Language of document : ECLI:EU:C:2019:927

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 7ης Νοεμβρίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕE) 1215/2012 – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Διεθνής δικαιοδοσία δικαστηρίου επί διαφορών εκ συμβάσεως – Κοινοί κανόνες αποζημιώσεως των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση αρνήσεως επιβιβάσεως και ματαιώσεως ή μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως – Κανονισμός (EΚ) 261/2004 – Άρθρα 5, 7, 9 και 12 – Σύμβαση του Μόντρεαλ – Διεθνής δικαιοδοσία – Άρθρα 19 και 33 – Αίτημα αποζημιώσεως και αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της ματαιώσεως και της καθυστερήσεως των πτήσεων»

Στην υπόθεση C‑213/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το Tribunale οrdinario di Roma (πρωτοδικείο Ρώμης, Ιταλία) με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαρτίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Adriano Guaitoli,

Concepción Casan Rodriguez,

Alessandro Celano Tomassoni

Antonia Cirilli

Lucia Cortini,

Mario Giuli,

Patrizia Padroni

κατά

easyJet Airline Co. Ltd,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan (εισηγητή) και L. Bay Larsen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        οι Α. Guaitoli, Α. Celano Tomassoni και Μ. Giuli καθώς και οι C. Casan Rodriguez, A. Cirilli, L. Cortini και P. Padroni, εκπροσωπούμενοι από τους A. Guaitoli και G. Guaitoli, avvocati,

–        η easyJet Airline Co. Ltd, εκπροσωπούμενη από τον G. d’Andria, avvocato,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον F. De Luca, avvocato dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις M. Heller και N. Yerrell, καθώς και από τον L. Malferrari,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιουνίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 33 της Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001 (ΕΕ 2001, L 194, σ. 38, στο εξής: Σύμβαση του Μόντρεαλ), του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91 (ΕΕ 2004, L 46, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Adriano Guaitoli, Alessandro Celano Tomassoni και Mario Giuli καθώς και των Concepción Casan Rodriguez, Antonia Cirilli, Lucia Cortini και Patrizia Padroni, αφενός, και της easyJet Airline Co. Ltd, αφετέρου, σχετικά με αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από τη ματαίωση πτήσεως και την καθυστέρηση άλλης πτήσεως.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Η Σύμβαση του Μόντρεαλ τέθηκε σε ισχύ, όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 28 Ιουνίου 2004.

4        Το άρθρο 19 της Συμβάσεως αυτής, το οποίο επιγράφεται «Καθυστέρηση», ορίζει τα εξής:

«Ο μεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται εξ αιτίας της καθυστέρησης της αεροπορικής μεταφοράς επιβατών, αποσκευών ή φορτίου. Ωστόσο, ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται λόγω καθυστέρησης εάν αποδείξει ότι αυτός, οι υπάλληλοι και οι πράκτορές του έλαβαν όλα τα μέτρα τα οποία μπορούν να επιβάλλονται ευλόγως για να αποφευχθεί η ζημία ή ότι ήταν αδύνατον σε αυτόν ή τους υπαλλήλους ή τους πράκτορές του να λάβουν τα εν λόγω μέτρα.»

5        Το άρθρο 33 της εν λόγω Συμβάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιοδοσία», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Η αγωγή αποζημίωσης ασκείται, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, στην επικράτεια ενός των συμβαλλομένων κρατών είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του μεταφορέα ή του κύριου τόπου των δραστηριοτήτων του ή του τόπου που έχει εγκατάσταση, μέσω των οποίων συνήφθη η σύμβαση, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου προορισμού.

[...]

4.      Τα διαδικαστικά θέματα διέπονται από το δίκαιο του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Ο κανονισμός 261/2004

6        Το άρθρο 1 του κανονισμού 261/2004, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει, υπό τους ακόλουθους προσδιοριζόμενους όρους, τα ελάχιστα δικαιώματα των επιβατών σε περίπτωση:

α)       άρνησης επιβίβασης παρά τη θέλησή τους·

β)       ματαίωσης της πτήσης τους·

γ)      καθυστέρησης της πτήσης τους.»      

