Language of document : ECLI:EU:C:2019:1012

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 26ης Νοεμβρίου 2019(1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 PPU και C-626/19 PPU

Parquet général du Grand-Duché de Luxembourg

κατά

JR

{αίτηση του Cour d’appel (Chambre du conseil)
[εφετείου (συμβούλιο εφετών), Λουξεμβούργο]
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως}

και

Openbaar Ministerie

κατά

YC

[αίτηση του rechtbank Amsterdam
(πρωτοδικείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Δικαστική αρχή εκδόσεως – Ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδοθέν από γαλλική εισαγγελική αρχή – Αρμόδια εισαγγελική αρχή, αφενός, για την άσκηση ποινικής δίωξης και, αφετέρου, για τον έλεγχο της τήρησης των προϋποθέσεων εκδόσεως και του αναλογικού χαρακτήρα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως – Προϋποτίθεται η ύπαρξη αποτελεσματικής έννομης προστασίας κατά της αποφάσεως εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από εισαγγελική αρχή»






1.        Το Δικαστήριο εκδικάζει εκ νέου αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων επί των οποίων καλείται να αποφανθεί αν εισαγγελική αρχή (εν προκειμένω της Γαλλικής Δημοκρατίας) μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης» ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως (ΕΕΣ), κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ (2).

2.        Οι επιφυλάξεις που διατυπώνουν το δικαστήριο του Λουξεμβούργου (υπόθεση C-566/19 PPU) και το δικαστήριο των Κάτω Χωρών (υπόθεση C‑626/19 PPU) αφορούν ειδικότερα την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (3).

3.        Οι ίδιες επιφυλάξεις έχουν διατυπωθεί σχετικά με τις εισαγγελικές αρχές της Σουηδίας (υπόθεση C-625/19 PPU) και του Βελγίου (υπόθεση C‑627/19 PPU), επί των οποίων αναπτύσσω τις προτάσεις μου με την ίδια ημερομηνία.

4.        Μολονότι η άποψή μου επί της αρχής εξακολουθεί να είναι αυτή που διατύπωσα στις υποθέσεις OG (Εισαγγελία του Lübeck) και PI (Εισαγγελία του Zwickau) (4) και στην υπόθεση PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (5), εν προκειμένω θα ασχοληθώ με την ερμηνεία της εν λόγω αποφάσεως, καθώς και αυτής που εκδόθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019 (6) σε συναφή υπόθεση.

I.      Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Παραπέμπω στο κείμενο της πέμπτης, της έκτης, της όγδοης, της δέκατης και της δωδέκατης αιτιολογικής σκέψης, καθώς και των άρθρων 1 και 9 της αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο περιέχεται στις προτάσεις OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau).

2.      Η εθνική νομοθεσία. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (7)

6.        Το άρθρο 30 του κεφαλαίου I bis («Περί των εξουσιών του Υπουργού Δικαιοσύνης») του τίτλου I («Περί των αρμοδίων αρχών για την άσκηση της αντεγκληματικής πολιτικής, της ποινικής διώξεως και της ανακρίσεως») του βιβλίου I του CPP ορίζει:

«Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ασκεί την αντεγκληματική πολιτική που έχει καθορίσει η Κυβέρνηση, διασφαλίζοντας τη συνοχή της εφαρμογής της στο έδαφος της Δημοκρατίας.

Για τον σκοπό αυτό, απευθύνει γενικές οδηγίες προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς.

Δεν δύναται να τους απευθύνει οδηγίες σε συγκεκριμένες υποθέσεις.

Κάθε χρόνο δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της αντεγκληματικής πολιτικής που έχει καθορίσει η κυβέρνηση, διευκρινίζοντας τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής και των γενικών οδηγιών που δίδονται κατ’ εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο και μπορεί να συζητηθεί στην Εθνοσυνέλευση και τη Γερουσία.»

7.        Το άρθρο 36 της τμήματος 2 («Εξουσίες του γενικού εισαγγελέα ενώπιον των εφετείων») του κεφαλαίου II του προαναφερθέντος τίτλου I του βιβλίου I ορίζει:

«Ο γενικός εισαγγελέας [εφετών] μπορεί να παραγγέλλει στους εισαγγελείς πρωτοδικών, με γραπτές οδηγίες οι οποίες περιλαμβάνονται στη δικογραφία της διαδικασίας, να ασκούν δίωξη οι ίδιοι ή να μεριμνούν για την άσκηση διώξεως από άλλους εισαγγελείς ή να παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο με απαγγελία συγκεκριμένων κατηγοριών τις οποίες ο εισαγγελέας εφετών θεωρεί ενδεδειγμένες.»

II.    Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα

1.      Υπόθεση C-566/19 PPU

8.        Στις 24 Απριλίου 2019 ο αναπληρωτής εισαγγελέας του tribunal de grande instance (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) της Λυών (Γαλλία) εξέδωσε ΕΕΣ για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του JR.

9.        Με απόφαση της 19ης Ιουνίου 2019, το δικαστικό συμβούλιο του Tribunal d’arrondissement (πλημμελειοδικείου) του Λουξεμβούργου αποφάσισε ότι επιβαλλόταν η έκδοση του JR στις γαλλικές αρχές.

10.      Ο JR άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ακύρωση του ΕΕΣ, διότι η αρχή εκδόσεως δεν αποτελεί «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Υποστήριξε ότι η γαλλική εισαγγελική αρχή μπορεί να δέχεται έμμεσες οδηγίες εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, γεγονός που δεν συνάδει με τα κριτήρια που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο στο θέμα αυτό.

11.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour d’appel (chambre du conseil) [εφετείο (συμβούλιο εφετών), Λουξεμβούργο] υπέβαλε το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Μπορεί η γαλλική εισαγγελική αρχή που λειτουργεί στο διενεργούν την ανάκριση δικαστήριο ή στο δικάζον δικαστήριο, η οποία είναι αρμόδια στη Γαλλία δυνάμει του δικαίου του εν λόγω κράτους για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, να θεωρηθεί ως δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, κατά την αυτοτελή έννοια του όρου αυτού στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ […], στην περίπτωση στην οποία, ενώ οφείλει να ελέγχει την τήρηση των αναγκαίων για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως [ΕΕΣ] προϋποθέσεων και να εξετάζει τον αναλογικό χαρακτήρα της λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της ποινικής δικογραφίας, αποτελεί συγχρόνως την αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την ποινική δίωξη στην ίδια υπόθεση;»

2.      Υπόθεση C-626/19 PPU

12.      Στις 27 Μαρτίου 2019 ο εισαγγελέας του tribunal de grande instance (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) της Tours (Γαλλία) εξέδωσε ΕΕΣ για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του YC, ο οποίος συνελήφθη στις Κάτω Χώρες στις 5 Απριλίου του 2019.

