Language of document : ECLI:EU:C:2019:423

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERARD HOGAN

της 16ης Μαΐου 2019(1)

Υπόθεση C‑484/18

Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (Spedidam)

PG

GF

κατά

Institut national de l’audiovisuel

παρισταμένωντων:

Syndicat indépendant des artistes-interprètes (SA-UNSA),

Syndicat français des artistes-interprètes (CGT)

[αίτηση του Cour de cassation
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικά δικαιώματα – Οδηγία 2001/29/ΕΚ – Άρθρα 2, στοιχείο βʹ, και 3, παράγραφος 2 – Αποκλειστικά δικαιώματα των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών – Εθνική νομοθεσία που θεσπίζει, προς όφελος του γαλλικού Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Ινστιτούτου (INA), ειδικό καθεστώς για την εκμετάλλευση οπτικοακουστικών αρχείων, μη προβλεπόμενο από τα άρθρα 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2001/29 – Μεταβίβαση των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως οπτικοακουστικών αρχείων χωρίς την ανάγκη να αποδειχθεί η παροχή άδειας εκ μέρους του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη – Νομικό τεκμήριο συγκαταθέσεως του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη»






I.      Εισαγωγή

1.        Επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στο πλαίσιο της νομοθεσίας τους που διέπει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο ο καλλιτέχνης ερμηνευτής ή εκτελεστής συγκεκριμένου έργου θα επέτρεπε σε δημόσιο φορέα, επιφορτισμένο με το καθήκον της διατήρησης οπτικοακουστικών εγγραφών, να δημοσιεύει και, εάν είναι αναγκαίο, να εκμεταλλεύεται το έργο αυτό δυνάμει εικαζόμενης μεταβίβασης των δικαιωμάτων του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη; Αυτό είναι ουσιαστικά το κύριο ζήτημα που ανακύπτει με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

2.        Η υπό κρίση αίτηση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουλίου 2018 από το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία), αφορά προφανώς την ερμηνεία των άρθρων 2, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και 5 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (2).

3.        Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Société de perception et de distribution des droits des artistes-interprètes de la musique et de la danse (στο εξής: Spedidam), και των PG και GF, υιών και δικαιοδόχων του παγκοσμίου φήμης ντράμερ της τζαζ, ZV, και, αφετέρου, του Institut national de l’audiovisuel (γαλλικού Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Ινστιτούτου, στο εξής: INA), με αντικείμενο αγωγή αποζημίωσης για τη φερόμενη προσβολή, εκ μέρους του ΙΝΑ, των δικαιωμάτων ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη, των οποίων ήταν δικαιούχοι οι PG και GF.

4.        Ο ZV απεβίωσε το 1985. Το 2009 οι υιοί του διαπίστωσαν ότι το INA είχε αναρτήσει στον ιστότοπό του ορισμένα βιντεογραφήματα καθώς και ένα φωνογράφημα από συναυλιακές εμφανίσεις του πατέρα τους που έγιναν μεταξύ των ετών 1959 και 1978. Κατόπιν αυτής της διαπίστωσης άσκησαν αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι, ως κάτοχοι δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, υπέστησαν ζημία συνεπεία πράξεως που, κατά την άποψή τους, στοιχειοθετούσε άνευ αδείας παρουσίαση, εκ μέρους του INA, των εν λόγω εμφανίσεων του αποβιώσαντος πατρός τους. Δεν αμφισβητείται ότι οι ως άνω υιοί του καλλιτέχνη ουδέποτε επέτρεψαν την εκ μέρους του INA παρουσίαση των εμφανίσεων του πατέρα τους κατά τον τρόπο αυτόν. Όπως θα δούμε αμέσως μετά, το γαλλικό δίκαιο προβλέπει τη μεταβίβαση των συγγενικών δικαιωμάτων στο INA. Το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται από την παρούσα προδικαστική παραπομπή είναι κατά πόσον αυτή η γαλλική νομοθεσία είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2001/29.

5.        Ωστόσο, πριν από την εξέταση αυτών των νομικών ζητημάτων, είναι καταρχάς αναγκαίο να παρατεθούν οι συναφείς νομικές διατάξεις.

II.    Νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 15, 25, 26, 30 και 32 της οδηγίας 2001/29 έχουν ως εξής:

«(15) Η διπλωματική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) τον Δεκέμβριο του 1996, κατέληξε στην έγκριση δύο νέων συνθηκών, της “συνθήκης του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας” και της “συνθήκης του ΠΟΔΙ για τις ερμηνείες και εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα”, που αφορούν την προστασία των δημιουργών και την προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών και των παραγωγών φωνογραφημάτων αντίστοιχα. Οι εν λόγω συνθήκες προσαρμόζουν σημαντικά τη διεθνή προστασία του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του “ψηφιακού θεματολογίου”, και βελτιώνουν τα μέσα καταπολέμησης της πειρατείας σε παγκόσμιο επίπεδο. [Η Ευρωπαϊκή Ένωση] και τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν ήδη υπογράψει τις εν λόγω συνθήκες, ενώ παράλληλα προχωρεί η διαδικασία επικύρωσής τους από τα κράτη μέλη και την [Ένωση]. Η παρούσα οδηγία συμβάλλει επίσης στην εκπλήρωση ορισμένων από τις νέες αυτές διεθνείς υποχρεώσεις.

