Language of document : ECLI:EU:C:2019:446

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 23ης Μαΐου 2019(1)

Υπόθεση C‑270/18

UPM France

κατά

Premier ministre

Ministre de l’Action et des Comptes publics

[αίτηση του Conseil d’État
(Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας – Οδηγία 2003/96/ΕΚ – Εξαίρεση μικρών παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι υπόκεινται σε φορολόγηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας – Μη ύπαρξη, κατά τη διάρκεια της παρασχεθείσας μεταβατικής περιόδου, εσωτερικού φόρου επί της τελικής καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας»






1.        Η οδηγία 2003/96/EK του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του [ενωσιακού] πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής: οδηγία 2003/96 ή οδηγία) (2), χορήγησε στη Γαλλία ειδική μεταβατική περίοδο για να προβεί στις αναγκαίες αναπροσαρμογές στο ισχύον καθεστώς. Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θέτει το ζήτημα των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των υποκειμένων στον φόρο οντοτήτων κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.

2.        Ειδικότερα, η UPM France υποστηρίζει ότι, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, της οδηγίας 2003/96, δικαιούται επιστροφή φόρου που κατέβαλε για την κατανάλωση φυσικού αερίου σε εγκατάσταση για τη συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, καθόσον η παραχθείσα κατ’ αυτόν τον τρόπο ηλεκτρική ενέργεια καταναλώθηκε προς ίδια χρήση στο πλαίσιο μιας περαιτέρω παραγωγικής διαδικασίας. Τα ένδικα μέσα που άσκησε η UPM France ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν έχουν τελεσφορήσει μέχρι σήμερα. Το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία, στο εξής: αιτούν δικαστήριο), ως το δικαστήριο που αποφαίνεται σε έσχατο βαθμό, ζητεί πλέον τη συνδρομή του Δικαστηρίου για την ερμηνεία των άρθρων 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3.        Ο κύριος στόχος της οδηγίας 2003/96 καθορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 3, η οποία αναφέρει ότι «[η] ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η επίτευξη των στόχων άλλων πολιτικών [της ΕΕ] απαιτούν τον καθορισμό ελαχίστων επιπέδων φορολογίας σε [ενωσιακή] κλίμακα για τα περισσότερα ενεργειακά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και του άνθρακα».

4.        Για τα εν λόγω ελάχιστα επίπεδα φορολογίας διαλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 10, κατά την οποία «[τ]α κράτη μέλη επιθυμούν να καθιερώσουν ή να διατηρήσουν διαφορετικά είδη φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Προς το σκοπό αυτόν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να συμμορφώνονται προς τα [ενωσιακά] ελάχιστα επίπεδα φορολογίας λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των εισπραττομένων επιβαρύνσεων από όλους τους εμμέσους φόρους τους οποίους έχουν επιλέξει να εφαρμόζουν (εξαιρουμένου του ΦΠΑ)».

5.        Όσον αφορά τις απαλλαγές, η αιτιολογική σκέψη 24 διευκρινίζει ότι «[θ]α πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένες άλλες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινοτικών ελάχιστων επιπέδων φορολογίας εφόσον τούτο δεν βλάπτει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού».

6.        Η αιτιολογική σκέψη 25 διαλαμβάνει ότι, «[ε]ιδικότερα, η συνδυασμένη παραγωγή θέρμανσης και ισχύος και, προκειμένου να προωθηθεί η χρήση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι δυνατόν να τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης».

7.        Η αιτιολογική σκέψη 30 διευκρινίζει ότι «[ε]νδέχεται να χρειαστούν μεταβατικές περίοδοι και ρυθμίσεις προκειμένου να μπορέσουν τα κράτη μέλη να προσαρμοστούν ομαλά στα νέα επίπεδα φορολογίας και να περιορίσουν πιθανές αρνητικές παρενέργειες».

8.        Η αιτιολογική σκέψη 33 παραπέμπει στην εφαρμογή της οδηγίας 92/12/ΕΚ, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης(3) επισημαίνοντας ότι «[τ]ο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ θα πρέπει, όπου χρειάζεται, να επεκταθεί στα προϊόντα και τους εμμέσους φόρους που καλύπτει η παρούσα οδηγία».

9.        Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη επιβάλλουν φορολογία στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία».

10.      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει τα «ενεργειακά προϊόντα» μέσω παραπομπής στους κωδικούς της ΣΟ που καθορίζονται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου (4). Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ορίζει την «ηλεκτρική ενέργεια» για τους σκοπούς της οδηγίας 2003/96, παραπέμποντας σε έναν διαφορετικό κωδικό ΣΟ. Κατά συνέπεια, τα «ενεργειακά προϊόντα» και η «ηλεκτρική ενέργεια» χρησιμοποιούνται ως διαφορετικές έννοιες στην οδηγία.

11.      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτο εδάφιο, θεσπίζει υποχρεωτική εξαίρεση από το άρθρο 1: «εκτός από τις γενικές διατάξεις που προβλέπονται στην οδηγία 92/12/ΕΟΚ σχετικά με τις απαλλασσόμενες χρήσεις των φορολογητέων προϊόντων και με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα ακόλουθα προϊόντα από τη φορολογία, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορίσουν προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση: α) ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας».

12.      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, εδάφια δεύτερο και τρίτο, προβλέπει μια προαιρετική παρέκκλιση από αυτή την απαλλαγή: «ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, να επιβάλουν στα προϊόντα αυτά φορολογία χωρίς να υποχρεούνται να τηρούν τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία. Στην περίπτωση αυτή, η φορολογία αυτών των προϊόντων δεν λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της τήρησης του ελαχίστου επιπέδου φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας που καθορίζεται στο άρθρο 10».

13.      Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ, προβλέπει περαιτέρω προαιρετικές απαλλαγές για τη συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας: «με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν, υπό φορολογικό έλεγχο, πλήρεις ή μερικές απαλλαγές ή μειώσεις του επιπέδου φορολογίας: [...] γʹ) στα ενεργειακά προϊόντα και στην ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας· δʹ) στην ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από τη συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, υπό τον όρο ότι οι σταθμοί συμπαραγωγής είναι φιλικοί προς το περιβάλλον [...]».