13.      Το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), που καλείται να αποφανθεί επί της εκτελέσεως του ΕΕΣ, θέτει το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«I.      Μπορεί εισαγγελέας μετέχων στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο κράτος μέλος εκδόσεως, ο οποίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του που συνδέονται άμεσα με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ενήργησε ανεξάρτητα και εξέδωσε ΕΕΣ, να θεωρηθεί “δικαστική αρχή έκδοσης” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου […], εάν πριν από τη λήψη της αποφάσεως του εισαγγελέα για έκδοση ΕΕΣ είχαν ελεγχθεί από δικαστή στο κράτος μέλος εκδόσεως οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση ΕΕΣ και ιδίως ο αναλογικός χαρακτήρας της;

II.      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πληρούται η κατά την έννοια της σκέψης 75 της αποφάσεως [OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau)] προϋπόθεση κατά την οποία η απόφαση του εισαγγελέα για έκδοση ΕΕΣ και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής πρέπει να μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία, στην περίπτωση που μετά την πραγματική παράδοσή του, παρέχεται στο εκζητούμενο πρόσωπο η δυνατότητα προσβάσεως σε διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας δύναται να προβληθεί ενώπιον δικαστή στο κράτος μέλος εκδόσεως η ακυρότητα του ΕΕΣ, ο δε δικαστής ελέγχει, μεταξύ άλλων, τον αναλογικό χαρακτήρα της αποφάσεως για έκδοση ΕΕΣ;»

III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και θέσεις των διαδίκων

14.      Η υπόθεση C-566/19 περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιουλίου 2019, χωρίς το αιτούν δικαστήριο να ζητήσει την εκδίκασή της με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

15.      Η υπόθεση C-626/19 PPU περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Αυγούστου 2019. Λαμβανομένης υπόψη της στέρησης της ελευθερίας του YC που επιβλήθηκε στην κύρια δίκη, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας.

16.      Το Δικαστήριο διέταξε την υπαγωγή και των δύο υποθέσεων στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία για συνεκδίκαση και έκδοση αποφάσεως.

17.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο JR, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ο γενικός εισαγγελέας του Λουξεμβούργου, η ολλανδική εισαγγελική αρχή και η Επιτροπή.

18.      Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση έλαβε χώρα στις 24 Οκτωβρίου 2019 και διεξήχθη από κοινού με τη συζήτηση στις υποθέσεις C-625/19 PPU και C‑627/19 PPU. Παρέστησαν ο γενικός εισαγγελέας του Λουξεμβούργου, η ολλανδική εισαγγελική αρχή, ο JR, ο YC, ο XD, ο ZB, η Ολλανδική, η Γαλλική, η Σουηδική, η Βελγική, η Ιρλανδική, η Ισπανική, η Ιταλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

IV.    Ανάλυση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

19.      Οι δύο αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων σκοπούν να εξακριβώσουν αν η γαλλική εισαγγελική αρχή αποτελεί «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Καθεμία εξ αυτών θέτει αυτό το ερώτημα από διαφορετική οπτική γωνία:

– Το δικαστήριο του Λουξεμβούργου ερωτά αν η γαλλική εισαγγελική αρχή πληροί την απαίτηση ανεξαρτησίας την οποία πρέπει να πληροί η αρχή εκδόσεως ΕΕΣ.

– Το ολλανδικό δικαστήριο εκκινεί δεχόμενο την ανεξαρτησία της γαλλικής εισαγγελικής αρχής, αλλά αμφιβάλλει για το κατά πόσο τα ΕΕΣ που μπορεί να εκδώσει υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.

20.      Όπως προανέφερα, τα ερωτήματα αυτά τίθενται στο πλαίσιο των επιφυλάξεων που δημιουργεί η απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) στα αιτούντα δικαστήρια, ιδίως όταν το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, «δεν περιλαμβάνει τις εισαγγελίες […] οι οποίες είναι εκτεθειμένες στον κίνδυνο να υπόκεινται, άμεσα ή έμμεσα, σε εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας» (8).

21.      Επομένως, πρέπει να διευκρινιστεί:

– Εάν η γαλλική εισαγγελική αρχή είναι ανεξάρτητο όργανο, όπως πρέπει να είναι κάθε δικαστική αρχή που εκδίδει ΕΕΣ (υπόθεση C-566/19).

– Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν ο δικαστικός έλεγχος των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση ΕΕΣ μπορεί να διεξαχθεί πριν από την «απόφαση» της εισαγγελικής αρχής για την έκδοσή του (πρώτο ερώτημα της υπόθεσης C-626/19 PPU).

– Αν, σε περίπτωση που ο εν λόγω έλεγχος θα πρέπει να διεξαχθεί με την άσκηση ένδικου μέσου κατά της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής, αρκεί αυτό να ασκηθεί μετά την εκτέλεση της παράδοσης (δεύτερο ερώτημα της υπόθεσης C‑626/19 PPU).

22.      Για να δοθεί απάντηση στο δικαστήριο του Λουξεμβούργου (υπόθεση C‑566/19), θα πρέπει να εξετασθεί το σκεπτικό των αποφάσεων OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) και NJ (Εισαγγελία της Βιέννης)· η λύση στην υπόθεση C-626/19 PPU απαιτεί μια ερμηνεία η οποία να ευθυγραμμίζεται προς τις σκέψεις 68 και 75 της πρώτης εκ των ανωτέρω αποφάσεων.

2.      Σχετικά με την ανεξαρτησία της γαλλικής εισαγγελικής αρχής

23.      Κατά την άποψή μου, η εισαγγελική αρχή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, για τους λόγους που είχα την ευκαιρία να εκθέσω συνοπτικά, οι οποίοι συνοψίζονται στη διασφάλιση της ελευθερίας των προσώπων η οποία υπόκειται σε περιορισμούς μόνο με δικαστική απόφαση (9). Κατά συνέπεια, ούτε η γερμανική εισαγγελική αρχή ούτε ο γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας ούτε εν προκειμένω η γαλλική εισαγγελική αρχή, μπορούν να εκδώσουν ΕΕΣ.

24.      Το Δικαστήριο, αν και εκκινεί επίσης από το γεγονός ότι η αρχή που εκδίδει ένα ΕΕΣ πρέπει να είναι ανεξάρτητη, υιοθέτησε μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία, κατά τη γνώμη μου, διαφοροποιείται αναλόγως αν ληφθεί υπόψη η απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (10) ή οι αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2019, στις υποθέσεις OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) και PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (11).

25.      Επομένως, είναι σκόπιμο να εξετασθεί το περιεχόμενο αυτής της νομολογίας.

1.      Η σχετική με το ζήτημα νομολογία του Δικαστηρίου

26.      Για το Δικαστήριο, αρκεί η δικαστική αρχή εκδόσεως να είναι «σε θέση να ασκεί αντικειμενικώς το καθήκον αυτό, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενοχοποιητικά και απαλλακτικά στοιχεία και χωρίς να είναι εκτεθειμένη στον κίνδυνο να υπόκειται η εξουσία της λήψεως αποφάσεων σε εξωτερικές εντολές ή οδηγίες, ιδίως εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, ούτως ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η απόφαση εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είναι δική της απόφαση και όχι, εν τέλει, απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας» (12).

27.      Στην ίδια κατεύθυνση:

– Η δικαστική αρχή εκδόσεως «πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίσει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως τη διαβεβαίωση ότι, λαμβανομένων υπόψη των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη του κράτους μέλους εκδόσεως, ενεργεί ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων της που είναι συμφυή με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως».

– Επιβάλλεται η «ύπαρξη καταστατικών και θεσμικών κανόνων που να διασφαλίζουν ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση» (13).

– Το ενδεχόμενο της εκθέσεως σε πιθανές οδηγίες της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις φαίνεται να είναι το βασικό στοιχείο για την αξιολόγηση της ανεξαρτησίας της εισαγγελικής αρχής ως δικαστικής αρχής εκδόσεως.

