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως.

34      Εντούτοις, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει να αποκλείεται, εάν έχει ως συνέπεια να θίγονται, χωρίς δικαιολόγηση στηριζόμενη σε πραγματικά περιστατικά ή εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα προστατευόμενα από θεμελιώδεις αρχές συμφέροντά της, , όπως συνέβη εν προκειμένω.

35      Κατόπιν της αποφάσεως της 19ης Ιουνίου 2012, Chartered Institute of Patent Attorneys (C-307/10, EU:C:2012:361), το άρθρο 28, παράγραφος 8, του κανονισμού 207/2009, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/2424, προβλέπει, για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των δικαιούχων σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι δικαιούχοι αυτοί, οι οποίοι βασίζονταν στην μέχρι τότε ακολουθούμενη εκ μέρους του EUIPO πρακτική και είχαν καταχωρίσει τα σήματά τους σε σχέση με ολόκληρο τον τίτλο των κλάσεων του Διακανονισμού της Νίκαιας, μπορούσαν να δηλώσουν ότι η πρόθεσή τους, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεώς τους, ήταν να ζητήσουν την προστασία προϊόντων ή υπηρεσιών πέραν της κυριολεκτικής εννοίας του τίτλου των κλάσεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζονται τοιουτοτρόπως περιλαμβάνονται στον αλφαβητικό κατάλογο των εν λόγω κλάσεων του Διακανονισμού της Νίκαιας.

36      Η αναφορά της διατάξεως αυτής, μεταξύ άλλων, στην πρόθεση του δικαιούχου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, είχε την έννοια ότι η τροποποίηση του μητρώου, κατόπιν δηλώσεως γενόμενης βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 8, του κανονισμού 207/2009, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/2424, ανατρέχει στην ημερομηνία της καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

37      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει το επίμαχο σήμα ως εάν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, είχε καταχωρισθεί όχι μόνο για τις γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, αλλά και για τις νέες υπηρεσίες που προστέθηκαν με τη δήλωση του 2016.

38      Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την αναδρομική ισχύ της τροποποιήσεως του μητρώου συνεπεία της δηλώσεως του 2016, διαπιστώνοντας, στη σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα αιτήματα της αναιρεσείουσας βασίστηκαν σε γεγονός που επήλθε μετά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.

39      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο στέρησε από την αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να ζητήσει να ελεγχθεί αν είναι δυνατή η καταχώριση, ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του όρου «Vermögensmanufaktur» όσον αφορά τις υπηρεσίες που προστέθηκαν με τη δήλωση του 2016 και, ως εκ τούτου, ήρε αδικαιολόγητα την προστασία του δικαιώματός της διανοητικής ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη και προσέβαλε το δικαίωμά της ακροάσεως το οποίο απορρέει από το άρθρο 47 του εν λόγω Χάρτη.

40      Δεύτερον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 149 έως 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να απορρίψει ως απαράδεκτα τα επιχειρήματα βάσει των οποίων η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί, κατ’ ουσίαν, ότι η επίδικη απόφαση δεν ακύρωσε την καταχώριση του επίμαχου σήματος για τις υπηρεσίες που παρατίθενται στη δήλωση του 2016, πάσχει έλλειψη αιτιολογίας.

41      Κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή χωρίς αμφισημία η συλλογιστική του ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη η απόφαση, στο δε Δικαστήριο να ασκήσει τον εκ μέρους του δικαστικό έλεγχο. Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι, μολονότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να συνάγεται εμμέσως, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει επαρκώς το σύνολο των αιτημάτων και των κυριότερων σημείων της επιχειρηματολογίας των διαδίκων.

42      Το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε ως αιτιολογία, στις σκέψεις 152 έως 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το γεγονός ότι δεν μπορούσε να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την επίδικη απόφαση για λόγους που ανέκυψαν μετά την έκδοσή της, χωρίς να εξετάσει την αναδρομική ισχύ της τροποποιήσεως του μητρώου μετά τη δήλωση του 2016. Συνεπώς, παρά τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ένα ουσιώδες σημείο της επιχειρηματολογίας της.

