Language of document : ECLI:EU:C:2019:920

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 31ης Οκτωβρίου 2019(1)

Υπόθεση C-234/18

Komisia za protivodeystvie na koruptsiata i otnemane na nezakonno pridobito imushtestvo

κατά

BP,

AB,

PB,

ТRAST B ООD,

AGRO IN 2001 EOOD,

ACCAUNT SERVICE 2009 EOOD,

INVEST MANAGEMENT OOD,

ESTEYD OOD,

BROMAK OOD,

BROMAK FINANCE EAD,

Viva Telecom Bulgaria EAD,

BULGARIAN TELECOMMUNICATIONS COMPANY EAD,

HEDZH INVESTMANT BULGARIA AD,

КЕМIRA OOD,

Dunarit AD,

TEHNOLOGICHEN TSENTAR-INSTITUT PO MIKROELEKTRONIKA AD,

ЕVROBILD 2003 EOOD,

ТЕCHNOTEL INVEST AD,

КЕN TREYD EAD,

КОNSULT AV EOOD,

Louvrier Investments Company 33 SA,

EFV International Financial Ventures Ltd,

InterV Investment SARL,

LIC Telecommunications SARL,

V Telecom Investment SCA,

V2 Investment SARL,

Empreno Ventures SARL,

με ομόδικο την:

Corporate Commercial Bank, υπό εκκαθάριση

[αίτηση του Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Οδηγία 2014/42/ΕΕ – Απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ – Άρθρα 2 και 5 – Δήμευση – Τεκμήριο αθωότητας – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα δήμευση χωρίς προηγούμενη ποινική καταδίκη»






1.        Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sofiyski gradski sad (πρωτοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) ζητείται από το Δικαστήριο καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τη δήμευση των προϊόντων εγκλήματος, των μέσων διά των οποίων διαπράττονται τα εγκλήματα («instrumentalities») (2) και περιουσιακών στοιχείων. Το πλαίσιο είναι η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο διαδικασία δημεύσεως ενώπιον αστικού δικαστηρίου η οποία δεν συνδέεται με ποινική καταδίκη και το ζήτημα αν μια τέτοια διαδικασία είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης. Η απάντηση στο αιτούν δικαστήριο απαιτεί να εξετάσει το Δικαστήριο, αφενός, τη δυνατότητα να έχουν εφαρμογή ratione materiae και ratione temporis δύο νομοθετήματα της Ένωσης σχετικά με τη δήμευση, ήτοι η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ και η οδηγία 2014/42/ΕΕ, και, αφετέρου, τη σχέση μεταξύ τους.

 Δίκαιο της Ένωσης

 Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση

2.        Το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό τη μορφή την οποία είχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου, ορίζει ότι η από κοινού δράση για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις περιλαμβάνει την «εξασφάλιση της συμβατότητας των κανόνων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, για τη βελτίωση της εν λόγω συνεργασίας». Το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω Συνθήκης παρέχει στο Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί με ομοφωνία κατόπιν πρωτοβουλίας οποιουδήποτε κράτους μέλους, την αρμοδιότητα να εκδίδει αποφάσεις-πλαίσια «με σκοπό την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών. Οι αποφάσεις-πλαίσιο δεσμεύουν τα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αλλά αφήνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών την επιλογή του τύπου και των μέσων. Δεν παράγουν άμεσο αποτέλεσμα».

 Πρωτόκολλο αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις

3.        Το πρωτόκολλο αριθ. 36 οργανώνει τη μετάβαση από τις θεσμικές διατάξεις των Συνθηκών που εφαρμόζονταν πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας στις διατάξεις που περιέχονται στη Συνθήκη αυτή (3). Το άρθρο 9 του εν λόγω πρωτοκόλλου ορίζει ότι «[τ]α έννομα αποτελέσματα των πράξεων των θεσμικών οργάνων, των λοιπών οργάνων, και των οργανισμών της Ένωσης που εκδίδονται βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας διατηρούνται έως ότου οι πράξεις αυτές καταργηθούν, ακυρωθούν ή τροποποιηθούν κατ’ εφαρμογή των Συνθηκών [...]».

 Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

4.        Το άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) (4) ορίζει ότι «[κ]άθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο».

5.        Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, οι διατάξεις του Χάρτη «απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης […], καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης».

 Απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ

6.        Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ εκτίθενται τα ακόλουθα. Το βασικό κίνητρο του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος είναι το οικονομικό όφελος. Συνεπώς, οποιαδήποτε προσπάθεια προλήψεως και καταπολεμήσεώς του, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να στοχεύει στον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος. Οι διαφορές που παρουσιάζουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών στον συγκεκριμένο τομέα το καθιστούν δυσχερές (5). Ως εκ τούτου, στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βιέννης τον Δεκέμβριο του 1998 (6), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διατύπωσε έκκληση να ενισχυθούν οι προσπάθειες της ΕΕ για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με πρόγραμμα δράσης όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (7). Ωστόσο, με τα μέσα που υπάρχουν σήμερα στον τομέα αυτόν δεν έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία όσον αφορά τη δήμευση, διότι συνεχίζουν να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία δεν είναι δυνατή η δήμευση των προϊόντων όλων των εγκλημάτων που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του έτους (8). Επομένως, ο σκοπός της αποφάσεως-πλαισίου είναι να εξασφαλισθεί ότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν αποτελεσματικούς κανόνες για τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, όσον αφορά το βάρος αποδείξεως σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν πρόσωπα τα οποία καταδικάζονται για αδίκημα συνδεόμενο με το οργανωμένο έγκλημα (9).

7.        Το άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, ορίζει ότι ως «όργανα» νοούνται «κάθε είδους αντικείμενα που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, για να διαπραχθούν ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα». Η τέταρτη περίπτωση του ίδιου άρθρου ορίζει ότι ως «δήμευση» νοείται «μια ποινή ή ένα μέτρο που διατάσσεται από δικαστήριο κατόπιν διαδικασίας σχετικής με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα και καταλήγει στην οριστική αποστέρηση του περιουσιακού στοιχείου».

