Language of document : ECLI:EU:C:2019:681

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 5ης Σεπτεμβρίου 2019 (1)

Υπόθεση C-519/18

TB

κατά

Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal

[αίτηση του Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság
(δικαστηρίου διοικητικών και εργατικών διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση – Οδηγία 2003/86/ΕΚ – Προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος των προσφύγων στην οικογενειακή επανένωση – Άρθρο 10, παράγραφος 2 – Έννοια του “συντηρούμενου προσώπου” – Εθνική νομοθεσία που επιβάλλει ως προϋπόθεση για την οικογενειακή επανένωση την αδυναμία του ενδιαφερόμενου μέλους της οικογένειας να καλύψει τις ανάγκες του στη χώρα καταγωγής λόγω της καταστάσεως της υγείας του»






I.      Εισαγωγή

1.        Μπορεί μια εθνική αρχή να επιβάλλει ως προϋπόθεση για την οικογενειακή επανένωση, την οποία αιτήθηκε μέλος της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα, την αδυναμία του μέλους αυτού να καλύψει τις ανάγκες του στη χώρα καταγωγής του λόγω της καταστάσεως της υγείας του;

2.        Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία) στο πλαίσιο διαδικασίας οικογενειακής επανενώσεως που αφορά την αδελφή πρόσφυγα, αμφότεροι ιρανικής καταγωγής.

3.        Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (2), τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την οικογενειακή επανένωση με άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα «εφόσον για τη συντήρησή τους υπεύθυνος» είναι ο πρόσφυγας.

4.        Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς την έκταση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να αποσαφηνίσει κατά πόσον τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν το κριτήριο επιλεξιμότητας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, όσον αφορά την ύπαρξη σχέσεως εξαρτήσεως μεταξύ του ενδιαφερόμενου μέλους της οικογένειας και του πρόσφυγα (3).

II.    Νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Η οδηγία 2003/86 καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ασκείται το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στην επικράτεια των κρατών μελών.

6.        Η αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«Θα πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των προσφύγων, εξαιτίας των λόγων που τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και που τους εμποδίζουν να διεξάγουν εκεί κανονικό οικογενειακό βίο. Θα πρέπει, συνεπώς, να προβλεφθούν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματός τους οικογενειακής επανένωσης.»

7.        Το άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις.»

8.        Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, στο κεφάλαιο II της εν λόγω οδηγίας το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέλη της οικογένειας», ορίζει:

«1.      Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV, καθώς και στο άρθρο 16, των ακόλουθων μελών της οικογένειας:

α)      του/της συζύγου του συντηρούντος·

β)      των ανήλικων τέκνων του συντηρούντος και του/της συζύγου του, συμπεριλαμβανομένων των τέκνων που έχουν υιοθετηθεί [...] ·

γ)      των ανήλικων τέκνων, συμπεριλαμβανομένων των θετών τέκνων του συντηρούντος, όταν ο συντηρών έχει την επιμέλεια και την ευθύνη συντήρησης των τέκνων […]·

δ)      των ανήλικων τέκνων, συμπεριλαμβανομένων των θετών τέκνων του/της συζύγου όταν ο/η σύζυγος έχει την επιμέλεια και την ευθύνη συντήρησης των τέκνων […]

[…]

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, να επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο κεφάλαιο IV, των ακόλουθων μελών της οικογένειας:

α)      των εξ αίματος και πρώτου βαθμού ανιόντων του συντηρούντος ή του/της συζύγου του, εφόσον έχουν την ευθύνη συντήρησής τους και τα άτομα αυτά στερούνται της απαραίτητης οικογενειακής υποστήριξης στη χώρα καταγωγής·

β)      των ενήλικων άγαμων τέκνων του συντηρούντος ή του/της συζύγου του, εφόσον αυτά δεν μπορούν αντικειμενικά να καλύψουν τις ανάγκες τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους.

3.      Τα κράτη μέλη μπορούν, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, να επιτρέψουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο κεφάλαιο IV, του εκτός γάμου συντρόφου, υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος διατηρεί με τον συντηρούντα σταθερή σχέση μακράς διαρκείας δεόντως αποδεδειγμένη, ή του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος συνδέεται με τον συντηρούντα με καταχωρισμένη σχέση συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, καθώς και των ανήλικων άγαμων τέκνων, συμπεριλαμβανομένων των θετών τέκνων καθώς και των ενήλικων άγαμων τέκνων των προσώπων αυτών τα οποία δεν μπορούν αντικειμενικά να καλύψουν τις ανάγκες τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι καταχωρισμένοι σύντροφοι θα αντιμετωπίζονται σε ίση βάση με τους συζύγους, όσον αφορά την οικογενειακή επανένωση.»

9.        Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, στο κεφάλαιο V της οδηγίας 2003/86 το οποίο φέρει τον τίτλο «Οικογενειακή επανένωση προσφύγων», προβλέπει τα εξής:

«1.      Το άρθρο 4 ισχύει για τον ορισμό των μελών των οικογενειών, πλην της παραγράφου 1 τρίτο εδάφιο, η οποία δεν ισχύει για τα τέκνα προσφύγων.

2.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την οικογενειακή επανένωση με άλλα μέλη της οικογένειας μη αναφερόμενα στο άρθρο 4, εφόσον για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας.»

10.      Το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής έχει ως ακολούθως:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη το χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών του προσώπου και τη διάρκεια διαμονής του στο κράτος μέλος καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του, σε περίπτωση απόρριψης αίτησης, ανάκλησης ή άρνησης της ανανέωσης της άδειας διαμονής, ή σε περίπτωση λήψης μέτρου απομάκρυνσης εις βάρος του συντηρούντος ή μελών της οικογένειάς του.»

