Language of document : ECLI:EU:C:2019:725

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 12ης Σεπτεμβρίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Σήματα – Οδηγία 2008/95/ΕΚ – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ – Διακριτικός χαρακτήρας – Κριτήρια εκτιμήσεως – Σημείο που αποτελείται από το σύμβολο της δίεσης ακολουθούμενο από σειρά λέξεων (hashtag)»

Στην υπόθεση C‑541/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 21ης Ιουνίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Αυγούστου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

AS

κατά

Deutsches Patent- und Markenamt,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, Κ. Λυκούργο, E. Juhász, M. Ilešič (εισηγητή) και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η AS, εκπροσωπούμενη από τον C. Rohnke, Rechtsanwalt,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Κ. Bulterman και M. L. Noort,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους T. Scharf και É. Gippini Fournier καθώς και από την J. Samnadda,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της AS και του Deutsches Patent- und Markenamt (γερμανικού γραφείου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων, στο εξής: DPMA), η οποία αφορά αίτηση καταχωρίσεως σημείου που αποτελείται από το hashtag #darferdas? ως σήματος.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Η οδηγία 2008/95, η οποία κατάργησε και αντικατέστησε την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τη σειρά της, από τις 15 Ιανουαρίου 2019, από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1). Εντούτοις, δεδομένου του χρόνου των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 2008/95.

4        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/95 είχε ως εξής:

«Το σήμα μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε σημεία επιδεχόμενα γραφικής παράστασης, ιδίως δε από λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος προσώπων, από σχέδια, γράμματα, αριθμούς, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του, εφόσον τα σημεία αυτά μπορούν από τη φύση τους να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.»

5        Το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας όριζε τα εξής:

«1.      Δεν καταχωρίζονται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:

[…]

β)      τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

[…]

3.      Ένα σήμα γίνεται δεκτό προς καταχώριση ή, αν έχει καταχωριστεί, δεν κηρύσσεται άκυρο κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία β), γ) ή δ) εφόσον, πριν από την ημερομηνία της αίτησης καταχώρισης και μετά τη χρήση που του έχει γίνει, απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα. […]

[…]»

 Το εθνικό δίκαιο

6        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με το άρθρο 8, παράγραφος 2, σημείο 1, του Gesetz über den Schutz von Marken und sonstigen Kennzeichen (νόμου περί προστασίας των σημάτων και λοιπών διακριτικών σημείων) της 25ης Οκτωβρίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 3082). Η ως άνω διάταξη προβλέπει ότι «[α]ποκλείεται η καταχώριση σημάτων […] τα οποία δεν έχουν οποιοδήποτε διακριτικό χαρακτήρα για τα εμπορεύματα ή τις υπηρεσίες που αφορούν».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

7        Η AS υπέβαλε αίτηση στο DPMA για την καταχώριση του σημείου που αποτελείται από το hashtag #darferdas? ως σήματος για προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 25, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.

8        Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Ενδύματα [ιδίως μπλουζάκια (τι‑σερτ)], υποδήματα και είδη πιλοποιίας».

9        Το DPMA απέρριψε την αίτηση καθόσον έκρινε ότι το επίμαχο σημείο στερείται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, σημείο 1, του νόμου περί προστασίας των σημάτων και λοιπών διακριτικών σημείων.

10      Η AS άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundespatentgericht (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, Γερμανία).

11      Με διάταξη της 3ης Μαΐου 2017, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την προσφυγή. Κατά την εκτίμησή του, το εν λόγω σημείο περιλαμβάνει σειρά χαρακτήρων και λέξεων χωρίς κενά οι οποίες κατ’ ουσίαν συνιστούν συνήθεις όρους της γερμανικής γλώσσας. Αποτελεί απλώς στυλιζαρισμένη απεικόνιση ενός θέματος προς συζήτηση. Το σήμα αυτό δηλώνει απλώς ότι το κοινό καλείται να συζητήσει ως προς το ερώτημα «Darf er das?» («του επιτρέπεται να το κάνει αυτό;»). Το κοινό αντιλαμβάνεται την ερώτηση αυτή, η οποία βρίσκεται ιδίως στην εμπρόσθια όψη του τι-σερτ, ως τέτοια, ήτοι ως απλή ερωτηματική διατύπωση.

