Language of document : ECLI:EU:C:2019:1077

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 12ης Δεκεμβρίου 2019 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Έννοια του όρου “δικαστική αρχή έκδοσης” – Κριτήρια – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε από την εισαγγελία κράτους μέλους στο πλαίσιο ποινικής διώξεως»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑566/19 PPU και C‑626/19 PPU,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν αντίστοιχα το Cour d’appel (εφετείο, Λουξεμβούργο), με απόφαση της 9ης Ιουλίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιουλίου 2019, και to rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), με απόφαση της 22ας Αυγούστου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Αυγούστου 2019, στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτελέσεως ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων κατά των

JR (C-566/19 PPU),

HC (C-626/19 PPU),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan, L. Bay Larsen, C. Toader (εισηγήτρια) και N. Jääskinen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: M. Ferreira, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Οκτωβρίου 2019,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο JR, εκπροσωπούμενος από τους P.-F. Onimus, E. Moyne, G. Goubin και την F. Joyeux, avocats,

–        ο YC, εκπροσωπούμενος από την T. E. Korff και τον H. G. Koopman, advocaten,

–        η Parquet général du Grand-Duché de Luxembourg, εκπροσωπούμενη από τον J. Petry,

–         η Openbaar Ministerie, εκπροσωπούμενη από τον K. van der Schaft και την N. Bakkenes,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman και τον J. Langer,

–        η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τις G. Hodge και M. Browne, επικουρούμενες από τον R. Kennedy, SC,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Aguilera Ruiz,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Daniel και A.‑L. Desjonquères,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την L. Fiandaca, avvocato dello Stato,

–        η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Pere,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Grünheid και τον R. Troosters,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στο Λουξεμβούργο και στις Κάτω Χώρες αντιστοίχως, ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως εκδοθέντων, στις 24 Απριλίου 2019, από τον procureur de la République près le tribunal de grande instance de Lyon (εισαγγελέα πλημμελειοδικών Λυών, Γαλλία), στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του JR (υπόθεση C-566/19 PPU), και, στις 27 Μαρτίου 2019, από τον procureur de la République près le tribunal de grande instance de Tours (εισαγγελέα πλημμελειοδικών Tours, Γαλλία), στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του YC (υπόθεση C-626/19 PPU).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 5, 6, 10 και 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:

«(5)      Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

(6)      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.

[...]

(10)      Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1 [ΕΕ], η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 [ΕΕ] με τις συνέπειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.

[...]

(12)      Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 [ΕΕ] και εκφράζονται στον Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης […], ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. [...]»

4        Το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:

«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

3.      H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΕΕ].»

5        Το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο τιτλοφορείται «Πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει, στην παράγραφο 1, τα ακόλουθα:

«Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να εκδίδεται για πράξεις που τιμωρούνται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του σχετικού εντάλματος (εφεξής καλούμενο “κράτος έκδοσης του εντάλματος”) με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, εάν έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.»

6        Κατά το άρθρο 6 της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών»:

«1.      Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

2.      Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

3.      Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.»

 Το γαλλικό δίκαιο

 Το Σύνταγμα

7        Κατά το άρθρο 64, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος της 4ης Οκτωβρίου 1958:

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εγγυάται την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.»

 Νομοθετικό διάταγμα περί οργανικού νόμου περί του καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών

8        Κατά το άρθρο 5 της κανονιστικής αποφάσεως 58-1270, της 22ας Δεκεμβρίου 1958, περί οργανικού νόμου για το καθεστώς των δικαστικών λειτουργών (JORF της 23ης Δεκεμβρίου 1958, σ. 11551):

«Τα μέλη της εισαγγελικής αρχής τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους και υπάγονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Κατά τη συνεδρίαση, αναπτύσσουν ελεύθερα τις απόψεις τους.»

 Ο CPP

9        Το πρώτο βιβλίο του νομοθετικού τμήματος του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (στο εξής: CPP), το οποίο φέρει τον τίτλο «Άσκηση της πολιτικής για την καταπολέμηση του εγκλήματος, άσκηση της ποινικής διώξεως και διεξαγωγή της ανακρίσεως», αποτελείται από τέσσερις τίτλους.

