Language of document : ECLI:EU:C:2019:469

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE

της 6ης Ιουνίου 2019 (1)

Υπόθεση C302/18

X

κατά

Belgische Staat

[αίτηση του Raad voor Vreemdelingenbetwistingen
(Συμβουλίου επιλύσεως ενδίκων διαφορών σε θέματα αλλοδαπών, Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Μεταναστευτική πολιτική – Καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες –Απόκτηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος – Προϋπόθεση να διαθέτει ο αιτών σταθερούς, τακτικούς και επαρκείς πόρους – Ίδιοι πόροι – Προέλευση των πόρων – Πόροι προερχόμενοι από τρίτο – Δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης – Οδηγία 2003/109 – Άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ»






I.      Εισαγωγή

1.        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Raad voor Vreemdelingenbetwistingen (Συμβουλίου επιλύσεως ενδίκων διαφορών σε θέματα αλλοδαπών, Βέλγιο) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (2).

2.        Η οδηγία 2003/109 αποσκοπεί, ειδικότερα, στον καθορισμό των προϋποθέσεων χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος από ένα κράτος μέλος στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν νόμιμα στην επικράτειά του και στην παροχή ενός συνόλου δικαιωμάτων στους υπαγόμενους στο καθεστώς αυτό (3). Μία από τις προϋποθέσεις απόκτησης του καθεστώτος αυτού απαιτεί, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, από τον υπήκοο τρίτης χώρας να αποδείξει ότι διαθέτει, για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του, σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής του κράτους μέλους υποδοχής.

3.        Η παρούσα προδικαστική παραπομπή εντάσσεται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του X και του Βελγικού Δημοσίου, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την απόρριψη της αίτησης για χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος λόγω του ότι ο X δεν διέθετε ίδιους πόρους και συνεπώς δεν πληρούσε την προϋπόθεση ως προς τους πόρους κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.

4.        Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν η προϋπόθεση διάθεσης σταθερών, τακτικών και επαρκών πόρων η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 αφορά αποκλειστικά τους ίδιους πόρους του υπηκόου τρίτης χώρας ή εάν στους πόρους αυτούς περιλαμβάνονται, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, και οι πόροι που τίθενται στη διάθεση του υπηκόου αυτού από τρίτον ή από μέλος της οικογένειάς του. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν μια δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης εκ μέρους τρίτου ή μέλους της οικογένειάς του, όπως εν προκειμένω, αρκεί για να αποδειχθεί ότι οι πόροι βρίσκονται στη διάθεση του αιτούντος.

5.        Με βάση την ανάλυση που ακολουθεί, θα προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα εν λόγω ερωτήματα την απάντηση ότι η προϋπόθεση αυτή δεν καθιερώνει ειδική απαίτηση σχετικά με την προέλευση των πόρων. Ωστόσο, στην περίπτωση πόρων προερχόμενων από τρίτο, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, επιβάλλεται οι εθνικές αρχές να εξακριβώσουν ότι οι πόροι αυτοί είναι επαρκείς και παρουσιάζουν ορισμένη διάρκεια και συνέχεια ώστε να δύναται εύλογα να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο αιτών το σύστημα κοινωνικής αρωγής του οικείου κράτους μέλους. Προς τούτο, οι εθνικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στη συγκεκριμένη υπόθεση περιστάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο αρκούντως σαφής, διαρκής και νομικώς δεσμευτικός χαρακτήρας της δέσμευσης ανάληψης εξόδων συντήρησης εκ μέρους τρίτου ή μέλους της οικογένειας του αιτούντος.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Η οδηγία 2003/109

6.        H αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2003/109 έχει ως εξής:

«Προκειμένου να αποκτήσει το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, ο υπήκοος τρίτης χώρας θα πρέπει να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκείς πόρους και ασφάλιση ασθενείας, για να μην αποτελέσει βάρος για το κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη, κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης ή κατοχής σταθερών και τακτικών πόρων, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη παράγοντες, όπως είναι οι εισφορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα και η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων.»

7.        Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Προϋποθέσεις απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος», ορίζει στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον υπήκοο τρίτης χώρας να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του:

α)      σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου/της ιδίας και των μελών της οικογενείας του/της, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής του οικείου κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη αξιολογούν τους πόρους αυτούς σύμφωνα με τη φύση και τον τακτικό χαρακτήρα τους και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη το επίπεδο των κατωτάτων μισθών και συντάξεων πριν από την αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος.»

2.      Το βελγικό δίκαιο

8.        Το άρθρο 15 bis, παράγραφος 1, του wet van 15 december 1980 betreffende de toegang tot het grondgebied, het verblijf, de vestiging en de verwijdering van vreemdelingen (νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 σχετικά με την πρόσβαση στην επικράτεια, τη διαμονή, την εγκατάσταση και την απομάκρυνση αλλοδαπών, στο εξής: νόμος περί αλλοδαπών), προβλέπει τα ακόλουθα:

«Εφόσον αυτό δεν αποκλείεται για λόγους δημόσιας τάξεως ή εθνικής ασφάλειας, το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος χορηγείται στον αλλοδαπό ο οποίος δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 και αποδεικνύει ότι διαμένει νόμιμα και αδιάλειπτα στο Βασίλειο κατά τα πέντε τελευταία έτη αμέσως πριν την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος.»

9.        Το άρθρο 15bis, παράγραφος 3, του νόμου περί αλλοδαπών, το οποίο μεταφέρει στην βελγική έννομη τάξη το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/109, ορίζει τα εξής:

«Ο αλλοδαπός κατά την έννοια της παραγράφου 1 πρέπει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογενείας του, σταθερά, τακτικά και επαρκή για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του μέσα διαβίωσης, ώστε να μην επιβαρύνεται το Δημόσιο καθώς και ασφάλιση ασθένειας η οποία καλύπτει τους κινδύνους στο Βέλγιο [...]».

III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

10.      Στις 26 Ιουλίου 2007, ο X, ο οποίος δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, υπέβαλε αίτηση στις βελγικές αρχές για θεώρηση εισόδου μακράς διαρκείας ως σπουδαστής. Στον X χορηγήθηκε η θεώρηση εισόδου για σπουδές και η άδεια διαμονής του ανανεωνόταν σε ετήσια βάση μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 2016. Δεδομένου ότι αυτός διέθετε άδεια εργασίας, του χορηγήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2016 άδεια διαμονής, με ισχύ έως τις 14 Ιανουαρίου 2017.