28.      Στην απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) ήταν κρίσιμο το γεγονός ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ή οι ομόλογοί του στα Ομόσπονδα Κράτη, είχαν την εξουσία να δίδουν οδηγίες στις εισαγγελίες (14). Το γεγονός αυτό είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τη διαπίστωση ότι «οι γερμανικές εισαγγελίες οφείλουν να είναι αντικειμενικές και πρέπει να αναζητούν όχι μόνον ενοχοποιητικά, αλλά και απαλλακτικά στοιχεία» (15).

29.      Στην απόφαση NJ (Εισαγγελία της Βιέννης) κρίθηκε, για παρεμφερείς λόγους, ότι οι αυστριακές εισαγγελικές αρχές δεν πληρούν τις απαιτήσεις που προϋποθέτει η έκδοση ΕΕΣ (16).

30.      Αντίθετα, για το Δικαστήριο, ο γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «δικαστική αρχή έκδοσης», στο μέτρο που, όσον αφορά την έκδοση του ΕΕΣ, χαίρει ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής εξουσίας βάσει του ίδιου του εθνικού Συντάγματος (17).

31.      Επισημαίνεται ότι, μέχρι στιγμής, η νομολογία δεν έχει αποφανθεί σαφώς ως προς την εξάρτηση ή την ανεξαρτησία καθεμίας από τις εισαγγελικές αρχές, οι οποίες υπόκεινται στις οδηγίες των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους (18).

2.      Η γαλλική εισαγγελική αρχή

32.      Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, μέχρι το 2013, στη Γαλλία, ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορούσε να εκδώσει οδηγίες προς τις εισαγγελικές αρχές σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Επομένως, η νομολογία των αποφάσεων OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) και NJ (Εισαγγελία της Βιέννης) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πριν από την ημερομηνία αυτή η εισαγγελική αρχή του εν λόγω κράτους μέλους δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης».

33.      Η υπαγωγή της γαλλικής εισαγγελικής αρχής στις ενδεχόμενες οδηγίες της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις καταργήθηκε με την τροποποίηση του CPP από το 2014. Εξακολουθεί, ωστόσο, να προβλέπεται η δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης να απευθύνει γενικές οδηγίες (άρθρο 30 CPP). Και, φυσικά, παραμένει η ιεραρχική δομή που χαρακτηρίζει την εισαγγελική αρχή, με αποτέλεσμα τα μέλη της να υπόκεινται, οργανικά και λειτουργικά, στον Γενικό Εισαγγελέα ενώπιον των αντίστοιχων δικαστηρίων. Καθένας από τους εισαγγελείς, επομένως, βρίσκεται «υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων του» (19).

34.      Επομένως, ανακύπτουν δύο ζητήματα:

– Πρώτον, αν η δυνατότητα παροχής γενικών οδηγιών από την εκτελεστική εξουσία προς τις εισαγγελικές αρχές επηρεάζει την ανεξαρτησία τους.

– Δεύτερον, αν η ιεραρχική δομή που χαρακτηρίζει τις εισαγγελικές αρχές δεν αποκλείει την ανεξαρτησία των μελών τους.

1)      Οδηγίες σε συγκεκριμένες υποθέσεις και γενικές οδηγίες

35.      Στο διατακτικό της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητώς μόνον στις οδηγίες σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Ωστόσο, στη σκέψη 73, όρισε ότι η εξουσία της λήψεως αποφάσεων της εισαγγελικής αρχής θα μπορούσε να υπόκειται σε «εξωτερικές εντολές ή οδηγίες», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.

36.      Στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι ήταν προφανής η δυνατότητα παροχής οδηγιών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης προς τις γερμανικές εισαγγελικές αρχές σε συγκεκριμένες υποθέσεις, δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του αντίκτυπου των γενικών οδηγιών επί των πράξεών τους.

37.      Πιστεύω, ωστόσο, ότι και ο τελευταίος τύπος οδηγιών μπορεί να είναι σημαντικός. Στις προτάσεις μου OG και PI υπενθύμισα τις προϋποθέσεις, απολύτως ορθές, υπό τις οποίες αποφάνθηκε το Δικαστήριο, στην απόφαση Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), σχετικά με την ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής που εκδίδει το ΕΕΣ. Η ανεξαρτησία αυτή προϋποθέτει ότι «το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους» (20).

38.      Είναι αδιανόητο ένας (ανεξάρτητος) δικαστής να πρέπει να συμμορφώνεται με οδηγίες που προέρχονται από την εκτελεστική εξουσία, όσο γενικές και αν είναι, όταν πρέπει να κρίνει κάτι τόσο σημαντικό όσο η ελευθερία των συμπολιτών του. Ο δικαστής υπόκειται μόνον στον νόμο, και όχι στις κατευθυντήριες γραμμές της αντεγκληματικής πολιτικής της κυβερνήσεως (μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης).

39.      Οι οδηγίες αυτές μπορούν, θεμιτώς, να δεσμεύουν τις εισαγγελικές αρχές στα κράτη μέλη που επιλέγουν να προβλέψουν αυτό το είδος γενικών οδηγιών. Ακριβώς αυτός ο λόγος –δηλαδή ο περιορισμός της ικανότητάς τους να ενεργούν αυτόνομα, υποκείμενοι μόνον στον νόμο– εμποδίζει την αναγνώριση του καθεστώτος της δικαστικής αρχής εκδόσεως στα μέλη της εισαγγελικής αρχής που οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις γενικές κυβερνητικές οδηγίες, προκειμένου να αποφασίσουν εν τέλει αν θα εκδώσουν ΕΕΣ ή όχι.

40.      Δεν αποκλείεται αυτές οι γενικές οδηγίες να εφαρμόζουν την αντεγκληματική πολιτική ορισμένης κυβερνήσεως (21) η οποία επιβάλλει στα μέλη της εισαγγελικής αρχής, για παράδειγμα, το καθήκον να εκδίδουν ΕΕΣ για ορισμένα εγκλήματα, είτε σε κάθε περίπτωση είτε για ορισμένες κατηγορίες εγκληματιών. Πώς μπορεί να μιλά κανείς για ανεξαρτησία σε περίπτωση αποφάσεως που λαμβάνουν πρόσωπα που, κατά την έκδοση ενός ΕΕΣ, πρέπει υποχρεωτικά να συμμορφώνονται, ακόμη και αν διαφωνούν, προς τις (γενικές) οδηγίες της κυβερνήσεως;

41.      Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι αυτή η περίπτωση δεν είναι η συνήθης, αλλά επιμένω ότι, όταν πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας, η διασφάλιση έναντι των δεσμευτικών οδηγιών της εκτελεστικής εξουσίας (τόσο των γενικών οδηγιών όσο και, κατά μείζονα λόγο, των οδηγιών επί συγκεκριμένων υποθέσεων) σχετικά με την έκδοση ΕΕΣ απαιτεί όποιος αποφασίζει για την ελευθερία ενός προσώπου να το κάνει από θέση απόλυτης ανεξαρτησίας, υποκείμενος μόνον στον νόμο και όχι στις ενδείξεις ή οδηγίες, συγκεκριμένες ή γενικές, της εκτελεστικής εξουσίας.

42.      Αντιλαμβάνομαι, επομένως, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επανέλθει στη θέση που διατύπωσε στη σκέψη 63 της αποφάσεως Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), για να επιβεβαιώσει ότι ο φορέας που πρόκειται να εκδώσει ΕΕΣ δεν μπορεί να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση εξαρτήσεως από τρίτους ούτε να «λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως».

