Language of document : ECLI:EU:C:2019:694

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 10ης Σεπτεμβρίου 2019 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν – Αποκατάσταση της ζημίας που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της εγγραφής της επωνυμίας της στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων επί των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Αγωγή αποζημίωσης – Προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Έννοια της “κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης” – Εκτίμηση – Έννοια της “εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας” – Υποχρέωση αιτιολόγησης»

Στην υπόθεση C‑123/18 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2018,

HTTS Hanseatic Trade Trust & Shipping GmbH, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Schlingmann, Rechtsanwalt,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους J.-P. Hix και M. Bishop,

εναγόμενο πρωτοδίκως,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους R. Tricot, M. Kellerbauer και C. Zadra, στη συνέχεια από τους R. Tricot, C. Hödlmayr και C. Zadra,

παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο, J.-C. Bonichot, A. Prechal και Μ. Βηλαρά, προέδρους τμήματος, A. Rosas (εισηγητή), E. Juhász, M. Ilešič, J. Malenovský, L. Bay Larsen, C. G. Fernlund, P. G. Xuereb και N. J. Piçarra, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Νοεμβρίου 2018,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτηση αναιρέσεως, η HTTS Hanseatic Trade Trust & Shipping GmbH (στο εξής: HTTS) ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Δεκεμβρίου 2017, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑692/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2017:890), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της εγγραφής της επωνυμίας της, αφενός, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 668/2010 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2010, L 195, σ. 25), στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2007, L 103, σ. 1), και, αφετέρου, με τον κανονισμό (ΕΕ) 961/2010 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού 423/2007 (ΕΕ 2010, L 281, σ. 1), στο παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Το κεφάλαιο IV του κανονισμού 961/2010, με τίτλο «Δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων», περιλαμβάνει το άρθρο 16, το οποίο ορίζει, στην παράγραφο 2, τα εξής:

«Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα VΙΙΙ. Το παράρτημα VΙΙΙ περιλαμβάνει τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τις οντότητες και τους οργανισμούς που δεν καλύπτονται από το παράρτημα VΙΙ και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) της απόφασης [2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσης 2007/140/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2010, L 195, σ. 39)], έχουν αναγνωρισθεί ότι:

α)      συμμετέχουν, συνδεόμενοι άμεσα ή παρέχοντας στήριξη, σε επικίνδυνες πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν όσον αφορά τη διάδοση πυρηνικών όπλων ή την εκ μέρους του ανάπτυξη συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων, μεταξύ άλλων με την ανάμιξή τους στην προμήθεια απαγορευμένων αγαθών και τεχνολογιών, ή ανήκουν ή ελέγχονται από τέτοιο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό, ακόμη και με παράνομο τρόπο, ή ενεργούν εξ ονόματός του ή υπό την καθοδήγησή του[·]

[...]

δ)      αποτελούν νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ανήκει ή ελέγχεται από τις Ναυτιλιακές Γραμμές της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν (IRISL).

[...]»

 Ιστορικό της διαφοράς

3        Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 10 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως εξής:

«1      Η [HTTS] είναι εταιρία γερμανικού δικαίου που ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2009 από τον N. Bateni, ο οποίος είναι ο μόνος εταίρος και διευθυντής της. Η HTTS δραστηριοποιείται ως ναυτιλιακός πράκτορας και τεχνικός διαχειριστής πλοίων.

2      Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων τα οποία θεσπίσθηκαν για την άσκηση πιέσεως στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ώστε το κράτος αυτό να παύσει τις πυρηνικές δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και την ανάπτυξη συστημάτων εκτοξεύσεως πυρηνικών όπλων (στο εξής: διάδοση των πυρηνικών όπλων). Πιο συγκεκριμένα, εντάσσεται μεταξύ των υποθέσεων που αφορούν μέτρα τα οποία λαμβάνονται κατά μιας ναυτιλιακής εταιρίας, της [IRISL], καθώς και κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που φέρονται να συνδέονται με την εταιρία αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως, κατά το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η HTTS και δύο άλλες ναυτιλιακές εταιρίες, η Hafize Darya Shipping Lines (στο εξής: HDSL) και η Safiran Pyam Darya Shipping Lines (στο εξής: SAPID).

3      Η αρχική εγγραφή της επωνυμίας της HTTS στους καταλόγους των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών εις βάρος των οποίων λαμβάνονται τα περιοριστικά μέτρα του παραρτήματος V του κανονισμού [423/2007] έγινε στις 26 Ιουλίου 2010, κατόπιν της ενάρξεως ισχύος του εκτελεστικού κανονισμού [668/2010]. Δεν ασκήθηκε προσφυγή ακυρώσεως κατά της εγγραφής αυτής. Αντιθέτως, η εγγραφή της επωνυμίας της HTTS στους καταλόγους των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών εις βάρος των οποίων λαμβάνονται τα περιοριστικά μέτρα του παραρτήματος VIII του κανονισμού [961/2010], η οποία πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες μετά, με τον εν λόγω κανονισμό, προσεβλήθη από την HTTS και στη συνέχεια ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη κατά νόμον (βλ. σκέψη 5 κατωτέρω).

4      Στον κανονισμό 668/2010, η αιτιολογία για την εγγραφή της επωνυμίας της HTTS στους καταλόγους ήταν, ουσιαστικά, ότι “ενεργ[ούσε] εξ ονόματος της HDSL στην Ευρώπη”. Ως προς τον κανονισμό 961/2010, η αιτιολογία ήταν ότι “τελ[ούσε] υπό τον έλεγχο της IRISL και/ή ενεργ[ούσε] εξ ονόματός της”.

5      Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 961/2010, κατά το μέρος που αφορούσε την εταιρία αυτή, αλλά με ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου 2012, με σκοπό να επιτρέψει ενδεχομένως στο Συμβούλιο να συμπληρώσει, στο μεταξύ, την αιτιολογία της εκ νέου εγγραφής της επωνυμίας της HTTS. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ακύρωση του κανονισμού 961/2010 με άμεση ισχύ θα μπορούσε να θίξει σοβαρά και κατά τρόπο μη αναστρέψιμο την αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων που θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, διότι “δεν αποκλείεται, επί της ουσίας, να προκύψει ότι δικαιολογείται η επιβολή περιοριστικών μέτρων στην προσφεύγουσα” (βλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου, T‑562/10, EU:T:2011:716, σκέψεις 41 και 42).

6      Μετά την έκδοση της αποφάσεως της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), η επωνυμία της ενάγουσας αποτέλεσε αντικείμενο περαιτέρω εγγραφών εκ μέρους του Συμβουλίου, τις οποίες αυτή κάθε φορά προσέβαλλε και οι οποίες, στη συνέχεια, επίσης ακυρώνονταν κάθε φορά από το Γενικό Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312), και της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, HTTS και Bateni κατά Συμβουλίου (T‑45/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:650).

