Language of document :

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 30ής Απριλίου 2015 (1)

Υπόθεση C‑231/14 P

InnoLux Corp., πρώην Chimei InnoLux Corp.,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Παγκόσμια αγορά οθονών υγρών κρυστάλλων (LCD) – Πρόστιμα – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων – Καθορισμός της αξίας των πωλήσεων με τις οποίες σχετίζεται η παράβαση – Εκτός συνόρων εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εσωτερικές πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) – Συνεκτίμηση των πωλήσεων προς τρίτους, εντός του ΕΟΧ, τελικών προϊόντων στα οποία είναι ενσωματωμένο το υπό εξέταση προϊόν»





1.        Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η InnoLux Corp. (στο εξής: InnoLux), πρώην Chimei InnoLux Corp., ζητεί τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης InnoLux κατά Επιτροπής (2), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, μεταρρύθμισε την απόφαση C(2010) 8767 τελικό της Επιτροπής στην υπόθεση COMP/39.309 – LCD (Liquid Crystal Displays) (Οθόνες Υγρών Κρυστάλλων) (3), καθορίζοντας σε 288 εκατομμύρια ευρώ το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε με το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, και, αφετέρου, απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή της περί μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, κατά το μέρος που την αφορά, καθώς και περί μειώσεως του ποσού του εν λόγω προστίμου.

2.        Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως θέτει ένα σημαντικό ερώτημα στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, ήτοι αυτό της εκτός συνόρων εφαρμογής των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ανταγωνισμού (στην προκειμένη περίπτωση, στο πλαίσιο του καθορισμού των πωλήσεων που δύνανται να συνυπολογισθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον υπολογισμό του προστίμου (4)). Η εκτός συνόρων εφαρμογή των κανόνων αυτών από την Επιτροπή αμφισβητείται δικαστικώς σε πολλές υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν επί του παρόντος τόσο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου (5).

I –    Το ιστορικό της διαφοράς

3.        Το ιστορικό της διαφοράς και της επίδικης αποφάσεως, όπως προκύπτουν από τις σκέψεις 1 έως 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.

4.        Η Chi Mei Optoelectronics Corp. (στο εξής: CMO), εταιρία δικαίου της Ταϊβάν, είχε τον έλεγχο ενός ομίλου εταιριών εγκατεστημένων σε όλο τον κόσμο οι οποίες δραστηριοποιούνται στην παραγωγή οθονών υγρών κρυστάλλων ενεργού μήτρας (στο εξής: LCD). Κατόπιν συμφωνίας συγκεντρώσεως της CMO με τις εταιρίες InnoLux Display Corp. και TPO Displays Corp., η νομική οντότητα που προήλθε από τη συνένωση ονομάσθηκε InnoLux, επίσης εταιρία δικαίου της Ταϊβάν, αναιρεσείουσα στην παρούσα υπόθεση.

5.        Μετά την καταγγελία περί υπάρξεως συμπράξεως στην αγορά των LCD την οποία υπέβαλε η εταιρία δικαίου Κορέας Samsung Electronics Co. Ltd (στο εξής: Samsung), η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία και απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων προς δεκαέξι εταιρίες, μεταξύ των οποίων δύο ευρωπαϊκές θυγατρικές τις οποίες κατείχε κατά 100 % η αναιρεσείουσα. Η εν λόγω ανακοίνωση αιτιάσεων εξηγούσε, ιδίως, τους λόγους για τους οποίους οι δύο θυγατρικές της CMO έπρεπε να θεωρηθούν αλληλεγγύως υπεύθυνες για τις παραβάσεις που διέπραξε η τελευταία.

6.        Στις 8 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Αυτή απευθύνεται σε έξι από τις δεκαέξι εταιρίες αποδέκτες της ανακοινώσεως αιτιάσεων, μεταξύ των οποίων η αναιρεσείουσα, η LG Display Co. Ltd (στο εξής: LGD) και η AU Optronics Corp. (στο εξής: AUO). Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνθηκε προς τις θυγατρικές της αναιρεσείουσας.

7.        Στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη συμπράξεως μεταξύ έξι μεγάλων διεθνών κατασκευαστών LCD, μεταξύ των οποίων η αναιρεσείουσα, η LGD και η AUO, στις ακόλουθες δύο κατηγορίες προϊόντων, μεγέθους ίσου ή μεγαλύτερου των 12 ιντσών, ήτοι αφενός των LCD για τις τεχνολογίες πληροφοριών (TI), όπως αυτές που ενσωματώνονται σε μικρούς φορητούς υπολογιστές και σε οθόνες υπολογιστών, και αφετέρου των LCD για τηλεοράσεις (στο εξής, από κοινού: LCD της συμπράξεως).

8.        Για τον καθορισμό των προστίμων που επιβλήθηκαν με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006). Κατ’ εφαρμογήν τους, η Επιτροπή προσδιόρισε την αξία των πωλήσεων των LCD της συμπράξεως τις οποίες αφορούσε άμεσα ή έμμεσα η παράβαση. Προς τούτο, διαχώρισε τις πωλήσεις που πραγματοποίησαν οι συμμετέχοντες στη σύμπραξη στις εξής τρεις κατηγορίες:

–        «άμεσες εντός ΕΟΧ πωλήσεις», ήτοι πωλήσεις που αφορούσαν LCD της συμπράξεως προς άλλη επιχείρηση εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ)·

–        «άμεσες εντός του ΕΟΧ πωλήσεις μέσω μεταποιημένων προϊόντων», ήτοι πωλήσεις που αφορούσαν LCD της συμπράξεως οι οποίες ενσωματώθηκαν, εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει ο παραγωγός, στα τελικά προϊόντα που πωλήθηκαν σε άλλη επιχείρηση εντός του ΕΟΧ, και

–        «έμμεσες πωλήσεις», ήτοι πωλήσεις που αφορούσαν LCD της συμπράξεως προς άλλη επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός του ΕΟΧ, η οποία ενσωμάτωνε στη συνέχεια τις οθόνες στα τελικά προϊόντα τα οποία πωλούσε εντός του ΕΟΧ, «άλλη επιχείρηση» δε ήταν μια επιχείρηση μη αποτελούσα μέρος του ομίλου του πωλητή.

9.        Η Επιτροπή εκτίμησε ότι μπορούσε να λάβει υπόψη μόνο τις δύο πρώτες κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω, κρίνοντας ότι τα επιβληθέντα πρόστιμα είχαν αρκούντως αποτρεπτικό χαρακτήρα ακόμη και χωρίς τη συμπερίληψη της τρίτης κατηγορίας. Βάσει αυτών, η Επιτροπή καταδίκασε την αναιρεσείουσα στην καταβολή προστίμου 300 εκατομμυρίων ευρώ.

II – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

10.      Με δικόγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 2011, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή περί μερικής ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως και περί μειώσεως του ποσού του προστίμου. Προς στήριξη της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο προέβαλε ότι η έννοια των «άμεσων εντός του ΕΟΧ πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων» που εφάρμοσε η Επιτροπή ενείχε πλάνη περί το δίκαιο, με τον δεύτερο ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 101 ΣΛΕΕ κρίνοντας ότι η παράβαση αφορούσε και τις LCD για τηλεοράσεις, ενώ με τον τρίτο ότι στην αξία των σχετικών πωλήσεων που ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή όσον αφορά την αναιρεσείουσα συμπεριλήφθησαν κακώς και άλλες πωλήσεις πέραν των πωλήσεων των LCD της συμπράξεως.

11.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον τελευταίο αυτό λόγο και, κατά συνέπεια, μείωσε το ποσό του προς επιβολή προστίμου σε 288 εκατομμύρια ευρώ (6). Κατά τα λοιπά απέρριψε την προσφυγή.

III – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

 Α       Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με τη συνεκτίμηση «άμεσων εντός του ΕΟΧ πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων»

1.      Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων

12.      Με το πρώτο σκέλος, που αφορά την έννοια των «πωλήσεων οι οποίες σχετίζονται με την παράβαση», η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι συμπεριέλαβε, στην αξία των πωλήσεων οι οποίες συνυπολογίσθηκαν για τον υπολογισμό του προστίμου, τις πωλήσεις της τελικών προϊόντων εντός του ΕΟΧ, ως «άμεσες εντός του ΕΟΧ πωλήσεις μέσω μεταποιημένων προϊόντων», ενώ οι πωλήσεις αυτές δεν σχετίζονται με την παράβαση κατά την έννοια του σημείου 13 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006.

13.      Η Επιτροπή φρονεί ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας απορρίφθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ ορθό συλλογισμό. Τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας αγνοούν το γεγονός ότι η τιμή των LCD της συμπράξεως επηρέαζε αυτή των τελικών προϊόντων και ότι οι συμπαιγνιακές πρακτικές αφορούσαν τόσο τις LCD οι οποίες επρόκειτο να πωληθούν προς τρίτους όσο και τις LCD οι οποίες προορίζονταν προς παράδοση εντός του ομίλου. Πρόκειται για πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου οι οποίες δεν μπορούν να επανεξετασθούν στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης. Θα ήταν σφάλμα να υποστηριχθεί ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πωλήσεως προς τρίτον και παραδόσεως εντός του ομίλου. Η πραγματική είσοδος στην αγορά – ήτοι η πρώτη «πραγματική πώληση»– πραγματοποιείται κατά τον χρόνο και στον τόπο όπου η επιχείρηση πωλεί το τελικό προϊόν.

14.      Με το δεύτερο σκέλος, που αφορά την απόφαση Europa Carton κατά Επιτροπής (T‑304/94, EU:T:1998:89), η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε την απόφαση αυτή, καθότι, αντί να αντιμετωπίσει τις εντός του ομίλου πωλήσεις κατά τον ίδιο τρόπο με τις πωλήσεις προς τρίτους, εφάρμοσε ως προς ορισμένους αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως διαφορετικό κριτήριο κατά τον καθορισμό του τόπου των εντός του ομίλου πωλήσεών τους.

15.      Κατά την Επιτροπή, η απόφαση Europa Carton κατά Επιτροπής (T-304/94, EU:T:1998:89) επιβεβαιώνει ότι η ίδια μπορεί να λαμβάνει υπόψη την αξία προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο συμπράξεως, ανεξαρτήτως του ζητήματος κατά πόσον ένας συμμετέχων στη σύμπραξη αυτή πωλεί άμεσα το εν λόγω προϊόν στην αγορά ή το ενσωματώνει προηγουμένως σε άλλο τελικό προϊόν. Αντιθέτως, η απόφαση αυτή δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να εκλάβει τον τόπο της εσωτερικής παραδόσεως ως τον τόπο πωλήσεως του προϊόντος της συμπράξεως προκειμένου να αξιολογήσει τον σύνδεσμο με το έδαφος του ΕΟΧ.

