Language of document : ECLI:EU:T:2019:399

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 11ης Ιουνίου 2019 (*)

«Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη – Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020) – Προσκλήσεις για την υποβολή προτάσεων και συναφών δραστηριοτήτων βάσει του προγράμματος εργασίας του ΕΣΕ για το 2016 – Απόφαση του ΕΟΕΣΕ με την οποία απορρίπτεται αίτηση επιχορηγήσεως ως μη επιλέξιμη – Διοικητική προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής – Σιωπηρή απορριπτική απόφαση – Εν μέρει απαράδεκτο – Ρητή απορριπτική απόφαση – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας»

Στην υπόθεση T-478/16,

Regine Frank, κάτοικος Βόννης (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον S.  Conrad, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον R. Lyal, τον L. Mantl και την B. Conte,

καθής,

με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με την οποία ζητείται η ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2016 και, αφετέρου, της αποφάσεως της Επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 2016, με τις οποίες απορρίφθηκε σιωπηρώς και ρητώς, αντιστοίχως, η διοικητική προσφυγή που άσκησε η προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΕ 2003, L 11, σ. 1),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, I. Labucka (εισηγήτρια) και I. Ulloa Rubio, δικαστές,

γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 31ης Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I.      Νομικό πλαίσιο

1        Το πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία Ορίζων 2020 (στο εξής: πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων 2020») θεσπίστηκε, βάσει των άρθρων 173 και 182 ΣΛΕΕ, με τον κανονισμό (ΕΕ) 1290/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση των κανόνων συμμετοχής και διάδοσης του «Ορίζων 2020 – Πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας (2014-2020)» και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1906/2006 (ΕΕ 2013, L 347, σ. 81), και με τον κανονισμό (ΕΕ) 1291/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του προγράμματος-πλαισίου «Ορίζων 2020» για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020) και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 1982/2006/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 347, σ. 104).

2        Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε ορισμένα καθήκοντα διαχειρίσεως σε σχέση με το πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων 2020» στον Εκτελεστικό Οργανισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ΕΟΕΣΕ), σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΕ 2003 L 11, σ. 1).

3        Μεταξύ των καθηκόντων που ανετέθησαν από την Επιτροπή στον ΕΟΕΣΕ περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση έργων στο πλαίσιο του σκέλους «Επιστήμη αριστείας», το οποίο προβλέπεται στην απόφαση 2013/743/ΕΕ του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του ειδικού προγράμματος υλοποίησης του προγράμματος Ορίζων 2020 – Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/971/ΕΚ, 2006/972/ΕΚ, 2006/973/ΕΚ, 2006/974/ΕΚ και 2006/975/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 347, σ. 965).

4        Για το 2016, τα κριτήρια επιλογής και οι διαδικασίες για την αξιολόγηση των αιτήσεων επιχορηγήσεως καθορίσθηκαν στο πρόγραμμα εργασίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ΕΣΕ).

5        Η διαδικασία υποβολής και αξιολογήσεως των αιτήσεων επιχορηγήσεως καθορίζεται στην απόφαση C(2014) 2454 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 2014, σχετικά με τους κανόνες του ΕΣΕ για την υποβολή προτάσεων και τις συναφείς διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης που εφαρμόζονται στο ειδικό πρόγραμμα για την υλοποίηση του προγράμματος-πλαισίου «Ορίζων 2020», όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2015) 4975 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 2015 (στο εξής: κανόνες του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση).

6        Η διαδικασία υποβολής και αξιολογήσεως των αιτήσεων επιχορηγήσεως περιγράφεται αναλυτικά στα σημεία 2.1 έως 2.5 των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση.

7        Κατά το σημείο 2.2 των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση, οι αιτήσεις επιχορηγήσεως πρέπει να υποβάλλονται από έναν κύριο ερευνητή εξ ονόματος ενός ιδρύματος υποδοχής. Το ίδρυμα υποδοχής ενεργεί τόσο ως επίσημος αιτών όσο και ως αντισυμβαλλόμενος του ΕΟΕΣΕ στη συμφωνία επιχορηγήσεως που θα συναφθεί.

8        Για να είναι παραδεκτή, κάθε υποψηφιότητα πρέπει να συνοδεύεται, κατά την υποβολή της και το αργότερο πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιχορηγήσεως, μεταξύ άλλων, από επιστολή συγκαταθέσεως του ιδρύματος υποδοχής. Οι ελλιπείς προτάσεις κηρύσσονται μη επιλέξιμες.

9        Προκειμένου να αξιολογηθεί, η υποβαλλόμενη αίτηση επιχορηγήσεως πρέπει, επίσης, να πληροί όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας και παραδεκτού που ορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας του ΕΣΕ για το 2016.

10      Τούτο ισχύει ειδικότερα, σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του ΕΣΕ για το 2016, όσον αφορά την κατάταξη υποβληθείσας το 2014 ή το 2015 υποψηφιότητας στην κατηγορία C, κατάταξη που αποκλείει την υποβολή νέας αιτήσεως επιχορηγήσεως για το πρόγραμμα εργασίας του ΕΣΕ για το 2016 (στο εξής: ρήτρα αποκλεισμού).