[…]

(25) Η ανασφάλεια δικαίου περί τη φύση και το επίπεδο της προστασίας των πράξεων “κατ’ αίτησιν” μετάδοσης έργων που προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού και των αντικειμένων που προστατεύονται από τα συγγενικά δικαιώματα μέσω δικτύων θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με [ενωσιακά] εναρμονισμένη προστασία. Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι όλοι οι αναγνωριζόμενοι από την οδηγία δικαιούχοι θα πρέπει να έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να διαθέτουν στο κοινό έργα που προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού ή άλλα αντικείμενα μέσω “κατ’ αίτησιν” μεταδόσεων με διαλογική μορφή. Οι εν λόγω μεταδόσεις χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι το κοινό δύναται να έχει πρόσβαση σε αυτές από τόπο και χρόνο που επιλέγει ατομικώς.

(26) Όσον αφορά ραδιοτηλεοπτικά έργα τα οποία ενσωματώνουν μουσική από εμπορικά φωνογραφήματα και προσφέρονται από ραδιοτηλεοπτικούς φορείς κατ’ αίτησιν ως αναπόσπαστο μέρος αυτών, πρέπει να ενθαρρυνθούν συμφωνίες συλλογικών αδειών για να διευκολύνουν την άδεια για τα σχετικά δικαιώματα.

[...]

(30) Τα εκ της παρούσας οδηγίας δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν, να εκχωρηθούν ή να αποτελέσουν αντικείμενο συμβατικών αδειών εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας περί δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων.

[...]

(32) Η παρούσα οδηγία περιέχει εξαντλητικό κατάλογο εξαιρέσεων και περιορισμών από το δικαίωμα αναπαραγωγής και το δικαίωμα παρουσίασης στο κοινό. Ορισμένες εξαιρέσεις ή περιορισμοί ισχύουν μόνο για το δικαίωμα αναπαραγωγής, κατά περίπτωση. Ο κατάλογος λαμβάνει δεόντως υπόψη τις διαφορετικές νομικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποσκοπώντας ταυτόχρονα στην διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να επιτύχουν εναρμονισμένη εφαρμογή των εν λόγω εξαιρέσεων και περιορισμών, κάτι που θα επανεξεταστεί κατά την αξιολόγηση των εκτελεστικών μέτρων στο μέλλον».

7.        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2001/29, με τίτλο «Δικαίωμα αναπαραγωγής», προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:

(α)      στους δημιουργούς, όσον αφορά τα έργα τους,

(β)      στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεών τους,

(γ)      στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματά τους,

(δ)      στους παραγωγούς της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης ταινιών σε φορέα, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους,

[...]».

8.        Το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/29, με τίτλο «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό», προβλέπει τα εξής:

«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.

2. Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος:

(α)      στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεών τους,

(β) στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματά τους,

(γ)      στους παραγωγούς της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης ταινιών, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους,

[…]».

9.        Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Εξαιρέσεις και περιορισμοί», ορίζει, στην παράγραφο 2, τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2 στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[…]

(γ) ειδικές πράξεις αναπαραγωγής που πραγματοποιούνται από προσιτές στο κοινό βιβλιοθήκες, εκπαιδευτικά ιδρύματα ή μουσεία, ή από αρχεία που δεν αποσκοπούν, άμεσα ή έμμεσα, σε κανένα οικονομικό ή εμπορικό όφελος,

[…]».

10.      Το άρθρο 10 της οδηγίας 2001/29, με τίτλο «Διαχρονική εφαρμογή», προβλέπει τα εξής:

«1. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται σε όλα τα έργα και τα λοιπά προστατευόμενα αντικείμενα που αναφέρονται σε αυτήν και τα οποία στις 22 Δεκεμβρίου 2002, προστατεύονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών για την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα ή πληρούν τα κριτήρια προστασίας κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

2. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θίγει τις πράξεις που έχουν συναφθεί και τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 2002».

2.      Το γαλλικό δίκαιο

11.      Το άρθρο L. 212-3, πρώτη παράγραφος, του code de la propriété intellectuelle (κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας) προβλέπει τα εξής:

«Για την εγγραφή των ερμηνειών ή εκτελέσεων σε υλικό φορέα, την αναπαραγωγή και την παρουσίαση στο κοινό, καθώς και για κάθε άλλη διακριτή χρήση ήχου και εικόνας από τις ερμηνείες ή εκτελέσεις που έχουν εγγραφεί σε υλικό φορέα, απαιτείται η έγγραφη άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη».

12.      Το άρθρο L. 212-4 του κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας προβλέπει τα εξής:

«Η υπογραφή της συμβάσεως που συνάπτεται μεταξύ ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και παραγωγού για την παραγωγή οπτικοακουστικού έργου θεωρείται παροχή αδείας για την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτελέσεως σε υλικό φορέα, την αναπαραγωγή και την παρουσίαση αυτών στο κοινό.