10      Ο τίτλος Ι του πρώτου βιβλίου του CPP, που φέρει τον τίτλο «Αρμόδιες αρχές για την άσκηση της πολιτικής για την καταπολέμηση του εγκλήματος, για την άσκηση της ποινικής διώξεως και για τη διεξαγωγή της ανακρίσεως», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 30, 31 και 36. Το εν λόγω άρθρο 30 ορίζει τα εξής:

«Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ασκεί την πολιτική για την καταπολέμηση του εγκλήματος που καθορίζει η Κυβέρνηση. Διασφαλίζει τη συνοχή της εφαρμογής της στο έδαφος της Δημοκρατίας.

Για τον σκοπό αυτό, απευθύνει γενικές οδηγίες προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς.

Δεν δύναται να τους απευθύνει οδηγίες σε συγκεκριμένες υποθέσεις.

[...]»

11      Το άρθρο 31 του CPP έχει ως εξής:

«Η εισαγγελική αρχή ασκεί την ποινική δίωξη και απαιτεί την εφαρμογή του νόμου, τηρουμένης της αρχής της αμεροληψίας.»

12      Το άρθρο 36 του CPP ορίζει τα ακόλουθα:

«Ο γενικός εισαγγελέας μπορεί να διατάσσει τους εισαγγελείς, με γραπτές οδηγίες οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται στη δικογραφία της υποθέσεως, να ασκούν δίωξη οι ίδιοι ή να μεριμνούν για την άσκηση διώξεως από άλλους εισαγγελείς ή να απευθύνουν στο αρμόδιο δικαστήριο τις γραπτές παραγγελίες τις οποίες ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί ενδεδειγμένες.»

13      Ο τίτλος III του πρώτου βιβλίου του CPP, που φέρει τον τίτλο «Ανακριτικές δικαστικές αρχές», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το κεφάλαιο I, που επιγράφεται «Ανακριτής: πρωτοβάθμια ανακριτική αρχή» και υποδιαιρείται σε δεκατρία τμήματα.

14      Το άρθρο 122 του CCP, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 6 του εν λόγω κεφαλαίου I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τα εντάλματα και η εκτέλεσή τους», ορίζει τα εξής:

«Ο ανακριτής δύναται, κατά περίπτωση, να εκδώσει ένταλμα έρευνας, αυτοπρόσωπης εμφανίσεως, βίαιης προσαγωγής ή συλλήψεως. Ο αρμόδιος για θέματα ατομικών ελευθεριών και προσωρινής κρατήσεως δικαστής μπορεί να εκδώσει ένταλμα προφυλακίσεως.

[...]

Το ένταλμα συλλήψεως είναι διαταγή προς τη δημόσια εξουσία να αναζητήσει το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί και να το οδηγήσει ενώπιόν του, αφού προηγουμένως, εφόσον τούτο παρίσταται αναγκαίο, έχει οδηγηθεί στο αναγραφόμενο στο ένταλμα κατάστημα κρατήσεως στο οποίο θα παραδοθεί και θα κρατηθεί.

[...]»

15      Κατά το άρθρο 131 του CPP, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο εν λόγω τμήμα 6:

«Εάν το πρόσωπο διαφεύγει ή διαμένει εκτός του εδάφους της Δημοκρατίας, ο ανακριτής, κατόπιν γνώμης του εισαγγελέα, δύναται να εκδώσει κατά του προσώπου αυτού ένταλμα συλλήψεως, αν η πράξη επισύρει ποινή φυλακίσεως ή βαρύτερη ποινή.»

16      Το άρθρο 170 του CPP, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 10 του κεφαλαίου I του τίτλου III του πρώτου βιβλίου του, τμήμα που επιγράφεται «Ακυρότητες των πράξεων της προδικασίας», ορίζει τα εξής:

«Για κάθε θέμα, το δικαστικό συμβούλιο μπορεί, κατά τη διάρκεια της προδικασίας, να επιληφθεί με σκοπό την ακύρωση μιας διαδικαστικής πράξεως ή ενός διαδικαστικού εγγράφου από τον ανακριτή, από τον εισαγγελέα, από τους διαδίκους ή από τον επικουρούμενο μάρτυρα (témoin assisté).»

