Language of document : ECLI:EU:C:2019:522

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 20ής Ιουνίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Καταπολέμηση της τρομοκρατίας – Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων – Δέσμευση κεφαλαίων – Κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ – Άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 6 – Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 – Άρθρο 2, παράγραφος 3 – Απόφαση του Συμβουλίου με την οποία το όνομα μιας οργάνωσης διατηρείται στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις – Κύρος»

Στην υπόθεση C-458/15,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Saarbrücken (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Saarbrücken, Γερμανία) με απόφαση της 21ης Αυγούστου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Αυγούστου 2015, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά του

K.P.,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, F. Biltgen (εισηγητή) και C. Vajda, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: D. Dittert, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο K.P., εκπροσωπούμενος από τους A. Golzem και A. Nagler, Rechtsanwälte,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους B. Driessen και J.-P. Hix,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Θ. Ραμόπουλο και F. Erlbacher,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος:

–        της αποφάσεως 2007/445/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/379/ΕΚ και 2006/1008/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 169, σ. 58)·

–        της αποφάσεως 2007/868/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2007/445/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 340, σ. 100)·

–        της αποφάσεως 2008/583/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2007/868/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 188, σ. 21)·

–        της αποφάσεως 2009/62/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2008/583/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 23, σ. 25), και

–        του κανονισμού (ΕΚ) 501/2009 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2009/62/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 151, σ. 14),

στον βαθμό που, με τις πράξεις αυτές, το όνομα της οργάνωσης Τίγρεις για την Απελευθέρωση του Ταμίλ Ιλάμ (στο εξής: οργάνωση LTTE) διατηρήθηκε στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2001, L 344, σ. 70).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του K.P., ως κατηγορουμένου για διάθεση οικονομικών πόρων προς όφελος της οργάνωσης LTTE κατά τη χρονική περίοδο από τις 11 Αυγούστου 2007 έως τις 27 Νοεμβρίου 2009.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Στις 28 Σεπτεμβρίου 2001 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε το ψήφισμα 1373 (2001), με το οποίο καθορίσθηκαν στρατηγικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας με κάθε μέσο, ειδικότερα δε για την καταπολέμηση της χρηματοδοτήσεώς της. Το σημείο 1, στοιχείο c, του ψηφίσματος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα κράτη δεσμεύουν πάραυτα τα κεφάλαια και τα λοιπά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ή τους οικονομικούς πόρους προσώπων που τελούν ή αποπειρώνται να τελέσουν τρομοκρατικές πράξεις, διευκολύνουν την τέλεσή τους ή συμμετέχουν σε αυτές, οντοτήτων που ανήκουν σε τέτοια πρόσωπα ή ελέγχονται από αυτά, καθώς και προσώπων και οντοτήτων που ενεργούν εξ ονόματος ή κατ’ εντολή των ως άνω προσώπων και οντοτήτων.

4        Το εν λόγω ψήφισμα δεν περιέχει κατάλογο προσώπων εις βάρος των οποίων πρέπει να εφαρμόζονται τα περιοριστικά αυτά μέτρα.

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ

5        Προς υλοποίηση του ψηφίσματος 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε, στις 27 Δεκεμβρίου 2001, την κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2001, L 344, σ. 93).

6        Το άρθρο 1 της κοινής θέσης ορίζει τα εξής:

«1.      Η παρούσα κοινή θέση εφαρμόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων στα πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις και τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα.

[...]

4.      Ο κατάλογος του παραρτήματος καταρτίζεται βάσει ακριβών πληροφοριών ή στοιχείων του σχετικού φακέλου τα οποία δεικνύουν ότι έχει ληφθεί απόφαση από αρμόδια αρχή έναντι συγκεκριμένων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων, είτε η εν λόγω απόφαση αφορά την έναρξη ανακριτικών πράξεων ή ποινικής διώξεως για μια τρομοκρατική πράξη ή την απόπειρα τέλεσης ή τη συμμετοχή ή τη διευκόλυνση μιας τέτοιας πράξης βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδείξεων ή ενδείξεων είτε καταδίκη για τέτοιες πράξεις. Πρόσωπα, ομάδες και οντότητες που προσδιορίζονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ότι έχουν σχέση με την τρομοκρατία και κατά των οποίων έχει διατάξει κυρώσεις μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο αυτό.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου ως “αρμόδια αρχή” νοείται δικαστική αρχή ή, εάν δικαστικές αρχές δεν έχουν αρμοδιότητα στον τομέα τον οποίο καλύπτει η παρούσα παράγραφος, ισοδύναμη αρμόδια αρχή στον εν λόγω τομέα.

[...]

