Language of document : ECLI:EU:C:2019:593

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 11ης Ιουλίου 2019 (1)

Υπόθεση C298/18

Reiner Grafe,

Jürgen Pohle

κατά

Südbrandenburger Nahverkehrs GmbH,

OSL Bus GmbH

[αίτηση του Arbeitsgericht Cottbus
(δικαστηρίου εργατικών διαφορών Cottbus, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων –Δραστηριότητα δημόσιων οδικών μεταφορών με λεωφορεία – Ανάληψη από επιχείρηση της δραστηριότητας που ασκούσε άλλη επιχείρηση κατόπιν διαδικασίας για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως»






1.        Η οδηγία 2001/23/ΕΚ (2) κωδικοποιεί την οδηγία 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με την διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (3). Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Arbeitsgericht Cottbus (δικαστηρίου εργατικών διαφορών Cottbus, Γερμανία) υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο αγωγή που άσκησαν οι R. Grafe και J. Pohle κατά της Südbrandenburger Nahverkehrs GmbH (στο εξής: SBN), του τέως φορέα εκμεταλλεύσεως των τοπικών δημόσιων οδικών μεταφορών επιβατών, και κατά της OSL Bus GmbH (στο εξής: OSL Bus), του νέου φορέα των μεταφορών αυτών.

2.        Το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το εάν υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23 σε περίπτωση όπου, ναι μεν δεν μεταβιβάστηκαν σημαντικά ενσώματα περιουσιακά στοιχεία, αλλά η πλειονότητα του προσωπικού προσελήφθη από τον νέο φορέα εκμεταλλεύσεως. Ερωτά επίσης εάν πρέπει να εφαρμοστεί εν προκειμένω η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Liikenne (4), η οποία αφορούσε την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για τα δικαιώματα των εργαζομένων σε περιπτώσεις μεταβιβάσεως επιχειρήσεων που σχετίζονται με την εκμετάλλευση λεωφορειακών γραμμών.

 Η οδηγία 2001/23

3.        Στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2001/23 εξαγγέλλονται τα ακόλουθα. Πρώτον, είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων, σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους (5). Δεύτερον, ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων (6) ορίζει ότι «[η] ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς πρέπει να οδηγήσει σε βελτίωση των συνθηκών [διαβίωσης] και εργασίας των εργαζομένων στην [τότε] Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η βελτίωση αυτή πρέπει, επίσης, να επιφέρει, όπου είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη ορισμένων πλευρών της εργατικής νομοθεσίας, όπως οι διαδικασίες ομαδικών απολύσεων ή οι διαδικασίες πτώχευσης […]» (7). Τρίτον, η οδηγία 77/187 θεσπίστηκε το 1977 για την προώθηση, μεταξύ άλλων της εναρμονίσεως των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων εθνικών νομοθεσιών (8).

4.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ορίζει ότι η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα συμβατικής μεταβιβάσεως ή συγχώνευσης. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, «[…] θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της [οδηγίας 2001/23], η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας». Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, προβλέπει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται όταν και εφόσον η μεταβιβαστέα επιχείρηση, η εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης ευρίσκεται στο πεδίο εδαφικής εφαρμογής της συνθήκης.

5.        Το άρθρο 2 περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς. «[Μεταβιβάζων]» είναι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω μιας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης»· ως «[διάδοχος]» νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης»· και «εργαζόμενος» είναι «πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας» (9).

6.        Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο]». Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3, παράγραφος 3, ορίζει ότι, «μετά τη μεταβίβαση, ο [διάδοχος] εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του [μεταβιβάζοντος], σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως».

 Η οδηγία 92/50

7.        Η οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (10), θέσπισε τους κανόνες που πρέπει να τηρούν οι αναθέτουσες αρχές κατά τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Ωστόσο, κατά τον χρόνο του διαγωνισμού τον οποίο διεξήγαγε η αναθέτουσα αρχή της κύριας δίκης για τη σύναψη της συμβάσεως για τις τοπικές δημόσιες οδικές μεταφορές επιβατών με λεωφορεία, η ως άνω οδηγία είχε αντικατασταθεί από την οδηγία 2014/24/ΕΕ σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΕ (11). Ως εκ τούτου, στις παρούσες προτάσεις θα αναφερθώ στην τελευταία αυτή οδηγία.

 Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα.

8.        Η SBN, δυνάμει συμβάσεως με τη Landkreis Oberspreewald-Lausitz (περιφέρεια Oberspreewald-Lausitz, στο εξής: Landkreis ή αναθέτουσα αρχή) ισχύουσας από την 1η Αυγούστου 2008, εκτελούσε τις τοπικές δημόσιες μεταφορές επιβατών με λεωφορεία εντός της εν λόγω περιφέρειας. Τον Σεπτέμβριο του 2016 η Landkreis προκήρυξε νέο διαγωνισμό για την εκτέλεση των μεταφορών αυτών. Η SBN δεν συμμετείχε στον εν λόγω διαγωνισμό. Στη συνέχεια, η SBN αποφάσισε την παύση των δραστηριοτήτων της και απέλυσε όλους τους εργαζομένους της.

9.        Στις 19 Ιανουαρίου 2017, η SBN συμφώνησε πρόγραμμα κοινωνικών μέτρων με το συμβούλιο εργαζομένων της εταιρίας. Το πρόγραμμα κοινωνικών μέτρων προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ο νέος φορέας εκμεταλλεύσεως δεν προσφέρει στους εργαζομένους κάποια θέση εργασίας ή τους επαναπροσλάβει με μειωμένες αποδοχές, αυτοί θα λάβουν αποζημιώσεις λύσεως της εργασιακής σχέσεως, διαφόρων ποσών.

10.      Για την παροχή των υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών με λεωφορεία από την 1η Αυγούστου 2017 επελέγη η Kraftverkehrsgesellschaft Dreiländereck mbH (στο εξής: KVG), θυγατρική εταιρία της Rhenus Veniro GmbH & Co. KG σε ποσοστό 100 %. Η τελευταία ίδρυσε την OSL Bus GmbH, η οποία της ανήκει σε ποσοστό 100 %, για την εκτέλεση του μεταφορικού έργου. Η OSL Bus επαναπροσέλαβε την πλειονότητα των οδηγών και ορισμένα διοικητικά στελέχη που απασχολούσε ο προηγούμενος φορέας εκμεταλλεύσεως, η SBN. Με επιστολή της 10ης Απριλίου 2017, ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως ενημέρωσε την SBN ότι δεν επρόκειτο να αγοράσει, μισθώσει ή άλλως χρησιμοποιήσει τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία –λεωφορεία, αμαξοστάσια και επαγγελματικές εγκαταστάσεις– που ανήκαν στην τελευταία.