43      Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υποστήριξε με το υπόμνημα απαντήσεώς της ότι η αιτιολογία του τμήματος προσφυγών σχετικά με την υποτιθέμενη αδυναμία καταχωρίσεως, ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της εκφράσεως «Vermögensmanufaktur» για τις γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας δεν μπορεί να ισχύσει άνευ ετέρου και για τις υπηρεσίες που προστέθηκαν με τη δήλωση του 2016.

44      Τούτο θα ήταν δυνατό μόνο για τις υπηρεσίες που έχουν αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο με τις γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων του Διακανονισμού της Νίκαιας ώστε να συγκροτούν μια ομοιογενή κατηγορία υπηρεσιών.

45      Εντούτοις, ούτε το EUIPO ούτε το Γενικό Δικαστήριο απέδειξαν ότι η αιτιολογία σχετικά με την υποτιθέμενη αδυναμία καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος μπορεί να ισχύσει όχι μόνο για τις γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, αλλά και για τις νέες υπηρεσίες οι οποίες προστέθηκαν με τη δήλωση του 2016.

46      Το EUIPO υποστηρίζει ότι οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

47      Κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 149 έως 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφενός, παρέβη το άρθρο 65, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη και, αφετέρου, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας, επιβάλλεται η επισήμανση ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει βασίζονται στην προκείμενη ότι η καταχώριση του επίμαχου σήματος και, επομένως, η επίδικη απόφαση η οποία υποβλήθηκε στον έλεγχο του Γενικού Δικαστηρίου, αφορούσε μόνον τις γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, με αποτέλεσμα η προστασία του εν λόγω σήματος να έχει επεκταθεί, λόγω της δηλώσεως του 2016, στις προστεθείσες με τη δήλωση αυτήν υπηρεσίες, οι οποίες, επομένως, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως που κήρυξε άκυρο το επίμαχο σήμα.

48      Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την προσέγγιση που εκτίθεται στο σημείο IV, πρώτο εδάφιο, της ανακοινώσεως 4/03, καθώς και στο σημείο V της ανακοινώσεως 2/12, η μνεία των τίτλων των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας στην αίτηση καταχωρίσεως του Vermögensmanufaktur ως σήματος σκοπούσε στην προστασία του σήματος αυτού για το σύνολο των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στον αλφαβητικό κατάλογο των κλάσεων αυτών (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Brandconcern κατά EUIPO και Scooters India, C-577/14 P, EU:C:2017:122, σκέψεις 31 και 32).

49      Επομένως, κατά την ημερομηνία καταχωρίσεώς του, η προστασία της οποίας απήλαυε το επίμαχο σήμα περιελάμβανε ήδη τις υπηρεσίες που καλύπτονται από τη δήλωση του 2016. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 28, παράγραφος 8, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/2424, προβλέπει ότι τα σήματα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη για τα οποία δεν έχει υποβληθεί δήλωση θεωρείται ότι επεκτείνονται, από τις 24 Σεπτεμβρίου 2016, μόνο στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια των ενδείξεων οι οποίες περιλαμβάνονται στον τίτλο της σχετικής κλάσεως του Διακανονισμού της Νίκαιας.

50      Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η δήλωση του 2016 σκοπούσε στην προσθήκη νέων υπηρεσιών καλυπτόμενων από την προστασία της οποίας απολαύει το επίμαχο σήμα, αλλά στο να διασφαλισθεί ότι, από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 28, παράγραφος 8, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/2424, οι υπηρεσίες που καλύπτει η δήλωση αυτή θα εξακολουθούν να απολαύουν της προστασίας αυτής, παρά το γεγονός ότι δεν καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια των ενδείξεων οι οποίες περιλαμβάνονται στον τίτλο των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας.