12      Η AS άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω διατάξεως ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία).

13      Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η χρήση του επίμαχου σημείου στο εμπρόσθιο τμήμα των ενδυμάτων να αποτελεί απλώς έναν ακόμη τρόπο χρήσεως μεταξύ άλλων. Το σημείο αυτό θα μπορούσε επίσης να τοποθετηθεί στην ετικέτα που είναι ραμμένη στην εσωτερική όψη των ενδυμάτων. Στην περίπτωση αυτή, το κοινό μπορεί να αντιληφθεί το εν λόγω σημείο ως σήμα, ήτοι ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των προϊόντων.

14      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι από τη νομολογία του προκύπτει ότι, προκειμένου ένα σημείο να θεωρηθεί ότι έχει διακριτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου να μπορεί να καταχωρισθεί ως σήμα, δεν είναι απαραίτητο κάθε νοητή χρήση του σημείου αυτού να συνιστά χρήση του ως σήματος. Αρκεί να υπάρχουν εύλογες και σημαντικές στην πράξη δυνατότητες χρήσεως του εν λόγω σημείου, ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες ζητείται η προστασία του, κατά τρόπο που να γίνεται ευχερώς αντιληπτό από το κοινό ως σήμα.

15      Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η ανωτέρω προσέγγιση συμβιβάζεται με τη σκέψη 55 της διατάξεως της 26ης Απριλίου 2012, Deichmann κατά ΓΕΕΑ (C‑307/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:254), κατά την οποία το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), δεν μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρέωνε το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) να εξετάσει συγκεκριμένα τον διακριτικό χαρακτήρα και ως προς άλλες χρήσεις του σήματος του οποίου ζητούνταν η καταχώριση εκτός από εκείνη που είχε χαρακτηρισθεί ως η πιθανότερη.

16      Διατηρώντας, εντούτοις, αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95:

«Έχει ένα σημείο διακριτικό χαρακτήρα, όταν υπάρχουν σημαντικές από πρακτική άποψη και εύλογες δυνατότητες χρήσεώς του ως ενδείξεως της εμπορικής προελεύσεως προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμη και αν δεν πρόκειται για την πιθανότερη χρήση του σημείου;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

17      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/95, κάθε σημείο που αποτελεί το αντικείμενο αιτήσεως καταχωρίσεως ως ατομικό σήμα πρέπει, για να μπορεί να καταχωρισθεί ως τέτοιο, να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το να μπορεί να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.

18      Δεν μπορεί a priori να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ένα σημείο που αποτελείται από το σύμβολο της δίεσης ακολουθούμενο από σειρά λέξεων (hashtag), όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, να μπορεί να προσδιορίσει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ως προς τα οποία ζητείται η καταχώρισή του ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση και, επομένως, να πληροί την προαναφερθείσα προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, είναι δυνατό ένα τέτοιο σημείο να παρουσιάζεται στο κοινό σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες και να είναι ικανό να εκπληρώσει τη βασική λειτουργία ενός σήματος, ήτοι να δηλώνει την εμπορική προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζει.

19      Προκειμένου να διαπιστωθεί αν τούτο ισχύει, οι αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές οφείλουν να ελέγχουν αν το επίμαχο σημείο διαθέτει «διακριτικό χαρακτήρα», κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/95. Ο διακριτικός αυτός χαρακτήρας μπορεί να είναι εγγενής, κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο βʹ, του άρθρου αυτού, ή να έχει αποκτηθεί με τη χρήση, κατά την έννοια της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2014, Oberbank κ.λπ., C‑217/13 και C‑218/13, EU:C:2014:2012, σκέψη 38, καθώς και της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, Société des Produits Nestlé, C‑215/14, EU:C:2015:604, σκέψεις 60 και 62).