6.      Τα ονόματα των προσώπων και οντοτήτων τα οποία περιλαμβάνονται στον κατάλογο εξετάζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον μια φορά το εξάμηνο, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η διατήρηση τους στον κατάλογο δικαιολογείται. »

7        Στο παράρτημα της κοινής θέσης 2001/931 περιλαμβάνεται ο «[π]ρώτος κατάλογος προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 [...]», στον οποίο δεν αναγραφόταν η οργάνωση LTTE. Το παράρτημα αυτό έχει αναθεωρηθεί επανειλημμένως.

8        Η οργάνωση LTTE καταχωρίστηκε για πρώτη φορά στον συγκεκριμένο κατάλογο με την κοινή θέση 2006/380/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2006, σχετικά με την ενημέρωση της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της κοινής θέσης 2006/231/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2006, L 144, σ. 25).

 Ο κανονισμός 2580/2001

9        Εκτιμώντας ότι η έκδοση κανονισμού ήταν απαραίτητη προκειμένου να υλοποιηθούν, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα μέτρα που περιγράφονται στην κοινή θέση 2001/931, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 2580/2001.

10      Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.      Εκτός εάν επιτρέπεται δυνάμει των άρθρων 5 και 6:

α)      δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια, χρηματικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικοί πόροι που ανήκουν, ή βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3,

β)      κανένα κεφάλαιο, άλλο χρηματικό περιουσιακό στοιχείο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3.

2.      Εκτός εάν επιτρέπεται δυνάμει των άρθρων 5 και 6, απαγορεύεται η παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3.

3.      Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία, καταρτίζει, αναθεωρεί και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 4, 5 και 6 της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ. Ο κατάλογος αυτός αποτελείται από:

i)      φυσικά πρόσωπα που διαπράττουν ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·

ii)      νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που διαπράττουν ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·

iii)      νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ανήκουν σε ή ελέγχονται από ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) και ii), ή

iv)      φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ενεργούν εξ ονόματος ή υπό την καθοδήγηση ενός ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία i) και ii).»

11      Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 27 Δεκεμβρίου 2001, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2001/927/ΕΚ, για την κατάρτιση του καταλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 (ΕΕ 2001, L 344, σ. 83). Η οργάνωση LTTE δεν αναγραφόταν στον συγκεκριμένο κατάλογο.

 Οι πράξεις σχετικά με την καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001

12      Με την απόφαση 2006/379/ΕΚ, της 29ης Μαΐου 2006, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού 2580/2001 και για την κατάργηση της απόφασης 2005/930/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 144, σ. 21), το Συμβούλιο καταχώρισε για πρώτη φορά την οργάνωση LTTE στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001.

13      Το όνομα της οργάνωσης LTTE διατηρήθηκε στον κατάλογο αυτό με την απόφαση 2006/1008/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2006, L 379, σ. 123), και εν συνεχεία με τις επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις του Συμβουλίου, ήτοι με τις αποφάσεις 2007/445, 2007/868, 2008/583 και 2009/62, καθώς και με τον κανονισμό 501/2009. Μετά την έκδοση καθεμίας από τις πράξεις αυτές, κοινοποιήθηκε στην οργάνωση LTTE και η αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση.

 Το γερμανικό δίκαιο

14      Το άρθρο 34 του νόμου Außenwirtschaftsgesetz (νόμου για το εξωτερικό εμπόριο, στο εξής: AWG), όπως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 8ης Απριλίου 2006 και 23ης Απριλίου 2009, όριζε τα εξής:

«[...]

(4)      Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή έξι μηνών έως πέντε ετών όποιος

[...]

2.      παραβιάζει δημοσιευμένη στην Bundesanzeiger και άμεσης ισχύος απαγόρευση εξαγωγής, πωλήσεως, παραδόσεως, διαθέσεως, διαβιβάσεως, παροχής υπηρεσιών, επενδύσεως, υποστηρίξεως ή καταστρατηγήσεως, όταν η απαγόρευση επιβάλλεται με νομική πράξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οποία αποσκοπεί στην εφαρμογή οικονομικής κυρώσεως που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

[...]

(6)      Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον δύο ετών όποιος

[...]

2.      διαπράττει κάποια από τις αναφερόμενες στις παραγράφους 1, 2 ή 4 πράξεις κατ’ επάγγελμα ή ως μέλος συμμορίας που έχει συσταθεί με σκοπό την κατ’ εξακολούθηση τέλεση τέτοιων αξιόποινων πράξεων, με τη συνέργεια άλλου μέλους της συμμορίας.

[...]»

15      Το άρθρο 34 του AWG, όπως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 24ης Απριλίου 2009 και 11ης Νοεμβρίου 2010, είχε ως εξής:

«[...]

(4)      Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή έξι μηνών έως πέντε ετών όποιος

[...]