14.      Το άρθρο 18 θεσπίζει ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις για διάφορα κράτη μέλη. Το άρθρο 18, παράγραφος 10, περιέχει τις ειδικές ρυθμίσεις για τη Γαλλία. Στο δεύτερο εδάφιό του, ορίζει ότι «[η] Γαλλική Δημοκρατία δύναται να εφαρμόσει μεταβατική περίοδο έως την 1η Ιανουαρίου 2009 για την προσαρμογή του ισχύοντος συστήματός της για την φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Κατά την περίοδο αυτήν, για την εκτίμηση της τήρησης των ελαχίστων συντελεστών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία λαμβάνεται υπόψη το συνολικό μέσο επίπεδο της τρέχουσας τοπικής φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας» (5).

15.      Το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και προβλέπει μία ακόμη προαιρετική απαλλαγή: «μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση θεωρείται ως διανομέας. Παρά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν αυτούς τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εφόσον φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας».

16.      Το άρθρο 28, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά».

 Εθνική νομοθεσία

 Φορολογία του φυσικού αερίου

17.      Το κρίσιμο χρονικό διάστημα για την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2004 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2006 (6). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το άρθρο 266quinquies του «Code des douanes» (τελωνειακού κώδικα) (7) όριζε ότι το φυσικό αέριο υπόκειται στον εσωτερικό φόρο καταναλώσεως αερίου, τον «taxe intérieure de consummation sur le gaz naturel», ο οποίος συνήθως αναφέρεται ως «TICGN».

18.      Ωστόσο, το άρθρο 266quinquies A του τελωνειακού κώδικα όριζε ότι η συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού με τη χρήση εγκαταστάσεων οι οποίες είχαν τεθεί σε λειτουργία πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2005, απολαύουν πενταετούς απαλλαγής από τον TICGN, υπολογιζομένης από την ημερομηνία ενάρξεως της λειτουργίας των εν λόγω εγκαταστάσεων.

19.      Ακολούθως, το άρθρο 266quinquies τροποποιήθηκε (8) ώστε να προβλέπει (άρθρο 266quinquies C) τη διαρκή απαλλαγή από τον TICGN (από 1ης Ιανουαρίου 2006 και εξής) για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων που υπόκεινται στο άρθρο 266quinquies A.

20.      Το άρθρο 266quinquies τροποποιήθηκε μία ακόμη φορά, (9) με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2006, ώστε να προβλέπει (άρθρο 266quinquies A) τη δυνατότητα των παραγωγών να παραιτηθούν από το δικαίωμα απαλλαγής βάσει του άρθρου 266quinquies A (και να επωφεληθούν έτσι από το ευεργέτημα που τους παρείχε το άρθρο 266quinquies C) στον βαθμό που δεν ήταν δικαιούχοι συμβάσεως παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που συνήφθη στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και της αναπτύξεως της παροχής δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού (10).

21.      Ταυτόχρονα, το άρθρο 266quinquies A τροποποιήθηκε ώστε να προβλέπει ότι η προβλεπόμενη με αυτό πενταετής απαλλαγή καλύπτει και εγκαταστάσεις που λειτουργούσαν έως και την 31η Ιανουαρίου 2007.

22.      Κατά τα φαινόμενα, οι διάδικοι συμφωνούν ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 266quinquies A παραίτηση από το δικαίωμα απαλλαγής δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μετά την παρέλευση της υπολογιζόμενης από την ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε να λειτουργεί η εγκατάσταση πενταετούς προθεσμίας, ανεξαρτήτως του αν είχε χορηγηθεί οποιαδήποτε απαλλαγή δυνάμει αυτής της διατάξεως.

23.      Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι η παραίτηση από το δικαίωμα της απαλλαγής του άρθρου 266quinquies A ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην απαλλαγή του άρθρου 266quinquies C καταργήθηκε μόνον μετά την παρέλευση της κρίσιμης για την προκειμένη υπόθεση χρονικής περιόδου, ήτοι το 2011 (11).

 Φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας

24.      Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν επιβαλλόταν στη Γαλλία κανένας εσωτερικός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας. Η κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας υπέκειτο μόνο στην «contribution au service public de l’électricité» (εισφορά κοινωφελούς υπηρεσίας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας), συνήθως αναφερόμενης ως «CSPE», ήτοι μιας επιβάρυνσης φορολογικής φύσεως (12).

25.      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, επιπλέον της CSPE, οι οντότητες που παρήγαγαν ηλεκτρική ενέργεια υποχρεούνταν στην καταβολή τοπικών φόρων, αλλά οι φόροι αυτοί αφορούσαν αποκλειστικά την παρεχόμενη στους τελικούς καταναλωτές ηλεκτρική ενέργεια και όχι την ηλεκτρική ενέργεια που παραγόταν για ίδια χρήση (την οποία αφορά η προκειμένη υπόθεση).

26.      Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι ο νόμος περί αναδιοργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με την οδηγία 2003/96 (ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2011) θεσπίστηκε μετά την παρέλευση της κρίσιμης για την προκειμένη υπόθεση χρονικής περιόδου, ήτοι το 2010 (13). Ο νόμος αυτός θέσπισε εσωτερικό φόρο επί της τελικής καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας. Τροποποίησε επίσης το άρθρο 266quinquies C ώστε να προβλέπει απαλλαγή για τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ως τέτοιοι ορίζονταν όσοι παράγουν λιγότερα από 240 εκατομμύρια κιλοβατώρες ανά παραγωγική εγκατάσταση.

 Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

27.      Η UPM France, για τους σκοπούς της επιχειρήσεως χαρτοποιίας που διατηρεί, λειτουργεί μια εγκατάσταση συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, στην οποία χρησιμοποιεί φυσικό αέριο ως καύσιμη ύλη. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται ακολούθως στη διαδικασία παραγωγής θερμότητας.

28.      Το παρεχόμενο στην UPM France κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (από το 2004 έως το 2006) φυσικό αέριο υπέκειτο στον TICGN δυνάμει του άρθρου 266quinquies του γαλλικού τελωνειακού κώδικα (14).