11.      Στις 27 Δεκεμβρίου 2016, ο X υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος. Προς στήριξη του αιτήματός του, προσκόμισε μεταξύ άλλων, ως απόδειξη της ύπαρξης σταθερών, τακτικών και επαρκών μέσων διαβίωσης κατά την έννοια του άρθρου 15 bis, παράγραφος 3, του νόμου περί αλλοδαπών, συμβάσεις εργασίας, πράξη επιβολής φόρου και έγγραφα μισθοδοσίας επ’ ονόματι του αδελφού του. Περαιτέρω, ο X προσκόμισε έγγραφο υπογεγραμμένο από τον αδελφό του, με το οποίο ο τελευταίος δεσμεύτηκε να μεριμνήσει ώστε «ο ενδιαφερόμενος να διαθέτει […] για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του, σταθερά, τακτικά και επαρκή για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του μέσα διαβίωσης προκειμένου να μην επιβαρύνει το Δημόσιο κατά το άρθρο 15 bis του [νόμου περί αλλοδαπών]».

12.      Με απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, ο ενεργών κατ’ εξουσιοδότηση του staatssecretaris voor Asiel en Migratie en Administratieve Vereenvoudiging (Υφυπουργού Ασύλου και Μετανάστευσης, Βέλγιο) απέρριψε την αίτηση αυτή με το αιτιολογικό ότι ο X δεν διέθετε ίδιους πόρους. Η εν λόγω αρχή επισήμανε ότι ο X δεν ασκούσε πλέον αμειβόμενη δραστηριότητα από τις 31 Μαΐου 2016, δεν διέθετε επί του παρόντος κανένα έσοδο, και επικαλέστηκε τους πόρους του αδελφού του.

13.      Ο X άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της ως άνω απόφασης υποστηρίζοντας ότι αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προϋπόθεσης ως προς τους πόρους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, το οποίο μεταφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο με το άρθρο 15bis, παράγραφος 3, του νόμου περί αλλοδαπών.

14.      Όπως ισχυρίζεται ο X, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 δεν απαιτεί να ληφθούν υπόψη μόνον οι ίδιοι πόροι του προσφεύγοντος. Συναφώς, ο X προέβαλε μεταξύ άλλων ότι η κατά το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ προϋπόθεση διάθεσης σταθερών, τακτικών και επαρκών πόρων πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της προϋπόθεσης διάθεσης επαρκών πόρων η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών (4). Όσον αφορά το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, θα πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/38 δεν επιβάλλει την παραμικρή υποχρέωση σχετικά με την προέλευση των πόρων, τους οποίους συνεπώς θα μπορούσε να παρέχει μέλος της οικογένειας (5).

15.      Στο πλαίσιο αυτό, με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2017, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Μαΐου 2018, το Raad voor Vreemdelingenbetwistingen (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών σε θέματα αλλοδαπών, Βέλγιο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2003/109], το οποίο ορίζει (μεταξύ άλλων) ότι για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος ο υπήκοος τρίτης χώρας πρέπει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι “διαθέτει” για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής του οικείου κράτους μέλους, την έννοια ότι αφορά μόνον “ίδιους πόρους” του υπηκόου τρίτης χώρας;

2)      Ή μήπως αρκεί συναφώς να βρίσκονται οι πόροι αυτοί στη διάθεση του υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να επιβάλλεται καμία υποχρέωση ως προς την προέλευση των πόρων αυτών, με αποτέλεσμα αυτοί να μπορούν επίσης να τεθούν στη διάθεση του υπηκόου τρίτης χώρας από μέλος της οικογένειάς του ή από άλλον τρίτο;

3)      Σε περίπτωση που η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι καταφατική, αρκεί σε αυτήν την περίπτωση, για να αποδειχθεί ότι ο αιτών μπορεί να διαθέτει πόρους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2003/109], μια δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης εκ μέρους τρίτου, με την οποία αυτός δεσμεύεται ότι θα μεριμνήσει προκειμένου ο αιτών τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος να “διαθέτει για τον ίδιο και για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του σταθερά και τακτικά μέσα διαβίωσης, επαρκή για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, ώστε να μην επιβαρύνεται το Δημόσιο”;»

16.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο X, η Βελγική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιταλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

IV.    Ανάλυση

17.      Με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία θα εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η προϋπόθεση να διαθέτει ο υπήκοος τρίτης χώρας σταθερούς, τακτικούς και επαρκείς πόρους η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 αφορά αποκλειστικά τους «ίδιους πόρους» του εν λόγω υπηκόου ή εάν στους πόρους αυτούς περιλαμβάνονται, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, και οι πόροι που τίθενται στη διάθεση του υπηκόου αυτού από τρίτον ή από μέλος της οικογένειάς του. Εφόσον χρειαστεί, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν μια δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης εκ μέρους τρίτου ή μέλους της οικογένειας, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αρκεί για να αποδειχθεί ότι οι πόροι βρίσκονται στη διάθεση του αιτούντος.

18.      Σημειώνω ότι το αιτούν δικαστήριο δεν περιέλαβε, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ορισμό της περιεχόμενης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα έκφρασης «ίδιοι πόροι». Λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται και της διατύπωσής τους, φρονώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν πόροι οι οποίοι δεν παράγονται από τον αιτούντα, είτε μέσω οικονομικής δραστηριότητας που αυτός ασκεί, είτε βάσει δικού του δικαιώματος (6), δεν πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.

19.      Με άλλα λόγια, επιβάλλεται να εξεταστούν οι συνέπειες της προέλευσης των πόρων όσον αφορά την πλήρωση της προϋπόθεσης του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.

20.      Συναφώς, οι θέσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κατατάσσονται σε τρεις κυρίως κατηγορίες.

21.      Κατά την άποψη του X και της Επιτροπής, η προέλευση των πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 δεν έχει σημασία και τίποτα δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, το ενδεχόμενο μια οικονομική ενίσχυση από τρίτο να πληροί τα κριτήρια που θέτει η διάταξη αυτή. Όσον αφορά τη δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει μεταξύ άλλων, αφενός, αν ο χορηγός που την υπογράφει διαθέτει πράγματι πόρους επαρκείς για τη συντήρηση τόσο του ιδίου όσο και του αιτούντος και της οικογένειάς του και, αφετέρου, αν η σχέση μεταξύ του χορηγού και του αιτούντος είναι αρκούντως σταθερή ώστε να θεωρηθεί ότι η δέσμευση για ανάληψη των εξόδων συντήρησης θα τηρηθεί αν παραστεί ανάγκη.

22.      Η Γερμανική, η Γαλλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμούν, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία 2003/109 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι πόροι να προέρχονται από μέλος της οικογένειας του αιτούντος τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος ή από τρίτο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί οι πόροι στηρίζονται σε δικαίωμα το οποίο μπορεί να προβληθεί δικαστικώς από τον εν λόγω αιτούντα, όπως το δικαίωμα λήψης διατροφής από άλλο πρόσωπο ή οι πόροι που συνδέονται με δικαίωμα που αντλεί ο αιτών από τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων (7). Οι κυβερνήσεις αυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, καθόσον η δέσμευση αυτή δεν στηρίζεται σε καμία υποχρέωση εκ του νόμου (8).

