Language of document : ECLI:EU:C:2019:493

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 13ης Ιουνίου 2019(1)

Υπόθεση C‑261/18

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Ιρλανδίας

«Παράβαση κράτους μέλους – Μη εκτέλεση της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06) – Αίτημα καταδίκης στην καταβολή χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπήν χρηματικού ποσού»






1.        Με την προσφυγή που αποτελεί το αντικείμενο των παρουσών προτάσεων, η οποία ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός, να διαπιστώσει ότι η Ιρλανδία, μη λαμβάνοντας τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να συμμορφωθεί προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:380, στο εξής: απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, να υποχρεώσει την Ιρλανδία να καταβάλει, για την εν λόγω παράβαση, ένα κατ’ αποκοπήν χρηματικό ποσό και χρηματική ποινή μέχρι την πλήρη εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως.

I.      Το ιστορικό της διαφοράς και η απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας

2.        Το 2003 ξεκίνησαν στο Derrybrien της κομητείας του Galway, στην Ιρλανδία, εργασίες για την κατασκευή αιολικού πάρκου (στο εξής: αιολικό πάρκο του Derrybrien). Πρόκειται για το μεγαλύτερο σχέδιο επίγειας εκμεταλλεύσεως αιολικής ενέργειας που εφαρμόστηκε στην Ιρλανδία και για ένα από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη. Τα διάφορα στάδια για τη χορήγηση άδειας για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien εκτίθενται στη σκέψη 83 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ως εξής: «[σ]τις 4 και 18 Δεκεμβρίου 1997 κατατέθηκαν αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας για τα δύο πρώτα στάδια του σχεδίου, καθένα από τα οποία αφορούσε 23 ανεμογεννήτριες. Στις 23 Ιανουαρίου 1998 κατατέθηκαν νέες αιτήσεις, αφού κρίθηκε ότι οι προηγούμενες δεν είχαν υποβληθεί εγκύρως. Η μία άδεια χορηγήθηκε στις 12 Μαρτίου 1998. Στις 5 Οκτωβρίου 2000, υποβλήθηκε αίτηση για τη χορήγηση άδειας για το τρίτο στάδιο των εργασιών που αφορούσε μεταξύ άλλων 25 ανεμογεννήτριες και δρόμους που εξυπηρετούσαν τις εργασίες, η οποία έγινε δεκτή στις 15 Νοεμβρίου 2001. Στις 20 Ιουνίου 2002, ο κύριος του έργου ζήτησε την άδεια να τροποποιήσει τα δύο πρώτα στάδια του σχεδίου, η οποία του δόθηκε στις 30 Ιουλίου 2002. Τον Οκτώβριο του 2003, η ισχύς της άδειας που είχε χορηγηθεί για τα δύο πρώτα στάδια των εργασιών έληξε και ο κύριος του έργου ζήτησε την ανανέωσή της, η οποία χορηγήθηκε τον Νοέμβριο του 2003».

3.        Στις 16 Οκτωβρίου 2003, στο Derrybrien έγινε μια τεράστια κατολίσθηση η οποία προκάλεσε την αποκόλληση περίπου μισού εκατομμυρίου κυβικών μέτρων τύρφης που μόλυνε τον ποταμό Owendalulleegh και προκάλεσε τον θάνατο περίπου 50 000 ψαριών. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της υποθέσεως C‑215/06, δύο εκθέσεις έρευνας, που δημοσιεύθηκαν τον Φεβρουάριο του 2004, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η περιβαλλοντική καταστροφή σχετιζόταν με τις εργασίες για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien.

4.        Στις 21 Δεκεμβρίου 2001, μετά από προειδοποιητική επιστολή της 5ης Απριλίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με διάφορα σχέδια εξορύξεως τύρφης που υλοποιήθηκαν χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά παράβαση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ (2). Στις 7 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία συμπληρωματική προειδοποιητική επιστολή, η οποία ανέφερε σειρά παραβάσεων της οδηγίας 85/337, μεταξύ των οποίων η κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien βάσει μιας έχουσας κενά εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Μετά την εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή απηύθυνε νέα αιτιολογημένη γνώμη στις 5 Ιανουαρίου 2005.

5.        Στις 11 Μαΐου 2006, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ κατά της Ιρλανδίας. Αφενός, η Επιτροπή προσήπτε στην Ιρλανδία ότι δεν θέσπισε τις απαραίτητες διατάξεις ώστε τα σχέδια που είναι πιθανόν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον να αποτελούν, πριν από τη χορήγηση της άδειας, αντικείμενο διαδικασίας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με την οδηγία 85/337 και ότι επέτρεψε την υποβολή αιτήσεως νομιμοποιήσεως μετά την ολική ή μερική εκτέλεση των σχεδίων, κατά παράβαση των σκοπών προλήψεως που έχει η εν λόγω οδηγία. Αφετέρου, η Επιτροπή αμφισβήτησε τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκαν οι άδειες για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien.

6.        Στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, το Δικαστήριο δέχθηκε και τις δύο αιτιάσεις. Στο δεύτερο σκέλος του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παραλείποντας να θεσπίσει όλες τις απαραίτητες διατάξεις ώστε, «πριν τη χορήγηση των αδειών για την κατασκευή αιολικού πάρκου και για τις συναφείς δραστηριότητες στο Derrybrien της κομητείας του Galway, καθώς και πριν την πραγματοποίηση των εργασιών, να διενεργηθεί εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας 85/337, τόσο πριν όσο και μετά τις τροποποιήσεις που εισήγαγε η οδηγία 97/11 [(3)]», η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 4 και 5 έως 10 της εν λόγω οδηγίας.

II.    Η διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

7.        Με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 2008, η Επιτροπή ζήτησε από την Ιρλανδία να παράσχει, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 απάντησή της, η Ιρλανδία δήλωσε ότι αποδέχεται πλήρως την απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας και ότι επιθυμεί να την εφαρμόσει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά το αιολικό πάρκο του Derrybrien, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου είχε συμφωνήσει να παράσχει επικαιροποιημένη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία θα περιελάμβανε τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 5 και στο παράρτημα IV της οδηγίας 85/337 και θα σκοπούσε στο να «εντοπίσει, [να] εξετάσει και [να] αξιολογήσει τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις του αιολικού πάρκου του Derrybrien στο περιβάλλον καθώς και την αλληλεπίδραση μεταξύ των επιπτώσεων αυτών και να καθορίσει τυχόν διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την άρση των εν λόγω επιπτώσεων». Η εκτίμηση αυτή έπρεπε να πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος του 2008.

8.        Στις 18 Σεπτεμβρίου 2008 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ της Επιτροπής και των ιρλανδικών αρχών κατά τη διάρκεια της οποίας οι τελευταίες επανέλαβαν τη δέσμευσή τους να προβούν σε διορθωτική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του αιολικού πάρκου του Derrybrien. Κατά τη διάρκεια της συναντήσεως αυτής συζητήθηκε η δυνατότητα διενέργειας της εν λόγω εκτιμήσεως χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση η υφιστάμενη άδεια και αποφασίστηκε να αναμένεται μεταρρύθμιση της ιρλανδικής νομοθεσίας σχετικά με την προβλεπόμενη διαδικασία νομιμοποιήσεως, ώστε να εφαρμοσθεί το πρώτο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

9.        Στις 10 Μαρτίου 2009, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι η σχεδιαζόμενη νομοθετική μεταρρύθμιση συνεπαγόταν τη θέσπιση διαδικασίας «αντικαταστάσεως άδειας» (στο εξής: διαδικασία αντικαταστάσεως), η οποία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα παρείχε δυνατότητα νομιμοποιήσεως των αδειών που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας 85/337. Στις 17 Απριλίου 2009, σύμφωνα με τη δέσμευση που είχαν αναλάβει σε συνάντηση που είχε πραγματοποιηθεί στις 18 Μαρτίου 2009, οι ιρλανδικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή ένα έγγραφο-πλαίσιο, με τίτλο «ECJ Judgement in case C‑215/06: Draft framework response by Ireland 17 April 2009», το οποίο περιελάμβανε τα μέτρα με τα οποία η Ιρλανδία σκόπευε να εφαρμόσει την απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Το τμήμα D του εν λόγω εγγράφου περιείχε περιγραφή της διαδικασίας αντικαταστάσεως που έπρεπε να συμπεριληφθεί στη σχεδιαζόμενη νομοθετική μεταρρύθμιση, της οποίας η θέσπιση είχε προγραμματιστεί για τα τέλη του 2009. Στο τμήμα E του εγγράφου-πλαισίου, με τίτλο «Ειδικές προτάσεις σχετικά με το αιολικό πάρκο του Derrybrien», διαλαμβανόταν ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως θα ζητήσει αντικατάσταση άδειας χρησιμοποιώντας την εν λόγω διαδικασία.

10.      Στις 26 Ιουνίου 2009, η Επιτροπή απέστειλε στην Ιρλανδία προειδοποιητική επιστολή, σύμφωνα με το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, με την οποία εξέθεσε ότι δεν είχε λάβει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του αιολικού πάρκου του Derrybrien. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2009, η Ιρλανδία απάντησε στην προειδοποιητική επιστολή, εκθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση που θα εισήγε τη διαδικασία αντικαταστάσεως θα θεσπιζόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα και βεβαιώνοντας ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien είχε συμφωνήσει να υποβάλει αίτηση αντικαταστάσεως άδειας, καθώς και να προβεί σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μόλις τεθεί σε ισχύ η εν λόγω μεταρρύθμιση.