29.      Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι η εγκατάσταση της UPM France είχε αρχίσει να λειτουργεί σε χρόνο πολύ προγενέστερο από τον προβλεπόμενο για την υπαγωγή στην πενταετή απαλλαγή του άρθρου 266quinquies A, διαφορετικά θα μπορούσε να υπαχθεί στην εν λόγω απαλλαγή. Δεδομένου ότι είχε παρέλθει η πενταετής περίοδος, υπολογιζόμενη από τον χρόνο ενάρξεως λειτουργίας της εγκαταστάσεως, η UPM France δεν μπορούσε να παραιτηθεί από το (δυνητικό) δικαίωμα απαλλαγής του άρθρου 266quinquies A. Ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από το ευεργέτημα της συνεχιζόμενης απαλλαγής που προέβλεπε το άρθρο 266quinquies C (15).

30.      Η UPM France φρονεί ότι, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/96, θα έπρεπε να έχει απαλλαγεί από τον TICGN για το ποσοστό της καταναλώσεως φυσικού αερίου που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκε στη δική της διαδικασία παραγωγής. Ως εκ τούτου, άσκησε προσφυγή ενώπιον του tribunal administratif de Cergy-Pontoise (διοικητικού δικαστηρίου Cergy‑Pontoise, Γαλλία), ζητώντας την επιστροφή ποσού 2 962 224,08 ευρώ, προσαυξημένου κατά τους νόμιμους τόκους και ανατοκισμένου, ως μερική επιστροφή του TICGN που καταβλήθηκε κατά τη χρονική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2004 έως την 31η Μαρτίου 2008, καθώς και ως αποζημίωση για τη ζημία που υποστήριζε ότι υπέστη η UPM France συνεπεία της καθυστερήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας να μεταφέρει την οδηγία 2003/96.

31.      Με απόφαση που εξέδωσε στις 17 Ιουλίου 2013, το tribunal administratif de Cergy-Pontoise (διοικητικό δικαστήριο Cergy-Pontoise) έκρινε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως για το ποσό των 137 931 ευρώ που αντιστοιχούσε στην περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως την 31η Μαρτίου 2008. Το δικαστήριο απέρριψε επίσης την προσφυγή κατά το σκέλος που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2006. Το χρονικό αυτό διάστημα είναι το επίμαχο στη δίκη που επακολούθησε, η οποία κατέληξε στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως (16).

32.      Με απόφαση που εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 2016, το cour administrative d’appel de Versailles (διοικητικό εφετείο Βερσαλλιών, Γαλλία) απέρριψε την έφεση της UPM France κατά της ως άνω αποφάσεως με την αιτιολογία ότι ο TICGN δεν ήταν δυνατόν να επιμεριστεί με βάση το κατά πόσον το επίμαχο φυσικό αέριο είχε χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας, καθώς και με το σκεπτικό ότι οποιαδήποτε απαλλαγή ρυθμιζόταν αποκλειστικά στο άρθρο 15 της οδηγίας 2003/96.

33.      Ακολούθως, στις 17 Μαΐου 2016, η UPM France άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, από το οποίο ζήτησε να αναιρέσει την απόφαση του cour administrative d’appel de Versailles (διοικητικού εφετείου Βερσαλλιών) και, επιπλέον, να καταδικάσει το Δημόσιο στην καταβολή ποσού 5 000 ευρώ δυνάμει του άρθρου L‑761-1 του κώδικα διοικητικής δικονομίας (17), το οποίο αφορά την κατανομή των δικαστικών εξόδων.

34.      Περαιτέρω, η UPM France ζήτησε επικουρικώς από το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ή (όλως επικουρικώς) να συνενώσει την αίτηση αναιρέσεώς της με προγενέστερη αίτηση αναιρέσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και στο πλαίσιο της οποίας είχε ήδη υποβληθεί αίτηση προδικαστικής αποφάσεως (στο εξής: υπόθεση Cristal Union) (18), προκειμένου να υποβληθούν πρόσθετα ερωτήματα στο Δικαστήριο και να αποκτήσει η UPM France τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων.

35.      Στις 7 Μαρτίου 2018, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Cristal Union. Έκρινε ότι «η κατά τη διάταξη αυτή [άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/96] υποχρεωτική απαλλαγή, εφαρμόζεται στα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όταν τα προϊόντα αυτά χρησιμοποιούνται για τη συνδυασμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής» (19).

36.      Παρά την εν λόγω απόφαση, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται ζητήματα ορθής ερμηνείας της οδηγίας 2003/96. Θεώρησε ότι το cour administrative d’appel de Versailles (διοικητικό εφετείο Βερσαλλιών) υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που έκρινε ότι το φυσικό αέριο που χρησιμοποιούσε η UPM France για τη συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας καλυπτόταν αποκλειστικά από το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/96. Ως εκ τούτου, το Conseil d’état (Συμβούλιο της Επικρατείας) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96 την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της εν λόγω ηλεκτρικής ενέργειας, μπορεί να οδηγήσει σε κατάσταση, όπως η εκτεθείσα στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως για την περίοδο προ της 1ης Ιανουαρίου 2011, κατά την οποία η Γαλλία, όπως της το επέτρεπε η οδηγία, δεν είχε θεσπίσει ακόμη τον εσωτερικό φόρο επί της τελικής καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας ούτε, επομένως, απαλλαγή από τον φόρο αυτόν υπέρ των μικρών παραγωγών;

2.      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, με ποιον τρόπο πρέπει να συνδυαστούν οι διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου της 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96 έναντι των μικρών παραγωγών που καταναλώνουν την ηλεκτρική ενέργεια την οποία παράγουν για τις ανάγκες της δραστηριότητάς τους; Συνεπάγονται, ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές ελάχιστο επίπεδο φορολογίας, το οποίο προκύπτει είτε i) από τη φορολόγηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και την απαλλαγή του χρησιμοποιούμενου φυσικού αερίου είτε ii) από την απαλλαγή φόρου επί της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, οπότε το Δημόσιο καλείται να φορολογήσει το χρησιμοποιούμενο φυσικό αέριο;»

37.      Η UPM France, η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 14 Μαρτίου 2019.