23.      Τέλος, η Βελγική, η Ιταλική και η Τσεχική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι οι πόροι του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 περιορίζονται μόνο σε εκείνους που παράγονται από τον αιτούντα το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος (9).

24.      Τονίζω ότι τα ζητήματα που εγείρονται εν προκειμένω δεν έχουν ακόμη εξετασθεί από το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την επιταγή της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης προκύπτει ότι, όταν πράξη της Ένωσης δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον ορισμό συγκεκριμένης έννοιας, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς από το Δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει υπόψη το γράμμα της σχετικής διάταξης, το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και τον σκοπό που επιδιώκεται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (10). Η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί βάσει των στοιχείων αυτών.

1.      Επί της γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109

25.      Καταρχάς, παρατηρώ ότι, σύμφωνα με το γράμμα του, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 δεν περιλαμβάνει ρητή απαίτηση σχετικά με την προέλευση των πόρων.

26.      Περαιτέρω, επισημαίνω ότι από τη συγκριτική εξέταση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της διάταξης αυτής προκύπτουν ορολογικές διαφορές σε πολλές από τις αποδόσεις αυτές όσον αφορά την έννοια «πόροι» κατά το σύνηθες νόημά της (11).

27.      Πράγματι, μολονότι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν το ισοδύναμο του όρου «πόροι» υπό την ευρεία έννοια των «χρηματοοικονομικών μέσων» (12), γεγονός το οποίο θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι η προέλευση των πόρων αυτών δεν έχει σημασία, εντούτοις άλλες γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν τον όρο «εισοδήματα» που υποδηλώνει στενότερη έννοια προϋποθέτουσα αμοιβή, όπως η αμοιβή για εργασία, και από τον οποίο προκύπτει ότι πρόκειται μάλλον για πόρους που παράγονται από τον αιτούντα (13).

28.      Λαμβανομένης υπόψη της διαφοροποίησης αυτής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η έννοια των «πόρων» δεν είναι μονοσήμαντη (14).

29.      Πάντως, αυτή η στενότερη ερμηνεία λόγω της χρήσης του όρου «εισοδήματα» σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις θα μπορούσε να ενισχυθεί από το γεγονός ότι η αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2003/109 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη, κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης ή κατοχής σταθερών και τακτικών πόρων, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη παράγοντες, όπως είναι οι εισφορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα και η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων, δεδομένου ότι οι εν λόγω εισφορές και καταβολές στηρίζονται, λόγω της φύσης τους, σε πόρους που παράγονται από τον αιτούντα.

30.      Υπό το πρίσμα ακριβώς αυτό, η Τσεχική, η Βελγική και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι οι πόροι που μνημονεύονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 περιορίζονται σε αυτούς που παράγονται από τον αιτούντα.

31.      Κατά την άποψή μου, είναι βέβαιο ότι οι πόροι που παράγονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας, όπως μισθοί, εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα ή σύνταξη λόγω γήρατος, συνιστούν πόρους οι οποίοι λόγω της φύσης τους είναι οι ευρύτερα αποδεκτοί ως έχοντες σταθερό και τακτικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, όπως υποδηλώνει η αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας αυτής.

32.      Εντούτοις, φρονώ ότι μια τέτοια περιορισμένη ερμηνεία της έννοιας «πόροι» δεν προκύπτει σαφώς από το γράμμα του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, το οποίο δεν είναι ρητό όσον αφορά την προέλευση των πόρων αλλά επικεντρώνεται περισσότερο στον χαρακτηρισμό των εν λόγω πόρων, ως πόρων που πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση του αιτούντος και να είναι σταθεροί, τακτικοί και επαρκείς για τη συντήρηση του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος ζητεί τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος και των μελών της οικογένειάς του.

33.      Με άλλα λόγια, η γραμματική ερμηνεία της διάταξης αυτής με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μολονότι η διάταξη αυτή μνημονεύει, κατά κύριο λόγο, τους παραγόμενους από τον αιτούντα πόρους (15), εντούτοις δεν αποκλείονται πόροι που διατίθενται από τρίτο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν τον ίδιο σταθερό, τακτικό και επαρκή χαρακτήρα, σύμφωνα με τη φύση τους, με αυτόν που θα είχαν εάν παράγονταν από τον ίδιο τον υπήκοο τρίτης χώρας.

34.      Η άποψη αυτή επιρρωννύεται, κατ’ εμέ, από το ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 (τμήμα B), καθώς και από την τελολογική ερμηνεία της οδηγίας 2003/109, του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και του πλαισίου στο οποίο το άρθρο αυτό εντάσσεται (τμήμα Γ).

2.      Επί του ιστορικού της θεσπίσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109

35.      Καταρχάς, επισημαίνω ότι το ζήτημα της προέλευσης των πόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 δεν φαίνεται να εξετάστηκε κατά τη διαδικασία έκδοσης της οδηγίας αυτής.

36.      Επιπλέον, η εξέταση των προπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας αυτής καταδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, ασάφεια ως προς τη χρήση του όρου «πόροι», παρόμοια με αυτή που επισημάνθηκε στο σημείο 27 των παρουσών προτάσεων όσον αφορά τη γραμματική ερμηνεία της έννοιας αυτής.

37.      Συγκεκριμένα, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της αρχικής πρότασης της οδηγίας, η αιτιολογική έκθεση διευκρινίζει όσον αφορά την επίμαχη προϋπόθεση (16), ότι η σταθερότητα των «πόρων» του αιτούντος τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος πρέπει να αξιολογείται σε συνάρτηση με τη φύση και τον τακτικό χαρακτήρα των «εισοδημάτων» του οικείου προσώπου, ενώ το προτεινόμενο κείμενο στις ίδιες αυτές γλωσσικές αποδόσεις της διάταξης χρησιμοποιεί μόνο τον όρο «πόροι» για την εξέταση του ίδιου αυτού κριτηρίου (17). Άλλες γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν αποκλειστικά τον όρο «εισοδήματα» (18).

38.      Εξάλλου, τέτοιου είδους ασάφεια απαντάται και στη συνέχεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας αυτής. Για παράδειγμα, ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της Γνωμοδότησης της Επιτροπής των Περιφερειών για την πρόταση οδηγίας αναφέρονται ρητώς σε «ίδιους πόρους» του αιτούντος τη χορήγηση καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος (19), ενώ άλλες γλωσσικές αποδόσεις δεν περιέχουν συναφώς ρητή αναφορά (20).