8.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[κ]άθε κράτος μέλος υιοθετεί τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων που προέρχονται από ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή διαρκείας άνω του έτους, ή περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων αντιστοιχεί στα προϊόντα αυτά». Το άρθρο 2, παράγραφος 2, προβλέπει ειδική εξαίρεση όσον αφορά τα «φορολογικά αδικήματα» (τα οποία δεν ορίζονται): κατά το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη «μπορούν να χρησιμοποιούν άλλες διαδικασίες πλην ποινικών προκειμένου να αποστερηθεί ο δράστης των προϊόντων του εγκλήματος».

9.        Κατά το άρθρο 4, «[κ]άθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζει ότι ενδιαφερόμενα μέρη που θίγονται από τα μέτρα των άρθρων 2 και 3 έχουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους».

10.      Το άρθρο 5 ορίζει ότι η απόφαση-πλαίσιο «δεν μεταβάλλει την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και θεμελιωδών αρχών, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του τεκμηρίου της αθωότητας, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση».

11.      Το άρθρο 7 απαιτεί από τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την απόφαση-πλαίσιο μέχρι τις 15 Μαρτίου 2007.

 Οδηγία 2014/42

12.      Η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2014/42 αναφέρει ότι, «[μ]ε τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων, τα καθεστώτα δέσμευσης και δήμευσης των κρατών μελών θα προσεγγίσουν αμοιβαία, διευκολύνοντας έτσι την αμοιβαία εμπιστοσύνη και την αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία». Η αιτιολογική σκέψη 9 εκθέτει ότι σκοπός της οδηγίας είναι να «τροποποιήσει και να επεκτείνει τις διατάξεις των αποφάσεων-πλαισίων 2001/500/ΔΕΥ και 2005/212/ΔΕΥ. Οι εν λόγω αποφάσεις-πλαίσια θα πρέπει να αντικατασταθούν εν μέρει για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία» (10).

13.      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία «θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης και σχετικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις».

14.      Το άρθρο 2, σημείο 3, ορίζει τα «όργανα» κατά τρόπο ταυτόσημο με τον ορισμό στο άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ. Το σημείο 4 ορίζει ότι ως «δήμευση» νοείται «η οριστική αποστέρηση του περιουσιακού στοιχείου την οποία διατάσσει δικαστήριο σε σχέση με ποινικό αδίκημα».

15.      Το άρθρο 3 ορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (11):

«Η παρούσα οδηγία ισχύει για ποινικά αδικήματα που καλύπτονται από:

α)      τη σύμβαση που καταρτίστηκε δυνάμει του άρθρου Κ.3, παράγραφος 2, στοιχείο γ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [...],

β)      την απόφαση-πλαίσιο 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για ενίσχυση της προστασίας από την παραχάραξη ενόψει της εισαγωγής του ευρώ με την επιβολή ποινών και άλλων κυρώσεων,

γ)      την απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας που αφορούν τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών,

δ)      την απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001, για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος,

ε)      την απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας,

στ)      την απόφαση-πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 σχετικά με την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα,

ζ)      την απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών,

η)      την απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος,

θ)      την οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

ι)      την οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

ια)      την οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης‑πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

καθώς και από άλλες νομικές πράξεις, εφόσον σε αυτές προβλέπεται ρητά ότι η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται για ποινικά αδικήματα που εναρμονίζονται με τις εν λόγω πράξεις.»

16.      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με αυτά τα όργανα ή προϊόντα, υπό την αίρεση οριστικής καταδίκης για ποινικό αδίκημα, που μπορεί επίσης να έχει απαγγελθεί ερήμην». Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, «[ό]ταν η δήμευση βάσει της παραγράφου 1 δεν είναι δυνατή, τουλάχιστον όταν αυτό οφείλεται σε ασθένεια ή φυγή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στις περιπτώσεις όπου έχουν κινηθεί ποινικές διαδικασίες που αφορούν ποινικό αδίκημα το οποίο μπορεί, αμέσως ή εμμέσως, να οδηγήσει σε οικονομικό όφελος και οι εν λόγω ποινικές διαδικασίες θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει σε ποινική καταδίκη αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παραστεί στη δίκη».

17.      Το άρθρο 5 αφορά την εκτεταμένη δήμευση περιουσιακού στοιχείου που ανήκει σε πρόσωπο καταδικασθέν για ποινικό αδίκημα, το οποίο μπορεί, εμμέσως ή αμέσως, να οδηγήσει σε οικονομικό όφελος, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε μέσω εγκληματικής δραστηριότητας. Περιλαμβάνει μη εξαντλητικό κατάλογο «ποινικών αδικημάτων» «τουλάχιστον» στα οποία πρέπει να εφαρμόζεται.

18.      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, προβλέπει τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με τα προϊόντα εγκλήματος τα οποία μεταβιβάστηκαν από ύποπτο ή κατηγορούμενο σε τρίτους ή τα οποία τρίτοι απέκτησαν από ύποπτο ή κατηγορούμενο, τουλάχιστον όταν οι εν λόγω τρίτοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο σκοπός της μεταβιβάσεως ή αποκτήσεως ήταν να αποφευχθεί η δήμευση.

19.      Το άρθρο 8, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που επηρεάζονται από τα μέτρα που προβλέπονται βάσει της παρούσας οδηγίας έχουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους».

20.      Το άρθρο 12 ορίζει ότι η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο λήγει στις 4 Οκτωβρίου 2016.