7      Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε επίσης την εγγραφή της επωνυμίας της IRISL και άλλων ναυτιλιακών εταιριών, μεταξύ των οποίων η HDSL και η SAPID, στους καταλόγους που τις αφορούσαν, με την αιτιολογία ότι τα στοιχεία που προέβαλε το Συμβούλιο δεν δικαιολογούσαν την εγγραφή της επωνυμίας της IRISL στους καταλόγους και, κατά συνέπεια, ωσαύτως δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επιβολή και διατήρηση σε ισχύ περιοριστικών μέτρων εις βάρος των άλλων ναυτιλιακών εταιριών που είχαν εγγραφεί στους καταλόγους λόγω των σχέσεών τους με την IRISL.

8      Με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 2015, η ενάγουσα απηύθυνε στο Συμβούλιο αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που υποστήριζε ότι υπέστη λόγω της αρχικής και των επακόλουθων εγγραφών της επωνυμίας της στους καταλόγους των προσώπων που σχετίζονται με τη δραστηριότητα της IRISL.

9      Με το εν λόγω αίτημα αποζημιώσεως, η ενάγουσα προέβαλε το δικαίωμά της όχι μόνον για αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστήριζε ότι υπέστη λόγω των εγγραφών που αποφασίσθηκαν με τους κανονισμούς 668/2010 και 961/2010 και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς, αλλά επίσης για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της αρχικής και των επακόλουθων εγγραφών της στους καταλόγους (βλ. σκέψη 6 ανωτέρω). Το συνολικό ποσό της προβαλλόμενης υλικής ζημίας ανερχόταν σε 11 928 939 ευρώ και εκείνο της ηθικής βλάβης ανερχόταν σε 250 000 ευρώ, για την περίοδο μεταξύ της 26ης Ιουλίου 2010 και της 18ης Σεπτεμβρίου 2015.

10      Με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2015, το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα αυτό.»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

4        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 2015, η HTTS άσκησε αγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να της καταβάλει το ποσό των 2 516 221,50 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της εγγραφής της επωνυμίας της στους καταλόγους οι οποίοι περιλαμβάνονται στο παράρτημα V του κανονισμού 423/2007 και στο παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010 (στο εξής: επίδικοι κατάλογοι).

5        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Ο πρόεδρος του έβδομου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση αυτή στις 13 Μαΐου 2016.

6        Με το δικόγραφο της αγωγής της, η HTTS προέβαλε δύο ισχυρισμούς οι οποίοι αφορούσαν, αντιστοίχως, παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και παράβαση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την εγγραφή της στους επίδικους καταλόγους.

7        Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ο οποίος εξετάστηκε πρώτος από το Γενικό Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε καταρχάς, με τις σκέψεις 44 έως 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι περιοριστικό μέτρο που μπορεί να επιβληθεί σε μη κρατική οντότητα δεν συνιστά αφ’ εαυτού αυτοτελή πράξη του Συμβουλίου έχουσα χαρακτήρα ποινικής ή διοικητικής κύρωσης που λαμβάνεται κατά της οντότητας αυτής, αλλά αναγκαίο μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, που έχει ως σκοπό να παράσχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση τη δυνατότητα να επιτύχει, προοδευτικώς, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκει στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων, δηλαδή, εν προκειμένω, την παύση της δραστηριότητας διάδοσης πυρηνικών όπλων εκ μέρους της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, και ότι, κατά πάγια νομολογία, ο ευρύτερος σκοπός της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης που εκτίθενται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, είναι ικανός να δικαιολογήσει τις αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, οι οποίες απορρέουν, για ορισμένους επιχειρηματίες, από αποφάσεις περί εφαρμογής πράξεων που θεσπίζονται από την Ένωση προκειμένου να επιτευχθεί ο θεμελιώδης αυτός σκοπός.

8        Εν συνεχεία, με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, ότι η επέμβαση στην επιχειρηματική δραστηριότητα της HTTS, ως αποτέλεσμα της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων της, δεν μπορούσε να θεωρηθεί άνευ ετέρου ως λόγος στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης και ότι, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη αυτή, είναι αναγκαίο να διαπιστώσει ο δικαστής της Ένωσης την ύπαρξη καταφανών και ασύγγνωστων παραβάσεων ή πρόδηλων σφαλμάτων εκτιμήσεως εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου σχετικά με την ύπαρξη των προβαλλόμενων δεσμών μεταξύ της HTTS και των λοιπών εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, όπως, μεταξύ άλλων, η IRISL.

9        Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ακόμη και η ενδεχόμενη ακύρωση μίας ή περισσότερων πράξεων του Συμβουλίου, στις οποίες οφείλεται η ζημία την οποία προβάλλει η HTTS, δεν συνιστά αδιάσειστη απόδειξη της ύπαρξης κατάφωρης παράβασης εκ μέρους του Συμβουλίου βάσει της οποίας είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, ipso jure, η ευθύνη της Ένωσης.

10      Τρίτον, με τις σκέψεις 49 έως 51 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, τηρουμένης της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν συζήτησης, εφόσον ο ενάγων μπορεί να αποδείξει την έκταση και τη σοβαρότητα της ζημίας του χρησιμοποιώντας στοιχεία μεταγενέστερα της επέλευσης της ζημίας αυτής, το εναγόμενο θεσμικό όργανο πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί όλα τα κρίσιμα απαλλακτικά στοιχεία που ανέκυψαν πριν από την άσκηση της αγωγής, δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης. Η δυνατότητα αυτή δικαιολογείται κατ’ εξοχήν στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), ο οποίος διέπεται από κανόνες και διαδικασίες που έχουν ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να λαμβάνεται υπόψη η διαχρονική εξέλιξη της πραγματικής και νομικής κατάστασης η οποία αποτελεί αντικείμενο της διεθνούς δράσης της Ένωσης. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι το να κριθούν αλυσιτελή τα στοιχεία που προσκομίζει το οικείο θεσμικό όργανο στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης και τα οποία ανέκυψαν πριν από την άσκηση της εν λόγω αγωγής θα παρενέβαλλε σοβαρά εμπόδια στην αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά τη λήψη των μέτρων δέσμευσης κεφαλαίων στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ.

11      Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), η ακύρωση με άμεση ισχύ του κανονισμού 961/2010 αποφεύχθηκε διότι «δεν [απεκλείετο], επί της ουσίας, να προκύψει ότι [εδικαιολογείτο] η επιβολή περιοριστικών μέτρων στην προσφεύγουσα».