2.      Το ουγγρικό δίκαιο

11.      Το άρθρο 19 του harmadik országbeli állampolgárok beutazásáról és tartózkodásáról szóló 2007. évi II. Törvény (4) (νόμου II του 2007, περί της εισόδου και της διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών, στο εξής: νόμος του 2007) ορίζει τα εξής:

«1.      Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση χορηγείται σε υπήκοο τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος κατέχει άδεια διαμονής, άδεια εισόδου, άδεια εγκαταστάσεως, προσωρινή άδεια εγκαταστάσεως, εθνική άδεια εγκαταστάσεως ή άδεια ΕΚ εγκαταστάσεως, καθώς και προσώπου που κατέχει, δυνάμει ειδικού νόμου, δελτίο διαμονής ή δελτίο μόνιμης διαμονής (στο εξής, γενικώς: συντηρών).

2.      Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση χορηγείται:

a)      σε μέλος της οικογένειας προσώπου που έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας· καθώς και

b)      στον γονέα ή, ελλείψει αυτού, στον κηδεμόνα ασυνόδευτου ανήλικου που έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.

[…]

4.      Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση χορηγείται:

a)      στον συντηρούμενο γονέα·

b)      στον αδελφό ή στην αδελφή και στους εξ αίματος ανιόντες και κατιόντες εάν δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους, λόγω της καταστάσεως της υγείας τους,

του συντηρούντος ή του/της συζύγου του ή προσώπου που έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

12.      Ο συντηρών είναι ιρανικής καταγωγής και στις 7 Σεπτεμβρίου 2015 του αναγνωρίστηκε από την αρμόδια ουγγρική αρχή το καθεστώς του πρόσφυγα. Στις 12 Ιανουαρίου 2016, η αδελφή του συντηρούντος υπέβαλε, στη διπλωματική αντιπροσωπεία της Ουγγαρίας στην Τεχεράνη (Ιράν), αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής λόγω οικογενειακής επανενώσεως.

13.      Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από την πρωτοβάθμια αρχή για δύο λόγους. Πρώτον, η αρχή αυτή έκρινε ότι η αιτούσα κοινοποίησε εσφαλμένα στοιχεία. Δεύτερον, έκρινε ότι η αίτηση αυτή δεν πληρούσε ούτε τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 4, του νόμου του 2007, στον βαθμό που η αιτούσα δεν απέδειξε ότι δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της λόγω της καταστάσεως της υγείας της, λαμβανομένων υπόψη των ικανοτήτων της και της καταστάσεως της υγείας της. Επ’ αυτού, η πρωτοβάθμια αρχή επισήμανε ότι, σύμφωνα με τα επισυναπτόμενα στην αίτηση ιατρικά έγγραφα, η αιτούσα έπασχε από κατάθλιψη, γεγονός που απαιτούσε τακτική θεραπευτική αγωγή.

14.      Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τη δευτεροβάθμια αρχή.

15.      Ο συντηρών άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, θεωρεί ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 4, του νόμου του 2007 αντιβαίνουν στις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 και, κατά συνέπεια, ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

16.      Στον βαθμό που και το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το συμβατό του άρθρου 19, παράγραφος 4, του νόμου του 2007 με το δίκαιο της Ένωσης, το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/86] του Συμβουλίου, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης, την έννοια ότι, εάν κράτος μέλος επιτρέψει, βάσει του άρθρου αυτού, την είσοδο ενός μέλους της οικογένειας πλην των αναφερομένων στο άρθρο 4, μπορεί να εφαρμοσθεί ως προς το εν λόγω μέλος της οικογένειας μόνον η προβλεπόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 2, απαίτηση (ήτοι “για τη συντήρησή του υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας”);

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: προϋποθέτει η κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2003/86] ιδιότητα του προσώπου, του οποίου την “ευθύνη συντήρησης” (“dependency”) έχει ο συντηρών, μια πραγματική κατάσταση, όπου πρέπει να συντρέχουν, σωρευτικά, οι επιμέρους πτυχές της εξαρτήσεως, ή αρκεί να συντρέχει οιαδήποτε εκ των πτυχών αυτών, ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως, ώστε να υφίσταται η ιδιότητα αυτή; Στο πλαίσιο αυτό, είναι σύμφωνη με την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2[, της οδηγίας αυτής] (ήτοι “για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας”), εθνική διάταξη η οποία, αποκλείοντας την εξατομικευμένη εκτίμηση, λαμβάνει υπόψη ένα μόνο πραγματικό στοιχείο, τη χαρακτηριστική κατάσταση που συνδέεται με την εξάρτηση (“δεν μπορούν αντικειμενικά να καλύψουν τις ανάγκες τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους”), ως προϋπόθεση για την πλήρωση της απαιτήσεως αυτής;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, με αποτέλεσμα να μπορεί το κράτος μέλος να εφαρμόζει άλλες απαιτήσεις πέραν της προβλεπομένης στο άρθρο 10, παράγραφος 2[, της οδηγίας 2003/86] (ήτοι “για τη συντήρησή του υπεύθυνος να είναι ο πρόσφυγας”), σημαίνει τούτο ότι το κράτος μέλος δύναται να επιβάλει, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, οποιαδήποτε απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, [της οδηγίας αυτής] σε σχέση με άλλα μέλη της οικογένειας, ή μπορεί να εφαρμόζει αποκλειστικά την απαίτηση του άρθρου 4, παράγραφος 3, της [εν λόγω οδηγίας]; Στην περίπτωση αυτή, ποια πραγματική κατάσταση προϋποθέτει η απαίτηση “objectively unable to provide for their own needs on account of their state of health” (ήτοι “[να μην] μπορούν αντικειμενικά να καλύψουν τις ανάγκες τους λόγω της κατάστασης της υγείας τους”) του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας; Έχει την έννοια ότι το μέλος της οικογένειας δεν μπορεί να [καλύψει] “τις δικές του ανάγκες” ή την έννοια ότι “δεν είναι ικανό” να φροντίσει “τον εαυτό του”, ή πρέπει να ερμηνεύεται με άλλο τρόπο, ανάλογα με την περίπτωση;».

17.      Ο προσφεύγων, η Ουγγρική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.

