Language of document : ECLI:EU:T:2019:350

Προσωρινό κείμενο

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 22ας Μαΐου 2019 (*)

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Διεθνής καταχώριση με ισχύ στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Εικονιστικό σήμα CMS Italy – Προγενέστερα διεθνή εικονιστικά σήματα που απεικονίζουν αιλουροειδές σε άλμα προς τα αριστερά – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Φήμη προγενέστερων σημάτων – Άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] – Απόδειξη περί της φήμης – Προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO διαπιστώνουσες τη φήμη προγενέστερων σημάτων – Συνεκτίμηση των αποφάσεων αυτών – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αρχή της χρηστής διοικήσεως»

Στην υπόθεση T-161/16,

Puma SE, με έδρα το Herzogenaurach (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον P. González-Bueno Catalán de Ocón, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από την D. Walicka,

καθού,

αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:

Costruzione Macchine Speciali Srl (CMS), με έδρα την Alonte (Ιταλία),

με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του δεύτερου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 29ης Ιανουαρίου 2016 (υπόθεση R 229/2015-2, σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Puma και της Costruzione Macchine Speciali (CMS),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, P. Nihoul και J. Svenningsen (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Απριλίου 2016,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιουνίου 2016,

έχοντας υπόψη την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016 περί αναστολής της διαδικασίας,

έχοντας υπόψη το μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 6ης Ιουλίου 2018 και τις απαντήσεις της Puma και του EUIPO που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 2018,

έχοντας υπόψη το μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 13ης Φεβρουαρίου 2019 και τις απαντήσεις της Puma και του EUIPO που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 και 22 Φεβρουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη (1)

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Στις 21 Δεκεμβρίου 2012, η Costruzione Macchine Speciali Srl (CMS), στο πλαίσιο της αιτήσεως για προστασία της υπ’ αριθ. 1150538 διεθνούς καταχωρίσεως, προέβη σε επέκταση της προστασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ισχύ από τις 14 Δεκεμβρίου 2012.

2        Το σήμα για το οποίο πραγματοποιήθηκε η επέκταση της προστασίας είναι το ακόλουθο εικονιστικό σήμα:

Image not found

3        Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε προστασία εμπίπτουν στις κλάσεις 7, 11 και 37 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:

–        κλάση 7: «Συσκευές και εργαλειομηχανές βιομηχανικής χρήσης για την κατασκευή εναλλακτών θερμότητας κάθε είδους»·

–        κλάση 11: «Συστήματα και εξοπλισμός θέρμανσης, κλιματισμού, ψύξης, εναλλαγής θερμότητας, εξαερισμού, παραγωγής ατμού, ξήρανσης»·

–        κλάση 37: «Εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή συστημάτων, εξοπλισμού και εργαλειομηχανών βιομηχανικής χρήσης για την κατασκευή εναλλακτών θερμότητας κάθε είδους».

4        Η αίτηση προστασίας δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 48/2013, της 8ης Μαρτίου 2013.

5        Στις 21 Νοεμβρίου 2013, η προσφεύγουσα, Puma SE, άσκησε ανακοπή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)], και ειδικότερα δυνάμει του άρθρου 156 του εν λόγω κανονισμού (νυν άρθρο 196 του κανονισμού 2017/1001), σε συνδυασμό με το άρθρο 41 αυτού (νυν άρθρο 46 του κανονισμού 2017/1001), κατά της υπ’ αριθ. 1150538 διεθνούς καταχωρίσεως που επεκτείνει την προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τα προϊόντα που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.

6        Η ανακοπή στηριζόταν στις ακόλουθες διεθνείς καταχωρίσεις:

–        υπ’ αριθ. 480105 διεθνής καταχώριση του κατωτέρω απεικονιζόμενου εικονιστικού σήματος το οποίο παράγει αποτελέσματα στην Αυστρία, στη Μπενελούξ, στην Κροατία, στη Γαλλία, στην Ουγγαρία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, στην Τσεχική Δημοκρατία, στη Ρουμανία, στη Σλοβακία και στη Σλοβενία και προσδιορίζει προϊόντα που εμπίπτουν στις κλάσεις 18, 25 και 28:

Image not found

–        υπ’ αριθ. 582886 διεθνής καταχώριση του κατωτέρω απεικονιζόμενου εικονιστικού σήματος, το οποίο παράγει αποτελέσματα στη Βουλγαρία, στη Μπενελούξ, στην Τσεχική Δημοκρατία, στη Γερμανία, στην Εσθονία, στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Κύπρο, στη Λεττονία, στη Λιθουανία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία, στην Πολωνία, στην Πορτογαλία, στη Ρουμανία, στη Σλοβενία, στη Σλοβακία, στη Φιλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, και προσδιορίζει προϊόντα που εμπίπτουν μεταξύ άλλων στις κλάσεις 18, 25 και 28:

Image not found

–        υπ’ αριθ. 593987 διεθνής καταχώριση του κατωτέρω απεικονιζόμενου εικονιστικού σήματος, το οποίο παράγει αποτελέσματα στην Αυστρία, στη Μπενελούξ, στη Βουλγαρία, στην Κύπρο, στην Κροατία, στην Ισπανία, στην Εσθονία, στη Φιλανδία, στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στην Ουγγαρία, στην Ιταλία, στη Λεττονία, στη Λιθουανία, στην Πολωνία, στην Πορτογαλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Τσεχική Δημοκρατία, στη Ρουμανία, στη Σλοβενία και στη Σλοβακία, και προσδιορίζει προϊόντα που εμπίπτουν μεταξύ άλλων στις κλάσεις 18, 25 και 28:

Image not found

7        Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 2017/1001).

8        Στις 28 Νοεμβρίου 2014, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή για τον λόγο ότι δεν είχε αποδειχθεί η φήμη των προγενέστερων σημάτων.

9        Στις 26 Ιανουαρίου 2015, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001), κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.

10      Με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2016 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή, για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει τη φήμη των προγενέστερων σημάτων. Προς τούτο, έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν υποβληθεί ενώπιον του τμήματος ανακοπών ήταν προδήλως ανεπαρκή, καθόσον δεν περιείχαν καμία συγκεκριμένη και σχετική με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων πληροφορία, καθώς και ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής.

[παραλειπόμενα]

12      Αφετέρου, όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν για πρώτη φορά στο τμήμα προσφυγών, το τελευταίο έκρινε ότι δεν μπορεί να τα λάβει υπόψη, κατ’ εφαρμογήν του κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1995, L 303, σ. 1) [που αντικαταστάθηκε από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2018/625 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2018, για τη συμπλήρωση του κανονισμού 2017/1001 και για την κατάργηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/1430 (ΕΕ 2018, L 104, σ. 1)], σε συνδυασμό με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 95, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001).

13      Συναφώς, το τμήμα προσφυγών επιβεβαίωσε, καταρχάς, ότι τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν εντός της προθεσμίας την οποία έταξε το τμήμα ανακοπών για την προσκόμιση των εγγράφων προς απόδειξη της φήμης των προγενέστερων σημάτων ήταν προδήλως ανεπαρκή, πέραν του ότι ήταν και εν μέρει αλυσιτελή. Ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως ενώπιον του τμήματος προσφυγών δεν συνιστούσαν «συμπληρωματικά» αποδεικτικά στοιχεία κατά την έννοια του κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95, αλλά, στην πραγματικότητα, την κύρια απόδειξη περί της φήμης των προγενέστερων σημάτων, με συνέπεια ότι το τελευταίο δεν διέθετε εξουσία εκτιμήσεως που να του επιτρέπει να λάβει υπόψη τα εν λόγω στοιχεία. Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, αφού διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι ο κανόνας 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95 [διατάξεις στις οποίες αντιστοιχούν επί του παρόντος το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, και παράγραφος 4, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2018/625] όριζε κατά τρόπο ακριβή και εξαντλητικό τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία όφειλε να προσκομίσει η προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορούσε να ασκήσει την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει μόνον με φειδώ και μόνον εάν οι περιστάσεις ήταν ικανές να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που επέδειξε η ανακόπτουσα. Ωστόσο, η τελευταία δεν προέβαλε συναφώς κανένα νόμιμο λόγο, ενώ από τη δικογραφία δεν προέκυψε καμία περίσταση η οποία να δικαιολογεί την καθυστέρησή της να προσκομίσει έγγραφα τα οποία ήταν διαθέσιμα.

 Αιτήματα των διαδίκων

14      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

–        να καταδικάσει το EUIPO και την Costruzione Macchine Speciali (CMS) στα δικαστικά έξοδα.