 Ανάλυση

 Παραδεκτό

38.      Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα. Το άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96, ορίζει ότι κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου, από το 2004 έως το 2006 (και, στην πράξη, έως την 1η Ιανουαρίου 2009), η Γαλλία επωφελήθηκε από τη μεταβατική περίοδο για να προσαρμόσει την ισχύουσα νομοθεσία της. Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Messer, «έως την 1η Ιανουαρίου 2009, η τήρηση των ελάχιστων επιπέδων φορολογήσεως που καθορίζονται στην οδηγία αυτή αποτελούσε, μεταξύ των κανόνων φορολογήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, τη μόνη υποχρέωση που υπείχε η Γαλλική Δημοκρατία» (20).

39.      Συμμερίζομαι εν μέρει την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι το ζήτημα του παραδεκτού δεν εξετάστηκε σε καμία από τις δύο προηγούμενες αποφάσεις (Messer France και Cristal Union) (21), οι οποίες εκδόθηκαν προς απάντηση προδικαστικών ερωτημάτων που είχαν τεθεί από το ίδιο αιτούν δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 2003/96.

40.      Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο και άρνηση απαντήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου χωρεί μόνον όταν αυτά δεν έχουν προφανώς καμία σχέση με την εθνική υπόθεση (22).

41.      Κατά συνέπεια, θα εξετάσω αρχικώς αν, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η Γαλλία υπείχε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν από την οδηγία και δύνανται να αποτελέσουν επαρκή βάση για την αιτιολόγηση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων (23).

 Μεταβατική περίοδος

42.      Η προβλεπόμενη στο άρθρο 28, παράγραφος 1, περίοδος μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Έως τότε, τα κράτη μέλη όφειλαν απλώς «να απέχουν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία για τη θέση της σε εφαρμογή, από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή» (24).

43.      Ομοίως ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι η Γαλλία παρέλειψε πλήρως να εφαρμόσει την οδηγία έως το τέλος της συγκεκριμένης μεταβατικής περιόδου που χορηγήθηκε με το άρθρο 18, παράγραφος 10, της οδηγίας (η οποία έληγε την 1η Ιανουαρίου 2009 και, συνεπώς, η λήξη της έπεται του κρίσιμου στην προκειμένη υπόθεση χρονικού διαστήματος) (25).

44.      Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι επιβαλλόμενες στα κράτη μέλη υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου είναι οι ίδιες με εκείνες που ισχύουν κατά την περίοδο εφαρμογής και ότι, ως εκ τούτου, η Γαλλία όφειλε να απόσχει από τη θέσπιση μέτρων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (26).

45.      Ωστόσο, το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι αν η Γαλλία θέσπισε ή όχι κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου μέτρα ικανά να διακυβεύσουν την επακόλουθη πλήρη εφαρμογή της οδηγίας. Το ζήτημα είναι αν, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, η Γαλλία δεν συμμορφώθηκε προς τις εις βάρος της επιβαλλόμενες από την οδηγία υποχρεώσεις.

46.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι καίτοι το άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96, χορηγούσε στη Γαλλία μια ειδική μεταβατική περίοδο, τούτο δεν σημαίνει ότι η Γαλλία δεν όφειλε να σεβαστεί τη δομική ισορροπία της οδηγίας 2003/96, η οποία επιτάσσει τη φορολόγηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είτε σε επίπεδο εισροών είτε σε επίπεδο εκροών. Συνεπώς, η Γαλλία όφειλε να σεβαστεί συγκεκριμένες διατάξεις της οδηγίας ώστε να διασφαλισθεί, αφενός, η επίτευξη των ελαχίστων επιπέδων φορολογίας και, αφετέρου, η τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, απαγορεύσεως της φορολογήσεως των ενεργειακών προϊόντων.

47.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση Cristal Union, στην οποία το Δικαστήριο προέβη στην ερμηνεία των άρθρων 14 και 15 της οδηγίας για το χρονικό διάστημα που άλλως θα καλυπτόταν από τις μεταβατικές ρυθμίσεις για τη Γαλλία (27). Συναφώς, επισημαίνω ότι με την απόφαση Flughafen Köln/Bonn (28), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, «έχει άμεσο αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι ένας ιδιώτης μπορεί να την επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων».

48.      Ωστόσο, κατά την άποψή μου, η άποψη της Επιτροπής δεν επιβεβαιώνεται από το γράμμα της οδηγίας.

49.      Είναι αληθές ότι, από πολλές απόψεις, ένα συνολικό σύστημα φορολογήσεως, το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται είτε στις εισροές είτε στις εκροές, θα αποτελούσε μια λογική προσέγγιση της φορολογήσεως των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν ανέφερε καμία ουσιαστική διάταξη της οδηγίας, η οποία να κατοχυρώνει την προσέγγιση αυτή ως θεμελιώδη αρχή.

50.      Κατά συνέπεια, από τη διαρθρωτική ισορροπία της οδηγίας δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να συναχθούν πρόσθετες υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη ακόμη και κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής ή της μεταβατικής περιόδου.

51.      Αντιθέτως, επισημαίνω ότι, καίτοι η οδηγία 2003/96 αφορά τη φορολογία τόσο των ενεργειακών προϊόντων όσο και της ηλεκτρικής ενέργειας, εντούτοις το γράμμα του άρθρου 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, περιορίζεται στη χορήγηση μεταβατικής περιόδου κατά την οποία στη Γαλλία επιτρέπεται η διατήρηση «του ισχύοντος συστήματός της για την φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας». Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η αναφορά σε «σύστημα» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αυτό καταλαμβάνει τόσο τη φορολόγηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας (εκροές) όσο και τη φορολόγηση των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (εισροές).

52.      Ωστόσο, παρά την εν λόγω αναφορά σε «σύστημα», το άρθρο 18 παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, ορίζει επίσης ρητώς ότι κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου «λαμβάνεται υπόψη το συνολικό μέσο επίπεδο της τρέχουσας τοπικής φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας» (η υπογράμμιση δική μου). Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε (29) ότι κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, η τοπική φορολογία ίσχυε αποκλειστικά για την ηλεκτρική ενέργεια υπό τη μορφή εκροών, ως παροχή προς τους τελικούς καταναλωτές. Η παραγόμενη για ίδια χρήση ηλεκτρική ενέργεια απαλλασσόταν αυτής της φορολογήσεως.