11.      Δεδομένου ότι δεν έλαβε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη θέσπιση των προτεινόμενων μέτρων, η Επιτροπή απέστειλε στις 22 Μαρτίου 2010 νέα προειδοποιητική επιστολή στην Ιρλανδία, στην οποία η Ιρλανδία απάντησε με επιστολές της 18ης Μαΐου 2010, 22ας Ιουλίου 2010 και 13ης Σεπτεμβρίου 2010. Στην επιστολή της 22ας Ιουλίου 2010, οι ιρλανδικές αρχές ανέφεραν ότι η νέα νομοθεσία, που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο, θα τεθεί σε ισχύ στα τέλη Ιουλίου. Όσον αφορά το αιολικό πάρκο του Derrybrien, οι ιρλανδικές αρχές ανέφεραν εκ νέου ότι, μόλις τεθεί σε ισχύ η διαδικασία αντικαταστάσεως, ο φορέας εκμεταλλεύσεως θα υποβάλει αίτηση αντικαταστάσεως άδειας συνοδευόμενη με διορθωτική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων «συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση των περιβαλλοντικών ζημιών που προέκυψαν από την υλοποίηση του σχεδίου». Με την επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 2010, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για την έκδοση του Planning and Development (Amendment) Act 2010 (No. 30 of 2010) [νόμου του 2010 σχετικά με τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη (τροποποίηση) (αριθ. 30 του 2010), στο εξής: PDAA]. Το τμήμα XΑ του νόμου αυτού ρυθμίζει τη διαδικασία αντικαταστάσεως άδειας.

12.      Στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στις ιρλανδικές αρχές με την οποία ζήτησε από αυτές να παράσχουν περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τα κοινοποιηθέντα νομοθετικά μέτρα, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωσή τους προς την απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Επιπλέον, έχοντας λάβει γνώση της υπάρξεως αμφιβολιών σχετικά με την επιθυμία του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien να ζητήσει αντικατάσταση άδειας, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιρλανδικές αρχές να εκθέσουν τις απόψεις τους επί του ζητήματος αυτού. Με επιστολή της 13ης Οκτωβρίου 2012, οι ιρλανδικές αρχές επιβεβαίωσαν την άρνηση του υφιστάμενου φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien να υπαχθεί στη διαδικασία αντικαταστάσεως, λόγω, αφενός, των δαπανών που αυτή θα συνεπαγόταν και, αφετέρου, του φόβου ενδεχόμενης ανακλήσεως των αδειών. Στην ίδια επιστολή, οι ιρλανδικές αρχές εξέθεταν ότι, μετά από πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση του δικαίου της Ένωσης, είχαν πειστεί ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι άδειες που είχαν χορηγηθεί για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien, οι οποίες εν τω μεταξύ είχαν καταστεί απρόσβλητες, και ότι οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας των νόμων, καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών αντιτίθενται σε λύση συνεπαγόμενη την ανάκληση των εν λόγω αδειών. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ιρλανδικές αρχές έκριναν ότι κάθε προσπάθεια του ιρλανδικού κράτους να αναγκάσει τον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien να υπαχθεί στη διαδικασία αντικαταστάσεως είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ματαιωνόταν από τις δικαστικές αρχές, οι οποίες θα προέκριναν τα δικαιώματα του εν λόγω φορέα εκμεταλλεύσεως τα οποία εγγυάται το Ιρλανδικό Σύνταγμα. Για τους λόγους αυτούς, οι ιρλανδικές αρχές συνήγαγαν ότι διορθωτική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του αιολικού πάρκου του Derrybrien θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον υπό την προϋπόθεση εκούσιας συνεργασίας του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου. Οι ιρλανδικές αρχές επανέλαβαν την άποψη αυτή στην επιστολή τους της 21ης Δεκεμβρίου 2012 προς την Επιτροπή.

13.      Στις 10 Μαΐου 2013, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι είχαν έλθει σε επαφή με τον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien, προκειμένου να διερευνήσουν τη δυνατότητα «ανεξάρτητης και ανεπίσημης» εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία θα διενεργηθεί βάσει «σαφούς και συνοπτικού μνημονίου συνεννόησης». Με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2013, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien, μολονότι «πιστεύει ακράδαντα ότι δεν είναι υποχρεωμένος», συμφώνησε να διενεργήσει την εν λόγω εκτίμηση. Την επιστολή αυτή ακολούθησε η αποστολή, από τις ιρλανδικές αρχές, στις 8 Μαΐου 2014 και την 1η Αυγούστου 2014, εγγράφου με τίτλο «Derrybrien Environmental Review-Concept» (στο εξής: έγγραφο βασικών εννοιών), στο οποίο διαλαμβανόταν ότι εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία θα αφορά τα σημεία που αναφέρονται στο παράρτημα του εν λόγω εγγράφου και θα καθορίζονται βάσει «παράλληλης συμφωνίας», θα διενεργηθεί από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα που θα προσληφθεί απευθείας από την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η εργασία του οποίου θα υπόκειται στον έλεγχο διευθύνουσας επιτροπής. Η εν λόγω εκτίμηση δεν θα επιφέρει αναθεώρηση των υφιστάμενων αδειών ούτε θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Στις 6 Αυγούστου 2014, οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν στις ιρλανδικές αρχές ότι οι μέθοδοι που προβλέπονται στο ανωτέρω έγγραφο δεν πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 85/337.

14.      Στις 15 Σεπτεμβρίου 2014, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι συζητούν ένα μνημόνιο συνεννόησης με τον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien. Σχέδιο ενός τέτοιου μνημονίου συνεννόησης απεστάλη στην Επιτροπή στις 11 Μαρτίου 2015. Στο πλαίσιο συναντήσεως εφ’ όλης της ύλης στις 17 Νοεμβρίου 2015, η Επιτροπή και οι ιρλανδικές αρχές συμφώνησαν ότι το μνημόνιο συνεννόησης, στην τελική του μορφή, θα πρέπει να αποσταλεί ταχέως στην Επιτροπή.

15.      Ελλείψει περαιτέρω στοιχείων, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιρλανδικές αρχές, στις 18 Ιανουαρίου 2016, την αποστολή του μνημονίου συνεννόησης στην τελική του μορφή. Στις 7 Μαρτίου 2016, απεστάλη στην Επιτροπή μια νέα μορφή του μνημονίου συνεννόησης, με το σχόλιο ότι ορισμένα ζητήματα εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζητήσεως με τον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien. Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 6ης Ιουνίου 2016, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επισήμαναν στις ιρλανδικές αρχές ορισμένα σημεία της νέας μορφής του μνημονίου συνεννόησης που έπρεπε να τροποποιηθούν. Μετά από συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2016, οι υπηρεσίες της Επιτροπής υπέδειξαν στις ιρλανδικές αρχές, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15 Δεκεμβρίου 2016, ότι το τελικό κείμενο του υπογεγραμμένου μνημονίου συνεννόησης θα πρέπει να περιέλθει στην Επιτροπή έως τα τέλη του 2016 και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή θα προσφύγει εκ νέου στο Δικαστήριο στις αρχές του 2017. Στις 22 Δεκεμβρίου 2016, η Ιρλανδία διαβίβασε στην Επιτροπή μια νέα μορφή του εγγράφου βασικών εννοιών το οποίο, κατά τις ιρλανδικές αρχές, ήταν πλήρως σύμφωνο με τα κριτήρια που προβλέπει η οδηγία 85/337, καθώς και ένα νέο έγγραφο πλαισίου με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 2015. Στη συνοδευτική επιστολή διαλαμβανόταν ότι η υπογραφή των δύο εγγράφων προβλεπόταν για τα τέλη Ιανουαρίου του 2017.

16.      Στις 2 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στις ιρλανδικές αρχές επισημαίνοντας ότι, ελλείψει προόδου όσον αφορά τη συμμόρφωση προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, πρόκειται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 16 Οκτωβρίου 2017, η Ιρλανδία απάντησε επισυνάπτοντας νέο έγγραφο βασικών εννοιών που είχε υπογραφεί στις 11 Οκτωβρίου 2017 σχετικά με το οποίο δήλωσε ότι αναμένει απάντηση της Επιτροπής. Το νέο κείμενο του εγγράφου βασικών εννοιών δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο, στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή εκθέτει ότι το έγγραφο αυτό παρέπεμπε σε διμερές μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien και των ιρλανδικών αρχών για το οποίο δεν είχε λάβει γνώση.