11      Οι αιτούντες ενημερώνονται για την έκβαση της επιστημονικής αξιολογήσεως της αιτήσεώς τους το αργότερο εντός πέντε μηνών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής ολοκληρωμένων προτάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1290/2013.

12      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16 του κανονισμού 1290/2013, η κρίση επί της αιτήσεως υπόκειται σε αναθεώρηση.

13      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 του κανονισμού 1290/2013, κάθε αιτών δύναται να υποβάλει καταγγελία σχετικά με τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα πλαίσιο «Ορίζων 2020».

14      Για τις απορριπτικές αποφάσεις που λαμβάνονται από εκτελεστικούς οργανισμούς, το άρθρο 22, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 58/2003 προβλέπει έλεγχο της νομιμότητας από την Επιτροπή:

«1.      Κάθε πράξη εκτελεστικού οργανισμού που βλάπτει τρίτον μπορεί να παραπέμπεται στην Επιτροπή από κάθε πρόσωπο άμεσα και ατομικά θιγόμενο ή από κράτος μέλος, προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητά της.

Η διοικητική προσφυγή κατατίθεται στην Επιτροπή εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημέρα που ο ενδιαφερόμενος, ή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, έλαβε γνώση της αμφισβητούμενης πράξης.

Αφού ακούσει τους λόγους που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος, ή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθώς και τους λόγους που επικαλείται ο εκτελεστικός οργανισμός, η Επιτροπή αποφαίνεται σχετικά με τη διοικητική προσφυγή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της υποβολής της. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης της Επιτροπής να απαντήσει εγγράφως και να αιτιολογεί την απόφασή της, η απουσία απάντησης της Επιτροπής εντός αυτής της προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή απόφαση απόρριψης της προσφυγής.

[…]

5.      Η ρητή ή σιωπηρή απόφαση απόρριψης από μέρους της Επιτροπής της διοικητικής προσφυγής μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο [263 ΣΛΕΕ].»

II.    Ιστορικό της διαφοράς

15      Την 1η Αυγούστου 2015, η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης γνωστοποίηση με τίτλο «Προσκλήσεις για την υποβολή προτάσεων και συναφών δραστηριοτήτων βάσει του προγράμματος εργασίας 2016 του ΕΣΕ στο πλαίσιο του προγράμματος “Ορίζων 2020” – το πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020)» (ΕΕ 2015, C 253, σ. 12).

16      Στις 17 Νοεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα, Regine Frank, υπέβαλε στον ΕΟΕΣΕ, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος ανταλλαγής που τίθεται στη διάθεση των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων 2020», αίτηση επιχορηγήσεως για έργο που αφορούσε τη μεταφορά φωτός σε ημικρυστάλλους με ιδιαίτερες προοπτικές και σε μη περιοδικές δομές (στο εξής: αίτηση επιχορηγήσεως).

17      Η αίτηση επιχορηγήσεως υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα εξ ονόματος του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Kaiserslautern (στο εξής: Πανεπιστήμιο).

18      Την ίδια ημέρα, η αίτηση επιχορηγήσεως αποσύρθηκε από το Πανεπιστήμιο με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να υποβάλει τέτοια αίτηση για το έτος 2016, το δε Πανεπιστήμιο δεν ήταν διαθέσιμο για να αναλάβει το έργο που υποστήριζε η προσφεύγουσα.

19      Την ίδια πάντοτε ημέρα, η προσφεύγουσα υπέβαλε για δεύτερη φορά την αίτηση επιχορηγήσεως, η οποία αποσύρθηκε εκ νέου από το Πανεπιστήμιο, προτού υποβληθεί για τρίτη φορά από την προσφεύγουσα.

20      Στις 30 Νοεμβρίου 2015, το Πανεπιστήμιο απέστειλε έγγραφο στον ΕΟΕΣΕ με το οποίο δήλωνε ότι δεν ήταν διαθέσιμο ως ίδρυμα υποδοχής για το έργο που υποστήριζε η προσφεύγουσα. Το Πανεπιστήμιο διευκρίνισε, επίσης, ότι η προσφεύγουσα είχε χρησιμοποιήσει χωρίς την άδειά του, για την πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2016, επιστολή συγκαταθέσεως που είχε χορηγήσει το Πανεπιστήμιο σε σχέση με την πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2015.

21      Με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 2016, ο ΕΟΕΣΕ ενημέρωσε την προσφεύγουσα, αφενός, για την απόρριψη της αιτήσεώς της για επιχορήγηση, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν επιλέξιμη και, αφετέρου, για τις δυνατότητες προσφυγής (στο εξής: απορριπτική απόφαση του ΕΟΕΣΕ).

22      Με επιστολή της 16ης Απριλίου 2016, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση για αναθεώρηση της κρίσεως δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού 1290/2013, η οποία επαναχαρακτηρίσθηκε από τον ΕΟΕΣΕ ως αίτηση για εξέταση της επιλεξιμότητας για το πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων 2020», σύμφωνα με το άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού.