21.      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, ορίζει ότι «το άρθρο 1 τέσσερις πρώτες περιπτώσεις και το άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ αντικαθίστανται από την παρούσα οδηγία για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των εν λόγω κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς των εν λόγω αποφάσεων-πλαισίων στο εθνικό δίκαιο». Το άρθρο 14, παράγραφος 2, διευκρινίζει ότι, «[γ]ια τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, οι παραπομπές [...] στις διατάξεις των αποφάσεων-πλαισίων 2001/500/ΔΕΥ και 2005/212/ΔΕΥ που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θεωρούνται παραπομπές στην παρούσα οδηγία».

22.      Το άρθρο 15 ορίζει ότι η οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα (29 Απριλίου 2014) (12).

 Εθνικό δίκαιο

 Νόμος για τη δήμευση των παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων

23.      Το 2012, η Βουλγαρία εξέδωσε τον Zakon za otnemane v polza na darzhavata na nezakonno pridobito imushtestvo (νόμο για τη δήμευση των παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων, στο εξής: νόμος του 2012), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 19 Νοεμβρίου 2012. Ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε από τον Zakon za protivodeystvie na koruptsiata i za otnemane na nezakonno pridobito imushtestvo (νόμο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη δήμευση των παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων), ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2018. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού νόμου, οι έρευνες και οι διαδικασίες που είχαν κινηθεί δυνάμει του νόμου του 2012 έπρεπε να περατωθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου εκείνου από την επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη δήμευση των παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων (στο εξής: επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς).

24.      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι σκοπός του νόμου είναι η ρύθμιση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας για τη δήμευση των παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί νόμιμη πηγή για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θεωρούνται ως παρανόμως αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία.

25.      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει τη σύσταση της επιτροπής για την καταπολέμηση της διαφθοράς ως ανεξάρτητης, ειδικής και μόνιμης εθνικής αρχής.

26.      Το άρθρο 2 ορίζει ότι «[η] διαδικασία που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο διεξάγεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ποινική διαδικασία κατά του προσώπου το οποίο αφορά η έρευνα και/ή των συνδεομένων με αυτό προσώπων».

27.      Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς κινεί τη διαδικασία όταν έχει εύλογους λόγους να υποψιάζεται ότι ορισμένα περιουσιακά στοιχεία αποκτήθηκαν παρανόμως. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, ορίζει ότι εύλογοι λόγοι υφίστανται όταν, κατόπιν της διεξαγωγής έρευνας, προκύπτει σημαντική διαφορά όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει το πρόσωπο το οποίο αφορά η έρευνα. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, ορίζει περαιτέρω ότι «η προβλεπόμενη από το άρθρο 21, παράγραφος 2, έρευνα κινείται [...] όταν πρόσωπο κατηγορείται ότι διέπραξε ένα εκ των αδικημάτων που προβλέπονται [...] στα άρθρα 201 έως 203 του ποινικού κώδικα».

28.      Το άρθρο 66, παράγραφοι 1 και 2, αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται προς ή ελέγχονται από νομικά πρόσωπα. Ορίζει ότι «τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία το πρόσωπο που αφορά η έρευνα μεταβίβασε σε νομικό πρόσωπο ή εισέφερε στο κεφάλαιο νομικού προσώπου ως χρηματική ή άλλη εισφορά υπόκεινται σε δήμευση όταν τα πρόσωπα τα οποία διευθύνουν ή ελέγχουν το νομικό πρόσωπο γνώριζαν, ή από τις περιστάσεις μπορούσαν να υποθέσουν, ότι τα περιουσιακά στοιχεία είχαν αποκτηθεί παρανόμως»· και «υπόκεινται σε δήμευση επίσης τα περιουσιακά στοιχεία που παρανόμως απέκτησε νομικό πρόσωπο ελεγχόμενο, αυτοτελώς ή από κοινού, από το πρόσωπο που αφορά η έρευνα ή από πρόσωπα που συνδέονται με αυτό».

 Ποινικός κώδικας

29.      Το άρθρο 203, παράγραφος 1, του Nakazatelen kodeks (ποινικού κώδικα) χαρακτηρίζει την από κάτοχο αξιώματος υπεξαίρεση μεγάλης αξίας ως διακεκριμένη υπεξαίρεση, η οποία επισύρει στερητική της ελευθερίας ποινή 10 έως 20 ετών.

 Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

30.      Στις 28 Ιουλίου 2014, η εισαγγελία της Σόφιας εξέθεσε γραπτώς στην επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς ότι εις βάρος του BP είχε κινηθεί προκαταρκτική ποινική διαδικασία για τον λόγο ότι, από τον Δεκέμβριο του 2011 έως τις 19 Ιουνίου 2014, ο ίδιος ως πρόσωπο που κατέχει αξίωμα σε εταιρία [πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Korporativna targovska banka AD (στο εξής: τράπεζα)] (από κοινού με άλλους) παρότρυνε τρίτους να υπεξαιρέσουν χρηματικά ποσά τα οποία ανήκαν στην τράπεζα και τα οποία είχαν παραδοθεί ή ανατεθεί σε αυτούς προς φύλαξη ή διαχείριση. Τα ποσά αυτά ανέρχονταν σε πάνω από 205 εκατομμύρια βουλγαρικά λέβα (BGN) (105 εκατομμύρια ευρώ περίπου). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά κάνουν να υποτεθεί ότι διαπράχθηκε υπεξαίρεση κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα.

31.      Στις 5 Αυγούστου 2014, η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς κίνησε έρευνα, για την περίοδο από τις 4 Αυγούστου 2004 έως τις 4 Αυγούστου 2010, η οποία αποκάλυψε την ύπαρξη σοβαρών ανωμαλιών όσον αφορά τα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία του BP. Κατά την πορεία της έρευνας αυτής, η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς διενήργησε ανάλυση της χρηματοοικονομικής καταστάσεως και των συναλλαγών που είχαν πραγματοποιηθεί από τις καθών εμπορικές εταιρίες, οι οποίες φέρεται ότι ενεργούσαν από κοινού ή υπό τον έλεγχο του BP. Το πόρισμα της αναλύσεως αυτής ήταν ότι ορισμένες συναλλαγές είχαν πραγματοποιηθεί με τη χρήση παρανόμως αποκτηθέντων μέσων, ενώ άλλες δεν πραγματοποιήθηκαν αλλά χρησίμευσαν για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων ή πόρων παράνομης προελεύσεως· και ότι τα χρηματικά ποσά προέρχονταν από μη εξασφαλισμένες πιστώσεις που είχε χορηγήσει η τράπεζα, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα η τράπεζα να καταστεί αφερέγγυα.