17      Το βιβλίο IV του CPP, το οποίο αφορά «[ο]ρισμένες ειδικές διαδικασίες», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον τίτλο Χ, ο οποίος επιγράφεται «Διεθνής δικαστική συνδρομή» και υποδιαιρείται σε επτά κεφάλαια, το κεφάλαιο IV του οποίου φέρει τον τίτλο «Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, οι διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002 και οι διαδικασίες παραδόσεως κατόπιν των συμφωνιών οι οποίες συνήφθησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση με άλλα κράτη». Το άρθρο 695-16 του CPP, το οποίο περιλαμβάνεται στο εν λόγω κεφάλαιο IV, προβλέπει, στο πρώτο εδάφιό του, τα εξής:

«Η εισαγγελική αρχή του διενεργούντος την ανάκριση δικαστηρίου, του δικάζοντος δικαστηρίου ή του αρμόδιου για την εκτέλεση των ποινών δικαστηρίου που έχει εκδώσει ένταλμα συλλήψεως προβαίνει στην εκτέλεσή του υπό τη μορφή ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, είτε κατόπιν αιτήματος του δικαστηρίου είτε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τους κανόνες και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 695-12 έως 695-15.»

 Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C-566/19 PPU

18      Στις 24 Απριλίου 2019, ο procureur de la République près le tribunal de grande instance de Lyon (εισαγγελέας πλημμελειοδικών Λυών, Γαλλία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του JR, υπόπτου για συμμετοχή σε αδικήματα συνδεόμενα με εγκληματική οργάνωση.

19      Το ένταλμα αυτό εκδόθηκε σε εκτέλεση εθνικού εντάλματος συλλήψεως το οποίο είχε εκδοθεί την ίδια ημέρα από τον ανακριτή του tribunal de grande instance de Lyon (πλημμελειοδικείου Λυών, Γαλλία).

20      Στις 24 Απριλίου 2019, ο JR συνελήφθη στο Λουξεμβούργο βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Εντούτοις, στις 25 Απριλίου 2019, ο ανακριτής του tribunal d’arrondissement de Luxembourg (πλημμελειοδικείου Λουξεμβούργου, Λουξεμβούργο), ενώπιον του οποίου προσήχθη ο JR, τον άφησε ελεύθερο, αφού έκρινε ότι η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στο εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ήταν πολύ συνοπτική και δεν του παρείχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τη φύση των αδικημάτων που προσάπτονταν στον JR.

21      Στις 28 Μαΐου 2019, le procureur d’État du Luxembourg (εισαγγελέας πλημμελειοδικών Λουξεμβούργου, Λουξεμβούργο) ζήτησε από το δικαστικό συμβούλιο του tribunal d’arrondissement de Luxembourg (πλημμελειοδικείου Λουξεμβούργου, Λουξεμβούργο) να κρίνει ότι ο JR έπρεπε να παραδοθεί στις γαλλικές αρχές.

22      Με διάταξη της 19ης Ιουνίου 2019, το δικαστικό συμβούλιο του tribunal d’arrondissement de Luxembourg (πλημμελειοδικείου Λουξεμβούργου, Λουξεμβούργο) κήρυξε εαυτό αναρμόδιο να εκδικάσει την υποβληθείσα από τον JR αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και δέχθηκε την αίτηση παραδόσεως του τελευταίου στις γαλλικές αρχές.

23      Ο JR άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Cour d’appel (εφετείου, Λουξεμβούργο) υποστηρίζοντας, κυρίως, ότι οι εισαγγελικοί λειτουργοί στη Γαλλία δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως δικαστική αρχή εκδόσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, στο μέτρο που μπορούν να υπόκεινται σε έμμεσες οδηγίες εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας.

24      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να θεωρηθούν ότι οι εισαγγελικοί λειτουργοί πληρούν τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας που θέτει η απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456), στο μέτρο που, κατά το άρθρο 30 του CPP, ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν μπορεί να τους απευθύνει οδηγίες σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Εντούτοις, το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι το άρθρο 36 του CPP επιτρέπει στον γενικό εισαγγελέα, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει τους εισαγγελείς, με γραπτές οδηγίες, να ασκήσουν δίωξη ή να απευθύνουν στο αρμόδιο δικαστήριο γραπτές παραγγελίες.

25      Επομένως, και παραπέμποντας στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Campos Sánchez-Bordona στις υποθέσεις OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:337), το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η ιεραρχική αυτή σχέση συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας που είναι αναγκαίες για τον χαρακτηρισμό μιας εθνικής αρχής ως δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

26      Το δικαστήριο αυτό εκθέτει επίσης ότι η εισαγγελική αρχή χαρακτηρίζεται από τον αδιαίρετο χαρακτήρα της, υπό την έννοια ότι πράξη διενεργηθείσα από ένα μέλος της λογίζεται ως διενεργηθείσα εξ ονόματος ολόκληρης της εισαγγελικής αρχής. Επιπλέον, η εισαγγελική αρχή, μολονότι οφείλει να ελέγχει, σε μια υπόθεση, την τήρηση των προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και να εξετάζει τον αναλογικό χαρακτήρα της εντούτοις είναι συγχρόνως η αρμόδια αρχή για τις ποινικές διώξεις στην ίδια υπόθεση, οπότε η αμεροληψία της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αμφίβολη.