15      Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

16      Κατά το άρθρο 132 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, όταν το Δικαστήριο ή το Γενικό Δικαστήριο έχουν ήδη αποφανθεί επί ενός ή πλειόνων νομικών ζητημάτων ταυτόσημων με τα νομικά ζητήματα που θέτουν οι ισχυρισμοί της προσφυγής και το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα πραγματικά περιστατικά έχουν αποδειχθεί, μπορεί, μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, αφού ακούσει τους διαδίκους, να κηρύξει την προσφυγή προδήλως βάσιμη με αιτιολογημένη διάταξη παραπέμπουσα στη συναφή νομολογία.

[παραλειπόμενα]

19      Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, δύο λόγους ακυρώσεως που αντλούνται, ο πρώτος, από παραβίαση των κανόνων σχετικά με τη διεξαγωγή των αποδείξεων που εφαρμόζονται στο πλαίσιο ανακοπής η οποία στηρίζεται στον λόγο που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 και, ο δεύτερος, από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως.

20      Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι παραβίασε τους κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή των αποδείξεων που εφαρμόζονται στο πλαίσιο ανακοπής η οποία στηρίζεται στον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, και ιδίως το άρθρο 76, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού (το εν λόγω άρθρο 76, παράγραφος 1, κατέστη άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001) και τον κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95, καθόσον παρέλειψε να λάβει υπόψη τη φήμη των προγενέστερων σημάτων ως πασίδηλο γεγονός και καθόσον αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που αυτή προσκόμισε στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, μολονότι, αφενός, τα συμπληρωματικά αυτά αποδεικτικά στοιχεία συμπλήρωναν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομισθεί εντός της ταχθείσας από το εν λόγω τμήμα προθεσμίας, ήτοι, κατ’ ουσίαν, τις προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO με τις οποίες διαπιστώθηκε η φήμη των προγενέστερων σημάτων, και, αφετέρου, η ίδια εξέθεσε τον λόγο για τον οποίο προσκόμισε τα εν λόγω συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ο οποίος συνίστατο ακριβώς στη μη συνεκτίμηση, εκ μέρους του τμήματος ανακοπών, των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων που είχαν προσκομισθεί ενώπιόν του.

21      Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι παραβίασε τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως, καθόσον αρνήθηκε σιωπηρώς, χωρίς να παράσχει την παραμικρή αιτιολογία, να λάβει υπόψη πλείονες προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO εκδοθείσες στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών ανακοπής οι οποίες στηρίζονταν στη φήμη των ίδιων προγενέστερων σημάτων, κατά το μέρος που οι αποφάσεις αυτές, αφενός, είχαν διαπιστώσει τη φήμη των εν λόγω σημάτων και, αφετέρου, είχαν δεχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο την έκθεση σχετικά με την έρευνα που είχε διεξαχθεί στη Γαλλία, η οποία αποτελούσε το παράρτημα 1 του δικογράφου της ανακοπής στην επίμαχη διαδικασία ανακοπής, χωρίς να απαιτήσουν μετάφρασή της στη γλώσσα διαδικασίας.

22      Οι δύο αυτοί λόγοι πρέπει να συνεξετασθούν, εξετάζοντας από κοινού, σε ένα πρώτο στάδιο, την πρώτη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη μη συνεκτίμηση των προγενέστερων αποφάσεων του EUIPO που η προσφεύγουσα επικαλέστηκε προς απόδειξη της φήμης των προγενέστερων σημάτων, και τη δεύτερη αιτίαση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τη μη συνεκτίμηση των εγγράφων που η προσφεύγουσα προσκόμισε ως παράρτημα του δικογράφου στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

23      Με τις αιτιάσεις αυτές, η προσφεύγουσα προσάπτει κατ’ ουσίαν στο τμήμα προσφυγών ότι αρνήθηκε σιωπηρώς, χωρίς να παράσχει συναφώς αιτιολογία, να λάβει υπόψη πλείονες προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO με τις οποίες είχε διαπιστωθεί η φήμη των προγενέστερων σημάτων, παρά το γεγονός ότι είχε γίνει επίκληση των αποφάσεων αυτών κατά την επίμαχη διαδικασία ανακοπής, τόσο ενώπιον αυτού όσο και ενώπιον του τμήματος ανακοπών, προς απόδειξη της φήμης των προγενέστερων σημάτων.

24      Επιπλέον, δεδομένου ότι οι εν λόγω προγενέστερες αποφάσεις υποβλήθηκαν εμπροθέσμως ενώπιον του τμήματος ανακοπών και αποτέλεσαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδειχθεί η φήμη των προγενέστερων σημάτων, των οποίων η μη συνεκτίμηση από το τμήμα αυτό δικαιολογημένα εξέπληξε την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε, κατά την προσφεύγουσα, να αποφασίσει νομίμως, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία όφειλε να προβεί κατ’ εφαρμογήν του κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, ότι τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα ως παράρτημα του δικογράφου στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ελλείψει περιστάσεως που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη προσκόμισή τους.