16.      Με το τρίτο σκέλος, που αφορά την απόφαση Ahlström Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (89/85, 104/85, 114/85, 116/85, 117/85 και 125/85 έως 129/85, EU:C:1988:447, στο εξής: απόφαση Χαρτοπολτός I), η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι από την απόφαση αυτή απορρέει ότι η αρμοδιότητα της Ένωσης δεν εκτείνεται σε κάθε πώληση που πραγματοποιείται εντός του ΕΟΧ, αλλά μόνο στις πραγματοποιούμενες εντός του ΕΟΧ πωλήσεις του προϊόντος που αφορά η εναρμονισμένη δράση ως προς την οποία διαπιστώθηκε παράβαση.

17.      Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει υπόψη, προς υπολογισμό του προστίμου, «άμεσες εντός του ΕΟΧ πωλήσεις μέσω μεταποιημένων προϊόντων» τις οποίες πραγματοποίησε η InnoLux.

18.      Με το τέταρτο σκέλος, που αφορά την απόφαση Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής (6/73 και 7/73, EU:C:1974:18), η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι δεν συνάδει με την απόφαση αυτή η άποψη ότι οι εντός του ομίλου παραδόσεις LCD προς εγκαταστάσεις παραγωγής ευρισκόμενες εντός του ΕΟΧ, όπως στην περίπτωση της Samsung, δεν συνιστούν πωλήσεις εντός του ΕΟΧ οσάκις τα τελικά προϊόντα στα οποία ενσωματώνονται οι LCD πωλούνται εκτός του ΕΟΧ.

19.      Η Επιτροπή φρονεί ότι η αναιρεσείουσα ερμηνεύει εσφαλμένα την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η απόφαση αυτή εξετάζει πράγματι το πεδίο εφαρμογής ratione materiæ του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, αλλά δεν αναφέρεται στον υπολογισμό των προστίμων επί υποθέσεων συμπράξεων και συνεπώς ουδόλως επικουρεί την κύρια θέση της αναιρεσείουσας κατά την οποία η Επιτροπή όφειλε για τον υπολογισμό του προστίμου να αγνοήσει τις πωλήσεις LCD οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την InnoLux εντός του ΕΟΧ μέσω τελικών προϊόντων.

20.      Με το πέμπτο σκέλος, που αφορά την εκτός συνόρων εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού της Ενωσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το κριτήριο το οποίο εφαρμόσθηκε από την Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο προς προσδιορισμό του τόπου των εντός του ομίλου παραδόσεών της ενέχει κίνδυνο επιβολής διπλών κυρώσεων και συγκρούσεως αρμοδιοτήτων με άλλες αρχές ανταγωνισμού.

21.      Η Επιτροπή φρονεί ότι το εν λόγω σκέλος είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι το επιχείρημα αυτό προτάθηκε για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση. Το εν λόγω επιχείρημα είναι, σε κάθε περίπτωση, υποθετικό και αβάσιμο. Κατά λογική αναγκαιότητα, δεν μπορεί να υφίσταται παρά μία και μόνη πρώτη «πραγματική πώληση».

2.      Ανάλυση

22.      Φρονώ ότι όλα αυτά τα επιχειρήματα συνδέονται και αλληλεπικαλύπτονται κατά τρόπο που καθιστά απαραίτητη την από κοινού εξέτασή τους.

 α)     Παράλειψη διακρίσεως κατά τη συνεκτίμηση των πωλήσεων αναλόγως προς το εάν συνάπτονται με ανεξάρτητους τρίτους ή με οντότητες του ίδιου ομίλου

23.      Κατά το σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006, «[γ]ια τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου, η Επιτροπή θα χρησιμοποιεί την αξία των πωλήσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν από την επιχείρηση, με τις οποίες η παράβαση σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα […], στον σχετικό γεωγραφικό χώρο εντός του ΕΟΧ» (η υπογράμμιση δική μου).

24.      Στην προκειμένη περίπτωση, για να υπολογίσει το πρόστιμο που θα επέβαλε στην αναιρεσείουσα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, μέσω της έννοιας –που χρησιμοποιήθηκε, άλλωστε, για πρώτη φορά από την Επιτροπή (βλ. σημείο 2 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τις μεταγενέστερες αποφάσεις)– των «άμεσων εντός του ΕΟΧ πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων», το μέρος της αξίας των εσωτερικών πωλήσεων LCD της αναιρεσείουσας το οποίο μπορούσε να αντιστοιχεί στην αξία των ενσωματωμένων στα τελικά προϊόντα LCD, εφόσον τα τελευταία αυτά είχαν πωληθεί από την αναιρεσείουσα προς τρίτες επιχειρήσεις εγκατεστημένες εντός του ΕΟΧ. Πράγματι, όλες οι εσωτερικές πωλήσεις LCD που αφορούσε η παράβαση πραγματοποιήθηκαν από την αναιρεσείουσα εκτός του ΕΟΧ προς οντότητες υπαγόμενες στον αυτό όμιλο, οι οποίες τις ενσωμάτωσαν σε τελικά προϊόντα (υπολογιστές και τηλεοράσεις) και στη συνέχεια τα πώλησαν εντός του ΕΟΧ προς ανεξάρτητες τρίτες επιχειρήσεις.

25.      Όπως επιβεβαίωσε πρόσφατα το Δικαστήριο στην απόφαση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψεις 57 έως 59· βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην υπόθεση αυτή, C‑580/12 P, EU:C:2014:272, σημεία 21 επ.), «το σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 έχει σκοπό να προσδιορίσει ως βάση αναφοράς για τον υπολογισμό του επιβαλλόμενου σε επιχείρηση προστίμου ένα ποσό που αντιστοιχεί προς την οικονομική σημασία της παραβάσεως και το σχετικό βάρος της συγκεκριμένης επιχειρήσεως στο πλαίσιο της παραβάσεως», ενώ περαιτέρω το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι σημαντικό να τελεί το πρόστιμο σε «πραγματική σχέση με το πεδίο εφαρμογής της συμπράξεως αυτής» και ότι «ο συνολικός κύκλος εργασιών από τις πωλήσεις προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως συνιστά την καλύτερη ένδειξη περί της οικονομικής σημασίας της παραβάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει λόγος να γίνεται διάκριση μεταξύ των πωλήσεων αυτών αναλόγως του αν πραγματοποιήθηκαν προς ανεξάρτητους τρίτους ή προς οντότητες που ανήκουν σε μία και την ίδια επιχείρηση. Σε περίπτωση που δεν θα συνυπολογιζόταν η αξία των πωλήσεων της τελευταίας αυτής κατηγορίας θα παρεχόταν κατ’ ανάγκην ένα αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στις καθέτως οργανωμένες επιχειρήσεις, οι οποίες θα είχαν με τον τρόπο αυτόν τη δυνατότητα να αποφεύγουν την επιβολή κυρώσεως ανάλογης προς το βάρος τους στην αγορά των αποτελούντων το αντικείμενο της παραβάσεως προϊόντων» (η υπογράμμιση δική μου).

26.      Συναφώς, με την ίδια απόφαση (σκέψη 57) κρίθηκε ότι η έννοια της «αξίας των πωλήσεων», η οποία μνημονεύεται στο σημείο 13 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, ναι μεν δεν μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα μόνον τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιείται αποκλειστικά με τις πωλήσεις οι οποίες αποδεικνύεται ότι όντως επηρεάστηκαν από την εν λόγω σύμπραξη, πλην όμως «δεν μπορεί […] να επεκτείνεται κατά τρόπον ώστε να καλύψει τις πωλήσεις της οικείας επιχειρήσεως οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσαπτόμενης συμπράξεως» (7).

27.      Προσθέτω στο πλαίσιο αυτό ότι, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 66 της αποφάσεως Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑204/08 και T‑212/08, EU:T:2011:286), «όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το μέρος του κύκλου εργασιών που προέρχεται από εμπορεύματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παραβάσεως δύναται να αποτελέσει επαρκή ένδειξη του μεγέθους της παραβάσεως στην οικεία αγορά […]. Ειδικότερα, ο πραγματοποιηθείς κύκλος εργασιών για προϊόντα που αποτέλεσαν αντικείμενο περιοριστικής πρακτικής αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο παρέχον επαρκή ένδειξη του πόσο επιζήμια είναι η εν λόγω πρακτική για τον ανταγωνισμό υπό συνήθεις όρους […]. Η αρχή αυτή περιελήφθη στις κατευθυντήριες γραμμές του 2006». Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464).

28.      Πλην όμως, εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι οι πωλήσεις τελικών προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν από τις υπαγόμενες στον όμιλο της αναιρεσείουσας οντότητες προς ανεξάρτητους τρίτους εντός του ΕΟΧ, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη προς υπολογισμό του προστίμου που θα επιβαλλόταν στην αναιρεσείουσα, δεν πραγματοποιήθηκαν στη σχετική αγορά την οποία αφορούσε η διαπιστωθείσα στην επίδικη απόφαση παράβαση. Μολονότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε άπαξ διά παντός στην απόφαση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363) ότι η Επιτροπή δεν δύναται να διακρίνει μεταξύ των εσωτερικών και των εξωτερικών πωλήσεων, δεν δύναται επίσης, κατ’ αρχήν, να αντιμετωπίζει μόνον τις εξωτερικές πωλήσεις ως «πραγματικές πωλήσεις» (8).

29.      Δεδομένου ότι το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η προσέγγιση της Επιτροπής στην προκειμένη περίπτωση δύσκολα μπορούσε να συμβιβαστεί με τη νομολογία, ανακύπτει το ερώτημα εάν και κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο, αντί να ακολουθήσει απλώς τη νομολογία (9), καλώς την «προσάρμοσε», κατά τη δική του διατύπωση, «στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως», ήτοι στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είναι επιχείρηση κάθετα ολοκληρωμένη, η οποία ενσωμάτωνε, εκτός του ΕΟΧ, LCD της συμπράξεως σε τελικά προϊόντα πωλούμενα εντός του ΕΟΧ, «προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκει η εν λόγω νομολογία, να μη δοθούν πλεονεκτήματα στις συμμετέχουσες σε σύμπραξη κάθετα ολοκληρωμένες επιχειρήσεις» (σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

30.      Συναφώς, η μεθοδολογία που ακολούθησε στη συγκεκριμένη υπόθεση η Επιτροπή έγκειται εν τέλει στη συνεκτίμηση των (εσωτερικών) πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος οι οποίες πραγματοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου εκτός του ΕΟΧ και, ως εκ τούτου, φρονώ ότι η εν λόγω μεθοδολογία πρέπει να εκληφθεί ως επέκταση της κατά τόπον αρμοδιότητας της Επιτροπής επί συμπράξεως η οποία πραγματοποιήθηκε και εφαρμόσθηκε σε τρίτες χώρες, για τον μόνο λόγο ότι η Επιτροπή «υποθέτει» ότι η σύμπραξη αυτή έχει ορισμένες επιπτώσεις εντός του ΕΟΧ λόγω των πωλήσεων, στο έδαφος αυτό, προς τρίτες ανεξάρτητες επιχειρήσεις, τελικών προϊόντων στα οποία ενσωματώνεται το υπό έρευνα προϊόν (10).