IV.    Ανάλυση

18.      Πριν προχωρήσω στην εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων που απευθύνει στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται μια προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

1.      Προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

19.      Στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της, η Ουγγρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον το άρθρο 19, παράγραφος 4, του νόμου του 2007 δεν αποτελεί εθνικό μέτρο μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ότι η εν λόγω εθνική διάταξη δεν κοινοποιήθηκε επισήμως στην Επιτροπή, καθώς αυτή θεσπίσθηκε στο πλαίσιο των οικείων αρμοδιοτήτων της Ουγγαρίας.

20.      Εκτιμώ ότι η προβαλλόμενη από την Ουγγρική Κυβέρνηση παράλειψη κοινοποιήσεως δεν μπορεί, εν προκειμένω, να δικαιολογήσει το απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

21.      Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, όταν το περιεχόμενο της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου αμφισβητείται από έναν από τους μετέχοντες στη διαδικασία, το Δικαστήριο πρέπει, καταρχήν, να περιορίσει την εξέτασή του στα στοιχεία εκτιμήσεως που αποφάσισε να του υποβάλει το αιτούν δικαστήριο, ειδικότερα όσον αφορά τους όρους εφαρμογής της κρίσιμης εθνικής ρυθμίσεως τους οποίους το δικαστήριο αυτό θεωρεί ως δεδομένους, καθόσον η ερμηνεία των εθνικών διατάξεων εναπόκειται αποκλειστικώς στα δικαστήρια των κρατών μελών (5). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με γνώμονα την ερμηνεία που διατύπωσε το εθνικό δικαστήριο, τούτο δε ανεξαρτήτως της κριτικής που ασκεί η Ουγγρική Κυβέρνηση ως προς το θέμα αυτό.

22.      Επισημαίνω, εξάλλου, ότι, σύμφωνα με δημόσια έκθεση που υπέβαλε, το 2016, το Υπουργείο Εσωτερικών της Ουγγαρίας, ο νόμος του 2007 αποσκοπεί στη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των διατάξεων της οδηγίας 2003/86 και σχετικά με την οικογενειακή επανένωση μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα (6).

23.      Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή και ότι πρέπει να εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

2.      Επί του πρώτου ερωτήματος

24.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που κράτος μέλος επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα, το κράτος αυτό οφείλει να τηρεί την απαίτηση «για τη συντήρησή τους υπεύθυνος [να] είναι ο πρόσφυγας», όπως προβλέπεται στη διάταξη αυτή.

25.      Το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ακριβούς περιεχομένου του άρθρου 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και, ειδικότερα, επί του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Από τη συγκριτική ανάλυση των λεπτομερειών μεταφοράς του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 στο δίκαιο των κρατών μελών προκύπτουν σημαντικές διαφορές, οι οποίες καθιστούν επιτακτικότερη την ανάγκη αποσαφηνίσεως της εν λόγω διατάξεως (7).

26.      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που απευθύνει στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο, θεωρώ αναγκαίο να διατυπώσω μια πρώτη παρατήρηση σχετικά με το αντικείμενο και τη φύση της επίμαχης διατάξεως.

27.      Στο πλαίσιο της διαδικασίας οικογενειακής επανενώσεως που θεσπίζει η οδηγία 2003/86, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακρίνει δύο είδη συστημάτων.

28.      Το πρώτο αποτελεί γενικό καθεστώς για τους υπηκόους τρίτων χωρών, του οποίου οι ουσιαστικές προϋποθέσεις απαριθμούνται στα άρθρα 4 έως 8 της οδηγίας αυτής.

29.      Το δεύτερο είναι ένα ιδιαίτερο καθεστώς για τους πρόσφυγες, του οποίου οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 12 της οδηγίας 2003/86. Το καθεστώς αυτό πρέπει να διασφαλίζει την πραγματική άσκηση του δικαιώματος σε κανονική οικογενειακή ζωή συνενώνοντας εκείνα τα μέλη μιας οικογένειας τα οποία, λόγω των συνθηκών στη χώρα καταγωγής τους, την εγκατέλειψαν για να αποφύγουν τις διώξεις και άλλες επιθέσεις και έχουν χωριστεί λόγω αναγκαστικής μετακινήσεως ή φυγής.

30.      Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας εμπίπτει σε αυτό το ιδιαίτερο καθεστώς και σκοπός του είναι να καθορίσει τον κύκλο των δικαιούχων της οικογενειακής επανενώσεως.

31.      Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 αφορά τα μέλη του πυρήνα της οικογένειας του πρόσφυγα, ήτοι τον/τη σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα (8). Πρόκειται για δεσμευτική διάταξη καθώς τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιτρέπουν την είσοδο και τη διαμονή των προσώπων αυτών υπό προϋποθέσεις ουσιαστικά ίδιες με αυτές που ορίζονται από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής (9). Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η άδεια για την οικογενειακή επανένωση αποτελεί τον γενικό κανόνα και ότι οι διατάξεις που επιτρέπουν περιορισμούς πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς (10). Κατά το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη έχουν «συγκεκριμένες θετικές υποχρεώσεις, στις οποίες αντιστοιχούν σαφώς καθορισμένα δικαιώματα, [καθώς] τους επιβάλλει την υποχρέωση, στις περιπτώσεις που ορίζονται στην ίδια οδηγία, να επιτρέπουν την οικογενειακή επανένωση ορισμένων μελών της οικογένειας του συντηρούντος, χωρίς να μπορούν να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια» (11).

32.      Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 αφορά τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας του πρόσφυγα (ενήλικα τέκνα, αδελφούς και αδελφές, ανιψιούς κ.λπ.). Αντιθέτως προς το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το άρθρο αυτό αποτελεί προαιρετική διάταξη, πράγμα που σημαίνει, κατά πάγια νομολογία, ότι αφήνει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στα κράτη μέλη (12). Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, καθώς το δίκαιο της Ένωσης αναθέτει σε κάθε κράτος τη μέριμνα να αποφασίζει, ασκώντας τα κυριαρχικά του δικαιώματα, σχετικά με την αποδοχή της οικογενειακής επανενώσεως των μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα, βάσει παραγόντων πολιτικής, ανθρωπιστικής ή πρακτικής φύσεως.