51      Επομένως, όπως ορθώς επισήμανε το EUIPO στα υπομνήματά του, ενώ η επίδικη απόφαση ελήφθη πριν από τη δήλωση του 2016, αφορούσε όλες τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το επίμαχο σήμα και, ως εκ τούτου, για το σύνολο των υπηρεσιών που εμπίπτουν στις κλάσεις 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καλύπτονται από την εν λόγω δήλωση, οπότε η απόφαση αυτή κήρυξε άκυρο το σήμα αυτό για το σύνολο των υπηρεσιών αυτών.

52      Ως εκ τούτου, καθόσον στηρίζονται σε προκείμενη η οποία δεν αντιστοιχεί στο εύρος της προστασίας που απήλαυε πράγματι το επίμαχο σήμα, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως στηρίζονται σε νομικά εσφαλμένη προκείμενη.

53      Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, στη σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε αιτιολογία η οποία παρέχει τη δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τα αιτήματά της περί μεταρρυθμίσεως της επίδικης αποφάσεως. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει, συναφώς, έλλειψη αιτιολογίας.

54      Συνεπώς, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

 Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

55      Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 διαπιστώνοντας ότι το επίμαχο σήμα ήταν περιγραφικό για όλες τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το σήμα αυτό, πλην των υπηρεσιών «διαφήμιση» και «εργασίες γραφείου».

56      Πρώτον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται την έκφραση «Vermögensmanufaktur».

57      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, στη σκέψη 53 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το κοινό αυτό ήταν σε θέση να αντιληφθεί την έννοια των γερμανικών λέξεων «Vermögen» και «Manufaktur». Αφετέρου, στις σκέψεις 57 και 58 της ίδιας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο συνδυασμός των δύο αυτών λέξεων είχε σαφή και μη διφορούμενη έννοια, ήτοι αυτήν της «βιοτεχνίας περιουσιακών στοιχείων», η οποία δεν υπερβαίνει το άθροισμα των ενδείξεων τις οποίες παρέχουν τα δυο αυτά στοιχεία, και συνήγαγε εντεύθεν το συμπέρασμα ότι το ενδιαφερόμενο κοινό ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι το επίμαχο σήμα παραπέμπει σε δομή ή σε συγκεκριμένο μέρος όπου παράγονται ή προσφέρονται, κατά τρόπο μη τυποποιημένο, υπηρεσίες θεματικού περιεχομένου που είναι πολύ ακριβές και το οποίο είχε στενή σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και τα οικονομικά.

58      Κατά την αναιρεσείουσα, όμως, ο όρος «Manufaktur» χρησιμοποιείται στην καθημερινή γλώσσα μόνον σε σχέση με εμπορεύματα. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τις υπηρεσίες, η λέξη «Vermögensmanufaktur» προκαλεί προβληματισμό στο ενδιαφερόμενο κοινό και δεν συσχετίζεται ευθέως και αμέσως με εξατομικευμένες και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες.

59      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε τον περιγραφικό χαρακτήρα του επίμαχου σήματος σε σχέση με τις «υπηρεσίες διαχειρίσεως εμπορικών υποθέσεων» και τις υπηρεσίες «διοικήσεως επιχειρήσεων», που εμπίπτουν στην κλάση 35 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009.

60      Κατ’ αρχάς, στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η λέξη «Manufaktur» δύναται να παραπέμπει στον τόπο παροχής των υπηρεσιών και ότι η έκφραση «Vermögensmanufaktur» μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως ένδειξη περί του τόπου αυτού. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η «διοίκηση επιχειρήσεων» καθώς και οι υπηρεσίες «διαχειρίσεως επιχειρήσεων» μπορούν να παρέχονται σε μια τέτοια «βιοτεχνία περιουσιακών στοιχείων».

