Language of document : ECLI:EU:C:2019:716

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 12ης Σεπτεμβρίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Βιομηχανική πολιτική – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Οδηγία 98/34/ΕΚ – Διαδικασία πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών – Άρθρο 1, σημείο 11 – Έννοια του “τεχνικού κανόνα”»

Στην υπόθεση C‑299/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Berlin (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου, Γερμανία) με απόφαση της 8ης Μαΐου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

VG Media Gesellschaft zur Verwertung der Urheber- und Leistungsschutzrechte von Medienunternehmen mbH

κατά

Google LLC, διαδόχου της Google Inc.,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο τμήματος, K. Jürimäe, D. Šváby (εισηγητή), S. Rodin και N. Piçarra, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: D. Dittert, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Οκτωβρίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η VG Media Gesellschaft zur Verwertung der Urheber- und Leistungsschutzrechte von Medienunternehmen mbH, εκπροσωπούμενη από τους U. Karpenstein, M. Kottmann, R. Heine και J. Hegemann, Rechtsanwälte,

–        η Google LLC, διάδοχος της Google Inc., εκπροσωπούμενη από τους A. Conrad, W. Spoerr και T. Schubert, Rechtsanwälte,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze, M. Hellmann και M. Kall,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E.-M. Μαμούνα και Ν. Δαφνίου,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Aguilera Ruiz, καθώς και από τη V. Ester Casas,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes και M. Figueiredo,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις K. Petersen, Y. Marinova και J. Samnadda,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, σημεία 2, 5 και 11, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 217, σ. 18) (στο εξής: οδηγία 98/34).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της VG Media Gesellschaft zur Verwertung der Urheber- und Leistungsschutzrechte von Medienunternehmen mbH (στο εξής: VG Media) και της Google LLC, με αντικείμενο τη φερόμενη προσβολή, εκ μέρους της Google, συγγενικών δικαιωμάτων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η οδηγία 98/34

3        Το άρθρο 1, σημεία 2 έως 5 και 11, της οδηγίας 98/34 έχει ως εξής:

«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

2)      “υπηρεσία”: οποιαδήποτε υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, ήτοι κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών.

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, νοείται με τον όρο:

–        “εξ αποστάσεως”: υπηρεσία που παρέχεται χωρίς τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι ταυτόχρονα παρόντα,

–        “με ηλεκτρονικά μέσα”: υπηρεσία που παρέχεται στην αφετηρία της και γίνεται αποδεκτή στον προορισμό της μέσω εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) ή αποθήκευσης δεδομένων και η οποία παρέχεται, διαβιβάζεται και λαμβάνεται εξ ολοκλήρου μέσω τηλεφωνικής γραμμής, ραδιοφωνικής μετάδοσης, οπτικής ίνας ή με άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα,

–        “κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας ενός αποδέκτη υπηρεσιών”: υπηρεσία που παρέχεται με μετάδοση δεδομένων κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας.

Στο παράρτημα V περιέχεται ενδεικτικός κατάλογος των υπηρεσιών που δεν καλύπτονται από αυτόν τον ορισμό.

[…]

3)      “τεχνική προδιαγραφή”: η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιότητες χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.

Ο όρος “τεχνική προδιαγραφή” καλύπτει επίσης τις μεθόδους και διαδικασίες παραγωγής γεωργικών προϊόντων δυνάμει του άρθρου 38 παράγραφος 1 της συνθήκης, προϊόντων που προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή και διατροφή των ζώων, καθώς και φαρμάκων όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου […], καθώς και τις μεθόδους και διαδικασίες παραγωγής άλλων προϊόντων, εφόσον αυτές έχουν επιπτώσεις στα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα.

4)      “άλλη απαίτηση”: απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν, ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του·

5)      “κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες”: απαίτηση γενικής φύσεως σχετικά με την πρόσβαση στις δραστηριότητες των υπηρεσιών που περιγράφονται στο σημείο 2 και στην άσκησή τους, ειδικότερα διατάξεις για τους παρέχοντες υπηρεσίες, τις υπηρεσίες και τον αποδέκτη των υπηρεσιών, εξαιρουμένων των κανόνων που δεν αναφέρονται ειδικά στις υπηρεσίες που ορίζονται στο ίδιο σημείο.