17.      Με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2017, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η μέχρι τότε πρόοδος δεν ήταν επαρκής για τη συμμόρφωση προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, επαναλαμβάνοντας ότι μέχρι το τέλος του 2016 αναμενόταν το τελικό κείμενο του μνημονίου συνεννόησης. Στις 9 Ιανουαρίου 2018, οι ιρλανδικές αρχές απάντησαν ότι το μνημόνιο συνεννόησης είχε ενσωματωθεί στο έγγραφο βασικών εννοιών κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, ότι το εν λόγω έγγραφο είχε υπογραφεί και ότι ανέμενε «το πράσινο φως» από την Επιτροπή ώστε να προχωρήσει στην ανεπίσημη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Με επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 2018, η Επιτροπή απάντησε ότι, ανεξάρτητα από τα τυπικά ζητήματα που σχετίζονται με τα έγγραφα που κοινοποίησαν οι ιρλανδικές αρχές, κατά τη διάρκεια εννέα ετών δεν είχε σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος, προκειμένου να θεσπιστεί διαδικασία κατάλληλη για μια σοβαρή εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του αιολικού πάρκου του Derrybrien, και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα πράγματα έχουν εισέλθει σε νέο στάδιο εντός του οποίου δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να επικυρώσει έναν «εξωδικαστικό διακανονισμό». Επίσης, η Επιτροπή πρότεινε στην Ιρλανδία να επανεξετάσει τη δυνατότητα υπαγωγής του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien στη διαδικασία αντικαταστάσεως. Την 1η Φεβρουαρίου 2018, οι ιρλανδικές αρχές απάντησαν εκφράζοντας τη λύπη τους για την επιδείνωση της σχέσεως συνεργασίας με την Επιτροπή και προσάπτοντάς της ότι δεν έλαβε θέση επί των εγγράφων που απέστειλε η Ιρλανδία στις 22 Δεκεμβρίου 2016, ούτως ώστε να θεωρηθούν οριστικά, καθυστερώντας περαιτέρω την έναρξη της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

18.      Θεωρώντας ότι η Ιρλανδία δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να συμμορφωθεί προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, η Επιτροπή, στις 13 Απριλίου 2018, άσκησε την προσφυγή που αποτελεί αντικείμενο των παρουσών προτάσεων.

19.      Οι διάδικοι αντάλλαξαν δύο φορές γραπτά υπομνήματα και αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Απριλίου 2019. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι διάδικοι κλήθηκαν να απαντήσουν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επί ορισμένων γραπτών ερωτήσεων του εισηγητή δικαστή. Με έγγραφο που κοινοποιήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Απριλίου 2019, πριν από την έναρξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η Επιτροπή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι στις 29 Μαρτίου 2019 έλαβε από τις ιρλανδικές αρχές ανακοίνωση κατά την οποία ο φορέας εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien συμφώνησε να συνεργαστεί για να κινήσει τη διαδικασία αντικαταστάσεως που προβλέπεται από τον PDAA. Η επιστολή που από τις ιρλανδικές αρχές απεστάλη στην Επιτροπή στις 29 Μαρτίου 2019 διαβιβάστηκε από τις τελευταίες στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Απριλίου 2019. Στην εν λόγω επιστολή διαλαμβάνεται ότι η διαδικασία αντικαταστάσεως θα ξεκινήσει «το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να διασφαλιστεί η ex post διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία».

III. Επί της προσφυγής

1.      Επί της παραβάσεως κράτους μέλους

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

20.      Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ιρλανδία δεν έλαβε τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση του δεύτερου σκέλους του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Μολονότι δήλωνε ότι είναι διατεθειμένη να εκτελέσει σε σύντομο χρονικό διάστημα την ανωτέρω απόφαση, η Ιρλανδία περιορίστηκε, κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που μεσολάβησαν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου έως την προσφυγή που αποτελεί αντικείμενο των παρουσών προτάσεων, στην υποβολή διαφόρων προτάσεων για την άρση της παραβάσεως που σχετίζεται με το αιολικό πάρκο του Derrybrien, χωρίς όμως να εφαρμόσει κάποια εξ αυτών.

21.      Η Ιρλανδία επισημαίνει, πρώτον, ότι από το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας προκύπτει ότι οι διαπιστωθείσες από το Δικαστήριο παραβάσεις αφορούν εν γένει την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας 85/337, ενώ, όσον αφορά το αιολικό πάρκο του Derrybrien, «δεν ζητήθηκε ούτε συμφωνήθηκε συγκεκριμένη αποκατάσταση».

22.      Δεύτερον, η Ιρλανδία υπενθυμίζει, αφενός, ότι η υποχρέωση άρσεως της παραλείψεως εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων όσον αφορά συγκεκριμένο σχέδιο βρίσκεται εντός των ορίων της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών και, αφετέρου, ότι στην απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψεις 41 και 42), το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στον καθορισμό, εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους, ευλόγων προθεσμιών για την άσκηση ένδικου βοηθήματος κατά των αποφάσεων χορηγήσεως πολεοδομικών αδειών που ελήφθησαν κατά παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία προβλέπεται από την οδηγία 85/337. Εντός του πλαισίου αυτού, η Ιρλανδία διευκρινίζει ότι οι άδειες που χορηγήθηκαν για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien και για την εκτέλεση των συναφών εργασιών μπορούν να ακυρωθούν μόνο με απόφαση του High Court (ανωτέρου δικαστηρίου, Ιρλανδία) η οποία θα εκδοθεί μετά από δικαστική εξέταση της αδειοδοτήσεως, διαδικασία η οποία κινείται με την εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής, ήτοι εντός οκτώ εβδομάδων από την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλόμενης πράξεως (4). Πάντως, δεδομένου ότι οι νόμιμες προθεσμίες που προβλέπονται για την αμφισβήτηση του κύρους των εν λόγω αδειών έχουν πλέον παρέλθει, και δη πολλά έτη πριν η Επιτροπή ασκήσει την προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, οι ιρλανδικές αρχές δεν έχουν υποχρέωση να ανακαλέσουν τις άδειες αυτές.

23.      Τρίτον, η Ιρλανδία επισημαίνει ότι, αν γίνει δεκτό ότι απόφαση με την οποία το Δικαστήριο κάνει δεκτή προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, κατόπιν διαδικασίας επί παραβάσει που αφορά μόνο την Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος, μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση διοικητικής πράξεως έχουσας καταστεί απρόσβλητη δυνάμει του εθνικού δικαίου, τούτο θα διαψεύσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των αποδεκτών της εν λόγω πράξεως, ιδίως δε υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, όπου έχουν μεσολαβήσει σχεδόν δέκα έτη μεταξύ της χορηγήσεως της πρώτης άδειας κατασκευής και της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

24.      Τέταρτον, η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι η εξέλιξη της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής αποδεικνύει ότι η καθυστέρηση σχετικά με τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας οφείλεται στην πολυπλοκότητα των νομικών ζητημάτων που έχουν εγερθεί, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien, και όχι στην έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της Ιρλανδίας. Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει ότι, κατόπιν της προτάσεως που υπέβαλαν οι ιρλανδικές αρχές το 2013 για τη διενέργεια ανεπίσημης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οι εν λόγω αρχές, με επιστολή της 22ας Δεκεμβρίου 2016, διαβίβασαν στην Επιτροπή ένα έγγραφο βασικών εννοιών, προκειμένου να λάβουν ρητή συμφωνία της, αλλά η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε. Ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της αποστολής του εν λόγω εγγράφου και της αποστολής, τον Οκτώβριο του 2017, του ίδιου εγγράφου υπογεγραμμένου οφείλεται σε κακή συνεννόηση μεταξύ των ιρλανδικών αρχών και των υπαλλήλων της Επιτροπής, και όχι σε πραγματική έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της Επιτροπής. Περαιτέρω, η Ιρλανδία ισχυρίζεται, αφενός, ότι η εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας συνεπάγεται την κίνηση διαδικασίας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας 85/337 και, αφετέρου, ότι η ίδια η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση, ακόμη και στο πλαίσιο της προσφυγής, να καθορίσει τα συγκεκριμένα μέτρα που όφειλε να λάβει το εν λόγω κράτος μέλος, προκειμένου να εξαλειφθούν οι επιπτώσεις της παραβάσεως, που διαπιστώθηκε στο δεύτερο σκέλος του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιρλανδία δεν πρέπει να τιμωρηθεί διότι ανέμεινε να παρέλθει ο απαιτούμενος χρόνος, προκειμένου να εφαρμόσει τα κατάλληλα μέτρα ή διότι δεν καθόρισε με ορθό τρόπο και σε σύντομο χρονικό διάστημα τα εν λόγω μέτρα.

25.      Τέλος, η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι έχει πλέον συμμορφωθεί πλήρως προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, δεδομένης της προόδου της ανεπίσημης διαδικασίας περιβαλλοντικής εκτιμήσεως που προβλέπεται στο έγγραφο βασικών εννοιών.

2.      Ανάλυση

1)      Επί του περιεχομένου της παραβάσεως που διαπιστώθηκε στο δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας

26.      Κατά το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.

27.      Στο σκεπτικό της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, το Δικαστήριο εξέτασε χωριστά τις αιτιάσεις της Επιτροπής, με την πρώτη εκ των οποίων προβαλλόταν εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας 85/337 στο ιρλανδικό δίκαιο (σκέψεις 34 έως 81) ενώ η δεύτερη εξ αυτών αφορούσε τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκαν οι άδειες κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien και πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εργασίες (σκέψεις 82 έως 112). Έχοντας κάνει δεκτές και τις δύο αιτιάσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δύο χωριστές παραβάσεις των υποχρεώσεων που η Ιρλανδία υπέχει από την ως άνω οδηγία.