61      Εν συνεχεία, στη σκέψη 74 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο όρος «Manufaktur» μπορεί να παραπέμπει σε εξατομικευμένες και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, οπότε η έκφραση «βιοτεχνία περιουσιακών στοιχείων» περιγράφει τον προορισμό της «διοικήσεως επιχειρήσεων» και των υπηρεσιών «διαχειρίσεως επιχειρήσεων», υπό την έννοια ότι οι εν λόγω υπηρεσίες θεωρούνται ως υπηρεσίες ανώτερης ποιότητας για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων κατά τρόπο εξατομικευμένο.

62      Κατά την αναιρεσείουσα όμως, αντιθέτως προς όσα επιτάσσει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, το επίμαχο σήμα δεν συνίσταται αποκλειστικά σε ένδειξη για τον προσδιορισμό, στο εμπόριο, του προορισμού των εν λόγω υπηρεσιών. Η «διοίκηση επιχειρήσεων» και οι υπηρεσίες «διαχειρίσεως επιχειρήσεων» σκοπούν να εξασφαλίσουν την επιχειρησιακή και οικονομική επιτυχία μιας επιχειρήσεως. Κατά συνέπεια, προορισμός τους δεν είναι η απόκτηση κάποιου περιουσιακού στοιχείου.

63      Ομοίως, οι ενδεχόμενες ενδείξεις σχετικά με τις υπηρεσίες «ιδιαιτέρως υψηλής ποιότητας» ή με τις «εξατομικευμένες υπηρεσίες» δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον προορισμό των υπηρεσιών αυτών.

64      Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο στηρίζεται επίσης σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 για να καταλήξει, με τις σκέψεις 66 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο σήμα είναι περιγραφικό των υπηρεσιών της κλάσεως 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας.

65      Η συγκεκριμένη συλλογιστική στηρίζεται αποκλειστικά στην παραδοχή ότι ο όρος «Vermögensmanufaktur» γίνεται αντιληπτός ως ο τόπος στον οποίον παρέχονται οι υπηρεσίες που εμπίπτουν στην εν λόγω κλάση 36. Πλην όμως, με τον όρο αυτόν δηλώνεται στην καλύτερη περίπτωση ο παρέχων τις υπηρεσίες αυτές και όχι κάποιο χαρακτηριστικό των εν λόγω υπηρεσιών.

66      Εξάλλου, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική. Ενώ το Γενικό Δικαστήριο υποθέτει, στις σκέψεις 46 και 47 της αποφάσεως αυτής, ότι η λέξη «Manufaktur» γίνεται αντιληπτή, πέραν της αρχικής σημασίας της, ως αναφερόμενη σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, από τη σκέψη 69 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι, όσον αφορά τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, ο όρος αυτός θα πρέπει να διατηρήσει την αρχική σημασία του και να παραπέμπει στον συγκεκριμένο τόπο όπου παρέχονται οι οικείες υπηρεσίες.

67      Το EUIPO υποστηρίζει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

68      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 256 ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, καθώς και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά, υπό την επιφύλαξη τυχόν παραμορφώσεώς τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Bundesverband Souvenir – Geschenke – Ehrenpreise κατά EUIPO, C‑488/16 P, EU:C:2018:673, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69      Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό το πρόσχημα της δήθεν εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 και μιας δήθεν αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί απλώς τις πραγματικές εκτιμήσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο τόσο όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίον το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται το επίμαχο σήμα όσο και όσον αφορά τον περιγραφικό χαρακτήρα του σε σχέση με τις υπηρεσίες των κλάσεων 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας.

70      Συνεπώς, η αναιρεσείουσα καλεί, στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο να υποκαταστήσει με τη δική του ανάλυση την ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της κυριαρχικής εκτιμήσεώς του των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς εντούτοις να επικαλείται συναφώς παραμόρφωση των στοιχείων αυτών.

71      Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

 Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

72      Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, πράγμα που είχε ως συνέπεια να καταλήξει στο συμπέρασμα, στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίμαχο σήμα στερείτο διακριτικού χαρακτήρα.