11.      Ο R. Grafe εργαζόταν για την SBN (ή την προκάτοχό της) με πλήρες ωράριο από τις 16 Ιουλίου 1978 ως οδηγός αστικού λεωφορείου και επικεφαλής ομάδας. Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 2017, η SBN κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του R. Grafe με ισχύ από την 31η Αυγούστου 2017. Από την 1η Σεπτεμβρίου 2017, εργάζεται στην OSL Bus ως οδηγός λεωφορείων. Ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως δεν αναγνώρισε τον χρόνο προϋπηρεσίας του R. Grafe στην SBN. Ως εκ τούτου, τον κατέταξε στο εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο της συλλογικής συμβάσεως εργασίας της OSL Bus. Ο R. Grafe αμφισβητεί την απόλυσή του από την SBN και ισχυρίζεται ότι ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως οφείλει να αναγνωρίσει τον χρόνο προϋπηρεσίας του για την κατάταξή του σε μισθολογικό κλιμάκιο. Τόσο ο R. Grafe όσο και η SBN θεωρούν ότι η σχέση εργασίας μεταβιβάστηκε στην OSL Bus στο πλαίσιο μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.

12.      Ο J. Pohle εργαζόταν στην SBN με πλήρες ωράριο από την 6η Νοεμβρίου 1979 ως οδηγός αστικού λεωφορείου και επικεφαλής ομάδας. Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 2017, η SBN κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του J. Pohle με ισχύ από την 31η Αυγούστου 2017. Ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως δεν τον επαναπροσέλαβε. Ο J. Pohle προσέβαλε την καταγγελία της SBN. Επικουρικώς, διεκδικεί καταβολή αποζημιώσεως λύσεως της εργασιακής σχέσεως, ύψους 68 034,56 ευρώ, βάσει του προγράμματος κοινωνικών μέτρων που συμφωνήθηκε μεταξύ της SBN και του συμβουλίου εργαζομένων της.

13.      Με την ανταγωγή της, η SBN υποστηρίζει ότι η σχέση εργασίας μεταφέρθηκε στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως, δεδομένου ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23. Συνεπώς, η SBN δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως λύσεως της εργασιακής σχέσεως στον J. Pohle. Η OSL Bus ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω μεταβίβαση επιχειρήσεως. Δεν ανέλαβε κανένα από τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως και το γεγονός ότι προσέλαβε πολλούς από τους εργαζομένους δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την παροχή των υπηρεσιών μεταφορών επιβατών με λεωφορεία.

14.      Με την απόφαση Liikenne (12), το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταφορά με λεωφορείο δεν μπορεί να θεωρηθεί δραστηριότητα στηριζόμενη κυρίως στο εργατικό δυναμικό, στο μέτρο που απαιτεί σημαντικό εξοπλισμό και εγκαταστάσεις. Σε έναν τομέα όπως η δημόσια συγκοινωνία με λεωφορείο, όπου τα ενσώματα στοιχεία συμβάλλουν σημαντικά στην άσκηση της δραστηριότητας, η μη μεταβίβαση από την παλαιά στη νέα επιχείρηση μεγάλου μέρους τέτοιων στοιχείων, απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία της οντότητας, επιτρέπει να συναχθεί ότι η οντότητα αυτή δεν διατηρεί την ταυτότητά της (13).

15.      Το αιτούν δικαστήριο δέχεται το επιχείρημα που προέβαλε η SBN στην κύρια δίκη ότι οι συνθήκες που σχετίζονται με την εκμετάλλευση των επίμαχων λεωφορειακών γραμμών διαφέρουν σε σχέση με εκείνες επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Liikenne (14). Οι συνθήκες αυτές περιλαμβάνουν: i) νομικές απαιτήσεις, τεχνολογικές εξελίξεις και προστασία του περιβάλλοντος, όπως το πρότυπο «Euro-6» για τις εκπομπές (15)· ii) σύμβαση παροχής υπηρεσιών δημόσιας οδικής μεταφοράς επιβατών με λεωφορεία η οποία έχει δεκαετή διάρκεια· και iii) κριτήρια αναθέσεως που προβλέπουν ότι τα λεωφορεία δεν πρέπει να έχουν υπερβεί το όριο ηλικίας των 15 ετών (από την ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας) (16), ότι όλα τα χρησιμοποιούμενα λεωφορεία πρέπει να έχουν ομοιόμορφο βασικό σχεδιασμό, να συμμορφώνονται τουλάχιστον προς το πρότυπο «Euro‑6» (17) και ότι από την 1η Ιανουαρίου 2018 το 40 % των χρησιμοποιούμενων οχημάτων έπρεπε να είναι χαμηλοδάπεδα ή χαμηλής εισόδου (low-entry) οχήματα (με αύξηση του ποσοστού στο 70 % από την 1η Ιανουαρίου 2022) (18). Συνεπώς, ο νέος φορέας εκμεταλλεύσεως μπορούσε εύλογα να αποκλείσει το ενδεχόμενο να αναλάβει τον στόλο λεωφορείων του προηγούμενου φορέα.

16.      Το αιτούν δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα. Πρώτον, τα λεωφορεία που είναι ακατάλληλα για μελλοντική χρήση ή κατάλληλα μόνο για περιορισμένη χρήση δεν μπορούν να θεωρηθούν ζωτικής σημασίας για τους σκοπούς του νέου φορέα εκμεταλλεύσεως. Αντίθετα, είναι αναγκαία η αντικατάστασή τους για να είναι δυνατή η παροχή των υπηρεσιών τοπικής συγκοινωνίας. Δεύτερον, δεν απαιτούνται πλέον αμαξοστάσια. Τρίτον, οι οδηγοί λεωφορείων είναι ζωτικής σημασίας για τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Οι τεχνικές προδιαγραφές του διαγωνισμού προέβλεπαν ότι «ο ανάδοχος οφείλει να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των εργαζομένων στον τομέα των οδικών μεταφορών με τις απαιτήσεις ενός ελκυστικού δικτύου τοπικών δημοσίων συγκοινωνιών, σταθερά προσανατολισμένου στην παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου και επικεντρωμένου στις ανάγκες των επιβατών». Οι οδηγοί λεωφορείων –ειδικά στις αγροτικές περιοχές– αποτελούν τον πολυτιμότερο και, κυρίως, δυσεύρετο πόρο. Τέλος, οι οδηγοί λεωφορείου, αν ληφθούν υπόψη οι γνώσεις της οικείας περιοχής από την πολύχρονη απασχόλησή τους και η εμπειρία τους ως προς τις συγκεκριμένες λεωφορειακές γραμμές, δεν αντικαθίστανται εύκολα.

17.      Τα δρομολόγια του συστήματος τοπικών συγκοινωνιών με λεωφορεία στην περιφέρεια Oberspreewald-Lausitz εκτελούνταν από την SBN έως την 31η Ιουλίου 2017. Από την 1η Αυγούστου 2017 εκτελούνται από τον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι για την απρόσκοπτη μετάβαση από τον ένα φορέα στον άλλον δεν έχουν σημασία τα χρησιμοποιούμενα λεωφορεία, αλλά οι απασχολούμενοι οδηγοί.