[…]

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού:

–        ένας κανόνας θεωρείται ότι αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών όταν, αν ληφθεί υπόψη η αιτιολογία και το κείμενό του, έχει συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο, είτε εξ ολοκλήρου είτε σε επί μέρους διατάξεις, να ρυθμίσει με σαφή και εύστοχο τρόπο τις υπηρεσίες αυτές,

–        ένας κανόνας δεν θεωρείται ότι αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών όταν αφορά τις υπηρεσίες αυτές μόνον κατά συνεκδοχή ή κατά σύμπτωση.

[…]

11)      “τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.

Τεχνικοί κανόνες de facto είναι ιδίως:

–        οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους οι οποίες παραπέμπουν είτε σε τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις είτε σε κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, είτε σε επαγγελματικούς κώδικες ή κώδικες ορθής πρακτικής που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, η τήρηση των οποίων αποτελεί τεκμήριο συμβατότητας προς τις προδιαγραφές που καθορίζονται από τις εν λόγω νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις,

–        οι εκούσιες συμφωνίες στις οποίες η δημόσια αρχή είναι συμβαλλόμενο μέρος και οι οποίες αποσκοπούν στην τήρηση, προς το δημόσιο συμφέρον, των τεχνικών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες. Εξαιρούνται οι συγγραφές υποχρεώσεων των δημοσίων συμβάσεων,

–        οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες περί υπηρεσιών, που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα και επηρεάζουν την κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσιών ενθαρρύνοντας την τήρηση των τεχνικών αυτών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες· εξαιρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες που έχουν σχέση με τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Συμπεριλαμβάνονται οι τεχνικοί κανόνες που θέτουν οι ορισθείσες από τα κράτη μέλη υπηρεσίες και ευρίσκονται σε κατάλογο καταρτιζόμενο από την [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή πριν τις 5 Αυγούστου 1999, στα πλαίσια της επιτροπής του άρθρου 5.

Η τροποποίηση του καταλόγου γίνεται με την ίδια διαδικασία.»

4        Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο. Επίσης απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.»

5        Η οδηγία 98/34 καταργήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 2015, L 241, σ. 1), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 7 Οκτωβρίου 2015, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης.

 Το γερμανικό δίκαιο

6        Με τον achtes Gesetz zur Änderung des Urheberrechtsgesetzes (όγδοο νόμο σχετικά με την τροποποίηση του νόμου περί του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας), της 7ης Μαΐου 2013 (BGBl. 2013 I, σ. 1161), προστέθηκε, με ισχύ από 1ης Αυγούστου 2013, στο δεύτερο μέρος του Gesetz über Urheberrecht und verwandte Schutzrechte (νόμου για το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα, στο εξής: UrhG) το τμήμα 7, το οποίο επιγράφεται «Προστασία των εκδοτών Τύπου» και αφορά τα συγγενικά δικαιώματα των εκδοτών Τύπου. Το εν λόγω τμήμα 7 περιλαμβάνει τα ακόλουθα τρία άρθρα.

7        Το άρθρο 87f του UrhG, με τίτλο «Εκδότες Τύπου», προβλέπει τα εξής:

«1.      Ο παραγωγός προϊόντων Τύπου (εκδότης Τύπου) έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να διαθέτει στο κοινό το προϊόν του Τύπου ή μέρη αυτού για εμπορικούς σκοπούς, εκτός εάν πρόκειται για μεμονωμένες λέξεις ή πολύ μικρά αποσπάσματα κειμένου. Εάν το προϊόν του Τύπου δημιουργήθηκε από επιχείρηση, τότε ο ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως νοείται ως παραγωγός.

2.      Ως προϊόν Τύπου νοείται η συντακτική και τεχνική προετοιμασία των δημοσιογραφικών συνεισφορών στο πλαίσιο συλλογής που δημοσιεύεται περιοδικώς υπό ορισμένο τίτλο σε οποιοδήποτε μέσο το οποίο, κατόπιν αξιολογήσεως όλων των συνθηκών, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά του εκδοτικού οίκου και κατά τη μεγαλύτερη έκτασή του δεν εξυπηρετεί σκοπούς δικής του διαφημίσεως. Οι δημοσιογραφικές συνεισφορές είναι, ειδικότερα, άρθρα και εικονογραφήσεις που χρησιμεύουν για τη διάδοση πληροφοριών, τη διαμόρφωση απόψεων ή την ψυχαγωγία.»