23      Με επιστολή της 17ης Απριλίου 2016, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ενώπιον της Επιτροπής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003, τη νομιμότητα της αποφάσεως του ΕΟΕΣΕ (στο εξής: διοικητική προσφυγή).

24      Με επιστολή της 24ης Μαΐου 2016, ο ΕΟΕΣΕ ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η επανεξέταση της επιλεξιμότητας της αιτήσεώς της για επιχορήγηση είχε την ίδια έκβαση.

25      Με έγγραφο της 3ης Ιουνίου 2016, η Επιτροπή ζήτησε από την προσφεύγουσα να δηλώσει εάν ενέμενε στη διοικητική προσφυγή της.

26      Στις 17 Ιουνίου 2016, ελλείψει απαντήσεως της Επιτροπής επί της διοικητικής προσφυγής εντός της δίμηνης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 22, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 58/2003, η διοικητική προσφυγή απορρίφθηκε σιωπηρώς από την Επιτροπή (στο εξής: σιωπηρή απορριπτική απόφαση).

27      Με επιστολή της 25ης Ιουνίου 2016, η προσφεύγουσα ενημέρωσε την Επιτροπή ότι ενέμενε στη διοικητική προσφυγή της.

28      Με επιστολή της 10ης Αυγούστου 2016, η προσφεύγουσα ζήτησε να ενημερωθεί σχετικά με την πορεία της διοικητικής προσφυγής της.

29      Με έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας, η Επιτροπή απάντησε ότι επρόκειτο να εκδώσει απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής τον Σεπτέμβριο.

30      Με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 2016, η Επιτροπή κοινοποίησε την από 16 Σεπτεμβρίου 2016 απόφασή της, με την οποία απέρριπτε την ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003 διοικητική προσφυγή, με το σκεπτικό ότι αίτηση επιχορηγήσεως μη συνοδευόμενη από έγκυρη επιστολής συγκαταθέσεως ήταν απαράδεκτη (στο εξής: ρητή απορριπτική απόφαση).

31      Με επιστολή της 9ης Οκτωβρίου 2016, η προσφεύγουσα υπέβαλε νέα καταγγελία στην Επιτροπή.

32      Με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 2016, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η βάσει του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003 διαδικασία είχε περατωθεί και ότι η ρητή απορριπτική απόφαση μπορούσε πλέον να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως.

III. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

33      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Αυγούστου 2016, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση δικαστικής αρωγής, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 147 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

34      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Οκτωβρίου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

35      Με διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 2017, χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα το ευεργέτημα της δικαστικής αρωγής.

36      Με έγγραφο της 3ης Μαΐου 2017, η Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ζήτησε από τους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 106 του Κανονισμού Διαδικασίας, να δηλώσουν αν επιθυμούσαν να ακουστούν.

37      Με επιστολή της 6ης Ιουνίου 2017, η προσφεύγουσα ζήτησε να ακουστεί στο πλαίσιο επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

38      Η Επιτροπή δεν απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

39      Οι διάδικοι κλήθηκαν σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία έλαβε χώρα στις 26 Ιανουαρίου 2018.

40      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως των δικαστών του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου και του γραμματέα (στο εξής: αίτηση εξαιρέσεως).

41      Από τα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως προκύπτουν τα εξής:

«Ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως του πέμπτου τμήματος, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι διαφωνεί με την αιτιολογία της εν λόγω αιτήσεως. Η καθής δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την αίτηση. Με την άδεια του προέδρου, παρόντος δε του εκπροσώπου της και υπό την εποπτεία του, η R. Frank καταθέτει υπόμνημα προς τεκμηρίωση της αιτιολογίας της αιτήσεως εξαιρέσεως.»

42      Με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2018, ο Αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση εξαιρέσεως.

43      Με επιστολή της 5ης Μαρτίου 2018, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας ενημέρωσε τη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν συναινούσε πλέον να εκπροσωπεί την προσφεύγουσα επειδή αυτή είχε, χωρίς τη συγκατάθεσή του και εν αγνοία του, αφενός, διαβιβάσει και αποστείλει διάφορα έγγραφα και ηλεκτρονικά μηνύματα στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αλλά και σε ορισμένα από τα μέλη του και, αφετέρου, υποβάλει, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αίτηση εξαιρέσεως με την οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε. Επισήμαινε, επίσης, ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να εκπροσωπεί την προσφεύγουσα με πλήρη ανεξαρτησία, κατά την έννοια του άρθρου 19, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σημείωνε ότι και η ίδια η προσφεύγουσα είχε δηλώσει εγγράφως στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν είχε πλέον εμπιστοσύνη σε αυτόν.

44      Με απόφαση της 14ης Μαρτίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο έδωσε στην προσφεύγουσα διορία έως τις 16 Μαΐου 2018 για να κοινοποιήσει στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου τα στοιχεία του νέου εκπροσώπου της.

45      Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 2018, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση δικαστικής αρωγής, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 147 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου

46      Η ανωτέρω αίτηση υποβλήθηκε ενόψει της ασκήσεως αναιρέσεως κατά της από 26 Φεβρουαρίου 2018 αποφάσεως του Αντιπροέδρου του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή της εξαιρέσεως.