18.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Θεωρείται η μεταβίβαση της λειτουργίας των γραμμών λεωφορείων από μια επιχείρηση μεταφορών με λεωφορεία σε μια άλλη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως σύμφωνα με την [οδηγία 2014/24], ως μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2001/23], ακόμη και αν δεν μεταβιβάστηκαν σημαντικά στοιχεία, ιδίως λεωφορεία, από τη μία επιχείρηση στην άλλη;

2)      Αρκεί η διαπίστωση, που συνάγεται βάσει ορθολογικών τεχνικοοικονομικών σταθμίσεων κατά τη σύναψη συμβάσεως υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, ότι τα λεωφορεία δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξία της επιχειρήσεως λόγω της ηλικίας τους και των αυξημένων τεχνικών απαιτήσεων (εκπομπές καυσαερίων, χαμηλοδάπεδα οχήματα) για να δικαιολογήσει παρέκκλιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου από την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99), υπό την έννοια ότι ακόμη και η μεταφορά ενός σημαντικού τμήματος του προσωπικού μπορεί, υπό τις συνθήκες αυτές, να οδηγήσει σε εφαρμογή της [οδηγίας 2001/23];»

19.      Η SBN, η OSL Bus και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Οι R. Grafe και J. Pohle δεν υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις ούτε παραστάθηκαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Μαρτίου 2019, κατά την οποία η SBN, η OSL Bus και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους.

 Ανάλυση

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

20.      Είναι αληθές ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιλαμβάνει περιγραφή του εθνικού δικαίου· ούτε αναφέρει αν η διαδικασία σύναψης δημόσιας συμβάσεως για την εκτέλεση δημόσιων οδικών μεταφορών επιβατών με λεωφορεία για λογαριασμό της περιφέρειας Oberspreewald-Lausitz πληροί τους όρους που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Ωστόσο, θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκείς πληροφορίες για να αποφανθεί· συνεπώς, οι παραλείψεις αυτές δεν συνεπάγονται αδυναμία του Δικαστηρίου να απαντήσει επί των προδικαστικών ερωτημάτων (19).

21.      Δύο ζητήματα εγείρονται από την αναφορά στην οδηγία 92/50. Πρώτον, είναι σαφές από τις παρασχεθείσες πληροφορίες ότι η εν λόγω οδηγία δεν ίσχυε πλέον κατά τον χρόνο που η περιφέρεια Oberspreewald-Lausitz δημοσίευσε την προκήρυξη του διαγωνισμού (20). Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα ζητήματα του δικαίου της Ένωσης αφορούν αποκλειστικά την ερμηνεία της οδηγίας 2001/23 σχετικά με τη μεταβίβαση επιχειρήσεων. Το Δικαστήριο έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι το γεγονός ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2001/23 μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοστούν σε μια πράξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών για τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει τους σκοπούς της (21). Το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να εξετάσει κατά πόσον τηρήθηκαν οι κρίσιμες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου δημοσίων συμβάσεων και δεν είναι απαραίτητο να επιμείνει στο σημείο αυτό προκειμένου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.

22.      Δεν αμφισβητείται ότι η μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως των υπηρεσιών δημοσίων μεταφορών επιβατών με λεωφορεία για λογαριασμό της Landkreis Oberspreewald-Lausitz εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23 (22). Για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας η SBN είναι ο μεταβιβάζων, η OSL Bus είναι ο διάδοχος και οι R. Grafe και J. Pohle είναι εργαζόμενοι, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ, και δʹ, αντίστοιχα.

 Τα προδικαστικά ερωτήματα

23.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν η μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως λεωφορειακών γραμμών σε αγροτική περιοχή από έναν φορέα εκμεταλλεύσεως σε άλλον, στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημόσιας συμβάσεως, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23, ακόμη και αν δεν μεταβιβάστηκαν στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως ενσώματα περιουσιακά στοιχεία (όπως τα ίδια τα λεωφορεία). Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται κατ’ ουσίαν εάν, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων κατά την οποία τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία δεν είναι πλέον σημαντικά, είναι δυνατή απόκλιση από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Liikenne (23). Για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, είναι απαραίτητη η εξέταση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω αμφότερα τα προδικαστικά ερωτήματα από κοινού.

24.      Το πρακτικό ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι εάν η OSL Bus υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας των R. Grafe και J. Pohle με τον προηγούμενο φορέα εκμεταλλεύσεως (24).

25.      Επί του σημείου αυτού υπάρχει σε ορισμένο βαθμό σύμπτωση απόψεων μεταξύ της SBN, της OSL Bus και της Επιτροπής. Πρώτον, όλοι συνομολογούν ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23, είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία χαρακτηρίζουν την επίμαχη επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα περιστατικά αυτά πρέπει να θεωρηθούν μέρος της συνολικής αξιολόγησης της υπό κρίση διαφοράς και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξεταστούν μεμονωμένα. Δεύτερον, αναγνωρίζουν ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι σε ορισμένους τομείς όπου η διατήρηση του προσωπικού της επιχειρήσεως είναι πρωταρχικής σημασίας μια επιχείρηση μπορεί να διατηρήσει την ταυτότητά της μετά τη μεταβίβαση, εάν ο διάδοχος φορέας όχι μόνον ασκεί την ίδια δραστηριότητα, αλλά διατηρεί ουσιαστικά την ίδια ομάδα προσωπικού.

26.      Η SBN υποστηρίζει ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως. Τα ίδια τα λεωφορεία (τα οποία αντικαθίστανται εύκολα) έχουν λιγότερη σημασία από το προσωπικό. Μόνο με την επαναπρόσληψη μεγάλου μέρους του υφιστάμενου προσωπικού της SBN θα μπορούσε ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως να συνεχίσει την ομαλή λειτουργία των λεωφορειακών γραμμών στην περιφέρεια Oberspreewald-Lausitz.

27.      Η OSL Bus υποστηρίζει ότι, αντιθέτως, η οδηγία 2001/23 δεν εφαρμόζεται όταν δεν έχει υπάρξει σημαντική μεταβίβαση λειτουργικών πόρων (εν προκειμένω των λεωφορείων) από τον προηγούμενο φορέα εκμεταλλεύσεως στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως. Η μεταφορά με λεωφορείο αποτελεί ακριβώς έναν από τους τομείς οι οποίοι δεν βασίζονται ουσιαστικά σε εξειδικευμένο προσωπικό. Στον εν λόγω τομέα, η προστιθέμενη αξία δημιουργείται ιδίως από τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία, ήτοι τα λεωφορεία. Η υπηρεσία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Ως εκ τούτου, είναι καθοριστικής σημασίας η μεταβίβαση των λεωφορείων από τον προηγούμενο στον νέο φορέα εκμεταλλεύσεως.

