Language of document : ECLI:EU:C:2019:516

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 20ής Ιουνίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Ρήτρα 4, σημείο 1 – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Τομέας της δημόσιας εκπαίδευσης – Εθνική νομοθεσία που χορηγεί μισθολογική προσαύξηση μόνο στους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι – Αποκλεισμός των εκπαιδευτικών που απασχολούνται ως συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου – Έννοια “αντικειμενικών λόγων” – Εγγενή χαρακτηριστικά της ιδιότητας του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου»

Στην υπόθεση C‑72/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n°1 de Pamplona (διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 1 Παμπλόνας, Ισπανία) με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Daniel Ustariz Aróstegui

κατά

Departamento de Educación del Gobierno de Navarra,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούσα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, και C. Vajda, δικαστή,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Ιανουαρίου 2019,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο D. Ustariz Aróstegui, εκπροσωπούμενος από τους J. Araiz Rodríguez, procurador, και J. Martínez García, abogado,

–        το Departamento de Educación del Gobierno de Navarra, εκπροσωπούμενο από τον I. Iparraguirre Múgica, letrado,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Jiménez García,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes, M. Figueiredo και T. Larsen καθώς και από την N. Gabriel και τον J. Marques,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και N. Ruiz García,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Daniel Ustariz Aróstegui και Departamento de Educación del Gobierno de Navarra (Υπουργείου Παιδείας της Κυβερνήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας, Ισπανία, στο εξής: Υπουργείο) σχετικά με την άρνηση του δεύτερου να χορηγήσει στον πρώτο μισθολογική προσαύξηση λόγω βαθμού.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 1999/70 αποσκοπεί, κατά το άρθρο της 1, «στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου [...], που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα [Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES), Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων (CEEP)]».

4        Σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, κατά τη ρήτρα της 1, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

5        Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας,

1.      ως “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·

2.      [...] ως “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου”, νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]»

6        Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, που φέρει τον τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», προβλέπει, στο σημείο 1, τα εξής:

«Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»

 Το ισπανικό δίκαιο

7        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Texto Refundido del Estatuto del Personal al Servicio de las Administraciones Públicas de Navarra (ενοποιημένου κειμένου του υπηρεσιακού καθεστώτος του προσωπικού που υπηρετεί στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας), που εγκρίθηκε με το Decreto Foral Legislativo 251/1993 (περιφερειακό νομοθετικό διάταγμα 251/1993) της 30ής Αυγούστου 1993 (στο εξής: DFL 251/93), προβλέπει τα εξής:

«Το προσωπικό που υπηρετεί στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας αποτελείται από:

a)      τους δημοσίους υπαλλήλους·

b)      τους έκτακτους υπαλλήλους·

c)      τους συμβασιούχους υπαλλήλους.»

8        Το άρθρο 12 του DFL 251/93 ορίζει τα εξής:

«Οι δημόσιοι υπάλληλοι των δημοσίων υπηρεσιών της Ναβάρας κατατάσσονται, βάσει των τίτλων σπουδών που απαιτούνται για την πρόσληψή τους και των καθηκόντων που εκπληρώνουν, στις ακόλουθες κατηγορίες [...]»

9        Το άρθρο 13 του DFL 251/93 έχει ως εξής:

«1.      Κάθε κατηγορία από τις προβλεπόμενες στο προηγούμενο άρθρο περιλαμβάνει επτά βαθμούς.

2.      Οι νεοεισερχόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι κατατάσσονται στον βαθμό 1 της κατηγορίας τους.

3.      Οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να προάγονται σταδιακά από τον βαθμό 1 έως τον βαθμό 7 της κατηγορίας τους, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος υπηρεσιακού καθεστώτος.»

10      Το άρθρο 16 του DFL 251/93 προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να προάγονται σταδιακά από τον βαθμό 1 έως τον βαθμό 7 της κατηγορίας τους, ανεξάρτητα από το ειδικό αντικείμενο του πτυχίου, της καταρτίσεως ή του επαγγέλματός τους.