32.      Στις 14 Μαΐου 2015, η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς κίνησε δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προκειμένου να δεσμευθούν τα φερόμενα ως παρανόμως αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία τόσο του BP όσο και διάφορων φυσικών και νομικών προσώπων που θεωρείται ότι συνδέονταν ή ελέγχονταν από αυτόν. Στις 20 και 28 Μαΐου 2015, το αιτούν δικαστήριο έλαβε μέτρα για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των οποίων ζητείται η δήμευση.

33.      Η παρούσα δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η οποία αφορά τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων που φέρεται ότι αποκτήθηκαν παρανόμως, κινήθηκε στις 22 Μαρτίου 2016.

34.      Η ποινική δίκη κατά του BP και άλλων προσώπων άρχισε ενώπιον του Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικού ποινικού δικαστηρίου, Βουλγαρία) το 2017 και εξακολουθούσε να εκκρεμεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

35.      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά την εφαρμοστέα κατά τον κρίσιμο χρόνο εθνική νομοθεσία, η αστική δίκη που αφορά τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτή που εκκρεμεί ενώπιόν του, κινείται ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο το οποίο αφορά η έρευνα έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση. Εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του νόμου αυτού με τους ελάχιστους κανόνες για τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων οι οποίοι θεσπίστηκαν από την οδηγία 2014/42, οι οποίοι ορίζουν ότι δήμευση μπορεί να επιβληθεί σε περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί μέσω της τελέσεως ποινικού αδικήματος για το οποίο ο δράστης έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση.

36.      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:

«1)      Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42 [...], που θεσπίζει “ελάχιστους κανόνες σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης”, την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις για την κατά το αστικό δίκαιο δήμευση που δεν στηρίζεται σε καταδίκη;

2)      Έπεται από το άρθρο 1, παράγραφος 1, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42 [...], ότι απλώς και μόνον η κίνηση ποινικής διαδικασίας κατά του προσώπου του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία υπόκεινται σε δήμευση αρκεί για την κίνηση και τη διεξαγωγή διαδικασίας δημεύσεως κατά το αστικό δίκαιο;

3)      Είναι δυνατή ευρεία ερμηνεία της ratio του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/42 [...], ώστε να επιτρέπεται δήμευση κατά το αστικό δίκαιο η οποία δεν στηρίζεται σε καταδίκη;

4)      Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42 [...] την έννοια ότι απλώς και μόνο λόγω της αποκλίσεως μεταξύ της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των νομίμων εσόδων του ενδιαφερομένου μπορεί να επέλθει στέρηση περιουσιακού δικαιώματος που αποτελεί άμεσα ή έμμεσα προϊόν εγκλήματος, χωρίς να υφίσταται αμετάκλητη ποινική απόφαση που διαπιστώνει την τέλεση της πράξεως από τον ενδιαφερόμενο;

5)      Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42 [...] την έννοια ότι ρυθμίζει τη δήμευση εις χείρας τρίτου ως πρόσθετο ή εναλλακτικό μέτρο για την άμεση δήμευση ή ως πρόσθετο μέτρο για την εκτεταμένη δήμευση;

6)      Έχει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42 [...] την έννοια ότι διασφαλίζει την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας και απαγορεύει δήμευση η οποία δεν στηρίζεται σε καταδίκη;»

37.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς, οι BP, AB, PB και Trast B OOD από κοινού, η Dunarit AD, η AGRO IN 2001 EOOD και η τράπεζα, καθώς και η Βουλγαρική, η Τσεχική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 5 Ιουνίου 2019, η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς, οι BP, AB, PB και Trast B OOD, η Dunarit AD, η τράπεζα, η Βουλγαρική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

 Ανάλυση

38.      Η παρούσα υπόθεση έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες οι οποίες απαιτούν από το Δικαστήριο να αποστεί από τα ερωτήματα που πράγματι του υποβλήθηκαν προκειμένου να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη καθοδήγηση επί των ζητημάτων που τέθηκαν.

39.      Τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως προκείμενη απλώς και μόνον ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, έχει εφαρμογή η οδηγία 2014/42. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, για την εξακρίβωση του δικαίου της Ένωσης που έχει εφαρμογή ratione temporis και ratione materiae, απαιτείται περαιτέρω ανάλυση. Επίσης, πρέπει να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας και αυτών της αποφάσεως‑πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ.

40.      Άπαξ εξετάσω τα ζητήματα αυτά, θα στραφώ στην ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων και θα επικεντρωθώ (όπως ζητήθηκε από το Δικαστήριο) στην ερμηνεία των άρθρων 2 και 5 της αποφάσεως‑πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ.

 Το δίκαιο της Ένωσης που έχει εφαρμογή ratione materiae

41.      Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει τον ακριβή χαρακτήρα των αδικημάτων που ανακοινώθηκαν από την εισαγγελία Σόφιας στην επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς, επί των οποίων ερείδεται η παρούσα διαδικασία. Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι υπεξαίρεση, όπως αυτή που περιγράφεται στη διάταξη περί παραπομπής, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αδικημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των νομοθετημάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2014/42. Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζουν η Βουλγαρική και η Τσεχική Κυβέρνηση, το αντικείμενο της εθνικής δίκης δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/42.