28.      Ομοίως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Liikenne (25) συνάγεται ότι η μεταφορά με λεωφορεία δεν αποτελεί τομέα στον οποίο η παροχή της υπηρεσίας εξαρτάται από το προσωπικό. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει εάν συντρέχουν επαρκή στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της καταφάσεως της μεταβιβάσεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η σημασία του γεγονότος ότι δεν μεταβιβάστηκαν ενσώματα περιουσιακά στοιχεία δεν μετριάζεται από το γεγονός ότι ο προηγούμενος φορέας εκμεταλλεύσεως ασκούσε την εν λόγω δραστηριότητα με ενσώματα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είχαν απολέσει μεγάλο μέρος της υλικής τους αξίας λόγω παλαιότητας και τα οποία ήταν παρωχημένα λόγω της τεχνικής προόδου στον εν λόγω τομέα.

29.      Φρονώ ότι, για να διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας 2001/23, το Δικαστήριο ουσιαστικά προσεγγίζει το ζήτημα της διαπίστωσης κατά πόσον υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, εξετάζοντας εάν η επίμαχη οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της (26). Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή, παρά τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της εν λόγω οδηγίας και τις αποκλίσεις μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών ως προς το τι συνιστά συμβατική μεταβίβαση. Το Δικαστήριο έδωσε αρκετά ελαστική ερμηνεία, σύμφωνα με τον σκοπό της οδηγίας 2001/23 (27).

30.      Για να διαπιστωθεί εάν μια επιχείρηση διατηρεί την ταυτότητά της, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, στα οποία συγκαταλέγονται ιδίως το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως, η μεταβίβαση ή μη ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματικό φορέα, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο συνολικής αξιολογήσεως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και, επομένως, δεν μπορούν να εκτιμώνται μεμονωμένα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται (28). Εξ αυτού συνάγεται ότι η βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί αντιστοίχως στα διάφορα κριτήρια της υπάρξεως μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23 αναγκαστικά ποικίλλει αναλόγως της ασκούμενης δραστηριότητας ή και αναλόγως των μεθόδων παραγωγής ή εκμεταλλεύσεως που εφαρμόζονται στην οικεία επιχείρηση, στην οικεία εγκατάσταση ή στο οικείο τμήμα εγκαταστάσεως (29).

31.      Η δυσκολία εν προκειμένω έγκειται στον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής του εν λόγω κριτηρίου, ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση της βαρύτητας που πρέπει να αποδοθεί στους ποικίλους παράγοντες της αξιολογήσεως αυτής. Φρονώ ότι δεν πρόκειται απλώς για το ζήτημα εάν το προσωπικό ή τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία (τα λεωφορεία) μεταβιβάστηκαν στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως. Αντιθέτως, η αφετηρία οποιασδήποτε αξιολογήσεως θα έπρεπε να είναι ο σκοπός της οδηγίας 2001/23, ο οποίος είναι η παροχή προστασίας στους εργαζομένους σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους (30). Συνεπώς, κατά την άποψή μου, η όποια διαπίστωση απαιτεί εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως πολύ πιο εξειδικευμένη σε σχέση με εκείνη που προτείνεται από τους ενδιαφερομένους.

32.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας (ή από σχέση εργασίας), μεταβιβάζονται αυτομάτως στον διάδοχο κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.

33.      Το νομοθετικό ιστορικό επιβεβαιώνει ότι, όταν μεταβιβάζεται μια επιχείρηση, η προστασία της σχέσης εργασίας μεταξύ του εκχωρητή και των εργαζομένων που μεταφέρονται στον διάδοχο φορέα βρίσκεται στον πυρήνα της οδηγίας 2001/23 (31). Επομένως, η διαπίστωση του κατά πόσο διατηρείται η ταυτότητα της εν λόγω οντότητας και η αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστατικών πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον εν λόγω κεντρικό σκοπό.

34.      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι μια τέτοια αξιολόγηση είναι κατ’ ανάγκην ευέλικτη. Συνεπώς, η βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί στους διάφορους παράγοντες της αξιολογήσεως ποικίλλει, ανάλογα με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Αφενός, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε έναν τομέα όπου η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, η ταυτότητα μίας οικονομικής οντότητας δεν διατηρείται αν ο διάδοχος δεν αναλαμβάνει σημαντικό τμήμα του προσωπικού της οντότητας αυτής (32). Αφετέρου, όταν η δραστηριότητα στηρίζεται ουσιαστικά στον εξοπλισμό, το γεγονός ότι ο διάδοχος δεν αναλαμβάνει τους πρώην εργαζομένους μιας επιχείρησης δεν αρκεί για να αποκλειστεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως επιχειρήσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23 (33).

35.      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το εργατικό δυναμικό (οδηγοί λεωφορείων και διοικητικό προσωπικό) παίζει σημαντικό ρόλο για να διασφαλιστεί ότι η εκμετάλλευση των τοπικών λεωφορειακών γραμμών στην περιφέρεια Oberspreewald-Lausitz θα μεταφερθεί απρόσκοπτα από τον προηγούμενο στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως (34). Ωστόσο, στη διάταξη περί παραπομπής δεν περιλαμβάνεται διαπίστωση κατά την οποία τα λεωφορεία και άλλα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία ήταν ζωτικής σημασίας για την επιχείρηση, ιδίως κατά τον χρόνο προκήρυξης του διαγωνισμού από την αρμόδια αρχή.

36.      Φρονώ, συνεπώς, ότι η SBN και η OSL Bus δεν μπορεί να έχουν δίκιο, καθόσον αμφότερες οι εναγόμενες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι συνάγεται αυτομάτως ότι υπάρχει (ή, αντιθέτως, δεν υπάρχει) μεταβίβαση επιχειρήσεως, ανάλογα με το εάν συντρέχει ένας εκ των παραγόντων που προσδιορίστηκαν από το Δικαστήριο. Η αξιολόγηση που πρέπει να διενεργηθεί είναι πιο περίπλοκη.

37.      Στην υπόθεση Schmidt (35), το Δικαστήριο εξέτασε ειδικώς το ζήτημα κατά πόσον η απουσία μεταβιβάσεως ενσώματων περιουσιακών στοιχείων αποκλείει την ύπαρξη μεταβιβάσεως υπό την έννοια της οδηγίας 77/187 (36). Το Δικαστήριο έδωσε σαφή αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Επισήμανε ότι, σε παλαιότερη νομολογία, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων απαριθμείται μεταξύ «των διαφόρων κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως μιας πολύπλοκης πράξεως ή συναλλαγής, κατά πόσον υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως» (37). Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι η μεταβίβαση ενσώματων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνεται μεταξύ των κριτηρίων, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει τέτοιας μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχείων, δεν υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι είχε αποφανθεί παλαιότερα (στην υπόθεση Spijkers) (38) ότι ο εν λόγω παράγοντας δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας αφ’ εαυτού. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της οδηγίας, ήτοι η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, «δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση [αυτού μόνο του] παράγοντα» (39).