47      Με διάταξη της 29ης Ιουνίου 2018, Frank κατά Επιτροπής (T-478/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:417), ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 54, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

48      Με διάταξη της 22ας Νοεμβρίου 2018, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση δικαστικής αρωγής.

49      Στις 6 Δεκεμβρίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να επαναλάβει την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπό κρίση υπόθεση, ορίζοντάς την για τις 31 Ιανουαρίου 2019.

50      Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είχε κοινοποιήσει στο Γενικό Δικαστήριο το όνομα του νέου εκπροσώπου της, η κλήτευση στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Ιανουαρίου 2019 επιδόθηκε στον Sebastian Conrad.

51      Στις 20 Δεκεμβρίου 2018, ο S. Conrad ενημέρωσε τη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν θα εκπροσωπούσε την προσφεύγουσα στην εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

52      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Ιανουαρίου 2019, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι οι διάδικοι είχαν κλητευθεί δεόντως, σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

53      Δεδομένου ότι δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο στην εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα ζήτησε, αυτοπροσώπως, την εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.

54      Η Επιτροπή δήλωσε στο Γενικό Δικαστήριο ότι αναφερόταν στα υπομνήματά της.

55      Κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 31ης Ιανουαρίου 2019, περατώθηκε η προφορική διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία τέθηκε υπό διάσκεψη.

56      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση και τη ρητή απορριπτική απόφαση·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

57      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

IV.    Σκεπτικό

58      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου ότι η δεόντως κλητευθείσα, κατά την έννοια του άρθρου 108 παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, προσφεύγουσα δεν εκπροσωπείτο, η τελευταία ζήτησε, αυτοπροσώπως, την εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του εν λόγω Κανονισμού.

1.      Επί της εφαρμογής του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας

59      Κατά το άρθρο 147, παράγραφοι 1 έως 3, του Κανονισμού Διαδικασίας:

«1.      Η αίτηση δικαστικής αρωγής μπορεί να υποβληθεί πριν από την άσκηση της προσφυγής ή ενόσω αυτή εκκρεμεί.

2.      Η αίτηση δικαστικής αρωγής συντάσσεται με βάση το υπόδειγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την επιφύλαξη του άρθρου 74, το υπόδειγμα αυτό υπογράφεται από τον αιτούντα ή, εφόσον αυτός εκπροσωπείται, από τον δικηγόρο του. Αιτήσεις δικαστικής αρωγής για τις οποίες δεν έχει χρησιμοποιηθεί το υπόδειγμα δεν λαμβάνονται υπόψη.

3.      Η αίτηση δικαστικής αρωγής συνοδεύεται από κάθε στοιχείο και δικαιολογητικό έγγραφο βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση του αιτούντος, όπως πιστοποιητικό αρμόδιας εθνικής αρχής που αποδεικνύει την εν λόγω οικονομική κατάσταση.»

60      Κατά το άρθρο 148, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, «[η] διάταξη περί χορηγήσεως της δικαστικής αρωγής μπορεί να ορίζει δικηγόρο για την εκπροσώπηση του ενδιαφερομένου, αν ο δικηγόρος αυτός έχει προταθεί από τον αιτούντα με την αίτηση δικαστικής αρωγής και έχει δηλώσει ότι συναινεί να εκπροσωπήσει τον αιτούντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου».

61      Τέλος, το άρθρο 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, «[α]ν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει προτείνει ο ίδιος δικηγόρο με την αίτηση δικαστικής αρωγής ή κατόπιν διατάξεως περί χορηγήσεως της δικαστικής αρωγής ή αν δεν πρέπει να εγκριθεί η επιλογή του, ο γραμματέας διαβιβάζει τη διάταξη περί χορηγήσεως της δικαστικής αρωγής, καθώς και αντίγραφο της αιτήσεως, προς την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους η οποία αναφέρεται στον συμπληρωματικό κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου».

62      Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατόπιν της από 26 Αυγούστου 2016 αιτήσεώς της, χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα το ευεργέτημα της δικαστικής αρωγής με διάταξη του προέδρου του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 2017.

63      Με την προμνησθείσα διάταξη, ο δικηγόρος που είχε προταθεί από την προσφεύγουσα ορίσθηκε από το Γενικό Δικαστήριο για να την εκπροσωπήσει στην υπό κρίση υπόθεση καθ’ όλη τη διαδικασία. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να χορηγήσει στην προσφεύγουσα το ευεργέτημα της δικαστικής αρωγής εγκρίνοντας την επιλογή της όσον αφορά τον εκπρόσωπό της.

64      Εντούτοις, στις 5 Μαρτίου 2018, ο ορισθείς από το Γενικό Δικαστήριο δικηγόρος ενημέρωσε το τελευταίο ότι δεν συναινούσε πλέον στην εκπροσώπηση της προσφεύγουσας. Ακολούθως, το Γενικό Δικαστήριο ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι έπρεπε να δώσει εντολή σε άλλον δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπηθεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Ιανουαρίου 2019. Κληθείσα από το Γενικό Δικαστήριο να δώσει την ως άνω εντολή, η προσφεύγουσα δεν είχε, την ημέρα της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, προβεί σε καμία σχετική ενέργεια. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Ιανουαρίου 2019, η προσφεύγουσα ζήτησε, αυτοπροσώπως, την εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.