Η ως άνω σύμβαση καθορίζει την κατ’ αποκοπήν αμοιβή για κάθε μορφή εκμεταλλεύσεως του έργου».

13.      Το άρθρο 49 του loi n° 86-1067 du 30 septembre 1986 relative à la liberté de communication (νόμου 86-1067, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, περί της ελευθερίας της επικοινωνίας) (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 του νόμου 2006/961, της 1ης Αυγούστου 2006, στο εξής: νόμος περί της ελευθερίας της επικοινωνίας) προβλέπει τα εξής:

«Στο [ΙΝΑ], δημόσιο φορέα βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα, ανατίθεται το καθήκον να διαφυλάσσει και να προάγει την εθνική οπτικοακουστική κληρονομία.

[...]

II.      Το [INA] εκμεταλλεύεται τα αποσπάσματα των οπτικοακουστικών αρχείων των εθνικών φορέων παραγωγής προγραμμάτων υπό τους όρους που καθορίζονται από τις οικείες προδιαγραφές. Στο πλαίσιο αυτό, θα καρπώνεται τα οφέλη από τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των αποσπασμάτων αυτών, με τη λήξη χρονικού διαστήματος ενός έτους από την πρώτη μετάδοση αυτών.

Το [INA] παραμένει κύριος των υλικών φορέων και του τεχνικού υλικού και κάτοχος των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως των οπτικοακουστικών αρχείων των εθνικών εταιριών παραγωγής προγραμμάτων […] τα οποία μεταβιβάστηκαν σε αυτό πριν από τη δημοσίευση του νόμου No 2000-719 της 1ης Αυγούστου 2000 […].

Το [ΙΝΑ] ασκεί τα μνημονευόμενα στην παρούσα παράγραφο δικαιώματα εκμεταλλεύσεως σεβόμενο τα ηθικά και περιουσιακά δικαιώματα των κατόχων δικαιώματος δημιουργού ή συγγενικών δικαιωμάτων και των δικαιοδόχων τους. Εντούτοις, κατά παρέκκλιση των άρθρων L. 212-3 και L. 212-4 του code de la propriété intellectuelle (κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας), οι όροι εκμεταλλεύσεως των εκτελέσεων που προέρχονται από ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και περιλαμβάνονται στα μνημονευόμενα στο παρόν άρθρο αρχεία, καθώς και οι αμοιβές που συνεπάγεται η εκμετάλλευση αυτή διέπονται από συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών αυτοπροσώπως ή των οργανώσεων εργαζομένων που τους αντιπροσωπεύουν, αφενός, και του [ΙΝΑ], αφετέρου. Οι συμφωνίες αυτές πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζουν τον πίνακα αμοιβών και τους τρόπους καταβολής των εν λόγω αμοιβών.

[…]».

III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης

14.      Το INA είναι κρατικός φορέας εμπορικού χαρακτήρα, που ιδρύθηκε διά νόμου το 1974. Η αποστολή του είναι να διαφυλάσσει και να προάγει την εθνική οπτικοακουστική κληρονομία. Διατηρεί τα οπτικοακουστικά αρχεία των «εθνικών φορέων παραγωγής προγραμμάτων» (ήτοι των εθνικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών) και συμβάλλει στην εκμετάλλευσή τους.

15.      Όπως έχω αναφέρει, οι PG και GF είναι οι δύο υιοί και δικαιοδόχοι του ZV, παγκοσμίου φήμης ντράμερ της τζαζ. Ισχυρίζονται ότι το INA εκμεταλλεύθηκε εμπορικώς στον ιστότοπό του, χωρίς την εκ μέρους τους παροχή αδείας, 26 βιντεογραφήματα και ένα φωνογράφημα τα οποία αναπαράγουν ερμηνείες ή εκτελέσεις του αποβιώσαντος πατρός τους. Άσκησαν αγωγή με βάση το άρθρο L. 212-3 του κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το οποίο απαιτείται έγγραφη άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη για την εγγραφή σε υλικό φορέα, την αναπαραγωγή και την παρουσίαση στο κοινό των ερμηνειών ή εκτελέσεών του.

16.      Προς αντίκρουση, το INA ισχυρίζεται ότι το άρθρο 49 II του νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας του επιτρέπει να εκμεταλλεύεται τα αρχεία καταβάλλοντας στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες κατ’ αποκοπήν αμοιβή, η οποία καθορίζεται από συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονται με τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές τους οργανώσεις. Οι PG και GF αντιτείνουν, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις που παρεκκλίνουν από τον κανόνα προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών αντιβαίνουν στις διατάξεις της οδηγίας 2001/29.

17.      Με την από 24ης Ιανουαρίου 2013 απόφαση του tribunal de grande instance de Paris (πρωτοδικείου Παρισίων, Γαλλία), το INA υποχρεώθηκε να καταβάλει στους PG και GF το ποσό των 15 000 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν συνεπεία της άνευ αδείας εκμετάλλευσης των επίμαχων ερμηνειών. Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2014, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισίων, Γαλλία) επικύρωσε κατ’ ουσίαν την απόφαση που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό.