12      Κατόπιν των σκέψεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσαν να αγνοηθούν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί και τα απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε το Συμβούλιο προκειμένου να αποδείξει ότι δεν επληρούτο η προϋπόθεση στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά την οποία απαιτείται η ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης.

13      Επομένως, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εξέτασης των κρίσιμων στοιχείων, προκειμένου να εξακριβώσει αν οι εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους μπορούσαν να θεωρηθούν καταφανείς και ασύγγνωστες παραβάσεις ή πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, όσον αφορά τη φύση των δεσμών μεταξύ της HTTS και των λοιπών ιρανικών ναυτιλιακών εταιριών, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 55 έως 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η έννοια της εταιρίας που «τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» αφορά την περίπτωση στην οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο εμπλεκόμενο σε δραστηριότητα διάδοσης των πυρηνικών όπλων του οικείου κράτους είναι σε θέση να επηρεάσει τις επιχειρηματικές επιλογές επιχείρησης με την οποία διατηρεί εμπορικές σχέσεις, έστω και εν απουσία οποιουδήποτε νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού κεφαλαιακής συμμετοχής μεταξύ των δύο αυτών οικονομικών οντοτήτων. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία κατά την οποία η ιδιότητα της οντότητας που «τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, αναλόγως, μεταξύ άλλων, του ποσοστού που κατέχει η άλλη οντότητα ή της έντασης του επίμαχου ελέγχου. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε το Συμβούλιο, ιδίως το ότι ο διευθυντής της HTTS ασκούσε προηγουμένως τα καθήκοντα του διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της IRISL και το ότι η HTTS είχε την ίδια διεύθυνση με την IRISL Europe GmbH, συνιστούσαν δέσμη ενδείξεων επαρκώς συγκεκριμένων και συγκλινουσών ώστε να δύναται να γίνει δεκτό ότι ήταν τουλάχιστον αληθοφανής η διαπίστωση ότι η HTTS τελούσε υπό τον έλεγχο και/ή ενεργούσε εξ ονόματος της IRISL. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο, λαμβάνοντας το επίμαχο μέτρο δέσμευσης κεφαλαίων, δεν διέπραξε καταφανείς και ασύγγνωστες παραβάσεις ούτε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως ως προς την έκταση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της HTTS και της IRISL.

14      Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους κατόπιν της ακύρωσης, με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑489/10, EU:T:2013:453), των πράξεων εγγραφής των επωνυμιών της IRISL, της HDSL και της SAPID στους καταλόγους που τις αφορούσαν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 62 και 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφενός, ότι η εν λόγω ακύρωση δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για να αποδειχθεί ότι οι εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους ήταν κατάφωρα παράνομες, ώστε να στοιχειοθετούν εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους βασίζονταν κατ’ ουσίαν σε έκθεση της επιτροπής κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με την οποία διαπιστώθηκαν τρεις σαφείς παραβιάσεις, εκ μέρους της IRISL, του εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε με το ψήφισμα 1747 (2007) του Συμβουλίου Ασφαλείας, της 24ης Μαρτίου 2007. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι, λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων που περιέχονται στην εν λόγω έκθεση, η διαπίστωση ότι η IRISL εμπλεκόταν σε δραστηριότητες διάδοσης πυρηνικών όπλων της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν δεν μπορούσε να κριθεί ως προδήλως εσφαλμένη.

15      Κατόπιν των σκέψεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον δεύτερο ισχυρισμό.

16      Στο πλαίσιο της εξέτασης του πρώτου ισχυρισμού, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της νυν αναιρεσείουσας περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς την εγγραφή της επωνυμίας της στο παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010. Υπενθύμισε καταρχάς, με τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παραθέτοντας την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου (T‑47/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:207, σκέψη 238), ότι, καταρχήν, η ανεπάρκεια της αιτιολογίας μιας πράξης δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Ένωσης.

17      Εν συνεχεία, με τις σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι, καθόσον το Συμβούλιο μπορεί να χρησιμοποιήσει, προκειμένου να αποδείξει τη νομιμότητα της συμπεριφοράς του, όλα τα στοιχεία που ανέκυψαν έως την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης, η αιτιολογία για τις εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους έπρεπε να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αιτιολογίας που παρέθεσε το Συμβούλιο στην απόφασή του 2012/35/ΚΕΠΠΑ, της 23ης Ιανουαρίου 2012, η οποία τροποποίησε την απόφαση 2010/413/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2012, L 19, σ. 22) και η οποία διατήρησε την εγγραφή της επωνυμίας της νυν αναιρεσείουσας στον κατάλογο που είναι προσαρτημένος στην απόφαση 2010/413. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η συμπληρωματική αιτιολογία που παρέθεσε το Συμβούλιο στην απόφαση 2012/35 παρείχε στη νυν αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η επωνυμία της ενεγράφη στους επίδικους καταλόγους.

18      Κατόπιν των σκέψεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο ισχυρισμό και, ως εκ τούτου, την αγωγή της HTTS στο σύνολό της.

 Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

19      Η HTTS ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει το ποσό των 2 516 221,50 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω των εγγραφών της επωνυμίας της στους επίδικους καταλόγους, καθώς και τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους βάσει του επιτοκίου που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, προσαυξημένου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, τούτο δε από τις 17 Οκτωβρίου 2015 έως την πλήρη καταβολή του ποσού της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, και

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

20      Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτής·

–        επικουρικώς, να απορρίψει την αγωγή και

–        να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

21      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της·

–        επικουρικώς, σε περίπτωση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να απορρίψει την αγωγή και

–        να καταδικάσει την HTTS στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αίτησης αναιρέσεως

22      Προς στήριξη της αίτησης αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τέσσερις λόγους.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

23      Η HTTS υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, ιδίως με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι το Συμβούλιο μπορούσε να επικαλεστεί πληροφορίες και στοιχεία που δεν είχε στη διάθεσή του κατά την ημερομηνία εγγραφής της επωνυμίας της HTTS στους επίδικους καταλόγους, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της. Συγκεκριμένα, κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να λάβει υπόψη την ημερομηνία λήψης των σχετικών περιοριστικών μέτρων για να κρίνει αν μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια θα είχε ενεργήσει, βάσει των στοιχείων που θα είχε στη διάθεσή της, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ενήργησε το Συμβούλιο στην προκειμένη περίπτωση.