2)      Η ιεραρχική εξάρτηση της εισαγγελικής αρχής στη Γαλλία

43.      Όπως υποστήριξα στις προτάσεις OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), με αναφορά εκ νέου στην απόφαση Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος), «[η] ανεξαρτησία [...] είναι ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε “ιεραρχική σχέση ή σχέση εξαρτήσεως έναντι οποιουδήποτε”». Όσον αφορά τους δικαστές και τα δικαστήρια, προϋποθέτει ότι «[ο]ι φορείς της δικαστικής εξουσίας είναι επίσης ανεξάρτητοι έναντι των ανώτερων βαθμών δικαιοδοσίας, οι οποίοι, ναι μεν μπορούν να αναθεωρήσουν και να ακυρώσουν τις αποφάσεις τους μεταγενέστερα, δεν μπορούν, όμως, να τους επιβάλουν πώς πρέπει να αποφανθούν» (22).

44.      Κατά τη γνώμη μου, αυτό το στοιχείο της ανεξαρτησίας πρέπει επίσης να χαρακτηρίζει την εισαγγελική αρχή ως «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου. Επομένως, εάν, όπως φαίνεται, οι Γάλλοι εισαγγελείς, πέραν του ότι δρουν σύμφωνα με τις γενικές οδηγίες του Υπουργού Δικαιοσύνης, πρέπει να ακολουθούν και τις εντολές των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους στο πλαίσιο της διαρθρώσεως της εισαγγελικής αρχής (23), δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητοι, προκειμένου να ενεργούν ως «δικαστική αρχή έκδοσης» ΕΕΣ.

45.      Αυτή άλλωστε είναι και η αιτιολογία που δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Margarit Panicello, σκέψεις 41 και 42, κρίνοντας ότι ένας υπάλληλος (δικαστικός γραμματέας) ο οποίος παρεμβαίνει επικουρικώς στην απονομή της δικαιοσύνης δεν έχει δικαίωμα να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Η έλλειψη ανεξαρτησίας του οφειλόταν ακριβώς στο γεγονός ότι έπρεπε να «τηρεί οδηγίες εκ μέρους του ιεραρχικώς προϊσταμένου του» (24).

46.      Μολονότι τα κριτήρια ερμηνείας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (25) ουδόλως συμπίπτουν με τα κριτήρια που αφορούν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, πιστεύω ότι κατ’ ουσίαν εκφράζουν την ίδια ανησυχία.

47.      Θα υπενθυμίσω για μία ακόμη φορά τη σκέψη 63 της αποφάσεως Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) σχετικά με την απουσία «ιεραρχική[ς] σχέση[ς] ή σχέση[ς] υπαγωγής» ως ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της ανεξαρτησίας.

48.      Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης» λόγω του συνταγματικού κανόνα που του παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής εξουσίας σχετικά με την έκδοση του ΕΕΣ. Στη Γαλλική Δημοκρατία, αντιθέτως, δεν υπάρχει ισοδύναμη συνταγματική εγγύηση.

3)      Η αμεροληψία της εισαγγελικής αρχής 

49.      Το αιτούν δικαστήριο του Λουξεμβούργου εκφράζει τις επιφυλάξεις του σχετικά με τον χαρακτηρισμό της γαλλικής εισαγγελικής αρχής ως «δικαστικής αρχής έκδοσης» ΕΕΣ, όχι μόνον λόγω του καθεστώτος του εν λόγω οργάνου, αλλά και επειδή οι εισαγγελείς «ενώ οφείλ[ουν] να ελέγχ[ουν] την τήρηση των αναγκαίων για την έκδοση [ΕΕΣ] προϋποθέσεων και να εξετάζ[ουν] τον αναλογικό χαρακτήρα της λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της ποινικής δικογραφίας, αποτελ[ούν] συγχρόνως την αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την ποινική δίωξη στην ίδια υπόθεση».

50.      Κατά τη γνώμη μου, οι εν λόγω αντιρρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν περισσότερο την αμεροληψία της εισαγγελικής αρχής παρά την ανεξαρτησία της.

51.      Η εισαγγελική αρχή, εξ ορισμού, «μετέχ[ει] στην ποινική δίκη ως κατηγορούσα αρχή». (26) Καθόσον πρόκειται για διάδικο που μετέχει στην ποινική δίκη εναντίον άλλου διαδίκου (του υπόπτου ή του κατηγορουμένου), δεν θα έπρεπε να εναπόκειται σε αυτή, αλλά στο δικαστήριο που αποφαίνεται, να καθορίζει την προσωπική κατάσταση του αντιδίκου, και δη τη στέρηση της ελευθερίας του.

52.      Αυτή η προϋπόθεση, ωστόσο, θα επληρούτο, αν ο νόμος υποχρέωνε την εισαγγελική αρχή να ενεργεί με πλήρη αντικειμενικότητα, αποτιμώντας και παρουσιάζοντας στον δικαστή τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, εναντίον ή υπέρ του υπόπτου ή του κατηγορουμένου.

53.      Ειδικότερα, αν η εισαγγελική αρχή πρέπει να συμμορφωθεί προς αυτό το καθήκον αντικειμενικότητας κατά τη διάρκεια του σταδίου της ανάκρισης στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, η θέση της είναι ανάλογη με εκείνη του ανακριτή (στις χώρες όπου υφίσταται τέτοιος θεσμός), στις συνήθεις εξουσίες του οποίου περιλαμβάνεται η έκδοση ΕΕΣ, εφόσον προβλέπεται από την εθνική του νομοθεσία.

54.      Αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, ότι η ιδιότητα του διαδίκου στην ποινική διαδικασία, την οποία έχει από τυπική άποψη η εισαγγελική αρχή, δεν είναι ασυμβίβαστη με την αναγνώριση ενός καθεστώτος αμεροληψίας, ως κανόνα (όχι μόνο δεοντολογικού, αλλά και νομικού) συμπεριφοράς στη διαδικασία. Υπό την έννοια αυτή, το εθνικό δίκαιο μπορεί να ορίζει, όπως ισχύει στη Γαλλία, ότι η εισαγγελική αρχή ασκεί την ποινική δίωξη και απαιτεί την εφαρμογή του ποινικού νόμου «κατ’ εφαρμογή της αρχής της αμεροληψίας, στην οποία υπόκειται» (27).

55.      Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, όπως προαναφέρθηκε, το θεσμικό πλαίσιο της γαλλικής εισαγγελικής αρχής δεν εγγυάται ότι η δράση της είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε επιρροή της εκτελεστικής εξουσίας κατά την έκδοση ΕΕΣ, θεωρώ ότι το ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C-566/19 πρέπει να απαντηθεί αρνητικά.

56.      Στην περίπτωση αυτή, η απάντηση αυτή θα καθιστούσε περιττή την απάντηση στα ερωτήματα του ολλανδικού δικαστηρίου στην υπόθεση C‑626/19 PPU, δεδομένου ότι προϋποθέτουν την ανεξαρτησία της γαλλικής εισαγγελικής αρχής, την οποία εγώ αποκλείω. Θα τα εξετάσω, ωστόσο, σε επικουρική βάση.

3.      Σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο του ΕΕΣ που εκδίδει η γαλλική εισαγγελική αρχή

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

57.      Το rechtbank (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) έχει επιφυλάξεις ως προς το εάν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση που θέτει η απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), προκειμένου να μπορεί να εκδώσει ΕΕΣ μια αρχή η οποία, χωρίς να είναι δικαστής ή δικαστήριο, συμμετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης και ενεργεί ανεξάρτητα, συγκεκριμένα δε η προϋπόθεση η απόφασή της να υπόκειται σε ένδικο μέσο.