39.      Συνεπώς, το ιστορικό της θεσπίσεως της οδηγίας 2003/109 δεν παρέχει τη δυνατότητα να διευκρινιστεί το ζήτημα της προέλευσης των πόρων.

40.      Πάντως, παρ’ όλα αυτά, από την αιτιολογική έκθεση της αρχικής πρότασης οδηγίας σχετικά με την επίμαχη διάταξη συνάγεται ότι τα κριτήρια αξιολόγησης που θέτει το άρθρο 5 είναι αυστηρά οριοθετημένα ώστε να μην αίρεται η δυνατότητα υπαγωγής στο καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος και να υπάρξει προσέγγιση των προϋποθέσεων απόκτησης του καθεστώτος αυτού σε όλα τα κράτη μέλη (21).

41.      Κατά τη γνώμη μου, το σημείο αυτό της πρότασης της Επιτροπής υποδηλώνει ότι, στο πλαίσιο της ερμηνείας του εν λόγω άρθρου 5, δεν μπορεί να απαιτείται οι πόροι του αιτούντος να έχουν συγκεκριμένη προέλευση, καθόσον η προέλευση αυτή δεν προβλέπεται σαφώς από τον νομοθέτη.

3.      Επί της τελολογικής ερμηνείας της οδηγίας 2003/109, του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και του πλαισίου στο οποίο το άρθρο αυτό εντάσσεται

42.      Όσον αφορά, πρώτον, τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 2003/109 σκοπό, φρονώ ότι αυτός δεν απαιτεί να έχουν οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 πόροι συγκεκριμένη προέλευση.

43.      Συγκεκριμένα, πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας 2003/109 είναι η ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών που είναι επί μακρόν διαμένοντες στα κράτη μέλη (22) και, προς τούτο, η εν λόγω οδηγία ορίζει, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, τη διάρκεια παραμονής ως το κύριο κριτήριο για την απόκτηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος. Το άρθρο αυτό απαιτεί από τον υπήκοο να διαμένει νόμιμα και αδιάλειπτα στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους κατά τα πέντε τελευταία έτη αμέσως πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης (23). Όπως επισημαίνει η Γαλλική Κυβέρνηση, η οδηγία 2003/109 έχει εφαρμογή συναφώς, δυνάμει του άρθρου της 3, παράγραφος 1, στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του αν ασκούν ή όχι οικονομική δραστηριότητα στο κράτος μέλος αυτό (24).

44.      Υπό το πρίσμα αυτό, η προέλευση των πόρων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, και ο σκοπός της οδηγίας 2003/109 δεν απαιτεί οι πόροι να παράγονται από την οικονομική δραστηριότητα του αιτούντος.

45.      Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την όλη οικονομία της οδηγίας αυτής. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 2003/109, περιλαμβανομένου του άρθρου της 5, προβλέπει συγκεκριμένες ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για τη χορήγηση των ζητούμενων αδειών διαμονής από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία 2003/109 και του συστήματος που αυτή θέτει σε εφαρμογή, εφόσον οι υπήκοοι τρίτων χωρών πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας αυτής, δικαιούνται να αποκτήσουν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος καθώς και τα λοιπά δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς αυτό (25).

46.       Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι η οδηγία 2003/109 προβλέπει κατά τρόπο εξαντλητικό τις ουσιαστικές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί ο αιτών τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος καθώς και τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση χορήγησης του καθεστώτος αυτού. Υπό το πρίσμα αυτό, φρονώ ότι η απόρριψη αίτησης χορήγησης του καθεστώτος αυτού απλώς και μόνον επειδή οι πόροι προέρχονται από τρίτο είναι αντίθετη προς την όλη οικονομία και τον σκοπό της οδηγίας αυτής.

47.      Όσον αφορά, δεύτερον, τον επιδιωκόμενο με την προϋπόθεση του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 σκοπό, αυτός συνίσταται στο να αποφευχθεί να επιβαρύνει ο υπήκοος το κράτος μέλος, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2003/109. Συνεπώς, το ζήτημα που τίθεται είναι αν ο σκοπός αυτός επιτάσσει να έχουν οι πόροι συγκεκριμένη προέλευση.

48.      Συναφώς, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την προϋπόθεση ως προς τους πόρους η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38 παρέχει, κατ’ εμέ, χρήσιμα στοιχεία ερμηνείας, μολονότι το γράμμα της διάταξης αυτής, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και ο σκοπός της οδηγίας αυτής διαφέρουν από εκείνα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.

49.      Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 10 της οδηγίας αυτής, προβλέπει ότι μία από τις εναλλακτικές προϋποθέσεις παροχής, σε κάθε πολίτη της Ένωσης και στα μέλη της οικογένειάς του που τον συνοδεύουν, του δικαιώματος διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και έως πέντε έτη (26) είναι να διαθέτει αυτός επαρκείς πόρους, για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του, ώστε να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμονής του το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής (27).

50.      Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «διαθέτει» επαρκείς πόρους, ο οποίος περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, έχει την έννοια ότι αρκεί οι πολίτες της Ένωσης να έχουν στη διάθεσή τους τέτοιους πόρους, χωρίς η διάταξη αυτή να επιβάλλει την παραμικρή υποχρέωση σχετικά με την προέλευση των πόρων αυτών, τους οποίους θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να παρέχει υπήκοος τρίτης χώρας (28). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι ερμηνεία της προϋποθέσεως της επάρκειας των πόρων, υπό την έννοια ότι ο ενδιαφερόμενος οφείλει να διαθέτει ο ίδιος τέτοιους πόρους, χωρίς να μπορεί να επικαλεστεί, συναφώς, πόρους μέλους της οικογένειας που τον συνοδεύει, θα προσέθετε στην προϋπόθεση αυτή, όπως διατυπώνεται στην οδηγία 2004/38, μια απαίτηση σχετική με την προέλευση των πόρων. Η απαίτηση αυτή θα αποτελούσε δυσανάλογη ανάμιξη στην άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής το οποίο εγγυάται το άρθρο 21 ΣΛΕΕ, καθόσον δεν είναι απαραίτητη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών (29).

51.      Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι απαίτηση υπάρξεως μιας έννομης σχέσεως μεταξύ αυτού που διαθέτει τους πόρους και αυτού που τους λαμβάνει είναι δυσανάλογη καθόσον η απώλεια των επαρκών πόρων είναι πάντοτε ένας υποβόσκων κίνδυνος, είτε οι πόροι είναι προσωπικοί είτε προέρχονται από τρίτον, και αυτό ισχύει ακόμη και αν ο τελευταίος δεσμεύεται να στηρίξει οικονομικά τον δικαιούχο του δικαιώματος διαμονής. Κατά το Δικαστήριο, η προέλευση των πόρων δεν έχει επομένως αυτόματη επίπτωση στον κίνδυνο να επέλθει η απώλεια αυτή, δεδομένου ότι η επέλευση του κινδύνου αυτού εξαρτάται από την εξέλιξη των συνθηκών (30).