38.      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει στη διάταξη περί παραπομπής ότι η ανάληψη από την OSL Bus του στόλου των λεωφορείων που χρησιμοποιούσε η SBN αποκλειόταν στην πράξη λόγω μεταβολής των συνθηκών όσον αφορά την εκμετάλλευση λεωφορειακών γραμμών στη Landkreis Oberspreewald-Lausitz. Πλέον ισχύουν αυστηρότερα κριτήρια για τις εκπομπές. Τα κυκλοφορούντα λεωφορεία δεν επιτρεπόταν να έχουν ηλικία άνω των 15 ετών (τα λεωφορεία της SBN ήταν κατά μέσο όρο 13 ετών κατά τον χρόνο ανάληψης της διεξαγωγής της τοπικής συγκοινωνίας από τον διάδοχο φορέα). Μεγάλο μέρος των χρησιμοποιούμενων οχημάτων έπρεπε να είναι προσβάσιμο από άτομα με αναπηρία. Υπήρχε γενική τάση χρήσεως ηλεκτρικών αντί των πετρελαιοκίνητων ή βενζινοκίνητων λεωφορείων· το αιτούν δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι η σύμβαση του διαδόχου φορέα εκμεταλλεύσεως ήταν διάρκειας 10 ετών. Όσον αφορά το προσωπικό, το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα της SBN ότι «οι οδηγοί λεωφορείων είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομική οντότητα». Οι τεχνικές προδιαγραφές του διαγωνισμού ορίζουν ότι «ο ανάδοχος οφείλει να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των εργαζομένων στον τομέα των οδικών μεταφορών με τις απαιτήσεις ενός ελκυστικού δικτύου τοπικών δημοσίων συγκοινωνιών, σταθερά προσανατολισμένου στην παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου και επικεντρωμένου στις ανάγκες των επιβατών». Το αιτούν δικαστήριο έκρινε επίσης ότι στις αγροτικές περιοχές, όπως η Landkreis Oberspreewald-Lausitz, οι πεπειραμένοι οδηγοί λεωφορείων είναι δυσεύρετοι και πολύτιμοι (40).

39.      Το κατά πόσον η επίμαχη επιχείρηση διατήρησε την ταυτότητά της αποτελεί τελικώς θέμα πραγματικών περιστατικών· και, ως εκ τούτου, ζήτημα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογία, η διατήρηση της ταυτότητας εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την εκ μέρους του νέου επιχειρηματία συνέχιση ή επανέναρξη των ίδιων ή ανάλογων οικονομικών δραστηριοτήτων (41).

40.      Εν προκειμένω, στη διάταξη περί παραπομπής εκτίθεται ότι η OSL Bus, ο νέος φορέας εκμεταλλεύσεως, παρείχε ουσιαστικά παρόμοιες υπηρεσίες τοπικής συγκοινωνίας με εκείνες που παρέχονταν από τον προηγούμενο φορέα εκμεταλλεύσεως, την SBN. Δεν υπήρξε καμία διακοπή στην παροχή των υπηρεσιών (42). Η υπηρεσία παρεχόταν στον ίδιο πελάτη (την αναθέτουσα αρχή) πιθανώς με την εκτέλεση εν πολλοίς των ίδιων δρομολογίων για τους ίδιους επιβάτες.

41.      Με αυτά τα δεδομένα, είναι το γεγονός ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση ενσώματων περιουσιακών στοιχείων υπέρτερης σημασίας;

42.      Η OSL Bus τονίζει ιδιαίτερα αυτό που περιγράφει ως «προστιθέμενη αξία των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως». Υποστηρίζει ότι οι παράγοντες που εκτέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής είναι επουσιώδεις. Η υπόθεση πρέπει να εκτιμηθεί in abstracto και το κατά πόσον τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως είναι καθοριστικής σημασίας.

43.      Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.

44.      Η μεταβίβαση επιχειρήσεως δεν γίνεται in abstracto. Τουναντίον: τα στοιχεία που αναφέρονται από το αιτούν δικαστήριο συνάδουν με τους παράγοντες που αναγνωρίστηκαν ως σημαίνοντες από το Δικαστήριο στην πλούσια νομολογία του. Ακριβώς επειδή η μεταβίβαση μιας επιχείρησης έχει πραγματικές και πρακτικές συνέπειες, όχι μόνο για τους εμπλεκόμενους φορείς, αλλά και για τους εργαζομένους τους, ο Ευρωπαίος νομοθέτης αποφάσισε να αναλάβει δράση στον τομέα αυτό. Ως εκ τούτου, θα ήταν παράλογο να εξετάζονται οι περιπτώσεις αυτές εντελώς in abstracto. Το κριτήριο που εφαρμόζεται από το Δικαστήριο αποτελεί κατ’ εξοχήν πρακτικό κριτήριο που αφορά τις πραγματικές συνθήκες: υφίσταται «μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23; Η αξιολόγηση αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί στη διαπίστωση εάν τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται από τον προηγούμενο στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως.

45.      Συνάγεται κατ’ ανάγκην από την απόφαση Liikenne (43) ότι, επειδή ο υφιστάμενος στόλος (παλαιών) λεωφορείων δεν μεταβιβάστηκε στον νέο φορέα εκμεταλλεύσεως, δεν υφίσταται εν προκειμένω μεταβίβαση επιχειρήσεως;

46.      Η υπόθεση Liikenne (44) αφορούσε τριετή σύμβαση παροχής συγκοινωνιακού έργου που κάλυπτε επτά περιφερειακές λεωφορειακές γραμμές. Ο προηγούμενος φορέας εκμεταλλεύσεως (η Hakunilan Liikenne, στο εξής: HL) εκμεταλλευόταν τις γραμμές με 26 λεωφορεία. Εν αναμονή της παραδόσεως 22 νέων λεωφορείων που είχε παραγγείλει, ο νέος φορέας εκμεταλλεύσεως (η Liikenne) μίσθωσε δύο λεωφορεία από την HL για περίοδο δύο ή τριών μηνών και αγόρασε ορισμένες στολές (45). Δεν ανέλαβε οχήματα ή άλλα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία σε μόνιμη βάση.

47.      Το Δικαστήριο ξεκίνησε με τη διατύπωση μιας σειράς γενικών παρατηρήσεων, σύμφωνα με πάγια νομολογία. Μεταξύ αυτών ήταν η αναφορά στους σκοπούς της οδηγίας 2001/23· το τι συνιστά επιχείρηση υπό την έννοια της εν λόγω οδηγίας· η παρουσίαση του γενικού και των επιμέρους κριτηρίου ως προς κατά πόσον υπήρξε «μεταβίβαση» υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας· και μια υπενθύμιση ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά κάθε συγκεκριμένης υποθέσεως (46).