42.      Αντιθέτως, η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ έχει εφαρμογή για τη δήμευση των οργάνων και προϊόντων ποινικών αδικημάτων που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός έτους. Επομένως, ποινικά αδικήματα όπως αυτά της υπό κρίση υποθέσεως, για τα οποία προβλέπονται στερητικές της ελευθερίας ποινές 10 έως 20 ετών, όντως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν η δίκη στην υπό κρίση υπόθεση αντιστοιχεί στον όρο «δήμευση» κατά την έννοια του άρθρου 1, τέταρτη περίπτωση, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

 Το δίκαιο της Ένωσης που έχει εφαρμογή ratione temporis

43.      Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχουν δύο παράλληλες εθνικές διαδικασίες. Αφενός, υπάρχει η ποινική δίκη για υπεξαίρεση, η οποία κινήθηκε ενώπιον του ειδικού ποινικού δικαστηρίου το 2017 και ήταν εκκρεμής κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αφετέρου, υπάρχει μια διαδικασία η οποία κατά το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζεται ως αστική δίκη και άρχισε με την αίτηση δεσμεύσεως που υποβλήθηκε στις 14 Μαΐου 2015 και με τη συνακόλουθη δέσμευση των φερόμενων ως παρανόμως αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων την οποία διέταξε το αιτούν δικαστήριο στις 20 και 28 Μαΐου 2015. Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε με τις αιτήσεις για τη δήμευση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων οι οποίες κατατέθηκαν στις 22 Μαρτίου 2016 από την επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς και τώρα είναι εκκρεμείς.

44.      Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει τις κρίσιμες ημερομηνίες, αλλά, κατ’ εμέ, η περίοδος που προβλεπόταν για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/42 εξέπνευσε στις 4 Οκτωβρίου 2016. Ασκεί η εν λόγω οδηγία επιρροή ratione temporis για την παρούσα διαδικασία; Παρά το γεγονός ότι η οδηγία δεν έχει εφαρμογή ratione materiae, το συγκεκριμένο ζήτημα είναι σημαντικό διότι η οδηγία αντικατέστησε ορισμένες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου.

45.      Αποτελεί πάγια νομολογία ότι οδηγία δύναται να έχει άμεσο αποτέλεσμα μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο (13). Επομένως, η οδηγία 2014/42 δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά τη δίκη που κινήθηκε στις 22 Μαρτίου 2016, πριν από τη λήξη της περιόδου που τάχθηκε για τη μεταφορά της. Πάντως, κατά την περίοδο αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να απόσχουν από τη λήψη οποιοδήποτε μέτρου ικανού να υπονομεύσει σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα (14).

46.      Κατά συνέπεια, η εφαρμοστέα κατά τον κρίσιμο χρόνο πράξη της Ένωσης για τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με ποινικά αδικήματα είναι η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ.

 Η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2014/42

47.      Όπως προβλέπεται από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, η οδηγία 2014/42 τροποποίησε την απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ από την ημερομηνία κατά την οποία η οδηγία αυτή τέθηκε σε ισχύ (20 ημέρες μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα στις 29 Απριλίου 2014).

48.      Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περιορίζεται στους τομείς εγκληματικότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 83, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Τούτο σημαίνει ότι οι υφιστάμενες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που αφορούν τη δήμευση εξακολουθούν να ισχύουν προκειμένου να διατηρηθεί ένας βαθμός εναρμονίσεως όσον αφορά τις εγκληματικές δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/42. Συνεπώς, τα άρθρα 2, 4 και 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ παραμένουν σε ισχύ (15).

49.      Συγκεκριμένα, το άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2014/42 ορίζει ότι η οδηγία αντικαθιστά το άρθρο 1, τέσσερις πρώτες περιπτώσεις, και το άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ για τα κράτη μέλη που δεσμεύει και ότι οι παραπομπές στα αντικατασταθέντα άρθρα της αποφάσεως-πλαισίου «θεωρούνται παραπομπές στην παρούσα οδηγία».

50.      Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα: πρέπει οι διατάξεις αυτές να ερμηνευθούν ως μέρος της οδηγίας ή της αποφάσεως-πλαισίου;

51.      Κατά την άποψή μου, εφόσον οι διατάξεις αυτές απορρέουν από την οδηγία, οι σκοποί και η όλη οικονομία της οδηγίας είναι εκείνοι που πρέπει να καθοδηγήσουν την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και όχι αυτοί της αποφάσεως-πλαισίου. Τούτο συνάδει με το σαφές γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας. Επίσης, σέβεται την ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης: δεν είναι δυνατόν οι ίδιες διατάξεις να ερμηνεύονται κατά διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αν ερμηνεύονται στο πλαίσιο της οδηγίας ή στο πλαίσιο της αποφάσεως-πλαισίου.

52.      Όσο μια απόφαση-πλαίσιο δεν έχει «καταργηθεί, ακυρωθεί ή τροποποιηθεί» σύμφωνα με το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, διατηρεί τον νομικό της χαρακτήρα. Όταν επιμέρους διάταξη τροποποιείται (ή, όπως συνέβη εν προκειμένω, αντικαθίσταται) με οδηγία, εκείνο που μεταβάλλεται είναι μόνον ο επιμέρους νομικός χαρακτήρας της διατάξεως αυτής. Ωστόσο, η τροποποίηση επιμέρους διατάξεως δεν μπορεί να μεταβάλει τον νομικό χαρακτήρα ολόκληρης της νομικής πράξεως στην οποία περιέχεται η εν λόγω διάταξη. Αντιθέτως, αυτό που συνέβη εν προκειμένω είναι ότι η αρχική απόφαση-πλαίσιο κατέστη μεικτή νομική πράξη η οποία περιέχει στοιχεία τόσο της αποφάσεως-πλαισίου όσο και της οδηγίας (16).

53.      Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υποθέσεως είναι ότι η εθνική διαδικασία δημεύσεως άρχισε μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας (και, ως εκ τούτου, μετά την τροποποίηση του κειμένου της αποφάσεως‑πλαισίου) αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο.