73      Υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι, στη σκέψη 110 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει απλώς ότι, λαμβανομένων υπόψη των οικείων υπηρεσιών, το σήμα αυτό γίνεται αντιληπτό, σαφώς και αμέσως, από το ενδιαφερόμενο κοινό ως αναφερόμενο σε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και ως δυνάμενο να θεμελιώσει την προσδοκία ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών θα του προσπορίζει περιουσιακό κέρδος.

74      Εν συνεχεία, στη σκέψη 111 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει απλώς ότι το επίμαχο σήμα δεν είναι ούτε επαρκώς πρωτότυπο ούτε ικανό να εντυπώνεται στη μνήμη του κοινού ούτε είναι επαρκώς ασύνηθες ως προς την τυπική μορφή του ώστε να απαιτεί ένα ελάχιστο επίπεδο ερμηνευτικής προσπάθειας, σκέψεως ή αναλύσεως από το ενδιαφερόμενο κοινό, ενώ, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, Audi κατά ΓΕΕΑ, C-398/08 P, EU:C:2010:29, σκέψη 47), η ύπαρξη των χαρακτηριστικών αυτών δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την απόδειξη του διακριτικού χαρακτήρα μιας εγκωμιαστικής αναφοράς.

75      Ως εκ τούτου, ιδίως στις σκέψεις 112 και 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολογεί τη διαπίστωσή του ότι το επίμαχο σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα εκθέτοντας μόνον ότι γίνεται αντιληπτό από το ενδιαφερόμενο κοινό ως εγκωμιαστική αναφορά ή ως διαφημιστική πληροφορία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των οικείων υπηρεσιών.

76      Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία μια τέτοια διαπίστωση δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι ένα σήμα δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι αυτό μπορεί να γίνεται αντιληπτό ταυτόχρονα ως διαφημιστική πληροφορία και ως ένδειξη της προελεύσεως με διακριτικό χαρακτήρα (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, Audi κατά ΓΕΕΑ, C-398/08 P, EU:C:2010:29, σκέψη 44).

77      Το Γενικό Δικαστήριο, επομένως, ούτε τεκμηρίωσε ούτε αιτιολόγησε επαρκώς την έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα του επίμαχου σήματος, καθώς η έλλειψη αυτή ωσαύτως δεν μπορεί, κατά την αναιρεσείουσα, να δικαιολογηθεί από τον υποτιθέμενο περιγραφικό χαρακτήρα της εκφράσεως «Vermögensmanufaktur», δεδομένου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009.

78      Το EUIPO υποστηρίζει ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

79      Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι το επίμαχο σήμα στερείτο διακριτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, απλώς και μόνον εκ του λόγου ότι η έκφραση «Vermögensmanufaktur» συνιστά εγκωμιαστική αναφορά, στηρίζεται σε παρανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

80      Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 95 της αποφάσεως αυτής, ότι ένα σήμα που είναι περιγραφικό, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, στερείται, ως εκ τούτου, οπωσδήποτε διακριτικού χαρακτήρα.

81      Αφετέρου, στη σκέψη 96 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, αντιθέτως, αν ένα σήμα δεν είναι περιγραφικό κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, δεν έχει, εκ του λόγου αυτού, οπωσδήποτε διακριτικό χαρακτήρα και ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει προσέτι να εξετασθεί αν, εκ της φύσεώς του, είναι σε θέση να επιτελέσει την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, ήτοι αυτήν του προσδιορισμού της εμπορικής προελεύσεως του οικείου προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας, ούτως ώστε να παρασχεθεί στον καταναλωτή ο οποίος αποκτά το προϊόν ή την υπηρεσία που προσδιορίζεται από το σήμα τη δυνατότητα να προβεί, σε περίπτωση μεταγενέστερης αγοράς, στην ίδια επιλογή, αν η εμπειρία αποδειχθεί θετική, ή να προβεί σε διαφορετική επιλογή, αν αποδειχθεί αρνητική.