48.      Το ακόλουθο απόσπασμα της αποφάσεως είναι αυτό που ενδεχομένως παρουσιάζει δυσκολίες:

«39.      […], η μεταφορά με λεωφορείο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα στηριζόμενη κυρίως στο εργατικό δυναμικό, στο μέτρο που απαιτεί σημαντικό εξοπλισμό και εγκαταστάσεις (βλ., για την ίδια διαπίστωση όσον αφορά τη διάνοιξη υπογείων στοών ανθρακωρυχείου, την προπαρατεθείσα απόφαση Allen [(47)] σκέψη 30). Επομένως, η έλλειψη μεταβιβάσεως, από την παλαιά στη νέα αναλαμβάνουσα το έργο επιχείρηση, ενσώματων περιουσιακών στοιχείων για την εκμετάλλευση των οικείων γραμμών λεωφορείου, συνιστά περίσταση που πρέπει να ληφθεί υπόψη.

40.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος των εναγομένων της κύριας δίκης τόνισε την οικονομική αξία της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της αναθέτουσας αρχής YTV και της Liikenne, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για σημαντικό άυλο περιουσιακό στοιχείο. Η αξία αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί· εντούτοις, στις περιπτώσεις ανανεώσεως μιας συμβάσεως, η αξία ενός τέτοιου άυλου περιουσιακού στοιχείου μηδενίζεται κατά κανόνα με τη λήξη της συμβάσεως του πρώην δικαιούχου, για τον λόγο ακριβώς ότι η σύμβαση τίθεται επί νέας βάσεως.

41.      Ασφαλώς, αν ένας δημόσιος διαγωνισμός, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, προβλέπει ότι η νέα επιχείρηση υποκαθίσταται στις υφιστάμενες με την πελατεία συμβάσεις ή αν το μεγαλύτερο μέρος της μπορεί να θεωρηθεί “εξασφαλισμένο”, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει μεταβίβαση πελατείας.

42.      Πάντως, σε έναν τομέα όπως η δημόσια συγκοινωνία με λεωφορείο, όπου τα ενσώματα στοιχεία συμβάλλουν σημαντικά στην άσκηση της δραστηριότητας, η μη μεταβίβαση από την παλαιά στη νέα επιχείρηση μεγάλου μέρους τέτοιων στοιχείων, απαραίτητων για την εύρυθμη λειτουργία της μονάδας, επιτρέπει να συναχθεί ότι η μονάδα αυτή δεν διατηρεί την ταυτότητά της.

43.      Επομένως, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, η οδηγία 77/187 δεν έχει εφαρμογή ελλείψει μεταβιβάσεως σημαντικών ενσώματων περιουσιακών στοιχείων από την παλαιά στη νέα επιχείρηση.»

49.      Ως εκ τούτου, η απάντηση που δόθηκε στο εθνικό δικαστήριο ήταν ότι «[…] σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, η οδηγία 77/187 δεν έχει εφαρμογή ελλείψει μεταβιβάσεως σημαντικών ενσώματων στοιχείων μεταξύ των δύο προαναφερθεισών επιχειρήσεων» (48).

50.      Λαμβάνοντας υπόψη τα χωρία που παρέθεσα από την απόφαση Liikenne, θα ήθελα να επικροτήσω τον ζήλο και την ευθυκρισία που επέδειξε το Arbeitsgericht Cottbus (δικαστήριο εργατικών διαφορών Cottbus) υποβάλλοντας την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

51.      Σημαίνει η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Liikenne ότι το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί εν προκειμένω να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα επί διαφορετικών πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η μεταβολή του φορέα εκμεταλλεύσεως δημόσιας τοπικής συγκοινωνίας δεν αφορούσε τη μεταβίβαση του υφιστάμενου στόλου λεωφορείων από τον προηγούμενο στον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως;

52.      Δεν το νομίζω.

53.      Κατά την άποψή μου, τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως είναι σαφώς διαφορετικά, ως προς κρίσιμες απόψεις, από εκείνα επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση στην υπόθεση Liikenne.

54.      Είναι ασφαλώς αδύνατο να λειτουργήσουν λεωφορειακές γραμμές χωρίς να υπάρχουν λεωφορεία αλλά και οδηγοί για την οδήγηση τους. Ωστόσο, κανένα από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Liikenne, όπως έχουν καταγραφεί στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger (49) και στην απόφαση (50), δεν υποδηλώνει ότι η απόφαση του διαδόχου φορέα εκμεταλλεύσεως να μην αναλάβει τον στόλο των λεωφορείων του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως υπαγορεύτηκε από νομικούς, τεχνικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους. Η Liikenne φαίνεται ότι διέθετε σχεδόν επαρκή αριθμό λεωφορείων για να εξυπηρετήσει τις επτά πρόσθετες γραμμές τις οποίες είχε αρχίσει να εκμεταλλεύεται (μίσθωσε δύο λεωφορεία από την HL για σύντομο χρονικό διάστημα)· και είχε ήδη παραγγείλει 22 νέα λεωφορεία. Γιατί λοιπόν (από επιχειρηματική άποψη) να αναλάβει τον υφιστάμενο στόλο 26 λεωφορείων της HL;

55.      Εν προκειμένω, η δημόσια σύμβαση αφορούσε υπερτριπλάσιο χρονικό διάστημα (10 έτη, αντί 3 ετών). Αντικείμενό της ήταν οι λεωφορειακές γραμμές ολόκληρης της περιφέρειας, όπου η εύκολη εναλλαξιμότητα των λεωφορείων μεταξύ διαφόρων γραμμών ήταν πιθανώς σημαντική. Το κατά πόσον ο υφιστάμενος στόλος λεωφορείων θα μπορούσε λογικά να χρησιμοποιηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω συμβάσεως μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι ελήφθη υπόψη. Είκοσι χρόνια μετά από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Liikenne (51), οι τεχνικές προδιαγραφές του διαγωνισμού καθιστούσαν σαφές στους υποψηφίους αναδόχους ότι ο κεφαλαιακός εξοπλισμός (τα λεωφορεία) που θα χρησιμοποιείτο κατά τη δεκαετή διάρκεια της νέας συμβάσεως θα έπρεπε να πληροί συγκεκριμένα νέα (αυστηρότερα) τεχνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα.