25      Το EUIPO αμφισβητεί το βάσιμο των αιτιάσεων αυτών.

26      Υποστηρίζει ότι η εκ μέρους του ανακόπτοντος αναφορά σε προγενέστερες αποφάσεις των τμημάτων του EUIPO με τις οποίες έχει διαπιστωθεί η φήμη του προγενέστερου σήματος του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της φήμης του σήματος αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς απεφάνθη το τμήμα ανακοπών, η νομιμότητα των αποφάσεων του EUIPO πρέπει να εκτιμάται βάσει του κανονισμού 207/2009 όπως έχει ερμηνευθεί από τον δικαστή της Ένωσης και όχι με βάση προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων.

27      Επιπλέον, το EUIPO επισημαίνει ότι το τμήμα προσφυγών αιτιολόγησε διττώς τη μη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του από την προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, αφενός, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της πρόδηλης ανεπάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν εντός της προθεσμίας που είχε τάξει το τμήμα ανακοπών, προκειμένου να αποδειχθεί η φήμη των προγενέστερων σημάτων, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ως παράρτημα του δικογράφου στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής δεν αποτελούσαν συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά την κύρια απόδειξη της φήμης, οπότε ήταν απαράδεκτα δυνάμει του κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009. Αφετέρου, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις αυτές του επιβάλλουν να εξετάσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η εν λόγω κύρια απόδειξη η οποία προσκομίσθηκε εκπροθέσμως ενώπιόν του, πάντως θα όφειλε να ασκήσει με φειδώ την εξουσία εκτιμήσεώς του με συνέπεια ότι η απόδειξη αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνον εάν συνέτρεχαν περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη αυτή προσκόμιση, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε, δεδομένου ότι τα εν λόγω έγγραφα μπορούσαν να έχουν προσκομισθεί εντός της ταχθείσας από το τμήμα ανακοπών προθεσμίας. Η εξήγηση που δόθηκε συναφώς από την προσφεύγουσα, ήτοι ότι μεταξύ άλλων οι προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO, τις οποίες αυτή είχε επικαλεσθεί ενώπιον του τμήματος ανακοπών, αποτελούσαν απόδειξη της φήμης, ήταν εσφαλμένη και το σφάλμα στο οποίο η προσφεύγουσα υπέπεσε όσον αφορά την αποδεικτική ισχύ των αποφάσεων αυτών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λόγος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων.

28      Τέλος, με τη γραπτή απάντησή του στην ερώτηση που τέθηκε στο πλαίσιο του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας της 6ης Ιουλίου 2018, το EUIPO επισήμανε ότι το τμήμα προσφυγών είχε αποφανθεί ρητώς ότι η έκθεση σχετικά με την έρευνα που διεξήχθη στη Γαλλία δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ελλείψει μεταφράσεως ουσιωδών τμημάτων της εκθέσεως αυτής. Ως εκ τούτου, δεν συμφώνησε με την εκτίμηση στην οποία είχε προβεί το τμήμα ανακοπών με τις αποφάσεις του τις οποίες επικαλέστηκε η προσφεύγουσα και αιτιολόγησε ρητώς την αποκλίνουσα απόφασή του.

29      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθούν ορισμένες ουσιώδεις εκτιμήσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C-564/16 P, EU:C:2018:509), οι οποίες δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 132 του Κανονισμού Διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση.

30      Από τον κανόνα 19, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2868/95 προκύπτει ότι, σε περίπτωση ανακοπής που στηρίζεται στον λόγο που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, ο ανακόπτων είναι, καταρχήν, ελεύθερος να επιλέξει τη μορφή της αποδείξεως της φήμης του προγενέστερου σήματος που κρίνει σκόπιμο να προσκομίσει ενώπιον του EUIPO και, ως εκ τούτου, το τελευταίο οφείλει να αναλύσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο ανακόπτων, χωρίς να μπορεί να απορρίψει εξαρχής κάποιο είδος αποδεικτικών στοιχείων λόγω της μορφής τους. Ως εκ τούτου, ο ανακόπτων είναι ελεύθερος να επικαλεστεί, ως στοιχεία για την απόδειξη της φήμης του προγενέστερου σήματος του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής, προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO με τις οποίες διαπιστώθηκε η φήμη του σήματος αυτού και το EUIPO οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να λάβει υπόψη τις εν λόγω αποφάσεις (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 58, 69 και 76).