28.      Ασφαλώς, η παράβαση που προκύπτει από την παράλειψη εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με την οδηγία 85/337, του σχεδίου κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien είναι απόρροια της εν προκειμένω εφαρμογής των διατάξεων του ιρλανδικού δικαίου τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε μη συμβατές με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει, σε αντίθεση με όσα φαίνεται να θεωρεί η Ιρλανδία, ότι η εν λόγω παράβαση, η οποία αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς διαπιστώσεως από το Δικαστήριο στο δεύτερο σκέλος της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι περιέχεται σε εκείνη που διαπιστώθηκε στο πρώτο σκέλος (5).

29.      Επομένως, δεν αρκούσε η Ιρλανδία να τροποποιήσει τη νομοθεσία της κατά τρόπον ώστε να είναι συμβατή με την οδηγία 85/337, προκειμένου να συμμορφωθεί προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως –σε αντίθετη περίπτωση, αυτό θα στερούσε την πρακτική αποτελεσματικότητα της γενομένης σε αυτό το σκέλος αυτοτελούς διαπιστώσεως παραβάσεως–, αλλά ήταν έργο του εν λόγω κράτους μέλους να λάβει χωριστά μέτρα, ειδικά σχεδιασμένα για να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε εξαιτίας της παραβιάσεως της ως άνω οδηγίας, η οποία ζημία συνδέεται με την υλοποίηση του σχεδίου κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien. Το επιχείρημα, που προβάλλει η Ιρλανδία, ότι η απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας δεν διευκρίνισε τον χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων δεν είναι ικανό, όπως ορθώς ισχυρίστηκε η Επιτροπή, να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκ μέρους του Δικαστηρίου διαπίστωση παραβάσεως και τις υποχρεώσεις που η απόφανση αυτή συνεπάγεται για το εν λόγω κράτος μέλος.

2)      Επί των απαιτούμενων μέτρων για τη συμμόρφωση προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας

1)      Επί του σκοπού της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων η οποία προβλέπεται από την οδηγία 85/337

30.      Η οδηγία 85/337 επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνη με τις αρχές που έχουν εναρμονιστεί στο επίπεδο της Ένωσης να πραγματοποιείται για τα σχέδια που ιδίως λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (6). Η εν λόγω εκτίμηση αποσκοπεί κατ’ ουσίαν στη συγκέντρωση των απαραίτητων πληροφοριών, προκειμένου οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να είναι σε θέση να εντοπίσουν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για τη χορήγηση άδειας για τέτοια έργα, τα στοιχεία του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν και ως εκ τούτου να επηρεάσουν την απόφαση χορηγήσεως ή μη χορηγήσεως των σχετικών πολεοδομικών αδειών (7).

31.      Η οδηγία 85/337 εμφορείται αναμφίβολα από τη λογική της προλήψεως της περιβαλλοντικής ζημίας (8), στο πλαίσιο της οποίας η υποχρέωση προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός σχεδίου ανταποκρίνεται στην ανάγκη, κατά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, η αρμόδια αρχή να λαμβάνει υπόψη όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα τις επιπτώσεις στο περιβάλλον όλων των τεχνικών διαδικασιών σχεδιασμού και λήψεως αποφάσεων, καθόσον «σκοπός είναι να αποφεύγεται εξ αρχής η δημιουργία ρυπάνσεων ή οχλήσεων και όχι να καταπολεμούνται οι συνέπειές τους εκ των υστέρων» (9). Εντούτοις, από το γράμμα της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων έχει επίσης ως σκοπό να παράσχει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τη δυνατότητα, σε περίπτωση χορηγήσεως άδειας, να εξαρτούν την τελευταία από την τήρηση προϋποθέσεων που περιορίζουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της υλοποιήσεως του σχεδίου και, γενικότερα, να λαμβάνουν μέτρα που εγγυώνται τη χρήση των εντεύθεν έργων σύμφωνα με κριτήρια ορθής περιβαλλοντικής διαχειρίσεως (10).

32.      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337 «είναι εκτεταμένο και ο σκοπός της ευρύτατος» (11), αναγνωρίζοντας ότι θα «περιόριζε» και θα αντιστρατευόταν την προσέγγιση που επιθυμεί ο νομοθέτης της Ένωσης, ήτοι τη «σφαιρική εκτίμηση» των περιβαλλοντικών επιπτώσεων την οποία επιδιώκει η οδηγία, η εξέταση «μόνον των άμεσων αποτελεσμάτων των σχεδιαζομένων εργασιών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα ήταν δυνατόν να προκληθούν από τη χρήση και την εκμετάλλευση των έργων που θα προκύψουν από τις εργασίες αυτές» (12).

33.      Επομένως, σε αντίθεση με όσα φαίνεται να τονίζει η Ιρλανδία, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που επιβάλλει η οδηγία 85/337 δεν παράγει αποτελέσματα μόνον κατά τη λήψη της αποφάσεως χορηγήσεως άδειας για το συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά και στη συνέχεια, κατά την υλοποίηση και χρήση του έργου που προκύπτει από τις σχετικές εργασίες, παρέχοντας τη βάση για τη βέλτιστη διαχείριση των περιβαλλοντικών κινδύνων που συνδέονται με την εκμετάλλευσή του και για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών που η εκμετάλλευση αυτή συνεπάγεται για τους διάφορους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην εν λόγω εκτίμηση.

34.      Επομένως, η λογική της προλήψεως που αποτελεί βάθρο της οδηγίας 85/337 δεν μπορεί να παράσχει στο κράτος μέλος, που παρέβη την υποχρέωση να εγγυηθεί ότι διενεργήθηκε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων πριν από την αδειοδότηση έργου το οποίο είναι πιθανόν να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, επιχειρήματα προκειμένου να αποφύγει τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων για την ex post άρση της εν λόγω παραβάσεως.

2)      Επί των απαιτούμενων μέτρων προκειμένου να θεραπευτεί η παράλειψη της προβλεπόμενης από την οδηγία 85/337 εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων

35.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι είναι αληθές ότι η οδηγία 85/337 (όπως και η τώρα εν ισχύι οδηγία 2011/92) δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με τις συνέπειες που έχει η παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εντούτοις, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 ΣΕΕ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξαλείφουν τις παράνομες συνέπειες της εν λόγω παραβάσεως και ότι, επομένως, στις αρμόδιες αρχές του κάθε κράτους μέλους εναπόκειται «να λάβουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, κάθε αναγκαίο γενικό ή ειδικό μέτρο ώστε τα σχέδια να υποβληθούν σε εξέταση προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον είναι δυνατόν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και, αν όντως συντρέχει τέτοια περίπτωση, να πραγματοποιηθεί μελέτη ως προς τις επιπτώσεις αυτές» (13). Περαιτέρω, επισημαίνω ότι η υποχρέωση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο επίσης σε καταστάσεις όπου το σχέδιο για το οποίο δεν είχε προηγηθεί εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά παράβαση της οδηγίας 85/337 είχε υλοποιηθεί ολοσχερώς και ήδη υπήρχε εκμετάλλευση του σχετικού έργου (14). Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι κατάλληλα μέτρα για να αρθούν οι παράνομες συνέπειες παραβάσεως της υποχρεώσεως προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι, ιδίως, «η ανάκληση ή η αναστολή ήδη χορηγηθείσας άδειας προκειμένου να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση των επιπτώσεων του οικείου σχεδίου στο περιβάλλον όπως προβλέπεται από την οδηγία 85/337» (15). Αν στο εθνικό δίκαιο υφίσταται δυνατότητα λήψεως τέτοιων μέτρων, οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους υποχρεούνται να τα λάβουν σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (16).

36.      Επομένως, σύμφωνα με τους σκοπούς της οδηγίας 85/337 που εκτέθηκαν στις σκέψεις 31 έως 33 των παρουσών προτάσεων, σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός σχεδίου που είναι πιθανόν να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ούτως ώστε μια τέτοια εκτίμηση ή μια διορθωτική εκτίμηση να πραγματοποιηθεί μετά τη χορήγηση της άδειας, ακόμη και αν το σχέδιο βρίσκεται στο στάδιο υλοποιήσεως ή έχει ήδη υλοποιηθεί. Όταν τούτο είναι δυνατόν βάσει της εθνικής νομοθεσίας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές υποχρεούνται να αναστείλουν ή να ακυρώσουν την ήδη χορηγηθείσα άδεια, προκειμένου να καταστεί δυνατή η νομιμοποίησή της ή η χορήγηση νέας άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας.

37.      Η υποχρέωση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους να διασφαλίσει την εκ των υστέρων διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι ακόμη πιο επιτακτική σε μια κατάσταση όπως η εξετασθείσα στις παρούσες προτάσεις, όπου το εν λόγω σχέδιο, ιδίως λόγω του μεγέθους του, μπορεί να έχει σημαντικές και μόνιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον, η εκτέλεσή του έχει ήδη προκαλέσει τεράστια περιβαλλοντική ζημία και η παραβίαση της οδηγίας έχει ήδη διαπιστωθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει.