27      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour d’appel αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Μπορεί η γαλλική εισαγγελική αρχή που λειτουργεί στο διενεργούν την ανάκριση δικαστήριο ή στο δικάζον δικαστήριο, η οποία είναι αρμόδια στη Γαλλία δυνάμει του δικαίου του εν λόγω κράτους για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, να θεωρηθεί ως δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, κατά την αυτοτελή έννοια του όρου αυτού στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου [2002/584], στην περίπτωση στην οποία, ενώ οφείλει να ελέγχει την τήρηση των αναγκαίων για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προϋποθέσεων και να εξετάζει τον αναλογικό χαρακτήρα της λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της ποινικής δικογραφίας, αποτελεί συγχρόνως την αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την ποινική δίωξη στην ίδια υπόθεση;»

 Η υπόθεση C-626/19 PPU

28      Στις 27 Μαρτίου 2019, ο procureur de la République près le tribunal de grande instance de Tours (εισαγγελέας πλημμελειοδικών Tours, Γαλλία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του YC, υπόπτου για συμμετοχή σε ένοπλη ληστεία στη Γαλλία.

29      Το ένταλμα αυτό εκδόθηκε σε εκτέλεση εθνικού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος την ίδια ημέρα από τον ανακριτή του tribunal de grande instance de Tours (πλημμελειοδικείου Tours, Γαλλία).

30      Στις 5 Απριλίου 2019, ο YC συνελήφθη στις Κάτω Χώρες βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

31      Την ίδια ημέρα, η Openbaar Ministerie (εισαγγελική αρχή, Κάτω Χώρες) ζήτησε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 του Overleveringswet (νόμου περί παραδόσεως), της 29ης Απριλίου 2004, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, από το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) την εξέταση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

32      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 50, 74 και 75 της αποφάσεως της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456), ο εισαγγελέας μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αν μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, αν ενεργεί με ανεξαρτησία και αν η απόφασή του να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

33      Εν προκειμένω, κατά το δικαστήριο αυτό, οι δύο πρώτες απαιτήσεις πληρούνται στο μέτρο που, στη Γαλλία, οι εισαγγελικοί λειτουργοί μετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης και δεν εκτίθενται στον κίνδυνο να υπόκεινται, άμεσα ή έμμεσα, σε εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας.

34      Αντιθέτως, όσον αφορά την τρίτη απαίτηση, το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από τις πληροφορίες που του παρασχέθηκαν από τις γαλλικές αρχές, η απόφαση περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ο αναλογικός χαρακτήρας της δεν μπορούν να προσβληθούν με αυτοτελές ένδικο μέσο. Ωστόσο, στην πράξη, κατά την έκδοση του εθνικού εντάλματος συλλήψεως στο οποίο στηρίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, ο ανακριτής εξετάζει επίσης τις προϋποθέσεις και τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως του εντάλματος αυτού.

35      Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων αυτών, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν η δικαστική εκτίμηση που διενεργείται κατά την έκδοση του εθνικού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, πριν από την απόφαση της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, και αφορά την αναλογικότητα της ενδεχόμενης εκδόσεως του εν λόγω εντάλματος, συνάδει, κατ’ ουσίαν, με τις απαιτήσεις που θέτει η σκέψη 75 της αποφάσεως της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C‑82/19 PPU, EU:C:2019:456), σύμφωνα με την οποία η απόφαση της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο που να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις οι οποίες είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία.

36      Δεύτερον, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που της παρασχέθηκαν από τις γαλλικές αρχές, μπορεί να ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει ενώπιον δικαστηρίου αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μετά την παράδοσή του στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η δυνατότητα αυτή ικανοποιεί τις ίδιες αυτές απαιτήσεις.