2.      παραβιάζει δημοσιευμένη στην Bundesanzeiger και άμεσης ισχύος απαγόρευση εξαγωγής, εισαγωγής, διαμετακομίσεως, μεταφοράς, πωλήσεως, παραδόσεως, διαθέσεως, διαβιβάσεως, παροχής υπηρεσιών, επενδύσεως, υποστηρίξεως ή καταστρατηγήσεως, όταν η απαγόρευση επιβάλλεται με νομική πράξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οποία αποσκοπεί στην εφαρμογή οικονομικής κυρώσεως που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. […]

[...]

(6)      Τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον δύο ετών όποιος

[...]

2.      διαπράττει κάποια από τις αναφερόμενες στις παραγράφους 1, 2 ή 4 πράξεις κατ’ επάγγελμα ή ως μέλος συμμορίας που έχει συσταθεί με σκοπό την κατ’ εξακολούθηση τέλεση τέτοιων αξιόποινων πράξεων, με τη συνέργεια άλλου μέλους της συμμορίας.

[...]»

16      Κατόπιν της αναδιατύπωσης του AWG, οι ως άνω διατάξεις περιλαμβάνονται πλέον, κατά βάση, στο άρθρο 18, παράγραφος 1 και 8, του νόμου αυτού.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

17      Στο πλαίσιο ανάκρισης εις βάρος τρίτων, πραγματοποιήθηκε έρευνα στην κατοικία του K.P. Μεταξύ των κατασχεθέντων αντικειμένων υπήρχαν αποδείξεις χρηματικών δωρεών υπέρ της οργάνωσης LTTE και διαφημιστικά φυλλάδια για μια εκδήλωση της οργάνωσης αυτής.

18      Η Staatsanwaltschaft Saarbrücken (εισαγγελία του Saarbrücken) απήγγειλε στον K.P., βάσει υποψιών ότι ήταν ο τοπικός υπεύθυνος της συντονιστικής επιτροπής Ταμίλ στο Saarland (ομόσπονδο κράτος του Σάαρλαντ, Γερμανία), την κατηγορία ότι είχε παραβιάσει σε 43 περιπτώσεις, στο πλαίσιο συμμορίας και σε κατ’ ιδέαν συρροή, την απαγόρευση του άρθρου 34, παράγραφος 4, σημείο 2, και του άρθρου 34, παράγραφος 6, σημείο 2, του AWG. Ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος φέρεται να είχε συλλέξει, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 11ης Αυγούστου 2007 και 27ης Νοεμβρίου 2009, από τους Ταμίλ που ζούσαν στη Γερμανία χρηματικές δωρεές ύψους 69 385 ευρώ, τις οποίες προωθούσε εν συνεχεία στη συντονιστική επιτροπή Ταμίλ στο Oberhausen (Γερμανία), με σκοπό τη χρηματοδότηση του ένοπλου αγώνα κατά της κεντρικής κυβέρνησης της Σρι Λάνκα.

19      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη την 1η Ιουλίου 2015 ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο K.P. ισχυρίστηκε ότι η καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 ήταν άκυρη και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα ποινικής καταδίκης για τον κρίσιμο στην κύρια δίκη χρόνο.

20      Ο K.P. παρέπεμψε συναφώς, αφενός, στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C-550/09, EU:C:2010:382), με την οποία το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ήταν άκυρη η καταχώριση μιας άλλης οργάνωσης (της Devrimci Halk Kurtulus Partisi-Cephesi) στον ίδιο κατάλογο, και, αφετέρου, στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Οκτωβρίου 2014, LTTE κατά Συμβουλίου (T-208/11 και T-508/11, EU:T:2014:885), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τους εκτελεστικούς κανονισμούς που είχαν εκδοθεί από το Συμβούλιο κατά τα έτη 2011 έως 2014, καθόσον διατηρούσαν το όνομα της οργάνωσης LTTE στον ως άνω κατάλογο. Κατά την άποψη του ενδιαφερομένου, οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους ακυρώθηκαν οι πράξεις εκείνες ισχύουν και για τις αποφάσεις και τον κανονισμό του Συμβουλίου στην προκειμένη περίπτωση.

21      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ποινικές διατάξεις του AWG παραπέμπουν, για τον προσδιορισμό των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, σε άλλες νομοθετικές διατάξεις, όπως οι αποφάσεις του Συμβουλίου για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

22      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά επομένως ότι πρέπει να ελεγχθεί, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, αν η καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 ήταν έγκυρη για τη χρονική περίοδο μεταξύ 11ης Αυγούστου 2007 και 27ης Νοεμβρίου 2009.

23      Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του σκεπτικού της αποφάσεως της 16ης Οκτωβρίου 2014, LTTE κατά Συμβουλίου (T-208/11 και T-508/11, EU:T:2014:885), το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει κατά πόσον η καταχώριση αυτή πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, καίτοι διευκρινίζει ότι η διαφορά της κύριας δίκης ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο από τις περιόδους που αφορούσαν οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση εκείνη.