31.      Πράγματι, εν προκειμένω, εφόσον οι από μέρους της αναιρεσείουσας (εσωτερικές) πωλήσεις του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο της παραβάσεως δεν έλαβαν χώρα εντός του ΕΟΧ και τα τελικά προϊόντα στα οποία ενσωματώνονται τα προϊόντα τα οποία πωλήθηκαν εντός του ΕΟΧ από οντότητες υπαγόμενες στον όμιλο της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως, είναι δυσχερές, αν όχι αδύνατον, να υποστηριχθεί ότι η σύμπραξη «εφαρμόσθηκε» εντός του ΕΟΧ κατά την έννοια της αποφάσεως Χαρτοπολτός I (σκέψεις 13, 16 και 17 της αποφάσεως αυτής).

32.      Πρέπει να επισημανθεί η κατακριτέα προσπάθεια της Επιτροπής να διακρίνει με την επίδικη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 9 και 381) μεταξύ των «πραγματικών» εντός του ομίλου πωλήσεων, ήτοι αυτών που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως τέτοιου είδους πωλήσεις για τον υπολογισμό του προστίμου, και εκείνων που δεν ήταν τέτοιες, που μπορούσαν δηλαδή να αγνοηθούν και να αντικατασταθούν από «πραγματικές» προς τρίτους πωλήσεις LCD ενσωματωμένων σε τελικό προϊόν, το αποκαλούμενο «μεταποιημένο προϊόν». Εν προκειμένω, η InnoLux θα μπορούσε να διωχθεί από αρχή ανταγωνισμού στην Ασία για τις ίδιες ακριβώς πωλήσεις με τις εν προκειμένω επίμαχες.

33.      Άλλωστε, η Επιτροπή φαίνεται να λησμόνησε ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ήδη ανάλογο επιχείρημα, το οποίο προβλήθηκε από την προσφεύγουσα στην απόφαση Europa Carton κατά Επιτροπής (T‑304/94, EU:T:1998:89, σκέψεις 113 και 121 έως 123), ήτοι ότι οι εσωτερικές παραδόσεις δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, διότι δεν συνιστούσαν «πραγματική πώληση». Όπως επεσήμανα, η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο στην απόφαση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363).

34.      Εν κατακλείδι, φρονώ ότι οι εσωτερικές πωλήσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όπως οι πωλήσεις προς τρίτους, αλλά να αποκλείονται εάν πραγματοποιούνται εκτός του εδάφους της Ένωσης, γεγονός που με οδηγεί στην εξέταση της υποθέσεως υπό το πρίσμα του εδαφικού πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

 β)     Εδαφικό πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης

35.      Παρουσιάζει ενδιαφέρον στο στάδιο αυτό ο παραλληλισμός μεταξύ των υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση κανόνων και αυτών που εφαρμόζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιθέτως προς το άρθρο 1 του Sherman Act, αμερικανικού νόμου ο οποίος απαγορεύει, κατά γενικό τρόπο, κάθε σύμπραξη προς περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των διαφόρων ομόσπονδων πολιτειών ή αλλοδαπών κρατών και δεν προβλέπει γεωγραφικό περιορισμό, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ απαγορεύει, ρητώς, «όλες [τις] συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων […] και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Ο ίδιος κανόνας προκύπτει mutatis mutandis από το γράμμα του άρθρου 102 ΣΛΕΕ («η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης στην εσωτερική αγορά»).

36.      Πράγματι, αναλύοντας το γράμμα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 85 ΕΚ), το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στην απόφαση Χαρτοπολτός I (σκέψεις 11 επ.) ότι μια εναρμονισμένη πρακτική δύναται να περιορίσει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς και επομένως να εμπίπτει στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 ΕΚ μόνον εάν αφορούσε πωλήσεις του σχετικού προϊόντος απευθείας προς αγοραστές εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας και εάν οι πωλητές επιδίδονταν σε ανταγωνισμό τιμών προκειμένου να αποσπάσουν τις παραγγελίες των πελατών αυτών.

37.      Το Δικαστήριο έκρινε υπό την έννοια αυτή βάσει αναλύσεως του γράμματος του άρθρου 85 ΕΚ, προσθέτοντας ότι, «[υ]πό τις συνθήκες αυτές, η αρμοδιότητα της Κοινότητας να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού σε τέτοιες συμπεριφορές καλύπτεται από την αρχή της εδαφικότητας, η οποία είναι γενικά αποδεκτή στο δημόσιο διεθνές δίκαιο» (σκέψη 18 της ίδιας αποφάσεως). Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ (ή, κατά περίπτωση, το άρθρο 102 ΣΛΕΕ) δεν θέτει συνεπώς ζητήματα κατά τόπον αρμοδιότητας από την άποψη του δημοσίου διεθνούς δικαίου, ακριβώς επειδή, λαμβανομένου υπόψη του γράμματός του, απλούστατα δεν λογίζεται εφαρμοστέο εκτός συνόρων.

38.      Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν απαιτείται να θεσπισθεί εντός της Ένωσης το αντίστοιχο του αμερικανικού νόμου «The Foreign Trade Antitrust Improvements Act», ο οποίος εισάγει διά της νομοθετικής οδού το αποκαλούμενο κριτήριο των «ουσιαστικών επιπτώσεων» προς εξαίρεση από την παράγραφο 1 του Sherman Act των διαπιστούμενων στην αλλοδαπή συμπεριφορών οι οποίες δεν έχουν «άμεση, ουσιώδη και εύλογα προβλέψιμη επίπτωση στο αμερικανικό εμπόριο». Πράγματι, αντιθέτως προς τον Sherman Act, από το γράμμα των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ προκύπτει σαφώς ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν μόνον πρακτικές περιοριστικές του ανταγωνισμού εντός και όχι εκτός της Ένωσης.

39.      Στο πλαίσιο αυτό, παραπέμπω στην πρόσφατη υπόθεση Motorola Mobility κατά AU Optronics (αριθ. 14-8003) της οποίας επιλήφθηκε το U.S. Court of Appeals (7th Circuit) και η οποία αφορούσε την ίδια παγκόσμια σύμπραξη μ’ αυτήν που αποτέλεσε την αφορμή της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπόθεση αυτή έθετε ζητήματα και παρουσίαζε πραγματικά περιστατικά ανάλογα των εξεταζομένων στην παρούσα υπόθεση, ιδίως την εκτός συνόρων εφαρμογή του (αμερικανικού εν προκειμένω) δικαίου του ανταγωνισμού. Στην υπόθεση αυτή, η Motorola, εγκατεστημένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορούσε ένα διεθνές καρτέλ (το ίδιο με αυτό στην παρούσα υπόθεση) για παραβίαση του Sherman Act λόγω συμπράξεως επί της τιμής των πωλουμένων LCD προς ορισμένες από τις θυγατρικές της, εγκατεστημένες εκτός του αμερικανικού εδάφους, οι οποίες τις είχαν ενσωματώσει σε τελικά προϊόντα και στη συνέχεια τις είχαν παραδώσει στη μητρική τους εταιρία στις Ηνωμένες Πολιτείες.

40.      Σε «amicus curiae brief» [υπόμνημα παρατηρήσεων υποβαλλόμενο από μη διάδικο] απευθυνόμενο προς το U.S. Court of Appeals, η βελγική αρχή ανταγωνισμού (11) τάσσεται υπέρ μιας περιοριστικής ερμηνείας της κατά τόπον αρμοδιότητας του αμερικανικού δικαίου περί συμπράξεων, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της διεθνούς αβροφροσύνης (comitas gentium), και επισημαίνει ότι τυχόν ευρεία εφαρμογή του αμερικανικού δικαίου θα είχε ως αποτέλεσμα την υπονόμευση (της αποτελεσματικότητας) της εφαρμογής του βελγικού και του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού καθώς και αυτού των άλλων χωρών. Παρόμοια «amicus curiae briefs» υποβλήθηκαν στην υπόθεση αυτή, ιδίως από την Ταϊβάν και την Ιαπωνία.

41.      Στην απόφαση η οποία εκδόθηκε μερικούς μήνες μετά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το U.S. Court of Appeals απέρριψε την αιτίαση της Motorola και έκρινε ότι ο Sherman Act δεν είχε εφαρμογή, για τον λόγο ότι οι επιπτώσεις του καρτέλ στην αμερικανική αγορά –υποτιθεμένου ότι ήταν ουσιώδεις και ευλόγως προβλέψιμες– ήταν «έμμεσης φύσεως», εφόσον οι συμμετέχοντες στη σύμπραξη δεν πωλούσαν τις LCD στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτές πωλούνταν στην αλλοδαπή προς επιχειρήσεις (θυγατρικές της Motorola) οι οποίες τις ενσωμάτωναν σε προϊόντα που στη συνέχεια εξάγονταν και μεταπωλούνταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τόνισε επίσης τον κίνδυνο αναγνωρίσεως υπέρμετρα ευρέος πεδίου εφαρμογής του Sherman Act.

42.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, και στην παρούσα υπόθεση, τυχόν διασταλτική ερμηνεία του εδαφικού πεδίου εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης θα συνεπαγόταν τον κίνδυνο συγκρούσεων αρμοδιότητας με αλλοδαπές αρχές ανταγωνισμού καθώς και διττού αξιόποινου για τις επιχειρήσεις.