38.      Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, δεν ήταν υποχρεωμένη ούτε να ανακαλέσει τις άδειες του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien ούτε να επιβάλει στον φορέα αυτόν να διενεργήσει (ή να επιτρέψει να διενεργηθεί) εκ των υστέρων εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

3)      Επί των δικαιολογητικών λόγων που προβάλλει η Ιρλανδία

1)      Επί των ορίων της διαδικαστικής αυτονομίας και επί της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien

39.      Προς αντίκρουση της προσαπτόμενης από την Επιτροπή παραβάσεως, η Ιρλανδία επικαλείται, κατ’ αρχάς, την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών και, παραπέμποντας στην απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882), ισχυρίζεται ότι δεν είχε υποχρέωση να αμφισβητήσει το κύρος των αδειών που είχαν χορηγηθεί για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien, οι οποίες είχαν καταστεί απρόσβλητες δυνάμει του ιρλανδικού δικαίου πολλά έτη πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

40.      Συναφώς υπενθυμίζω ότι στην απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 65), που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μετά την άσκηση προσφυγής εκ μέρους ιδιώτη κατά εθνικής διοικητικής αρχής αρνηθείσας να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει άδεια εκμεταλλεύσεως ορυχείου που είχε χορηγηθεί χωρίς να προηγηθεί αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (17), το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση των αρμόδιων εθνικών αρχών να ανακαλέσουν ή να αναστείλουν την άδεια που χορηγήθηκε κατά παράβαση της οδηγίας 85/337 βρίσκεται εντός των ορίων της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών (18). Βάσει της εν λόγω αρχής, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως στο δίκαιο της Ένωσης, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που προορίζονται να κατοχυρώσουν την προστασία των δικαιωμάτων τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και αρκεί να μην καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (19).

41.      Στην απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψεις 41 και 42), την οποία επικαλείται η Ιρλανδία, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης, το οποίο δεν προβλέπει κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες για την άσκηση ένδικου βοηθήματος κατά των αποφάσεων χορηγήσεως αδειών που ελήφθησαν κατά παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337, δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, και υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της αρχής της ισοδυναμίας, στον καθορισμό, εκ μέρους του περί ου πρόκειται κράτους μέλους, «ευλόγων προθεσμιών για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, που προστατεύει τόσο τον ενδιαφερόμενο ιδιώτη όσο και την οικεία διοικητική αρχή» (20).

42.      Σε αντίθεση με όσα προβάλλει η Ιρλανδία, φρονώ ότι ούτε η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών ούτε ο απρόσβλητος χαρακτήρας των πράξεων χορηγήσεως άδειας για τις εργασίες κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien μετά την παρέλευση των καθορισμένων προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους των ιδιωτών κατά των αποφάσεων αυτών μπορούν να τύχουν βάσιμα επικλήσεως από το εν λόγω κράτος μέλος, προκειμένου να αποφευχθεί η υποχρέωση πλήρους συμμορφώσεως προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

43.      Πράγματι, για τη συμμόρφωση αυτή, στο εν λόγω κράτος μέλος εναπόκειται να λάβει όλα τα αναγκαία, γενικά ή ειδικά, μέτρα προκειμένου να θεραπευτεί η παράλειψη εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με την οδηγία 85/337, και μεταξύ αυτών, ειδικότερα, μέτρα κατάλληλα να εξασφαλίσουν τη διενέργεια ex post εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

44.      Πάντως, κατ’ αρχήν, η παρέλευση των δικονομικών προθεσμιών για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατά αποφάσεων που λαμβάνει η διοίκηση δεν αποκλείει την εξουσία της τελευταίας, στο πλαίσιο αυτορρύθμισης, να ανακαλεί ή να αναστέλλει την εκτέλεση παράνομης πράξεως, ούτε αποκλείει τη λήψη μέτρων που επιβάλλουν σε κάτοχο πολεοδομικής άδειας να προβεί στη νομιμοποίησή της, ενδεχομένως με καταβολή τελών που δεν καταβλήθηκαν προηγουμένως, ή να προσαρμόσει τη διαχείριση του έργου που κατασκευάστηκε δυνάμει τέτοιας άδειας, προκειμένου να συμμορφωθεί με ορισμένες προϋποθέσεις ή κριτήρια που τέθηκαν για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν, η κάθε μία εντός των αρμοδιοτήτων της, να λαμβάνουν τέτοια μέτρα και να ασκούν τις εξουσίες τους, προκειμένου να εξαλείφουν τις συνέπειες παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης.

45.      Πράγματι, απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ιρλανδίας ανέφερε ότι το ιρλανδικό δίκαιο δεν προβλέπει ότι πολεοδομικές άδειες, όπως αυτές που χορηγήθηκαν για την κατασκευή του αιολικού πάρκου του Derrybrien, οι οποίες έχουν καταστεί απρόσβλητες, μπορούν να ανακληθούν από τη διοίκηση, στο πλαίσιο αυτορρυθμίσεως, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, και επανέλαβε ότι οι άδειες αυτές μπορούν να ακυρωθούν μόνο με απόφαση του High Court (ανώτερου δικαστηρίου), το οποίο, λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, πλέον δεν δύναται να επιληφθεί. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η περίσταση δεν δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, την άποψη της Ιρλανδίας ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει ειδικά μέτρα για την εξάλειψη της παραβάσεως που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο.

46.      Πράγματι, επισημαίνω ότι η ισχύουσα ιρλανδική νομοθεσία προβλέπει διαδικασία νομιμοποιήσεως των αδειών που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας 85/337, η οποία προκύπτει ότι έχει εφαρμογή στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.

47.      Το άρθρο 177Β, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο b, του τμήματος XA του PDAA, το οποίο εισήχθη με τη νομοθετική μεταρρύθμιση του 2010, προβλέπει ότι, όταν η άδεια που αφορά σχέδιο για το οποίο ζητήθηκε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κρίθηκε, «με οριστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ότι χορηγήθηκε παρανόμως, η αρμόδια για τον προγραμματισμό αρχή («planning authority») κοινοποιεί γραπτή ειδοποίηση στον φορέα εκμεταλλεύσεως του έργου, επιβάλλοντάς του να υποβάλει αίτηση προκειμένου να αντικατασταθεί η άδειά του. Στο στοιχείο c, παράγραφος 2, του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ειδοποίηση επιβάλλεται στον φορέα εκμεταλλεύσεως να υποβάλει, από κοινού με την αίτηση, διορθωτική δήλωση περιβαλλοντικών επιπτώσεων («remedial environmental impact statement»).

48.      Η Ιρλανδία ερμηνεύει την εν λόγω διάταξη υπό την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή σε περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, όπου η χορηγηθείσα πολεοδομική άδεια έχει καταστεί απρόσβλητη. Ωστόσο, ένας τέτοιος περιορισμός δεν προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 177B του PDAA, ούτε από γραμματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, κατά της ερμηνείας που υποστηρίζει η Ιρλανδία συνηγορεί το γεγονός ότι η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής δεν διακρίνει μεταξύ αποφάσεως του Δικαστηρίου που εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο εθνικής δίκης που αποσκοπεί στην αμφισβήτηση του κύρους της περί ης πρόκειται άδειας, και αποφάσεως που εκδίδεται στο πλαίσιο διαδικασίας επί παραβάσει, η οποία μπορεί να κινηθεί, όπως στην περίπτωση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση ένδικου βοηθήματος κατά της διοικητικής πράξεως περί χορηγήσεως άδειας ή μετά την αμετάκλητη απόρριψη εσωτερικού ενδίκου βοηθήματος κατά της εν λόγω πράξεως.

49.      Επισημαίνω επίσης ότι –σε πρόσφατη απόφασή του που αφορούσε, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 177Β του PDAA σε ιδιοκτήτη λατομείου, του οποίου η εκμετάλλευση ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, εποχή κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η απόκτηση πολεοδομικής άδειας– το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία) έκρινε ότι το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή σε μια «ειδική κατηγορία» σχεδίων για τα οποία μια «ήδη χορηγηθείσα άδεια» και «ισχύουσα κατά τα λοιπά» κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι χορηγήθηκε παρανόμως λόγω παραλείψεως εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (21), χωρίς να γίνει μνεία οποιουδήποτε περιορισμού απορρέοντος από τον απρόσβλητο ή μη χαρακτήρα της άδειας. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Ιρλανδία, δεν ήταν, κατά συνέπεια, βέβαιο ότι κάθε προσπάθεια για υπαγωγή του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien στη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 177Β του PDAΑ θα ματαιωνόταν από τις ιρλανδικές δικαστικές αρχές (22).