24      Η HTTS προσθέτει ότι οι ιδιαιτερότητες της δράσης και των σκοπών της Ένωσης στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δεν μπορούν να δικαιολογήσουν διαφορετική προσέγγιση. Επομένως, ακόμη και στον τομέα αυτόν, η συμπεριφορά των θεσμικών οργάνων ενδέχεται να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, δεδομένου ότι τα εν λόγω όργανα οφείλουν να σέβονται τις αρχές του κράτους δικαίου καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

25      Επιπλέον, η HTTS προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη την απόφαση της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C‑45/15 P, EU:C:2017:402), η οποία καταδεικνύει το βάσιμο των επιχειρημάτων της. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να θεραπεύσει μετά από σειρά ετών, προσκομίζοντας νέα αποδεικτικά στοιχεία, την παράβαση της υποχρέωσής του να παράσχει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους λόγους επιβολής περιοριστικών μέτρων εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων.

26      Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, τέλος, ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε επίσης να έχει λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου στο πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Ιουνίου 2013, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑128/12 και T‑182/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:312), από τους οποίους προκύπτει ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν είχε στη διάθεσή του, στις αρχές του 2012, τις πληροφορίες που επικαλείται προς υπεράσπισή του στο πλαίσιο της αγωγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

27      Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι, εφόσον η αγωγή αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί εντός προθεσμίας πέντε ετών από την επέλευση του προβαλλόμενου ζημιογόνου γεγονότος, το οικείο θεσμικό όργανο δικαιούται να επικαλεστεί όλα τα απαλλακτικά στοιχεία που ανέκυψαν πριν από την άσκηση της αγωγής εντός της εν λόγω προθεσμίας, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης, ο δε ενάγων μπορεί να αποδείξει την έκταση και τη σοβαρότητα της ζημίας του βάσει αποδεικτικών στοιχείων μεταγενέστερων της επέλευσης της ζημίας αυτής.

28      Η αντίθετη άποψη θα παρενέβαλλε, κατά το θεσμικό αυτό όργανο, σοβαρά εμπόδια στην αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων που απονέμονται, στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, στα θεσμικά όργανα της Ένωσης προκειμένου να λαμβάνουν, προς στήριξη της εφαρμογής της πολιτικής αυτής, τα αναγκαία περιοριστικά μέτρα.

29      Ως προς το επιχείρημα της HTTS σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση, από το Γενικό Δικαστήριο, των αρχών του κράτους δικαίου, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα δικαστήρια της Ένωσης μπορούν, τηρώντας τις εν λόγω αρχές, να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά ελήφθησαν για την εφαρμογή αποφάσεων ΚΕΠΠΑ, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

30      Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα που η HTTS ισχυρίζεται ότι αντλεί από την απόφαση της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C‑45/15 P, EU:C:2017:402), από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει, κατά το Συμβούλιο, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τις περιστάσεις που ανέκυψαν μετά την έγκριση των επίμαχων εγγραφών προκειμένου να εκτιμήσει την ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το πρόσωπο το οποίο αφορούν τα περιοριστικά μέτρα, εάν ενήργησε με τέτοιον τρόπο ώστε να δικαιολογούνται τα μέτρα αυτά, δεν πρέπει να απολαύει δικαιώματος αποζημίωσης, έστω και αν το θεσμικό όργανο δεν γνώριζε ακόμη τα πραγματικά περιστατικά κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων και, για τον λόγο αυτόν, τα συγκεκριμένα μέτρα ακυρώθηκαν. Κατά το Συμβούλιο, τούτο δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο εάν το πρόσωπο το οποίο αφορούν τα περιοριστικά μέτρα γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά.

31      Η Επιτροπή συμμερίζεται, κατ’ ουσίαν, τα επιχειρήματα του Συμβουλίου σχετικά με την τήρηση της αρχής της ισότητας των όπλων, τα οποία δικαιολογούν τη δυνατότητα του θεσμικού αυτού οργάνου να επικαλεστεί στοιχεία που ανέκυψαν μετά την ημερομηνία εγγραφής της HTTS στους επίδικους καταλόγους. Όσον αφορά, ιδίως, την ερμηνεία της απόφασης της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C‑45/15 P, EU:C:2017:402), η Επιτροπή προσθέτει ότι η παραπομπή της HTTS στη σκέψη 40 της απόφασης αυτής δεν είναι ορθή, καθόσον, με την εν λόγω σκέψη, το Δικαστήριο λαμβάνει θέση όχι επί του χρονικού σημείου που είναι κρίσιμο για την εκτίμηση του βασίμου αγωγής αποζημίωσης, αλλά επί του ζητήματος αν υφίστατο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

32      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε την ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2003, Επιτροπή κατά Fresh Marine, C‑472/00 P, EU:C:2003:399, σκέψη 25, της 19ης Απριλίου 2012, Artegodan κατά Επιτροπής, C‑221/10 P, EU:C:2012:216, σκέψη 80 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Kendrion, C‑150/17 P, EU:C:2018:1014, σκέψη 117).

33      Όσον αφορά ειδικότερα την πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις, η οποία είναι η μόνη που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες υφίσταται όταν η παράβαση αυτή συνεπάγεται πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια, τα δε στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνονται συναφώς υπόψη είναι, μεταξύ άλλων, η πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα καθώς και το εύρος των περιθωρίων εκτίμησης που αφήνει ο παραβιασθείς κανόνας στο θεσμικό όργανο της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2007, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, C‑282/05 P, EU:C:2007:226, σκέψη 50, και της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου, C‑45/15 P, EU:C:2017:402, σκέψη 30].

34      Συναφώς, τονίζεται ότι η απαίτηση περί κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης απορρέει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 20 των προτάσεών του, από την ανάγκη στάθμισης μεταξύ, αφενός, της προστασίας των ιδιωτών έναντι των παράνομων ενεργειών των θεσμικών οργάνων και, αφετέρου, της διακριτικής ευχέρειας που πρέπει να καταλείπεται στα εν λόγω θεσμικά όργανα προκειμένου να μην παραλύει η δράση τους. Η στάθμιση αυτή είναι ακόμη σημαντικότερη στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, όπου τα εμπόδια που αντιμετωπίζει το Συμβούλιο ως προς τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών καθιστούν συχνά ιδιαιτέρως δύσκολη την αξιολόγηση στην οποία αυτό οφείλει να προβαίνει.

35      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, ιδίως με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο μπορούσε να επικαλεστεί όλα τα κρίσιμα στοιχεία που ανέκυψαν πριν από την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της τελευταίας. Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί αν το Γενικό Δικαστήριο, παρέχοντας συναφώς στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να επικαλεστεί στοιχεία που δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά την εγγραφή της HTTS στους επίδικους καταλόγους, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

36      Όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, προκειμένου να πληρούται η πρώτη προϋπόθεση στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, είναι αναγκαίο, αφενός, να έχει συντελεστεί παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, αφετέρου, η παράβαση αυτή να είναι κατάφωρη.