54.      Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της οδηγίας που αντικατέστησαν το άρθρο 1, τέσσερις πρώτες περιπτώσεις, και το άρθρο 3 της αποφάσεως‑πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ δεν μπορούν να τύχουν επικλήσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων πριν από τις 4 Οκτωβρίου 2016. Επομένως, για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως, η απόφαση-πλαίσιο παραμένει εφαρμοστέα υπό τη μη τροποποιηθείσα μορφή της. Ωστόσο, κατά την ταχθείσα προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να απόσχουν από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων τα οποία είναι ικανά να υπονομεύσουν σοβαρά το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με τις διατάξεις της οδηγίας η οποία τροποποίησε την απόφαση-πλαίσιο. (17) Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, η νομολογία Pupino, η οποία απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού των αποφάσεων-πλαισίων, ώστε να επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, παραμένει θεμελιώδους σημασίας (18).

 Τα ζητήματα που τίθενται με τα προδικαστικά ερωτήματα

55.      Με τα πρώτα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν εθνική διαδικασία δημεύσεως όπως αυτή στην υπό κρίση υπόθεση (η οποία κινήθηκε μετά την έναρξη της ποινικής δίκης αλλά στην οποία η δήμευση λαμβάνει χώρα χωρίς την ύπαρξη ποινικής καταδίκης) είναι συμβατή με διάφορες διατάξεις της οδηγίας 2014/42.

56.      Με το έκτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο θέτει θέματα ως προς το τεκμήριο αθωότητας, στο μέτρο που το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42 απαγορεύει τη δήμευση που δεν στηρίζεται σε ποινική καταδίκη.

57.      Θα εξετάσω τα ζητήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης που έχει εφαρμογή ratione materiae και ratione temporis, δηλαδή της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ, και ειδικότερα των άρθρων της 2 και 5 (όπως ζητήθηκε από το Δικαστήριο). Δεν θα εξετάσω το πέμπτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, καθόσον είναι κρίσιμο μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/42, το οποίο δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.

 Η δήμευση δυνάμει της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ

58.      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ θεσπίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καθίσταται εφικτή η δήμευση οργάνων και προϊόντων που προέρχονται από ποινικά αδικήματα τα οποία τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός έτους. Η «δήμευση» ορίζεται στο άρθρο 1, τέταρτη περίπτωση, της αποφάσεως-πλαισίου ως «μια ποινή ή ένα μέτρο που διατάσσεται από δικαστήριο κατόπιν διαδικασίας σχετικής με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα και καταλήγει στην οριστική αποστέρηση του περιουσιακού στοιχείου» (19).

59.      Μπορούν αυτές οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ να ερμηνευθούν πριν η τροποποίησή της με την οδηγία 2014/42 παραγάγει τα πλήρη αποτελέσματά της, υπό την έννοια ότι στερούν από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα εφαρμογής καθεστώτος δημεύσεων όπως αυτό της υπό κρίση υποθέσεως όπου η δήμευση δεν εξαρτάται από αμετάκλητη ποινική καταδίκη;

60.      Κατά την άποψή μου, η απάντηση είναι «όχι».

61.      Η νομική βάση της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ είναι ο σχετικός με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις τίτλος VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ειδικότερα τα άρθρα της 29, 31, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και 34, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ. Συνεπώς, ο σκοπός της αποφάσεως‑πλαισίου είναι να διασφαλίσει τη συμβατότητα των κανόνων που είναι εφαρμοστέοι στα κράτη μέλη, στον βαθμό που είναι αναγκαίο να βελτιωθεί η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, με την προσέγγιση των νόμων και των κανονισμών τους και να εξασφαλίσει ότι όλα διαθέτουν αποτελεσματικούς κανόνες που διέπουν τη δήμευση των προϊόντων εγκλήματος (20). Η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ συνδέεται με την έκδοση της αποφάσεως-πλαισίου 2006/783/ΔΕΥ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης, σκοπός της οποίας είναι η θέσπιση κανόνων βάσει των οποίων τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν και εκτελούν στο έδαφός τους αποφάσεις δημεύσεως έχουσες εκδοθεί από ποινικά δικαστήρια άλλων κρατών μελών (21).

62.      Το επεξηγηματικό σημείωμα ως προς την πρωτοβουλία του Βασιλείου της Δανίας για ένα σχέδιο αποφάσεως-πλαισίου όσον αφορά τη δήμευση των σχετικών με έγκλημα προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων παρουσιάζει την προταθείσα απόφαση-πλαίσιο ως μια «οριζόντια πράξη» για τον αδιαμφισβήτητο καθορισμό των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τη δήμευση (22).

63.      Από τη νομική βάση και τον σκοπό της αποφάσεως-πλαισίου και από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε προκύπτει ότι πρόκειται για πράξη η οποία (i) αφορά αποκλειστικά ποινικές υποθέσεις· (ii) αποβλέπει στη διασφάλιση της συμβατότητας των νομοθεσιών των κρατών μελών κατά το αναγκαίο μέτρο για τη συνεργασία τους· (iii) επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων εγκλήματος· και (iv) οδηγεί στην προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών επί των καλυπτομένων ζητημάτων, με σκοπό τη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διαταγών δημεύσεως. Το ζήτημα είναι η ελάχιστη προσέγγιση των νομοθεσιών («κατά το αναγκαίο μέτρο για τη συνεργασία τους»).

64.      Κατά την απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ, τα όργανα και τα προϊόντα που προέρχονται από την τέλεση ποινικών αδικημάτων υπόκεινται σε δήμευση (άρθρο 2, παράγραφος 1), που διατάσσεται από δικαστήριο κατόπιν διαδικασίας «σχετικής με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα» (άρθρο 1, τέταρτη περίπτωση). Ο ορισμός αυτός αντιστοιχεί στον ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 1, στοιχείο δʹ, της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων εγκλήματος (23). Είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί εν προκειμένω ότι το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως αυτής περιορίζεται σε εγκληματικές δραστηριότητες ή σε πράξεις συνδεόμενες με εγκληματικές δραστηριότητες (24). Η νομική βάση, το περιεχόμενο και το γράμμα της αποφάσεως-πλαισίου δείχνουν ότι αυτή πρέπει να προσεγγίζεται κατά παρόμοιο τρόπο.