18.      Ειδικότερα, τα ως άνω δύο δικαστήρια έκριναν ότι, για να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 49 II του νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας, απαιτείται προηγούμενη άδεια εκ μέρους του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη, ενώ το ΙΝΑ δεν προσκόμισε αποδείξεις περί παροχής τέτοιας αδείας.

19.      Εντούτοις, με απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2015, το Cour de Cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αναίρεσε την απόφαση του cour d’appel (εφετείου). Κατά την αναιρετική απόφαση, το cour d’appel (εφετείο) υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι, για να είναι δυνατή η εφαρμογή του καθεστώτος που εισάγει παρέκκλιση, απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης είχε παράσχει άδεια για την πρώτη εκμετάλλευση της ερμηνείας ή εκτελέσεώς του, επιβάλλοντας έτσι μια πρόσθετη προϋπόθεση την οποία δεν είχε θέσει ο νομοθέτης. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το cour d’appel de Versailles (εφετείο Βερσαλλιών, Γαλλία) απέρριψε, μετά από σχετικό αίτημα του ΙΝΑ, τις αγωγές αποζημιώσεως που είχαν ασκηθεί εις βάρος του τελευταίου.

20.      Αφού εξέτασε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι δικαιοδόχοι κατά της δευτεροβάθμιας αυτής αποφάσεως, το Cour de Cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα της γαλλικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2001/29.

21.      Σύμφωνα με το Cour de Cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), το καθεστώς ειδικών προνομίων του INA δεν εμπίπτει σε καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5 της οδηγίας 2001/29 εξαιρέσεις και τους προβλεπόμενους στο ίδιο άρθρο περιορισμούς των αναφερόμενων στα άρθρα 2 και 3 της ίδιας οδηγίας δικαιωμάτων. Περαιτέρω, κατά την εκτίμηση του Cour de Cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), η λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην υπόθεση Soulier και Doke (3) δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την αναπαραγωγή βιβλίων εκτός κυκλοφορίας. Αν και είναι γεγονός ότι η επίμαχη στην υπόθεση Soulier και Doke νομοθεσία σχετικά με τα εκτός κυκλοφορίας βιβλία συνιστούσε παρέκκλιση από την προστασία που παρέχει η οδηγία 2001/29 στους δημιουργούς, το καθεστώς το οποίο θεσπίστηκε υπέρ του INA και χάριν του γενικού συμφέροντος αποσκοπεί στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, αφενός, και των παραγωγών, αφετέρου, τα οποία θεωρούνται ίσης αξίας στο πλαίσιο του συστήματος της οδηγίας.

IV.    Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

22.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει τα άρθρα 2, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και 5 της οδηγίας 2001/29 […] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στη θέσπιση, με εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 49 II του [νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας], που τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 του νόμου 2006-961, της 1ης Αυγούστου 2006, υπέρ του [INA], δικαιούχου των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως των εθνικών εταιριών παραγωγής προγραμμάτων επί των οπτικοακουστικών αρχείων, καθεστώτος παρεκκλίσεως που προβλέπει ότι οι όροι εκμεταλλεύσεως των εκ μέρους των καλλιτεχνών-ερμηνευτών εκτελέσεων και οι αμοιβές τις οποίες συνεπάγεται η εκμετάλλευση αυτή διέπονται από συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των καλλιτεχνών-ερμηνευτών αυτοπροσώπως ή των οργανώσεων εργαζομένων που αντιπροσωπεύουν καλλιτέχνες-ερμηνευτές, αφενός, και του εν λόγω ινστιτούτου, αφετέρου, οι οποίες συμφωνίες πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζουν τον πίνακα αμοιβών και τους τρόπους καταβολής των αμοιβών αυτών;»

23.      Η Spedidam, το INA, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Επιπλέον, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 21 Μαρτίου 2019.

V.      Ανάλυση

1.      Προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με τη διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας 2001/29

24.      Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 οι διατάξεις της εφαρμόζονται σε όλα τα αναφερόμενα σε αυτήν έργα και λοιπά προστατευόμενα αντικείμενα τα οποία, στις 22 Δεκεμβρίου 2002, προστατεύονταν από τη νομοθεσία των κρατών μελών για την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα.

25.      Στην υπό κρίση υπόθεση συνομολογείται ότι το τελευταίο κρίσιμο χρονικά περιστατικό έλαβε χώρα στις 15 Δεκεμβρίου 2009 και ότι αφορά ερμηνείες ή εκτελέσεις οι οποίες ήδη προστατεύονταν στις 22 Δεκεμβρίου 2002 κατά το εθνικό δίκαιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, επομένως, η οδηγία 2001/29 έχει εφαρμογή επί των ανωτέρω πράξεων (4), υπό την επιφύλαξη ωστόσο –όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29– τυχόν πράξεων που συνήφθησαν και δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 2002.

2.      Ο ρόλος και η λειτουργία του INA

26.      Όπως έχω αναφέρει, το INA έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της διαφύλαξης, διατήρησης και προαγωγής των εκπομπών της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης και ραδιοφωνίας από το 1949 και εντεύθεν. Ως εκ τούτου, εκπληρώνει αποστολή σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, αφού μεριμνά για τη διαφύλαξη και ενίσχυση της γαλλικής οπτικοακουστικής κληρονομίας.