52.      Εκτιμώ ότι η νομολογία αυτή μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 μόνο στο μέτρο που ούτε η διάταξη αυτή καθιερώνει απαίτηση σχετική με την προέλευση των πόρων.

53.      Συγκεκριμένα, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 το οποίο, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, δεν αποσαφηνίζει ρητώς με το γράμμα του το ζήτημα της προέλευσης των πόρων και επιδιώκει τον ίδιο σκοπό προστασίας των δημοσίων οικονομικών των κρατών μελών, εκτιμώ ότι δεν είναι αναγκαίο να απαιτείται συγκεκριμένη προέλευση προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, η προέλευση των πόρων δεν έχει αυτόματη επίπτωση στον κίνδυνο να επέλθει η απώλεια των πόρων αυτών (31).

54.      Εντούτοις, όπως ορθώς υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, η Βελγική, η Αυστριακή, η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 είναι απαιτητικότερο σε σχέση με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, ιδίως επειδή, σε αντίθεση με τη διάταξη αυτή, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ της οδηγίας 2003/109 επιβάλλει επιπλέον κριτήρια, δηλαδή, οι πόροι να είναι σταθεροί και τακτικοί. Περαιτέρω, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 απαιτεί οι πόροι να αξιολογούνται σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τη φύση τους (32).

55.      Προκειμένου να εξακριβωθεί η επίπτωση της προέλευσης των πόρων στην πλήρωση των κριτηρίων αυτών (τμήμα 2), πρέπει, κατ’ αρχάς, να προσδιοριστεί το περιεχόμενο των τελευταίων (τμήμα 1).

1.      Επί του περιεχομένου των κριτηρίων του σταθερού και τακτικού χαρακτήρα των πόρων σύμφωνα με τη φύση τους

56.      Πρώτον, όσον αφορά το περιεχόμενο των κριτηρίων του σταθερού και τακτικού χαρακτήρα, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού στο πλαίσιο της οδηγίας 2003/86 σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης.

57.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής καθιερώνει προϋπόθεση ως προς τους πόρους της οποίας η διατύπωση και ο σκοπός είναι παρόμοια με εκείνα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109. Η πρώτη διάταξη παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απαιτούν, κατά την υποβολή της αίτησης οικογενειακής επανένωσης, να προσκομίσει ο συντηρών αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει «σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου/της ιδίας και των μελών της οικογένειάς του/της, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής του συγκεκριμένου κράτους μέλους» (33).

58.      Το δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση των όρων «σταθερούς» και «τακτικούς» συνεπάγεται ότι οι πόροι που μνημονεύονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2003/86 παρουσιάζουν κάποια διάρκεια και συνέχεια. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει επαρκείς πόρους κατά τον χρόνο κατά τον οποίο εξετάζεται η αίτησή του και, στο μέτρο που από τους όρους του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι οι πόροι του ενδιαφερομένου πρέπει να είναι όχι μόνον «επαρκείς» αλλά και «σταθεροί και τακτικοί», οι απαιτήσεις αυτές συνεπάγονται κατ’ ανάγκη, ιδίως λόγω του γράμματος και του σκοπού του άρθρου αυτού, την εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής εξέταση των εν λόγω πόρων με προβολή στο μέλλον, δηλαδή την εκτίμηση της μελλοντικής εξέλιξης της οικονομικής κατάστασης του ενδιαφερομένου μετά τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας διαμονής (34).

59.      Εκτιμώ, όπως η Γαλλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, ότι η εν λόγω ανάλυση του Δικαστηρίου μπορεί να έχει εφαρμογή στην ερμηνεία των απαιτήσεων σταθερού και τακτικού χαρακτήρα των πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 για τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξακριβώσουν, στηριζόμενες σε εκτίμηση με προβολή στο μέλλον, ότι οι πόροι του αιτούντος παρουσιάζουν κάποια διάρκεια και συνέχεια.

60.      Με άλλα λόγια, τα κριτήρια του σταθερού και τακτικού χαρακτήρα υποδηλώνουν ότι οι εθνικές αρχές πρέπει να μπορούν εύλογα να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο αιτών το κράτος μέλος λόγω της προσφυγής στο σύστημα κοινωνικής αρωγής.

61.      Δεύτερον, το γεγονός ότι η εν λόγω εκτίμηση με προβολή στο μέλλον πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη φύση των πόρων, όπως απαιτεί το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των επίμαχων πόρων τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν την εκτίμηση του διαρκή, συνεχή και επαρκή χαρακτήρα τους και, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο να επιβαρύνει ο αιτών το κράτος μέλος.

62.      Φρονώ ότι οι εν λόγω απαιτήσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 καταδεικνύουν τη βούληση του νομοθέτη να διασφαλίσει ότι οι αρμόδιες αρχές, πριν τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, θα προβαίνουν σε έλεγχο βάσει του οποίου θα αποκλείεται, με βαθμό βεβαιότητος υψηλότερο σε σύγκριση με εκείνον που προβλέπεται στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38, το ενδεχόμενο ο αιτών να επιβαρύνει το οικείο κράτος μέλος.

63.      Αφενός, κατά τη γνώμη μου, η διάκριση αυτή απορρέει, ειδικότερα, από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την οδηγία 2004/38 η οποία καθιερώνει και σκοπεί να ενισχύσει τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων (35), και στο πλαίσιο της οποίας το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, συνιστά προϋπόθεση του εν λόγω δικαιώματος που διασφαλίζει η ΣΛΕΕ, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 δεν συνιστά προϋπόθεση τέτοιου πρωτογενούς δικαιώματος.

64.      Αφετέρου, σε αντίθεση προς την οδηγία 2004/38 στο πλαίσιο της οποίας η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να ανακαλέσει την άδεια διαμονής πολίτη της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς του εφόσον δεν διαθέτει πλέον επαρκείς πόρους (36), η οδηγία 2003/109 δεν προβλέπει τέτοιο μηχανισμό.

65.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 της οδηγίας 2003/109, το οποίο απαριθμεί τις διάφορες περιπτώσεις απώλειας ή ανάκλησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, δεν προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούται πλέον η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ προϋπόθεση. Εξάλλου, το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής καθιερώνει την υπέρ του επί μακρόν διαμένοντος προστασία από την απέλαση ενώ η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού διευκρινίζει ρητά επ’ αυτού ότι απόφαση απέλασης δεν μπορεί να βασίζεται σε οικονομικούς λόγους.