31      Εφόσον οι προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO τις οποίες επικαλείται ο ανακόπτων ως αποδεικτικά στοιχεία κατά το μέρος που έχουν διαπιστώσει τη φήμη του προγενέστερου σήματος επί του οποίου στηρίζεται η ανακοπή του δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 είναι εμπεριστατωμένες όσον αφορά την αποδεικτική βάση και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η διαπίστωση αυτή, οι αποφάσεις αυτές συνιστούν σημαντική ένδειξη περί του ότι το εν λόγω σήμα μπορεί επίσης, στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαδικασίας ανακοπής, να θεωρηθεί ότι χαίρει φήμης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C-564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 94 και 95). Συγκεκριμένα, μια τέτοια διαπίστωση συνιστά διαπίστωση περί των πραγματικών περιστατικών και δεν εξαρτάται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση [πρβλ. αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C-564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 81, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2016, Puma κατά EUIPO – Gemma Group (Απεικόνιση αιλουροειδούς σε άλμα), T-159/15, EU:T:2016:457, σκέψη 33].

32      Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως επιβάλλουν στο EUIPO να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί επί παρεμφερών αιτήσεων και να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον πρέπει ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο, τηρώντας την αρχή της νομιμότητας. Η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν απόλυτο λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως όσο και στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν σχετικό λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 60 έως 63).

33      Η αρχή της χρηστής διοικήσεως περιλαμβάνει, επιπλέον, την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Η υποχρέωση αυτή, η οποία, όσον αφορά τις αποφάσεις του EUIPO, απορρέει επίσης από το άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009, επιβάλλει στο τελευταίο να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική που διαπνέει τις αποφάσεις του. Η τήρηση της εν λόγω υποχρεώσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα το γράμμα της επίμαχης αποφάσεως, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το συγκεκριμένο ζήτημα. Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας αποτελούν μέρος αυτού του πλαισίου (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 64 έως 66).

34      Επομένως, όταν ο ανακόπτων επικαλείται ενώπιον του τμήματος ανακοπών κατά τρόπο σαφή, ως αποδεικτικά στοιχεία της φήμης προγενέστερου σήματος επί του οποίου στηρίζεται η ανακοπή του δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO σχετικά με τη φήμη του ίδιου σήματος, επιβάλλεται στα τμήματα του EUIPO υποχρέωση εξετάσεως και αιτιολογήσεως, σε εκτέλεση της οποίας τα τελευταία οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις που αυτά έχουν ήδη εκδώσει και να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον πρέπει ή όχι να αποφασίσουν κατά τον ίδιο τρόπο. Εάν τα τμήματα αυτά προβούν σε διαφορετική εκτίμηση από εκείνη στην οποία κατέληξαν στις προγενέστερες αποφάσεις όσον αφορά τη φήμη του εν λόγω σήματος, οφείλουν να αιτιολογήσουν ρητώς την απόκλιση αυτή σε σχέση με τις εν λόγω αποφάσεις αναφέροντας τον λόγο για τον οποίο αυτές δεν είναι ή δεν είναι πλέον συναφείς (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 66 και 76).

35      Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ανακόπτων επικαλείται κατά τρόπο σαφή προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO, κατά την έννοια της σκέψεως 34 ανωτέρω, ιδίως όταν, στο δικόγραφο της ανακοπής, τις προσδιορίζει με ακρίβεια και όταν παραθέτει το ουσιαστικό τους περιεχόμενο στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 69).

36      Τέλος, ενδέχεται το τμήμα του EUIPO ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση προγενέστερων αποφάσεων του EUIPO με τις οποίες διαπιστώθηκε η φήμη του ίδιου προγενέστερου σήματος να εκτιμά ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση που απορρέει, σε μια τέτοια περίπτωση, από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, ήτοι να εξετάσει τη συνάφεια των προγενέστερων αυτών αποφάσεων όσον αφορά την απόφαση την οποία καλείται να εκδώσει το ίδιο και, κατά περίπτωση, να αιτιολογήσει ρητώς μια αποκλίνουσα εκτίμηση, χωρίς να διαθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών ανακοπής που οδήγησαν στις εν λόγω προγενέστερες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω τμήμα δεν έχει άλλη επιλογή από το να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια, την οποία διαθέτει δυνάμει του άρθρου 63, παράγραφος 2, και του άρθρου 78 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 70, παράγραφος 2, και άρθρου 97 του κανονισμού 2017/1001), να ζητήσει την προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων προκειμένου να ασκήσει την εξουσία του εκτιμήσεως και να προβεί σε πλήρη εξέταση της ανακοπής (απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C-564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 97 και 98).