33.      Επομένως, η οδηγία 2003/86 επιβάλλει την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών μόνον μέχρις ενός ορισμένου βαθμού, καθόσον επιτρέπει ενδεχόμενες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις δυνατότητες εισόδου και διαμονής μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα. Από τη συγκριτική ανάλυση των εθνικών νομοθεσιών διαπιστώνεται ότι ορισμένα κράτη μέλη επέλεξαν να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή, ενώ άλλα να μην την εφαρμόσουν.

34.      Ωστόσο, το γεγονός ότι πρόκειται για προαιρετική διάταξη δεν σημαίνει ότι, όσον αφορά την εφαρμογή της, τα κράτη μέλη έχουν απόλυτη ελευθερία να διευκολύνουν, κατά βούληση, την είσοδο και τη διαμονή όσων προσώπων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

35.      Ειδικότερα, τούτο δεν συνιστά λόγο ικανό να δικαιολογήσει απόκλιση, εκ μέρους του κράτους μέλους από την προϋπόθεση επιλεξιμότητας που προβλέπει ρητώς ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως.

36.      Συγκεκριμένα, από την εξέταση του γράμματος του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 προκύπτει επακριβώς η οριοθέτηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη.

37.      Ο νομοθέτης της Ένωσης παρέχει μεν στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής («[τ]α κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την οικογενειακή επανένωση» (13)) και όσον αφορά την κατηγορία των δικαιούχων που μπορούν να επωφεληθούν από την εν λόγω διάταξη («άλλα μέλη της οικογένειας μη αναφερόμενα στο άρθρο 4» (14)), πλην όμως, φροντίζει, ιδιαιτέρως, να προσδιορίσει την περίπτωση όπου είναι δυνατή η οικογενειακή επανένωση, ήτοι την περίπτωση που αφορά τα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας «για τη συντήρησή [των οποίων] υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας».

38.      Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης ακολούθησε μία προσέγγιση ίδια με εκείνη που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο του άρθρου 4 της οδηγίας 2003/86, προσδιορίζοντας, για κάθε κατηγορία δικαιούχων, συγκεκριμένες και καθορισμένες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, στο πνεύμα του νομοθέτη, η αναφορά στην ύπαρξη σχέσεως εξαρτήσεως μεταξύ του ενδιαφερόμενου μέλους της οικογένειας και του πρόσφυγα νοούνταν ως διάταξη που δεν αποτελεί ευχολόγιο αλλά διαθέτει, αντιθέτως, δεσμευτική ισχύ έναντι των κρατών μελών, ανεξαρτήτως του περιθωρίου εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη αυτά. Η απαίτηση να υφίσταται σχέση εξαρτήσεως μεταξύ του ενδιαφερόμενου μέλους της οικογένειας και του πρόσφυγα, η οποία να χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι για τη συντήρηση του πρώτου υπεύθυνος είναι ο δεύτερος, συνιστά, επομένως, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία προϋπόθεση για τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86.

39.      Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση που κράτος μέλος επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα, το κράτος αυτό οφείλει να τηρήσει την απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας», την οποία προβλέπει ρητώς ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως.

40.      Επιπλέον, εκτιμώ ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να υιοθετήσουν τον δικό τους ορισμό της έννοιας του «συντηρούμενου προσώπου».

41.      Στο πλαίσιο των πολυάριθμων ένδικων διαφορών των οποίων επελήφθη, το Δικαστήριο δεν έχει παύσει να υπενθυμίζει ότι η έννοια αυτή είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία, ως τέτοια, πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.

42.      Το νόημα και το εύρος της έννοιας αυτής προσδιορίστηκαν στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38/ΕΚ (15). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ιδιότητα μέλους της οικογενείας ως «συντηρούμενου» «απορρέει από μια πραγματική κατάσταση, χαρακτηριζόμενη από το ότι η υλική υποστήριξη του μέλους της οικογενείας εξασφαλίζεται από τον πολίτη της Ένωσης ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας ή από τον σύζυγο αυτού» (16). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το «συντηρούμενο» μέλος της οικογένειας πρέπει να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής και κοινωνικής του καταστάσεως στη χώρα καταγωγής του, τις βασικές του ανάγκες (17), ήτοι τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες (18).

43.      Φρονώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να δοθεί άλλος ορισμός στην έννοια του «συντηρούμενου προσώπου» στο πλαίσιο της οδηγίας 2003/86. Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του συγκεκριμένου ορισμού, η ιδιότητα του «συντηρούμενου προσώπου» πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συγκεκριμένης και αντικειμενικής εκτιμήσεως, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των εν λόγω προσώπων και, κατά συνέπεια, του καθεστώτος του συντηρούντος, είτε πρόκειται για πολίτη της Ένωσης που απολαύει των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με την οδηγία 2004/38 είτε για υπήκοο τρίτης χώρας που απολαύει των δικαιωμάτων που προβλέπει η οδηγία 2003/86.

44.      Εξάλλου, με τις κατευθυντήριες οδηγίες της, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα κριτήρια που συνήγαγε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38 προκειμένου να αξιολογηθεί κατάσταση εξαρτήσεως μπορούν, mutatis mutandis, να χρησιμεύσουν για τα κράτη μέλη ως οδηγός για τον καθορισμό κριτηρίων προκειμένου να εκτιμηθεί η φύση και η διάρκεια της σχέσεως εξαρτήσεως του ενδιαφερόμενου ατόμου στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 (19).

45.      Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι η απαίτηση του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, ήτοι η απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας», έχει την έννοια ότι το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας πρέπει να βρίσκεται σε μια πραγματική κατάσταση κατά την οποία η υλική υποστήριξή του διασφαλίζεται από τον εν λόγω πρόσφυγα.