37      Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Μπορεί εισαγγελέας μετέχων στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο κράτος μέλος εκδόσεως, ο οποίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του που συνδέονται άμεσα με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ενήργησε ανεξάρτητα και εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, να θεωρηθεί “δικαστική αρχή έκδοσης” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου [2002/584], εάν πριν από τη λήψη της αποφάσεως του εισαγγελέα για έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είχαν ελεγχθεί από δικαστή στο κράτος μέλος εκδόσεως οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ιδίως ο αναλογικός χαρακτήρας της;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πληρούται η κατά τη σκέψη 75 της αποφάσεως της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C‑508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456), προϋπόθεση κατά την οποία η απόφαση του εισαγγελέα για έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ο οποίος να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία, στην περίπτωση που μετά την πραγματική παράδοσή του, παρέχεται στο εκζητούμενο πρόσωπο η δυνατότητα κινήσεως διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας δύναται να προβληθεί ενώπιον δικαστή στο κράτος μέλος εκδόσεως η ακυρότητα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ο δε δικαστής ελέγχει, μεταξύ άλλων, τον αναλογικό χαρακτήρα της αποφάσεως για έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως;»

38      Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, οι υποθέσεις C-566/19 PPU και C-626/19 PPU συνεκδικάσθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί της επείγουσας διαδικασίας

39      Στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να υπαγάγει τις υποθέσεις C-566/19 PPU και C‑626/19 PPU στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

40      Πράγματι, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου, αφού επισήμανε ότι οι δύο προδικαστικές παραπομπές αφορούσαν την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η οποία εμπίπτει στον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, ο οποίος αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, και ότι, ως εκ τούτου, μπορούσαν να εκδικασθούν με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τόνισε, όσον αφορά την υπόθεση C-626/19 PPU, για την οποία το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ) ζήτησε να υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, ότι ο YC εστερείτο της ελευθερίας του και ότι η συνέχιση της κρατήσεώς του εξηρτάτο από την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Όσον αφορά την υπόθεση C-566/19 PPU, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου έκρινε ότι, μολονότι ο JR δεν εστερείτο της ελευθερίας του, το ζήτημα που ετίθετο στην υπόθεση αυτή συνδεόταν αναπόσπαστα με τα επίμαχα ζητήματα στην υπόθεση C-626/19 PPU, οπότε έπρεπε, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να υπαχθεί αυτεπαγγέλτως η εν λόγω υπόθεση στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

41      Με τα ερωτήματά τους, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, αφενός, να διευκρινιστεί, αφενός, αν κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» της διατάξεως αυτής, οι εισαγγελικοί λειτουργοί κράτους μέλους οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της ποινικής διώξεως και τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους και, αφετέρου, αν η απαίτηση ελέγχου της τηρήσεως των αναγκαίων προϋποθέσεων για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως και, ιδίως του αναλογικού χαρακτήρα της, στον οποίο αναφέρεται η σκέψη 75 της αποφάσεως της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456), πληρούται, όταν, στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, ο έλεγχος αυτός και η εξέταση του αναλογικού χαρακτήρα της αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως πριν τη λήψη της ασκείται από δικαστή και εάν, ελλείψει τέτοιου ελέγχου, η ως άνω απαίτηση πληρούται στην περίπτωση που η άσκηση δικαστικού ελέγχου της αποφάσεως αυτής είναι δυνατή και μετά την παράδοση του εκζητουμένου.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

42      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία εδράζεται με τη σειρά της στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών αυτών, έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Ελλείψεις του δικαστικού συστήματος), C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

43      Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 6, αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής στον τομέα του ποινικού δικαίου της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 82, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 31 ΕΕ βάσει του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο. Έκτοτε, θεσπίστηκαν προοδευτικά νομικές πράξεις αφορώσες τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, πράξεις των οποίων η συντονισμένη εφαρμογή έχει ως σκοπό να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των κρατών μελών προς τις αντίστοιχες εθνικές έννομες τάξεις, με σκοπό τη διασφάλιση της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως των ποινικών αποφάσεων εντός της Ένωσης προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία των δραστών αξιόποινων πράξεων.

44      Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που διαπνέει την όλη οικονομία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, ότι τα κράτη μέλη κατ’ αρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello, C‑261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Πράγματι, κατά τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται την εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος μόνο στις περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτελέσεως που προβλέπονται στο άρθρο της 3 καθώς και στις περιπτώσεις προαιρετικής μη εκτελέσεως που απαριθμούνται στα άρθρα της 4 και 4α. Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτελέσεως μπορεί να εξαρτά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μόνον από τις προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου (απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2013, Radu, C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46      Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα και η εύρυθμη λειτουργία του απλουστευμένου συστήματος παραδόσεως προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις του ποινικού νόμου, το οποίο θεσπίζει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, στηρίζονται στην τήρηση ορισμένων απαιτήσεων που θέτει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, το περιεχόμενο των οποίων έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