50.      Τέλος, υπενθυμίζω ότι η υποστηριζόμενη τώρα από την Ιρλανδία συσταλτική ερμηνεία της ιρλανδικής νομοθεσίας προβλήθηκε, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής, μόλις τον Οκτώβριο του 2012. Προηγουμένως, οι ιρλανδικές αρχές είχαν εκφράσει επανειλημμένως στην Επιτροπή, τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη ισχύος του PDAA, την πρόθεσή τους να κινήσουν τη διαδικασία αντικαταστάσεως, προκειμένου να συμμορφωθούν προς το σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας το οποίο αφορά το αιολικό πάρκο του Derrybrien. Η ίδια η κομητεία του Galway, όπως βεβαιώθηκε από την Ιρλανδία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κοινοποίησε στον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien ειδοποίηση, κατά την έννοια του άρθρου 177Β του PDAA, στις 12 Οκτωβρίου 2011, την οποία απέσυρε λίγες ημέρες αργότερα, δείχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ότι ερμήνευσε, τουλάχιστον αρχικά, την εν λόγω διάταξη διαφορετικά απ’ ό,τι το εν λόγω κράτος μέλος.

51.      Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της Ιρλανδίας ότι στο ιρλανδικό δίκαιο δεν υφίστανται ρυθμίσεις για την επανεξέταση αδειών όπως αυτές που αφορούν το αιολικό πάρκο του Derrybrien. Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 177Β του PDAA αποτελεί μια τέτοια ρύθμιση. Επομένως, των ιρλανδικών αρχών ήταν έργο να τη θέσουν σε εφαρμογή, προκειμένου να συμμορφωθούν πλήρως προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

52.      Φρονώ ότι οι ισχυρισμοί της Ιρλανδίας σχετικά με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien δεν μπορούν να εμποδίσουν την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου.

53.      Πράγματι, πρώτον, η διαδικασία αντικαταστάσεως που προβλέπει ο PDAΑ σκοπεί κατ’ ουσίαν να επιτρέψει, υπό σαφώς καθορισμένες περιστάσεις, την αναθεώρηση των αδειών που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας 85/337 και των σχεδίων για τα οποία χορηγήθηκαν, καθώς και την προσαρμογή τους στα κριτήρια που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, ιδίως όσον αφορά την απαίτηση εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Συνεπώς, η διαδικασία αυτή δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ανάκληση των αδειών που υποβάλλονται σε αναθεώρηση και τη συνακόλουθη παύση των δραστηριοτήτων που είχαν αδειοδοτηθεί, αλλά μπορεί μόνο να επιβάλει τη νομιμοποίησή τους, πέρα από την υποχρέωση λήψεως διορθωτικών μέτρων που ενδεχομένως κρίνονται αναγκαία (23).

54.      Δεύτερον, υπενθυμίζω ότι στην απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882), το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι άδειες για έργα οι οποίες δεν είναι πλέον δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο ευθείας ένδικης προσφυγής, λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία», δεν μπορούν να «θεωρούνται άνευ ετέρου ως νομίμως χορηγηθείσες από την άποψη της υποχρεώσεως διενέργειας εκτιμήσεως των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον» (24), με αποτέλεσμα ότι, όταν στο εσωτερικό δίκαιο περιλαμβάνεται πράξη η οποία διασφαλίζει τη διενέργεια μιας τέτοιας εκτιμήσεως, οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους οφείλουν να χρησιμοποιούν την πράξη αυτή (25). Κατά συνέπεια, ο φορέας εκμεταλλεύσεως ενός τέτοιου έργου δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά το κύρος των αδειών που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και που δεν υπόκεινται πλέον σε δικαστικό έλεγχο δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, προκειμένου να μην εκπληρώσει την υποχρέωση εκ των υστέρων διενέργειας εκτιμήσεως που του επιβλήθηκε δυνάμει πράξεως εκδοθείσας από τις εθνικές αρχές σε εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση κράτους μέλους. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία και όπως επιβεβαιώθηκε από την Ιρλανδία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι ανεξάρτητη θυγατρική εταιρία ανήκουσα κατά 100 % στον Electricity Supply Board (ESB), ο οποίος ανήκει κατά 95 % στο Ιρλανδικό Δημόσιο (26).

55.      Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της χορηγήσεως των επίμαχων αδειών και της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας δεν επιτρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση το ανωτέρω συμπέρασμα. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι, μολονότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε το 2008, ενώ η τελευταία άδεια σχετικά με το αιολικό πάρκο του Derrybrien κατέστη απρόσβλητη το 2003, εντούτοις, κατά τον χρόνο χορηγήσεως της εν λόγω άδειας, είχε ήδη κινηθεί κατά της Ιρλανδίας, διαδικασία επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η οποία, μολονότι δεν έβαλλε ευθέως κατά του σχεδίου κατασκευής του εν λόγω αιολικού πάρκου, προσήπτε στο εν λόγω κράτος μέλος συστηματική παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία 85/337. Πάντως, διερωτώμαι μέχρι ποίου σημείου ένας δημόσιος φορέας εκμεταλλεύσεως μπορεί να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά το κύρος άδειας μη σύμφωνης με την εν λόγω οδηγία και χορηγηθείσας υπό τις ανωτέρω περιστάσεις.

56.      Τέλος, ακόμη και αν γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι η υποχρεωτική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 177Β του PDAA δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη του απρόσβλητου χαρακτήρα των επίμαχων αδειών, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 177C του εν λόγω νόμου επιτρέπει στον φορέα εκμεταλλεύσεως αδειοδοτημένου έργου να ζητήσει να εφαρμοστεί επί του φορέα αυτού η διαδικασία αντικαταστάσεως. Κατά συνέπεια, ο PDAA παρείχε στις ιρλανδικές αρχές εναλλακτική λύση αντί της διοικητικής πράξεως, ούτως ώστε να θεραπευτεί η παράλειψη εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σχεδίου κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien (27), την οποία εναλλακτική λύση, λαμβανομένου υπόψη του ελέγχου τον οποίο ασκεί το Δημόσιο στον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού αυτού πάρκου, οι εν λόγω αρχές μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες.

2)      Επί της πολυπλοκότητας των νομικών ζητημάτων που έχουν εγερθεί και της ελλείψεως συνεργασίας εκ μέρους της Επιτροπής

57.      Σε αντίθεση με την Ιρλανδία, δεν θεωρώ ότι η συμμόρφωση προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας συνεπάγεται ιδιαίτερη δυσκολία όσον αφορά τον καθορισμό των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για να εξαλειφθούν οι επιπτώσεις της παραβάσεως ούτε ότι εγείρει τόσο πολύπλοκα νομικά ζητήματα ώστε να δικαιολογηθεί η πάνω από δέκα έτη παράταση μιας καταστάσεως, κατ’ ουσίαν, απραξίας.

58.      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, από τις πρώτες επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Επιτροπής και των ιρλανδικών αρχών και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής, η εκ των υστέρων εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθορίστηκε και από τα δύο μέρη ως το μόνο ενδεδειγμένο μέτρο για να θεραπευτεί η παράλειψη της εκ των προτέρων εκτιμήσεως. Κατά το τελικό στάδιο της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής, η Επιτροπή και η Ιρλανδία συζήτησαν τον τρόπο διενέργειας της εν λόγω εκτιμήσεως, αλλά από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι έλαβαν υπόψη εναλλακτικά μέτρα εφαρμογής.

59.      Μόλις κατά τα τέλη του 2012, δηλαδή περίπου τέσσερα έτη μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, οι ιρλανδικές αρχές –οι οποίες, έως τότε, διαρκώς διαβεβαίωναν ότι θα εφαρμόσουν στον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien τη διαδικασία αντικαταστάσεως– διατύπωσαν προβληματισμούς σχετικά με την προστασία της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του εν λόγω φορέα εκμεταλλεύσεως, προτείνοντας στην Επιτροπή μια εναλλακτική λύση, ήτοι μια «ανεπίσημη» εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εντούτοις, επίσης η υλοποίηση της λύσεως αυτής χαρακτηρίστηκε από την έλλειψη σημαντικής προόδου, η οποία, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Ιρλανδίας, δεν οφείλεται σε έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της Επιτροπής.

60.      Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει το εν λόγω κράτος μέλος, φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν να καταλογιστεί στην Επιτροπή ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ των δύο αποστολών, της 22ας Δεκεμβρίου 2016 και της 2ας Οκτωβρίου 2017, του εγγράφου βασικών εννοιών που μνημονεύθηκε στο σημείο 15 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, πρώτον, όπως δέχθηκε η ίδια η Ιρλανδία, η επιστολή που συνόδευε την πρώτη αποστολή του εν λόγω εγγράφου δεν αναφέρει ότι οι ιρλανδικές αρχές ανέμεναν επίσημη συμφωνία της Επιτροπής πριν προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο. Δεύτερον, το κείμενο του εγγράφου αυτού που απεστάλη τον Δεκέμβριο του 2016 δεν έφερε την υπογραφή του φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien, πράγμα που γεννά αμφιβολίες ως προς τη σοβαρότητα της δεσμεύσεως που είχε αναλάβει ο εν λόγω φορέας. Τέλος, χωρίς να αντικρουστεί από την Ιρλανδία, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που απεστάλη τον Δεκέμβριο του 2016 είναι κατ’ ουσίαν το ίδιο με αυτό ενός προηγούμενου εγγράφου επί του οποίου η ίδια είχε διατυπώσει αρκετές παρατηρήσεις που δεν ελήφθησαν υπόψη από τις ιρλανδικές αρχές.