27.      Στο πλαίσιο αυτό, και σύμφωνα με το άρθρο 49 του νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας, έχει παραχωρηθεί στο INA το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τα αποσπάσματα των οπτικοακουστικών αρχείων των εθνικών φορέων παραγωγής προγραμμάτων. Το INA ασκεί το δικαίωμα αυτό σεβόμενο τα ηθικά και περιουσιακά δικαιώματα των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων και των δικαιοδόχων τους.

28.      To INA αρχικά βρέθηκε σε αδυναμία να αξιοποιήσει μέρος των αρχείων αυτών, διότι αρκετά συχνά, όπως διαπίστωσε, τα αρχεία τεκμηρίωσης της παραγωγής των εν λόγω εκπομπών δεν περιείχαν τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί με τους αντίστοιχος ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες. Σε πολλές περιπτώσεις, η –ενδεχομένως δοθείσα– συγκατάθεση για τη μετάδοση της εκπομπής είτε είχε χαθεί, είτε ήταν δυσχερής ο εντοπισμός της, είτε εν πάση περιπτώσει δεν ήταν διαθέσιμη. Στις περιπτώσεις αυτές, το INA ήταν υποχρεωμένο να λάβει την έγγραφη άδεια των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών ή των δικαιοδόχων τους, η ταυτοποίηση και ο εντοπισμός των οποίων συχνά αποδεικνυόταν έργο δύσκολο, ή και αδύνατο ακόμη.

29.      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, προκειμένου να δοθεί στο INA η δυνατότητα να εκπληρώσει την αποστολή παροχής δημόσιας υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, το άρθρο 49 II του νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας τροποποιήθηκε την 1η Αυγούστου 2006, ούτως ώστε προϋπόθεση για την εκμετάλλευση των έργων των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών τα οποία περιλαμβάνονται στα αρχεία αυτά να είναι η σύναψη συμφωνιών μεταξύ του INA και των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, ή των αντιπροσωπευτικών οργανώσεών τους.

3.      Το κύρος μηχανισμού όπως αυτός που θεσπίστηκε υπέρ του INA, υπό το πρίσμα της οδηγίας 2001/29

1.      Η δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 2, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και 5 της οδηγίας 2001/29

30.      Δεν αμφισβητείται ότι οι πράξεις που αποδίδονται στο INA στην υπό κρίση υπόθεση συνιστούν πράξεις αναπαραγωγής και παρουσίασης στο κοινό υπό την έννοια των άρθρων 2, στοιχείο βʹ, και 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29, αντίστοιχα, δεδομένου ότι διά των πράξεων αυτών τα βιντεογραφήματα και το φωνογράφημα που περιείχαν τις ερμηνείες και εκτελέσεις κατέστησαν προσβάσιμα μέσω του ιστοτόπου του ΙΝΑ. Όπως έχει δε κρίνει το Δικαστήριο, «πράξη διαθέσεως στο κοινό προστατευόμενου αντικειμένου σε ιστότοπο, πραγματοποιούμενη χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων, θίγει το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα» που προστατεύονται από την οδηγία 2001/29 (5).

31.      Όπως επίσης επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 49 II του νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς που τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας 2001/29 (6). Αυτό γίνεται δεκτό από όλα τα μέρη που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.

2.      Η ερμηνεία των άρθρων 2, στοιχείο βʹ, και 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29

32.      Τα άρθρα 2, στοιχείο βʹ, και 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29 προβλέπουν, αντίστοιχα, ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεών τους, με οποιοδήποτε μέσο και μορφή καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεών τους.

33.      Με την απόφαση Soulier και Doke το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρόμοιου χαρακτήρα προστασία που παρέχεται στους δημιουργούς όσον αφορά την αναπαραγωγή και την παρουσίαση των έργων τους στο κοινό πρέπει να ερμηνεύεται «υπό την έννοια ότι δεν περιορίζεται στην απόλαυση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, και με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, αλλά εκτείνεται επίσης στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων» (7). Το Δικαστήριο έκρινε επιπροσθέτως ότι «τα δικαιώματα που διασφαλίζει υπέρ των δημιουργών το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχουν προληπτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι κάθε πράξη αναπαραγωγής ή παρουσιάσεως στο κοινό ενός έργου από τρίτο απαιτεί τη συναίνεση του δημιουργού του» (8). Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε –αντιθέτως προς την ερμηνεία που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας (9) – ότι «το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 δεν διευκρινίζουν κατά ποιον τρόπο πρέπει να εκδηλώνεται η συναίνεση του δημιουργού, πράγμα που σημαίνει ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαιτούν η συναίνεση αυτή να παρέχεται οπωσδήποτε ρητώς. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά τις εν λόγω διατάξεις, η συναίνεση επιτρέπεται επίσης να παρέχεται σιωπηρώς» (10), υπό τον όρο της συνδρομής αυστηρώς καθορισμένων προϋποθέσεων. Πράγματι, κατά το Δικαστήριο, η εθνική νομοθεσία πρέπει να καθιερώνει μηχανισμό που να εξασφαλίζει την πραγματική και ατομική ενημέρωση των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, ενώ η απόλαυση και η άσκηση των δικαιωμάτων αναπαραγωγής και παρουσιάσεως στο κοινό, τα οποία απονέμονται στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, δεν είναι δυνατό να υπόκεινται σε οποιουδήποτε είδους διατύπωση (11).