58.      Κατά τη σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), «όταν το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος απονέμει την αρμοδιότητα εκδόσεως [ΕΕΣ] σε αρχή η οποία, μολονότι μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν είναι η ίδια δικαιοδοτικό όργανο, η απόφαση εκδόσεως ενός τέτοιου εντάλματος και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής πρέπει να μπορούν να προσβληθούν με ένδικο μέσο, στο εν λόγω κράτος μέλος, το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία».

59.      Η ολλανδική εισαγγελία ισχυρίζεται ότι το ένδικο μέσο που μνημονεύεται στη σκέψη 75 της αποφάσεως OG και IP (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) δεν ασκείται, όταν, στο πρώτο από τα δύο επίπεδα προστασίας του συστήματος της αποφάσεως-πλαισίου, έχει ήδη εκδοθεί απόφαση που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (28).

60.      Επομένως, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στις σκέψεις 68 και 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) θα αλληλοαποκλείονταν. Ωστόσο, για το αιτούν δικαστήριο και οι δύο απαιτήσεις συνυπάρχουν και, ως εκ τούτου, εφαρμόζονται ταυτόχρονα. Συμμερίζομαι αυτή τη θέση.

61.      Όσα γίνονται δεκτά στις σκέψεις 68 και 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) εγείρουν βεβαίως ορισμένα ερωτήματα.

62.      Η σκέψη 68 υποδεικνύει ότι η προστασία σε δύο επίπεδα του συστήματος του ΕΕΣ «σημαίνει ότι, τουλάχιστον σε ένα από τα δύο επίπεδα της εν λόγω προστασίας, πρέπει να εκδίδεται απόφαση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις οι οποίες είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία» (29). Αυτά τα επίπεδα είναι:

– Εκείνο που διέπει «την έκδοση εθνικής αποφάσεως όπως το εθνικό ένταλμα συλλήψεως [ΕθνΕΣ]» (30).

– Εκείνο που διέπει την έκδοση του ίδιου του ΕΕΣ (31).

63.      Η ορθή έννοια της φράσης «τουλάχιστον σε ένα από τα δύο επίπεδα της εν λόγω προστασίας», που χρησιμοποιεί η σκέψη 68 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με την ανάγνωση των επόμενων σκέψεων.

64.      Σύμφωνα με τη σκέψη 69, τα οριζόμενα στη σκέψη 68 «συνεπάγονται» ότι, όταν το εθνικό δίκαιο απονέμει την αρμοδιότητα εκδόσεως ΕΕΣ σε αρχή η οποία, όπως η εισαγγελική αρχή, συμμετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης, αλλά δεν είναι δικαστής ή δικαιοδοτικό όργανο, το ΕΕΣ πρέπει να βασίζεται σε «εθνική δικαστική απόφαση, όπως το εθνικό ένταλμα συλλήψεως». Το τελευταίο (το ΕθνΕΣ) πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπει η σκέψη 68: «οι οποίες είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία».

65.      Επομένως, το ΕΕΣ που εκδίδεται από εισαγγελική αρχή πρέπει να βασίζεται σε ΕθνΕΣ που εκδίδεται από δικαστή ή δικαιοδοτικό όργανο, δηλαδή από δικαστική αρχή υπό τη στενή έννοια. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι «απόφαση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις οι οποίες είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία», κατά την έννοια της σκέψης 68 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), είναι εκείνη που εκδίδεται από δικαστή ή δικαιοδοτικό όργανο.

66.      Το δεύτερο επίπεδο προστασίας συνεπάγεται, σύμφωνα με τη σκέψη 71 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), ότι η αρμόδια αρχή για την έκδοση του ΕΕΣ «ελέγχει […] αν έχουν τηρηθεί οι αναγκαίες για την έκδοσή του προϋποθέσεις και […] εξετάζει αν, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, η έκδοση του εντάλματος αυτού είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας».

67.      Ως εκ τούτου, το ΕΕΣ που βασίζεται σε ΕθνΕΣ εκδοθέν από δικαστή ή δικαιοδοτικό όργανο, μπορεί να εκδοθεί από την εισαγγελική αρχή στα κράτη μέλη στα οποία το εν λόγω όργανο συμμετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης και το πράττει με πλήρη ανεξαρτησία.

68.      Στην περίπτωση αυτή, οι «απαιτήσεις οι οποίες είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία» (δηλαδή η παρέμβαση δικαιοδοτικού οργάνου υπό τη στενή έννοια) θα έχουν ήδη εξασφαλιστεί στο πρώτο επίπεδο προστασίας, με την έκδοση του ΕθνΕΣ στο οποίο βασίζεται το ΕΕΣ.

69.      Εντούτοις, σύμφωνα με τη σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και Zwickau), η απόφαση της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ΕΕΣ πρέπει να «μπορεί να προσβληθ[εί] με ένδικο μέσο […] το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία».

70.      Η ανάγκη αυτού του ένδικου μέσου δεν προϋποθέτει ότι η εισαγγελική αρχή μπορεί να εκδώσει ΕΕΣ, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου. Πρόκειται μάλλον για προϋπόθεση που αφορά την νομιμότητα της εκδόσεως του ΕΕΣ από την εισαγγελική αρχή και, επομένως, την αποτελεσματικότητά του (32).

71.      Αυτό προκύπτει από την απόφαση PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας), στην οποία το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι ο γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης» λόγω της συμμετοχής του στην απονομή της δικαιοσύνης και της εξασφάλισης της ανεξαρτησίας του από την εκτελεστική εξουσία, έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί αν οι αποφάσεις του περί εκδόσεως ΕΕΣ μπορούσαν να προσβληθούν με ένδικο μέσο (33). Η τελευταία περίσταση δεν το εμπόδισε να αποφανθεί ότι ο εν λόγω γενικός εισαγγελέας ενέπιπτε στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου.

72.      Με άλλα λόγια, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εισαγγελική αρχή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, αν συντρέχουν δύο κριτήρια: α) συμμετέχει στην απονομή δικαιοσύνης και β) διέπεται από οργανικό και λειτουργικό καθεστώς που διασφαλίζει την ανεξαρτησία της.

73.      Εάν πληρούνται και τα δύο κριτήρια, η εισαγγελική αρχή μπορεί να εκδώσει ΕΕΣ. Εντούτοις, το εκδοθέν στην περίπτωση αυτή ΕΕΣ πρέπει να μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο ενώπιον δικαστή ή δικαστηρίου εν στενή εννοία. Η μη πρόβλεψη της προσβολής με ένδικο μέσο δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό της ως «δικαστικής αρχής έκδοσης», αλλά την αποτελεσματικότητα του εκδοθέντος από αυτή ΕΕΣ.

2.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος της υποθέσεως C-626/19 PPU

74.      Εάν η ερμηνεία αυτή είναι ορθή, θα πρέπει να αναδιατυπωθεί το πρώτο από τα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.

75.      Το rechtbank (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ερωτά αν μπορεί να θεωρηθεί «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, εισαγγελική αρχή που συμμετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης και ενεργεί ανεξάρτητα, αν η απόφασή της για την έκδοση ΕΕΣ προηγείται (δεν έπεται) του δικαστικού ελέγχου.