65      Το άρθρο 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει, στο πλαίσιο αιτήσεως δικαστικής αρωγής, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας δικηγόρος μπορεί να λάβει εντολή, με πρωτοβουλία του γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου, να εκπροσωπήσει έναν διάδικο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

66      Από το άρθρο 148 παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι ο γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου διαβιβάζει στην αρμόδια εθνική αρχή τα έγγραφα που μνημονεύονται στην εν λόγω διάταξη είτε στην περίπτωση που ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος δεν έχει προτείνει δικηγόρο με την αίτηση δικαστικής αρωγής ή αφότου αυτή έγινε δεκτή, είτε στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο δεν εγκρίνει την επιλογή του ενδιαφερόμενου.

67      Επομένως, στην περίπτωση που ο ίδιος o ενδιαφερόμενος έχει προτείνει δικηγόρο, πρώτον, η εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας προκειμένου να αντικατασταθεί ο εν λόγω δικηγόρος από άλλον απαιτεί την υποβολή νέας αιτήσεως δικαστικής αρωγής σύμφωνα με τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 147, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, συνοδευόμενης από τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει του άρθρου 147, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ώστε να εξετασθεί αν εξακολουθούν να πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Δεύτερον, τέτοια αντικατάσταση είναι δυνατή βάσει του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας μόνον όταν τούτο καθίσταται αναγκαίο λόγω αντικειμενικών περιστάσεων, ανεξάρτητων από τη συμπεριφορά ή τη βούληση του ενδιαφερομένου, όπως ο θάνατος, η συνταξιοδότηση ή η μη συμμόρφωση του δικηγόρου προς τις επαγγελματικές ή δεοντολογικές του υποχρεώσεις.

68      Πράγματι, αφενός, η δικαστική αρωγή αποτελεί ευεργέτημα που προσφέρεται δωρεάν στον ενδιαφερόμενο με σκοπό την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός του σε δικαστική προστασία. Εναπόκειται, επομένως, στον εν λόγω ενδιαφερόμενο να αξιοποιήσει το ευεργέτημα αυτό κατά τρόπο που να συνάδει προς την αποστολή που το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης αναγνωρίζει στο λειτούργημα του δικηγόρου. Ο τελευταίος συνιστά αρωγό της δικαιοσύνης που καλείται να παράσχει, με πλήρη ανεξαρτησία και προς το υπέρτερο συμφέρον της, τη νομική συνδρομή που χρειάζεται ο εντολέας [διάταξη της 17ης Μαΐου 2017, Olivetel κατά EUIPO – Polyrack Electronic Aufbausysteme (POLY RACK), T-28/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:404, σκέψη 11]. Το γεγονός ότι δικηγόρος αρνείται να εκπροσωπήσει έναν διάδικο, προβάλλοντας συμπεριφορά του τελευταίου που είναι ικανή να περιορίσει δραστικώς την αποστολή του εκπροσώπου, όπως αυτή προσδιορίσθηκε ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί βάσιμος λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.

69      Όπως εξετέθη στις σκέψεις 62 και 63 ανωτέρω, με την αίτηση δικαστικής αρωγής που υπέβαλε στις 26 Αυγούστου 2016, η προσφεύγουσα πρότεινε ως δικηγόρο που θα την εκπροσωπούσε τον S. Conrad, επιλογή που εγκρίθηκε με τη διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 2017.

70      Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι το άρθρο 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας θα ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω μόνον κατόπιν νέας αιτήσεως δικαστικής αρωγής υποβληθείσας σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφοι 2 και 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

71      Ωστόσο, αφενός, η προσφεύγουσα δεν κατέθεσε τέτοια αίτηση στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου. Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει, οι περιστάσεις τις οποίες περιέγραψε ο S. Conrad (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω) δεν είναι δυνατόν, λαμβανομένων υπόψη των όσων εξετέθησαν στη σκέψη 68 ανωτέρω, να θεωρηθούν ότι δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα προέβαλε απώλεια εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του S. Conrad δεν αρκεί, αφεαυτού, ώστε να ενεργοποιηθεί η εφαρμογή του άρθρου 148, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα μπορούσε κάλλιστα να αναθέσει την εκπροσώπησή της σε άλλον δικηγόρο.

72      Δεδομένου ότι οι διάδικοι κατέθεσαν εγκύρως τα υπομνήματά τους κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας και δεδομένου ότι η προφορική διαδικασία περατώθηκε, το Γενικό Δικαστήριο φρονεί ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί επί της παρούσας υποθέσεως.

2.      Επί των αιτημάτων ακυρώσεως

73      Με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως και της ρητής απορριπτικής αποφάσεως.

1.      Επί του αιτήματος ακυρώσεως της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως

74      Υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 22, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 58/2003, η Επιτροπή αποφαίνεται επί της διοικητικής προσφυγής εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της υποβολής της. Με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως της Επιτροπής να απαντήσει εγγράφως και να αιτιολογήσει την απόφασή της, η παράλειψή της να απαντήσει εντός της ως άνω προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της διοικητικής προσφυγής.