2.      Η βαθμολογική προαγωγή λαμβάνει χώρα κάθε έτος ως εξής:

a)      Απαραίτητη προϋπόθεση για τη βαθμολογική προαγωγή αποτελεί η παραμονή επί τουλάχιστον δύο έτη στον προηγούμενο βαθμό.

b)      Κανένας δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να παραμείνει πάνω από οκτώ έτη στον ίδιο βαθμό, με εξαίρεση εκείνους που έχουν φθάσει στον βαθμό 7.

c)      Με την επιφύλαξη των οριζομένων στα προηγούμενα εδάφια, το 10 % των δημοσίων υπαλλήλων των βαθμών 1 έως και 6 προάγεται, κατά σειρά αρχαιότητας, στον αμέσως ανώτερο βαθμό.

d)      Με διαγωνισμό βάσει προσόντων, ο οποίος διεξάγεται κατά τα ρυθμιζόμενα από κανονιστικές διατάξεις, μπορεί να προαχθεί στον αμέσως ανώτερο βαθμό έως και το 10 % των δημοσίων υπαλλήλων των βαθμών 1 έως και 6.»

11      Η τέταρτη μεταβατική διάταξη του DFL 251/93 ορίζει τα εξής:

«1.      Από 1ης Ιανουαρίου 1992 και μέχρι να εγκριθούν οι ρυθμίσεις περί τροποποιήσεως του ισχύοντος συστήματος βαθμών και αρχαιότητας στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 13 του [Ley Foral 5/1991 de Presupuestos Generales de Navarra para 1991 (περιφερειακού νόμου 5/1991 περί γενικού προϋπολογισμού της Ναβάρας για το 1991), της 26ης Φεβρουαρίου 1991], αναστέλλεται προσωρινά το σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης που προβλέπεται στο άρθρο 16 του παρόντος υπηρεσιακού καθεστώτος, η δε εξέλιξη αυτή θα πραγματοποιείται, από την ημερομηνία αυτή και μετά, κατά τρόπο ανεξάρτητο για κάθε δημόσιο υπάλληλο, με βάση την αρχαιότητά του στον οικείο βαθμό, ως εξής:

a)      Οι δημόσιοι υπάλληλοι των βαθμών 1 έως και 6 θα προάγονται αυτομάτως αφού συμπληρώσουν 6 έτη και 7 μήνες αρχαιότητας στον αμέσως χαμηλότερο βαθμό.

b)      Η αρχική εφαρμογή του νέου αυτού συστήματος θα βασιστεί στην αρχαιότητα κάθε δημοσίου υπαλλήλου στον βαθμό του κατά την 31η Δεκεμβρίου 1991. Εάν κατά την ημερομηνία αυτή ο υπάλληλος υπερβαίνει τα 6 έτη και 7 μήνες αρχαιότητας στον βαθμό του, η διαφορά θα υπολογίζεται ως αρχαιότητα στον επόμενο βαθμό. Ο υπολογισμός της εν λόγω αρχαιότητας και οι οικονομικές συνέπειές της θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα ενόψει της εκδίκασης των ενδίκων προσφυγών για το έκτακτο επίδομα πενταετίας.

2.      Ως αποτέλεσμα των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο, από την ημερομηνία αυτή και με τον ίδιο μεταβατικό χαρακτήρα, στις περιπτώσεις μετατάξεως σε ανώτερη κατηγορία εντός της Δημόσιας Διοίκησης της Αυτόνομης Κοινότητας της Ναβάρας που προβλέπονται στο άρθρο 17 του παρόντος υπηρεσιακού καθεστώτος, διατηρούνται ο βαθμός και η αρχαιότητα στον βαθμό που είχε ο δημόσιος υπάλληλος στην κατηγορία από την οποία μετατάσσεται.»

12      Το άρθρο 40, παράγραφος 2, του DFL 251/93 προβλέπει ότι οι βασικές προσωπικές αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων συνίστανται στον αρχικό μισθό της οικείας κατηγορίας, στις αποδοχές που αντιστοιχούν στον βαθμό και στο επίδομα αρχαιότητας. Το άρθρο αυτό διευκρινίζει εξάλλου ότι οι βασικές προσωπικές αποδοχές αποτελούν κεκτημένο δικαίωμα σύμφυτο προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.

13      Το άρθρο 11 του Decreto Foral 68/2009 por el que se regula la contratación de personal en régimen administrativo en las Administraciones Públicas de Navarra (περιφερειακού διατάγματος 68/2009 που ρυθμίζει την πρόσληψη υπαλλήλων στις δημόσιες υπηρεσίες της Ναβάρας δυνάμει συμβάσεων δημοσίου δικαίου), της 28ης Σεπτεμβρίου 2009, όπως τροποποιήθηκε από το Decreto Foral 21/2017 (περιφερειακό διάταγμα 21/2017), της 29ης Μαρτίου 2017 (στο εξής: περιφερειακό διάταγμα 68/2009) ορίζει τα εξής:

«Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου λαμβάνουν τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση εργασίας που κατέχουν ή στα καθήκοντα που εκτελούν, το επίδομα αρχαιότητας και το οικογενειακό επίδομα. Αποκλείεται η [προσαύξηση] λόγω βαθμού καθόσον πρόκειται για βασικές προσωπικές αποδοχές σύμφυτες προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

14      Από τον Σεπτέμβριο του 2007 το Υπουργείο προσέλαβε τον D. Ustariz Aróstegui ως καθηγητή δυνάμει σύμβασης ορισμένου χρόνου με χαρακτήρα δημοσίου δικαίου. Αυτός ασκεί έκτοτε τα καθήκοντά του σε διάφορα σχολεία.

15      Την 1η Ιουλίου 2016 ο D. Ustariz Aróstegui ζήτησε από το Υπουργείο να του χορηγήσει, αναδρομικώς για την προηγούμενη τετραετία, τη μισθολογική προσαύξηση λόγω βαθμού την οποία λαμβάνουν οι καθηγητές δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ίδια με αυτόν προϋπηρεσία, κατ’ εφαρμογήν του περιφερειακού διατάγματος 68/2009.

16      Με αίτηση της 18ης Οκτωβρίου 2016, άσκησε ιεραρχική προσφυγή κατά της σιωπηρής απορρίψεως του ως άνω αιτήματος. Η ιεραρχική προσφυγή απορρίφθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2016 με περιφερειακή απόφαση του Υπουργείου.

17      Στις 28 Φεβρουαρίου 2017 ο D. Ustariz Aróstegui προσέφυγε κατά της ως άνω περιφερειακής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n° 1 de Pamplona (διοικητικού πρωτοδικείου αριθ. 1 Παμπλόνας, Ισπανία).

18      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το νυν ισχύον νομικό καθεστώς της Ναβάρας προβλέπει, ως μοναδική αντικειμενική προϋπόθεση για την καταβολή της μισθολογικής προσαυξήσεως λόγω βαθμού, την αρχαιότητα έξι ετών και επτά μηνών στον αμέσως χαμηλότερο βαθμό, με αποτέλεσμα η βαθμολογική εξέλιξη να πραγματοποιείται αυτομάτως με την πάροδο του χρόνου. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι η εθνική νομοθεσία, επειδή αντιλαμβάνεται τον βαθμό ως μηχανισμό εξέλιξης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας ο οποίος προσιδιάζει στους δημοσίους υπαλλήλους, αντιμετωπίζει τη μισθολογική προσαύξηση λόγω βαθμού ως προσωπικές αποδοχές σύμφυτες προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, με αποτέλεσμα η ιδιότητα αυτή να συνιστά υποκειμενική προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω προσαυξήσεως.

19      Ο D. Ustariz Aróstegui πληροί την αντικειμενική προϋπόθεση της προϋπηρεσίας έξι ετών και επτά μηνών στην άσκηση των καθηκόντων του, αλλά δεν πληροί την υποκειμενική προϋπόθεση που συνίσταται στην ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.

20      Ενώ διευκρινίζει ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ των καθηκόντων, των εργασιών και των επαγγελματικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από καθηγητή δημόσιο υπάλληλο και των καθηκόντων, των εργασιών και των επαγγελματικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από καθηγητή συμβασιούχο υπάλληλο δημοσίου δικαίου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το αν η φύση και ο σκοπός της μισθολογικής προσαυξήσεως λόγω βαθμού δύνανται να αποτελέσουν αντικειμενικό λόγο ο οποίος δικαιολογεί τη δυσμενή μεταχείριση των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου.

21      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo n° 1 de Pamplona (διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 1 Παμπλόνας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει η ρήτρα 4 της [συμφωνίας-πλαισίου] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε περιφερειακό κανόνα, όπως ο επίμαχος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, που αποκλείει ρητώς την αναγνώριση και καταβολή ορισμένου μισθολογικού επιδόματος στο προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών της Ναβάρας το οποίο ανήκει στην κατηγορία του “συμβασιούχου υπαλλήλου δημοσίου δικαίου” και απασχολείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, για τον λόγο ότι το επίδομα αυτό συνιστά αμοιβή για την πρόοδο και εξέλιξη επαγγελματικής σταδιοδρομίας η οποία προσιδιάζει αποκλειστικώς στο προσωπικό της κατηγορίας των “δημοσίων υπαλλήλων” που απασχολούνται με σχέση αορίστου χρόνου;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