7        Το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ματαίωση», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Σε περίπτωση ματαίωσης μιας πτήσης, οι επιβάτες δικαιούνται:

α)      βοήθεια από τον πραγματικό αερομεταφορέα, σύμφωνα με το άρθρο 8, και

β)      βοήθεια από τον πραγματικό αερομεταφορέα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 2, καθώς και βοήθεια σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) σε περίπτωση μεταφοράς με άλλη πτήση, όταν ο ευλόγως αναμενόμενος χρόνος αναχωρήσεως της νέας πτήσης είναι τουλάχιστον η επόμενη μέρα από τον χρόνο αναχωρήσεως που είχε ορισθεί για [τη] ματαιωθείσα πτήση, και

γ)      αποζημίωση από τον πραγματικό αερομεταφορέα σύμφωνα με το άρθρο 7, εκτός αν:

i)      έχουν πληροφορηθεί τη ματαίωση δύο εβδομάδες τουλάχιστον πριν από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης, ή

ii)      έχουν πληροφορηθεί τη ματαίωση μία έως δύο εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης και τους προσφέρεται μεταφορά με εναλλακτική πτήση, που τους επιτρέπει να φύγουν όχι περισσότερο από δύο ώρες νωρίτερα από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης και να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό λιγότερο από τέσσερις ώρες μετά την προγραμματισμένη ώρα άφιξης, ή

iii)      έχουν πληροφορηθεί τη ματαίωση λιγότερο από επτά ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης και τους προσφέρεται μεταφορά με άλλη πτήση, που τους επιτρέπει να φύγουν όχι περισσότερο από μία ώρα νωρίτερα από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης και να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό λιγότερο από δύο ώρες μετά την προγραμματισμένη ώρα άφιξης.

2.      Όταν γνωστοποιείται στους επιβάτες η ματαίωση, τους δίνονται εξηγήσεις σχετικά με δυνατή εναλλακτική μεταφορά.

3.      Ο πραγματικός αερομεταφορέας δεν υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 αν μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα.

4.      Το βάρος αποδείξεως του αν ενημερώθηκε και πότε ενημερώθηκε ο επιβάτης για τη ματαίωση της πτήσης το φέρει ο πραγματικός αερομεταφορέας.»

8        Το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα αποζημίωσης», προβλέπει τα εξής:

«1.      Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, ο επιβάτης λαμβάνει αποζημίωση ύψους:

α)      250 ευρώ για όλες τις πτήσεις έως και 1 500 χιλιομέτρων·

β)      400 ευρώ για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1 500 χιλιομέτρων και όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1 500 και 3 500 χιλιομέτρων·

γ)      600 ευρώ για όλες τις πτήσεις που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β).

Για τον προσδιορισμό της σχετικής απόστασης, λαμβάνεται ως βάση ο τελευταίος προορισμός στον οποίο ο επιβάτης θα φθάσει καθυστερημένα μετά την προγραμματισμένη ώρα εξαιτίας της άρνησης επιβίβασης ή της ματαίωσης.

2.      Όταν προσφέρεται στους επιβάτες μεταφορά στον τελικό τους προορισμό με άλλη πτήση σύμφωνα με το άρθρο 8, η ώρα άφιξης της οποίας δεν υπερβαίνει την προγραμματισμένη ώρα άφιξης της πτήσης για την οποία είχε αρχικά κρατηθεί η θέση κατά:

α)      δύο ώρες για όλες τις πτήσεις έως 1 500 χιλιομέτρων, ή

β)      τρεις ώρες προκειμένου για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1 500 χιλιομέτρων και για όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1 500 και 3 500 χιλιομέτρων, ή

γ)      τέσσερις ώρες προκειμένου για όλες τις πτήσεις που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β),

ο πραγματικός αερομεταφορέας μπορεί να μειώσει την αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 κατά 50 %.