82      Εξάλλου, στη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το εγκωμιαστικό σημασιολογικό περιεχόμενο λεκτικού σήματος δεν αποκλείει να δύναται το σήμα αυτό να εγγυάται στους καταναλωτές την προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσδιορίζει. Ως εκ τούτου, το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να εκλάβει ένα τέτοιο σήμα τόσο ως διαφημιστική αναφορά όσο και ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των προϊόντων ή των υπηρεσιών (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2010, Audi κατά ΓΕΕΑ, C-398/08 P, EU:C:2010:29, σκέψη 45).

83      Εντούτοις, στη σκέψη 111 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το επίμαχο σήμα δεν είναι ούτε επαρκώς πρωτότυπο ούτε ικανό να εντυπώνεται στη μνήμη του κοινού ούτε είναι επαρκώς ασύνηθες ως προς την τυπική μορφή του ώστε να απαιτεί ένα ελάχιστο επίπεδο ερμηνευτικής προσπάθειας, σκέψεως ή αναλύσεως από το ενδιαφερόμενο κοινό, ούτως ώστε το κοινό να οδηγείται ευθύς εξαρχής στον συσχετισμό του προς τις υπηρεσίες που αυτό προσδιορίζει.

84      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μια επιχείρηση μπορεί να μονοπωλεί την έκφραση «Vermögensmanufaktur» ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μολονότι αυτή δεν παρέχει στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να διακρίνει τις υπηρεσίες που παρέχονται εκ μέρους της εν λόγω επιχειρήσεως από εκείνες που παρέχονται εκ μέρους άλλης επιχειρήσεως του ίδιου τομέα δραστηριότητας.

85      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 112 της εν λόγω αποφάσεως, ότι, πέραν της διαφημιστικής πληροφορίας, το ενδιαφερόμενο κοινό δεν πρόκειται να αντιληφθεί το αμφισβητούμενο σήμα ως συγκεκριμένη ένδειξη εμπορικής προελεύσεως η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να προβεί, σε περίπτωση μεταγενέστερης αγοράς, στην ίδια επιλογή, αν η εμπειρία αποδειχθεί θετική, ή να προβεί σε διαφορετική επιλογή, αν αποδειχθεί αρνητική.

86      Επομένως, δεν ευσταθούν τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ότι το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου κατά το οποίο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επίμαχο σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα στηρίζεται αποκλειστικά στον εγκωμιαστικό χαρακτήρα του σήματος αυτού.

87      Εξ αυτού συνάγεται ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του πέμπτου και του έκτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

88      Με τον πέμπτο και τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, κρίνοντας, στις σκέψεις 123 έως 133 και 135 έως 148 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επίμαχα παραρτήματα 26 και 30 που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως δεν βάρυναν στην εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ως προς τον διακριτικό χαρακτήρα του επίμαχου σήματος, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη, αφενός, το άρθρο 75, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, κατά το οποίο οι αποφάσεις του EUIPO μπορούν να στηρίζονται μόνο στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση, και, αφετέρου, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, κατά το οποίο το EUIPO δεν μπορεί να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά τα οποία οι διάδικοι δεν επικαλέστηκαν ή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν προσκόμισαν εγκαίρως.

89      Όσον αφορά τα επίμαχα παραρτήματα 27, 29 και 30, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 125 και 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αυτά δεν μνημονεύονται ρητώς στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών.

90      Πάντως, μολονότι η αναιρεσείουσα παραδέχεται ότι το τμήμα προσφυγών δεν παραπέμπει ρητώς στα παραρτήματα αυτά, εντούτοις υποστηρίζει ότι τα σημεία 29 και 40 της επίδικης αποφάσεως αποτελούν αυτούσια παράθεση του επίμαχου παραρτήματος 29. Ως εκ τούτου, κατά την αναιρεσείουσα, το παράρτημα αυτό ελήφθη υπόψη από το τμήμα προσφυγών, χωρίς η αναιρεσείουσα να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των επίμαχων παραρτημάτων.