3.      Επί του δεύτερου ερωτήματος

46.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας που δεν περιλαμβάνει εξατομικευμένη εξέταση, εξαρτά το δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως του αδελφού ή της αδελφής πρόσφυγα από την προϋπόθεση ότι αυτός/αυτή δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του/της, λόγω της καταστάσεως της υγείας του/της.

47.      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς δύο βασικά στοιχεία της διαδικασίας που προβλέπει η διάταξη αυτή.

48.      Αφενός, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει την απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας» κατά τρόπο συσταλτικό, ώστε να καλύπτει μόνο μία συγκεκριμένη μορφή εξαρτήσεως. Αφετέρου, διερωτάται, επίσης, εάν το κράτος αυτό μπορεί να μην πραγματοποιήσει εξατομικευμένη εξέταση της αιτήσεως οικογενειακής επανενώσεως.

1.      Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 σε μία συγκεκριμένη μορφή εξαρτήσεως

49.      Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου απορρέουν από το γεγονός ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής ratione personae του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, καθόσον αποκλείει από την οικογενειακή επανένωση τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα που συντηρούνται από αυτόν, για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αφορούν την κατάσταση της υγείας τους, για παράδειγμα για λόγους που συνδέονται με πολιτισμικές παραμέτρους που προσιδιάζουν στη χώρα καταγωγής ή απλώς για συναισθηματικούς λόγους.

50.      Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης φύσεως του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, κανένας λόγος που να εμποδίζει κατ’ αρχήν ένα κράτος μέλος –το οποίο επιλέγει να διευκολύνει την οικογενειακή επανένωση μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα εκεί που άλλα την αρνούνται– να έχει τη δυνατότητα να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής σε συγκεκριμένη κατάσταση ή συγκεκριμένη μορφή εξαρτήσεως.

51.      Φρονώ ότι ο προαιρετικός χαρακτήρας της διατάξεως αυτής παρέχει στο εν λόγω κράτος μέλος διακριτική ευχέρεια την οποία δεν διαθέτει στο πλαίσιο πλέον δεσμευτικών διατάξεων, όπως αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Αυτή η διακριτική ευχέρεια του επιτρέπει να έχει περιθώριο χειρισμού, το οποίο πρέπει, παρ’ ολ’ αυτά, να χρησιμοποιεί κατά τρόπο συνάδοντα προς τους καθορισμένους από τον νομοθέτη της Ένωσης όρους και να μη θίγει ούτε τον σκοπό ούτε την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2003/86 (20).

52.      Επί του ζητήματος αυτού, φρονώ ότι εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης πληροί τις απαιτήσεις αυτές.

53.      Πρώτον, πρόσωπο το οποίο δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες του στη χώρα καταγωγής του λόγω της καταστάσεως της υγείας του μπορεί να βρεθεί σε μια πραγματική κατάσταση χαρακτηριζόμενη από το γεγονός ότι η υλική υποστήριξή του διασφαλίζεται από τον συντηρούντα και, επομένως, να χαρακτηριστεί ως «συντηρούμενο πρόσωπο» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.

54.      Δεύτερον, μια τέτοια νομοθεσία, ακόμη και εάν εφαρμόζει κατά τρόπο συσταλτικό την απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας», δεν θίγει ούτε τον σκοπό της οδηγίας 2004/38 ούτε την πρακτική αποτελεσματικότητα της επίμαχης διατάξεως. Συγκεκριμένα, τείνει, εν τέλει, να διευκολύνει την οικογενειακή επανένωση υπηκόων τρίτων χωρών και, ειδικότερα, προσφύγων, ακόμη και εάν η νομοθεσία αυτή δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις όπου τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα συντηρούνται από αυτόν.

55.      Υπενθυμίζω μία ακόμη φορά ότι η οδηγία 2003/86 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δεχθούν τις αιτήσεις εισόδου και διαμονής που υποβάλλονται από τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα που συντηρούνται από αυτόν. Εξάλλου, ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Γαλλία ή ακόμη το Βέλγιο, δεν εφαρμόζουν την επίμαχη διάταξη.

56.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, είμαι πεπεισμένος ότι είναι αναγκαίο να παρέχεται ορισμένος βαθμός διακριτικής ευχέρειας σε εκείνα τα κράτη μέλη που κρίνουν ότι η διευκόλυνση της οικογενειακής επανενώσεως όσον αφορά περιορισμένο κύκλο δικαιούχων είναι εφικτή, πρόσφορη ή ευκταία. Από τη συγκριτική ανάλυση των εθνικών νομοθεσιών προκύπτει ότι τα κράτη μέλη επιδεικνύουν σύνεση, εξαρτώντας, γενικώς, τη χορήγηση του δικαιώματος στην οικογενειακή επανένωση μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα από περιοριστικούς όρους που συνδέονται με τη σχέση εξαρτήσεως (21). Αν όμως επιβληθεί στα εν λόγω κράτη μέλη υποχρέωση να εφαρμόζουν την απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι ο πρόσφυγας» κατά τρόπο διασταλτικό ώστε να καλύπτει κάθε μορφή ή κάθε κατάσταση εξαρτήσεως στη χώρα καταγωγής, είναι πολύ πιθανό αυτά τα κράτη μέλη να μην εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή, ακόμη και εάν κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό για μια συγκεκριμένη κατηγορία δικαιούχων.

57.      Τέλος, τρίτον, φρονώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, σε μία περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ιδιαίτερη απαίτηση αναφορικά με τη φύση και τους λόγους της σχέσεως εξαρτήσεως.

58.      Επ’ αυτού, παραπέμπω στη νομολογία του Δικαστηρίου όπως διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38 (22) και, ειδικότερα, στην απόφαση της 5ής Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (23), η οποία επικυρώθηκε στη συνέχεια με την απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala) (24).