53.      Επομένως, είναι προφανώς σαφές ότι το άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, πρέπει να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο μόνο στη φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας ως εκροής και όχι στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται υπό τη μορφή εισροών. Ομοίως, οι προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2003/96 (30) ουδόλως υποστηρίζουν το επιχείρημα της Γαλλίας, ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, καταλαμβάνει τόσο τις εισροές όσο και τις εκροές.

54.      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει την πάγια ερμηνευτική του αρχή, κατά την οποία κάθε διάταξη που «εισάγει εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά» (31).

55.      Η οδηγία 2003/96 έχει διάφορα επίπεδα. Το άρθρο 1 προβλέπει τη φορολόγηση των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Ακολούθως, το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, προβλέπει μια «υποχρεωτική απαλλαγή» από την εν λόγω φορολογία για ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται ως εισροές για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (32).

56.      Εν συνεχεία, το ίδιο το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 21, παράγραφος 5, εισάγουν περαιτέρω προαιρετικές παρεκκλίσεις από αυτή την υποχρεωτική απαλλαγή. Αυτές αποτελούν το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων.

57.      Κατά την άποψή μου, στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης αυτής ρυθμίσεως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, υποχρεωτική απαλλαγή πρέπει (ως εξαίρεση) να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Ταυτόχρονα, ωστόσο, πρέπει να εκλαμβάνεται ως ο γενικός κανόνας σε σχέση με τις ειδικότερες διατάξεις που παρέχουν τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από αυτή την υποχρεωτική απαλλαγή. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, πρέπει, κατ’ αρχήν, να αντιμετωπίζεται ως η εξαίρεση από τους βασικούς κανόνες της οδηγίας (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, συνεπώς, τόσο το άρθρο 1 όσο και η υποχρεωτική απαλλαγή του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ). Ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικώς.

58.      Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρώ ότι το άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, χορηγεί στη Γαλλία μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται απαλλαγή από τον υφιστάμενο φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας, περαιτέρω δε αναφέρεται ρητώς στον τοπικό φόρο επί της ηλεκτρικής ενέργειας που ισχύει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, ο οποίος, κατά την επίμαχη περίοδο, ήταν ένας φόρος επί των εκροών. Εξ αυτού συνάγεται ότι το άρθρο 18, παράγραφος 10, δεν προέβλεπε κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου κάποια εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, στον φόρο επί των εισροών στα ενεργειακά προϊόντα και στην ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρισμού.

59.      Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, μεταβατική περίοδος δεν αποτελεί μέτρο προστασίας κάποιου φόρου επί των εισροών στα ενεργειακά προϊόντα, όπως είναι στην υπό κρίση υπόθεση ο TICGN.

60.      Η ερμηνεία αυτή συνάδει με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Messer France, με την οποία κρίθηκε ότι η τήρηση των ελάχιστων επιπέδων φορολογήσεως που καθορίζονται στην οδηγία 2003/96, «αποτελούσε, μεταξύ των κανόνων φορολογήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, τη μόνη υποχρέωση που υπείχε η Γαλλική Δημοκρατία» (33).

61.      Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η χορήγηση στη Γαλλία μεταβατικής περιόδου για τη φορολόγηση των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας ως εισροών για την παραγωγή ηλεκτρισμού αποτελεί ανακολουθία.

62.      Ωστόσο, εάν η συσταλτική ερμηνεία δίδει ενδεχομένως την εντύπωση μιας προβληματικής μεταβατικής περιόδου, ο κίνδυνος που ενέχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα πρέπει να βαρύνει, κατά την άποψή μου, το μέρος που επρόκειτο να ωφεληθεί από τη μεταβατική ρύθμιση. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν η συσταλτική αυτή ερμηνεία αποβλέπει στην προώθηση θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης.

63.      Σκοπός της οδηγίας 2003/96, όπως δηλώνεται στη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, είναι η ενίσχυση της «ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς». Ο σκοπός αυτός δεν εξυπηρετείται αν σε ένα κράτος μέλος επιτρέπεται να φορολογεί τα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρισμού ενώ στα άλλα κράτη μέλη ισχύει απαγόρευση αυτής της φορολογήσεως. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε εξαίρεση από αυτή την απαγόρευση πρέπει να προβλέπεται ρητώς στη μεταβατική ρύθμιση.

64.      Στην υπόθεση KappAhl (34) το Δικαστήριο εξέτασε ένα μεταβατικό σύστημα προσχωρήσεως για τη Φινλανδία όσον αφορά την επιβολή δασμών σε προϊόντα τρίτων χωρών, το οποίο επέτρεπε στη Φινλανδία να επιβάλλει υψηλότερους δασμούς από τους προβλεπόμενους στον ευρωπαϊκό τελωνειακό κώδικα. Η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι θα έπρεπε να της επιτραπεί η εφαρμογή αυτής της διαφοράς σε τελωνειακούς δασμούς επί προϊόντων τρίτων χωρών κατά την εισαγωγή τους στη Φινλανδία μέσω άλλων κρατών μελών της Ένωσης, καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, το εν λόγω μεταβατικό σύστημα θα μπορούσε εύκολα να καταστρατηγηθεί.

65.      Όμως, από το γράμμα του επίμαχου στην υπόθεση εκείνη μεταβατικού καθεστώτος δεν προέκυπτε ότι αυτό μπορούσε να τύχει εφαρμογής στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η σημασία την οποία έχει η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών σημαίνει ότι παρεκκλίσεις, έστω και μεταβατικές, πρέπει να θεσπίζονται με σαφήνεια και χωρίς να γεννώνται αμφιβολίες» (35).

66.      Στην προκειμένη περίπτωση, η παρέκκλιση που προβλέπεται από τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, περιλαμβάνει απλώς μια «ρητή και αδιαμφισβήτητη» παραπομπή στη «φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας». Ουδόλως παραπέμπει στη χρήση ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

67.      Σε αυτή τη βάση, φρονώ ότι κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης στο άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, μεταβατικής περιόδου η Γαλλία εξακολουθούσε να δεσμεύεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2003/96 σχετικά με τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Κατά συνέπεια, τα υποβληθέντα ερωτήματα (τα οποία αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο) πρέπει να απαντηθούν.