43.      Τα δικαστήρια της Ένωσης αναγνώριζαν άλλωστε ανέκαθεν τη σημασία της αυστηρής τηρήσεως της κατά τόπον αρμοδιότητας (12) προς αποφυγή της παραβιάσεως της αρχής non bis in idem (13), η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως προκύπτει από την απόφαση SGL Carbon κατά Επιτροπής (C‑308/04 P, EU:C:2006:433, ιδίως, σκέψεις 29 και 32), το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπέρβαση από αρχή ανταγωνισμού της κατά τόπον αρμοδιότητάς της ενέχει κίνδυνο διπλού ελέγχου των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η έρευνα. Εν προκειμένω, αν η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο για συναλλαγή η οποία αφορά συστατικό παραδοθέν σε χώρα μη μέλος του ΕΟΧ με την αιτιολογία ότι τελικό προϊόν στο οποίο ενσωματώνεται το εν λόγω συστατικό πωλήθηκε εντός του ΕΟΧ, ενδέχεται να επιβληθεί κύρωση στην αυτή συναλλαγή δύο φορές. Την πρώτη φορά εντός του κράτους μη μέλους του ΕΟΧ όπου παραδόθηκε το συστατικό, και εν συνεχεία για δεύτερη φορά εντός του ΕΟΧ (κατ’ εφαρμογήν της απόψεως της Επιτροπής κατά την οποία το εν λόγω συστατικό ενσωματώνεται σε τελικό προϊόν το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο τελικής πωλήσεως εντός του ΕΟΧ).

44.      Φρονώ ότι, εν απουσία συμπληρωματικής αποδείξεως ουσιαστικών επιπτώσεων της συμπράξεως εντός του ΕΟΧ, η Επιτροπή βαίνει πέραν του δέοντος επιβάλλοντας κύρωση σε συμπράξεις επί προϊόντων κατασκευασθέντων και πωληθέντων εκτός του ΕΟΧ, για τον μόνο λόγο ότι στη συνέχεια «μεταποιούνται» ή ενσωματώνονται σε άλλα προϊόντα τα οποία (στο σύνολό τους ή μέρος αυτών) φθάνουν στον ΕΟΧ.

 γ)     Επί των επιπτώσεων της συμπράξεως εντός του ΕΟΧ μέσω των τελικών προϊόντων: τα κριτήρια των «ουσιαστικών επιπτώσεων» και της «εφαρμογής»

45.      Επισημαίνω ότι αρχικά, κατά την εκκίνηση της διαδικασίας κατά παραβάσεως, η Επιτροπή είχε χαρακτηρίσει τις επίμαχες εν προκειμένω πωλήσεις ως «έμμεσες πωλήσεις ΕΟΧ» (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 391 επ. της επίδικης αποφάσεως). Μόνον εκ των υστέρων αποφάσισε να τις χαρακτηρίσει «απευθείας πωλήσεις εντός του ΕΟΧ μέσω μεταποιημένων προϊόντων» (14). Πρόκειται άραγε για μια απόπειρα της Επιτροπής να αιτιολογήσει ακριβέστερα την προσφυγή σε μια νέα εννοιολογική σύλληψη;

46.      Σε κάθε περίπτωση, φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι εντός ΕΟΧ πωλήσεις τελικών προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται LCD, οι οποίες πραγματοποιούνται από οντότητες του ομίλου InnoLux εγκατεστημένες εκτός του ΕΟΧ, συνιστούν, κατά την έννοια της αποφάσεως Χαρτοπολτός I, εφαρμογή εντός του ΕΟΧ της συμπράξεως περί τιμών σχετικά με την πώληση των LCD. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν τέτοιου είδους πωλήσεις με πωλήσεις που αφορούν LCD εντός ΕΟΧ σε τιμές συμπράξεως. Αφενός, η πώληση των ίδιων των τελικών προϊόντων δεν δύναται να χαρακτηρισθεί εφαρμογή εντός του ΕΟΧ του καρτέλ LCD, δεδομένου ότι οι πωλήσεις τελικών προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται LCD δεν εντάσσονται στο πεδίο της παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ η οποία διαπιστώθηκε από την Επιτροπή. Αφετέρου, οι ίδιες οι ενσωματωμένες LCD δεν πωλήθηκαν σε εναρμονισμένες τιμές εντός του ΕΟΧ. Στην προκειμένη περίπτωση, η «εφαρμογή» έλαβε χώρα εκτός του ΕΟΧ κατά την παράδοση των LCD προς τις οντότητες οι οποίες τις ενσωμάτωσαν σε τελικά προϊόντα.

47.      Διαφορετική μεταχείριση, από την άποψη του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, των εμμέσων πωλήσεων LCD εντός του ΕΟΧ αναλόγως προς το εάν τα «μεταποιημένα προϊόντα» διατίθενται στην αγορά από τρίτες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν αγοράσει αυτές τις LCD από μετέχοντες στη σύμπραξη ή προς το εάν διατίθενται στην αγορά από θυγατρικές μετεχόντων στη σύμπραξη οι οποίες απέκτησαν τις LCD κατόπιν παραδόσεων εντός καθέτως ολοκληρωμένου ομίλου θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυσμενή αντιμετώπιση των τελευταίων έναντι κατασκευαστών LCD οι οποίοι δεν έχουν ανάλογη δομή (15).

48.      Είναι επομένως σαφές ότι η μόνη δικαιολόγηση της αρμοδιότητας της Επιτροπής έναντι των επίμαχων πωλήσεων θα μπορούσε να προκύψει εν προκειμένω με την εφαρμογή του κριτηρίου των «ουσιαστικών επιπτώσεων».

i)      Το κριτήριο των «ουσιαστικών επιπτώσεων» εν γένει

49.      Πλείονες γενικοί εισαγγελείς τάχθηκαν υπέρ της αναγνωρίσεως του κριτηρίου αυτού από το Δικαστήριο, γεγονός που θα επέτρεπε την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης σε συμπεριφορές ή σε θίγουσες τον ανταγωνισμό συμφωνίες οι οποίες διαπιστώνονται εκτός του ΕΟΧ αλλά έχουν επιπτώσεις στο έδαφός του. Αναφέρονται ενδεικτικά οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Η. Mayras στην υπόθεση Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής (48/69, EU:C:1972:32) (στην οποία η σύμπραξη είχε ευθείες και άμεσες, ουσιώδεις και προβλέψιμες επιπτώσεις εντός της Κοινότητας) και του γενικού εισαγγελέα Μ. Darmon στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ahlström Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (89/85, 104/85, 114/85, 116/85, 117/85 και 125/85 έως 129/85, EU:C:1988:258) (16).

50.      Η ίδια η Επιτροπή υποστηρίζει από μακρού ότι το κριτήριο των «ουσιαστικών επιπτώσεων» θέτει το εξωτερικό όριο της αρμοδιότητάς της (17).

51.      Στην απόφασή του Gencor κατά Επιτροπής (T‑102/96, EU:T:1999:65, σκέψη 92), το Γενικό Δικαστήριο προσέφυγε επίσης σ’ αυτό το κριτήριο αξιώνοντας, στο πλαίσιο αμφισβητήσεως της αρμοδιότητας της Επιτροπής προς εφαρμογή του κανονισμού σχετικά με τον έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως μεταξύ επιχειρήσεων στην περίπτωση πράξεως η οποία αφορούσε οντότητες εγκατεστημένες εκτός της Κοινότητας (18), να πρόκειται για «άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αποτέλεσμα». Κατά τη γνώμη μου, δεν διαφαίνεται κανένας λόγος περιορισμού της εφαρμογής του κριτηρίου αυτού μόνο στις πράξεις συγκεντρώσεως (19).

52.      Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης στην απόφαση Haladjian Frères κατά Επιτροπής (20), σε σχέση με «μια συμφωνία σχετικά με προϊόντα αγοραζόμενα στις Ηνωμένες Πολιτείες με σκοπό την πώλησή τους εντός [της Ένωσης, ότι] […] [α]πλώς και μόνον το γεγονός ότι μια συμπεριφορά έχει ορισμένα αποτελέσματα, όποια και αν είναι αυτά, σχετικά με την οικονομία [της Ένωσης] δεν θεμελιώνει, αυτό καθαυτό, κάποια στενή σχέση ώστε να δικαιολογείται η αρμοδιότητα [της Ένωσης]. Για να μπορέσουν να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να είναι ουσιώδη, δηλαδή αισθητά και όχι αμελητέα».

53.      Αληθεύει ότι το Δικαστήριο ουδέποτε έχει απορρίψει το κριτήριο των «ουσιαστικών επιπτώσεων», ούτε όμως έχει αποφανθεί ποτέ ρητώς επί της δυνατότητας προσφυγής σ’ αυτό (21). Παρότι διάκειμαι ευμενώς έναντι μιας τέτοιας δυνατότητας, το πρόβλημα δεν τίθεται στην παρούσα αίτηση αναιρέσεως διότι, κατ’ εμέ, η απόδειξη από μέρους της Επιτροπής ουσιαστικών επιπτώσεων της συμπράξεως επί του ανταγωνισμού στο εσωτερικό του ΕΟΧ είναι γενικώς ανεπαρκής.

ii)    Απόδειξη «ουσιαστικών επιπτώσεων» στην παρούσα υπόθεση;

54.      Δεδομένου ότι ο ΕΟΧ είναι η αγορά η οποία προστατεύεται από τους εφαρμοζόμενους εν προκειμένω κανόνες, είναι a priori δυσχερής η σύνδεση των επίμαχων εν προκειμένω πωλήσεων στην Ασία με τους κανόνες ανταγωνισμού του ΕΟΧ ή με τη δομή του ανταγωνισμού εντός του ΕΟΧ ως προς τα προϊόντα τα οποία αφορά η παράβαση, εκτός εάν συναχθεί, μέσω μιας αναλύσεως της αγοράς του τελικού προϊόντος εντός του ΕΟΧ, ότι η σύμπραξη στην ασιατική αγορά σχετικά με LCD της συμπράξεως προκάλεσε επίσης στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά των τελικών προϊόντων εντός του ΕΟΧ. Πλην όμως, στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή δεν ενήργησε κατ’ αυτόν τον τρόπο και δεν εξέθεσε ούτε παρέσχε επαρκή κατά νόμον απόδειξη ότι ο ανταγωνισμός νοθεύθηκε εντός του ΕΟΧ στην αγορά τελικών προϊόντων, αλλά ούτε και ότι η παράβαση αφορούσε και τον καθορισμό των τιμών ή την πώληση των τελικών προϊόντων στα οποία ενσωματώθηκαν οι LCD της συμπράξεως.