24      Κατά το αιτούν δικαστήριο, σε περίπτωση που η καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον ίδιο αυτό κατάλογο κριθεί άκυρη, η απαγόρευση διάθεσης την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2580/2001 αίρεται.

25      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι οι αποφάσεις και ο κανονισμός που ασκούν επιρροή στην κύρια δίκη δεν αφορούσαν άμεσα τον K.P., κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, εάν δε ο ενδιαφερόμενος ασκούσε προσφυγή ακυρώσεως κατά των πράξεων αυτών, η προσφυγή του δεν θα ήταν παραδεκτή.

26      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Saarbrücken (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Saarbrücken, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι άκυρη η καταχώριση της οργανώσεως [LTTE] στον κατάλογο του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού [2580/2001], κατά την περίοδο 11 Αυγούστου 2007 έως και 27 Νοεμβρίου 2009, ιδίως βάσει των αποφάσεων του Συμβουλίου

–        [2007/445] της 28ης Ιουνίου 2007,

–        [2007/868] της 20ής Δεκεμβρίου 2007 (μετά το διορθωτικό της ίδιας ημέρας)

–        [2008/583] της 15ης Ιουλίου 2008,

–        [2009/62] της 26ης Ιανουαρίου 2009,

και του κανονισμού [501/2009];»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

27      Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις του Συμβουλίου είναι έγκυρες στον βαθμό που διατήρησαν το όνομα της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001.

28      Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν χωρεί, προς αμφισβήτηση του κύρους και των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων του Συμβουλίου, επίκληση του σκεπτικού που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο για να ακυρώσει, με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, LTTE κατά Συμβουλίου (T-208/11 και T-508/11, EU:T:2014:885), της οποίας το διατακτικό επικυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 26 Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE (C‑599/14 P, EU:C:2017:583), τις πράξεις του Συμβουλίου που διατηρούσαν το όνομα της οργάνωσης LTTE στον προαναφερθέντα κατάλογο κατά τα έτη 2011 έως 2014.

 Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

29      Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου τίθεται ζήτημα κύρους μιας πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκτιμήσει κατά πόσον η κρίση επ’ αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως και, συνεπώς, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2010, Afton Chemical, C-343/09, EU:C:2010:419, σκέψη 13, και της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ., C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 31).

30      Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι κάθε διάδικος δικαιούται να προβάλει, ενώπιον του επιληφθέντος εθνικού δικαστηρίου, την ακυρότητα διατάξεων που περιέχονται σε πράξεις της Ένωσης και αποτελούν το έρεισμα εθνικής πράξεως ή αποφάσεως ληφθείσας εις βάρος του, ωθώντας έτσι το εν λόγω δικαστήριο, το οποίο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώσει το ίδιο την ακυρότητά τους, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 45).

31      Η αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος προϋποθέτει, πάντως, ότι ο διάδικος δεν είχε το δικαίωμα να ασκήσει, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ευθεία προσφυγή κατά των διατάξεων αυτών, των οποίων υφίσταται τις συνέπειες χωρίς να μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή τους (απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 46).

32      Εν προκειμένω, ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο ότι ο K.P. δεν θα μπορούσε να ασκήσει παραδεκτώς ευθεία προσφυγή κατά των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων του Συμβουλίου, παρότι το εις βάρος του κατηγορητήριο στηρίχθηκε, βάσει του άρθρου 34, παράγραφος 4, του AWG, μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι η οργάνωση LTTE ήταν εγγεγραμμένη στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 κατά τη χρονική περίοδο από τις 11 Αυγούστου 2007 έως τις 27 Νοεμβρίου 2009.

33      Πράγματι, ο K.P. δεν είχε καταχωριστεί ως φυσικό πρόσωπο στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, δεδομένου ότι ο κατάλογος αναφερόταν στην LTTE ως οργάνωση. Επιπλέον, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών της, από τα στοιχεία της δικογραφίας που το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του προκύπτει ότι ο K.P. κατείχε θέση τοπικού υπευθύνου μιας συντονιστικής επιτροπής Ταμίλ, η οποία ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο αυστηρής ιεραρχικής δομής και τελούσε υπό την εποπτεία υπευθύνων σε περιφερειακό και σε εθνικό επίπεδο. Λαμβανομένης υπόψη της θέσης που κατείχε ο ενδιαφερόμενος εντός της ιεραρχίας αυτής, δεν συντρέχει αμφιβολία ότι ουδεμία εξουσιοδότηση θα είχε προκειμένου να εκπροσωπήσει την οργάνωση LTTE στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης με αίτημα την ακύρωση των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων. Ομοίως, δεν θα ήταν προφανώς δυνατό να θεωρηθεί ότι οι προαναφερθείσες πράξεις τον αφορούν ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι δεν θίγεται από αυτές λόγω ορισμένων ιδιαίτερων ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής κατάστασης που τον χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, C-229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψεις 72 έως 74).