75      Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε εντός προθεσμίας δύο μηνών επί της διοικητικής προσφυγής που υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα στις 17 Απριλίου 2016.

76      Συνεπώς, η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στις 17 Ιουνίου 2016 ισοδυναμεί με σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της διοικητικής προσφυγής, η οποία υπόκειται σε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22, παράγραφος 5, του κανονισμού 58/2003.

77      Ωστόσο, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, δηλαδή πριν από την άσκηση της προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε ρητώς τη διοικητική προσφυγή και η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 30 Σεπτεμβρίου 2016.

78      Επομένως, με την έκδοση της ρητής απορριπτικής αποφάσεως, η Επιτροπή προέβη σε ανάκληση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2010, Ryanair κατά Επιτροπής, T-494/08 έως T‑500/08 και T-509/08, EU:T:2010:511, σκέψη 45).

79      Οσάκις δε μια πράξη ανακαλείται, εξαφανίζεται παντελώς από την έννομη τάξη της Ένωσης (βλ. διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 2011, Τερεζάκης κατά Επιτροπής, T-411/09, EU:T:2011:4, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

80      Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που σκοπεί στην ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως.

2.      Επί του αιτήματος ακυρώσεως της ρητής απορριπτικής αποφάσεως

81      Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, δύο λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αντλούνται, ο μεν πρώτος, από προσβολή του δικαιώματός της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, ο δε δεύτερος, από πλάνη περί το δίκαιο.

1)      Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της προσφεύγουσας

82      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η καθυστερημένη εξέταση της διοικητικής προσφυγής της από την Επιτροπή προσβάλει το δικαίωμά της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

83      Προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε απόφαση επί της διοικητικής προσφυγής εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 22, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 58/2003. Η τήρηση της εν λόγω προθεσμίας είναι πολύ σημαντική, καθότι μια καθυστερημένη απόφαση ενδέχεται να παραπλανήσει τους αποδέκτες, ιδίως όσον αφορά την προθεσμία για την άσκηση προσφυγής.

84      Υποστηρίζει ότι το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η Επιτροπή δηλώσει ότι προτίθεται να αποφανθεί ρητώς επί της διοικητικής προσφυγής ενώ έχει ήδη αρχίσει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της σιωπηρής απορρίψεως.

85      Συναφώς, πρώτον, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, βάσει του άρθρου 22, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 58/2003, η Επιτροπή αποφαίνεται επί τη διοικητικής προσφυγής εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της υποβολής της. Με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως της Επιτροπής να απαντήσει εγγράφως και να αιτιολογήσει την απόφασή της, η παράλειψή της να απαντήσει εντός της εν λόγω προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της προσφυγής. Η ρητή ή η σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της διοικητικής προσφυγής μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

86      Δεύτερον, ουδεμία αρχή του δικαίου στερεί από τη Διοίκηση την αρμοδιότητά της να απαντά σε αίτηση, ακόμη και μετά την παρέλευση της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας. Σκοπός της καθιερώσεως του μηχανισμού της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως ήταν να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος να επιλέγει η Διοίκηση να μην απαντά σε αίτηση, διαφεύγοντας οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο, και όχι να καταστεί παράνομη κάθε καθυστερημένη απόφαση. Η Διοίκηση υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να παρέχει, έστω καθυστερημένα, αιτιολογημένη απάντηση σε κάθε αίτηση διοικούμενου. Η λύση αυτή συνάδει προς τη λειτουργία που επιτελεί ο μηχανισμός της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, η οποία συνίσταται στην παροχή στους διοικούμενους της δυνατότητας να προσβάλουν την αδράνεια της Διοικήσεως προκειμένου να λάβουν από αυτήν μία αιτιολογημένη απάντηση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, Co-Frutta κατά Επιτροπής, T‑355/04 και T‑446/04, EU:T:2010:15, σκέψη 59).

87      Τρίτον, η απαίτηση δικαστικού ελέγχου αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις και έχει, επίσης, κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Επιπλέον, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής έχει κατοχυρωθεί και με το άρθρο 47 του Χάρτη του Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

88      Πλην όμως, εν προκειμένω, με την έκδοση της ρητής απορριπτικής αποφάσεως η Επιτροπή δεν είναι δυνατόν να προσέβαλε το δικαίωμα της προσφεύγουσας σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, έστω και εάν η απόφαση εκδόθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δύο μηνών την οποία το άρθρο 22, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο του κανονισμού 58/2003 τάσσει στην Επιτροπή για να αποφανθεί επί της διοικητικής προσφυγής.

89      Πράγματι, η ρητή απορριπτική απόφαση ενημερώνει την προσφεύγουσα σχετικά με τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως στηριζόμενης στο άρθρο 263 της ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε εντός της τασσόμενης προθεσμίας, δεδομένου ότι το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2016, δηλαδή λιγότερο από δύο μήνες μετά την κοινοποίηση, στις 30 Σεπτεμβρίου 2016, της ρητής απορριπτικής αποφάσεως.