37      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της προϋπόθεσης αυτής, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης (αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Οι απαιτήσεις περί συνοχής, όμως, στις οποίες βασίζεται το προβλεπόμενο από τη Συνθήκη ΛΕΕ σύστημα ένδικων βοηθημάτων επιτάσσουν να μην διαφοροποιείται, ανάλογα με το είδος του ένδικου βοηθήματος, η μέθοδος βάσει της οποίας εξετάζεται η νομιμότητα πράξης ή συμπεριφοράς θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

39      Επομένως, στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης, ο παράνομος χαρακτήρας πράξης ή συμπεριφοράς δυνάμενης να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω πράξης ή εκδήλωσης της εν λόγω συμπεριφοράς.

40      Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από την πάγια νομολογία την οποία υπενθύμισε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και από την οποία προκύπτει ότι η αγωγή αποζημίωσης είναι αυτοτελές ένδικο βοήθημα που έχει ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των ένδικων βοηθημάτων και εξαρτάται από προϋποθέσεις άσκησης τεθείσες με γνώμονα το ειδικό αντικείμενό του (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts, C‑234/02 P, EU:C:2004:174, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συγκεκριμένα, η εν λόγω αυτοτέλεια δεν επηρεάζει το γεγονός ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο μιας τέτοιας αγωγής, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να αναλύσει τη νομιμότητα της ζημιογόνου συμπεριφοράς του οργάνου ή του οργανισμού της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts, C‑234/02 P, EU:C:2004:174, σκέψεις 60 και 61).

41      Στο μέτρο που ο κανονισμός 961/2010 ακυρώθηκε με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), η οποία, εφόσον δεν αναιρεσιβλήθηκε εμπροθέσμως, είχε ισχύ δεδικασμένου, διαπιστώνεται ότι, ως προς τον κανονισμό αυτόν, επληρούτο ήδη το πρώτο σκέλος της πρώτης προϋπόθεσης στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 2006, P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής, C‑442/03 P και C‑471/03 P, EU:C:2006:356, σκέψεις 41 έως 45].

42      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της πρώτης προϋπόθεσης στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 33 της παρούσας απόφασης συνάγεται επίσης ότι εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνο λόγω πρόδηλης και σοβαρής υπέρβασης, εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια. Επιπλέον, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι ο δικαστής της Ένωσης, για να εκτιμήσει αν μια παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης είναι κατάφωρη, λαμβάνει μεταξύ άλλων υπόψη την πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, τις δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των διατάξεων και, ειδικότερα, το περιθώριο εκτίμησης το οποίο διαθέτει η αρχή που εξέδωσε την αμφισβητούμενη πράξη.

43      Επομένως, μόνον η διαπίστωση πλημμέλειας στην οποία δεν θα υπέπιπτε, υπό παρόμοιες συνθήκες, μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

44      Διαπιστώνεται ότι οι απαριθμούμενες στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της ύπαρξης κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης αφορούν, στο σύνολό τους, την ημερομηνία κατά την οποία το οικείο θεσμικό όργανο έλαβε την απόφαση ή εξεδήλωσε τη συμπεριφορά.

45      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο απαιτούμενος από τη νομολογία βαθμός κατάφωρου χαρακτήρα της διαπραχθείσας από το εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης, καθόσον συνδέεται άρρηκτα με την παράβαση αυτή, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση χρονικό σημείο διαφορετικό από εκείνο της διάπραξης της εν λόγω παράβασης.

46      Συνεπώς, η ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης πρέπει κατ’ ανάγκην να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις υπό τις οποίες το θεσμικό όργανο ενήργησε κατά τη συγκεκριμένη αυτή ημερομηνία.

47      Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι ένα θεσμικό όργανο, προκειμένου να αμφισβητήσει την ύπαρξη μιας τέτοιας κατάφωρης παράβασης, μπορεί να επικαλεστεί μόνο τα στοιχεία που έλαβε υπόψη για την έκδοση της σχετικής πράξης.

48      Τέλος, τονίζεται ότι, εάν ένα θεσμικό όργανο μπορούσε να επικαλεστεί κάθε κρίσιμο στοιχείο που δεν συνεκτιμήθηκε κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της τελευταίας, η έκβαση της αγωγής αποζημίωσης θα μπορούσε να διαφέρει ανάλογα με την ημερομηνία άσκησης της αγωγής αυτής. Πράγματι, η αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν λόγω της συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων της Ένωσης θα εξηρτάτο, στο πλαίσιο αυτό, από το ζήτημα αν, κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περίοδο των πέντε ετών εντός της οποίας μπορεί να ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης, κάθε στοιχείο που δεν συνεκτιμήθηκε κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης παρείχε στο θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχεται η εν λόγω απόφαση τη δυνατότητα να δικαιολογήσει τις ενέργειές του.

49      Συναφώς, επισημαίνεται ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός της προθεσμίας παραγραφής την οποία προβλέπει η ως άνω διάταξη. Κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω προθεσμία έχει ως σκοπό, αφενός, να εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος, δεδομένου ότι αυτός πρέπει να έχει στη διάθεσή του επαρκές χρονικό διάστημα για να συγκεντρώσει τα κατάλληλα στοιχεία προκειμένου να ασκήσει τυχόν αγωγή, και, αφετέρου, να αποτρέψει το ενδεχόμενο ο ζημιωθείς να καθυστερεί επ’ αόριστον την άσκηση του δικαιώματός του για αποζημίωση (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C‑469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψεις 33 και 53 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Η προστασία, όμως, των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος, ο οποίος πρέπει να έχει στη διάθεσή του επαρκή χρόνο για να συγκεντρώσει τα κατάλληλα στοιχεία προκειμένου να ασκήσει ενδεχομένως αγωγή, μπορεί να διακυβευθεί εάν η πάροδος του χρόνου μετά τη λήψη της επίμαχης απόφασης ή την εκδήλωση της επίμαχης συμπεριφοράς μπορεί να καταστήσει δυσχερέστερη την απόδειξη ότι το οικείο θεσμικό όργανο διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης.

51      Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε κατ’ ουσίαν, με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το Συμβούλιο μπορεί να επικαλεστεί κάθε κρίσιμο στοιχείο που δεν ελήφθη υπόψη κατά την εγγραφή της HTTS στους επίδικους καταλόγους, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

52      Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να κλονιστεί λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ΚΕΠΠΑ.

53      Συγκεκριμένα, αφενός, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 23 των προτάσεών του, το Δικαστήριο έχει ήδη εφαρμόσει στον τομέα αυτόν τις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης (απόφαση της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου, C‑45/15 P, EU:C:2017:402). Αφετέρου, από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 33 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι η πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων και οι δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των εμπιπτόντων στον ως άνω τομέα κανόνων δικαίου της Ένωσης, τους οποίους εφάρμοσε το Συμβούλιο στο πλαίσιο της έκδοσης της επίμαχης πράξης, λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του θεσμικού αυτού οργάνου προκειμένου να διαπιστωθεί αν το εν λόγω όργανο διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης.