8        Το άρθρο 87g του UrhG, με τίτλο «Μεταβίβαση, διάρκεια και περιορισμοί του δικαιώματος», έχει ως εξής:

«1.      Το δικαίωμα του εκδότη στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 87f, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, είναι μεταβιβάσιμο. Τα άρθρα 31 και 33 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

2.      Το δικαίωμα λήγει εντός έτους από τη δημοσίευση του προϊόντος Τύπου.

3.      Το δικαίωμα του εκδότη Τύπου δεν μπορεί να προβληθεί εις βάρος του δημιουργού ή του κατόχου συγγενικού δικαιώματος, σε σχέση με προστατευόμενο βάσει του παρόντος νόμου έργο ή αντικείμενο το οποίο περιέχεται στο προϊόν Τύπου.

4.      H διάθεση στο κοινό προϊόντων Τύπου ή μερών των προϊόντων αυτών επιτρέπεται εφόσον δεν συντελείται μέσω εμπορικών παρόχων μηχανών αναζητήσεως ή εμπορικών παρόχων υπηρεσιών οι οποίοι επεξεργάζονται περιεχόμενα κατ’ ανάλογο τρόπο. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του μέρους 1, τμήμα 6.»

9        Το άρθρο 87h του UrhG, με τίτλο «Δικαίωμα αμοιβής του δημιουργού», ορίζει τα εξής:

«Ο δημιουργός έχει δικαίωμα σε δίκαιο μερίδιο της αμοιβής.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10      Η VG Media είναι γερμανική εταιρία συλλογικής διαχείρισης, η οποία προασπίζεται τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, καθώς και τα δικαιώματα επί ψηφιακών εκδόσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η VG Media συνάπτει με τους δικαιούχους «συμβάσεις διαχείρισης για ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και εκδόσεις» για την εκ μέρους τους ανάθεση σε αυτήν της αποκλειστικής διαχείρισης των υφιστάμενων δικαιωμάτων τους επί των προϊόντων Τύπου των οποίων είναι παραγωγοί, καθώς και των αντίστοιχων μελλοντικών δικαιωμάτων που θα τους μεταβιβαστούν στη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.

11      Η Google εκμεταλλεύεται διάφορες διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης, μεταξύ των οποίων η φερώνυμη μηχανή αναζήτησης, καθώς και έναν ιστότοπο αυτοματοποιημένης ενημέρωσης (Google News). Στη μηχανή αναζήτησης Google, μετά την εισαγωγή των όρων αναζήτησης και την ενεργοποίηση της λειτουργίας αναζήτησης προβάλλεται στην οθόνη ένα σύντομο κείμενο ή απόσπασμα κειμένου (Snippet) με μια εικόνα επισκόπησης, ώστε να μπορεί ο χρήστης να εκτιμήσει κατά πόσον ο εμφανιζόμενος ιστότοπος είναι κατάλληλος να του προσφέρει τις πληροφορίες τις οποίες χρειάζεται. Όσον αφορά δε τον ενημερωτικό ιστότοπο Google News, εκεί προβάλλονται, όπως θα παρουσιάζονταν σε περιοδικό, ειδήσεις από έναν περιορισμένο κύκλο πηγών πληροφόρησης. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον ιστότοπο αυτόν συλλέγονται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω αλγορίθμου και με βάση έναν μεγάλο αριθμό πηγών πληροφόρησης. Στον συγκεκριμένο ιστότοπο, το Snippet εμφανίζεται υπό μορφή σύντομης περίληψης του άρθρου που προέρχεται από τον αντίστοιχο ιστότοπο, στην οποία επαναλαμβάνονται συχνά οι εισαγωγικές φράσεις του σχετικού άρθρου.

12      Επιπλέον, η Google δημοσιεύει έναντι χρέωσης, μέσω των διαδικτυακών της υπηρεσιών, τις διαφημιστικές καταχωρίσεις τρίτων τόσο στους δικούς της ιστοτόπους όσο και σε ιστοτόπους τρίτων.