90      Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2)      Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο

91      Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αποτελείται από δύο σκέλη.

1)      Επί του πρώτου σκέλους με το οποίο προβάλλεται παράνομη εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού

92      Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η ρητή απορριπτική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθότι η Επιτροπή παρέλειψε να θεραπεύσει την έλλειψη νομιμότητας από την οποία πάσχει η απορριπτική απόφαση του ΕΟΕΣΕ, η οποία, μεταξύ άλλων, στήριξε την απόρριψη της αιτήσεως επιχορηγήσεως στην κατάταξη στην κατηγορία C μιας προηγούμενης αιτήσεως επιχορηγήσεως στο πλαίσιο της προσκλήσεως υποβολής προτάσεων για το 2015, ενώ η εν λόγω κατάταξη αποτελούσε αντικείμενο προσφυγής εκκρεμούσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

93      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ενώ η απορριπτική απόφαση του ΕΟΕΣΕ στηρίχθηκε σε περισσότερες αιτιολογίες, ήτοι, κυρίως, στην έλλειψη έγκυρης επιστολής συγκαταθέσεως από ίδρυμα υποδοχής και, επικουρικώς, στη ρήτρα αποκλεισμού, η ρητή απορριπτική απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικώς στην πρώτη από τις ως άνω αιτιολογίες.

94      Ως εκ τούτου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δεύτερη από τις ως άνω αιτιολογίες της απορριπτικής αποφάσεως του ΕΟΕΣΕ ήταν εσφαλμένη, γεγονός παραμένει ότι αυτή δεν συνιστά αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, οπότε το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

2)      Επί του δευτέρου σκέλους με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση της επιλεξιμότητας της αιτήσεως επιχορηγήσεως

95      Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι για την υποβολή της αιτήσεώς της για επιχορήγηση δεν απαιτούνταν ούτε ίδρυμα υποδοχής ούτε επιστολή συγκαταθέσεως.

96      Πρώτον, υποστηρίζει ότι προσκόμισε έγκυρη επιστολή συγκαταθέσεως, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο της από 30 Ιανουαρίου 2015 επιστολής του Πανεπιστημίου, η οποία επισυνάφθηκε στην αίτηση επιχορηγήσεως, δεν μπορούσε να συναχθεί ότι η επιστολή αφορούσε μόνον την πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2015.

97      Πλην όμως, εν προκειμένω, από την επιστολή συγκαταθέσεως του Πανεπιστημίου της 30ής Ιανουαρίου 2015, και ειδικότερα από το αντικείμενό της, σαφώς προκύπτει ότι το Πανεπιστήμιο δεσμευόταν αποκλειστικώς ως ίδρυμα υποδοχής για τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων για το 2015.

98      Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, το Πανεπιστήμιο απέσυρε δύο φορές την αίτηση επιχορηγήσεως και δήλωσε ότι δεν ήταν διαθέσιμο για να αναλάβει, ως ίδρυμα υποδοχής, το έργο που υποστήριζε η προσφεύγουσα (βλ. σκέψεις 18 έως 20 ανωτέρω).

99      Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.

100    Δεύτερον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το Πανεπιστήμιο δεν είχε τη δυνατότητα να άρει μονομερώς τη συγκατάθεσή του μετά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων επιχορηγήσεως. Φρονεί ότι οι κανόνες του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση δεν προβλέπουν τέτοια δυνατότητα.

101    Ωστόσο, η ανωτέρω συλλογιστική βασίζεται σε μια εσφαλμένη παραδοχή, δηλαδή ότι το Πανεπιστήμιο είχε δώσει τη συγκατάθεσή του για την αίτηση επιχορηγήσεως.

102    Πράγματι, η προσφεύγουσα υπέβαλε την αίτησή της για επιχορήγηση χωρίς έγκυρη επιστολή συγκαταθέσεως εκ μέρους του Πανεπιστημίου, το οποίο ενημέρωσε εξάλλου τον ΕΟΕΣΕ, με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 2015, ότι δεν ήταν διαθέσιμο ως ίδρυμα υποδοχής για το έργο που υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα.

103    Ως εκ τούτου, ελλείψει έγκυρης συγκαταθέσεως και, κατά μείζονα λόγο, δεδομένου ότι το Πανεπιστήμιο απέσυρε δύο φορές την αίτηση επιχορηγήσεως, η προσφεύγουσα δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζεται βασίμως ότι το Πανεπιστήμιο δεν μπορούσε να άρει τη συγκατάθεσή του μετά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της αιτήσεως επιχορηγήσεως.

104    Τρίτον, η προσφεύγουσα διεκδικεί το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ως ιδιώτης.

105    Συναφώς, από την υπ’ αριθ. 15 υποσημείωση των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση προκύπτει, βεβαίως, ότι, «[κ]ατ’ εξαίρεση, ο κύριος ερευνητής μπορεί να λειτουργήσει ο ίδιος ως υποψήφια οντότητα, εφόσον ενεργεί ως ανεξάρτητη νομική οντότητα».

106    Ωστόσο, εν προκειμένω, αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα χρησιμοποίησε τον αναγνωριστικό κωδικό του Πανεπιστημίου κατά την υποβολή της αιτήσεώς της για επιχορήγηση.