3.      Η αποζημίωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καταβάλλεται σε ρευστό, με ηλεκτρονικό τραπεζικό έμβασμα, με τραπεζική εντολή ή επιταγή, ή, εφόσον συμφωνήσει ενυπογράφως ο επιβάτης, με ταξιδιωτικά κουπόνια (voucher) ή/και άλλες υπηρεσίες.

4.      Οι αποστάσεις που δίδονται στις παραγράφους 1 και 2 μετρούνται με τη μέθοδο της μεγιστοκύκλιας διαδρομής.»

9        Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 261/2004, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα φροντίδας»:

«1.      Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, προσφέρονται δωρεάν στους επιβάτες:

α)      γεύματα και αναψυκτικά ανάλογα του χρόνου αναμονής τους,

β)      διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο όταν αποβαίνει αναγκαία η παραμονή τους:

–        επί μία ή περισσότερες νύκτες, ή

–        επί διάστημα επιπλέον εκείνου που σχεδίαζε ο επιβάτης·

γ)      μεταφορά μεταξύ αερολιμένα και καταλύματος (ξενοδοχείου ή άλλου).

2.      Επιπλέον, προσφέρονται δωρεάν στους επιβάτες δύο τηλεφωνήματα, τέλεξ ή φαξ ή μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

3.      Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ο πραγματικός αερομεταφορέας αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των προσώπων μειωμένης κινητικότητας και των τυχόν συνοδών τους, καθώς και στις ανάγκες των ασυνόδευτων παιδιών.»

10      Το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, υπό τον τίτλο «Περαιτέρω αποζημίωση», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα δικαιώματα του επιβάτη για περαιτέρω αποζημίωση. Η χορηγούμενη δυνάμει του παρόντος κανονισμού αποζημίωση μπορεί να εκπίπτει από την τυχόν περαιτέρω αποζημίωση.»

 Ο κανονισμός 1215/2012

11      Το κεφάλαιο II του κανονισμού 1215/2012, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία», διαιρείται σε δέκα τμήματα, εκ των οποίων το πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο φέρουν αντιστοίχως τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», «Ειδικές δικαιοδοσίες» και «Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών».

12      Το άρθρο 4 του ως άνω κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

13      Κατά το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του εν λόγω κεφαλαίου II:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)      ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

[...]

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

[...]»

14      Το άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 4 του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, προβλέπει κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών, οι οποίοι δεν έχουν, ωστόσο, εφαρμογή, δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, επί των συμβάσεων μεταφοράς, πλην των συμβάσεων στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος.

15      Στο κεφάλαιο VI του κανονισμού 1215/2012, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις», περιλαμβάνεται το άρθρο 66, το οποίο στην παράγραφο 1 ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται[,] στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου 2015.»

16      Το άρθρο 67 του κανονισμού αυτού, το οποίο περιλαμβάνεται στο επιγραφόμενο «Σχέσεις με άλλα μέσα» κεφάλαιο VII, ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός δεν προδικάζει την εφαρμογή των διατάξεων οι οποίες διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε ειδικά θέματα και οι οποίες περιλαμβάνονται στα νομοθετήματα της Ένωσης ή στις εθνικές νομοθεσίες οι οποίες εναρμονίσθηκαν κατ’ εφαρμογή των νομοθετημάτων αυτών.»

17      Το άρθρο 71 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο κεφάλαιο VII, προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες ρυθμίζουν, σε ειδικά θέματα, τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων.»

 Ο κανονισμός (ΕΚ) 44/2001

18      Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2, με τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες», του επιγραφόμενου «Διεθνής δικαιοδοσία» κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού, έχει ως εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α)       ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

–        εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

γ)      το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β).