76.      Πιστεύω, για τους προαναφερθέντες λόγους, ότι το ζήτημα δεν είναι πλέον αν, υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, η εισαγγελική αρχή είναι «δικαστική αρχή έκδοσης», αλλά εάν το εκδοθέν από αυτήν ΕΕΣ μπορεί να τεθεί σε ισχύ στο κράτος μέλος εκτελέσεως. Επομένως, η έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στην νομιμότητα της διαδικασίας εκδόσεως του ΕΕΣ και όχι στην ιδιότητα της εκδούσας αρχής.

77.      Το ερώτημα θα πρέπει, επομένως, να αναδιατυπωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Ο έλεγχος της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της εκδόσεως ΕΕΣ από εισαγγελική αρχή η οποία χαρακτηρίζεται ως «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, μπορεί να λάβει χώρα πριν από την έκδοση του ΕΕΣ;»

78.      Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το ΕΕΣ, στην προκειμένη περίπτωση, εκδόθηκε από γαλλική εισαγγελική αρχή κατόπιν αιτήσεως του δικαιοδοτικού οργάνου που προηγουμένως είχε αποφασίσει την έκδοση ΕθνΕΣ. Στο πλαίσιο της αποφάσεως εκδόσεως ΕθνΕΣ, το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο είχε αναλύσει, ως εκ τούτου, τις απαιτήσεις της εκδόσεως του ΕΕΣ και, ειδικότερα, την αναλογικότητά του.

79.      Φυσικά, το γεγονός ότι το δικαιοδοτικό όργανο που αποφασίζει την έκδοση ΕθνΕΣ ελέγχει, ήδη κατά τον χρόνο αυτό, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την ταυτόχρονη έκδοση ΕΕΣ από την εισαγγελική αρχή (ιδίως αν η έκδοσή του είναι αναλογική), συνιστά σημαντική εγγύηση για την ορθή εφαρμογή του μηχανισμού της αποφάσεως-πλαισίου.

80.      Αν η έκδοση του ΕθνΕΣ και η έκδοση του ΕΕΣ διαταχθούν ταυτόχρονα ή σχεδόν αμέσως, αποκλείεται ο κίνδυνος καθυστέρησης της κρίσης επί της αναλογικότητας του ΕΕΣ. Αυτός ο κίνδυνος, αντιθέτως, εμφανίζεται όταν η έκδοση του ΕΕΣ διατάσσεται πολύ αργότερα από την έκδοση του ΕθνΕΣ: ενδέχεται στην περίπτωση αυτή η προγενέστερη κρίση του δικαιοδοτικού οργάνου επί της αναλογικότητας να είναι παρωχημένη και να συντρέχουν επαρκείς μεταγενέστερες περιστάσεις που να δικαιολογούν την τροποποίησή της.

81.      Σχετικώς, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση NJ (Εισαγγελία της Βιέννης), υπογραμμίζοντας ότι ο έλεγχος της αναλογικότητας που ασκεί ο δικαστής (34) πρέπει επίσης να εκτείνεται στην προσβολή των δικαιωμάτων του θιγόμενου προσώπου, πέραν της προσβολής του δικαιώματος της ελευθερίας, επομένως θα πρέπει να αξιολογούνται οι συνέπειες του ΕΕΣ στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις που έχουν δημιουργήσει όσοι βρίσκονται ήδη σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος εκδόσεως.

82.      Εκτός από την αυτεπάγγελτη εξέταση των προϋποθέσεων για την έκδοση ΕΕΣ, η σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) κάνει ρητή μνεία σε «ένδικο μέσο», δηλαδή σε μια επανεξέταση κατ’ αίτηση του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται το ΕΕΣ.

83.      Κατά τον χρόνο που διατάσσει τη έκδοση του ΕθνΕΣ, ο δικαστής αξιολογεί (αυτεπαγγέλτως) τις περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση του ΕθνΕΣ, του οποίου έπεται τελικά το ΕΕΣ. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελία του Λουξεμβούργου, στη διαδικασία αυτή, για προφανείς λόγους, δεν συμμετέχει ο εκζητούμενος (35).

84.      Εντούτοις, η εν λόγω δικαστική δραστηριότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει, εκ της φύσεώς της, «τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία» που μνημονεύει η σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau). Πρόκειται πάντοτε για προστασία που ζητεί το θιγόμενο πρόσωπο και καταλήγει σε μια διαδικασία στην οποία το πρόσωπο αυτό μπορεί να παρέμβει και να συμμετέχει ασκώντας τα δικαιώματά του άμυνας.

85.      Ως εκ τούτου, το ένδικο μέσο που μνημονεύει η σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) δεν μπορεί να υποκατασταθεί από έναν δικαστικό έλεγχο όπως αυτός που ασκείται κατά τον χρόνο εκδόσεως του ΕθνΕΣ. Όσον αφορά το «ένδικο μέσο», αντικείμενό του μπορεί να είναι μόνον το ΕΕΣ μετά την έκδοσή του, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διερεύνηση του πότε θα πρέπει να είναι δυνατή η άσκησή του. Πρόκειται για το δεύτερο από τα προδικαστικά ερωτήματα της υποθέσεως C‑626/19 PPU.

3.      Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος της υποθέσεως C626/19 PPU

86.      Το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως βάση ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής περί εκδόσεως ΕΕΣ. Εκκινώντας από αυτή την παραδοχή, ερωτά αν η άσκηση του εν λόγω ένδικου μέσου πρέπει να είναι δυνατή πριν από την εκτέλεση του ΕΕΣ ή αν μπορεί να ασκηθεί μετά την παράδοση του εκζητουμένου.

87.      Η απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) δεν αποφαίνεται ρητώς επί του θέματος αυτού. Ωστόσο, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, δεδομένου του κινδύνου να θιγεί το δικαίωμα στην ελευθερία, που είναι σύμφυτος με την έκδοση ΕΕΣ, θα πρέπει να είναι εφικτή η προσβολή του με ένδικο μέσο αμέσως μόλις αποφασιστεί η έκδοσή του (36). Θα ήταν, ωστόσο, απαραίτητο να εξαιρεθούν οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες, για λόγους μυστικότητας της έρευνας ή για να αποφευχθεί η διαφυγή του θιγομένου, η άμεση κοινοποίηση του ΕΕΣ δεν ενδείκνυται μέχρι τη σύλληψη.

88.      Είναι δεδομένο ότι το ένδικο μέσο που ασκείται μετά την παράδοση του εκζητουμένου θα του επιτρέψει να επιτύχει δικαστική προστασία, μολονότι έχει μικρότερο πεδίο εφαρμογής από ό, τι θα μπορούσε να έχει, αν ήταν δυνατή η προσβολή του μέτρου, ώστε να αποφευχθεί η βλάβη που είναι εγγενής προς την εκτέλεση του ΕΕΣ (συγκεκριμένα, η στέρηση της ελευθερίας).

89.      Σε κάθε περίπτωση, και όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας του Λουξεμβούργου (37), η οδηγία 2013/48/ΕΕ (38) ορίζει στο άρθρο 10, παράγραφος 5, ότι το κράτος μέλος εκδόσεως του ΕΕΣ υποχρεούται να διευκολύνει τον εκζητούμενο στον ορισμό δικηγόρου από το κράτος μέλος εκτελέσεως, προφανώς με σκοπό να διευκολύνει την άσκηση του δικαιώματός του για αποτελεσματική δικαστική προστασία ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εκδόσεως, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί η παράδοσή του.