107    Αφετέρου, η προσφεύγουσα ζήτησε μεν ατομικό αναγνωριστικό κωδικό, η σχετική όμως αίτηση υποβλήθηκε το πρώτον μετά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της αιτήσεως επιχορηγήσεως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό.

108    Επομένως, η αίτηση επιχορηγήσεως υποβλήθηκε εξ ονόματος του Πανεπιστημίου και όχι εξ ονόματος της προσφεύγουσας, οπότε η τελευταία όφειλε να λάβει τη συγκατάθεση του Πανεπιστημίου προτού υποβάλει την αίτησή της.

109    Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.

110    Τέταρτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο ΕΟΕΣΕ όφειλε να της ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με την αίτησή της για επιχορήγηση, σύμφωνα με το σημείο 2.3 των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση, και να της δώσει τη δυνατότητα να αναζητήσει άλλο ίδρυμα υποδοχής, όταν διαπιστώθηκε, βάσει του εγγράφου του Πανεπιστημίου της 30ης Νοεμβρίου 2015, ότι η επιστολή συγκαταθέσεως του τελευταίου δεν αφορούσε την πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2016. Η αυτόματη απόρριψη της αιτήσεως επιχορηγήσεως δεν ήταν συμβατή προς τις διαδικαστικές διατάξεις του προγράμματος εργασίας του ΕΣΕ για το 2016.

111    Συναφώς, αφενός, από το άρθρο 96, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012 L 298, σ. 1), στο οποίο παραπέμπει το σημείο 2.3 των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση, προκύπτει, βεβαίως, ότι, «[ε]άν, λόγω προφανούς παραδρομής, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων δεν υποβάλουν στοιχεία ή δεν διαβιβάσουν δηλώσεις, η επιτροπή αξιολόγησης ή, κατά περίπτωση, ο αρμόδιος διατάκτης καλούν, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τον υποψήφιο ή προσφέροντα να διαβιβάσει τις ελλείπουσες πληροφορίες ή να αποσαφηνίσει τα δικαιολογητικά έγγραφα», καθώς και ότι «[α]υτές οι πληροφορίες ή αποσαφηνίσεις δεν είναι δυνατόν να μεταβάλλουν ουσιωδώς την πρόταση ή να αλλοιώνουν τους όρους της προσφοράς».

112    Αφετέρου, το άρθρο 56α του υποδείγματος συμφωνίας επιχορηγήσεως του ΕΣΕ, στο οποίο αναφέρεται κατ’ ουσίαν η προσφεύγουσα στο υπόμνημά της απαντήσεως, προβλέπει την περίπτωση αλλαγής του ιδρύματος υποδοχής κατά τη διάρκεια της περιόδου χρηματοδοτήσεως.

113    Ωστόσο, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν είναι δυνατόν να επικρίνει τον ΕΟΕΣΕ επειδή δεν της επέτρεψε να αλλάξει ίδρυμα υποδοχής από τις 30 Νοεμβρίου 2015.

114    Πράγματι, η ταυτότητα του ιδρύματος υποδοχής έχει αποδειχθεί ότι συνιστά βασικό στοιχείο στο πλαίσιο της αιτήσεως επιχορηγήσεως και δεν μπορεί, ως τέτοιο στοιχείο, να αντικατασταθεί ή να προστεθεί, χωρίς ουσιαστική τροποποίηση της αιτήσεως αυτής. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στην έννοια της «προφανούς παραδρομής» και εκφεύγει, συνεπώς, του πεδίου εφαρμογής του σημείου 2.3 των κανόνων του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση.

115    Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 56α του υποδείγματος συμφωνίας επιχορηγήσεως του ΕΣΕ περίπτωση δεν αφορά αλλαγή του ιδρύματος υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολογήσεως των αιτήσεων επιχορηγήσεως, αλλά κατά τη διάρκεια της περιόδου την οποία καλύπτει η επιχορήγηση.

116    Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν είναι δυνατόν να επικρίνει τον ΕΟΕΣΕ επειδή δεν της επέτρεψε να αναζητήσει νέο ίδρυμα υποδοχής, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.

117    Εκ των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως την οποία συνιστά η παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στη διοικητική προσφυγή που άσκησε η προσφεύγουσα, και ως αβάσιμη, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 2016.

 Επί των δικαστικών εξόδων

118    Κατά το άρθρο 149, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, εάν ηττηθεί ο δικαιούχος του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, για λόγους επιείκειας, αποφαινόμενο επί των δικαστικών εξόδων με την απόφαση ή διάταξη που περατώνει τη δίκη, να αποφασίσει ότι ένας ή περισσότεροι από τους λοιπούς διαδίκους θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα ή ότι τα έξοδα αυτά θα βαρύνουν, εν όλω ή εν μέρει, το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής.

119    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα είναι δικαιούχος δικαστικής αρωγής και ηττήθηκε, κάθε διάδικος στην παρούσα διαδικασία πρέπει, για λόγους επιείκειας, να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Γρατσίας

Labucka

Ulloa Rubio

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουνίου 2019.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.