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

19      Οι ενάγοντες στην κύρια δίκη συνήψαν με την easyJet Airline, αεροπορική εταιρία εδρεύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς που αφορούσε την πτήση μεταβάσεως Ρώμη Fiumicino (Ιταλία) – Κέρκυρα (Ελλάδα) στις 4 Αυγούστου 2015, στις 20:20, και την πτήση επιστροφής Κέρκυρα – Ρώμη Fiumicino στις 14 Αυγούστου 2015, στις 23:25.

20      Ως προς την πτήση μεταβάσεως ανακοινώθηκε καθυστέρηση, εν συνεχεία δε ανακοινώθηκε η ματαίωσή της και η εκτέλεσή της την επομένη. Στους ενάγοντες στην κύρια δίκη δεν παρασχέθηκε η δυνατότητα επιβιβάσεως σε άλλη πτήση άλλης εταιρίας ούτε τους παρασχέθηκε γεύμα ή σνακ ούτε κάποια άλλη μορφή συνδρομής, αποζημιώσεως ή επιστροφής χρημάτων, παρά την υποβολή ρητού σχετικού αιτήματος προς την easyJet Airline.

21      Η δε πτήση επιστροφής καθυστέρησε για διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ωρών και μικρότερη των τριών ωρών.

22      Στις 28 Ιουνίου 2016 οι ενάγοντες στην κύρια δίκη, οι οποίοι κατοικούν στη Ρώμη (Ιταλία), άσκησαν αγωγή ενώπιον του Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείου Ρώμης, Ιταλία) ζητώντας να υποχρεωθεί η easyJet Airline να καταβάλει τις αποζημιώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, 7 και 9 του κανονισμού 261/2004, καθώς και να αποκαταστήσει τις περαιτέρω υλικές ζημίες και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που προκλήθηκαν από την εκ μέρους της easyJet Airline παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

23      Η easyJet Airline προέβαλε δύο ενστάσεις αναρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου, εκ των οποίων η πρώτη στηριζόταν στην αξία του αντικειμένου της διαφοράς, ενώ η δεύτερη στους κανόνες περί της κατά τόπον αρμοδιότητας.

24      Μολονότι το Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείο Ρώμης) απέρριψε την πρώτη ένσταση αναρμοδιότητας, επισήμανε, ως προς τη δεύτερη, ότι η αρμοδιότητά του εξηρτάτο από το εφαρμοστέο δίκαιο –εθνικό δίκαιο ή δίκαιο της Ένωσης– και από την ερμηνεία που έπρεπε να δοθεί σε αυτό.

25      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ αρχάς το ζήτημα αν η Σύμβαση του Μόντρεαλ έχει εφαρμογή επί της διαφοράς της κύριας δίκης, τουλάχιστον επί ενός τμήματος αυτής, ή αν η εν λόγω διαφορά διέπεται αποκλειστικώς από τον κανονισμό 261/2004.

26      Εν συνεχεία, σε περίπτωση αποκλειστικής ή μερικής εφαρμογής της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο κανόνας του άρθρου 33 της συμβάσεως αυτής περιορίζεται, όπως έκρινε το Corte di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία), στον προσδιορισμό του κράτους που έχει διεθνή δικαιοδοσία ή αν, όπερ το αιτούν δικαστήριο θεωρεί πιθανότερο, ο κανόνας αυτός διέπει και τον προσδιορισμό του αρμοδίου εντός του κράτους αυτού δικαστηρίου.

27      Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι θα ήταν αρμόδιο να εκδικάσει τη διαφορά της κύριας δίκης, κατ’ εφαρμογήν των εθνικών δικονομικών κανόνων, μόνο στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Σύμβαση του Μόντρεαλ είναι αποκλειστικώς εφαρμοστέα σε αυτήν και ότι το άρθρο 33 της Συμβάσεως αυτής έχει την έννοια ότι προσδιορίζει μόνον το κράτος που έχει διεθνή δικαιοδοσία. Σε αντίθετη περίπτωση, αρμόδιο να κρίνει την εν λόγω διαφορά θα ήταν το Tribunale di Civitavecchia (πρωτοδικείο Civitavecchia, Ιταλία), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το αεροδρόμιο αναχωρήσεως της πτήσεως μεταβάσεως και αφίξεως της πτήσεως επιστροφής.