56.      Ως εκ τούτου, η διάταξη περί παραπομπής περιέχει άφθονα στοιχεία για τη συναγωγή του συμπεράσματος (με την επιφύλαξη, φυσικά, τυχόν αναγκαίας νέας επιβεβαίωσης από το εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι αποκλειστικά αρμόδια να κρίνει επί των πραγματικών περιστατικών) ότι –ανεξαρτήτως του μεγέθους του στόλου των λεωφορείων που ήδη διέθετε ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως– δεν είχε νόημα για τον φορέα αυτόν να αναλάβει τον υφιστάμενο στόλο λεωφορείων του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως, διότι δεν θα ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω λεωφορεία για να εκπληρώσει τις νέες συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις. Τα εν λόγω οχήματα βρίσκονταν κοντά στο τέλος της επιτρεπόμενης διάρκειας ζωής τους· και δεν πληρούσαν τις νομικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις που προβλέπονταν στους όρους του διαγωνισμού. Εάν είχε μεταβιβαστεί ο υφιστάμενος στόλος λεωφορείων, αυτός δεν θα ήταν (για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση της σκέψεως 42 της απόφασης Liikenne (52)), «απαραίτητος για την εύρυθμη λειτουργία της μονάδας». Θα ήταν προορισμένος για απόσυρση.

57.      Σε συνθήκες υπό τις οποίες νομικοί, τεχνικοί και περιβαλλοντικοί περιορισμοί συνεπάγονται ότι δεν είναι επιχειρηματικά βιώσιμη η ανάληψη από τον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως, φρονώ ότι η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση είναι το εθνικό δικαστήριο να μη λάβει υπόψη την τύχη των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων και να επικεντρωθεί στα υπόλοιπα στοιχεία της συναλλαγής, κατά την εξέταση του κατά πόσον υπήρξε ή όχι μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση Liikenne (53), και θέτοντας την αναφορά στα ενσώματα «περιουσιακά στοιχεία» εντός αγκυλών «προκειμένου να καθοριστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως οικονομικής μονάδας, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται, [η μεταβίβαση ή όχι ενσωμάτων στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά], η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η αναπρόσληψη ή όχι του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού από τον νέο επικεφαλής της επιχειρήσεως, η μεταβίβαση ή όχι της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των ασκουμένων δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια πιθανής αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν παρά επιμέρους πτυχές της συνολικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται και, επομένως, δεν μπορούν να συνεκτιμώνται μεμονωμένα (βλ., ιδίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις Spijkers [(54)], σκέψη 13, και Süzen (55), σκέψη 14)».

58.      Προσθέτω ότι μια ανάλυση, επικεντρωμένη αποκλειστικά στο γεγονός ότι τέτοια ενσώματα περιουσιακά στοιχεία δεν μεταβιβάστηκαν, θα υπονόμευε τον βασικό σκοπό της οδηγίας 2001/23. Θα ήταν πολύ εύκολο για τον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως να διαμορφώσει τη συναλλαγή κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, με τη μη εξαγορά των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων (πράγματι, πιθανότατα θα οδηγούσε ακριβώς σε αυτό το αποτέλεσμα). Εντούτοις, ο διάδοχος φορέας εκμεταλλεύσεως θα ήταν, ως εκ τούτου, σε θέση να αποφύγει τις υποχρεώσεις που σε διαφορετική περίπτωση θα υπείχε έναντι των εργαζομένων του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως. Τούτο ασφαλώς δεν είναι ορθό.

59.      Η προσέγγιση που προτείνω δεν έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση Liikenne (56). Κάθε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως απαιτεί από το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει τα κριτήρια που τίθενται από τη νομολογία του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της ενώπιόν του διαφοράς. Όπως έδειξα, τα πραγματικά περιστατικά και οι συνθήκες στην απόφαση Liikenne (57) ήταν ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα της παρούσας υποθέσεως. Το σκεπτικό της αποφάσεως Liikenne (58) ισχύει μεν απολύτως, αλλά εν προκειμένω μπορεί να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα βάσει των πολύ διαφορετικών αυτών πραγματικών περιστατικών.

60.      Συνεπώς, θεωρώ ότι, για να διαπιστωθεί εάν μια οικονομική οντότητα έχει διατηρήσει την ταυτότητά της και, ως εκ τούτου, εάν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23, το εθνικό δικαστήριο πρέπει: i) να λάβει πλήρως υπόψη τον κύριο σκοπό της εν λόγω οδηγίας που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων και στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους στην περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη· και ii) να αξιολογήσει όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες που σχετίζονται με την επίμαχη συναλλαγή, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν νομικών, τεχνικών και περιβαλλοντικών περιορισμών που συνδέονται με την άσκηση της επίμαχης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι σημαντικά ενσώματα περιουσιακά στοιχεία δεν μεταβιβάστηκαν είναι κρίσιμο αλλά όχι κατ’ ανάγκην καθοριστικό.

 Πρόταση

61.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Arbeitsgericht Cottbus (δικαστηρίου εργατικών διαφορών Cottbus, Γερμανία) ως ακολούθως:

Για να διαπιστωθεί αν μια οικονομική μονάδα διατήρησε την ταυτότητά της και, ως εκ τούτου, κατά πόσον υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, το εθνικό δικαστήριο πρέπει:

–        να λάβει πλήρως υπόψη τον κύριο σκοπό της εν λόγω οδηγίας που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων και στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους στην περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, και

–        να αξιολογήσει όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες της επίμαχης συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν νομικών, τεχνικών και περιβαλλοντικών περιορισμών που συνδέονται με την άσκηση της επίμαχης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Όπου η μεταβίβαση σημαντικών ενσώματων περιουσιακών στοιχείων αποκλείεται στην πράξη από την ύπαρξη τέτοιων νομικών, τεχνικών και περιβαλλοντικών περιορισμών, το εθνικό δικαστήριο δεν θα πρέπει να θεωρήσει την εν λόγω όψη της συναλλαγής ως κατ’ ανάγκην καθοριστική για να κρίνει αν συντρέχει μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16). Μολονότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρει την οδηγία 77/187 στην περί παραπομπής διάταξή του, εντούτοις κατά τον κρίσιμο χρόνο ίσχυε η οδηγία 2001/23: βλ. σημεία 8 έως 17 των παρουσών προτάσεων.


3      Οδηγία του Συμβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171).


4      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


5      Αιτιολογική σκέψη 3.


6      Ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων εγκρίθηκε την 9η Δεκεμβρίου 1989, βλ. ιδίως σημεία 7, 17 και 18.


7      Αιτιολογική σκέψη 5.


8      Αιτιολογική σκέψη 6.


9      Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ, και δʹ, αντίστοιχα.


10      Οδηγία της 18ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ 1992, L 209, σ. 1). Η εν λόγω οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114).


11      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 135, σ. 120).


12      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


13      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59, σκέψεις 39 και 42).