47      Εν προκειμένω, οι απαιτήσεις ως προς τις οποίες ζητούν διευκρινίσεις τα αιτούντα δικαστήρια αφορούν, αφενός, την έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, και, αφετέρου, το περιεχόμενο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της οποίας η τήρηση πρέπει να διασφαλίζεται σε σχέση με τα πρόσωπα κατά των οποίων έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

48      Συναφώς, και όπως επισήμανε επίσης ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών του, η ύπαρξη δικαστικού ελέγχου της αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ληφθείσας από άλλη αρχή πλην δικαστηρίου, δεν συνιστά προϋπόθεση προκειμένου η αρχή αυτή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική αρχή εκδόσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου2002/584. Μια τέτοια απαίτηση δεν εμπίπτει στους καταστατικούς και θεσμικούς κανόνες της εν λόγω αρχής, αλλά αφορά τη διαδικασία εκδόσεως του εντάλματος.

49      Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (C-509/18, EU:C:2019:457), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο γενικός εισαγγελέας κράτους μέλους ο οποίος, ενώ είναι θεσμικά ανεξάρτητος από τη δικαστική εξουσία, είναι αρμόδιος για την άσκηση ποινικών διώξεων, τελεί δε υπό νομικό καθεστώς, εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους, το οποίο του παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία στο πλαίσιο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως δικαστική αρχή εκδόσεως, κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, και άφησε στο αιτούν δικαστήριο τη μέριμνα να εξακριβώσει αν, επιπλέον, οι αποφάσεις του εν λόγω εισαγγελέα μπορούν να προσβληθούν με ένδικο μέσο το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία.

 Επί της εννοίας της «δικαστικής αρχής έκδοσης»

50      Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου του κράτους αυτού.

51      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτοτέλειας, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν, βάσει του εθνικού δικαίου τους, τη «δικαστική αρχή» η οποία είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, εντούτοις το νόημα και το εύρος της έννοιας αυτής δεν μπορούν να επαφίενται στην κρίση εκάστου κράτους μέλους, αλλά η εν λόγω έννοια πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβανομένων υπόψη τόσο του γράμματος του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 όσο και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο αυτό, καθώς και του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο [πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), C-508/18 και C‑82/19 PPU, EU:C:2019:456, σκέψεις 48 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

52      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στην έννοια του όρου «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, μπορούν να περιληφθούν και οι αρχές κράτους μέλους οι οποίες, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην δικαστές ή δικαιοδοτικά όργανα, μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος και ενεργούν με ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων που είναι συμφυή με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η δε ανεξαρτησία αυτή επιβάλλει την ύπαρξη καταστατικών και θεσμικών κανόνων που να διασφαλίζουν ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση [πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456, σκέψεις 51 και 74].

53      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται η συμμετοχή των εισαγγελέων, οι οποίοι στη Γαλλία έχουν την ιδιότητα των δικαστικών λειτουργών, στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

54      Όσον αφορά το ζήτημα αν οι εν λόγω εισαγγελείς ενεργούν με ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων που είναι συμφυή με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου από τη Γαλλική Κυβέρνηση προκύπτει ότι το άρθρο 64 του Συντάγματος εγγυάται την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας που απαρτίζεται από τους δικαστές και από τους εισαγγελικούς λειτουργούς και ότι, δυνάμει του άρθρου 30 του CPP, η εισαγγελική αρχή ασκεί τα καθήκοντά του αντικειμενικώς, χωρίς να υπόκειται σε εντολές σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, ο δε Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί μόνο να απευθύνει στους εισαγγελικούς λειτουργούς γενικές οδηγίες πολιτικής για την καταπολέμηση του εγκλήματος, προκειμένου να διασφαλίσει τη συνοχή της πολιτικής αυτής στο σύνολο της επικράτειας. Κατά την κυβέρνηση αυτή, οι εν λόγω γενικές οδηγίες σε καμία περίπτωση δεν έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους εισαγγελικούς λειτουργούς στην άσκηση της εξουσίας τους εκτιμήσεως όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31 του CPP, η εισαγγελική αρχή ασκεί την ποινική δίωξη και απαιτεί την εφαρμογή του νόμου τηρώντας την αρχή της αμεροληψίας.

55      Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταδειχθεί ότι, στη Γαλλία, οι εισαγγελικοί λειτουργοί έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, ιδίως σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ότι ασκούν την εν λόγω εξουσία αντικειμενικώς, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επιβαρυντικά ή απαλλακτικά στοιχεία.