59.      Η απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (25) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διευκολύνουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους, την είσοδο και τη διαμονή των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν εμπίπτουν στον ορισμό των μελών του πυρήνα της οικογένειας, ιδίως, εφόσον συντηρούνται από αυτόν.

60.      Η διάταξη αυτή διαφέρει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, καθόσον επιβάλλει στα κράτη μέλη όντως την υποχρέωση να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση της εισόδου και της διαμονής των προσώπων που τελούν σε κατάσταση εξαρτήσεως. Εντούτοις, η υποχρέωση αυτή διατυπώνεται με γενικούς όρους που αφήνουν μεγάλο περιθώριο χειρισμού σε κάθε κράτος μέλος, του οποίου το εύρος επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της ρητής παραπομπής στην εθνική νομοθεσία.

61.      Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις περιστάσεις αυτές. Έκρινε ότι «τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση της [διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν δυνάμει της διατάξεως αυτής], μπορούν να ορίζουν στις νομοθεσίες τους ιδιαίτερες απαιτήσεις αναφορικά με τη φύση και τη διάρκεια της σχέσεως εξαρτήσεως» προκειμένου να διασφαλίζουν «ιδίως» ότι η σχέση εξαρτήσεως είναι πραγματική και όχι καταχρηστική (26). Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να συνάδουν με τη συνήθη έννοια των όρων του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/38, που προσδιορίζουν τη σχέση εξαρτήσεως και να μην καθιστούν τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (27).

62.      Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε στα κράτη μέλη το δικαίωμα να κάνουν χρήση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν προκειμένου να καθορίσουν, πέρα από το κριτήριο επιλεξιμότητας που προβλέπει ρητώς ο νομοθέτης της Ένωσης («για τη συντήρησή τους υπεύθυνος είναι»), τις ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με την κατάσταση εξαρτήσεως στην οποία βρίσκεται το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας, ενώ το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση που προβλέπει η οδηγία 2004/38 γίνεται αντιληπτό ως απόρροια του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας του πολίτη της Ένωσης και προστατεύεται αντανακλαστικά λόγω του ενδεχομένου να περιοριστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της ιθαγένειας της Ένωσης (28).

63.      Υπενθυμίζω ότι η οδηγία 2003/86 δεν εμπίπτει στις διατάξεις σχετικά με την ιθαγένεια της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αλλά στην πολιτική της μεταναστεύσεως (29). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται υποκειμενικό δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφος κράτους υπέρ των μελών μιας οικογένειας και ότι, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 2003/86, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο χειρισμού κατά την εξέταση των αιτήσεων οικογενειακής επανενώσεως και μπορούν να θέτουν προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος αυτού (30).

64.      Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν αντιτίθεται στην αναγνώριση διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη που να τους παρέχει τη δυνατότητα να προβλέπουν, στις εθνικές τους νομοθεσίες, ιδιαίτερους όρους όσον αφορά τη μορφή ή τη φύση της εξαρτήσεως.

65.      Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι δεν αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, καθεαυτό, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία εξαρτά το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση της αδελφής πρόσφυγα από την προϋπόθεση ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τη συντήρηση της, επειδή η ίδια δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της λόγω της καταστάσεως της υγείας της.

66.      Ωστόσο, η νομοθεσία αυτή, κατά την εφαρμογή της, πρέπει να πληροί και την ανάγκη να διασφαλίζεται εξατομικευμένη εξέταση της αιτήσεως, θέμα το οποίο θα εξεταστεί ακολούθως.

2.      Η ανάγκη εξατομικευμένης εξετάσεως της αιτήσεως

67.      Στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο τονίζει την απουσία οποιασδήποτε εξετάσεως της προσωπικής καταστάσεως του αιτούντος στο πλαίσιο της εφαρμογής της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης ρυθμίσεως.

68.      Εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι πρόδηλο ότι τέτοια ρύθμιση δεν πληροί τις διαδικαστικές προϋποθέσεις τις οποίες κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να εφαρμόζει όταν εξετάζει αίτηση οικογενειακής επανενώσεως βάσει της οδηγίας 2003/86 και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 17.

69.      Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή απαιτεί από το κράτος μέλος να εξετάζει την κατάσταση του αιτούντος και να προβαίνει σε εξατομικευμένη εξέταση (31).

70.      Υπενθυμίζω ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, Chakroun (32), στην οποία η αίτηση οικογενειακής επανενώσεως υποβλήθηκε από τη σύζυγο υπηκόου τρίτης χώρας, το Δικαστήριο έκρινε ότι αντιβαίνει στο άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86 εθνική νομοθεσία που επιτρέπει στην αρμόδια εθνική αρχή να απορρίπτει αίτηση οικογενειακής επανενώσεως χωρίς να πραγματοποιεί συγκεκριμένη εξέταση της καταστάσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η έκταση των αναγκών μπορεί να διαφέρει κατά πολύ από άτομο σε άτομο και, κατά συνέπεια, έκρινε ότι αντιβαίνει στην οδηγία αυτή εθνική νομοθεσία που προβλέπει ένα ελάχιστο όριο εισοδήματος του οποίου η μη επίτευξη έχει ως συνέπεια την απόρριψη οποιασδήποτε αιτήσεως οικογενειακής επανενώσεως χωρίς «να εξετάζεται συγκεκριμένα η κατάσταση εκάστου αιτούντος» (33).

71.      Η εξέταση αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, κατά τη γνώμη μου, όταν η αίτηση οικογενειακής επανενώσεως υποβάλλεται από το μέλος της οικογένειας πρόσφυγα. Ο νομοθέτης της Ένωσης φρόντισε, εξάλλου, να τo υπενθυμίσει στην αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2003/86, όταν καλεί τα κράτη μέλη να αποδίδουν «ιδιαίτερη προσοχή» στην κατάσταση των προσφύγων, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και που τους εμποδίζουν να ζήσουν εκεί φυσιολογική οικογενειακή ζωή.