55.      Η Επιτροπή διαπίστωσε στην επίδικη απόφαση μία μόνο παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (22) που αφορούσε μόνο τις LCD (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 και 377 της επίδικης αποφάσεως), παρατηρώντας απλώς ότι «[ο]ι πωλήσεις οθονών LCD προς εντός του ομίλου πελάτες αποτελούσαν μέρος των συζητήσεων της συμπράξεως στη συγκεκριμένη περίπτωση» και ότι θα μπορούσε «εύλογα να υποτεθεί ότι εκτελεσθείσα σύμπραξη είχε επιπτώσεις επί των απευθείας πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων» (αιτιολογική σκέψη 394 της επίδικης αποφάσεως· η υπογράμμιση δική μου), γεγονός που ασφαλώς δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ουσιαστικών επιπτώσεων της συμπράξεως στην αγορά εντός του ΕΟΧ.

56.      Αφενός, είναι σαφές ότι η (διαπίστωση σχετικά με) παράβαση δεν αφορά άμεσα τα τελικά προϊόντα. Αφετέρου, προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία ότι δεν τα αφορά ούτε έμμεσα. Οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 αναφέρουν πράγματι σαφώς ότι η λέξη «έμμεσα» στο σημείο τους 13 αποσκοπεί στην κάλυψη των περιπτώσεων στις οποίες, όπως «για παράδειγμα [στην] περίπτωση […] συμφωνιών καθορισμού τιμών για ένα συγκεκριμένο προϊόν, […] η τιμή αυτού του προϊόντος χρησιμοποιείται κατόπιν ως βάση για την τιμή προϊόντων κατώτερης ή ανώτερης ποιότητας» (23). Αυτή η περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι οι τιμές συμπράξεως μιας LCD συνιστούν τιμή αναφοράς των LCD ανώτερης ή κατώτερης ποιότητας. Ωσαύτως, δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι χρησιμεύουν ως αναφορά για τις τιμές των τελικών προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται.

57.      Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στις σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η επιλογή της Επιτροπής να συνυπολογίσει τις «απευθείας πωλήσεις εντός του ΕΟΧ μέσω μεταποιημένων προϊόντων» ήταν δικαιολογημένη, κατά την άποψή του, «κατά μείζονα λόγω εν προκειμένω, εφόσον από τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην [επίδικη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 394)], τα οποία δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα, προ[έ]κυπτ[ε] ότι οι πωλήσεις LCD της συμπράξεως οι οποίες ήταν εσωτερικές για τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη σύμπραξη πραγματοποιούνταν σε τιμές επηρεαζόμενες από αυτήν» και εφόσον «οι συμμετέχοντες στη σύμπραξη γνώριζαν ότι οι τιμές των LCD της συμπράξεως επηρέαζαν τις τιμές των τελικών προϊόντων στα οποία είχαν ενσωματωθεί» (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 92 και 93 της επίδικης αποφάσεως). Πλην όμως, ακόμη και αν αυτό πράγματι συνέβαινε, οι έννοιες της «επιρροής» και του «επηρεασμού» δεν αρκούν προς απόδειξη «ουσιαστικών επιπτώσεων» εντός του ΕΟΧ. Εξάλλου, φαίνεται ότι οι διαπιστώσεις αυτές αφορούν το σύνολο των συμμετεχόντων στη σύμπραξη, χωρίς να γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ των «πραγματικών» εντός του ομίλου πωλήσεων, οι οποίες μπορούν να λαμβάνονται υπόψη καθαυτές για τον υπολογισμό του προστίμου όταν πραγματοποιούνται εντός του ΕΟΧ, και αυτών οι οποίες δεν είναι πραγματικές και μπορούν κατά την Επιτροπή να αντικαθίστανται από τις «πραγματικές» πωλήσεις προς τρίτους που αφορούν LCD ενσωματωμένες σε τελικό προϊόν (24).

58.      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να παρακολουθήσει τον «αντίκτυπο» που είχε μια σύμπραξη που συμφωνήθηκε εκτός του ΕΟΧ «στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά» και να επιβάλει «πρόστιμο ανάλογο με το κατά πόσον η σύμπραξη αυτή είναι επιζήμια για τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσθέτει, «εφόσον οι LCD της συμπράξεως που κατασκεύασε η προσφεύγουσα ενσωματώθηκαν στα τελικά προϊόντα τα οποία παρήγαγαν εταιρίες ανήκουσες στην ίδια επιχείρηση με την προσφεύγουσα και τα οποία πωλήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση εντός του ΕΟΧ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σύμπραξη επηρέασε τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μέχρι και τη στιγμή της πώλησης αυτής». Φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό είναι τουλάχιστον βεβιασμένο, καθόσον η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι παράβαση σχετική με τον καθορισμό της τιμής των LCD έχει κατ’ ανάγκην επίπτωση στον καθορισμό της τιμής των τελικών προϊόντων. Επιπλέον, πολυάριθμοι παραγωγοί τελικών προϊόντων δεν μετείχαν στη διαδικασία η οποία κατέληξε στην επίδικη απόφαση. Η δήλωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 394 της επίδικης αποφάσεως (αιτιολογική σκέψη 389 της αποδόσεως της αποφάσεως στη γαλλική γλώσσα), κατά την οποία «δύναται ευλόγως να υποτεθεί ότι εφαρμοσθείσα σύμπραξη είχε επιπτώσεις επί των απευθείας πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων», δεν αποτελεί, όπως δέχεται η ίδια η Επιτροπή, παρά μια υπόθεση, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν παραθέτει στην επίδικη απόφαση καμία απόδειξη περί του ότι η πώληση των τελικών προϊόντων επηρεάσθηκε επαρκώς κατά νόμο ούτως ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί «ουσιαστικών επιπτώσεων» της επίμαχης συμπράξεως εντός του ΕΟΧ, έννοια που απαιτεί τουλάχιστον άμεσες, ουσιώδεις και προβλέψιμες επιπτώσεις και όχι απλώς πιθανές ή υποτιθέμενες.

59.      Εάν η Επιτροπή επιθυμεί να συμπεριλάβει τις επίμαχες πωλήσεις στον υπολογισμό του προστίμου, «δεν μπορεί να περιοριστεί στη διατύπωση ενός απλού τεκμηρίου, αλλά πρέπει να προσκομίσει [...] συγκεκριμένες, αξιόπιστες και επαρκείς ενδείξεις, βάσει των οποίων να μπορεί να εκτιμηθεί η πραγματική επίδραση της παραβάσεως επί του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αγοράς» (βλ. απόφαση Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, C‑534/07 P, EU:C:2009:505, σκέψη 82). Δεν αρκεί συνεπώς να βασισθεί η Επιτροπή στο τεκμήριο υπάρξεως τέτοιου είδους επιπτώσεων, ενώ τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν η Επιτροπή επιχείρησε να επαληθεύσει και να μετρήσει τον αντίκτυπο της συμπράξεως στην αγορά των τελικών προϊόντων εντός του ΕΟΧ.

60.      Κατά την αναιρεσείουσα, ένα άλλο πρόβλημα το οποίο θέτει η έννοια των «απευθείας πωλήσεων εντός του ΕΟΧ μέσω μεταποιημένων προϊόντων» είναι ότι μετατοπίζει τεχνητά τον τόπο της επίμαχης συναλλαγής, από τον τόπο όπου η LCD πράγματι παραδόθηκε και χρησιμοποιήθηκε στον τόπο όπου πωλήθηκε το τελικό προϊόν στο οποίο ενσωματώθηκε η εν λόγω LCD. Πλην όμως, ο τόπος πωλήσεως των LCD βρισκόταν στην Ασία και όχι εντός του ΕΟΧ. Συνεπώς, όταν η Επιτροπή εξομοιώνει την πώληση του τελικού προϊόντος με αυτή της ενσωματωμένης σ’ αυτό LCD, στην πραγματικότητα αντιμετωπίζει εσωτερικές παραδόσεις οθονών που πραγματοποιήθηκαν εντός του ομίλου InnoLux, στην Ταϊβάν και την Κίνα, σαν να είχαν πραγματοποιηθεί εντός του ΕΟΧ, ενώ έκρινε ότι οι εντός του ομίλου παραδόσεις οθονών που πραγματοποιήθηκαν από τη Samsung με αφετηρία τη Νότια Κορέα προς τα εργοστάσιά της τα οποία ευρίσκονται εντός του ΕΟΧ είχαν πραγματοποιηθεί εκτός του ΕΟΧ, αποκλειστικά επειδή η Samsung πωλεί εκτός του ΕΟΧ τα τελικά προϊόντα στα οποία ενσωματώνονται οι εν λόγω LCD (25).

61.      Μολονότι είναι αληθές, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 383 της επίδικης αποφάσεως, ότι «το γεγονός της εφαρμογής του κριτηρίου της παραδόσεως προς καθορισμό της αξίας των πωλήσεων δημιουργεί ισχυρό δεσμό με τον ΕΟΧ […]», εντούτοις, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση Brouwerij Haacht κατά Επιτροπής (T‑48/02, EU:T:2005:436, σκέψη 59, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως), «για τον υπολογισμό του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί για τη διαπραχθείσα παράβαση, η εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής ικανότητας των επιχειρήσεων που διέπραξαν την παράβαση να προκαλέσουν ζημία στις άλλες επιχειρήσεις, καθώς και στους καταναλωτές, δεν μπορεί να αναφέρεται σε προϊόντα διαφορετικά από αυτά τα οποία καλύπτει η σύμπραξη».