56      Μολονότι είναι αληθές ότι οι εισαγγελείς υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε από τις αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456), καθώς και της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (C-509/18, EU:C:2019:457), προκύπτει ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας, κατά την οποία η εξουσία των εισαγγελέων προς λήψη αποφάσεων δεν πρέπει να υπόκειται σε εξωτερικές της δικαστικής εξουσίας εντολές, προερχόμενες ιδίως από την εκτελεστική εξουσία, δεν απαγορεύει τις εσωτερικές οδηγίες που μπορούν να δοθούν στους εισαγγελείς από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους τους, που είναι και οι ίδιοι εισαγγελείς, βάσει της σχέσεως εξαρτήσεως που διέπει τη λειτουργία της εισαγγελικής αρχής.

57      Η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής δεν τίθεται εν αμφιβόλω ούτε από το γεγονός ότι αυτή είναι επιφορτισμένη με την άσκηση της ποινικής διώξεως. Πράγματι, όπως επισήμανε η Parquet général du Grand-Duché de Luxembourg κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δεν καλύπτει μόνον τους δικαστές ή τα δικαστήρια κράτους μέλους. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια αυτή έχει επίσης εφαρμογή στον αρμόδιο για την άσκηση ποινικών διώξεων γενικό εισαγγελέα κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τελεί υπό καθεστώς το οποίο του παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία στο πλαίσιο της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως [πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (C-509/18, EU:C:2019:457), σκέψη 57].

58      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» της διατάξεως αυτής οι εισαγγελικοί λειτουργοί κράτους μέλους οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της ποινικής διώξεως και τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, εφόσον τελούν υπό καθεστώς το οποίο τους παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

 Επί του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας

59      Το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνει προστασία σε δύο επίπεδα των δικονομικών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των οποίων πρέπει να απολαύει ο εκζητούμενος, καθόσον, στη δικαστική προστασία που προβλέπεται στο πρώτο επίπεδο, κατά την έκδοση εθνικής αποφάσεως όπως το εθνικό ένταλμα συλλήψεως, προστίθεται η προστασία που πρέπει να εξασφαλίζεται στο δεύτερο επίπεδο, κατά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η οποία μπορεί κατά περίπτωση να παρέχεται σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την έκδοση της εν λόγω εθνικής δικαστικής αποφάσεως [απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

60      Επομένως, όσον αφορά μέτρο το οποίο, όπως η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δύναται να θίξει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου προσώπου στην ελευθερία, η προστασία αυτή συνεπάγεται ότι, τουλάχιστον σε ένα από τα δύο επίπεδα της εν λόγω προστασίας, πρέπει να εκδίδεται απόφαση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις οι οποίες είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία, [απόφαση της 27 Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456, σκέψη 68].

61      Ειδικότερα, το δεύτερο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων του θιγόμενου προσώπου προϋποθέτει ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος ελέγχει αν έχουν τηρηθεί οι αναγκαίες για την έκδοσή του προϋποθέσεις και εξετάζει με αντικειμενικότητα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενοχοποιητικά και τα απαλλακτικά στοιχεία, και χωρίς να είναι εκτεθειμένη στον κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε εξωτερικές οδηγίες, ιδίως εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, εάν η έκδοση του εν λόγω εντάλματος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας [πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), C-508/18 και C‑82/19 PPU, EU:C:2019:456, σκέψεις 71 και 73].

62      Επιπλέον, όταν το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος απονέμει την αρμοδιότητα εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε αρχή η οποία, μολονότι μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος, εντούτοις δεν είναι η ίδια δικαιοδοτικό όργανο, η απόφαση περί εκδόσεως ενός τέτοιου εντάλματος και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, στο εν λόγω κράτος μέλος, ο οποίος να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία [απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του Lübeck και του Zwickau), C-508/18 και C-82/19 PPU, EU:C:2019:456, σκέψη 75].

63      Το ένδικο μέσο το οποίο ασκείται κατά της αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που έχει ληφθεί από αρχή η οποία, μολονότι μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης και απολαύει της απαιτούμενης ανεξαρτησίας έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, εντούτοις δεν αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο, έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι ο έλεγχος της τηρήσεως των αναγκαίων προϋποθέσεων για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως και, ιδίως, του αναλογικού χαρακτήρα της ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας σύμφωνης προς τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία.