91      Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο, αφού απέρριψε τις αιτιάσεις περί παραβάσεως του άρθρου 75, δεύτερη περίοδος, και του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, για τον λόγο και μόνον ότι τα επίμαχα παραρτήματα 27, 29 και 30 δεν είχαν ρητώς μνημονευθεί στην επίδικη απόφαση, δεν εξακρίβωσε αν τα παραρτήματα αυτά αποτελούσαν καθοριστικούς παράγοντες στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών ή απλώς συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.

92      Όσον αφορά τα επίμαχα παραρτήματα 26 και 28, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ιδίως στις σκέψεις 128, 132 και 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αυτά δεν είχαν καθοριστική σημασία για τους σκοπούς της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών και ότι συνιστούσαν απλώς συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.

93      Εντούτοις, το επίμαχο παράρτημα 28 αφορά ακριβώς το ίδιο γερμανικό σήμα Finanzmanufaktur με αυτό που αφορά το επίμαχο παράρτημα 29, το οποίο παρατέθηκε αυτούσιο από το τμήμα προσφυγών. Επομένως, είναι προφανές ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε επίσης υπόψη του το εν λόγω παράρτημα 28 στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του.

94      Το δε επίμαχο παράρτημα 26 αφορά μια απόφαση του Γραφείου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων της Γερμανίας περί της δυνατότητας καταχωρίσεως του σήματος Kredimanufaktur. Δεδομένου ότι η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής παρατίθεται σχεδόν αυτούσια από το τμήμα προσφυγών, η παραδοχή του Γενικού Δικαστηρίου ότι το εν λόγω παράρτημα είναι απλώς ένα συμπληρωματικό αποδεικτικό στοιχείο και δεν έχει καθοριστική σημασία στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του τμήματος προσφυγών είναι εσφαλμένη.

95      Το EUIPO υποστηρίζει ότι ο πέμπτος και ο έκτος λόγος είναι προδήλως αβάσιμοι.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

96      Εφόσον είναι δυνατό να παρατηρηθούν ομοιότητες μεταξύ των επίμαχων παραρτημάτων και της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι είναι επικριτέα η αυτούσια παράθεση αποδεικτικών στοιχείων τα οποία δεν είχαν κατατεθεί εγκαίρως και επί των οποίων οι διάδικοι δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι, στις σκέψεις 128, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το τμήμα προσφυγών είχε στηρίξει τη συλλογιστική του και σε άλλα παραρτήματα που προσκομίστηκαν από την παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως, τα οποία εξετάστηκαν μεταξύ άλλων στις σκέψεις 43 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και σε σχέση με τα οποία δεν αμφισβητείται ότι προσκομίστηκαν εγκαίρως, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση αυτών και ότι είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση επ’ αυτών.

97      Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν, στις σκέψεις 132 και 142 της αποφάσεως αυτής, ότι τα επίμαχα παραρτήματα δεν ήσαν καθοριστικής σημασίας για την εκτίμηση στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών και ότι ήσαν απλώς συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.

98      Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο της αναιρέσεώς της, η αναιρεσείουσα περιορίζεται, κατ’ ουσίαν, στην επανάληψη των επιχειρημάτων που ανέπτυξε πρωτοδίκως, χωρίς να διευκρινίζει τίνι τρόπω το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αποφαινόμενο, στις σκέψεις 134 και 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι λόγοι ακυρώσεως περί ενδεχόμενης συνεκτιμήσεως των επίμαχων παραρτημάτων από το τμήμα προσφυγών ήσαν αλυσιτελείς.

99      Συνεπώς, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

100    Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

101    Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

102    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ανωτέρω Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

103    Δεδομένου ότι το EUIPO έχει ζητήσει την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει αυτή, αφενός, να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και, αφετέρου, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του EUIPO.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Η VM Vermögens-Management GmbH φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO).

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.