62.      Όπως άλλωστε προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006, από τις οποίες δεν μπορεί να αφίσταται η Επιτροπή χωρίς ειδική και αντικειμενική δικαιολόγηση, συμβατή ιδίως με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (26) (που δεν παρασχέθηκε στην προκειμένη περίπτωση), τα πρόστιμα πρέπει να βασίζονται επί πωλήσεων που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως. Η Επιτροπή δεν μπορεί συνεπώς να συνυπολογίζει πώληση προϊόντων σε μεταγενέστερο οικονομικό στάδιο, ήτοι προϊόντων τα οποία δεν αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως, ακόμη και αν προϊόντα τα οποία αφορά η παράβαση ενσωματώθηκαν σ’ αυτά ως συστατικό μέρος.

iii) Εν πάση περιπτώσει, τι συμβαίνει με το κριτήριο της «εφαρμογής» μιας συμπράξεως;

63.      Στην απόφαση Χαρτοπολτός I (σκέψεις 16 και 17), το Δικαστήριο έκρινε ότι το «καθοριστικό» στοιχείο της αρμοδιότητας της Επιτροπής προς εφαρμογή των απαγγελλομένων από το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης απαγορεύσεων δεν ήταν ο τόπος της καταρτίσεως της συμπράξεως, αλλά αυτός όπου εφαρμόσθηκε η σύμπραξη (27). Στη σκέψη 18 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής «καλύπτεται από την αρχή της εδαφικότητας, η οποία είναι γενικά αποδεκτή στο δημόσιο διεθνές δίκαιο». Πλην όμως, το Δικαστήριο είχε επισημάνει, στη σκέψη 12 της ίδιας αποφάσεως, ότι «οι κύριες πηγές εφοδιασμού σε χαρτοπολτό [βρίσκονταν] εκτός Κοινότητας […] και ότι, κατά συνέπεια, η αγορά [είχε] παγκόσμια διάσταση. Όταν παραγωγοί πολτού εγκατεστημένοι στις χώρες αυτές [εκτός της Ένωσης] πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις σε αγοραστές εγκατεστημένους στην Κοινότητα και όταν ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τις τιμές προκειμένου να επιτύχουν παραγγελίες εκ μέρους των πελατών αυτών, υπάρχει ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς» (η υπογράμμιση δική μου). Μόνον όταν «οι παραγωγοί αυτοί συνεννοούνται ως προς τις τιμές που θα συνομολογήσουν με τους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και εφαρμόζουν τα συμπεφωνημένα πωλώντας σε πράγματι συντονισμένες τιμές, μετέχουν σε εναρμονισμένη πρακτική που έχει ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης» (σκέψη 13 της αποφάσεως Χαρτοπολτός I· η υπογράμμιση δική μου), οπότε το Δικαστήριο συμπέρανε ότι «στην υπό κρίση περίπτωση, οι παραγωγοί [είχαν θέσει] σε εφαρμογή τη συμφωνία ως προς τις τιμές εντός της κοινής αγοράς» (σκέψη 17 της εν λόγω αποφάσεως).

64.      Προκειμένου να εξετασθεί η δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, η αφετηρία έγκειται συνεπώς στον προσδιορισμό του τόπου στον οποίο ασκείται ο ανταγωνισμός ως προς το προϊόν το οποίο αφορούσε η σύμπραξη.

65.      Αυτό που ενεργοποιεί την αρμοδιότητα της Ένωσης βάσει του κριτηρίου της εφαρμογής το οποίο αναπτύχθηκε στην απόφαση Χαρτοπολτός I είναι η πώληση, εντός του ΕΟΧ, του σχετικού προϊόντος το οποίο αφορά η εναρμονισμένη δράση, εν προκειμένω των LCD (28). Η επίδικη απόφαση δεν διαπιστώνει όμως καμία εναρμονισμένη πρακτική όσον αφορά τελικά προϊόντα στα οποία ενσωματώθηκαν LCD κατασκευασμένες από τους συμμετέχοντες στην σύμπραξη. Το Γενικό Δικαστήριο παραβιάζει επίσης το κριτήριο της αποφάσεως Χαρτοπολτός I με την παραδοχή, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι πωλήσεις τελικών προϊόντων στα οποία ενσωματώνονται LCD «παρεμποδί[ζουν] την απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού εντός του ΕΟΧ». Αρκεί να επισημανθεί ότι οι πωλήσεις τελικών προϊόντων δεν πραγματοποιούνται στην αγορά του ΕΟΧ την οποία αφορά η παράβαση, ήτοι στην αγορά των LCD. Τέλος, αντιθέτως προς την παραδοχή του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν αρκεί ο προσδιορισμός των «πωλήσεων που συνδέονται [καθ’ οιονδήποτε τρόπο] με τον ΕΟΧ» προς θεμελίωση της δυνατότητας εδαφικής εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης βάσει του κριτηρίου της αποφάσεως Χαρτοπολτός I. Αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι η ύπαρξη πωλήσεων, εντός του ΕΟΧ, του προϊόντος το οποίο αφορά η παράβαση, ήτοι των LCD, η δε πώληση διαφορετικού προϊόντος στο οποίο ενσωματώνεται, ως συστατικό, μια LCD που δεν αποτελεί καθαυτή το αντικείμενο της πωλήσεως, δεν πληροί τον όρο αυτόν.

66.      Φρονώ, τέλος, ότι στο πλαίσιο του ζητήματος της κατά τόπον αρμοδιότητας το οποίο ανακύπτει εν προκειμένω η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να ερμηνεύσει τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006 κατά τρόπο συσταλτικό –a fortiori διότι, υπενθυμίζω, «η διαδικασία επιβολής προστίμου [από την Επιτροπή] λόγω παραβάσεως του κανόνα του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ που απαγορεύει τις συμφωνίες περί καθορισμού τιμών και κατανομής των αγορών εμπίπτει στην έννοια της διαδικασίας “ποινικής φύσεως” του άρθρου 6 [της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950], όπως έχει σταδιακά καθοριστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (29).

67.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

68.      Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι οι εντός του ομίλου παραδόσεις LCD σε εργοστάσια της αναιρεσείουσας στην Κίνα και την Ταϊβάν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της συμφωνίας ΕΟΧ για τον μόνο λόγο ότι τα τελικά προϊόντα στα οποία ενσωματώνονται ως συστατικά οι LCD στα εν λόγω εργοστάσια πωλούνται εντός του ΕΟΧ από την αναιρεσείουσα.

 Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την προβαλλόμενη δυσμενή διάκριση σε σχέση με άλλους συμμετέχοντες στη σύμπραξη

69.      Με το πρώτο σκέλος, σχετικά με την προσφυγή στην έννοια της «ενιαίας επιχειρήσεως» ως κριτηρίου διακρίσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η διάκριση που έγινε από το Γενικό Δικαστήριο μεταξύ των κάθετα ολοκληρωμένων επιχειρήσεων αναλόγως προς το αν συγκροτούν ή όχι ενιαία επιχείρηση με τους συνδεδεμένους αγοραστές τους δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία πραγματική διαφορά. Έτσι, στην απόφαση LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (T‑128/11, EU:T:2014:88) το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει το επιχείρημα της LGD κατά το οποίο οι πωλήσεις LCD προς τις μητρικές της εταιρίες έπρεπε να εξαιρεθούν, δεν στηρίχθηκε στο γεγονός ότι οι εν λόγω πωλήσεις είχαν πραγματοποιηθεί εντός μιας ενιαίας επιχειρήσεως. Η αναιρεσείουσα παραπέμπει επίσης στη σκέψη 140 της αποφάσεως αυτής και υποστηρίζει ότι δεν είναι λογικό να γίνεται διάκριση των καθέτως ολοκληρωμένων επιχειρήσεων αναλόγως προς το αν οι σχετικές πωλήσεις τους πραγματοποιούνται προς συνδεδεμένες θυγατρικές ή συνδεδεμένες μητρικές εταιρίες.

70.      Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμα.

71.      Πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι, καθόσον ο δεύτερος λόγος ο οποίος προβάλλεται από την αναιρεσείουσα δεν μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αναίρεση, δεν θα έπρεπε κανονικά να εξετασθεί (30). Εξετάζω τον δεύτερο λόγο αποκλειστικώς για λόγους πληρότητας και επικουρικώς (για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει να μην ακολουθήσει τις προτάσεις μου επί του πρώτου λόγου).

72.      Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάκριση από το Γενικό Δικαστήριο μεταξύ των συμμετεχόντων στη σύμπραξη κατ’ εφαρμογήν του κριτηρίου της έννοιας της «επιχειρήσεως» κατ’ άρθρο 101 ΣΛΕΕ, προκειμένου να καθορίσει αυτούς οι οποίοι συνιστούν επιχειρήσεις κάθετα ολοκληρωμένες με τους αγοραστές τους και αυτούς οι οποίοι παραμένουν αυτόνομοι σε σχέση με τους τελευταίους, βρίσκει στέρεο έρεισμα στη νομολογία (31).

73.      Εκτός των ερωτημάτων που συνδέονται, ιδίως, με την εκτός συνόρων αρμοδιότητα της Επιτροπής και με τη σχετική νομολογία, τα οποία εξετάστηκαν λεπτομερώς στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, φρονώ ότι, προς διάκριση των εντός του ομίλου παραδόσεων από τις πωλήσεις προς τρίτους, η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο δεν εισήγαγαν αυθαίρετη διάκριση. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, διέκριναν απλώς τις κάθετα ολοκληρωμένες επιχειρήσεις από αυτές που δεν ήταν οργανωμένες κατ’ αυτόν τον τρόπο και προκειμένου να γίνει η διάκριση αυτή, αντιθέτως προς το αμερικανικό δίκαιο του ανταγωνισμού, η (αντικειμενική) έννοια της «ενιαίας επιχειρήσεως» είναι απολύτως αρμόζουσα στο δίκαιο της Ένωσης. Φρονώ ότι το πρώτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί εξ αυτού και μόνον του λόγου.

74.      Επιπροσθέτως, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η κατάσταση της LGD διέφερε από εκείνη των κάθετα ολοκληρωμένων επιχειρήσεων όπως η InnoLux. Πράγματι, η LGD αποτελούσε επιχείρηση διακριτή σε σχέση με τις μητρικές της εταιρίες. Λόγω της ελλείψεως κάθετης ολοκληρώσεως, όλες οι πωλήσεις LCD οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την LGD προς αυτές τις τελευταίες εντός του ΕΟΧ λήφθηκαν υπόψη, για τον υπολογισμό του προστίμου, ως «απευθείας εντός του ΕΟΧ πωλήσεις». Βάσει της έννοιας της ενιαίας επιχειρήσεως κατέστη συνεπώς δυνατή η αντικειμενική διάκριση μεταξύ διαφορετικών καταστάσεων.

75.      Επομένως, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

76.      Στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου αυτού λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά τα προβαλλόμενα σφάλματα σχετικά με τη μέθοδο που εφαρμόσθηκε στις εντός του ομίλου παραδόσεις LCD οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την LGD και την AUO, η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον στις σκέψεις 93 και 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρέπεμψε στην αρχή της νομιμότητας προς απόρριψη των αντλούμενων από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας. Συγκεκριμένα, από την απόφαση Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ. (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479) προκύπτει ότι μόνον όταν διάδικος ζητεί να αναγνωρισθεί ότι εφαρμόστηκε παράνομη μέθοδος υπολογισμού του προστίμου δύναται να του αντιταχθεί η αρχή της νομιμότητας. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν αναγνωρίσθηκε υπέρ της αναιρεσείουσας μια απολύτως σύννομη μέθοδος υπολογισμού του προστίμου. Η μέθοδος που εφαρμόσθηκε στις εντός του ομίλου παραδόσεις LCD οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την LGD και την AUO είναι αυτή την οποία επιβεβαίωσαν το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο στις αποφάσεις Europa Carton κατά Επιτροπής (T‑304/94, EU:T:1998:89) και KNP BT κατά Επιτροπής (C‑248/98 P, EU:C:2000:625). Το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφαση LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (T‑128/11, EU:T:2014:88) επιβεβαίωσε τη νομιμότητα της μεθόδου αυτής και, ως εκ τούτου, αντιφάσκει.