34.      Είναι σαφές ότι η ερμηνεία αυτή των άρθρων 2, στοιχείο αʹ, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 θα πρέπει να επεκταθεί, τουλάχιστον κατ’ αναλογίαν, και στα άρθρα 2, στοιχείο βʹ, και 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της ίδιας οδηγίας, όσον αφορά τους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες.

35.      Πρώτον, τα δικαιώματα τα οποία προστατεύονται από τις χωριστές αυτές διατάξεις έχουν διατυπωθεί με τον ίδιο ανεπιφύλακτο τρόπο. Δεύτερον, όπως ακριβώς η ερμηνεία των άρθρων 2, στοιχείο αʹ, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 υποστηρίζεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (12) –κατά το οποίο η απόλαυση και η άσκηση των δικαιωμάτων αναπαραγωγής και παρουσίασης στο κοινό δεν υπόκεινται σε οποιουδήποτε είδους διατύπωση–, η ίδια ερμηνεία των άρθρων 2, στοιχείο βʹ, και 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29 υποστηρίζεται από το άρθρο 20 της Συνθήκης της ΠΟΔΙ για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (στο εξής: WPPT), η οποία συνήφθη στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996 και περιέχει παρόμοια απαγόρευση (13). Τρίτον, δεν υφίσταται ιεράρχηση μεταξύ των δικαιωμάτων του δημιουργού, αφενός, και του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη, αφετέρου (14).

36.      Εκ παραλλήλου με την ερμηνεία αυτή των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας 2001/29, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει στην υπόθεση Luksan ότι «το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν τεκμήριο μεταβιβάσεως, προς όφελος του παραγωγού του κινηματογραφικού έργου, των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως του κινηματογραφικού έργου, όπως αυτών της κύριας δίκης (δικαίωμα της μεταδόσεως μέσω δορυφόρου, δικαίωμα αναπαραγωγής και κάθε άλλο δικαίωμα της παρουσιάσεως στο κοινό, ιδίως το δικαίωμα διαθέσεως στο κοινό), αρκεί το τεκμήριο αυτό να μην είναι αμάχητο ώστε να αποκλείει τη δυνατότητα του σκηνοθέτη του εν λόγω έργου να συμφωνεί άλλως» (15). Στο πλαίσιο αυτό είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί επίσης, όπως άλλωστε και έγινε από το Δικαστήριο στην απόφαση Soulier και Doke, ότι «οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται σιωπηρή συναίνεση του δημιουργού πρέπει να καθορίζονται αυστηρώς, ώστε να μην καταστεί άνευ αντικειμένου αυτός καθεαυτόν ο κανόνας της συναινέσεως του δημιουργού» (16).

37.      Το γεγονός ότι η λύση που δόθηκε στην υπόθεση Luksan περιορίζεται στην περίπτωση του παραγωγού κινηματογραφικού έργου οφείλεται μόνο στα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εκείνης. Περαιτέρω, μολονότι το Δικαστήριο στήριξε το σκεπτικό του στην υπόθεση εκείνη κυρίως στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, της oδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (17), εντούτοις είναι ευρύτερο το πεδίο της ερμηνείας του Δικαστηρίου σχετικά με αυτή την καταρχήν εφαρμογή τεκμηρίου μεταβιβάσεως υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Το τεκμήριο αυτό θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής και ως προς τα δικαιώματα που διασφαλίζονται με την οδηγία 2001/29, ανεξαρτήτως του είδους του εκάστοτε εξεταζόμενου καλλιτεχνικού έργου. Πράγματι, όπως τόνισε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα υπόθεση, οι επενδύσεις που απαιτούνται για την παραγωγή προϊόντων όπως οι ταινίες ή «τα πολυμέσα» είναι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, σημαντικές (18). Αυτός είναι και ο λόγος που –σύμφωνα με μια γενική διαπίστωση του Δικαστηρίου– «κατά τη θέσπιση της οδηγίας 2001/29, ο νομοθέτης της Ένωσης […] δεν αποσκοπούσε στο να παρακάμψει την εφαρμογή έννοιας όπως αυτής του τεκμηρίου μεταβιβάσεως, όσον αφορά τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως που διέπει η εν λόγω οδηγία» (19).

38.      Επομένως, υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι θα πρέπει να είναι καταρχήν δυνατόν να εφαρμοστεί ένας μηχανισμός τεκμαιρόμενης συγκατάθεσης και όσον αφορά τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως οπτικοακουστικού έργου, ήτοι τα δικαιώματα αναπαραγωγής και κάθε άλλο δικαίωμα παρουσίασης και διάθεσης στο κοινό, τα οποία κατοχυρώνει η οδηγία 2001/29 (20).