54      Εξάλλου, το ως άνω συμπέρασμα δεν κλονίζεται, επίσης, από το επιχείρημα του Συμβουλίου κατά το οποίο, εφόσον η αγωγή αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί εντός προθεσμίας πέντε ετών από την επέλευση του προβαλλόμενου ζημιογόνου γεγονότος, ο ενάγων μπορεί να αποδείξει την έκταση και τη σοβαρότητα της ζημίας του χρησιμοποιώντας αποδεικτικά στοιχεία μεταγενέστερα της επέλευσης της ζημίας αυτής.

55      Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι έννοιες της «κατάφωρης παράβασης» και της «ζημίας» είναι δύο διακριτές έννοιες οι οποίες τοποθετούνται σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα, οπότε δεν είναι δυνατόν να συγχέονται. Συγκεκριμένα, η «κατάφωρη παράβαση», όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 έως 50 της παρούσας απόφασης, είναι έννοια στατική, η οποία παγιώνεται κατά τον χρόνο έκδοσης της παράνομης πράξης ή υιοθέτησης της παράνομης συμπεριφοράς, ενώ η έννοια της «ζημίας» είναι, αντιθέτως, έννοια εκ φύσεως δυναμική, στο μέτρο που, αφενός, η ζημία μπορεί να εκδηλωθεί μετά την έκδοση της παράνομης πράξης ή την εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς και, αφετέρου, η έκτασή της μπορεί να εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου.

56      Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

 Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

57      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η HTTS αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό της, από το Γενικό Δικαστήριο, ως εταιρίας που «τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της IRISL.

58      Καταρχάς, η HTTS υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι ιδιοκτησιακοί δεσμοί μεταξύ της HTTS και της IRISL δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν η πρώτη τελούσε «υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της δεύτερης. Εξάλλου, οι κανονισμοί 423/2007 και 961/2010 δεν καθιστούν δυνατή την εγγραφή οντότητας η οποία απλώς ενεργεί εξ ονόματος της IRISL.

59      Όσον αφορά, περαιτέρω, τα στοιχεία που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο και τα οποία απαριθμούνται στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η HTTS εκθέτει, αφενός, ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι η ίδια τελούσε «υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της IRISL. Αφετέρου, η HTTS επισημαίνει ότι το Συμβούλιο δεν είχε στη διάθεσή του τα στοιχεία αυτά όταν προέβη στην εγγραφή της στους επίδικους καταλόγους. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι, με την απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Bateni κατά Συμβουλίου (T‑42/12 και T‑181/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:409), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεσή του το Συμβούλιο κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων στην υπόθεση εκείνη πράξεων δεν περιείχαν την παραμικρή ένδειξη για τη φύση του ελέγχου που φέρεται να ασκούσε η IRISL ή για τις δραστηριότητες που ασκούσε η HTTS εξ ονόματος της IRISL.

60      Τέλος, η HTTS τονίζει ότι, ενώ το Γενικό Δικαστήριο έκρινε νόμιμη τη δυνατότητα του Συμβουλίου να επικαλεστεί απαλλακτικά στοιχεία, εντούτοις δεν ελήφθησαν υπόψη τα επιβαρυντικά στοιχεία που επικαλέστηκε η HTTS, όπως οι ακυρώσεις των εγγραφών της IRISL, της SAPID και της HDSL.

61      Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως έκρινε ότι οι ιδιοκτησιακοί δεσμοί δεν είχαν σημασία για την εκτίμηση κατάστασης κυριότητας ή ελέγχου εταιρίας, αλλά απλώς διαπίστωσε ότι το αποφασιστικό κριτήριο συναφώς ήταν η δυνατότητα άσκησης επιρροής.

62      Όσον αφορά τις ενδείξεις που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η συνεκτίμηση των ενδείξεων αυτών, στο σύνολό τους, δύναται να στηρίξει τη διαπίστωση ότι δεν διέπραξε καταφανείς και ασύγγνωστες παραβάσεις ούτε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως ως προς την έκταση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της HTTS και της IRISL. Εν πάση περιπτώσει, κατά το Συμβούλιο, τα επιχειρήματα που προβάλλει συναφώς η αναιρεσείουσα έχουν ως σκοπό να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του. Συνεπώς, τα επιχειρήματα αυτά είναι απαράδεκτα στο πλαίσιο αίτησης αναιρέσεως.

63      Εξάλλου, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι η απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Bateni κατά Συμβουλίου (T‑42/12 και T‑181/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:409), δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, καθόσον η απόφαση αυτή αφορούσε προσφυγή ακυρώσεως η οποία δεν είχε ως αντικείμενο τις εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους.

64      Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, με την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2017, Islamic Republic of Iran Shipping Lines κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑14/14 και T‑87/14, EU:T:2017:102), το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομιμότητα των εγγραφών της IRISL, της HDSL και της SAPID. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι οι εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους δεν συνιστούν κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι με την έκθεση της επιτροπής κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών διαπιστώθηκαν τρεις σαφείς παραβιάσεις, εκ μέρους της IRISL, του εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε με το ψήφισμα 1747 (2007) του Συμβουλίου Ασφαλείας.

65      Η Επιτροπή συμμερίζεται τα επιχειρήματα του Συμβουλίου. Όσον αφορά την πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με το κριτήριο που πρέπει να εφαρμοστεί για να διαπιστωθεί σε ποιες περιπτώσεις μια εταιρία ελέγχει ή έχει στην κυριότητά της άλλη νομική οντότητα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει βασική διαφορά επί της ουσίας μεταξύ της δραστηριοποίησης υπό τον έλεγχο μιας εταιρίας και της δραστηριοποίησης εξ ονόματος της εταιρίας αυτής, στο μέτρο που οι δύο αυτές καταστάσεις συνεπάγονται κατ’ ανάγκην θέση ελέγχου ή, τουλάχιστον, επιρροής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

66      Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.

67      Με την πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους, η HTTS προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι οι ιδιοκτησιακοί δεσμοί δεν αποτελούν στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν η αναιρεσείουσα είναι εταιρία η οποία «τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της IRISL.

68      Το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 961/2010 επιβάλλει τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που βρίσκονται στην ιδιοκτησία προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών, μη καλυπτόμενων από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, που έχουν αναγνωριστεί, «σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο βʹ της απόφασης 2010/413[,] ότι [...] αποτελούν νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ανήκει ή ελέγχεται από [την IRISL]».