22      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιφυλάσσει το ωφέλημα μισθολογικής προσαυξήσεως στους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατ’ αποκλεισμό ιδίως των εκπαιδευτικών που απασχολούνται ως συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

23      Υπενθυμίζεται ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει να αντιμετωπίζονται οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, δυσμενώς σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου που τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

24      Εν προκειμένω, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, κατά το μέτρο που ο D. Ustariz Aróstegui έχει εργαστεί για το Υπουργείο ως καθηγητής στο πλαίσιο σύμβασης ορισμένου χρόνου με χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, είναι βέβαιο ότι εμπίπτει στην έννοια του «εργαζομένου ορισμένου χρόνου», κατά τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου σε συνδυασμό με τη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, και, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

25      Όσον αφορά, δεύτερον, τις κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου «συνθήκες απασχόλησης», από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αποφασιστικό κριτήριο για να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στην έννοια αυτή είναι ακριβώς το κριτήριο της απασχολήσεως, δηλαδή της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility, C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Το Δικαστήριο έχει κρίνει συνεπώς ότι στην έννοια αυτή εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, τα επιδόματα τριετίας (πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 50, καθώς και διάταξη της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C‑273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 32), τα επιδόματα εξαετίας λόγω συνεχούς επιμόρφωσης (πρβλ. διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez, C‑556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 38), η συμμετοχή σε πρόγραμμα επαγγελματικής αξιολόγησης και το οικονομικό κίνητρο που αυτή συνεπάγεται σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης (διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso, C‑631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 36), καθώς και η συμμετοχή σε σύστημα οριζόντιας σταδιοδρομίας που συνεπάγεται μισθολογική προσαύξηση (διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez, C‑315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 47).

27      Εν προκειμένω, στο μέτρο που η συμπλήρωση προϋπηρεσίας έξι ετών και επτά μηνών αποτελεί, όπως προκύπτει από τις πληροφορίες τις οποίες παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, τη μόνη αντικειμενική προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω προσαυξήσεως, η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται ακριβώς λόγω της σχέσεως εργασίας και συνεπώς, υπό τις συνθήκες αυτές, η χορήγησή της πρέπει να θεωρείται «όρος απασχόλησης» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου.

28      Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ειδική έκφραση της οποίας συνιστά η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε συγκρίσιμες καταστάσεις ούτε η ίδια μεταχείριση σε ανόμοιες καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility, C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Το Υπουργείο υποστήριξε συναφώς, στις γραπτές παρατηρήσεις του, ότι, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου την οποία επισημαίνει ο D. Ustariz Aróstegui δεν εμπίπτει στην απαγόρευση την οποία προβλέπει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, κατά το μέτρο που, βάσει του εθνικού δικαίου, το δικαίωμα στην επίμαχη στην κύρια δίκη μισθολογική προσαύξηση δεν εξαρτάται από την ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια της σχέσεως εργασίας αλλά από τον συμβατικό ή δημοσίου δικαίου χαρακτήρα της σχέσεως αυτής.

30      Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση και το Υπουργείο επισήμαναν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το αορίστου χρόνου διδακτικό προσωπικό που απασχολείται βάσει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου επίσης αποκλείεται από το ωφέλημα της εν λόγω προσαυξήσεως.

31      Πάντως, υπογραμμίζεται ότι από το γράμμα της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου προκύπτει ότι αρκεί οι επίμαχοι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου που τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, ώστε οι πρώτοι να μπορούν βασίμως να διεκδικήσουν το ωφέλημα της ρήτρας αυτής.

32      Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 31 των προτάσεών της, δεν απαιτείται προς τούτο οι επίμαχοι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με όλες τις κατηγορίες εργαζομένων αορίστου χρόνου.

33      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι επίμαχοι στην κύρια δίκη συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση.

34      Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι εργαζόμενοι εκτελούν την ίδια ή παρόμοια εργασία, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει, σύμφωνα με τη ρήτρα 3, σημείο 2, και τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, να εξετασθεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση και οι όροι εργασίας, οι εργαζόμενοι αυτοί είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τελούντες σε συγκρίσιμη κατάσταση (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility, C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, να κρίνει αν οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility, C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Πάντως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ουδεμία διαφορά υφίσταται μεταξύ των καθηκόντων, των εργασιών και των επαγγελματικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από καθηγητή δημόσιο υπάλληλο και των καθηκόντων, των εργασιών και των επαγγελματικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από καθηγητή συμβασιούχο υπάλληλο δημοσίου δικαίου, όπως είναι ο D. Ustariz Aróstegui.