 Πρώτο ερώτημα

68.      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικά, αν το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96, έχει εφαρμογή κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης από το άρθρο 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, μεταβατικής περιόδου ώστε να επιτρέπεται στη Γαλλία –παρά την υποχρεωτική απαλλαγή του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ– η φορολόγηση ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται από μικρούς παραγωγούς για την παραγωγή ηλεκτρισμού σε περίπτωση που οι εν λόγω παραγωγοί δεν υπόκεινται σε φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν.

69.      Από το νομοθετικό πλαίσιο καθίσταται σαφές ότι κατά τη χρονική περίοδο από το 2004 έως το 2006 οι οντότητες που παρήγαν ηλεκτρική ενέργεια για ίδια χρήση υποχρεούνταν να καταβάλλουν τη CSPE ως φορολογικού χαρακτήρα εισφορά για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού. Ο τοπικός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας εφαρμοζόταν αποκλειστικά στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές και όχι στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για ιδία χρήση (36).

70.      Είναι επίσης σαφές ότι ο επιβληθείς στη Γαλλία εσωτερικός φόρος επί της ηλεκτρικής ενέργειας τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2011, ήτοι δύο έτη μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου του άρθρου 18, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο (37).

71.      Συνεπώς, το ερώτημα μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: δεδομένου ότι i) κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου στην ηλεκτρική ενέργεια δεν επιβάλλονταν εθνικοί φόροι. ii) η CSPE φαίνεται ότι αντιμετωπιζόταν ως εισφορά φορολογικού χαρακτήρα, και iii) οι τοπικοί φόροι δεν επιβάλλονταν στην παραγωγή ηλεκτρισμού προς ιδία χρήση, αρκούν αυτά τα γεγονότα για να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, ώστε να επιτρέπεται στη Γαλλία η φορολόγηση ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούν μικροί παραγωγοί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προς ιδία χρήση;

72.      Κατά την άποψή μου, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική.

73.      Για τους λόγους που προανέφερα (38), η υποχρεωτική απαγόρευση φορολογήσεως των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούνται ως εισροές για την παραγωγή ηλεκτρισμού στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρέπει να θεωρείται ότι συνιστά έναν από τους γενικούς κανόνες της εν λόγω οδηγίας. Ως εκ τούτου, η προαιρετική παρέκκλιση από αυτήν την υποχρεωτική εξαίρεση που περιέχεται στο άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.

74.      Συνεπώς, το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνον στην περίπτωση που η εθνική νομοθεσία προβλέπει αυτή την απαλλαγή από τη φορολογία της ηλεκτρικής ενέργειας ως εκροής από μικρούς παραγωγούς για δική τους χρήση. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε χορηγηθεί τέτοια απαλλαγή στους μικρούς παραγωγούς στο διάστημα μεταξύ του 2004 και του 2006. Αντιθέτως, όλοι οι παραγωγοί υποχρεούνταν να καταβάλλουν τη φορολογικού χαρακτήρα εισφορά για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού και, ταυτόχρονα, όλοι οι παραγωγοί απαλλάσσονταν από τοπικούς φόρους επί της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήγαγαν για δική τους χρήση.

75.      Συναφώς, ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι η φορολογικού χαρακτήρα εισφορά για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση δυνάμει της οδηγίας 92/12, η οποία αποτελεί τη βάση για τον χαρακτηρισμό των φόρων σύμφωνα με την οδηγία 2003/96, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 33 της τελευταίας (39). Γεγονός παραμένει ότι, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2011, η Γαλλική Κυβέρνηση, ουδόλως είχε προβλέψει να απαλλάσσεται της φορολογίας η παραγόμενη προς ιδία χρήση ηλεκτρική ενέργεια από μικρούς παραγωγούς (40). Κατά συνέπεια, πριν από αυτήν την ημερομηνία, το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή.

76.      Επιπλέον, παρέκκλιση από την υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπει η οδηγία νοείται μόνον στην περίπτωση που η απαλλαγή αυτή έχει εφαρμοστεί. Το άρθρο 21 δεν έτυχε εφαρμογής στη Γαλλία πριν από το 2011 (41). Για τον πρόσθετο αυτόν λόγο δεν χωρούσε κατά την προηγηθείσα χρονική περίοδο επίκληση της προβλεπόμενης από το άρθρο 21 παρεκκλίσεως.

77.      Σε παρόμοιο πνεύμα, στην απόφαση Flughafen Köln/Bonn το Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, «[...]έχει ενδεχόμενο χαρακτήρα, το δε κράτος μέλος που δεν έχει κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δική του παράλειψη για να αρνηθεί να χορηγήσει σε φορολογούμενο την απαλλαγή την οποία νομίμως μπορεί αυτός να διεκδικήσει δυνάμει της οδηγίας 2003/96» (42).

78.      Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96, ως παρέκκλιση από την υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπεται από το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά. Επομένως, επίκλησή του μπορεί να γίνει μόνον στην περίπτωση που η ηλεκτρική ενέργεια υπόκειται σε γενική φορολόγηση, σύμφωνα με την οδηγία 91/12, και αποδεικνύεται ότι η προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία απαλλαγή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για ίδια χρήση από μικρούς παραγωγούς συνάδει με το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96.

79.      Εν κατακλείδι, διαπιστώνω ότι κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο ο γαλλικός τελωνειακός κώδικας προέβλεπε ορισμένους μηχανισμούς για την απαλλαγή των παραγωγών από την καταβολή του TICGN. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν αυτές οι απαλλαγές εκπληρώνουν επαρκώς τις προϋποθέσεις της προβλεπόμενης στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, απαγορεύσεως. Ωστόσο, επισημαίνω ότι οι προβλεπόμενες στον γαλλικό τελωνειακό κώδικα απαλλαγές υπόκεινται, κατά τα φαινόμενα, σε προθεσμίες οι οποίες δεν προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας.

 Δεύτερο ερώτημα

80.      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικά, με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνευθούν τα άρθρα 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση κανόνων κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων σε μικρούς παραγωγούς οι οποίοι καταναλώνουν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγουν.