20      Το ζήτημα αν το σημείο διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα πρέπει να εκτιμάται σε σχέση, αφενός, με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσδιορίζει και, αφετέρου, με την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, που αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Απριλίου 2003, Linde κ.λπ., C‑53/01 έως C‑55/01, EU:C:2003:206, σκέψη 41, της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN Nederland, C‑363/99, EU:C:2004:86, σκέψη 34, καθώς και της 10ης Ιουλίου 2014, Apple, C‑421/13, EU:C:2014:2070, σκέψη 22).

21      Η εκτίμηση της αντιλήψεως του μέσου καταναλωτή πρέπει να πραγματοποιείται in concreto, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2004, Koninklijke KPN Nederland, C‑363/99, EU:C:2004:86, σκέψεις 33 και 35, καθώς και της 6ης Ιουλίου 2017, Moreno Marín, C‑139/16, EU:C:2017:518, σκέψη 24).

22      Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις που είναι κρίσιμα για την εκτίμηση της εν λόγω αντιλήψεως, επισημαίνεται ότι ο αιτών την καταχώριση σήματος δεν υποχρεούται να μνημονεύει ούτε καν να γνωρίζει με ακρίβεια, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως ή της εξετάσεως αυτής, την εκ μέρους του μελλοντική χρήση του σήματος σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση καταχωρίσεως. Ακόμη και μετά την καταχώριση του σήματος, διαθέτει πέντε έτη για να προχωρήσει σε πραγματική χρήση που να συνάδει με τη βασική λειτουργία του σήματος [απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2009, Silberquelle, C‑495/07, EU:C:2009:10, σκέψεις 3 και 17 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· βλ., επίσης, όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Länsförsäkringar, C‑654/15, EU:C:2016:998, σκέψη 26].

23      Μπορεί, εξάλλου, να υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες να μην έχει γίνει σημαντική χρήση του σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως σήματος πριν από την ημερομηνία της αιτήσεως καταχωρίσεως.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αρμόδιες αρχές οι οποίες πρέπει να εκτιμούν τον διακριτικό χαρακτήρα σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως σήματος ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να μην έχουν στη διάθεσή τους, όσον αφορά τον προσδιορισμό της πιθανής χρήσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και επομένως του τρόπου με τον οποίο το σήμα αυτό, σε περίπτωση καταχωρίσεως, θα παρουσιάζεται κατά πάσα πιθανότητα στον μέσο καταναλωτή, κανένα στοιχείο εκτιμήσεως πέραν εκείνων που προκύπτουν από τις συνήθειες του οικείου οικονομικού τομέα.

25      Όταν από τις συνήθειες αυτές προκύπτει ότι ορισμένοι τρόποι χρήσεως είναι σημαντικοί στην πράξη στον οικονομικό αυτόν τομέα, οι εν λόγω αρχές οφείλουν, σύμφωνα με την υποχρέωσή τους να εξετάζουν τον διακριτικό χαρακτήρα του οικείου σημείου βάσει του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, να λαμβάνουν υπόψη τούς διάφορους αυτούς τρόπους χρήσεως προκειμένου να διαπιστώσουν αν ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών αντιλαμβάνεται το σημείο αυτό ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών.

26      Αντιθέτως, οι ως άνω αρχές πρέπει να χαρακτηρίζουν ως μη κρίσιμους τους τρόπους χρήσεως οι οποίοι, μολονότι είναι νοητοί στον εν λόγω οικονομικό τομέα, δεν είναι σημαντικοί στην πράξη και θεωρούνται επομένως λιγότερο πιθανοί, εκτός εάν ο αιτών προσκομίσει συγκεκριμένες ενδείξεις βάσει των οποίων πιθανολογείται, στην περίπτωσή του, ένας τρόπος χρήσεως που είναι ασυνήθιστος στον εν λόγω τομέα.