37      Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας από το τμήμα προσφυγών συνάδει προς τον κανόνα 50, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2868/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν προσκομισθεί εντός της προθεσμίας που έταξε αρχικώς το τμήμα ανακοπών (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma, C-564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψεις 91, 98 και 99).

38      Με βάση το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εκτιμηθεί το βάσιμο των δύο αιτιάσεων της προσφεύγουσας που αναφέρονται στη σκέψη 22 ανωτέρω, με τις οποίες αυτή προσάπτει στο τμήμα προσφυγών, αφενός, ότι δεν έλαβε υπόψη τις προγενέστερες αποφάσεις των τμημάτων του EUIPO τις οποίες είχε επικαλεσθεί προσηκόντως ενώπιον αυτού και, αφετέρου, ότι απέρριψε ως απαράδεκτα, λόγω της μη δικαιολογημένης εκπρόθεσμης προσκομίσεώς τους, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ως παράρτημα του δικογράφου στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής.

39      Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τρεις προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO κατά τρόπο σαφή, προς απόδειξη της φήμης των προγενέστερων σημάτων.

40      Συγκεκριμένα, στο σημείο 1.2 του δικογράφου της ανακοπής και στο σημείο 2.1 του υπομνήματος που εκθέτει τους λόγους της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τις αποφάσεις του EUIPO της 20ής Αυγούστου 2010 επί της υπ’ αριθ. B 1459017 διαδικασίας ανακοπής, σχετικά με το προγενέστερο σήμα το οποίο αφορά η υπ’ αριθ. 593987 διεθνής καταχώριση, της 30ής Αυγούστου 2010 επί της υπ’ αριθ. B 1287178 διαδικασίας ανακοπής, σχετικά με το ίδιο προγενέστερο σήμα, και της 30ής Μαΐου 2011 επί της υπ’ αριθ. B 1291618 διαδικασίας ανακοπής, σχετικά με το εν λόγω προγενέστερο σήμα καθώς και με εκείνο το οποίο αφορά η υπ’ αριθ. 480105 διεθνής καταχώριση.

41      Εν συνεχεία, έγινε ρητή επίκληση των εν λόγω προγενέστερων αποφάσεων του EUIPO, ως αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας ανακοπής, ότι έγινε επίκληση των εν λόγω προγενέστερων αποφάσεων προς απόδειξη της φήμης των προγενέστερων σημάτων που αφορούν οι αποφάσεις αυτές.

[παραλειπόμενα]

44      Τέλος, έγινε επίκληση των εν λόγω προγενέστερων αποφάσεων κατά τρόπο σαφή, δεδομένου ότι, με το δικόγραφο της ανακοπής και, εν συνεχεία, με το δικόγραφο στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών, παρατέθηκαν ορισμένα σχετικά αποσπάσματα προκειμένου να γίνει γνωστή η εκτίμηση του EUIPO όσον αφορά τη φήμη των προγενέστερων αυτών σημάτων και οι σκέψεις επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε.

45      Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 30 της αποφάσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2016, Απεικόνιση αιλουροειδούς σε άλμα (T‑159/15, EU:T:2016:457), ότι οι τρεις προγενέστερες αποφάσεις των τμημάτων του EUIPO τις οποίες επικαλέστηκε η προσφεύγουσα αποτελούσαν μια πρόσφατη πρακτική ως προς την έκδοση αποφάσεων κατά την οποία έγινε δεκτή η φήμη και η ευρεία γνώση από το κοινό των επίμαχων σημάτων, τα οποία συνιστούν δύο εκ των τριών προγενέστερων σημάτων που αφορά η επίμαχη διαδικασία ανακοπής. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν προϊόντα πανομοιότυπα ή παρόμοια με τα επίμαχα εν προκειμένω και ορισμένα από τα κράτη μέλη που αφορά η υπό κρίση υπόθεση.