13      Η VG Media άσκησε, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή αποζημίωσης κατά της Google, βάλλοντας κατ’ ουσίαν κατά της πρακτικής της Google, η οποία χρησιμοποιεί, από 1ης Αυγούστου 2013 και εντεύθεν, στο πλαίσιο της ανάρτησης των αποτελεσμάτων αναζήτησης και των περιλήψεων της επικαιρότητας αποσπάσματα κειμένων, εικόνες και βίντεο που προέρχονται από δημοσιεύματα των μελών της, χωρίς να καταβάλλει αμοιβή ως αντιπαροχή.

14      Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα άρθρα 87f και 87g του UrhG έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Διερωτάται, ειδικότερα, αν οι διατάξεις αυτές, οι οποίες ανάγονται στην τροποποίηση του UrhG με ισχύ από 1ης Αυγούστου 2013, θα έπρεπε να έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή όταν βρίσκονταν στο στάδιο του σχεδίου, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34. Ως προς το ζήτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις που θεσπίζονται κατά παράβαση της προβλεπόμενης στην εν λόγω διάταξη υποχρέωσης κοινοποίησης είναι ανεφάρμοστες και δεν χωρεί, ως εκ τούτου, επίκλησή τους έναντι των ιδιωτών.

15      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Berlin (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Βερολίνου, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αποτελεί μια εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει αποκλειστικά σε εμπορικούς διαχειριστές μηχανών αναζητήσεως και σε εμπορικούς παρόχους υπηρεσιών που επεξεργάζονται περιεχόμενα, αλλά όχι στους υπόλοιπους –ακόμη και εμπορικούς– χρήστες, να διαθέτουν στο κοινό προϊόντα Τύπου ή μέρη αυτών (εξαιρουμένων μεμονωμένων λέξεων και πολύ μικρών αποσπασμάτων κειμένων), σύμφωνα με το άρθρο 1, σημεία 2 και 5, της οδηγίας 98/34, κανόνα που δεν αναφέρεται ειδικά στις υπηρεσίες που ορίζονται στο σημείο αυτό,

και στην περίπτωση που τούτο δεν ισχύει,

2)      αποτελεί μια εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει αποκλειστικά σε εμπορικούς διαχειριστές μηχανών αναζητήσεως και σε εμπορικούς παρόχους υπηρεσιών που επεξεργάζονται περιεχόμενα, αλλά όχι στους υπόλοιπους –ακόμη και εμπορικούς– χρήστες, να διαθέτουν στο κοινό προϊόντα Τύπου ή μέρη αυτών (εξαιρουμένων μεμονωμένων λέξεων και πολύ μικρών αποσπασμάτων κειμένων), τεχνικό κανόνα σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34, δηλαδή δεσμευτικό κανόνα που αφορά την παροχή υπηρεσίας;»

 Επί του αιτήματος επανάληψης της προφορικής διαδικασίας

16      Κατόπιν της δημοσίευσης των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, η Επιτροπή ζήτησε, με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου και στις 18 Φεβρουαρίου 2019, να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

17      Προς στήριξη του αιτήματός της, η VG Media ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι ο γενικός εισαγγελέας προέβη, πιο συγκεκριμένα στις σκέψεις 34 και 38 των προτάσεών του, σε ορισμένες εσφαλμένες εκτιμήσεις σχετικά με τις επίμαχες στην κύρια δίκη εθνικές διατάξεις και στηρίχθηκε σε πραγματικά στοιχεία τα οποία θα έχρηζαν διεξοδικότερης συζήτησης. Αφετέρου, η VG Media θεωρεί ότι η πολιτική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής, η οποία προηγήθηκε της έκδοσης της οδηγίας (ΕΕ) 2019/790 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17 Απριλίου 2019, για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα στην ψηφιακή ενιαία αγορά και την τροποποίηση των οδηγιών 96/9/ΕΚ και 2001/29/ΕΚ (ΕΕ 2019, L 130, σ. 92), πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των απαντήσεων που θα δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα.