72.      Η ιδιαίτερη αυτή προσοχή πρέπει να τηρείται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

73.      Στο πλαίσιο της αποδείξεως των οικογενειακών δεσμών που προβλέπει το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/86, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατά το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής εξατομικευμένη εκτίμηση απαιτεί η αρμόδια εθνική αρχή να λαμβάνει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία, όπως την ηλικία, το φύλο, την εκπαίδευση, την καταγωγή και την κοινωνική κατάσταση όχι μόνον του δικαιούχου της διεθνούς προστασίας, αλλά και του ενδιαφερόμενου μέλους της οικογένειας και να εξετάζει με αντικειμενικό τρόπο την κατάσταση στη χώρα καταγωγής και τις ιδιαίτερες πολιτισμικές πτυχές της (34).

74.      Η ανάλυση αυτή είναι απαραίτητη στο πλαίσιο της εξετάσεως της σχέσεως εξαρτήσεως που συνδέει το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας με τον πρόσφυγα την οποία αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Πράγματι, είναι προφανές ότι η εξάρτηση και οι συνέπειες που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να εκτιμηθούν με τον ίδιο τρόπο αναλόγως του αν η οικογενειακή επανένωση αφορά την οικογένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος επέλεξε να μεταναστεύσει σε κράτος μέλος της Ένωσης για λόγους οικονομικούς, για παράδειγμα, ή την οικογένεια πρόσφυγα, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής, λόγω των περιστάσεων σ’ αυτήν.

75.      Στο πλαίσιο της εφαρμογής εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπου η αρμόδια εθνική αρχή καλείται να εξετάσει εάν το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του λόγω της καταστάσεως της υγείας του, φρονώ ότι η κατά το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/86 εξατομικευμένη εκτίμηση απαιτεί, αφενός, να λαμβάνεται υπόψη η φύση και η σοβαρότητα της παθήσεως από την οποία πάσχει το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας καθώς και ο βαθμός συγγένειας και ο βαθμός οικονομικής ή φυσικής εξαρτήσεως και, αφετέρου, να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μέλος αυτό στη χώρα καταγωγής του και στις ιδιαίτερες δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει λόγω του φύλου του, της ηλικίας του και της κοινωνικής του καταστάσεως, αλλά και της οικονομικής, κοινωνικής και υγειονομικής καταστάσεως στη χώρα αυτή.

76.      Κατά πάγια νομολογία, απόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να προβαίνουν σε ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση όλων των υφισταμένων περιστάσεων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα (35).

77.      Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι δεν αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής, εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία εξαρτά την οικογενειακή επανένωση της αδελφής πρόσφυγα από την προϋπόθεση ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τη συντήρησή της, επειδή η ίδια δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της λόγω της καταστάσεως της υγείας της, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι η αρμόδια εθνική αρχή προβαίνει σε εξατομικευμένη εξέταση της αιτήσεως οικογενειακής επανενώσεως. Η αρχή αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως, όπως είναι η φύση και η σοβαρότητα της παθήσεως από την οποία πάσχει το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας, καθώς και ο βαθμός συγγένειας και ο βαθμός οικονομικής ή φυσικής εξαρτήσεως και να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μέλος αυτό στη χώρα καταγωγής του και στις ιδιαίτερες δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει λόγω του φύλου του, της ηλικίας του και της κοινωνικής του καταστάσεως, καθώς και της οικονομικής, κοινωνικής και υγειονομικής καταστάσεως στη χώρα αυτή.

78.      Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που προτείνω να δοθούν στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, δεν είναι αναγκαίο, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί απάντηση στο τελευταίο ερώτημα που υποβάλλει στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο.

V.      Πρόταση

79.      Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Fővárosi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Βουδαπέστης, Ουγγαρία) ως εξής:

1)      Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως, έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση άλλων μελών της οικογένειας πρόσφυγα που δεν μνημονεύονται στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, το εν λόγω κράτος υποχρεούται να τηρεί την απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους είναι υπεύθυνος ο πρόσφυγας».

Η απαίτηση βάσει της οποίας «για τη συντήρησή τους είναι υπεύθυνος ο πρόσφυγας» που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 έχει την έννοια ότι το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας πρέπει να βρίσκεται σε μια πραγματική κατάσταση κατά την οποία η υλική υποστήριξή του διασφαλίζεται από τον εν λόγω πρόσφυγα.

2)      Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής, εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία εξαρτά την οικογενειακή επανένωση της αδελφής πρόσφυγα από την προϋπόθεση ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τη συντήρησή της, επειδή η ίδια δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της λόγω της καταστάσεως της υγείας της, υπό την προϋπόθεση ωστόσο, ότι η αρμόδια εθνική αρχή προβαίνει σε εξατομικευμένη εξέταση της αιτήσεως οικογενειακής επανενώσεως.

Η αρχή αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως, όπως είναι η φύση και η σοβαρότητα της παθήσεως από την οποία πάσχει το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας, καθώς και ο βαθμός συγγένειας και ο βαθμός οικονομικής ή φυσικής εξαρτήσεως και να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μέλος αυτό στη χώρα καταγωγής του, και στις ιδιαίτερες δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει λόγω του φύλου του, της ηλικίας του και της κοινωνικής του καταστάσεως, καθώς και της οικονομικής, κοινωνικής και υγειονομικής καταστάσεως στη χώρα αυτή.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      ΕΕ 2003, L 251, σ. 12.


3      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, συντηρούμενο πρόσωπο είναι το πρόσωπο που τελεί σε κατάσταση εξαρτήσεως από τρίτο πρόσωπο. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Reyes (C‑423/12, EU:C:2014:16, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


4      Magyar Közlöny 2007/65.


5      Βλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 2016, Hünnebeck (C‑479/14, EU:C:2016:412, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


6      Πρβλ. Ministry of Interior, Family reunification of TCNs in the EU: National practices, 2016, σε European Migration Network, ιδίως σ. 8 και 9, διαθέσιμο στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: http://emnhungary.hu/sites/default/files/2019-06/family_reunification_study.pdf.