34      Κατά συνέπεια, το προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του εύρους της εξέτασης του κύρους

35      Το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει κατά τη λειτουργία της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής επιτάσσει να εκθέτει το εθνικό δικαστήριο, με την απόφασή του περί παραπομπής, για ποιους ακριβώς λόγους εκτιμά ότι η απάντηση στα ερωτήματά του ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ., C‑547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 47).

36      Επομένως, είναι σημαντικό να αναφέρει το εθνικό δικαστήριο ειδικότερα για ποιους ακριβώς λόγους ζητεί διευκρινίσεις ως προς το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και να εκθέτει τους λόγους ακυρότητας που, συνακόλουθα, θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί κατά τη δική του εκτίμηση. Η απαίτηση αυτή απορρέει και από το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ., C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Τα στοιχεία που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής παρέχουν τη δυνατότητα στο μεν Δικαστήριο να δώσει χρήσιμες απαντήσεις, στις δε κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο οφείλει να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας διάταξης, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής, συνοδευόμενες από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κάθε κράτους μέλους, και όχι η εθνική δικογραφία που τυχόν διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο (απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Philip Morris Brands κ.λπ., C-547/14, EU:C:2016:325, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στο πλαίσιο ερωτήματος σχετικού με το κύρος διάταξης του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το κύρος της σχετικής διάταξης υπό το πρίσμα ακριβώς των λόγων ακυρότητας στους οποίους αναφέρεται η απόφαση περί παραπομπής.

39      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το κύρος πέντε πράξεων του Συμβουλίου με τις οποίες διατηρήθηκε το όνομα της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, ήτοι των αποφάσεων 2007/445, 2007/868, 2008/583 και 2009/62, καθώς και του κανονισμού 501/2009.

40      Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει ρητώς στο σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο για να κρίνει, με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, LTTE κατά Συμβουλίου (T-208/11 και T-508/11, EU:T:2014:885), άκυρη την καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο αυτό για τα έτη 2011 έως 2014, κρίση που επικυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE (C-599/14 P, EU:C:2017:583).

41      Στην αιτιολογημένη αίτησή του για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, ο K.P. ισχυρίστηκε ωστόσο ότι το Δικαστήριο πρέπει, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, να ελέγξει και το κύρος της αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία έγινε η αρχική καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, δηλαδή εν προκειμένω της αποφάσεως 2006/379. Ειδικότερα, κατά την άποψή του, από τη σκέψη 51 της αποφάσεως της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE (C‑599/14 P, EU:C:2017:583), καθίσταται σαφές ότι η διατήρηση του ονόματος ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο αυτό συνιστά, στην πραγματικότητα, απλώς και μόνον παράταση της αρχικής καταχώρισης. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο παρέπεμψε ρητώς στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 55), όπου το Δικαστήριο έκρινε άκυρη την καταχώριση μιας οντότητας στον κατάλογο επειδή ούτε η απόφαση με την οποία καταχωρίστηκε αρχικώς η οντότητα στον κατάλογο ούτε οι μεταγενέστερες αποφάσεις για τη διατήρηση του ονόματός της σε αυτόν συνοδεύονταν από επαρκή αιτιολογία αναφορικά με τις νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανονισμού 2580/2001.

42      Εντούτοις, αφενός, εν αντιθέσει προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C-550/09, EU:C:2010:382), όπου καμία από τις επίδικες αποφάσεις δεν περιείχε αιτιολογία, από τη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι όλες οι επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις συνοδεύονται από αιτιολογική έκθεση με το σκεπτικό που, κατά το Συμβούλιο, δικαιολογούσε ακόμη τη διατήρηση του ονόματος της οργάνωσης LTTE στον προβλεπόμενο από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 κατάλογο.

43      Αφετέρου, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Δικαστήριο με τη σκέψη 51 της αποφάσεως της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE (C-599/14 P, EU:C:2017:583), ότι δηλαδή η διατήρηση του ονόματος ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με παράταση της αρχικής καταχώρισής του, πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον έλεγχο του ζητήματος κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος ανάμειξης του προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, δεδομένου ότι, για να κριθεί η σκοπιμότητα αυτής της διατήρησης, το μοναδικό ζήτημα το οποίο έχει σημασία είναι, κατ’ αρχήν, αν, από τον χρόνο της αρχικής καταχώρισης ή της τελευταίας επανεξέτασης και εντεύθεν, η πραγματική κατάσταση μεταβλήθηκε κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί πλέον να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα ως προς τον συγκεκριμένο κίνδυνο (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψη 46).