18      Κατά το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτισθεί επαρκώς, ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να ασκήσει καθοριστική επιρροή στην απόφαση που θα εκδώσει το Δικαστήριο, ή ακόμα όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων μερών κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

19      Συναφώς επισημαίνεται ότι, στις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας στηρίχθηκε στα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από το αιτούν δικαστήριο. Στο πλαίσιο δε της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διαχωρισμό των καθηκόντων των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, ο εθνικός δικαστής είναι ο μόνος αρμόδιος να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Farkas, C‑564/15, EU:C:2017:302, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Εξάλλου, από τη δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης είναι προγενέστερα της έναρξης της ισχύος της οδηγίας 2019/790, η οποία, επομένως, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης.

21      Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και ότι κανένα από τα στοιχεία τα οποία επικαλείται η VG Media προς στήριξη του αιτήματός της δεν δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας.

22      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

23      Κατ’ αρχάς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο οφείλει να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αναδιατυπώσει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Εξάλλου, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη του κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε το εθνικό δικαστήριο με το ερώτημά του (απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2017, Município de Palmela, C‑144/16, EU:C:2017:76, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Εν προκειμένω, με τα δύο ερωτήματά του, που ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαγορεύει αποκλειστικώς στους εμπορικούς φορείς εκμετάλλευσης μηχανών αναζήτησης και στους εμπορικούς φορείς παροχής υπηρεσιών που επεξεργάζονται με ανάλογο τρόπο περιεχόμενα να θέτουν στη διάθεση του κοινού προϊόντα Τύπου ή μέρη τους (εξαιρουμένων μεμονωμένων λέξεων και πολύ μικρών αποσπασμάτων κειμένων), συνιστά «τεχνικό κανόνα» κατά την έννοια του άρθρου αυτού και το σχέδιο τέτοιου κανόνα πρέπει να κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας.

25      Υπενθυμίζεται ότι ο όρος «τεχνικός κανόνας» καλύπτει τέσσερις κατηγορίες μέτρων, ήτοι, πρώτον, την «τεχνική προδιαγραφή» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 3, της οδηγίας 98/34, δεύτερον, την «άλλη απαίτηση», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 4, της ως άνω οδηγίας, τρίτον, τον «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες» στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1, σημείο 5, της εν λόγω οδηγίας και, τέταρτον, τις κατά το άρθρο 1, σημείο 11, της ίδιας οδηγίας «νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών» (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Van Gennip κ.λπ., C‑137/17, EU:C:2018:771, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Πρέπει δε να επισημανθεί συναφώς ότι για να εμπίπτει ένα εθνικό μέτρο στην πρώτη κατηγορία τεχνικών κανόνων για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 1, σημείο 3, της οδηγίας 98/34, ήτοι στην έννοια της «τεχνικής προδιαγραφής», πρέπει το μέτρο να αναφέρεται αναγκαστικά είτε στο ίδιο το προϊόν είτε στην ίδια τη συσκευασία του και να καθορίζει, ως εκ τούτου, ένα από τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του προϊόντος (απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Fortuna κ.λπ., C‑213/11, C‑214/11 και C‑217/11, EU:C:2012:495, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επίσης, ο όρος «άλλη απαίτηση», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, σημείο 4, της οδηγίας αυτής, αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά (απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Ince, C‑336/14, EU:C:2016:72, σκέψη 72).

27      Εν προκειμένω, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική διάταξη δεν εμπίπτει ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη κατηγορία μέτρων για τις οποίες έγινε λόγος στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αναφέρεται σε προϊόντα αυτά καθαυτά, αλλά, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 22 των προτάσεών του, στην απαγόρευση προς τους εμπορικούς φορείς εκμετάλλευσης διαδικτυακών μηχανών αναζήτησης και στους εμπορικούς φορείς παροχής υπηρεσιών οι οποίοι επεξεργάζονται με ανάλογο τρόπο περιεχόμενα να θέτουν στη διάθεση του κοινού προϊόντα Τύπου.

28      Ως προς το ζήτημα αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική διάταξη είναι «κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες», κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 5, της οδηγίας 98/34, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, βάσει του ορισμού του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, ως «υπηρεσία» νοείται «κάθε υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, δηλαδή κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών».

29      Όπως προκύπτει δε από την απόφαση περί παραπομπής και από τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική διάταξη αποτελεί «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες», χωρίς ωστόσο να εξηγεί τους λόγους. Περιορίζεται να αναφέρει ότι οι πάροχοι μηχανών αναζήτησης παρέχουν, εξ αποστάσεως, ηλεκτρονικώς και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη που ενεργοποιεί την αναζήτηση εισάγοντας τους όρους αναζήτησης, μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας.