28      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale ordinario di Roma (πρωτοδικείο Ρώμης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 33 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση καθυστερήσεως ή ματαιώσεως της πτήσεως οσάκις ο θιγόμενος ζητεί σωρευτικά τόσο την καταβολή των κατ’ αποκοπήν και τυποποιημένων αποζημιώσεων των άρθρων 5, 7 και 9 του κανονισμού 261/2004 όσο και την αποκατάσταση της ζημίας του κατά το άρθρο 12 του ίδιου κανονισμού, ή αντιθέτως, η “δικαιοδοσία” (τόσο η διεθνής δικαιοδοσία όσο και η εσωτερική κατά τόπον αρμοδιότητα) ρυθμίζεται από το άρθρο 5 του κανονισμού 44/2001;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, έχει το άρθρο 33 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι ρυθμίζει αποκλειστικά την κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των κρατών, ή αντιθέτως την έννοια ότι ρυθμίζει επίσης την εσωτερική κατά τόπον αρμοδιότητα εντός κάθε κράτους μέλους;

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος, έχει το άρθρο 33 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι η εφαρμογή του είναι “αποκλειστική” και αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 44/2001, ή, αντιθέτως, ότι αμφότερες οι διατάξεις μπορούν να εφαρμοστούν από κοινού, κατά τρόπον ώστε να καθορίζουν απευθείας τόσο τη διεθνή δικαιοδοσία του κράτους όσο και την εσωτερική κατά τόπον αρμοδιότητα των δικαστηρίων του;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

29      Διευκρινίζεται ότι, έστω και εάν, με τα προδικαστικά του ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε ρητώς στον κανονισμό 44/2001, εντούτοις οι διατάξεις του κανονισμού 1215/2012 είναι αυτές οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 66, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, έχουν εφαρμογή ratione temporis στην υπόθεση της κύριας δίκης. Πράγματι, η αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ασκήθηκε μετά τις 10 Ιανουαρίου 2015.

30      Εξάλλου, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το γεγονός ότι το εν λόγω δικαστήριο παρέπεμψε, στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, σε ορισμένες διατάξεις του κανονισμού 44/2001 δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν στα υποβληθέντα ερωτήματα γίνεται μνεία των στοιχείων αυτών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Ιουνίου 2019, Weil, C‑361/18, EU:C:2019:473, σκέψη 26).

31      Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο μέτρο που ο κανονισμός 1215/2012 καταργεί και αντικαθιστά τον κανονισμό 44/2001 ο οποίος, με τη σειρά του, αντικατέστησε τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), η ερμηνεία των διατάξεων της τελευταίας αυτής νομικής πράξεως στην οποία προέβη το Δικαστήριο ισχύει και για τον κανονισμό 1215/2012 όταν οι διατάξεις αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Tibor-Trans, C‑451/18, EU:C:2019:635, σκέψη 23).

32      Τέλος, όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, οι ενάγοντες στην κύρια δίκη ζητούν τόσο την κατ’ αποκοπήν αποζημίωση και την επιστροφή των δαπανών που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 9 του κανονισμού 261/2004 όσο και την περαιτέρω αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, ήτοι την αποκατάσταση της περαιτέρω υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν. Στον βαθμό που η περαιτέρω αποζημίωση διέπεται από τη Σύμβαση του Μόντρεαλ (πρβλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Sousa Rodríguez κ.λπ., C‑83/10, EU:C:2011:652, σκέψη 38), παρέπεται ότι, σε διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, υφίστανται δύο καθεστώτα ευθύνης του αερομεταφορέα έναντι των επιβατών, εκ των οποίων το ένα στηρίζεται στον κανονισμό 261/2004 και το έτερο στη Σύμβαση του Μόντρεαλ.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