44      Πράγματι, η αρχική απόφαση καταχώρισης ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και η μεταγενέστερη πράξη περί διατήρησης σε ισχύ της καταχώρισης αυτής είναι δύο χωριστά νομικά μέτρα τα οποία λαμβάνονται επί διαφορετικών νομικών βάσεων, δεδομένου ότι το πρώτο στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσης 2001/931 και προϋποθέτει την ύπαρξη εθνικής αποφάσεως εκδοθείσας από αρμόδια αρχή, ενώ το δεύτερο στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 6, της ίδιας κοινής θέσης και δεν προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιας εθνικής αποφάσεως. Η διάκριση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι η διατήρηση του ονόματος ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον ως άνω κατάλογο δεν συνιστά απλώς και μόνον παράταση της αρχικής καταχώρισης, αλλά προϋποθέτει προπάντων ότι εξακολουθεί να υφίσταται ο κίνδυνος ανάμειξης του προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, όπως είχε διαπιστωθεί αρχικώς από το Συμβούλιο (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψεις 59 έως 61).

45      Υπό τις συνθήκες αυτές, και εφόσον το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε ρητώς σχετικό αίτημα, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος των πράξεων του Συμβουλίου με τις οποίες διατηρήθηκε το όνομα της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει το κύρος της αποφάσεως για την πρώτη καταχώριση.

46      Η επέκταση του ελέγχου του κύρους σε πράξεις στις οποίες δεν αναφέρεται η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα ενείχε εξάλλου τον κίνδυνο, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών της, να στερηθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να θιγούν τα δικαιώματά τους άμυνας.

 Το κύρος των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων

47      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το κύρος των επίμαχων στην κύρια δίκη αποφάσεων και του κανονισμού του Συμβουλίου λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, LTTE κατά Συμβουλίου (T-208/11 και T-508/11, EU:T:2014:885), ακύρωσε τις πράξεις με τις οποίες είχε διατηρηθεί το όνομα της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο κατά τα έτη 2011 έως 2014 και ότι η κρίση αυτή επικυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE (C-599/14 P, EU:C:2017:583).

48      Υπογραμμίζεται συναφώς ότι, όταν το κύρος αποφάσεως περί διατήρησης του ονόματος ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 προσβάλλεται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, ο τελευταίος υποχρεούται ειδικότερα να ελέγχει, αφενός, αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία επιβάλλει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, αν η παρεχόμενη αιτιολογία είναι αρκούντως ακριβής και συγκεκριμένη, καθώς και, αφετέρου, αν η αιτιολογία αυτή είναι τεκμηριωμένη (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψη 70). Διευκρινίζεται δε ότι, εν προκειμένω, οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν αποκλειστικώς την τήρηση εκ μέρους του Συμβουλίου της υποχρέωσης αιτιολόγησης την οποία υπείχε ως προς τις επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις.

49      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει ακόμη να υπενθυμιστεί ότι από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει, με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία, η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το σχετικό μέτρο, προκειμένου να μπορούν να εκτιμήσουν τη βασιμότητά του, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2012, Al-Aqsa κατά Συμβουλίου και Κάτω Χώρες κατά Al-Aqsa, C-539/10 P και C-550/10 P, EU:C:2012:711, σκέψη 138, της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 54, και της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψη 29).

50      Όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Συμβούλιο μπορεί, στο πλαίσιο της επανεξέτασης της καταχώρισης ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 να αποφασίσει να διατηρήσει σε ισχύ την καταχώριση, τονίζεται ότι, όπως ήδη υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 1 της κοινής θέσης 2001/931 διακρίνει μεταξύ, αφενός, της αρχικής καταχώρισης ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο αυτό, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου, και, αφετέρου, της διατήρησης του ονόματος ήδη καταχωρισμένων προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 6 του ίδιου άρθρου (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψη 58).

51      Ενώ για την έκδοση της αρχικής απόφασης περί καταχώρισης στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 απαιτείται από το Συμβούλιο να στηρίξει την καταχώριση σε ακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία του σχετικού φακέλου εκ των οποίων να προκύπτει ότι έχει ληφθεί απόφαση από αρμόδια αρχή, αντιθέτως, όσον αφορά τις μεταγενέστερες αποφάσεις περί διατήρησης στον κατάλογο, το θεσμικό αυτό όργανο οφείλει να εκθέσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι έλεγξε και βεβαιώθηκε ότι, από τον χρόνο της αρχικής καταχώρισης ή της τελευταίας επανεξέτασης και εντεύθεν, η πραγματική κατάσταση δεν μεταβλήθηκε κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μην μπορεί πλέον να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα ως προς την ανάμειξη του εν λόγω προσώπου ή της εν λόγω ομάδας ή οντότητας σε τρομοκρατικές δραστηριότητες (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψεις 45 και 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52      Στο πλαίσιο του ελέγχου του ζητήματος κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος ανάμειξης του προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, πρέπει ιδίως να λαμβάνονται υπόψη, πέραν της τύχης της εθνικής αποφάσεως που χρησίμευσε ως βάση για την αρχική καταχώριση του εν λόγω προσώπου ή της εν λόγω ομάδας ή οντότητας στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, πιο πρόσφατα πραγματικά στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι συντρέχει ακόμη ο κίνδυνος αυτός (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C-593/10 P και C-595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 156, και της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψεις 52 και 54).