46      Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως εξετάσεως και αιτιολογήσεως που απορρέει από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, το τμήμα προσφυγών όφειλε να λάβει υπόψη τις αποφάσεις του EUIPO που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα και να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον θα έπρεπε ή όχι να αποφανθεί κατά τον ίδιο τρόπο και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, να αιτιολογήσει ρητώς αυτή την απόκλιση εκτιμήσεως αναφέροντας τον λόγο για τον οποίο οι εν λόγω αποφάσεις δεν ήταν ή δεν ήταν πλέον συναφείς.

47      Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι το τμήμα προσφυγών αποφάσισε σιωπηρώς να μη λάβει υπόψη τις προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO τις οποίες επικαλέστηκε η προσφεύγουσα και δεν αιτιολόγησε ειδικώς την απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, δεδομένου ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφάνθηκε όπως και το τμήμα ανακοπών, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αιτιολογία που παρέχεται επί του σημείου αυτού με την απόφαση του τελευταίου και η οποία συνοψίζεται στην προτελευταία περίπτωση της σκέψης 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως, λαμβανομένης υπόψη της λειτουργικής συνέχειας μεταξύ τμημάτων ανακοπών και τμημάτων προσφυγών [πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Sun Cali κατά EUIPO – Abercrombie & Fitch Europe (SUN CALI), T‑512/15, EU:T:2016:527, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

48      Η αιτιολογία αυτή, σύμφωνα με την οποία η νομιμότητα των αποφάσεων του EUIPO πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού 207/2009, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από τον δικαστή της Ένωσης, και όχι βάσει προγενέστερης πρακτικής του EUIPO, είναι, εντούτοις, σαφές ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 30 έως 37 ανωτέρω, δεν πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη την ενδεχόμενη συνάφεια προγενέστερων αποφάσεων του EUIPO, ιδίως όσον αφορά αποφάσεις που έχουν ήδη διαπιστώσει τη φήμη του προγενέστερου σήματος του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη ανακοπής που στηρίζεται στον λόγο που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009.

49      Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει παρόμοια πλημμέλεια, ανεξάρτητα από τη συναφώς παρασχεθείσα αιτιολογία, καθόσον το τμήμα προσφυγών αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα ως παράρτημα του δικογράφου στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής, παρά το γεγονός ότι η τελευταία είχε επικαλεστεί προσηκόντως στο δικόγραφο της ανακοπής πλείονες προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO.

50      Συγκεκριμένα, αφενός, κατά το μέρος που το τμήμα προσφυγών αιτιολόγησε την απόρριψη αυτών των στοιχείων στηριζόμενο, κατά κύριο λόγο, στην πλήρη έλλειψη σχετικών αποδεικτικών στοιχείων προσκομισθέντων από την προσφεύγουσα εντός της ταχθείσας από το τμήμα ανακοπών προθεσμίας, δεν έλαβε υπόψη ούτε την ελευθερία αποδείξεως που διαθέτει ο ανακόπτων όσον αφορά τη φήμη του προγενέστερου σήματος που επικαλείται προς στήριξη ανακοπής η οποία στηρίζεται στον λόγο που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009, όπως τούτο υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 ανωτέρω, ούτε την ιδιαίτερη αξία των προγενέστερων αποφάσεων με τις οποίες διαπιστώθηκε η φήμη του σήματος αυτού.

51      Αφετέρου, ο επικουρικός δικαιολογητικός λόγος για τη μη συνεκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, κατά τον οποίο η εκπρόθεσμη προσκόμιση των στοιχείων αυτών, των σχετικών με τη φήμη των προγενέστερων σημάτων, δεν δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις, στηρίζεται επίσης στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι προγενέστερες αποφάσεις του EUIPO με τις οποίες έχει διαπιστωθεί η φήμη δύο εκ των σημάτων αυτών δεν συνιστούσαν συναφή αποδεικτικά στοιχεία και, ως εκ τούτου, το τμήμα ανακοπών δεν ήταν υποχρεωμένο να τις λάβει υπόψη, παρά το γεγονός ότι η ανακόπτουσα είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή τις αποφάσεις αυτές εντός της ταχθείσας από το εν λόγω τμήμα προθεσμίας. Άλλωστε, πρέπει να τονισθεί ότι, δεδομένου ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών αποτελούνταν εν μέρει από αποδεικτικά στοιχεία που είχαν εξετασθεί από τα τμήματα του EUIPO στο πλαίσιο των διαδικασιών ανακοπής που οδήγησαν στην έκδοση των εν λόγω προγενέστερων αποφάσεων, επρόκειτο για αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, εν προκειμένω, το τμήμα ανακοπών και, άλλως, το τμήμα προσφυγών θα έπρεπε να ζητήσουν να προσκομισθούν εφόσον εκτιμούσαν ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους για εξέταση και αιτιολόγηση που απορρέει από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 97 και 98 της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C‑564/16 P, EU:C:2018:509), που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 36 ανωτέρω.