33      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7, σημείο 1, το άρθρο 67 και το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 καθώς και το άρθρο 33 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ έχουν την έννοια ότι το δικαστήριο κράτους μέλους που επιλαμβάνεται αγωγής με αίτημα τόσο την ικανοποίηση των κατ’ αποκοπήν και τυποποιημένων δικαιωμάτων που προβλέπονται στον κανονισμό 261/2004 όσο και την αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να εκτιμά τη διεθνή δικαιοδοσία του, όσον αφορά το πρώτο αίτημα, υπό το πρίσμα του άρθρου 7, σημείο 1, του κανονισμού 1215/2012 και, όσον αφορά το δεύτερο αίτημα, υπό το πρίσμα του άρθρου 33 της Συμβάσεως αυτής.

34      Όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία ενός δικαστηρίου να αποφαίνεται επί αξιώσεων όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, καθόσον τα δικαιώματα που βασίζονται στις διατάξεις του κανονισμού 261/2004 και στις διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ εντάσσονται σε διαφορετικά κανονιστικά πλαίσια, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει η εν λόγω Σύμβαση δεν έχουν εφαρμογή στις αγωγές που ασκήθηκαν βάσει μόνον του κανονισμού 261/2004, οι οποίες πρέπει να εξετάζονται με γνώμονα τον κανονισμό 44/2001 (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, Flight Refund, C‑94/14, EU:C:2016:148, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Το ίδιο ισχύει στο πλαίσιο διαφοράς, όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία οι αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονται τόσο στις διατάξεις του κανονισμού 261/2004 όσο και στη Σύμβαση του Μόντρεαλ.

36      Επιπλέον, το άρθρο 67 και το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 επιτρέπουν την εφαρμογή κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που αφορούν ειδικά θέματα και περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, σε νομοθετήματα της Ένωσης ή σε συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη. Δεδομένου ότι οι αεροπορικές μεταφορές αποτελούν τέτοιο ειδικό θέμα, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στη Σύμβαση του Μόντρεαλ πρέπει να μπορούν να εφαρμόζονται εντός του ρυθμιστικού πλαισίου που θέτει η σύμβαση αυτή.

37      Υπό τις συνθήκες αυτές, όσον αφορά, αφενός, τις αξιώσεις που στηρίζονται στα άρθρα 5, 7 και 9 του κανονισμού 261/2004, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει, προκειμένου να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, τη δική του διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με τον κανονισμό 1215/2012.

38      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να ενισχυθεί η δικαστική προστασία των προσώπων που είναι εγκατεστημένα στο έδαφος της Ένωσης παρεχομένης ταυτόχρονα της δυνατότητας στον ενάγοντα να προσδιορίζει με ευκολία το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει και στον εναγόμενο να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται στον κανονισμό 1215/2012 διαρθρώνονται γύρω από τη γενική δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού και συμπληρώνεται από τις ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, Color Drack, C‑386/05, EU:C:2007:262, σκέψεις 20 και 21).

39      Ως εκ τούτου, ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας του τόπου κατοικίας του εναγομένου συμπληρώνεται, στο άρθρο 7, σημείο 1, του κανονισμού 1215/2012, από έναν κανόνα ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας για τις διαφορές εκ συμβάσεως ο οποίος δικαιολογείται από την ύπαρξη στενού συνδέσμου μεταξύ της συμβάσεως και του δικαστηρίου που καλείται να επιληφθεί της σχετικής διαφοράς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, Color Drack, C‑386/05, EU:C:2007:262, σκέψη 22).

40      Κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω κανόνα, ο εναγόμενος μπορεί επίσης να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η επίδικη παροχή, καθόσον τεκμαίρεται ότι το δικαστήριο αυτό συνδέεται στενά με τη σύμβαση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, Color Drack, C‑386/05, EU:C:2007:262, σκέψη 23).