66.      Με άλλα λόγια, από τον συνδυασμό των άρθρων 9 και 12 της οδηγίας 2003/109 συνάγεται ότι το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος δεν μπορεί να ανακληθεί για οικονομικούς λόγους, μολονότι η προϋπόθεση ως προς τους πόρους αποσκοπεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο υπήκοος τρίτης χώρας το οικείο κράτος μέλος. Εξάλλου, από την στιγμή που αποκτά το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, ο ενδιαφερόμενος απολαύει, δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας αυτής, ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς σε πολλούς τομείς, περιλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης, της κοινωνικής αρωγής και της κοινωνικής προστασίας.

67.      Περαιτέρω, εκτιμώ ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 καταδεικνύουν ότι ο νομοθέτης θέλησε να αφήσει κάποιο βαθμό ευελιξίας στις εθνικές αρχές όταν εκτιμούν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ώστε να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να αποκλειστεί εύλογα το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο αιτών το οικείο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε το Δικαστήριο, η επέλευση του κινδύνου απώλειας πόρων εξαρτάται από την εξέλιξη των συνθηκών (37).

68.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να προσδιοριστεί εάν, και ενδεχομένως σε ποιο μέτρο, η προέλευση των πόρων έχει επίπτωση στην εκτίμηση του σταθερού και τακτικού χαρακτήρα τους.

2.      Επί της επίπτωσης της προέλευσης των πόρων στην εκτίμηση των κριτηρίων του σταθερού και τακτικού χαρακτήρα των πόρων σύμφωνα με τη φύση τους

69.      Υπενθυμίζω ότι, βάσει του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, οι πόροι πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με τη φύση τους, δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των επίμαχων πόρων τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν την εκτίμηση του διαρκή, συνεχή και επαρκή χαρακτήρα τους και, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο να επιβαρύνει ο αιτών το κράτος μέλος.

70.      Κατά τη γνώμη μου, η προέλευση των πόρων συνιστά τέτοιο χαρακτηριστικό στοιχείο. Με άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η προέλευση των πόρων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο αξιολόγησης του οποίου οι επιπτώσεις εξαρτώνται από συγκεκριμένη εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων της επίμαχης κατάστασης.

71.      Πράγματι, όπως υποστηρίζουν η Γερμανική, η Γαλλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, είναι νοητές διάφορες περιπτώσεις αφορώσες πόρους προερχόμενους από τρίτο, μεταξύ των οποίων μόνον ορισμένες, με γνώμονα το σύνολο των στοιχείων της συγκεκριμένης κατάστασης, δύνανται να πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.

72.      Όπως εξέθεσα προκαταρκτικώς στο σημείο 22 των παρουσών προτάσεων, η Γερμανική, η Γαλλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζουν ειδικότερα ότι, μολονότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109 δεν αποκλείει πόρους που προέρχονται τυπικώς από τρίτο, οι πόροι αυτοί μπορούν, σύμφωνα με τη φύση τους, να πληρούν την προϋπόθεση του σταθερού, τακτικού και επαρκούς χαρακτήρα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, μόνον όταν στηρίζονται σε δικαίωμα το οποίο μπορεί να προβληθεί δικαστικώς από τον αιτούντα, όπως το δικαίωμα λήψης διατροφής από άλλο πρόσωπο ή οι πόροι που συνδέονται με δικαίωμα που αντλεί ο αιτών από τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων.

73.      Προς στήριξη των θέσεων τους, οι κυβερνήσεις αυτές επισημαίνουν, κατ’ ουσίαν, ότι μόνον οι πόροι αυτοί παρέχουν στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να αποκλείουν με επαρκή βεβαιότητα το ενδεχόμενο επιβάρυνσης του οικείου συστήματος κοινωνικής προστασίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει προς τον σκοπό αυτό ότι, εάν η απόδειξη της ύπαρξης πόρων πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν εύλογα το ενδεχόμενο να επιβαρύνει μελλοντικά ο αιτών το σύστημά τους κοινωνικής προστασίας, δεν μπορεί να πρόκειται παρά για συγκεκριμένους πόρους που πρέπει να ελέγχονται κατά τη χορήγηση κοινωνικής αρωγής, όπως είναι το δικαίωμα λήψης διατροφής και άλλες πηγές εισοδημάτων ως προς τις οποίες ο αιτών διαθέτει αξιώσεις που δύνανται να εισπραχθούν, και μόνον εφόσον οι πόροι αυτοί μπορούν να εμποδίσουν τη χορήγηση κοινωνικής αρωγής.

74.      Οι κυβερνήσεις αυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, αντιθέτως, μια δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δεν παρέχει τη δυνατότητα επίτευξης του σκοπού του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109. Πράγματι, ακόμη και αν τα επίμαχα χρηματοοικονομικά μέσα απορρέουν από συμβατική συμφωνία ή ανάληψη δέσμευσης, ενδέχεται αυτή να ακυρωθεί ανά πάσα στιγμή και η συμβατική σχέση να λυθεί.

75.      Τα επιχειρήματα αυτά παρίστανται πειστικά στον βαθμό που μου φαίνεται μάλλον απίθανο να παρουσιάζουν οι πόροι που διατίθενται από τρίτο, βάσει απλής μονομερούς δέσμευσης η οποία ουδόλως στηρίζεται σε υποχρέωση εκ του νόμου και μπορεί να παύσει να υφίσταται κατά τη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω τρίτου, τη διάρκεια και τη συνέχεια που παρέχουν στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να αποκλείσουν εύλογα το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο αιτών το οικείο κράτος μέλος. Αντιθέτως, θεωρώ πολύ πιθανό να δύναται να προσκομίσει την εν λόγω απόδειξη υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος αποδεικνύει, παραδείγματος χάριν, την ύπαρξη επαρκών πόρων που συνδέονται με δικαίωμα που αντλεί από τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για εισοδήματα του/της συζύγου του ή για συντάξεις.

76.      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτή καθαυτή η προέλευση των πόρων δεν καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί αν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109. Πράγματι, επιβάλλεται να εξακριβωθεί, σε συνάρτηση με το σύνολο των στοιχείων που συγκροτούν τη φύση των πόρων, εάν αυτοί είναι σταθεροί, τακτικοί και επαρκείς ώστε να μπορεί να αποκλειστεί εύλογα το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο αιτών το κράτος μέλος.

77.      Με άλλα λόγια, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας διαμονής μακράς διαρκείας απλώς και μόνον επειδή οι πόροι προέρχονται από τρίτο, αλλά οφείλουν να αναλύσουν συγκεκριμένα την ατομική κατάσταση του αιτούντος το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στο σύνολό της και να αιτιολογήσουν για ποιο λόγο οι πόροι αυτοί παρουσιάζουν ή όχι ορισμένη διάρκεια και συνέχεια.