39.      Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις (σχετικά) παλαιού οπτικοακουστικού υλικού –όπως στην περίπτωση της υπό κρίση υποθέσεως–, οπότε ενδέχεται να είναι δυσχερής, μετά την πάροδο τόσου χρόνου, ο εντοπισμός της τεκμηρίωσης (εάν υποτεθεί ότι υπήρχε αυτή εξαρχής) από την οποία προκύπτει η παροχή της συγκατάθεσης του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη για την εκμετάλλευση του έργου από τρίτον. Είναι εξάλλου σημαντικό ότι, ακριβώς όπως στην υπόθεση Soulier και Doke, η επίμαχη εν προκειμένω νομοθεσία αποσκοπεί στην καθιέρωση μιας μορφής τεκμηρίου παραχωρήσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας «προς το συμφέρον της πολιτιστικής καλλιέργειας των καταναλωτών και της κοινωνίας στο σύνολό της» (21).

40.      Παράλληλα, το Δικαστήριο θα πρέπει και να γρηγορεί ώστε να διασφαλίζεται ότι η εφαρμογή οποιουδήποτε τέτοιου νομοθετικώς θεσπιζόμενου τεκμηρίου δεν θα είναι τόσο ευρεία ώστε να υπονομεύει κατ’ ουσίαν τον αποκλειστικό χαρακτήρα του δικαιώματος των δικαιούχων.

41.      Μολονότι η έννοια του «τεκμηρίου» όπως σκιαγραφείται στην υπόθεση Luksan μπορεί καταρχήν να τύχει εφαρμογής και στην υπό κρίση υπόθεση, υπάρχουν ωστόσο ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο υποθέσεων. Ένα σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση Luksan είναι ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν εθνική νομοθεσία η οποία να καθιερώνει τεκμήριο μεταβιβάσεως του δικαιώματος εκμισθώσεως από τον σκηνοθέτη στον παραγωγό της ταινίας, καθώς αυτό ανταποκρίνεται σε έναν από τους σκοπούς για τους οποίους κάνει λόγο η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2006/115, ήτοι «να δοθεί στον παραγωγό η δυνατότητα αποσβέσεως των επενδύσεων που ανέλαβε για την πραγματοποίηση του κινηματογραφικού έργου» (22).

42.      Το σκεπτικό αυτό δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι δεν προϋπήρχε εμπορική σχέση μεταξύ του ZV και του INA, πολλώ δε μάλλον δεν προβάλλεται ότι το INA, ως τρίτος, είχε χρηματοδοτήσει τη μαγνητοσκόπηση των επίμαχων ερμηνειών και εκτελέσεων. Επομένως, μόνο έρεισμα του επίμαχου εν προκειμένω νομοθετικώς θεσπιζόμενου τεκμηρίου αποτελεί μια ορισμένη αντίληψη του δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα ότι είναι επιθυμητό να παραμένει δυνατή η εκμετάλλευση της τηλεοπτικής κληρονομίας υπό περιστάσεις κατά τις οποίες η εξασφάλιση της πραγματικής συγκατάθεσης των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών (ή των κληρονόμων τους) ενδέχεται να είναι υπερβολικά δυσχερής ή ακόμη και αδύνατη.

43.      Μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση, η οποία αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και βασίζεται στην αρχή της εικαζόμενης ή της τεκμαρτής συγκατάθεσης, δεν θα πρέπει να παραβλάπτει το αποκλειστικό δικαίωμα του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη, παρά μόνο στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη. Μόνον υπό τις περιστάσεις αυτές θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εθνική νομοθεσία συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (23).

44.      Παρατηρείται εντούτοις ότι, κατά τα φαινόμενα, διά του άρθρου 49 του νόμου περί της ελευθερίας της επικοινωνίας, οργανώνεται και υλοποιείται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη βάσει σιωπηρής συγκαταθέσεως, προς όφελος του INA. Φρονώ, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, ότι κάτι τέτοιο αποτελεί –υπό τις δεδομένες περιστάσεις– δυσανάλογη παρέμβαση στον αποκλειστικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη. Θεωρώ ότι από το σκεπτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Soulier και Doke (24) συνάγεται, τουλάχιστον σιωπηρώς, ότι αυτού του είδους η μεταβίβαση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο αναλογικό, και να μην αποδυναμώνει τον αποκλειστικό χαρακτήρα του εν λόγω δικαιώματος, παρά μόνο στον βαθμό που αυτό είναι σαφώς αναγκαίο για τον επιδιωκόμενο σκοπό.

45.      Κατά την άποψή μου, εδώ επικεντρώνεται ο προβληματισμός για την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία, διότι αν με αυτή θεσπιζόταν απλώς κάποιας μορφής διακανονισμός τεκμαρτής παραχώρησης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προς όφελος του INA, θα συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2001/29. Ο επίμαχος νόμος, όμως, προχωρά πολύ πέρα από το σημείο αυτό, καθόσον καθιερώνει, όχι μια σιωπηρή άδεια προς όφελος του INA, αλλά τη σιωπηρή συγκατάθεση για μεταβίβαση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών. Ο λόγος για τον οποίο η εθνική νομοθεσία αντιβαίνει προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης είναι ο δυσανάλογος τρόπος με τον οποίο αυτή λειτουργεί.