41      Εξάλλου, μολονότι οι διατάξεις του τμήματος 4 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού 1215/2012, σχετικά με τη «Διεθνή δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών», εισάγουν επίσης κανόνα ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των καταναλωτών, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι το τμήμα αυτό «δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μεταφοράς, πλην των συμβάσεων στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος» (απόφαση της 11ης Απριλίου 2019, Ryanair, C‑464/18, EU:C:2019:311, σκέψη 28).

42      Στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κανόνας ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, που προβλέπεται στο άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1215/2012, ορίζει ως έχον δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημιώσεως η οποία στηρίζεται σε σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς προσώπων, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος αναχωρήσεως ή ο τόπος αφίξεως του αεροσκάφους, όπως οι τόποι αυτοί προβλέπονται στην εν λόγω σύμβαση μεταφοράς (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2009, Rehder, C‑204/08, EU:C:2009:439, σκέψεις 43 και 47, καθώς και της 11ης Ιουλίου 2018, Zurich Insurance και Metso Minerals, C‑88/17, EU:C:2018:558, σκέψη 18).

43      Αφετέρου, όσον αφορά τις αξιώσεις που στηρίζονται στις διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, ιδίως δε στο άρθρο 19, σχετικά με την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν λόγω καθυστερήσεως της πτήσεως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του να αποφανθεί επί του τμήματος αυτού της αγωγής υπό το πρίσμα του άρθρου 33 της εν λόγω Συμβάσεως.

44      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 7, σημείο 1, το άρθρο 67 και το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 καθώς και το άρθρο 33 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ έχουν την έννοια ότι το δικαστήριο κράτους μέλους που επιλαμβάνεται αγωγής με αίτημα τόσο την ικανοποίηση των κατ’ αποκοπήν και τυποποιημένων δικαιωμάτων που προβλέπονται στον κανονισμό 261/2004 όσο και την αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να εκτιμά τη διεθνή δικαιοδοσία του, όσον αφορά το πρώτο αίτημα, υπό το πρίσμα του άρθρου 7, σημείο 1, του κανονισμού 1215/2012 και, όσον αφορά το δεύτερο αίτημα, υπό το πρίσμα του άρθρου 33 της Συμβάσεως αυτής.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος

45      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, επί αγωγών για την αποκατάσταση ζημίας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως αυτής, διέπει όχι μόνον την κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των συμβαλλομένων στη Σύμβαση αυτή κρατών, αλλά και την κατανομή της κατά τόπον αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων εκάστου των κρατών αυτών.

46      Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι, δεδομένου ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει τις διατάξεις αυτές, τηρουμένων των κανόνων του διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν την Ένωση (πρβλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, Walz, C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψη 20).

47      Το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι οι έννοιες που περιέχονται στη Σύμβαση του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνεύονται με ομοιόμορφο και αυτοτελή τρόπο, οπότε το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά την ερμηνεία των εννοιών αυτών στο πλαίσιο προδικαστικής αποφάσεώς του, όχι το ποικίλο περιεχόμενο που μπορεί να έχει δοθεί σε αυτές στα εσωτερικά δίκαια των κρατών μελών της Ένωσης, αλλά τους ερμηνευτικούς κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου που είναι δεσμευτικοί για την Ένωση (πρβλ. απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, Walz, C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψεις 21 και 22).

48      Συναφώς, το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών, της 23ης Μαΐου 1969, που κωδικοποιεί τους κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου, ορίζει ότι οι συνθήκες πρέπει να ερμηνεύονται με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους τους σε συνάρτηση με τα συμφραζόμενα, και υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού τους (απόφαση της 6 Μαΐου 2010, Walz, C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψη 23).