78.      Συναφώς, στην περίπτωση δέσμευσης ανάληψης εξόδων συντήρησης από τρίτο ή μέλος της οικογένειας του αιτούντος, η έλλειψη αρκούντως σαφούς και συγκεκριμένου καθορισμού της διάρκειας και του ποσού της δέσμευσης και το γεγονός ότι η δέσμευση αυτή στερείται νομικώς δεσμευτικών και διαρκών αποτελεσμάτων συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, στοιχεία κρίσιμα για να γίνει δεκτό ότι ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.

79.      Υπό το πρίσμα αυτό, όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν αντιλαμβάνομαι με ποιον τρόπο η δέσμευση ανάληψης εξόδων συντήρησης εκ μέρους του αδελφού του αιτούντος μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως σαφής ή να έχει νομικώς δεσμευτική και διαρκή ισχύ παρέχουσα στις βελγικές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιωθούν ότι η δέσμευση αυτή θα τηρηθεί και ότι ο αιτών δεν θα επιβαρύνει το εν λόγω κράτος μέλος (38). Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή ανάγεται σε συγκεκριμένη αξιολόγηση του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης από το αιτούν δικαστήριο.

80.      Συναφώς, επισημαίνω ότι απόκειται στον αιτούντα το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος να προσκομίσει τα αναγκαία για τη στήριξη της αίτησής του αποδεικτικά στοιχεία. Με άλλα λόγια, οι εθνικές αρχές δεν οφείλουν να προβούν σε εξακρίβωση η οποία υπερβαίνει τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα αποδεικτικά στοιχεία (39).

V.      Πρόταση

81.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το Raad voor Vreemdelingenbetwistingen (Συμβούλιο επιλύσεως ενδίκων διαφορών σε θέματα αλλοδαπών, Βέλγιο) ως εξής:

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, έχει την έννοια ότι δεν καθιερώνει ειδική απαίτηση σχετικά με την προέλευση των πόρων. Στην περίπτωση πόρων που προέρχονται από τρίτο ή από μέλος της οικογένειας του αιτούντος, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, επιβάλλεται οι πόροι αυτοί να είναι επαρκείς και να παρουσιάζουν ορισμένη διάρκεια και συνέχεια ώστε να δύναται εύλογα να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επιβαρύνει ο αιτών το σύστημα κοινωνικής αρωγής του οικείου κράτους μέλους. Προς τούτο, οι εθνικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στη συγκεκριμένη υπόθεση περιστάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο αρκούντως σαφής, διαρκής και νομικώς δεσμευτικός χαρακτήρας της δέσμευσης ανάληψης εξόδων συντήρησης εκ μέρους τρίτου ή μέλους της οικογένειας του αιτούντος.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2004, L 16, σ. 44.


3      Βλ. άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109.


4      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77).


5      Ο X αναφέρεται στην απόφαση Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψεις 74 και 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


6      Επισημαίνω ότι η εγκύκλιος της 14ης Ιουλίου 2009 σχετικά με το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος (Moniteur belge της 11ης Αυγούστου 2009), την οποία επικαλέστηκαν οι βελγικές αρχές στην κύρια δίκη, διευκρινίζει ότι η ύπαρξη μέσων διαβίωσης κατά την έννοια του άρθρου 15 bis, παράγραφος 3, του νόμου περί αλλοδαπών μπορεί να αποδειχθεί ως εξής: «[…] από επαγγελματικά εισοδήματα, επίδομα ανεργίας, επίδομα αναπηρίας, σύνταξη λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης, επίδομα λόγω γήρατος, παροχή που καταβάλλεται στo πλαίσιο ασφάλισης εργατικού ατυχήματος ή ασφάλισης επαγγελματικής ασθένειας […] Η απαρίθμηση αυτή δεν είναι εξαντλητική».


7      Ειδικότερα, η Γερμανική Κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη φράση «εισροές που έχουν περιουσιακή αξία οι οποίες στηρίζονται σε συγκεκριμένες και δυνάμενες να εισπραχθούν αξιώσεις του αιτούντος», ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται σε «πόρους που στηρίζονται σε υποχρέωση εκ του νόμου ή νομικό δεσμό, στα οποία ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να στηριχθεί για να ζητήσει την καταβολή τους και/ή τη διατήρησή τους» με συνέπεια να πρόκειται, στην πραγματικότητα, για «ίδιους πόρους» του αιτούντος καθόσον αυτός αποδεικνύει ότι διαθέτει οικονομική ανεξαρτησία. Τέλος, η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρεται σε πόρους «που έχουν ορισμένη διάρκεια και συνέχεια και στηρίζονται σε δικαίωμα το οποίο μπορεί να προβληθεί δικαστικώς».


8      Τα επιχειρήματα αυτά θα αναπτυχθούν πιο λεπτομερώς στα σημεία 72 έως 74 των παρουσών προτάσεων.


9      Επισημαίνω ότι η Βελγική και η Ιταλική Κυβέρνηση χρησιμοποιούν τη φράση «ίδιοι πόροι» του αιτούντος, ενώ η Τσεχική Κυβέρνηση αναφέρεται στους πόρους «που προέρχονται από ίδια οικονομική δραστηριότητα» του αιτούντος. Κατά την εκτίμησή μου, οι θέσεις αυτές των ως άνω κυβερνήσεων αφορούν, πράγματι, πόρους που παράγονται από τον αιτούντα κατά την έννοια του σημείου 18 των παρουσών προτάσεων.


10      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2017, Pula Parking (C‑551/15, EU:C:2017:193, σκέψη 42), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Nintendo (C‑24/16 και C‑25/16, EU:C:2017:724, σκέψη 70).


11      Όσον αφορά τη γραμματική ερμηνεία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο προσδιορισμός της σημασίας και του περιεχομένου εκφράσεων ως προς τις οποίες το δίκαιο της Ένωσης δεν παρέχει κανέναν ορισμό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα· βλ. αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Wallentin-Hermann, (C‑549/07, EU:C:2008:771, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 42).


12      Τούτο ισχύει όσον αφορά τις αποδόσεις στη γαλλική («ressources»), στην αγγλική («resources»), στην ισπανική («recursos»), στην ιταλική («risorse»), στη ρουμανική («resurse»), στην ελληνική («πόρους»), στη φινλανδική («varat»), στη μαλτέζικη («riżorsi»), στην πορτογαλική («recursos»), στη λιθουανική («išteklių») και στη σλοβακική γλώσσα («zdroje»). Οι αποδόσεις στην κροατική («izvore sredstava»), στη σλοβενική («vire») και στη σουηδική γλώσσα («försörjningsmedel») χρησιμοποιούν εκφράσεις ισοδύναμες των εκφράσεων «πηγές των μέσων για την αντιμετώπιση των αναγκών του» ή «μέσα διαβίωσης».