53      Εν προκειμένω, από την αιτιολογική έκθεση των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων προκύπτει ότι το Συμβούλιο στηρίχθηκε ειδικότερα, προκειμένου να διατηρήσει το όνομα της οργάνωσης LTTE στον προβλεπόμενο από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 κατάλογο, σε δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου το 2001 και είχαν χρησιμεύσει ως βάση για την αρχική καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον ίδιο κατάλογο, καθώς και σε δώδεκα πράξεις οι οποίες μπορούσαν να καταλογιστούν στην οργάνωση αυτή και ενέπιπταν στην έννοια της «τρομοκρατικής πράξης», όπως την ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της κοινής θέσης 2001/931.

54      Κατά συνέπεια, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 51 έως 53 των προτάσεών της, οι αιτιολογικές αυτές εκθέσεις παρείχαν στην οργάνωση LTTE τη δυνατότητα να γνωρίζει τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο είχε κρίνει ότι έπρεπε να διατηρηθεί το όνομά της στον κατάλογο.

55      Όσον αφορά το ζήτημα αν οι λόγοι αυτοί επαρκούσαν για να αποδειχθεί ότι εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος ανάμειξης της οργάνωσης LTTE σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, υπενθυμίζεται ότι, στην απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE (C-599/14 P, EU:C:2017:583), όπου κρινόταν η νομιμότητα των πράξεων με τις οποίες είχε διατηρηθεί το όνομα της οργάνωσης LTTE στον προβλεπόμενο από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 κατάλογο κατά τα έτη 2011 έως 2014, το Δικαστήριο επισήμανε κατ’ αρχάς ότι είχε παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα μεταξύ, αφενός, της έκδοσης, το 2001, των αποφάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου που είχαν χρησιμεύσει ως βάση για την αρχική καταχώριση στον κατάλογο, και, αφετέρου, της έκδοσης των πράξεων με τις οποίες διατηρήθηκε το όνομα της οργάνωσης στον κατάλογο κατά τα έτη 2011 έως 2014. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όπως προέκυπτε από τις αιτιολογικές εκθέσεις των πράξεων εκείνων, η οργάνωση LTTE είχε υποστεί, όπως ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση της Σρι Λάνκα τον Μάιο του 2009, στρατιωτική ήττα η οποία την είχε αποδυναμώσει σημαντικά. Το Δικαστήριο συνήγαγε εκ των ανωτέρω ότι το Συμβούλιο όφειλε να θεμελιώσει τη διατήρηση του ονόματος της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο αυτό επί πιο πρόσφατων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι συνέτρεχε ακόμη κίνδυνος ανάμειξης της οργάνωσης LTTE σε τρομοκρατικές δραστηριότητες (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψη 55).

56      Ως προς το σημείο αυτό επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, παρήλθε μικρότερο χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης, αφενός, των εθνικών αποφάσεων που χρησίμευσαν ως βάση για την αρχική καταχώριση της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και, αφετέρου, των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων.

57      Όπως σημείωσε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 60 των προτάσεών της, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης τρομοκρατικής πράξης στην οποία αναφέρθηκε το Συμβούλιο με τις διάφορες αιτιολογικές εκθέσεις του, ήτοι της 16ης Οκτωβρίου 2006, και της πρώτης από τις επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις, που εκδόθηκε στις 28 Ιουνίου 2007, παρήλθε διάστημα λίγο μεγαλύτερο από οκτώ μήνες. Επιπλέον, από την πρώτη εκείνη τρομοκρατική πράξη έως την τελευταία από τις επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις, δηλαδή τον κανονισμό 501/2009, ο οποίος εκδόθηκε στις 15 Ιουνίου 2009, μεσολάβησε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Δεν είναι δυνατόν, επομένως, να γίνει δεκτό ότι οι τρομοκρατικές πράξεις που τελέστηκαν το 2006, σε συνδυασμό με τις εθνικές αποφάσεις των αρμοδίων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες εκδόθηκαν το 2001, συνιστούσαν πραγματικά στοιχεία τόσο παρωχημένα ώστε να μη δικαιολογούν τη διατήρηση, μέσω της έκδοσης των επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων, του ονόματος της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001.