7      Ενώ δεν υφίσταται καμία διάταξη στη Γαλλία ή στο Βέλγιο σχετικά με την οικογενειακή επανένωση μελών της ευρύτερης οικογένειας πρόσφυγα, στη Γερμανία επιτρέπεται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθούν «υπέρμετρες δυσχέρειες», για παράδειγμα σε περιπτώσεις εξαρτήσεως λόγω αναπηρίας ή σοβαρής ασθένειας [Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet (νόμος περί της διαμονής, της εργασίας και της ενσωμάτωσης των αλλοδαπών στο ομοσπονδιακό έδαφος) της 30ής Ιουλίου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 1950), μέρος 6. τμήματα 27-36, ιδίως 29, 30 και 36 (2)], και στην Ιταλία, όταν το ενήλικο τέκνο δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες λόγω της καταστάσεως της υγείας του που προϋποθέτει ολική αναπηρία ή όταν οι γονείς συντηρούνται και δεν έχουν άλλα τέκνα στη χώρα καταγωγής ή ακόμη όταν οι γονείς είναι άνω των 65 ετών, εφόσον τα λοιπά τέκνα τους δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους για σοβαρούς, δεόντως αποδεδειγμένους λόγους υγείας [Decreto legislativo 286, Testo unico delle disposizioni concerenti la disciplina dell’immigramizione e norme sulla condition sulla condirection dello straniero (νομοθετικό διάταγμα 286 για την κωδικοποίηση των διατάξεων περί μεταναστεύσεως και καταστάσεως αλλοδαπών), της 25ης Ιουλίου 1998 (GURI 191, 18 Αυγούστου 1998), άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχεία c) και d) και άρθρο 29(bis)].


8      Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας αυτής.


9      Με εξαίρεση τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, που δεν ισχύουν για τα τέκνα προσφύγων.


10      Βλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, Chakroun (C‑578/08, EU:C:2010:117, σκέψη 43). Φρονώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 (υπήκοοι τρίτων χωρών) μπορεί να ισχύσει, κατ’ αναλογία, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής (πρόσφυγες). Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διατάξεως, ο νομοθέτης της Ένωσης παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας. Επίσης, επισημαίνω ότι η αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2003/86 δεν διακρίνει αναλόγως του αν ο υπήκοος της τρίτης χώρας είναι ή όχι δικαιούχος διεθνούς προστασίας.


11      Βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


12      Βλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2019, M.A. κ.λπ. (C‑661/17, EU:C:2019:53, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


13      Η υπογράμμιση δική μου.


14      Η υπογράμμιση δική μου.


15      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, και ΕΕ 2005, L 197, σ. 34).


16      Βλ απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Reyes (C‑423/12, EU:C:2014:16, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


17      Βλ απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Reyes (C‑423/12, EU:C:2014:16, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2019, Jawo (C‑163/17, EU:C:2019:218, σκέψη 92), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πλέον στοιχειώδεις ανάγκες καλύπτουν, μεταξύ άλλων, την τροφή, την προσωπική καθαριότητα και τη στέγαση.


19      Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για οδηγίες όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86/EΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης COM(2014) 210 τελικό, της 3ης Απριλίου 2014, σ. 6.


20      Βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


21      Βλ. υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων.


22      Φρονώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου όπως αυτή διαμορφώθηκε με την απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Reyes (C‑423/12, EU:C:2014:16), δεν είναι κρίσιμη για την υπό κρίση υπόθεση. Βεβαίως, το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 23 της αποφάσεως αυτής ότι «δεν απαιτείται να προσδιοριστούν οι λόγοι [της] εξαρτήσεως και, συνεπώς, της παροχής [της υλικής υποστηρίξεως εκ μέρους του συντηρούντος]». Εντούτοις, το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα δεν αφορούσε τον ορισμό των «συντηρουμένων» από τον συντηρούντα μελών της οικογένειας, αλλά τις απαιτήσεις που τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν όσον αφορά το βάρος αποδείξεως.


23      C‑83/11, EU:C:2003:519.


24      C‑129/18, EU:C:2019:248.


25      C‑83/11, EU:C:2012:519.


26      Απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψη 38).


27      Αποφάσεις της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ. (C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψη 39), και της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala) (C‑129/18, EU:C:2019:248, σκέψη 63).


28      Με την απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Reyes (C‑423/12, EU:C:2014:16), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι διατάξεις οι οποίες, όπως η οδηγία 2004/38, καθιερώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης, που συνιστά ένα από τα θεμέλια της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικώς (σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο λαμβάνει ως δεδομένο ότι η κυκλοφορία των πολιτών μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών ενδέχεται να αποθαρρυνθεί εάν αυτοί δεν μπορούν να κυκλοφορούν συνοδευόμενοι από τα μέλη της οικογένειάς τους.


29      Η οδηγία 2003/86 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 63, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ΕΚ (νυν άρθρο 79, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ), το οποίο εμπίπτει στον τίτλο IV «Θεωρήσεις, άσυλο, μετανάστευση και άλλες πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων» (νυν τίτλος V «Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης»).


30      Πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2006, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑540/03, EU:C:2006:429, σκέψη 59), και της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O κ.λπ. (C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 79).


31      Πρβλ. σημείο 7.4 των κατευθυντήριων οδηγιών της Επιτροπής καθώς και απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


32      C‑578/08, EU:C:2010:117.


33      Απόφαση της 4ης Μαρτίου 2010, Chakroun (C‑578/08, EU:C:2010:117, σκέψη 48).


34      Βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 63), στην οποία εξετάσθηκαν οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε η συντηρούσα, πρόσφυγας με καταγωγή από την Ερυθραία, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών με ανήλικο.


35      Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2019, E. (C‑635/17, EU:C:2019:192, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala) (C‑129/18, EU:C:2019:248, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).