14      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


15      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι τα κριτήρια αναθέσεως στη διαδικασία διαγωνισμού πρέπει να πληρούν τα τρέχοντα πρότυπα Euro. Λεωφορεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την παροχή υπηρεσιών τοπικών μεταφορών επί ορισμένο χρονικό διάστημα πιθανόν δεν θα πληρούν τα εν λόγω κριτήρια. Για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, ήταν πιθανή η χρήση ηλεκτρικών λεωφορείων, έναντι πετρελαιοκίνητων ή βενζινοκίνητων οχημάτων. Για τα περισσότερα πετρελαιοκίνητα οχήματα είναι πιθανόν να ισχύει απαγόρευση κυκλοφορίας (ιδίως στο κέντρο των πόλων) εξαιτίας της ρύπανσης από οξείδιο του αζώτου. Συνεπώς, στην πράξη ο ανάδοχος δεν θα αναλάμβανε τον υφιστάμενο στόλο λεωφορείων.


16      Ο μέσος όρος ηλικίας των λεωφορείων της SBN ήταν 13 έτη.


17      Τα λεωφορεία της SBN πληρούσαν το πρότυπο «Euro-3» και «Euro-4», αλλά όχι το πρότυπο «Euro-6».


18      Κανένα από τα λεωφορεία της SBN δεν πληρούσε τα κριτήρια προσβασιμότητας.


19      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2005, Burtscher (C-213/04, EU:C:2005:731, σκέψη 33).


20      Βλ. σημεία 7, 9 και 10 των παρουσών προτάσεων.


21      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 22· βλ., επίσης, σκέψη 25). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, με παραπομπή σε συμβουλευτικές γνωμοδοτήσεις του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ (της 25ης Σεπτεμβρίου 1996, Ε-2/95, Eilert Eidesund κατά Stavanger Catering A/S, Report of the EFTA Court 1η Ιουλίου 1995 – 31 Δεκεμβρίου 1996, σ. 1, σημείο 50, και της 14ης Μαρτίου 1997, Ε-3/96, Tor Angeir Ask and Others κατά ABB Offshore Technology AS and Aker Offshore Partner AS, Report of the EFTA Court 1997, σ. 1, σημείο 33), ότι το γεγονός ότι μια σύμβαση ανατίθεται με διαδικασία διαγωνισμού δεν αποκλείει την εφαρμογή των προστατευτικών για τους εργαζομένους κανόνων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως: βλ. σκέψη 21 της αποφάσεως.


22      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Somoza Hermo και Ilunión Seguridad (C-60/17, EU:C:2018:559, σκέψεις 26 έως 28).


23      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59).


24      Βλ. σημεία 11 και 12 των παρουσών προτάσεων.


25      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


26      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 27)· βλ. πιο πρόσφατη απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Somoza Hermo και Ilunión Seguridad (C‑60/17, EU:C:2018:559, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


27      Απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C-463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


28      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Somoza Hermo και Ilunión Seguridad (C-60/17, EU:C:2018:559, σκέψεις 30 και 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


29      Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Somoza Hermo και Ilunión Seguridad (C-60/17, EU:C:2018:559, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Αιτιολογικές σκέψεις 3, 5 και 6 της οδηγίας 2001/23.


31      Βλ. αιτιολογική έκθεση της πρότασης οδηγίας της Επιτροπής COM(74) 351, τελικό/2 της 21ης Ιουνίου 1974, σ. 2 έως 3 και 5. Στη δεκαετία του 1970 η μεταβίβαση των επιχειρήσεων, οι ομαδικές απολύσεις και η αφερεγγυότητα του εργοδότη ήταν τα τρία βασικά ζητήματα πολιτικής που ρυθμίστηκαν πρώτα από την Ευρωπαϊκή Ένωση πέραν της ισότητας των φύλων – Βλ. ψήφισμα του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1974, περί προγράμματος κοινωνικής δράσεως (OJ 1974, C 13, σ.1).


32      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas (C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 29).


33      Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Securitas (C-200/16, EU:C:2017:780, σκέψη 30).


34      Το Δικαστήριο πληροφορήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία ότι 85 % του προσωπικού του προηγούμενου φορέα εκμεταλλεύσεως επαναπροσλήφθηκε από τον διάδοχο φορέα εκμεταλλεύσεως.


35      Απόφαση της 14ης Απριλίου 1994 (C-392/92, EU:C:1994:134).


36      Βλ. σημείο 1 και υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.


37      Απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (C‑392/92, EU:C:1994:134, σκέψη 16).


38      Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986 (24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 12).


39      Απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (C-392/92, EU:C:1994:134, σκέψη 16). Η αγγλική μετάφραση της αποφάσεως είναι ατυχής (ιδίως με τη χρήση του όρου «subject-matter» [αντικείμενο] σε απόδοση του «objet» [σκοπός]). Παρέφρασα προκειμένου να αποδώσω αυτό που αντιλαμβάνομαι ως έννοια της πρωτότυπης γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η απόφαση (γαλλικής). Το κείμενο έχει ως εξής: «[…] La circonstance que la jurisprudence de la Cour cite le transfert de tels éléments au nombre des différents critères à prendre en compte par le juge national pour, dans le cadre de l’évaluation d’ensemble d’une opération complexe, apprécier la réalité d’un transfert d’entreprise ne permet pas de conclure que l’absence de ces éléments exclue l’existence d’un transfert. En effet, le maintien des droits des travailleurs qui, selon son intitulé même, est l’objet de la directive, ne saurait dépendre de la seule prise en considération d’un facteur dont la Cour a, d’ailleurs, déjà relevé qu’il n’était pas, à lui seul, déterminant (voir arrêt du 18 mars 1986, Spijkers, 24/85, EU:C:1986:127, point 12)».


40      Βλ. σημεία 15 και 16 των παρουσών προτάσεων.


41      Απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (C-392/92, EU:C:1994:134, σκέψη 17).


42      Η SBN έπαυσε να παρέχει συγκοινωνιακό έργο στην αναθέτουσα αρχή την 31η Ιουλίου 2017. Η OSL Bus ξεκίνησε την παροχή υπηρεσιών δημόσιας οδικής μεταφοράς επιβατών με λεωφορεία την 1η Αυγούστου 2017.


43      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


44      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


45      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Liikenne (C-172/99, EU:C:2000:563, σημείο 10). Τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά επαναλαμβάνονται στις σκέψεις 9 και 10 της αποφάσεως.


46      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59, βλ. ιδίως σκέψεις 19, 26, 27, 31, 33 και 35).


47      Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1999, Allen κ.λπ. (C-234/98, EU:C:1999:594).


48      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne [C-172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 44 και σημείο 2, δεύτερη περίπτωση, του διατακτικού της αποφάσεως (στο εξής: διατακτικό), η υπογράμμιση δική μου].


49      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Liikenne (C-172/99, EU:C:2000:563, σημεία 8 έως 14).


50      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59, σκέψεις 8 έως 14).


51      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59).


52      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59).


53      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C-172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 33).


54      Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127).


55      Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C-13/95, EU:C:1997:141).


56      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


57      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).


58      Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001 (C-172/99, EU:C:2001:59).