69      Η χρήση, στον κανονισμό 961/2010, των λέξεων «ανήκει ή ελέγχεται» ανταποκρίνεται στην ανάγκη παροχής στο Συμβούλιο της δυνατότητας λήψης αποτελεσματικών μέτρων έναντι όλων των προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που συνδέονται με εταιρίες εμπλεκόμενες στη διάδοση πυρηνικών όπλων. Επομένως, η κατοχή ή ο έλεγχος μπορούν να έχουν άμεσο ή έμμεσο χαρακτήρα. Πράγματι, εάν ο δεσμός αυτός έπρεπε να αποδειχθεί μόνο βάσει της άμεσης κατοχής ή του άμεσου ελέγχου των εν λόγω προσώπων, τα μέτρα θα μπορούσαν να καταστρατηγηθούν μέσω πληθώρας συμβατικών ή πραγματικών δυνατοτήτων ελέγχου, οι οποίες θα παρείχαν σε μια εταιρία δυνατότητες άσκησης επιρροής επί άλλων οντοτήτων εξίσου ευρείες με την άμεση κατοχή ή τον άμεσο έλεγχο.

70      Συνεπώς, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η έννοια της «εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας» δεν έχει, στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο το οποίο έχει γενικώς στο εταιρικό δίκαιο, προκειμένου να προσδιοριστεί η επιχειρηματική ευθύνη εταιρίας της οποίας οι αποφάσεις τελούν νομικώς υπό τον έλεγχο άλλης εμπορικής οντότητας.

71      Με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, στο πλαίσιο της εκτίμησης της νομιμότητας ενός περιοριστικού μέτρου, η έννοια αυτή αφορά, στην πραγματικότητα, την περίπτωση στην οποία το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμπλέκεται στη διάδοση πυρηνικών όπλων είναι σε θέση να επηρεάσει τις επιχειρηματικές επιλογές άλλου προσώπου με το οποίο διατηρεί εμπορικές σχέσεις, έστω και εν απουσία οποιουδήποτε νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού κεφαλαιακής συμμετοχής μεταξύ των δύο αυτών οικονομικών οντοτήτων.

72      Διαπιστώνεται, όμως, ότι η αιτίαση που προβάλλει η αναιρεσείουσα κατά της ως άνω σκέψης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψης αυτής.

73      Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, από την εν λόγω σκέψη δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε καθόλου υπόψη την ύπαρξη ενδεχόμενου νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού κεφαλαιακής συμμετοχής μεταξύ της HTTS και της IRISL, αλλά μόνον ότι η απουσία τέτοιου δεσμού δεν αρκούσε για να αποκλειστεί η ιδιότητα της οντότητας «που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας».

74      Με άλλα λόγια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η ύπαρξη νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού συμμετοχής στο κεφάλαιο εταιρίας μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ισοδυναμεί με δυνατότητα άσκησης επιρροής στις επιλογές της οντότητας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο, εντούτοις δεν συνιστά προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την άσκηση τέτοιας επιρροής.

75      Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι μια εταιρία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εταιρία που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο άλλης οντότητας», εφόσον η τελευταία βρίσκεται σε κατάσταση στην οποία είναι σε θέση να επηρεάσει τις επιλογές της εν λόγω εταιρίας, έστω και εν απουσία οποιουδήποτε νομικού ή ιδιοκτησιακού δεσμού ή δεσμού κεφαλαιακής συμμετοχής μεταξύ των δύο αυτών οικονομικών οντοτήτων.

76      Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

77      Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους, κατά την οποία οι κανονισμοί 423/2007 και 961/2010 δεν επιτρέπουν την εγγραφή εταιρίας η οποία απλώς ενεργεί «εξ ονόματος» της IRISL, διαπιστώνεται, βεβαίως, ότι το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 961/2010 δεν μνημονεύει ρητώς την περίπτωση της δραστηριοποίησης εξ ονόματος άλλης εταιρίας. Ωστόσο, για τους σκοπούς της λήψης μέτρων όπως εκείνα που έλαβε το Συμβούλιο έναντι της HTTS, η δραστηριοποίηση υπό τον έλεγχο προσώπου ή οντότητας και η δραστηριοποίηση εξ ονόματος ενός τέτοιου προσώπου ή οντότητας πρέπει να εξομοιώνονται.

78      Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, καταρχάς, από την ανάλυση του σκοπού της εν λόγω διάταξης, ο οποίος, όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 69 της παρούσας απόφασης, είναι να παρασχεθεί στο Συμβούλιο η δυνατότητα λήψης αποτελεσματικών μέτρων κατά των προσώπων που εμπλέκονται στη διάδοση πυρηνικών όπλων και να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των μέτρων αυτών.

79      Περαιτέρω, το εν λόγω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 961/2010. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως εξέθεσε η Επιτροπή, στο άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 961/2010, η περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο ή οντότητα ελέγχεται από ή ανήκει σε άλλο πρόσωπο ή οντότητα θεωρείται ισοδύναμη με την περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο ή η οντότητα ενεργεί υπό την καθοδήγηση ή εξ ονόματος άλλου προσώπου ή οντότητας.

80      Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους και, κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος στο σύνολό του.

81      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, η αιτίαση κατά την οποία το Συμβούλιο δεν είχε γνώση, κατά την ημερομηνία εγγραφής της επωνυμίας της HTTS στους επίδικους καταλόγους, των απαριθμούμενων στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενδείξεων οι οποίες αποδεικνύουν την ιδιότητα της HTTS ως «εταιρίας που τελεί υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της IRISL.

82      Ειδικότερα, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης, η κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις υπό τις οποίες το εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο ενήργησε κατά την ημερομηνία εκδήλωσης της προσαπτόμενης συμπεριφοράς ή έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης.

83      Για τον λόγο αυτόν, όπως κρίθηκε με τη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης, ένα θεσμικό όργανο δεν μπορεί να επικαλεστεί, προκειμένου να αμφισβητήσει την ύπαρξη μιας τέτοιας κατάφωρης παράβασης, στοιχεία που δεν ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της σχετικής πράξης, τούτο δε ακόμη και αν το θεσμικό όργανο φρονεί ότι τα στοιχεία αυτά μπορούν να συμπληρώσουν λυσιτελώς τους εκτιθέμενους στην εν λόγω πράξη λόγους ή θα μπορούσαν να έχουν συμβάλει στη θεμελίωση της έκδοσής της.

84      Συναφώς, επισημαίνεται ότι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των κανονισμών 668/2010 και 961/2010, δεν είχε στη διάθεσή του τα στοιχεία που απαριθμούνται στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οπότε τα στοιχεία αυτά δεν αξιολογήθηκαν από το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά τον χρόνο εξέτασης του φακέλου.