65.      Ποινικές διαδικασίες είναι αυτές που κινούνται όταν το περί ου πρόκειται πρόσωπο ενημερώνεται ότι είναι ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξεως και συνεχίζονται έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας, δηλαδή έως ότου καθορισθεί τελικώς αν έχουν τελέσει την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της καταδίκης και της εκδικάσεως τυχόν ενδίκου μέσου (25).

66.      Είναι προφανές ότι η επίμαχη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν συνιστά «ποινική διαδικασία». Βάσει του υλικού που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ούτε «διαδικασία σχετική με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα» κατά την έννοια του άρθρου 1, τέταρτη περίπτωση, της αποφάσεως-πλαισίου.

67.      Μολονότι η εξακρίβωση των ζητημάτων αυτών εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, οι διαδικασίες αυτές περιγράφτηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως διαδικασίες αστικού δικαίου (οι οποίες συνυπάρχουν με το σύστημα δημεύσεως κατά το ποινικό δίκαιο). Έχουν μόνον ένα σημείο επαφής με την ποινική διαδικασία: κινούνται από την εθνική ανεξάρτητη αρχή όταν αυτή πληροφορείται ότι πρόσωπο κατηγορείται για την τέλεση συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος. Άπαξ κινηθεί, η αστική διαδικασία διεξάγεται ανεξάρτητα από την ποινική διαδικασία που κινείται εις βάρος του προσώπου που αφορά η έρευνα (βλ. άρθρο 2 του νόμου του 2012). Η αστική διαδικασία επικεντρώνεται στα περιουσιακά στοιχεία (και όχι στο πρόσωπο που αφορά η έρευνα). Διερευνώνται η προέλευση και ο τρόπος αποκτήσεως των περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να καθοριστεί αν αυτά πρέπει να δεσμευθούν και/ή εν συνεχεία να δημευθούν. Η δήμευση εξακολουθεί να μη συνδέεται με την έκβαση της ποινικής διαδικασίας. Ουδόλως συνδέεται με το αν θα αποδειχθεί η τέλεση ποινικού αδικήματος από το πρόσωπο που αφορά η έρευνα.

68.      Κατά συνέπεια, συμφωνώ με τον ισχυρισμό που η Επιτροπή προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι αυτό το σύστημα δημεύσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως‑πλαισίου. Καταλήγω δε στο ίδιο συμπέρασμα με βάση το γράμμα του άρθρου 1, τέταρτη περίπτωση της αποφάσεως-πλαισίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/42. Μολονότι ο ορισμός της έννοιας «δήμευση» τροποποιήθηκε (26), η κρίσιμη φράση «σχετική με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα» έμεινε αμετάβλητη.

69.      Φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν διαδικασίες άλλες, πέραν της ποινικής, προκειμένου ο δράστης φορολογικών αδικημάτων να στερηθεί τα προϊόντα του εγκλήματος (27). Το γράμμα της εν λόγω διατάξεως εξακολουθεί να συνδέεται στενά με την ποινική διαδικασία («δράστης» και «προϊόντα του εγκλήματος»). Δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου σε δημεύσεις οι οποίες δεν συνδέονται με την ποινική διαδικασία.

70.      Χάριν πληρότητας, θα προσέθετα απλώς ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η κύρια δίκη συνδέεται με την ποινική διαδικασία και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου, από κανένα στοιχείο αυτής της αποφάσεως-πλαισίου (σε αντίθεση με την οδηγία 2014/42) δεν συνάγεται ότι η δήμευση εξαρτάται από την ύπαρξη αμετάκλητης ποινικής καταδίκης. Το άρθρο 1, τέταρτη περίπτωση, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου ορίζει τη δήμευση ως «μια ποινή ή ένα μέτρο που διατάσσεται από δικαστήριο κατόπιν διαδικασίας σχετικής με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα και καταλήγει στην οριστική αποστέρηση του περιουσιακού στοιχείου». Η απόφαση-πλαίσιο ουδεμία αναφορά κάνει στην έκβαση της ποινικής διαδικασίας. Είναι απολύτως σαφές ότι η δήμευση στο πλαίσιο της οδηγίας τελεί «υπό την αίρεση οριστικής καταδίκης για ποινικό αδίκημα» (άρθρο 4, παράγραφος 1) (28). Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που αντικατέστησαν άρθρα της αποφάσεως-πλαισίου.

71.      Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ δεν απαγορεύει διαδικασία δημεύσεως, όπως αυτή που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, όταν η διαδικασία αυτή δεν «είναι σχετική με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα» και η έκβασή της δεν εξαρτάται από ποινική καταδίκη.

 Το τεκμήριο αθωότητας

72.      Το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ επαναλαμβάνει την υποχρέωση σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας αναγνωρίζεται από το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη.

73.      Αποτελεί πάγια νομολογία ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά όχι εκτός του πλαισίου των καταστάσεων αυτών (29).

74.      Για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, φρονώ ότι διαδικασία δημεύσεως, όπως αυτή που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τελεί «σε σχέση με ποινικό αδίκημα» το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως‑πλαισίου. Ως εκ τούτου, το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου και το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.

 Πρόταση

75.      Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Sofyski Gradski Sad (πρωτοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία) ως εξής:

«Η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος, δεν απαγορεύει διαδικασία δημεύσεως, όπως αυτή που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, όταν η διαδικασία αυτή δεν “είναι σχετική με ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα” και η κίνησή της δεν εξαρτάται από ποινική καταδίκη.»