VI.    Πρόταση

46.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία) ως εξής:

Τα άρθρα 2, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και 5 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν εθνική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 49 II του loi n° 86-1067 du 30 septembre 1986 relative à la liberté de communication (νόμου 86-1067, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, περί της ελευθερίας της επικοινωνίας), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 του νόμου 2006-961, της 1ης Αυγούστου 2006, στο μέτρο που με αυτή καθιερώνεται η μεταβίβαση στο Institut national de l’audiovisuel (γαλλικό Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Ινστιτούτο) των δικαιωμάτων των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2001, L 167, σ. 10.


3      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016 (C‑301/15, EU:C:2016:878).


4      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar στην υπόθεση Pelham και Haas (C‑476/17, EU:C:2018:1002, σημεία 21 έως 24).


5      Απόφαση της 27ης Μαρτίου 2014, UPC Telekabel Wien (C‑314/12, EU:C:2014:192, σκέψη 25).


6      Υπενθυμίζεται ότι η αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας 2001/29 αναφέρει ότι οι εξαιρέσεις και οι περιορισμοί από το δικαίωμα αναπαραγωγής και το δικαίωμα παρουσίασης στο κοινό απαριθμούνται εξαντλητικά στον σχετικό κατάλογο που περιέχει η οδηγία. Ο εξαντλητικός χαρακτήρας του εν λόγω καταλόγου έχει επιβεβαιωθεί και από το Δικαστήριο (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2016, Soulier και Doke, C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψη 26, και της 7ης Αυγούστου 2018, Renckhoff, C‑161/17, EU:C:2018:634, σκέψη 16).


7      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016, Soulier και Doke (C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψη 31).


8      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016, Soulier και Doke (C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψη 33).


9      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Soulier και Doke (C‑301/15, EU:C:2016:536, σημεία 38 και 39).


10      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016, Soulier και Doke (C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψη 35).


11      Πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016, Soulier και Doke (C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψεις 43 και 50).


12      Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971, όπως τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης).


13      Η WPPT εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ 2000, L 89, σ. 6). Σύμφωνα με το άρθρο 20 της Συνθήκης WPPT, «η απόλαυση και η άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη δεν υπόκεινται σε καμία διατύπωση». Περιττεύει να υπενθυμίσω ότι «δεν αμφισβητείται, όπως προκύπτει από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/29, ότι η οδηγία σκοπεί να υλοποιήσει σε [ενωσιακό] επίπεδο τις υποχρεώσεις που υπέχει η [Ένωση] από […] τη WPPT. Υπό τις περιστάσεις αυτές, […] [η] εν λόγω οδηγί[α] πρέπει να ερμηνευθεί, στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως των διδόμενων στ[η] συνθήκ[η] αυτ[ή] ορισμών» (απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, SCF Consorzio Fonografici, C‑135/10, EU:C:2012:140, σκέψη 52). Παρόμοια διάταξη (άρθρο 17) υπάρχει και στη Συνθήκη του Πεκίνου για τις οπτικοακουστικές ερμηνείες και εκτελέσεις, που θεσπίστηκε από την Παγκόσμια Οργάνωση Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) στο Πεκίνο, στις 24 Ιουνίου 2012. Η Συνθήκη αυτή έχει υπογραφεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ.


14      Εξαιρουμένων των ηθικών δικαιωμάτων. Πρβλ. de Visscher, F., και Michaud, B., Précis du droit d’auteur et des droits voisins, Βρυξέλλες, Bruylant, 2000, αριθ. 304.


15      Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2012 (C‑277/10, EU:C:2012:65, σκέψη 87). Η υπογράμμιση δική μου.


16      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016 (C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψη 37).


17      ΕΕ 2006, L 376, σ. 28.


18      Πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Luksan (C‑277/10, EU:C:2012:65, σκέψη 83).


19      Απόφαση της 9ης Φεβρουαριου 2012, Luksan (C‑277/10, EU:C:2012:65, σκέψη 85).


20      Πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Luksan (C‑277/10, EU:C:2012:65, σκέψη 86), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «η διάταξη περί του τεκμηρίου μεταβιβάσεως, όπως αυτή προβλέφθηκε αρχικώς, όσον αφορά το δικαίωμα εκμισθώσεως και το δικαίωμα δανεισμού, στο άρθρο 2, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας 92/100, και κατόπιν επαναλήφθηκε, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2006/115, πρέπει επίσης να τυγχάνει εφαρμογής όσον αφορά τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως του κινηματογραφικού έργου, όπως αυτά της κύριας δίκης (δικαίωμα της μεταδόσεως μέσω δορυφόρου, δικαίωμα αναπαραγωγής και κάθε άλλο δικαίωμα της παρουσιάσεως στο κοινό, ιδίως το δικαίωμα διαθέσεως στο κοινό)».


21      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016 (C‑301/15, EU:C:2016:878, σκέψη 45).


22      Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2012, (C‑277/10, EU:C:2012:65, σκέψη 79).


23      Βλ. άρθρο 17 και άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


24      Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016 (C‑301/15, EU:C:2016:878).