85      Το Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 51 της παρούσας απόφασης, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι το Συμβούλιο μπορεί να επικαλεστεί στοιχεία που δεν ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της σχετικής πράξης, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης απονέμοντος δικαιώματα στους ιδιώτες ώστε να στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

86      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας κατ’ ουσίαν, με τη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από στοιχεία τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Συμβούλιο κατά την εγγραφή της HTTS στους επίδικους καταλόγους προέκυπτε ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτίμησης του περιεχομένου των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της HTTS και της IRISL.

87      Επομένως, η πρώτη αιτίαση του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή.

88      Όσον αφορά τις αιτιάσεις κατά τις οποίες, αφενός, οι ενδείξεις που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο και οι οποίες απαριθμούνται στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ικανές να αποδείξουν ότι η HTTS τελεί «υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο» της IRISL και, αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε το ποσοστό που κατέχει η άλλη οντότητα και την ένταση του ελέγχου βάσει των ως άνω ενδείξεων, παρέλκει η απάντηση στις αιτιάσεις αυτές, δεδομένου ότι, με τη σκέψη 86 της παρούσας απόφασης, κρίθηκε ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον στηρίχθηκε σε στοιχεία παρατιθέμενα στην εν λόγω σκέψη 59, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο κατά την εγγραφή της HTTS στους επίδικους καταλόγους.

89      Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό.

 Επί του τρίτου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

90      Με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας, αφενός, ότι το Συμβούλιο δεν παρέβη την υποχρέωσή του προς αιτιολόγηση των εγγραφών της HTTS στους επίδικους καταλόγους και, αφετέρου, ότι η ανεπάρκεια της αιτιολογίας μιας πράξης δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

91      Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η HTTS υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, με τη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δέχθηκε κατά τεκμήριο ότι ο κανονισμός 668/2010 είχε εφαρμογή εν προκειμένω και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν παρέβη την υποχρέωσή του προς αιτιολόγηση των εγγραφών της HTTS στους επίδικους καταλόγους.

92      Συγκεκριμένα, κατά την HTTS, τον κανονισμό αυτόν κατέστησε «άνευ αντικειμένου» ο κανονισμός 961/2010, ο οποίος, με τη σειρά του, ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), λόγω πλημμελούς αιτιολογίας.

93      Εξάλλου, η «συμπληρωματική» αιτιολογία, την οποία παρέθεσε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για να δικαιολογήσει τις εγγραφές της HTTS στους επίδικους καταλόγους, συνιστά στοιχείο που ανέκυψε ή περιήλθε σε γνώση του Συμβουλίου μετά τις εγγραφές αυτές και, συνεπώς, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, για τους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

94      Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά την HTTS, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, καταρχήν, η παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης. Συναφώς, η αναιρεσείουσα διευκρινίζει ότι η τήρηση της υποχρέωσης αιτιολόγησης είναι ουσιώδης προκειμένου μια διαδικασία να θεωρηθεί σύμφωνη με τις αρχές του κράτους δικαίου. Επομένως, η παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Εξάλλου, ως προς τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, η υποχρέωση αιτιολόγησης συνεπάγεται την υποχρέωση του Συμβουλίου να συλλέγει πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν τα μέτρα αυτά, προκειμένου να μπορεί, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να προσκομίσει τις εν λόγω πληροφορίες ή τα εν λόγω στοιχεία ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.

95      Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν την απόρριψη του τρίτου και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

96      Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως συνδέονται στενά μεταξύ τους και πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεξεταστούν.

97      Καταρχάς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αιτιάσεις που αφορούν τις σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελείς, στο μέτρο που βάλλουν κατά αιτιολογίας την οποία το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε ως εκ περισσού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

98      Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 84 και 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η πραγματοποιηθείσα με τους κανονισμούς 668/2010 και 961/2010 εγγραφή της επωνυμίας της HTTS δεν είχε αιτιολογηθεί με τον ίδιο τρόπο στους δύο αυτούς κανονισμούς και ότι, με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε τον παράνομο χαρακτήρα μόνο του κανονισμού 961/2010.

99      Υπό τις συνθήκες αυτές, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε, με τη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από την ακύρωση, με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2011, HTTS κατά Συμβουλίου (T‑562/10, EU:T:2011:716), του κανονισμού 961/2010 δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 668/2010 έπρεπε επίσης να θεωρηθεί παράνομος λόγω πλημμελούς αιτιολογίας.

100    Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι εναπέκειτο στη νυν αναιρεσείουσα, η οποία δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα του κανονισμού 668/2010 μέσω προσφυγής ακυρώσεως, να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω κανονισμού, στο πλαίσιο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, υπέρ των πράξεων των οργάνων της Ένωσης υφίσταται, καταρχήν, τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί, ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως ή κριθεί ανίσχυρες κατόπιν προδικαστικής παραπομπής ή κατόπιν ένστασης έλλειψης νομιμότητας (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems, C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 52).

101    Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της HTTS, το οποίο εκτίθεται στις σκέψεις 91 και 92 της παρούσας απόφασης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

102    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία που καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα του κανονισμού 668/2010 λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, οι αιτιάσεις της HTTS δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αναγνώριση της ύπαρξης κατάφωρης παραβίασης του δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της τελευταίας.

103    Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι η ανεπάρκεια της αιτιολογίας μιας πράξης επιβολής περιοριστικού μέτρου δεν είναι, αυτή καθεαυτήν, ικανή να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑76/01 P, EU:C:2003:511, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

104    Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

105    Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

 Επί της αναπομπής της υπόθεσης στο Γενικό Δικαστήριο

106    Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναίρεσης της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.

107    Εν προκειμένω, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση της πρώτης από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης.

108    Επιπλέον, έχοντας κρίνει ότι δεν υφίσταται κατάφωρη παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη στην εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, C‑282/05 P, EU:C:2007:226, σκέψη 57].

109    Υπό τις συνθήκες αυτές, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να μπορέσει, καταρχάς, να προβεί, χωρίς να συνεκτιμήσει στοιχεία που δεν ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο κατά την εγγραφή της HTTS στους επίδικους καταλόγους, σε εκ νέου εξέταση της ενδεχόμενης ύπαρξης κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου της Ένωσης η οποία να στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της τελευταίας. Εν συνεχεία, εάν από την εν λόγω εξέταση προκύψει η ύπαρξη τέτοιας παράβασης, θα εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει τις λοιπές αναγκαίες προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

110    Δεδομένης της αναπομπής της υπόθεσης στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Δεκεμβρίου 2017, HTTS κατά Συμβουλίου (T692/15, EU:T:2017:890).

2)      Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)      Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.