81.      Στην πραγματικότητα, το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, περιλαμβάνει δύο ξεχωριστές διατάξεις. Το πρώτο εδάφιο θεσπίζει έναν εκ των γενικών (υποχρεωτικών) κανόνων της οδηγίας 2003/96: όταν τα ενεργειακά προϊόντα και η ηλεκτρική ενέργεια λειτουργούν ως εισροές για την παραγωγή ηλεκτρισμού, δεν πρέπει να υπόκεινται σε φορολόγηση.

82.      Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο περιέχουν μία εντελώς διαφορετική διάταξη. Προβλέπουν από κοινού παρέκκλιση για περιβαλλοντικούς λόγους από την επίμαχη υποχρεωτική απαλλαγή από τη φορολόγηση των ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως εισροές. Η φορολογία που προκύπτει από την ενδεχόμενη εφαρμογή αυτής της παρεκκλίσεως στη φορολόγηση των εισερχόμενων ενεργειακών προϊόντων δεν υπόκειται ούτε προσμετράται στον υπολογισμό των ελάχιστων επιπέδων φορολογίας που πρέπει να επιτευχθούν δυνάμει της οδηγίας 2003/96.

83.      Οι ερμηνευτικές δυσκολίες που προκύπτουν οφείλονται στο ότι το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο (σχετικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από μικρούς παραγωγούς για δική τους χρήση), είναι διατυπωμένο ως προαιρετική παρέκκλιση, χρησιμοποιώντας μόνον τη γενική φράση «[π]αρά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ», χωρίς να διευκρινίζει σε ποια σημεία του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, αναφέρεται αυτή η παρέκκλιση. Αναμφίβολα, η τυχόν ακριβέστερη και σαφέστερη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως θα ήταν χρήσιμη.

84.      Τούτου λεχθέντος, από λογικής απόψεως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, παρέκκλιση μπορεί να παραπέμπει μόνο στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ (την υποχρεωτική απαγόρευση φορολογήσεως ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούνται ως εισροές για την παραγωγή ηλεκτρισμού). Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, περιέχουν παρέκκλιση από την επίμαχη υποχρεωτική απαλλαγή, η οποία αποτελεί εναλλακτική λύση στην παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο.

85.      Ούτε το γράμμα της οδηγίας 2003/96, ούτε οι αιτιολογικές της σκέψεις και οι προπαρασκευαστικές της εργασίες παρέχουν οποιαδήποτε ένδειξη σχετικά με τη συνδυαστική εφαρμογή των δύο αυτών παρεκκλίσεων από την υποχρεωτική απαλλαγή (43).

86.      Από τα συμφραζόμενα των δύο παρεκκλίσεων φρονώ ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να συγκρούονται μεταξύ τους. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, περιβαλλοντική εξαίρεση μπορεί να έχει εφαρμογή σε όλους τους παραγωγούς με αποτέλεσμα τα σχετικά φορολογικά έσοδα να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/96, καθόσον δεν προσμετρώνται στον υπολογισμό των ελάχιστων επιπέδων φορολογίας για τους σκοπούς της οδηγίας. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 21, παράγραφος 5, απαλλαγή για τους μικρούς παραγωγούς, εφαρμόζεται αποκλειστικά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για δική τους χρήση, τα δε φορολογικά έσοδα που προκύπτουν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και προσμετρώνται κατά τον υπολογισμό των ελαχίστων επιπέδων φορολογίας.

87.      Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Cristal Union, όπου έκρινε ότι, «[ε]ξάλλου, παρατηρείται ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να παράσχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από αυτό το καθεστώς υποχρεωτικής απαλλαγής, το προέβλεψε κατά τρόπο ρητό, αντιστοίχως, στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, και στο άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη τα οποία απαλλάσσουν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της ηλεκτρικής αυτής ενέργειας» (44).

88.      Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 21, παράγραφος 5, εδάφιο τρίτο, της οδηγίας 2003/96, ως παρέκκλιση από την υποχρεωτική απαλλαγή από τη φορολογία που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτο εδάφιο, είναι ανεξάρτητο από την περιβαλλοντική παρέκκλιση από την εν λόγω απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερο και τρίτο εδάφιο. Καίτοι οι φόροι που επιβάλλονται σε μικρούς παραγωγούς δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, υπόκεινται στα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας της οδηγίας 2003/96, φορολογικές επιβαρύνσεις οι οποίες επιβάλλονται δυνάμει της περιβαλλοντικής παρεκκλίσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεν υπόκεινται σε αυτά τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας.

 Πρόταση

89.      Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία), ως ακολούθως:

1)      Το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96/EK του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του [ενωσιακού] πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, ως παρέκκλιση από την υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπεται από το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά. Επομένως, επίκλησή του μπορεί να γίνει μόνον στην περίπτωση που η ηλεκτρική ενέργεια υπόκειται σε γενική φορολόγηση, σύμφωνα με την οδηγία 92/12/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, και αποδεικνύεται ότι η προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία απαλλαγή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για ίδια χρήση από μικρούς παραγωγούς συνάδει με το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/96.

2)      Το άρθρο 21, παράγραφος 5, εδάφιο τρίτο, της οδηγίας 2003/96, ως παρέκκλιση από την υποχρεωτική απαλλαγή από τη φορολογία που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτο εδάφιο, είναι ανεξάρτητο από την περιβαλλοντική παρέκκλιση από την εν λόγω απαλλαγή που προβλέπεται από το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερο και τρίτο εδάφιο. Καίτοι οι φόροι που επιβάλλονται σε μικρούς παραγωγούς δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, υπόκεινται στα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας της οδηγίας 2003/96, φορολογικές επιβαρύνσεις οι οποίες επιβάλλονται δυνάμει της περιβαλλοντικής παρεκκλίσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεν υπόκεινται σε αυτά τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2003, L 283, σ. 51. Η οδηγία 2003/96 αντικατέστησε τόσο την οδηγία 92/81/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή (ΕΕ 1992, L 316, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 94/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ 1994, L 365, σ. 46), όσο και την οδηγία 92/82/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή (ΕΕ 1992, L 316, σ. 19), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 94/74. Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 και άρθρο 30 της οδηγίας 2003/96.


3      ΕΕ 1992, L 76, σ. 1, όπως ακυρώθηκε ακολούθως με την οδηγία 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12 (ΕΕ 2009, L 9, σ. 12).