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Η παράξενη αυτή αγγλική λέξη ορίζεται στο άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος (ΕΕ 2005, L 68, σ. 49) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ ή απόφαση-πλαίσιο), και στο άρθρο 2, σημείο 3, της οδηγίας 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 127, σ. 39), όπως διορθώθηκε με το διορθωτικό στην οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2014, L 138, σ. 114) (βλ. σημεία 7 και 14 των παρουσών προτάσεων).


3      Βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις της ΣΛΕΕ.


4      ΕΕ 2007, C 303, σ. 1.


5      Αιτιολογική σκέψη 1.


6      Βλ. πρόγραμμα δράσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κείμενο εγκριθέν από το Συμβούλιο «Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις», της 3ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ 1999, C 19, σ. 1).


7      Αιτιολογική σκέψη 2.


8      Αιτιολογική σκέψη 9.


9      Αιτιολογική σκέψη 10.


10       Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία δεν συμμετείχαν στην έκδοση της οδηγίας 2014/42 και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της. Βλ., αντιστοίχως, αιτιολογικές σκέψεις 43 και 44 της οδηγίας.


11      Χάριν ευκολίας, παρέλειψα τη μακρά ακολουθία παραπομπών στην Επίσημη Εφημερίδα που συνοδεύει τον κατάλογο αυτόν –οι παραπομπές αυτές μπορούν να ανευρεθούν στην ίδια την οδηγία 2014/42.


12      Η 29η Απριλίου 2014 είναι η ημερομηνία της «αρχικής» δημοσιεύσεως της οδηγίας στην Επίσημη Εφημερίδα, την οποία ακολούθησαν η δημοσίευση διορθωτικού (βλ. υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων) και η ενοποιημένη έκδοση της 19ης Μαΐου 2014.


13      Βλ. απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2008, Velasco Navarro (C-246/06, EU:C:2008:19, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


14      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 45).


15      Αυτή είναι όντως η άποψη που διατυπώνεται στο σημείο 2.3 της αιτιολογικής εκθέσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση [COM(2012) 85, τελικό].


16      Η άποψη υπέρ της οποίας τάσσομαι εδώ αντιστοιχεί σε έναν από τους δύο πιθανούς τρόπους ερμηνείας των αποφάσεων-πλαισίων οι οποίοι εξετάστηκαν από τον Satzger, H., «Legal effects of directives amending or repealing Pre-Lisbon framework decisions», New Journal of European Criminal Law, τόμος 6, τεύχος 4, 2015, σ. 528 έως 537. Ο δεύτερος πιθανός τρόπος, ο οποίος απορρίπτεται από τον συγγραφέα, είναι να γίνει δεκτό ότι οι αποφάσεις-πλαίσια, όταν «αγγίζονται» από τροποποιητική οδηγία, μεταμορφώνονται σε οδηγίες (νομοθετικό ισοδύναμο του χρυσού αγγίγματος του Μίδα). Αν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή, νομικές πράξεις που έχουν εκδοθεί χωρίς τις ασφαλιστικές δικλείδες που ισχύουν για τις οδηγίες (και εννοώ ιδίως τον ρόλο που διαδραματίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη μία και στην άλλη διαδικασία) θα αποκτούσαν, αυτομάτως, τα έννομα αποτελέσματα οδηγιών. Ως εκ τούτου, διαφωνώ με την άποψη του F. Zeder ότι τα άρθρα 9 και 10, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, ερμηνευόμενα από κοινού, μπορούν να νοηθούν μόνον υπό την έννοια ότι «οποιαδήποτε τροποποίηση οποιασδήποτε διατάξεως μιας πράξεως σημαίνει ότι η πράξη αυτή “Λισσαβωνοποιείται” στο σύνολό της» (βλ. Zeder, F., «Typology of pre-Lisbon acts and their legal effects according to Protocol No 36», New Journal of European Criminal Law, τόμος 6, τεύχος 4, 2015, σ. 487).


17      Βλ. σημείο 45 και υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.


18      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, Pupino (C-105/03, EU:C:2005:386, σκέψη 43). Βλ., επίσης, Lenaerts, K., «The contribution of the European Court of Justice to the area of freedom, security and justice», International and comparative law quarterly, τόμος 59, αριθ. 2, 2010, σ. 255 έως 301, σ. 271.


19      Ο ορισμός της δημεύσεως στο άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας 2014/42 ως «η οριστική αποστέρηση του περιουσιακού στοιχείου την οποία διατάσσει δικαστήριο σε σχέση με ποινικό αδίκημα» είναι ελαφρώς διαφορετικός. Ο ορισμός αυτός αντικαθιστά αυτόν της αποφάσεως-πλαισίου όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω στα σημεία 49 και 54 των παρουσών προτάσεων.


20      Βλ. άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αιτιολογική σκέψη 10 της αποφάσεως-πλαισίου.


21      Απόφαση-πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 328, σ. 59). Βλ. αιτιολογική σκέψη 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ.


22      Ανακοίνωση από το Βασίλειο της Δανίας, έγγραφο του Συμβουλίου αριθ. 9956/02 ADD 1 (στο εξής: επεξηγηματικό σημείωμα ως προς την πρωτοβουλία της Δανίας).


23      Βλ. επεξηγηματικό σημείωμα ως προς την πρωτοβουλία της Δανίας, σ. 5. Επισημαίνω, εδώ, ότι το άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001, για το ξέπλυμα χρήματος, την ταυτοποίηση, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος (ΕΕ 2001, L 182, σ. 1), παραπέμπει, για τον ορισμό της έννοιας «δήμευση» στο πλαίσιό της, στην εν λόγω Σύμβαση.


24      Βλ. εισηγητική έκθεση της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, της 8ης Νοεμβρίου 1990, σ. 6 και 7.


25      Πρβλ., αλλά σε σχέση με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (ΕΕ 2010, L 280, σ. 1), απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Balogh (C-25/15, EU:C:2016:423, σκέψη 36).


26      Βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.


27      Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.


28      Βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων.


29      Στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson (C-617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 21), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης συνεπάγεται τη δυνατότητα εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund (C-682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 49).