37      Επομένως, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του αιτούντος δικαστηρίου βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατάσταση εργαζομένου ορισμένου χρόνου όπως ο D. Ustariz Aróstegui είναι συγκρίσιμη προς εκείνη ενός υπηρετούντος στο Υπουργείο εργαζομένου αορίστου χρόνου.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 44 των προτάσεών της, υφίσταται διαφορετική μεταχείριση καθόσον συμβασιούχοι υπάλληλοι του δημοσίου τομέα δεν δικαιούνται την επίμαχη στην κύρια δίκη μισθολογική προσαύξηση, ενώ, σε αντίστοιχη περίπτωση, το δικαίωμα στην ως άνω μισθολογική προσαύξηση αναγνωρίζεται στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους.

39      Πρέπει να εξακριβωθεί, τέταρτον, αν υφίσταται αντικειμενικός λόγος κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ικανός να δικαιολογήσει μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση.

40      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» απαιτεί να δικαιολογείται η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων, που να χαρακτηρίζουν τον οικείο όρο απασχολήσεως στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και επί τη βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αναγκαία προς τούτο. Τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C‑307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 53· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 55, καθώς και της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility, C‑574/16, EU:C:2018:390, σκέψη 54).

41      Αντιθέτως, η επίκληση απλώς και μόνο του προσωρινού χαρακτήρα της απασχολήσεως των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου, όπως ο D. Ustariz Aróstegui, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές και, επομένως, δεν δύναται να αποτελέσει αφεαυτής αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Ειδικότερα, εάν γινόταν δεκτό ότι απλώς και μόνο ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας αρκεί για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, οι σκοποί της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου και θα διαιωνιζόταν μια κατάσταση δυσμενής για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

42      Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση και το Υπουργείο υποστήριξαν, στις γραπτές παρατηρήσεις τους, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη μισθολογική προσαύξηση έχει τον χαρακτήρα βασικών προσωπικών αποδοχών σύμφυτων προς την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου. Ειδικότερα, σκοπός της εν λόγω προσαυξήσεως είναι να επιβραβεύσει την πρόοδο του δημοσίου υπαλλήλου στο σύστημα εξέλιξης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, πράγμα που δικαιολογεί τον αποκλεισμό, μεταξύ άλλων, των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου από το ωφέλημα αυτό, δεδομένου ότι οι δεύτεροι δεν μπορούν να εξελιχθούν βαθμολογικώς.

43      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως το οποίο διαθέτουν τα κράτη μέλη ως προς την οργάνωση της εσωτερικής τους Δημόσιας Διοίκησης, αυτά μπορούν καταρχήν, χωρίς να προσκρούουν στην οδηγία 1999/70 και στη συμφωνία-πλαίσιο, να προβλέπουν τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε θέσεις μονίμων δημοσίων υπαλλήλων καθώς και τις συνθήκες απασχόλησης τέτοιων υπαλλήλων (αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C‑302/11 έως C‑305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 57, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Motter, C‑466/17, EU:C:2018:758, σκέψη 43). Τα κράτη μέλη δύνανται συνεπώς να καθορίζουν συγκεκριμένο χρόνο προϋπηρεσίας ως προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις ή και να παρέχουν τη δυνατότητα ενδοϋπηρεσιακής προαγωγής αποκλειστικώς στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους εφόσον αυτό οφείλεται στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη αντικειμενικές απαιτήσεις της εν λόγω θέσεως οι οποίες είναι άσχετες προς το γεγονός ότι η σχέση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψεις 76 και 79).

44      Εντούτοις, προϋπόθεση η οποία έχει καθοριστεί γενικώς και αφηρημένως και κατά την οποία ένα πρόσωπο πρέπει να διαθέτει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου προκειμένου να τύχει ενός όρου απασχόλησης όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ιδιαίτερη φύση των ασκούμενων καθηκόντων και τα εγγενή χαρακτηριστικά τους, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 40 και 41 της παρούσας αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 80).

45      Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δημόσιο συμφέρον που αυτό καθεαυτό συνδέεται με τον τρόπο πρόσληψης στη Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Vernaza Ayovi, C‑96/17, EU:C:2018:603, σκέψη 46).