4      Της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (EE 1987, L 256, σ. 1). Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 5, της οδηγίας 2003/96, το οποίο ορίζει ότι «οι κωδικοί της συνδυασμένης ονοματολογίας στους οποίους παραπέμπει η παρούσα οδηγία είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2031/2001 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2001, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 2001, L 279, σ. 1). Το παράρτημα του κανονισμού 2658/87 τροποποιήθηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που διήρκεσε η παρούσα διαδικασία, πλην όμως οι τροποποιήσεις αυτές δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.


5      Επιπλέον, το άρθρο 18, παράγραφος 2, ορίζει ότι, «[π]αρά τις περιόδους που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 12 και υπό τον όρο ότι αυτό δεν δημιουργεί σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού, στα κράτη μέλη τα οποία αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά την εφαρμογή των νέων ελαχίστων επιπέδων φορολογίας θα παρέχεται μεταβατική περίοδος έως την 1η Ιανουαρίου 2007, ιδίως προκειμένου να μην διαταραχθεί η σταθερότητα των τιμών». Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, η Γαλλία δεν άφησε να εννοηθεί ότι επικαλείται τη συγκεκριμένη διάταξη.


6      Βλ. σημείο 30 των παρουσών προτάσεων.


7      Άρθρο 37 του Loi nº 2002-1576 du 30 décembre 2002 de finances rectificative pour 2002 (νόμου 2002-1576, της 30ής Δεκεμβρίου 2002, περί αναπροσαρμογής του κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2002).


8      Loi n° 2005-1719 du 30 décembre 2005 de finances pour 2006 (νόμος 2005-1719 της 30ής Δεκεμβρίου 2005, περί αναπροσαρμογής του κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2006) και Loi n° 2005-1720 du 30 décembre 2005 de finances rectificative pour 2005 (νόμος 2005-1720 της 30ής Δεκεμβρίου 2005, περί αναπροσαρμογής του κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2005).


9      Loi n° 2007-1824 du 25 décembre 2007 de finances rectificative pour 2007 (νόμος 2007-1824, περί αναπροσαρμογής του κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2007), άρθρο 62.


10      Loi n° 2000-108, du 10 février 2000, relative à la modernisation et au développement du service public de l’électricité (νόμος 2000-108, της 10ης Φεβρουαρίου 2000, σχετικά με τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της παροχής δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού), άρθρα 10 και 50.


11      Loi n° 2011-900 du 29 juillet 2011 de finances rectificative pour 2011 (νόμος 2011-900 της 29ης Ιουλίου 2011, περί αναπροσαρμογής του κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2011), άρθρο 17.


12      Loi No 2000-108, du 10 février 2000, relative à la modernisation et au développement du service public de l’électricité (νόμος No 2000-108 της 10ης Φεβρουαρίου 2000, περί του εκσυγχρονισμού και της αναπτύξεως της παροχής δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού), όπως τροποποιήθηκε με τον loi No 2003-8, du 3 janvier 2003, relative aux marchés du gaz et de l’électricité et au service public de l’énergie (νόμο 2003-8, της 3ης Ιανουαρίου 2003, περί φυσικού αερίου και αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και περί της δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού). Βλ. σκέψεις 12 έως 13 της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 2018, Messer France (C‑10/17, EU:C:2018:587).


13      Loi nº 2010-1448 du 7 décembre 2010 portant nouvelle organisation du marché de l’électricité (νόμος 2010-1488, της 7ης Δεκεμβρίου 2010, περί αναδιοργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας).


14      Βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων.


15      Ο αναγνώστης θα χρειαστεί, ενδεχομένως, να ανατρέξει στα σημεία 18 έως 22 των παρουσών προτάσεων για να επαναφέρει στη μνήμη του τις (δαιδαλώδεις) εθνικές διατάξεις που συνεπάγονται αυτό το αποτέλεσμα.


16      Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι ο περιορισμός της κρίσιμης χρονικής περιόδου από το 2004 έως το 2006 ουδόλως αμφισβητήθηκε ή προσεβλήθη με την έφεση που ακολούθησε.


17      Διάταγμα 2000-387 της 4ης Μαΐου 2000.


18      Βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union (C‑31/17, EU:C:2018:168).


19      Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union (C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 46).


20      Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018 (C‑10/17, EU:C:2018:587, σκέψη 23). Το υπόλοιπο κείμενο της αποφάσεως εκείνης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/12 του Συμβουλίου.


21      Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018 (C‑103/17, EU:C:2018:587) και της 7 Μαρτίου 2018 (C‑31/17, EU:C:2018:168), αντιστοίχως.


22      Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Winner Wetten (C 409/06, EU:C:2010:503, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


23      Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, Kleinwort Benson (C‑346/93, EU:C:1995:85, σκέψεις 22 έως 24).


24      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 50).


25      Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2012, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑164/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:665).


26      Βλ. υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων.


27      Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018 (C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 46).


28      Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008 (C‑226/07, EU:C:2008:429, σκέψη 39).


29      Βλ. σημείο 25 των παρουσών προτάσεων.


30      Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων, COM(97) 30 τελικό – CNS 91/0111 (ΕΕ 1997, C 139, σ. 14) και η εκεί προσαρτημένη αιτιολογική έκθεση.


31      Απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, Smits-Koolhoven (C‑495/04, EU:C:2006:218, σκέψη 31).


32      Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union (C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 27), καθώς και απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, Turbogas (C‑90/17, EU:C:2018:498, σκέψη 45).


33      Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018 (C‑103/17, EU:C:2018:587, σκέψη 23). Η υπογράμμιση δική μου.


34      Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998 (C‑233/97, EU:C:1998:585).


35      Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998, KappAhl (C‑23/97, EU:C:1998:585, σκέψη 21).


36      Βλ. σημεία 24 και 25 των παρουσών προτάσεων.


37      Βλ. σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.


38      Βλ. σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.


39      Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.


40      Βλ. σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.


41      Βλ. υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.


42      Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008 (C‑226/07, EU:C:2015:429, σκέψη 32, η υπογράμμιση δική μου).


43      Βλ. υποσημείωση 30 των παρουσών προτάσεων.


44      Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018 (C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 27, η υπογράμμιση δική μου).