77.      Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμα.

78.      Φρονώ ότι με το σκέλος αυτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αμφισβητούνται επάλληλες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Πράγματι, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε κρίνει εσφαλμένα ότι ούτε η LGD, η LG Electronics και η Philips, ούτε η AUO και η BenQ αποτελούσαν ενιαία επιχείρηση, τούτο δεν δύναται να ωφελήσει την αναιρεσείουσα.

79.      Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, εν προκειμένω και αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά Alliance One International κ.λπ. (C‑628/10 P και C-14/11 P, EU:C:2012:479), η Επιτροπή εφάρμοσε την ίδια μέθοδο (της ενιαίας επιχειρήσεως) στο σύνολο των συμμετεχόντων στη σύμπραξη. Αρκεί η διαπίστωση ότι από κανένα σημείο της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε επίσης να προσδιορίσει, στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε από την InnoLux, αν η Επιτροπή είχε ορθώς εφαρμόσει την επιλεγείσα μέθοδο στην LGD και την AUO.

80.      Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμο. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως.

IV – Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και επί των δικαστικών εξόδων

81.      Κατά το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση. Αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, διότι το Δικαστήριο διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της προσφυγής.

82.      Το μειωμένο πρόστιμο το οποίο καθορίσθηκε από το Γενικό Δικαστήριο (πριν τη στρογγυλοποίηση) ανερχόταν σε 288 437 850 ευρώ (σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως· βλ. συναφώς το σημείο 6 των παρουσών προτάσεων). Πρέπει συνεπώς να αφαιρεθεί από το ποσόν αυτό το μέρος του προστίμου που αφορά τις «απευθείας εντός του ΕΟΧ πωλήσεις μέσω μεταποιημένων προϊόντων», το οποίο ανέρχεται σε 114 681 174 ευρώ. Το συνολικό βασικό ποσό του προστίμου (πριν τη στρογγυλοποίηση) ανέρχεται συνεπώς σε 173 756 676 ευρώ. Το ποσό αυτό πρέπει στη συνέχεια να στρογγυλοποιηθεί (32) στο τελικό ποσό των 173 000 000 ευρώ. Προσθέτω ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε αυτά τα αριθμητικά δεδομένα, τα οποία παρέθεσε η αναιρεσείουσα στην αίτηση αναιρέσεώς της.

83.      Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, εφόσον γίνεται εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της InnoLux, η Επιτροπή πρέπει να καταδικασθεί να φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων των συναφών με τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η InnoLux στο πλαίσιο των δύο αυτών διαδικασιών. Η InnoLux θα φέρει το ήμισυ των συναφών με τις διαδικασίες αυτές δικαστικών της εξόδων.

V –    Πρόταση

84.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης InnoLux κατά Επιτροπής (T‑91/11, EU:T:2014:92) στο μέτρο που επιβεβαίωσε ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην InnoLux Corp. μπορούσε σύννομα να λάβει υπόψη την αξία των εντός του ομίλου παραδόσεων οθονών υγρών κρυστάλλων προς τα εργοστάσια της InnoLux Corp. στην Κίνα και στην Ταϊβάν, οι οποίες στη συνέχεια ενσωματώθηκαν σε τελικά προϊόντα πωληθέντα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, και υπέπεσε ως εκ τούτου σε πλάνη περί το δίκαιο·

–        να ακυρώσει την απόφαση C(2010) 8767 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου [101 ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Υπόθεση COMP/39.309 – LCD), στο μέτρο που επέβαλε το πρόστιμο στην Innolux Corp. λαμβάνοντας υπόψη την αξία των εντός του ομίλου παραδόσεων οθονών υγρών κρυστάλλων προς τα εργοστάσια της InnoLux Corp. στην Κίνα και στην Ταϊβάν οι οποίες στη συνέχεια ενσωματώθηκαν σε τελικά προϊόντα πωληθέντα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου·

–        να καθορίσει σε 173 000 000 ευρώ το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στη InnoLux Corp.·

–        να απορρίψει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αναιρέσεως, και

–        να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει, επιπλέον των δικαστικών της εξόδων, τα οποία είναι συναφή τόσο με τη διαδικασία στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας όσο και μ’ αυτή επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το ήμισυ αυτών στα οποία υποβλήθηκε η InnoLux Corp. στο πλαίσιο των δύο αυτών διαδικασιών, και να καταδικάσει την InnoLux Corp. να φέρει το ήμισυ των δικαστικών της εξόδων σχετικά με τις διαδικασίες αυτές.

85.      Επικουρικά, εάν το Δικαστήριο επιλέξει να μην ακολουθήσει τις προτάσεις μου επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως και τον απορρίψει, προτείνω σ’ αυτή την περίπτωση να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικάσει την InnoLux Corp. να φέρει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 – T-91/11, EU:T:2014:92, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να αναγνωσθεί εκ παραλλήλου με την υπόθεση C‑227/14 P, LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής, που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο συντάξεως των παρουσών προτάσεων, η οποία αφορά την ίδια σύμπραξη, μολονότι στις εν λόγω υποθέσεις τίθενται ζητήματα διαφορετικής φύσεως.


3 –      Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου [101 ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (υπόθεση COMP/39.309 – LCD, στο εξής: επίδικη απόφαση), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Οκτωβρίου 2011 (ΕΕ C 295, σ. 8).


4 –      Βλ. την εφαρμοσθείσα από την Επιτροπή μέθοδο, ιδίως σημεία 8 και 24 των παρουσών προτάσεων.


5 –      Ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για την υπόθεση Intel κατά Επιτροπής (C-413/14 P, βλ. υποσημείωση 10 των παρουσών προτάσεων). Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η σύμπραξη «Air Freight» (μεταξύ άλλων, η υπόθεση T‑36/11, Japan Airlines International κατά Επιτροπής) και η σύμπραξη «Cathode Ray Tubes» (μεταξύ άλλων, η υπόθεση T‑84/13, Samsung SDI κατά Επιτροπής).


6 – Σκέψεις 155 έως 174 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεν υφίσταται αλληλεπικάλυψη μεταξύ της μειώσεως του προστίμου η οποία αποφασίσθηκε από το Γενικό Δικαστήριο λόγω των σφαλμάτων αυτών και της διακριτής κατηγορίας των «άμεσων εντός του ΕΟΧ πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων», η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.


7 –      Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:272, σημείο 44). Επιπλέον, βλ. αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 76), και Putters International κατά Επιτροπής (T‑211/08, EU:T:2011:289, σκέψη 59) κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως.


8 –      Για τον λόγο αυτό η προβαλλόμενη αναγκαιότητα να «μη δοθούν πλεονεκτήματα στις συμμετέχουσες στη σύμπραξη κάθετα ολοκληρωμένες επιχειρήσεις», για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, βάσιμο λόγο προς συνεκτίμηση εν προκειμένω των «άμεσων εντός του ΕΟΧ πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων» (βλ., επίσης, σημείο 29 των παρουσών προτάσεων).


9 –      Πρέπει να διευκρινιστεί ότι υπήρχε ήδη κατά την εποχή εκείνη νομολογία επί του θέματος, όπως εξηγώ στις προτάσεις μου στην υπόθεση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:272, σημεία 21 επ.). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η απόφαση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363) είναι μεταγενέστερη της αναιρεσιβαλλομένης είναι άνευ σημασίας εν προκειμένω.


10 –      Αυτό το ζήτημα τίθεται, κατ’ ουσίαν, στην υπόθεση Intel κατά Επιτροπής (C‑413/14 P), επί του παρόντος εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται από την αναιρεσείουσα αφορά ακριβώς την αρμοδιότητα της Επιτροπής προς εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ επί συμβάσεων πωλήσεως οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ της Intel, εταιρίας εγκατεστημένης στις Ηνωμένες Πολιτείες, και της Lenovo, κινέζικης επιχειρήσεως, και αφορούσαν συστατικά, συγκεκριμένα μικροεπεξεργαστές, προορισμένα να παραδοθούν στην Κίνα προς συναρμολόγηση σε υπολογιστές τους οποίους η Lenovo κατασκεύαζε στην Κίνα, ήταν όμως πιθανό να διατεθούν μεταγενέστερα στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ. Κατ’ αρχήν, συναφώς, δεν θα έπρεπε να υπάρχει διαφορά ως προς την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού μεταξύ του εδαφικού πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο του υπολογισμού των επίμαχων στην προκειμένη περίπτωση προστίμων, αφενός, και της αρμοδιότητας της Επιτροπής προς εφαρμογή των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, αφετέρου.


11 – Βλ. «Brief of Belgian Competition Authority in Motorola Mobility LLC v AU Optronics Corp.», της 10 Οκτωβρίου 2014. Η εν λόγω αρχή παραπέμπει στην από 12 Μαρτίου 2014 απόφαση ενός βελγικού εφετείου στην υπόθεση 2013/MR/6 «Brabomills», στην οποία το εν λόγω δικαστήριο ακύρωσε το επιβληθέν στην Brabomills πρόστιμο, επειδή το πρόστιμο δεν είχε υπολογισθεί επί των πωλήσεων ή του κύκλου εργασιών στο Βέλγιο, καθόσον το εφετείο δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει αν το εν λόγω πρόστιμο τιμωρούσε την Brabomills μόνο για τη διαπραχθείσα στο Βέλγιο παράδοση ή αν κάλυπτε επίσης τη διαπραχθείσα στις Κάτω Χώρες παράβαση, για την οποία η επιχείρηση είχε ήδη τιμωρηθεί στην εν λόγω χώρα (και τούτο προς αποφυγή παραβιάσεως της αρχής non bis in idem).


12 –      Εάν αλλοδαπές αρχές ανταγωνισμού επέβαλλαν πρόστιμα λόγω της εφαρμογής συμπράξεως ή των επιπτώσεών της εντός του ΕΟΧ, τούτο θα ισοδυναμούσε με εισπήδηση στην κατά τόπον αρμοδιότητα της Επιτροπής. Βλ. αποφάσεις Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑236/01, T‑244/01 έως T‑246/01, T‑251/01 και T‑252/01, EU:T:2004:118, σκέψη 143), και Hoechst κατά Επιτροπής (T‑410/03, EU:T:2008:211, σκέψη 603). Ωσαύτως, εάν η Επιτροπή επέβαλλε πρόστιμα τα οποία δεν σχετίζονται με την εφαρμογή συμπράξεως ή με τις ουσιαστικές επιπτώσεις της εντός του ΕΟΧ, τούτο θα έβαινε πέραν των αρμοδιοτήτων της.