58      Δεύτερον, όσον αφορά την ουσιαστική εξέλιξη των κρίσιμων περιστάσεων, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η στρατιωτική ήττα την οποία υπέστη η οργάνωση LTTE τον Μάιο του 2009 αποτελούσε σημαντική μεταβολή των περιστάσεων, ικανή να θέσει εν αμφιβόλω κατά πόσον εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος ανάμειξης της οργάνωσης LTTE σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, και ότι το Συμβούλιο όφειλε να μνημονεύσει, στις αιτιολογικές εκθέσεις των αποφάσεων που εξέδωσε κατά τα έτη 2011 έως 2014 διατηρώντας το όνομα της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001, στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν την εκτίμησή του ότι, παρά την εν λόγω στρατιωτική ήττα, η οργάνωση LTTE σκόπευε κατά πάσα πιθανότητα να συνεχίσει τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Σρι Λάνκα (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Συμβούλιο κατά LTTE, C-599/14 P, EU:C:2017:583, σκέψη 79).

59      Εν προκειμένω πάντως, μολονότι η στρατιωτική ήττα της οργάνωσης LTTE επήλθε στις 15 Μαΐου 2009, διαπιστώνεται ότι ο κανονισμός 501/2009, ο οποίος εκδόθηκε στις 15 Ιουνίου 2009 και συνιστά, συνεπώς, τη μοναδική από τις επίμαχες στην κύρια δίκη πράξεις που ήταν μεταγενέστερη της ήττας αυτής, δεν μνημονεύει ούτε το ίδιο το ως άνω γεγονός ούτε για ποιους λόγους ήταν απαραίτητο να διατηρηθεί το όνομα της οργάνωσης LTTE, παρά την ήττα της, στον κατάλογο.

60      Ασφαλώς, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών της, η εξάμηνη περίοδος κατά το πέρας της οποίας πρέπει να επανεξετάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσης 2001/931, η καταχώριση ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο είναι σύντομο χρονικό διάστημα και, ως εκ τούτου, ακόμη και σε περίπτωση που δεν έχει τελεστεί καμία τρομοκρατική πράξη κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου, ή πολλώ μάλλον έχει επέλθει μια στρατιωτική ήττα μόλις έναν μήνα προτού εκπνεύσει η περίοδος αυτή, η διατήρηση της καταχώρισης για νέα περίοδο μπορεί να θεωρηθεί προληπτικό μέτρο.

61      Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας εκτίμησης την οποία διαθέτει το Συμβούλιο στο πλαίσιο προληπτικών μέτρων για την αποτροπή των τρομοκρατικών δραστηριοτήτων και τη διασφάλιση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ της διαφύλαξης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και της προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο έχει το δικαίωμα να διατηρεί το όνομα ενός προσώπου, μιας ομάδας ή μιας οντότητας στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 ακόμη και μετά την πρόσφατη παύση της καθεαυτήν τρομοκρατικής δραστηριότητας, εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις.

62      Εντούτοις, εν προκειμένω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πρόωρο να διαγράψει την οργάνωση LTTE από τον κατάλογο παρά τη στρατιωτική της ήττα, όφειλε πάντως, βάσει της υποχρέωσης αιτιολόγησης την οποία υπέχει, να εξηγήσει για ποιους λόγους συνήγαγε το συμπέρασμα αυτό. Η έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής εξήγησης συνιστά επομένως, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών της, πλημμέλεια λόγω παράβασης του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, η οποία επισύρει την ακυρότητα του κανονισμού 501/2009.

63      Κατόπιν όλων των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος των αποφάσεων 2007/445, 2007/868, 2008/583 και 2009/62. Αντιθέτως, ο κανονισμός 501/2009 είναι ανίσχυρος κατά το μέρος που, με αυτόν, διατηρήθηκε το όνομα της οργάνωσης LTTE στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001.

 Επί των δικαστικών εξόδων

64      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος:

–        της αποφάσεως 2007/445/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/379/ΕΚ και 2006/1008/ΕΚ·

–        της αποφάσεως 2007/868/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2007, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2007/445/ΕΚ·

–        της αποφάσεως 2008/583/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2007/868/ΕΚ, και

–        της αποφάσεως 2009/62/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 2008, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2008/583/ΕΚ.

2)      Ο κανονισμός (ΕΚ) 501/2009 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2009/62/ΕΚ, είναι ανίσχυρος κατά το μέρος που, με αυτόν, διατηρήθηκε το όνομα της οργάνωσης Τίγρεις για την Απελευθέρωση του Ταμίλ Ιλάμ στον κατάλογο τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.