61.      Γενικότερα, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή επέδειξε, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής, υπερβάλλουσα διαθεσιμότητα και πνεύμα συνεργασίας, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της ριζικής αλλαγής προσανατολισμού των ιρλανδικών αρχών ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας αντικαταστάσεως στον φορέα εκμεταλλεύσεως του αιολικού πάρκου του Derrybrien, η οποία έλαβε χώρα μετά την πάροδο άνω των τεσσάρων ετών από την έκδοση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

62.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση και η αποτυχία της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής μπορούν να αποδοθούν έστω και εν μέρει στην πολυπλοκότητα των εγερθέντων νομικών ζητημάτων ούτε σε αβεβαιότητα της Επιτροπής όσον αφορά τον καθορισμό των απαιτούμενων μέτρων ώστε να διασφαλιστεί η εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ή σε έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους του εν λόγω θεσμικού οργάνου.

4)      Συμπεράσματα σχετικά με την ύπαρξη της επίμαχης παραβάσεως

63.      Επί μία δεκαετία και άνω από την έκδοση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, όχι μόνον δεν διενεργήθηκε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τις εργασίες κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien και των συναφών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία 85/337, μολονότι η Ιρλανδία ουδέποτε αμφισβήτησε τη δυνατότητα διενέργειας μιας τέτοιας εκτιμήσεως, αλλά και δεν ελήφθησαν συγκεκριμένα μέτρα για τη διενέργεια μιας τέτοιας εκτιμήσεως. Εξάλλου, η Ιρλανδία, αφότου ισχυρίστηκε στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι ο φορέας εκμεταλλεύσεως του εν λόγω πάρκου επρόκειτο να διενεργήσει μια εκ των υστέρων ανεπίσημη εκτίμηση, ανακοίνωσε πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπό κρίση υπόθεση, σαν να έπαιζε το επιτραπέζιο παιχνίδι Φιδάκι, την «επιστροφή στο πρώτο τετραγωνάκι», ενημερώνοντας την Επιτροπή ότι έχει εκ νέου αλλάξει γνώμη σχετικά με τη δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία αντικαταστάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές και βάσει όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, δεν μπορώ παρά να συναγάγω ότι είναι βάσιμη η προσαπτόμενη στην Ιρλανδία παράβαση και ότι πρέπει να απορριφθούν οι δικαιολογητικοί λόγοι που προβάλλονται από το εν λόγω κράτος μέλος.

2.      Επί των χρηματικών κυρώσεων

64.      Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και βάσει της από 13 Δεκεμβρίου 2005 ανακοινώσεώς της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ (στο εξής: ανακοίνωση του 2005) (28), να επιβάλει κυρώσεις λόγω της μη εκτελέσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, υποχρεώνοντας την Ιρλανδία να καταβάλει χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπήν χρηματικό ποσό.

65.      Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ιρλανδία διατείνεται ότι δεν πρέπει να της επιβληθούν κυρώσεις, δεδομένου ότι οι αποφάσεις της 26ης Ιουλίου 2017, Comune di Corridonia κ.λπ. (C‑196/16 και C‑197/16, EU:C:2017:589), και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Comune di Castelbellino (C‑117/17, EU:C:2018:129), επί των οποίων βασίζεται η Επιτροπή, συνιστούν ρήξη με την προηγούμενη νομολογία. Το επιχείρημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί, υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που εκτίθενται στα σημεία 26 έως 38 των παρουσών προτάσεων.

1.      Επί της χρηματικής ποινής

66.      Όπως εκτίθεται στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων, τουλάχιστον κατά την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ιρλανδία δεν είχε συμμορφωθεί προς το δεύτερο σκέλος της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η παράβαση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως επί της υπό κρίση προσφυγής(29), η επιβολή χρηματικής ποινής δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένη (30).

67.      Όσον αφορά το ύψος της χρηματικής ποινής, στο Δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει το ύψος της κατά τέτοιον τρόπον ώστε να είναι προσαρμοσμένη στις περιστάσεις και ανάλογη με τη διαπιστωθείσα παράβαση και με την οικονομική ικανότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους (31). Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου, τα βασικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η διάρκεια της παραβάσεως, η σοβαρότητά της και η οικονομική ικανότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, το Δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά, ειδικότερα, τις συνέπειες που η παράλειψη εκτελέσεως έχει για τα διακυβευόμενα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα, καθώς και τον βαθμό του επείγοντος της συμμορφώσεως του συγκεκριμένου κράτους μέλους προς τις υποχρεώσεις του (32).

68.      Η Επιτροπή προτείνει να υπολογιστεί το ύψος της ημερήσιας χρηματικής ποινής διά πολλαπλασιασμού ενός βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού 700 ευρώ επί τους συντελεστές σοβαρότητας, διάρκειας και αποτρεπτικότητας, οπότε το ύψος αυτό θα ανέρχεται σε 12 264 ευρώ ημερησίως από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση μέχρι την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας.

69.      Όσον αφορά τη σοβαρότητα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, πρώτον, τη σημασία των διατάξεων της Ένωσης που παραβιάστηκαν και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω παράβαση, δεύτερον, τις συνέπειες της παραβάσεως αυτής και τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των παραβάσεων της οδηγίας 85/337 εκ μέρους της Ιρλανδίας (33) και, τρίτον, την έλλειψη συνεργασίας από το εν λόγω κράτος μέλος για ένα ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα. Λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω στοιχεία και το γεγονός ότι η μη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας αφορά μόνον ένα σκέλος της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή προτείνει ως συντελεστή σοβαρότητας το 2, στην κλίμακα από το 1 έως το 20 που προβλέπεται στην ανακοίνωση του 2005.

70.      Φρονώ ότι όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη η Επιτροπή για την εκτίμηση της σοβαρότητας της επίμαχης παραβάσεως είναι κατάλληλα. Αντιθέτως, είναι απορριπτέα τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ιρλανδία κατά τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη προς τούτο οι προσπάθειες που κατέβαλε προκειμένου να συμμορφωθεί με τα αιτήματα της Επιτροπής και η έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της τελευταίας. Συναφώς, παραπέμπω σε όσα εκτέθηκαν στα σημεία 58 έως 62 των παρουσών προτάσεων.

71.      Περαιτέρω, η Ιρλανδία αμφισβητεί ότι η διαπιστωθείσα από το Δικαστήριο παράβαση στο δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας αποτελεί την αιτία της περιβαλλοντικής ζημίας που προκλήθηκε από τις κατολισθήσεις του 2003 και, κατά συνέπεια, διατείνεται ότι το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως. Συναφώς, επισημαίνω ότι από την απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος ουδέποτε αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι κατολισθήσεις αυτές προκλήθηκαν από τις εργασίες κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien (βλ. σκέψη 93). Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται ότι με προηγούμενη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία θα αναδείκνυε τους κινδύνους που συνδέονται με τέτοιου είδους εργασίες ή θα αποτελούσε σύσταση για τη λήψη ειδικών προληπτικών μέτρων, θα είχε καταστεί δυνατό να αποφευχθούν οι εντεύθεν ζημίες. Ως εκ τούτου, οι συνέπειες των κατολισθήσεων του 2003 πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως που διέπραξε η Ιρλανδία, μολονότι δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί η βαρύτητά τους κατά την εν λόγω εκτίμηση.

72.      Όσον αφορά τη διάρκεια, η Επιτροπή εφάρμοσε τον μέγιστο συντελεστή που προβλέπεται στην ανακοίνωση του 2005, ο οποίος ισούται με 3, λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα 114 μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας έως τις 25 Ιανουαρίου 2018, ημερομηνία κατά την οποία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Κατά πάγια νομολογία, μολονότι το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν διευκρινίζει εντός ποίου χρονικού διαστήματος πρέπει να χωρήσει η εκτέλεση μιας αποφάσεως, το συμφέρον προς άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης επιτάσσει να αρχίσει αμέσως η εκτέλεση αυτή και να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν(34). Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, η προσαπτόμενη στην Ιρλανδία παράβαση συνεχίζεται για πάνω από δέκα έτη, χωρίς να έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος, προκειμένου να διενεργηθεί εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της κατασκευής του αιολικού πάρκου του Derrybrien και των σχετικών εργασιών. Η διάρκεια αυτή είναι δίχως άλλο υπερβολική. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η συμμόρφωση προς το δεύτερο σκέλος του διατακτικού της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας απαιτούσε να κινηθεί η διαδικασία αντικαταστάσεως, όπως υποστηρίζει το εν λόγω κράτος μέλος, η παράβαση μέχρι σήμερα εξακολουθεί για πάνω από επτά έτη, ήτοι οπωσδήποτε για μεγάλο χρονικό διάστημα.

73.      Τέλος, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τον ίσο με 2,92 συντελεστή αποτρεπτικότητας που είχε καθοριστεί για την Ιρλανδία στην ανακοίνωση του 2005, τον οποίο δεν αμφισβήτησε η Ιρλανδία.

74.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να επιβάλει ημερήσια χρηματική ποινή ύψους 10 000 ευρώ.