13 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (T‑224/00, EU:T:2003:195, σκέψη 103) και Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑236/01, T‑244/01 έως T‑246/01, T‑251/01 και T‑252/01, EU:T:2004:118, σκέψη 143) (η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, C‑397/03 P, EU:C:2006:328). Βλ., επίσης, απόφαση Showa Denko κατά Επιτροπής (C‑289/04 P, EU:C:2006:431, σκέψη 50).


14 –      Η ονομασία αυτή είναι σ’ ένα βαθμό αντιφατική, εφόσον οι πωλήσεις είναι ταυτοχρόνως άμεσες και «μέσω». Σε κάθε περίπτωση, ουδόλως έχουν τον άμεσο χαρακτήρα της πρώτης κατηγορίας πωλήσεων («απευθείας πωλήσεις ΕΟΧ»).


15 –      Βλ., επίσης, γνωμοδότηση του καθηγητή P. Demaret με τίτλο «Σημείωμα σχετικά με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου InnoLux T‑91/11», παράρτημα ECJ.A.6 συνημμένο στην αίτηση αναιρέσεως της InnoLux.


16 –      «Δεν θα ήταν η Επιτροπή αφοπλισμένη αν, ενόψει μιας εναρμονισμένης πρακτικής για την εφαρμογή της οποίας η πρωτοβουλία και ευθύνη ανήκε αποκλειστικά σε επιχειρήσεις ξένες προς την κοινή αγορά, στερείτο της δυνατότητας να εκδώσει απόφαση έναντι των επιχειρήσεων αυτών; Αυτό θα συνιστούσε συγχρόνως και παραίτηση από την προστασία της κοινής αγοράς, η οποία είναι αναγκαία για την πραγμάτωση των κυριοτέρων στόχων της Κοινότητας» (σημείο 53).


17 –      Ήδη, στην απόφασή της 69/243/ΕΟΚ, της 24ης Ιουλίου 1969, σχετικά με μια διαδικασία με βάση το άρθρο 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/26.267 – Χρωστικές ουσίες) (ΕΕ L 195, σ. 11), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι «[ο]ι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης [...] εφαρμόζονται επί όλων των περιορισμών του ανταγωνισμού οι οποίοι παράγουν εντός της Κοινής Αγοράς τα αποτελέσματα που αναφέρονται στο άρθρο 85, παράγραφος 1». Στο σημείο 79 της αποφάσεως 85/202/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.725 – Χαρτοπολτός) (ΕΕ L 85, σ. 1), η Επιτροπή σημείωσε ότι «[τ]ο αποτέλεσμα των συμφωνιών […] επί των τιμών που ανακοινώθηκαν ή/και χρεώθηκαν στους πελάτες και επί των μεταπωλήσεων πολτού εντός της ΕΟΚ ήταν […] όχι μόνο σημαντικό αλλά και ηθελημένο, και αποτελούσε την άμεση και κύρια απόρροια των συμφωνιών» (το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό). Η απόφαση 85/206/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/26.870 – Εισαγωγές αλουμινίου από την Ανατολική Ευρώπη) (ΕΕ L 92, σ. 1), βασίσθηκε επίσης εξ ολοκλήρου επί του κριτηρίου των επιπτώσεων. Βλ., επίσης, «the Commission’s Eleventh Report on Competition Policy – 1981», Βρυξέλλες, 1982, σημείο 34, και «the Commission’s Fourteenth Report on Competition Policy – 1984», Βρυξέλλες, 1985, σημείο 60.


18 – Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Air Transport Association of America κ.λπ. (C‑366/10, EU:C:2011:637, σημείο 148).


19 –      Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση Intel κατά Επιτροπής (T‑286/09, EU:T:2014:547, σκέψη 231). Το High Court [Ανώτερο Δικαστήριο Πρώτου Βαθμού Δικαιοδοσίας] (Αγγλίας και Ουαλίας) κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα αυτό στην υπόθεση Adidas κατά The Lawn Tennis Association κ.λπ. [2006] EWHC 1318 (Ch), σκέψεις 47 επ. Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, Broberg, M. P., «The European Commission’s Extraterritorial Powers in Merger Control», International and Comparative Law Quarterly, 49, 2000, σ. 180, και Albors-Llorens, A., «Collective dominance: A mechanism for the control of oligopolistic markets?», The Cambridge Law Journal, τόμος 59, τεύχος 2, Ιούνιος 2000, σ. 256. Άλλωστε, το κριτήριο της εφαρμογής και αυτό των «ουσιαστικών επιπτώσεων» δεν καταλήγουν πάντοτε στο αυτό αποτέλεσμα. Βλ., ιδίως, Griffin, J. P., «EC and US Extraterritoriality: Activism and Cooperation», 17, Fordham International Law Journal, 1994, σ. 353, 360 επ., Schwartz, I., και Basedow, J., «Restrictions on Competition», III-35 International Encyclopedia of Comparative Law 1, 1995, σ. 134 έως 139, και Baudenbacher, C., «The CFI’s Gencor Judgment – Some remarks on its global implications», Liber amicorum en l’honneur de B. Vesterdorf, Bruylant, 2007, σ. 557.


20 –      T‑204/03, EU:T:2006:273, σκέψη 167, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως.


21 –      Αυτή υπήρξε ιδίως η περίπτωση της αποφάσεως Χαρτοπολτός I διότι –αντιθέτως προς την παρούσα υπόθεση– το κριτήριο της «εφαρμογής» της υπό έρευνα συμπράξεως επέτρεψε στο Δικαστήριο τη δικαιολόγηση της αρμοδιότητας της Κοινότητας από την άποψη της αρχής της εδαφικότητας.


22 –      Επίσης του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3) (για τις ανάγκες των παρουσών προτάσεων περιορίζομαι μόνο στην παραπομπή στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ).


23 –      Κατευθυντήριες γραμμές του 2006, υποσημείωση στο σημείο 13. Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η έννοια των «πωλήσεων μέσω μεταποιημένων προϊόντων» είναι αφεαυτής κατάλληλη καθόσον τα επίμαχα τελικά προϊόντα (συμπαγείς φορητοί υπολογιστές, οθόνες υπολογιστών ή τηλεοράσεις LCD) δεν είναι στην πραγματικότητα «μεταποιημένες» LCD, όπως, για παράδειγμα, ένα smartphone δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οθόνη, ούτε ως «μεταποιημένος» μικροεπεξεργαστής. Πρόκειται για προϊόντα ολωσδιόλου διακριτά, στα οποία ενσωματώνεται LCD ως συστατικό στοιχείο, μεταξύ πολυάριθμων άλλων. Πλην όμως, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 αναφέρονται σε προϊόντα ανώτερης ή κατώτερης ποιότητας για τα οποία η τιμή της συμπράξεως χρησιμοποιείται ως βάση, ήτοι στα ίδια προϊόντα, αλλά διαφορετικής ποιότητας.


24 –      Μολονότι η αιτιολογική σκέψη 394 της επίδικης αποφάσεως αναφέρεται ειδικά στους τρεις κάθετα ολοκληρωμένους αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως στους οποίους εφαρμόσθηκε η έννοια των «άμεσων πωλήσεων εντός του ΕΟΧ μέσω μεταποιημένων προϊόντων», εντούτοις η αιτιολογική σκέψη 396 της ίδιας αποφάσεως αναφέρει ακριβώς τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την LGD και την AUO, στις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε μόνο την έννοια των «απευθείας εντός του ΕΟΧ πωλήσεων».


25 –      Η αιτιολογική σκέψη 238 της επίδικης αποφάσεως αναφέρει σαφώς ότι «οι εντός του ομίλου πωλήσεις οθονών LCD –καθόσον ολοκληρώνονταν διά τελικών προϊόντων πωλουμένων εντός του ΕΟΧ– πρέπει κατά συνέπεια να ληφθούν υπόψη […]» [ελεύθερη μετάφραση]. Βλ. επίσης την αιτιολογική σκέψη 395 της επίδικης αποφάσεως, κατά την οποία, «[γ]ια τον υπολογισμό της αξίας των πωλήσεων, η αξία των οικείων οθονών συμπεριλαμβάνεται καθόσον το μεταποιημένο προϊόν πωλείται από το μέλος της συμπράξεως εντός του ΕΟΧ προς μη συνδεδεμένη επιχείρηση».


26 –      Απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (C‑397/03 P, EU:C:2006:328, σκέψη 91). Στο πλαίσιο αυτό, βλ. επίσης απόφαση Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 55).


27 –      Βλ. επίσης απόφαση Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑395/94, EU:T:2002:49, σκέψη 72), που στηρίζεται στην απόφαση Χαρτοπολτός I.


28 –      Όπως ορθώς επισημαίνει ο Demaret, P., «L’application du droit communautaire de la concurrence dans une économie mondiale globalisée – La problématique de l’extraterritorialité», σε Lapolitiquecommunautairedelaconcurrenceface à lamondialisationet à l’élargissementdel’Unioneuropéenne, Nomos Verlagsgesellschaft, 1999, σ. 49, «[τ]ο κριτήριο της υποθέσεως Χαρτοπολτός δεν αποτελείτο από απλές πωλήσεις, υπό τη μορφή ορισμένου κύκλου εργασιών αλλά από την εκδήλωση συμπεριφοράς εντός της Κοινότητας υπό τη μορφή πωλήσεων σε τιμές συμπράξεως».


29 –      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (C‑352/09 P, EU:C:2010:635, σημεία 48 έως 52 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑272/09 P, EU:C:2011:63, σημείο 64).


30 –      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Chronopost κ.λπ. κατά Ufex κ.λπ. (C‑83/01 P, C‑93/01 P και C‑94/01 P, EU:C:2003:388, σκέψη 43).


31 – Βλ., ιδίως αποφάσεις Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής (48/69, EU:C:1972:70, σκέψεις 134, 135 και 140)· Hydrotherm Gerätebau (170/83, EU:C:1984:271, σκέψη 11), καθώς και Arkema κατά Επιτροπής (C‑520/09 P, EU:C:2011:619, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


32 –      Κατά τη μέθοδο στρογγυλοποιήσεως που επιβεβαιώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο (σκέψη 160 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), όταν στρογγυλοποίηση στους δύο πρώτους αριθμούς επιφέρει μείωση μεγαλύτερη του 2 % του μη στρογγυλοποιημένου βασικού ποσού (3 756 676 ισούται προς 2,16 % του 173 756 676), το μειωμένο ποσό του προστίμου στρογγυλοποιείται στους τρεις πρώτους αριθμούς.