52      Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν με το υπόμνημα και τις παρατηρήσεις του EUIPO δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις ανωτέρω εκτιμήσεις.

53      Καταρχάς, τούτο ισχύει όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η συνεκτίμηση προγενέστερων αποφάσεων των τμημάτων του EUIPO με τις οποίες έχει διαπιστωθεί η φήμη του ίδιου σήματος στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών ανακοπής θα προσέβαλε τα δικαιώματα του άλλου μέρους το οποίο, χωρίς να έχει συμμετάσχει στις διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, δεν μπόρεσε να υποβάλει παρατηρήσεις επί της αποδεικτικής αξίας και της συνάφειας των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών.

54      Συγκεκριμένα, αφενός, όταν ο ανακόπτων προτίθεται να επικαλεσθεί, προς απόδειξη της φήμης ενός προγενέστερου σήματος, προγενέστερη απόφαση των τμημάτων του EUIPO με την οποία έχει διαπιστωθεί η φήμη του εν λόγω σήματος, πρέπει να επικαλεστεί την απόφαση αυτή κατά τρόπο σαφή, γεγονός που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι παρουσιάζει το ουσιώδες περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.

55      Αφετέρου, το τμήμα του EUIPO ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση μιας τέτοιας προγενέστερης αποφάσεως ενδέχεται να υποχρεωθεί να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες που του απονέμουν το άρθρο 63, παράγραφος 2, και το άρθρο 78 του κανονισμού 207/2009, προκειμένου να ζητήσει από τον ανακόπτοντα να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν εξεταστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην προγενέστερη αυτή απόφαση οσάκις η προσκόμιση αυτή είναι απαραίτητη. Η προσκόμιση αυτή μπορεί να ζητηθεί όχι μόνον προκειμένου να μπορέσει το εν λόγω τμήμα να εκπληρώσει την υποχρέωση εξετάσεως και αιτιολογήσεως που του επιβάλλει, σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή της χρηστής διοικήσεως, αλλά και για να του παράσχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την τήρηση, έναντι του άλλου μέρους, της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο των διαδικασιών inter partes.

56      Δεύτερον, ο ισχυρισμός του EUIPO ότι η υποχρέωση των τμημάτων του EUIPO να λαμβάνουν υπόψη τις προγενέστερες αποφάσεις με τις οποίες έχει διαπιστωθεί η φήμη του σήματος του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της ανακοπής της οποίας έχουν επιληφθεί θα σήμαινε ότι ένα τμήμα προσφυγών θα μπορούσε να υποχρεωθεί να ευθυγραμμίσει την απόφασή του με προγενέστερη απόφαση ενός τμήματος ανακοπών, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Συγκεκριμένα, από την ίδια την υποχρέωση εξετάσεως και αιτιολογήσεως που απορρέει από την αρχή της χρηστής διοικήσεως προκύπτει ότι το τμήμα του EUIPO ενώπιον του οποίου γίνεται προσηκόντως επίκληση προγενέστερης αποφάσεως οφείλει όχι μόνο να τη λάβει υπόψη, αλλά και να εξετάσει κατά πόσον πρέπει, ή όχι, να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο.

[παραλειπόμενα]

62      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη καθόσον η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών, αφενός, ότι δεν έλαβε υπόψη τις προγενέστερες αποφάσεις των τμημάτων του EUIPO των οποίων είχε γίνει προσηκόντως επίκληση ενώπιόν του και, αφετέρου, ότι απέρριψε ως απαράδεκτα, λόγω της μη δικαιολογημένης εκπρόθεσμης προσκομίσεώς τους, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ως παράρτημα του υπομνήματος που εκθέτει τους λόγους της προσφυγής.

[παραλειπόμενα]

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

διατάσσει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 29ης Ιανουαρίου 2016 (υπόθεση R 229/2015-2).

2)      Καταδικάζει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της Puma SE.

Λουξεμβούργο, 22 Μαΐου 2019.

Ο Γραμματέας

 

      Η πρόεδρος του πρώτου τμήματος

E. Coulon

 

      I. Pelikánová


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας διατάξεως των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.