13      Τούτο ισχύει όσον αφορά την απόδοση στην ολλανδική («inkomsten»), στη γερμανική («Einkünfte»), στη βουλγαρική («доходи»), στην τσεχική («příjmy»), στην εσθονική («sissetulek»), στην ουγγρική («jövedelemforrások»), στη λεττονική («ienākumi»), στην πολωνική («dochody») και στη δανική γλώσσα («indtægter»).


14      Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αμιγώς γραμματική ερμηνεία νομοθετήματος της Ένωσης με βάση την απόδοσή του σε μία ή σε περισσότερες γλώσσες, κατ’ αποκλεισμό των υπολοίπων γλωσσών, δεν κρίνεται ενδεδειγμένη, διότι η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία των κανόνων αυτών το κείμενό τους σε όλες τις γλώσσες, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Vnuk (C‑162/13, EU:C:2014:2146, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 26ης Απριλίου 2017, Popescu (C‑632/15, EU:C:2017:303, σκέψη 35), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Nintendo (C‑24/16 et C‑25/16, EU:C:2017:724, σκέψη 72).


15      Πρβλ., επίσης, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O κ.λπ. (C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 72), και της 4ης Μαρτίου 2010, Chakroun (C‑578/08, EU:C:2010:117, σκέψεις 46 και 47), όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12).


16      Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς κατοίκου μακράς διαρκείας υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών, που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 13 Μαρτίου 2001 [COM(2001) 127 τελικό] (ΕΕ 2001, C 240 E, σ. 79). Η επίμαχη προϋπόθεση περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω πρότασης.


17      Για παράδειγμα, τούτο ισχύει όσον αφορά τις αποδόσεις στη γαλλική («ressources» και «revenues»), στην αγγλική («resources» και «income») και στη δανική γλώσσα («midler» και «indkomst»).


18      Για παράδειγμα, τούτο ισχύει όσον αφορά τις αποδόσεις την ολλανδική («inkomsten») και στη γερμανική γλώσσα («Einkünfte»).


19      Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με το Καθεστώς κατοίκου μακράς διαρκείας υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών» της 19ης Σεπτεμβρίου 2001 (ΕΕ 2002, C 19, σ. 18). Για παράδειγμα, τούτο ισχύει όσον αφορά τις αποδόσεις στη γαλλική («ressources propres»), στην ολλανδική («eigen middelen») και στη δανική γλώσσα («egne midler»).


20      Για παράδειγμα, τούτο ισχύει όσον αφορά την απόδοση στην αγγλική γλώσσα στην οποία η έκφραση «ίδιοι πόροι» μεταφράζεται ως «possession of adequate resources» (κατοχή επαρκών πόρων) και την απόδοση στη γερμανική γλώσσα που χρησιμοποιεί τον όρο «Existenzmitteln» (μέσα διαβίωσης).


21      COM(2001) 127 τελικό (ΕΕ 2001, C 240 E, σ. 79).


22      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 4, 6 και 12 της οδηγίας 2003/109, αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑508/10, EU:C:2012:243, σκέψη 66), και της 4ης Ιουνίου 2015, P και S (C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψη 46).


23      Το γεγονός ότι αυτό είναι το κύριο κριτήριο συνάγεται από την αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2003/109· βλ., επίσης, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Singh (C‑502/10, EU:C:2012:636, σκέψη 46).


24      Μολονότι το στοιχείο αυτό δεν συνάγεται ρητώς από τη διάταξη αυτή, από την πρόταση οδηγίας [COM(2001) 127 τελικό] (ΕΕ 2001, C 240 E, σ. 79) προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/109 αφορά όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος, ανεξαρτήτως των λόγων που δικαιολόγησαν το ότι έγιναν αρχικώς δεκτοί, περιλαμβανομένων των υπηκόων τρίτων χωρών που έγιναν δεκτοί με σκοπό τη μισθωτή ή ανεξάρτητη απασχόληση, λόγω οικογενειακής επανένωσης, με σκοπό την άσκηση μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, ή εκείνων που έγιναν δεκτοί ως μη ενεργά πρόσωπα. Επισημαίνω εξάλλου ότι από το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2003/109 σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 19 της οδηγίας αυτής συνάγεται ότι το δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο έχει επίσης εφαρμογή η προϋπόθεση ως προς τους πόρους που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, μπορεί να αναγνωριστεί ελλείψει άσκησης οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας.


25      Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑508/10, EU:C:2012:243, σκέψεις 67 και 68).


26      Επισημαίνω ότι, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του, και το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας προϋπόθεση ως προς τους πόρους.


27      Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Brey (C‑140/12, EU:C:2013:565, σκέψη 72).


28      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


29      Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Singh κ.λπ. (C‑218/14, EU:C:2015:476, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψεις 46 και 47). Η απόφαση αυτή αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ 1990, L 180, σ. 26), το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38.


31      Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψη 47).


32      Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/109, οι πόροι πρέπει επίσης να αξιολογούνται σύμφωνα με τον τακτικό χαρακτήρα τους. Το κριτήριο του τακτικού χαρακτήρα δεν ασκεί ιδιαίτερη επιρροή στην απάντηση των υποβληθέντων ερωτημάτων, και ως εκ τούτου δεν θα εξεταστεί στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων.


33      Επισημαίνεται ότι ο σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2003/86 δεν προκύπτει ρητώς από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας αυτής, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της οδηγίας 2003/109, αλλά προσδιορίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Khachab (C‑558/14, EU:C:2016:285, σκέψη 39).


34      Βλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Khachab (C‑558/14, EU:C:2016:285, σκέψεις 30 επ.).


35      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της οδηγίας 2004/38.


36      Βλ. άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38. Εντούτοις, υπενθυμίζω ότι δεν απαιτείται πλέον η τήρηση της προϋπόθεσης αυτής όταν πολίτης της Ένωσης αποκτά δικαίωμα μόνιμης διαμονής (βλ. υποσημείωση 26 των παρουσών προτάσεων).


37      Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑408/03, EU:C:2006:192, σκέψη 47).


38      Επισημαίνεται στο πλαίσιο αυτό ότι η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρει ότι, στην εθνική νομοθεσία της, έχει καθιερωθεί γενική αρχή κατά την οποία «ουδείς δύναται να αναλάβει δια βίου δέσμευση δυνάμει συμβάσεως».


39      Υπογραμμίζεται ότι η οδηγία 2003/109 δεν περιλαμβάνει σαφή κριτήρια ως προς το είδος των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία οφείλει να προσκομίσει ο υπήκοος τρίτης χώρας προκειμένου να αποδείξει ότι διαθέτει τους πόρους που απαιτούνται για την υπαγωγή του στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι η αίτηση συνοδεύεται από τα επίσημα δικαιολογητικά που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και αποδεικνύουν ότι ο αιτών πληροί τις απαριθμούμενες στα άρθρα 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας προϋποθέσεις.