64      Επομένως, εναπόκειται στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι έννομες τάξεις τους να διασφαλίζουν αποτελεσματικά το επίπεδο δικαστικής προστασίας που απαιτεί η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέσω δικονομικών κανόνων τους οποίους θέτουν σε εφαρμογή και οι οποίοι μπορεί να διαφέρουν από το ένα σύστημα στο άλλο.

65      Ειδικότερα, η πρόβλεψη αυτοτελούς ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, την οποία έλαβε άλλη δικαστική αρχή, μη αποτελούσα δικαστήριο, συνιστά απλώς μια δυνατότητα συναφώς.

66      Πράγματι, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν του δικονομικούς τους κανόνες στην περίπτωση της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν ματαιώνεται ο σκοπός αυτής της αποφάσεως-πλαισίου ούτε η τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από αυτήν (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, F, C-168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 5353).

67      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως στηρίζεται κατ’ ανάγκην, στη γαλλική έννομη τάξη, σε εθνικό ένταλμα συλλήψεως εκδοθέν από δικαστήριο, κατά κανόνα από τον ανακριτή. Κατά το άρθρο 131 του CPP, αν ο εκζητούμενος διαφεύγει ή διαμένει εκτός του γαλλικού εδάφους, ο ανακριτής, κατόπιν γνώμης του εισαγγελέα, μπορεί να εκδώσει κατ’ αυτού ένταλμα συλλήψεως, σε περίπτωση που η προσαπτόμενη πράξη επισύρει ποινή φυλακίσεως ή βαρύτερη ποινή.

68      Από την προδικαστική παραπομπή στην υπόθεση C-626/19 PPU, προκύπτει ότι, όταν εκδοθεί από την εισαγγελική αρχή ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στο πλαίσιο της ασκήσεως ποινικής διώξεως, το δικαστήριο που εξέδωσε το εθνικό ένταλμα συλλήψεως επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ζητεί ταυτόχρονα από την εισαγγελική αρχή να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και προβαίνει σε εκτίμηση των προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, ιδίως, του αναλογικού χαρακτήρα της.

69      Επιπλέον, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί, ως διαδικαστική πράξη, να προσβληθεί και να ακυρωθεί βάσει του άρθρου 170 του CPP. Ένα τέτοιο ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να ασκηθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία, παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να προασπίσουν τα δικαιώματά τους. Αν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοσή του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή.

70      Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου.

71      Επομένως, ένα τέτοιο σύστημα ανταποκρίνεται στην απαίτηση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

72      Επιπλέον, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 εντάσσεται σε ένα συνολικό σύστημα εγγυήσεων σχετικά με την αποτελεσματική δικαστική προστασία προβλεπόμενων από άλλα νομοθετήματα της Ένωσης, τα οποία έχουν θεσπισθεί στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και τα οποία συμβάλλουν στη διευκόλυνση της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εκζητουμένου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, πριν ακόμη αυτός παραδοθεί στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος.

73      Ειδικότερα, το άρθρο 10 της οδηγίας 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας (ΕΕ 2013, L 294, σ. 1), επιβάλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να ενημερώσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά τη στέρηση της ελευθερίας, τα πρόσωπα των οποίων ζητείται η παράδοση ότι έχουν το δικαίωμα να διορίσουν δικηγόρο στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος.

74      Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» της διατάξεως αυτής οι εισαγγελικοί λειτουργοί κράτους μέλους οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της ποινικής διώξεως και τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, εφόσον τελούν υπό καθεστώς το οποίο τους παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία απαιτήσεις των οποίων η τήρηση πρέπει να διασφαλίζεται σε σχέση με πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως πληρούνται εφόσον, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, οι προϋποθέσεις εκδόσεως του εντάλματος αυτού και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο εντός του κράτους μέλους αυτού.

 Επί των δικαστικών εξόδων

75      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» της διατάξεως αυτής οι εισαγγελικοί λειτουργοί κράτους μέλους οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της ποινικής διώξεως και τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, εφόσον τελούν υπό καθεστώς το οποίο τους παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, έχει την έννοια οι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία απαιτήσεις των οποίων η τήρηση πρέπει να διασφαλίζεται σε σχέση με πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως πληρούνται εφόσον, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, οι προϋποθέσεις εκδόσεως του εντάλματος αυτού και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο εντός του κράτους μέλους αυτού.

(υπογραφές)


*      Γλώσσες διαδικασίας: η γαλλική και η ολλανδική.