30      Όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχουν οι εμπορικοί φορείς εκμετάλλευσης διαδικτυακών μηχανών αναζήτησης, δεν χωρεί όντως αμφιβολία ότι πρόκειται για τέτοιες υπηρεσίες. Αντιθέτως, δεν ισχύει κατ’ ανάγκην το ίδιο σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχουν οι εμπορικοί φορείς παροχής υπηρεσιών οι οποίοι επεξεργάζονται με ανάλογο τρόπο περιεχόμενα. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η ανάλογη επεξεργασία περιεχομένου προϊόντων Τύπου μπορεί να γίνεται με διαφορετικό τρόπο, παραδείγματος χάρη εντύπως, και όχι μέσω διαδικτύου ή με χρήση ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

31      Εν συνεχεία, για να μπορεί ένας κανόνας να χαρακτηριστεί ως «κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες» πρέπει, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, σημείο 5, της οδηγίας 98/34, να αφορά «ειδικά» τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών.

32      Τονίζεται επ’ αυτού ότι, κατά το άρθρο 1, σημείο 5, πέμπτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας αυτής, για να κριθεί αν ένας κανόνας αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας λαμβάνονται υπόψη τόσο η αιτιολογία του όσο και το κείμενό του. Επιπλέον, η ίδια αυτή διάταξη ορίζει ότι δεν απαιτείται ο επίμαχος κανόνας να έχει στο σύνολό του ως «συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο» να ρυθμίσει τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, αφού αρκεί ορισμένες μόνο διατάξεις του κανόνα να έχουν τέτοιο σκοπό ή αντικείμενο (απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Falbert κ.λπ., C‑255/16, EU:C:2017:983, σκέψη 32).

33      Εξάλλου, ακόμη και αν από το γράμμα ορισμένου εθνικού κανόνα δεν προκύπτει ότι αυτός έχει, τουλάχιστον εν μέρει, ως αντικείμενο να ρυθμίσει συγκεκριμένα τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, τούτο μπορεί ωστόσο να συνάγεται σαφώς από την αιτιολογία του κανόνα όπως αυτή συνάγεται, σύμφωνα με τους κρίσιμους συναφείς εθνικούς ερμηνευτικούς κανόνες, μεταξύ άλλων, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του εν λόγω κανόνα (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Falbert κ.λπ., C‑255/16, EU:C:2017:983, σκέψη 33).

34      Εν προκειμένω, αφενός, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 87g, παράγραφος 4, του UrhG αναφέρεται ρητώς, μεταξύ άλλων, στους εμπορικούς φορείς εκμετάλλευσης μηχανών αναζήτησης, οι οποίοι δεν αμφισβητείται ότι παρέχουν υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 98/34.

35      Αφετέρου, ο επίμαχος στην κύρια δίκη εθνικός κανόνας έχει, κατά τα φαινόμενα, ως συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο να ρυθμίσει με τρόπο λεπτομερή και στοχευμένο τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.

36      Πράγματι, μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει σαφείς ενδείξεις ως προς τον συγκεκριμένο σκοπό και το αντικείμενο της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής ρύθμισης, εντούτοις από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, αρχικώς, η τροποποίηση του UrhG αφορούσε ειδικώς τους φορείς παροχής διαδικτυακών μηχανών αναζήτησης. Άλλωστε, όπως εκθέτουν τόσο οι διάδικοι της κύριας δίκης όσο και η Επιτροπή με τις γραπτές τους παρατηρήσεις, σκοπός της ρύθμισης αυτής ήταν να προστατεύσει τα νόμιμα συμφέροντα των εκδοτών Τύπου στην ψηφιακή εποχή. Συνάγεται, επομένως, ότι βασικό αντικείμενο και σκοπός της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής διάταξης ήταν να προστατεύσει τους εκδότες αυτούς από τις προσβολές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω των διαδικτυακών μηχανών αναζήτησης. Στο πλαίσιο αυτό, φαίνεται να θεωρήθηκε αναγκαία μόνον η προστασία κατά της συστηματικής προσβολής των έργων των εκδοτών στο διαδίκτυο από παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.