46      Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών της, ο προκύπτων εκ του άρθρου 11 του περιφερειακού διατάγματος 68/2009 αποκλεισμός των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου από το ωφέλημα της επίμαχης στην κύρια δίκη μισθολογικής προσαυξήσεως μπορεί να δικαιολογείται μόνον εφόσον τα εγγενή χαρακτηριστικά της ιδιότητας των δημοσίων υπαλλήλων έχουν πράγματι καθοριστική σημασία για τη χορήγηση του ωφελήματος αυτού.

47      Εν προκειμένω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι η χορήγηση της εν λόγω προσαυξήσεως δεν συνδέεται με τη βαθμολογική εξέλιξη του οικείου δημοσίου υπαλλήλου αλλά με την αρχαιότητα. Συναφώς, το γεγονός ότι αρχικός σκοπός της επίμαχης στην κύρια δίκη προσαυξήσεως ήταν η αναγνώριση των προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων στο πλαίσιο του συστήματος εξέλιξης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και ότι κατά το χρονικό εκείνο σημείο η προσαύξηση αυτή διέφερε από ένα μέτρο που σκοπεί μόνο στην επιβράβευση της αρχαιότητας δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω προσαύξηση είναι σύμφυτη προς την ιδιότητα των δημοσίων υπαλλήλων, καθόσον, δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, το σύστημα προαγωγής στους ανώτερους βαθμούς ανεστάλη και αντικαταστάθηκε από νομοθεσία η οποία απλώς απονέμει το δικαίωμα στην εν λόγω προσαύξηση κατόπιν ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας, εξαλείφοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο κάθε διαφορά σε σχέση με ένα απλό επίδομα αρχαιότητας. Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη στην κύρια δίκη μισθολογική προσαύξηση χορηγείται στους δημοσίους υπαλλήλους απλώς και μόνο λόγω της συμπληρώσεως του απαιτούμενου χρόνου προϋπηρεσίας και δεν επηρεάζει τη θέση τους στο σύστημα εξέλιξης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

48      Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως και του Υπουργείου ότι υφίσταται διαφορά ως προς τη φύση των καθηκόντων των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, ικανή να δικαιολογήσει την προνομιακή μεταχείρισή τους σε σχέση με τους συμβασιούχους υπαλλήλους δημοσίου δικαίου που τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, διαπιστώνεται ότι κανένα σαφές και συγκεκριμένο στοιχείο δεν προκύπτει συναφώς από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία. Εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια διαφορά θα μπορούσε να έχει σημασία μόνον αν αντικείμενο της μισθολογικής προσαυξήσεως ήταν να επιβραβεύσει την εκπλήρωση καθηκόντων που μπορούν να εκτελούνται μόνο από τους δημοσίους υπαλλήλους, κατ’ αποκλεισμό των συμβασιούχων υπαλλήλων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Το γεγονός όμως, το οποίο επιβεβαιώθηκε από το Υπουργείο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι περίοδοι απασχόλησης βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου με χαρακτήρα δημοσίου δικαίου λαμβάνονται πλήρως υπόψη κατά τη μονιμοποίηση ενός συμβασιούχου υπαλλήλου αντικρούει τη θέση ότι το καθοριστικό στοιχείο για τη χορήγηση της μισθολογικής προσαυξήσεως είναι η εκπλήρωση τέτοιων καθηκόντων, δεδομένου ότι ο συμβασιούχος υπάλληλος δεν θα είχε μπορέσει να εκτελέσει αυτό το είδος καθηκόντων πριν από τη μονιμοποίησή του (βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 22ας Μαρτίου 2018, Centeno Meléndez, C‑315/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:207, σκέψη 75).

49      Επομένως, πρέπει να κριθεί ότι, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί συναφώς το αιτούν δικαστήριο, δεν υφίσταται εν προκειμένω «αντικειμενικός λόγος» κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, ικανός να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου που έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο προϋπηρεσίας από το ωφέλημα της επίμαχης στην κύρια δίκη μισθολογικής προσαυξήσεως.

50      Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιφυλάσσει το ωφέλημα μισθολογικής προσαυξήσεως στους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατ’ αποκλεισμό ιδίως των εκπαιδευτικών που απασχολούνται ως συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον η συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω προσαυξήσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιφυλάσσει το ωφέλημα μισθολογικής προσαυξήσεως στους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατ’ αποκλεισμό ιδίως των εκπαιδευτικών που απασχολούνται ως συμβασιούχοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον η συμπλήρωση ορισμένου χρόνου προϋπηρεσίας αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω προσαυξήσεως.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.