90.      Η σιωπή της σκέψεως 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και της Zwickau) σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο μπορεί να προσβληθεί το ΕΕΣ στο κράτος μέλος εκδόσεως δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αρκεί, για τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης, απλώς η πρόβλεψη ενός ένδικου μέσου μετά την παράδοση του θιγόμενου προσώπου βάσει του ΕΕΣ.

91.      Κατά τη γνώμη μου, ένα εθνικό σύστημα που προβλέπει μόνον την εκ των υστέρων άσκηση ένδικου μέσου και δεν επιτρέπει την προσβολή του ΕΕΣ κατά την έκδοσή του (39), δεν ικανοποιεί «πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία» στο κράτος μέλος εκδόσεως, τις οποίες μνημονεύει το Δικαστήριο. Ο θιγόμενος πρέπει να δύναται να ασκήσει ένδικο μέσο ικανό να εγγυηθεί την πλήρη δικαστική του προστασία, δεδομένης της σοβαρής επίπτωσης στο δικαίωμά του στην ελευθερία.

92.      Είναι, ωστόσο, σημαντικό να υπογραμμιστεί, σύμφωνα με τη θέση που υποστηρίζει η Επιτροπή (40), ότι η άσκηση ένδικου μέσου στο κράτος μέλος εκδόσεως δεν μπορεί να θίξει τον έλεγχο του ΕΕΣ στο κράτος μέλος εκτελέσεως, η δικαστική αρχή του οποίου υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις προϋποθέσεις της αποφάσεως-πλαισίου και να τηρεί τις προβλεπόμενες προθεσμίες. Και αυτό, εν τέλει, επίσης προς όφελος του εκζητουμένου, ο οποίος στερείται την ελευθερία του κατά τον έλεγχο της διαδικασίας παράδοσης.

93.      Εν συντομία, είναι δυνατόν να δοθεί μία ενιαία απάντηση στα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το ολλανδικό δικαστήριο, υπογραμμίζοντας ότι σε περίπτωση εκδόσεως ΕΕΣ από εισαγγελική αρχή πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα του θιγομένου να προσφύγει σε δικαστή ή δικαιοδοτικό όργανο εν στενή εννοία, ακόμη και αν προηγείται η έκδοση ΕθνΕΣ από δικαστή.

4.      Τελικές παρατηρήσεις

94.      Το ανωτέρω συμπέρασμα είναι αυτό που, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει αναπόφευκτα εάν αντληθούν από την απαίτηση που διατυπώνεται στη σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) οι απώτατες συνέπειές της.

95.      Η απαίτηση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό της εισαγγελικής αρχής ως «δικαστικής αρχής έκδοσης» κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου, όπως ήδη ανέφερα. Αλλά το βέβαιον είναι ότι, ακόμη και αν φέρει αυτόν τον τίτλο, το ΕΕΣ που εκδίδει η εισαγγελική αρχή θα πάσχει σοβαρό ελάττωμα, αν δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με ένδικο μέσο.

96.      Σε τελική ανάλυση, δεν θα ήταν χρήσιμο να αναγνωριστεί η ιδιότητα της «δικαστικής αρχής έκδοσης» στην εισαγγελική αρχή, αν το εκδιδόμενο από αυτή ΕΕΣ δεν μπορεί να εκτελεστεί, επειδή προέρχεται από εθνικό σύστημα το οποίο δεν δέχεται την άσκηση ένδικων μέσων εναντίον του.

97.      Για να αποφευχθεί αυτό το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί ότι, εν αναμονή των σχετικών νομοθετικών μεταρρυθμίσεων (41), τα δικαστήρια των κρατών μελών εκδόσεως των οποίων οι κανόνες επιτρέπουν στις εισαγγελικές τους αρχές να εκδίδουν ΕΕΣ πρέπει να ερμηνεύουν τους δικονομικούς κανόνες τους κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η άσκηση ένδικου μέσου όπως το προβλεπόμενο στη σκέψη 75 της αποφάσεως OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau).

98.      Αν αυτή η σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία δεν είναι εφικτή (καθόσον είναι αντίθετη προς την εθνική έννομη τάξη), θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να υπάρξει κάποιος άλλος τρόπος ώστε να μη θιγεί η εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου.

99.      Η αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και η συνακόλουθη αμοιβαία αναγνώριση συνηγορούν στην απλούστευση της διαδικασίας της αποφάσεως-πλαισίου. Από αυτή την άποψη, δεν πιστεύω ότι μπορεί να προστεθεί, άνευ ετέρου, στους λόγους «μη εκτέλεσης» του ΕΕΣ και ένας άλλος λόγος, που δεν προβλέπεται ρητώς στην απόφαση-πλαίσιο, κατά τον οποίον, όσον αφορά τα εκδιδόμενα από την εισαγγελική αρχή εντάλματα, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι εθνικοί κανόνες του κράτους εκδόσεως επιτρέπουν την άσκηση ένδικου μέσου ενώπιον της δικαστικής αρχής του κράτους αυτού.

100. Εάν η απαίτηση αυτή επιβληθεί στη δικαστική αρχή εκτελέσεως, ο έλεγχος του ΕΕΣ θα καταστεί ακόμη πιο πολύπλοκος, δεδομένου ότι η εν λόγω αρχή θα πρέπει να γνωρίζει (με πολλές λεπτομέρειες) τις ιδιαιτερότητες των δικονομικών συστημάτων των υπολοίπων κρατών μελών ή να ζητεί πρόσθετες πληροφορίες (42).

101. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να είναι τα ίδια δικαστήρια του κράτους εκδόσεως αυτά που, όταν εκτελείται το ΕΕΣ, θα αντλήσουν τις ενδεδειγμένες συνέπειες οι οποίες, στο εσωτερικό τους δίκαιο και υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, απορρέουν από το γεγονός ότι δεν είναι δυνατή η προσβολή του σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

102. Εν κατακλείδι, εάν μια εισαγγελική αρχή ανεξάρτητη και μη υποκείμενη στις οδηγίες της εκτελεστικής εξουσίας στον τομέα αυτόν εκδίδει ΕΕΣ, το εν λόγω ένταλμα, εφόσον εκδίδεται από «δικαστική αρχή έκδοσης» κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να ελέγχεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, ακόμη και αν δεν γνωρίζει ότι η έκδοσή του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ένδικου μέσου στο κράτος μέλος εκδόσεως.

V.      Πρόταση

103. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Cour d’appel (Chambre du conseil) [εφετείο (συμβούλιο εφετών), Λουξεμβούργο] και στο rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ως εξής:

«Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής:

Η εισαγγελική αρχή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως “δικαστική αρχή έκδοσης” όταν, κατά την έκδοση αποφάσεως επί ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, τα μέλη της υπόκεινται στις γενικές οδηγίες αντεγκληματικής πολιτικής που εκδίδει ο Υπουργός Δικαιοσύνης και είναι δεσμευτικές σε σχέση με τα εντάλματα αυτά και στις οδηγίες που τους απευθύνουν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί τους.

Επικουρικώς,

το πρόσωπο που εκζητείται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που έχει εκδοθεί από εισαγγελική αρχή κράτους μέλους η οποία συμμετέχει στην απονομή δικαιοσύνης και περιβάλλεται από εγγυήσεις ανεξαρτησίας πρέπει να μπορεί να προσβάλει το ένταλμα αυτό ενώπιον δικαστή ή δικαστηρίου του κράτους, χωρίς να χρειάζεται να αναμένει την παράδοσή του, αμέσως μόλις το εν λόγω ένταλμα εκδοθεί (εκτός εάν με τον τρόπο αυτόν διακυβεύεται η ορθή διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας) ή του κοινοποιηθεί.»