37      Αληθεύει βεβαίως ότι η απαγόρευση διάθεσης στο κοινό προϊόντων Τύπου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 87g, παράγραφος 4, του UrhG, δεν καλύπτει μόνον τους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών αλλά και τους παρόχους υπηρεσιών εκτός διαδικτύου. Εντούτοις, από τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 της οδηγίας 98/48, με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 98/34, προκύπτει ότι η οδηγία 98/48 έχει ως στόχο να προσαρμόσει τις υφιστάμενες εθνικές νομοθεσίες στις νέες υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών και να αποτρέψει τυχόν «εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκατάστασης, με αποτέλεσμα την ανακατάτμηση της εσωτερικής αγοράς». Θα αντέβαινε όμως στον στόχο αυτό να αποκλειόταν ένας κανόνας ο οποίος έχει, κατά τα φαινόμενα, ως σκοπό και αντικείμενο να ρυθμίσει διαδικτυακές υπηρεσίες σχετικές με προϊόντα Τύπου, από τον χαρακτηρισμό ως «κανόνα που αφορά ειδικά» τέτοιες υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 5, της οδηγίας 98/34, για τον λόγο και μόνον ότι το γράμμα του επίμαχου κανόνα δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στις διαδικτυακές υπηρεσίες αλλά και στις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται εκτός διαδικτύου (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Falbert κ.λπ., C‑255/16, EU:C:2017:983, σκέψεις 34 και 35).

38      Εξάλλου, το γεγονός ότι το άρθρο 87, παράγραφος 4, του UrhG εντάσσεται στο πλαίσιο εθνικής ρύθμισης σχετικής με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή με τα συγγενικά δικαιώματα δεν αναιρεί το ως άνω συμπέρασμα. Τούτο διότι οι τεχνικοί κανόνες του τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας δεν αποκλείονται ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, σημείο 5, της οδηγίας 98/34, αντιθέτως προς εκείνους που αποτελούν το αντικείμενο ευρωπαϊκής ρύθμισης στους τομείς των τηλεπικοινωνιών ή των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Επιπλέον, από την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2007, Schwibbert (C‑20/05, EU:C:2007:652), προκύπτει ότι οι διατάξεις εθνικού νόμου σχετικού με τη διανοητική ιδιοκτησία μπορούν να συνιστούν «τεχνικό κανόνα» υποκείμενο σε κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

39      Εφόσον ένας κανόνας όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη αφορά ειδικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, το σχέδιο τεχνικού κανόνα πρέπει να κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/34. Σε αντίθετη περίπτωση, κατά πάγια νομολογία, το ανεφάρμοστο ενός εθνικού τεχνικού κανόνα που δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τη διάταξη αυτή μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, James Elliott Construction, C‑613/14, EU:C:2016:821, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Κατόπιν των ανωτέρω, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 έχει την έννοια ότι εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαγορεύει αποκλειστικώς στους εμπορικούς φορείς εκμετάλλευσης μηχανών αναζήτησης και στους εμπορικούς φορείς παροχής υπηρεσιών που επεξεργάζονται με ανάλογο τρόπο περιεχόμενα να θέτουν στη διάθεση του κοινού προϊόντα Τύπου ή μέρη τους (εξαιρουμένων μεμονωμένων λέξεων και πολύ μικρών αποσπασμάτων κειμένων), συνιστά «τεχνικό κανόνα» κατά την έννοια του άρθρου αυτού και το σχέδιο τέτοιου κανόνα πρέπει να κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας.

 Επί των δικαστικών εξόδων

41      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, έχει την έννοια ότι εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαγορεύει αποκλειστικώς στους εμπορικούς φορείς εκμετάλλευσης μηχανών αναζήτησης και στους εμπορικούς φορείς παροχής υπηρεσιών που επεξεργάζονται με ανάλογο τρόπο περιεχόμενα να θέτουν στη διάθεση του κοινού προϊόντα Τύπου ή μέρη τους (εξαιρουμένων μεμονωμένων λέξεων και πολύ μικρών αποσπασμάτων κειμένων), συνιστά «τεχνικό κανόνα» κατά την έννοια του άρθρου αυτού και το σχέδιο τέτοιου κανόνα πρέπει να κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.