27      Πράγματι, πρέπει να αποτραπεί το ενδεχόμενο το μητρώο των σημάτων, το οποίο πρέπει να είναι κατάλληλο και ακριβές (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Sieckmann, C‑273/00, EU:C:2002:748, σκέψη 50), να περιλαμβάνει σημεία που μπορούν να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του δικαιούχου του σήματος από εκείνα άλλων επιχειρήσεων μόνο στην περίπτωση πολύ συγκεκριμένης χρήσεως στην οποία ο δικαιούχος του σήματος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προβεί.

28      Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου και χρηστής διοικήσεως, η εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πρέπει να είναι όχι μόνον πλήρης, αλλά και αυστηρή, προκειμένου να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη καταχώριση σημάτων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Μαΐου 2003, Libertel, C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 59, και της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, EU:C:2011:139, σκέψη 77).

29      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στον τομέα των ενδυμάτων, είναι σύνηθες να τίθεται το σήμα τόσο στην εξωτερική όψη του προϊόντος όσο και στην ετικέτα που είναι ραμμένη στην εσωτερική όψη του.

30      Ως εκ τούτου, το εν λόγω δικαστήριο προσδιόρισε δύο τρόπους τοποθετήσεως που είναι σημαντικοί στην πράξη στον τομέα αυτόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές για την εξέταση της αντιλήψεως του μέσου καταναλωτή πρέπει να λάβουν υπόψη τους τρόπους αυτούς χρήσεως και να εκτιμήσουν αν ο εν λόγω καταναλωτής, βλέποντας το σήμα στις δύο αυτές θέσεις στο ένδυμα ή τουλάχιστον στη μία εξ αυτών, θα αντιληφθεί το επίμαχο σημείο ως σήμα.

31      Εναπόκειται συνεπώς στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν ο μέσος καταναλωτής, όταν βλέπει το σημείο #darferdas? στην εμπρόσθια εξωτερική όψη του τι-σερτ ή στην ετικέτα που βρίσκεται στην εσωτερική του όψη, αντιλαμβάνεται το εν λόγω σημείο ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως του οικείου προϊόντος και όχι ως απλό διακοσμητικό στοιχείο ή ως μήνυμα σε μέσο κοινωνικής δικτυώσεως.

32      Λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων που δόθηκαν με την παρούσα απόφαση και της νομολογίας σύμφωνα με την οποία πρέπει να ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο οι διατάξεις των οποίων το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο, αφενός, στην οδηγία για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων και, αφετέρου, στον κανονισμό για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2006, Deutsche SiSi-Werke, C‑173/04 P, EU:C:2006:20, σκέψη 29, της 6ης Ιουλίου 2017, Moreno Marín, C‑139/16, EU:C:2017:518, σκέψη 27, καθώς και της 25ης Ιουλίου 2018, Mitsubishi Shoji Kaisha και Mitsubishi Caterpillar Forklift Europe, C‑129/17, EU:C:2018:594, σκέψη 29), η προσέγγιση που το Δικαστήριο ακολούθησε στη σκέψη 55 της διατάξεως της 26ης Απριλίου 2012, Deichmann κατά ΓΕΕΑ (C‑307/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:254), στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, σχετικά με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94, του οποίου το περιεχόμενο αντιστοιχεί σε εκείνο του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95, είναι κρίσιμη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ένας μόνον τρόπος χρήσεως είναι σημαντικός στην πράξη στον συγκεκριμένο οικονομικό τομέα.

33      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95 έχει την έννοια ότι ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως σήμα πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των πιθανών τρόπων χρήσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Οι τρόποι αυτοί αντιστοιχούν, ελλείψει άλλων ενδείξεων, στους τρόπους χρήσεως οι οποίοι, λαμβανομένων υπόψη των συνηθειών στον εν λόγω οικονομικό τομέα, ενδέχεται να είναι σημαντικοί στην πράξη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

34      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, έχει την έννοια ότι ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως σήμα πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των πιθανών τρόπων χρήσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Οι τρόποι αυτοί αντιστοιχούν, ελλείψει άλλων ενδείξεων, στους τρόπους χρήσεως οι οποίοι, λαμβανομένων υπόψη των συνηθειών στον εν λόγω οικονομικό τομέα, ενδέχεται να είναι σημαντικοί στην πράξη.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.