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24, στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).


3      Απόφαση της 27ης Μαΐου 2019 [C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456, στο εξής: απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau)].


4      Υποθέσεις C-508/18 και C-82/19 PPU [EU:C:2019:337, στο εξής: προτάσεις OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau)].


5      Υπόθεση C-509/18 [EU:C:2019:338, στο εξής: προτάσεις PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας)].


6      Υπόθεση C-489/19 PPU [NJ (Εισαγγελία της Βιέννης), EU:C:2019:849, στο εξής: απόφαση NJ (Εισαγγελία της Βιέννης)].


7      Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (στο εξής: CPP).


8      Απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (σκέψη 90).


9      Προτάσεις PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) και OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau).


10      Υπόθεση C-216/18 PPU [EU:C:2018:586· στο εξής: απόφαση Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος)].


11      Απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) [υπόθεση C-509/18, EU:C:2019:457· στο εξής: απόφαση PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας)].


12      Απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (σκέψη 73). Η υπογράμμιση δική μου.


13      Όπ.π. (σκέψη 74).


14      Όπ.π. (σκέψη 76).


15      Όπ.π.


16      Απόφαση NJ (Εισαγγελία της Βιέννης) (σκέψη 40, in fine).


17      Απόφαση PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (σκέψεις 55 και 56).


18      Στην υπαγωγή των εισαγγελικών αρχών στους ιεραρχικώς προϊσταμένους τους γίνεται αναφορά στην απόφαση NJ (Εισαγγελία της Βιέννης) (σκέψη 40): «όσον αφορά τις αυστριακές εισαγγελικές αρχές […] προκύπτει ότι αυτές εξαρτώνται άμεσα από τις εισαγγελίες εφετών και υπόκεινται στις διαταγές τους και ότι οι τελευταίες, με τη σειρά τους, υπόκεινται στις διαταγές του ομοσπονδιακού Υπουργού Δικαιοσύνης».


19      Άρθρο 5 του οργανικού νόμου περί του καθεστώτος του δικαστικού σώματος (Ordonnance n.º 58-1270, της 22ας Δεκεμβρίου 1958).


20      Προτάσεις OG και PI, σημείο 87, που παραθέτει τη σκέψη 63 της αποφάσεως Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (σκέψη 87). Η υπογράμμιση δική μου.


21      Στην απόφαση αριθ. 2017-680 QPC, της 8ης Δεκεμβρίου 2017, το Conseil Constitutionnel (Συνταγματικό Δικαστήριο) επιβεβαίωσε ότι «η [Γαλλική] Κυβέρνηση καθορίζει και ασκεί την πολιτική του Έθνους, ιδίως όσον αφορά τους τομείς δράσης της εισαγγελικής αρχής» (σκέψη 5).


22      Προτάσεις OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (σημείο 96).


23      Το άρθρο 36 CPP ορίζει, όντως, ότι οι εισαγγελικές αρχές «υποχρεούνται να ακολουθούν τις οδηγίες που τους απευθύνουν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί τους», με εξαίρεση τις προφορικές παρεμβάσεις τους (παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως, σημείο 16). Η έκδοση ενός ΕΕΣ δεν απαιτεί προφορικές παρεμβάσεις, επομένως εμπίπτει στον γενικό κανόνα.


24      Απόφαση C-503/15 (EU:C:2017:126).


25      Το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Ποινικές δίκες κατά X (υποθέσεις C-74/95 και C-129/95, EU:C:1996:491), ότι η ιταλική εισαγγελική αρχή δεν ενομιμοποιείτο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, καθόσον αποστολή της είναι «όχι να επιλύσει μια διαφορά με πλήρη ανεξαρτησία γνώμης, αλλά να την εισαγάγει ενδεχομένως στο αρμόδιο δικαστήριο, μετέχουσα στην ποινική δίκη ως κατηγορούσα αρχή» (σκέψη 19).


26      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Ποινικές δίκες κατά X (υποθέσεις C-74/95 και C-129/95, EU:C:1996:49, σκέψη 19). Η υπογράμμιση δική μου.


27      Άρθρο 31 CPP, μετά την τροποποίηση της 25ης Ιουλίου 2013.


28      Σκέψη 2.10, τέταρτη παράγραφος, της αποφάσεως παραπομπής.


29      Η υπογράμμιση δική μου.


30      Απόφαση OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (σκέψη 67).


31      Όπ.π.


32      Το ίδιο υποστηρίζουν και η Επιτροπή (σημεία 23 και 26 των γραπτών παρατηρήσεών της) και ο γενικός εισαγγελέας του Λουξεμβούργου (σ. 4 των γραπτών παρατηρήσεών του).


33      Απόφαση PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (σκέψη 56).


34      Ο έλεγχος της αναλογικότητας «αφορά, στο πλαίσιο της επικυρώσεως εθνικού εντάλματος συλλήψεως, τα αποτελέσματα που αυτό επάγεται όσον αφορά τη στέρηση της ελευθερίας και μόνον, καθώς και, στο πλαίσιο της επικυρώσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, την καταπάτηση των δικαιωμάτων του οικείου προσώπου που βαίνει πέραν των προσβολών του δικαιώματός του στην ελευθερία οι οποίες έχουν ήδη εξετασθεί. Πράγματι, το δικαστήριο που είναι επιφορτισμένο με την επικύρωση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως οφείλει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα αποτελέσματα της διαδικασίας παραδόσεως και της μεταφοράς του οικείου προσώπου που κατοικεί σε κράτος μέλος άλλο πλην της Δημοκρατίας της Αυστρίας επί των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων του προσώπου αυτού» (σκέψη 44).


35      Γραπτές παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα του Λουξεμβούργου, σ. 5.


36      Σημεία 30 έως 32 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής.


37      Γραπτές παρατηρήσεις του Γενικού Εισαγγελέα του Λουξεμβούργου, σ. 5 in fine.


38      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας (ΕΕ 2013, L 294, σ. 1)


39      Ή που, όπως προβλέπει το γαλλικό δίκαιο, περιορίζει τη δυνατότητα άσκησης του ένδικου μέσου στον εκζητούμενο που είναι ήδη διάδικος στην αντίστοιχη ποινική διαδικασία, όπως δηλώνει η Γαλλική Κυβέρνηση στα σημεία 35 έως 37 των γραπτών της παρατηρήσεων.


40      Γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 33.


41      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι, αν και η αναθεώρηση της νομοθεσίας τους είναι αναγκαία λόγω της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η χρονική αποτελεσματικότητά της είναι περιορισμένη. Αντιτάχθηκα σε παρόμοιο αίτημα στις προτάσεις επί της υποθέσεως Poltorak (C-452/16 PPU, EU:C:2016:782), στις οποίες παραπέμπω (σημεία 69 και 70).


42      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατέστη σαφές ότι οι κανόνες των κρατών μελών ενδέχεται να παρέχουν έμμεσους τρόπους –σε πολύ περίπλοκες περιπτώσεις– δικαστικού ελέγχου της εκδόσεως ΕΕΣ. Ο καθορισμός, σε κάθε περίπτωση, του κατά πόσον είναι δυνατή η προσβολή αυτή προϋποθέτει γνώση του δικονομικού δικαίου του κράτους μέλους εκδόσεως, η οποία δεν θα ήταν εύλογο να ζητηθεί από την δικαστική αρχή εκτελέσεως.