2.      Επί του κατ’ αποκοπήν χρηματικού ποσού

75.      Σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2005, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να επιβάλει, υπό μορφήν ενός κατ’ αποκοπήν χρηματικού ποσού, το οποίο θα υπολογιστεί διά πολλαπλασιασμού ενός βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού 230 ευρώ επί τους συντελεστές σοβαρότητας και αποτρεπτικότητας «n», ήτοι 1 343,20 ευρώ για κάθε ημέρα από τις 3 Ιουλίου 2008 έως την ημερομηνία εκτελέσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, ή, σε περίπτωση μη εκτελέσεως, την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση, με ελάχιστο πάγιο ποσό ύψους 1 685 000 ευρώ (35). Βάσει όσων εκτίθενται στο σημείο 71 των παρουσών προτάσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να μειώσει το εν λόγω ποσό στα 1 000 ευρώ.

IV.    Πρόταση

76.      Βάσει όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

–        Η Ιρλανδία, μη λαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εκτέλεση την αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:3807), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

–        Για την περίπτωση που η παράβαση εξακολουθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, υποχρεώνει την Ιρλανδία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χρηματική ποινή ύψους 10 000 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως όσον αφορά την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:3807), από της εκδόσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση μέχρι την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:3807).

–        Υποχρεώνει την Ιρλανδία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», το κατ’ αποκοπήν ποσό των 1 000 ευρώ για κάθε ημέρα από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:3807), έως την ημερομηνία εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής ή, σε περίπτωση μη εκτελέσεως, έως την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση.

–        Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2      Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 1985, L 175, σ. 40). Η εν λόγω οδηγία αντικαταστάθηκε, από τις 16 Φεβρουαρίου 2012, από την οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (κωδικοποιημένο κείμενο) (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1).


3      Οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 1997, L 73, σ. 5).


4      Βλ. άρθρο 50 του Planning and Development Act 2000. Η Ιρλανδία επισημαίνει ότι προβλέπεται παράταση της εν λόγω προθεσμίας, αλλά υπό προϋποθέσεις που δεν έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.


5      Για την έννοια της αυτονομίας μεταξύ των δύο ειδών παραβάσεως, βλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑255/05, EU:C:2007:406, σκέψεις 50 και 51). Γενικότερα, επισημαίνω ότι σε διάφορες περιπτώσεις το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβάσεις κρατών μελών απορρέουσες από την παραβίαση των διατάξεων της οδηγίας 85/337 σχετικά με επιμέρους σχέδια, είτε μεμονωμένως είτε σε συνδυασμό με τη διαπίστωση «συστημικής» παραβάσεως κράτους μέλους, πρβλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑87/02, EU:C:2004:363), της 2ας Ιουνίου 2005, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑83/03, EU:C:2005:339), της 16ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑332/04, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2006:180), της 23ης Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑486/04, EU:C:2006:732), της 5ης Ιουλίου 2007, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑255/05, EU:C:2007:406), της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑404/09, EU:C:2011:768), και της 14ης Ιανουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Βουλγαρίας (C‑141/14, EU:C:2016:8, σχετικά με την οδηγία 2011/92).


6      Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 1, 4 και 6· βλ., επίσης, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Abraham κ.λπ. (C‑2/07, EU:C:2008:133, σκέψη 42).


7      Βλ. αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 85/337, κατά την οποία «η χορήγηση αδείας για σχέδια δημοσίων και ιδιωτικών έργων που μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον πρέπει να γίνεται μόνο μετά από προηγούμενη εκτίμηση των σημαντικών επιδράσεων που ενδέχεται να έχουν αυτά τα σχέδια στο περιβάλλον».


8      Βλ., ειδικότερα, αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 85/337.


9      Βλ. σκέψη 58 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Comune di Corridonia κ.λπ. (C‑196/16 και C‑197/16, EU:C:2017:589, σκέψη 33).


10      Βλ., ειδικότερα, άρθρο 5, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11, το οποίο ορίζει ότι ο κύριος του έργου παρέχει, μεταξύ άλλων, περιγραφή των μέτρων που προβλέπονται προκειμένου «να αποφευχθούν, να μειωθούν και, ει δυνατόν, να επανορθωθούν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις» που συνδέονται με το σχέδιο, καθώς και άρθρο 9, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35, το οποίο προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές θέτουν στη διάθεση του κοινού «τους όρους που ενδεχομένως [...] συνοδεύουν» την απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ή μη της άδειας (πρώτη περίπτωση), καθώς και «περιγραφή οσάκις απαιτείται των κυρίων προς αποφυγή μέτρων, μείωση και, ει δυνατόν, αντιστάθμιση των κυριότερων δυσμενών συνεπειών» (τρίτη περίπτωση).


11      Πρβλ. αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑72/95 (Kraaijeveld κ.λπ., EU:C:1996:404, σκέψη 31), και της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑435/97 (WWF κ.λπ., EU:C:1999:418, σκέψη 40).


12      Βλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Abraham κ.λπ. (C‑2/07, EU:C:2008:133, σκέψη 43).


13      Βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψεις 64 και 65), στην οποία παραπέμπει επίσης η σκέψη 59 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας. Βλ., επιπλέον, αποφάσεις της 26 Ιουλίου 2017, Comune di Corridonia κ.λπ. (C‑196/16 και C‑197/16, EU:C:2017:589, σκέψη 35), και κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά την οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ 2001, L 197, σ. 30), της 28ης Φεβρουαρίου 2012, Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (C‑41/11, EU:C:2012:103, σκέψεις 42, 43 και 46).


14      Βλ. αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12), και της 26ης Ιουλίου 2017, Comune di Corridonia κ.λπ. (C‑196/16 και C‑197/16, EU:C:2017:589), όπου το ζήτημα αφορούσε ειδικά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση παραλείψεως της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός σχεδίου κατασκευής μιας μονάδας μετά την κατασκευή της μονάδας αυτής (βλ. διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος στη σκέψη 27 της αποφάσεως). Στην τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 41, ότι «η εκτίμηση που διενεργείται μετά την κατασκευή και την έναρξη λειτουργίας μονάδας δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις μελλοντικές επιπτώσεις της στο περιβάλλον, αλλά πρέπει να λάβει υπόψη και τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον από τον χρόνο της υλοποιήσεώς της». Βλ., επιπλέον, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Comune di Castelbellino (C‑117/17, EU:C:2018:129, σκέψη 30).


15      Βλ. αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 65), και της 26ης Ιουλίου 2017, Comune di Corridonia κ.λπ. (C‑196/16 και C‑197/16, EU:C:2017:589, σκέψη 35).


16      Βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 69). Βλ., κατ’ αναλογίαν, επίσης απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2012, Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (C‑41/11, EU:C:2012:103, σκέψεις 45 και 46).


17      Η εν λόγω άδεια είχε χορηγηθεί το 1947.


18      Βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 65).


19      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 40), και, εσχάτως, της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar (C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 137, σχετικά με τους τρόπους ανακτήσεως παράνομων ενισχύσεων).


20      Βλ. σκέψεις 41 και 42 της αποφάσεως της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882). Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για τριετή προθεσμία ασκήσεως προσφυγής την οποία προέβλεπε η αυστριακή νομοθεσία.


21      Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018 στην υπόθεση An Taise- The National Trust for Ireland – v –McTigue Quarries Ltd & ors., σημεία 31 και 74. Στην απόφαση εκείνη, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 177B, επισημαίνοντας ότι το άρθρο αυτό εισήχθη για την εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (βλ. σκέψη 31).


22      Επιστολή των ιρλανδικών αρχών προς την Επιτροπή της 21ης Δεκεμβρίου 2012.


23      Βλ. άρθρο 177K, παράγραφος 1, του PDAA.


24      Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 43).


25      Πρβλ., όσον αφορά τις περιπτώσεις όπου εργασίες ή επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον που συνδέονται με σχέδιο χρήζουν μεταγενέστερης άδειας, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustadt (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 44), και της 17ης Μαρτίου 2011, Brussels Hoofdstedelijk Gewest κ.λπ. (C‑275/09, EU:C:2011:154, σκέψη 37).


26      Πρβλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, Medipac-Καζαντζίδης (C‑6/05, EU:C:2007:337, σκέψη 43).


27      Το άρθρο 177D, παράγραφος 7, στοιχείο b, του PDAA προβλέπει ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή αίτηση εφαρμογής της διαδικασίας αντικαταστάσεως υποβληθείσα σύμφωνα με το άρθρο 177C του εν λόγω νόμου, η αίτηση αντικαταστάσεως άδειας πρέπει να συνοδεύεται με διορθωτική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.


28      SEC(2005) 1658. Τα ποσά που αναγράφονται στην ανακοίνωση του 2005 επικαιροποιήθηκαν με την ανακοίνωση της 15ης Δεκεμβρίου 2017 [C(2017) 8720] (στο εξής: ανακοίνωση του 2017).


29      Βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑557/14, EU:C:2016:471, σκέψη 66).


30      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 87), και της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 47).


31      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 95), και της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 52).


32      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 69), της 2ας Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2407, σκέψη 97), και της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 54).


33      Η Επιτροπή παραπέμπει στις υποθέσεις C‑392/96, C‑427/07, C‑50/09 και C‑66/06.


34      Βλ., ειδικότερα, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2014, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 57).


35      Πρόκειται για το ελάχιστο ποσό που καθορίστηκε για την Ιρλανδία στην ανακοίνωση του 2017.