49      Από το γράμμα του άρθρου 33 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ συνάγεται ότι αυτό παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να εναγάγει, κατ’ επιλογήν του, τον οικείο αερομεταφορέα, στην επικράτεια ενός των συμβαλλομένων κρατών, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του μεταφορέα ή του κύριου τόπου των δραστηριοτήτων του ή του τόπου που έχει εγκατάσταση, μέσω της οποίας συνήφθη η σύμβαση, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου προορισμού της οικείας πτήσεως.

50      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών του, η διάταξη αυτή αναφέρεται κατ’ αρχάς στην «επικράτεια ενός των συμβαλλομένων κρατών», και στη συνέχεια αναφέρει το δικαστήριο το οποίο, μεταξύ αυτών που εδρεύουν σε αυτή την επικράτεια, μπορεί να κηρύξει εαυτό κατά τόπον αρμόδιο, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων συνδέσεως.

51      Επομένως, βάσει του ίδιου του γράμματός του, το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να θεωρείται ότι διέπει και την κατανομή της κατά τόπον αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων εκάστου των συμβαλλόμενων σε αυτήν κρατών.

52      Η ερμηνεία αυτή συνάγεται επίσης από την εξέταση του σκοπού της Συμβάσεως του Μόντρεαλ. Πράγματι, όπως προκύπτει από το προοίμιο της Συμβάσεως αυτής, η βούληση των συμβαλλομένων σε αυτήν κρατών δεν ήταν μόνο «να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές», αλλά και να λάβει χώρα «περαιτέρω εναρμόνιση και κωδικοποίηση ορισμένων κανόνων που διέπουν [τις μεταφορές αυτές, προκειμένου] να επιτευχθεί θεμιτή ισορροπία [των εμπλεκομένων] συμφερόντων».

53      Πάντως, η ερμηνεία κατά την οποία το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό όχι μόνον του συμβαλλόμενου κράτους που έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της οικείας αγωγής αποζημιώσεως, αλλά και του δικαστηρίου του κράτους αυτού ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί η αγωγή μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού της ενισχυμένης ενοποιήσεως, όπως εκφράζεται στο προοίμιο του εν λόγω νομοθετήματος, και στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, διασφαλίζοντας παράλληλα μια δίκαιη ισορροπία με τα συμφέροντα των αερομεταφορέων.

54      Πράγματι, ο απευθείας προσδιορισμός του κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου μπορεί να διασφαλίσει, προς το συμφέρον αμφοτέρων των διαδίκων της διαφοράς, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.

55      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διέπει, επί αγωγών για την αποκατάσταση ζημίας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως αυτής, όχι μόνον την κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των συμβαλλόμενων στη Σύμβαση αυτή κρατών, αλλά και την κατανομή της κατά τόπον αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων εκάστου των κρατών αυτών.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

56      Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

57      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 7, σημείο 1, το άρθρο 67 και το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και το άρθρο 33 της Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στις 28 Μαΐου 1999 στο Μόντρεαλ και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001, έχουν την έννοια ότι το δικαστήριο κράτους μέλους που επιλαμβάνεται αγωγής με αίτημα τόσο την ικανοποίηση των κατ’ αποκοπήν και τυποποιημένων δικαιωμάτων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91, όσο και την αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως αυτής πρέπει να εκτιμά τη διεθνή δικαιοδοσία του, όσον αφορά το πρώτο αίτημα, υπό το πρίσμα του άρθρου 7, σημείο 1, του κανονισμού 1215/2012, και, όσον αφορά το δεύτερο αίτημα, υπό το πρίσμα του άρθρου 33 της εν λόγω Συμβάσεως.

2)      Το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διέπει, επί αγωγών για την αποκατάσταση ζημίας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως αυτής, όχι μόνον την κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των συμβαλλόμενων στη Σύμβαση αυτή κρατών, αλλά και την κατανομή της κατά τόπον αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων εκάστου των κρατών αυτών.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.