Language of document : ECLI:EU:C:2020:8

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕA

JULIANE KOKOTT

της 16ης Ιανουαρίου 2020 (1)

Υπόθεση C-456/18 P

Ουγγαρία

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 – Άρθρο 11, παράγραφος 1 – Διαταγή αναστολής – Δυνατότητα προσβολής της διαταγής αναστολής – Έννομο συμφέρον παρά την έκλειψη του αντικειμένου της διαδικασίας – Άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής κατά την έκδοση διαταγής αναστολής – Αναλογικότητα – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»






I.      Εισαγωγή

1.        Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (2) παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει το ζήτημα της ένδικης προστασίας κατά προσωρινής διαταγής αναστολής στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου κρατικών ενισχύσεων. Με την έκδοση τέτοιας διαταγής απαγορεύθηκε ρητώς στην Ουγγαρία η περαιτέρω εφαρμογή δύο ενισχύσεων έως την περάτωση της διαδικασίας έρευνας.

2.        Βεβαίως, το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η κίνηση της διαδικασίας έρευνας αποκλείει την εφαρμογή του οικείου μέτρου ενισχύσεως από το κράτος μέλος. Ωστόσο, η έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής από την Επιτροπή καθιστά δυνατή την κίνηση απλοποιημένης διαδικασίας παραβάσεως, εάν το κράτος μέλος εμμείνει στην εφαρμογή του μέτρου ενισχύσεως. Η Επιτροπή εκτίμησε, προφανώς, ως ιδιαιτέρως ύποπτη τη στάση της Ουγγαρίας και για τον λόγο αυτόν εξέδωσε την προσωρινή διαταγή αναστολής συγχρόνως με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας. Στη σχετική αιτιολογία όμως η Επιτροπή στηρίχθηκε, κατ’ ουσίαν, μόνο στην ύπαρξη και την έκταση της ενισχύσεως.

3.        Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η έρευνα της Επιτροπής αφορά δύο φορολογικούς νόμους (εν ευρεία εννοία), που χαρακτηρίστηκαν ως ενισχύσεις κυρίως λόγω της εφαρμογής προοδευτικής κλίμακας. Το αν μπορούν όντως να θεωρηθούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ εξακολουθεί να είναι ασαφές και αμφιλεγόμενο (3). Πάντως, η Ουγγαρία δεν προσέβαλε την οριστική απόφαση της Επιτροπής επί της ουσίας (σχετικά με τον χαρακτήρα ενισχύσεως των δύο νόμων), αλλά βάλλει μόνον κατά των μεμονωμένων προσωρινών διαταγών αναστολής. Κατά την Ουγγαρία, οι διαταγές αυτές εκδόθηκαν υπό καθεστώς πλάνης εκτιμήσεως και δεν ήταν αρκούντως αιτιολογημένες.

4.        Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε πρωτοδίκως ότι αυτό δεν ίσχυε και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατ’ αναίρεση, αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δεν επέκρινε τις προσωρινές διαταγές αναστολής των οποίων το αντικείμενο έχει εκλείψει εν τω μεταξύ.

II.    Το νομικό πλαίσιο

5.        Η διαδικασία σχετικά με τις παράνομες ενισχύσεις διέπεται από το κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (4) (στο εξής: κανονισμός 659/1999).

6.        Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού (5) ορίζει τα εξής:

«1.      Η Επιτροπή μπορεί, αφού δώσει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, να εκδώσει απόφαση, με την οποία απαιτεί από το κράτος μέλος να αναστείλει κάθε παράνομη ενίσχυση έως ότου η Επιτροπή λάβει απόφαση για το συμβατό της ενίσχυσης με την κοινή αγορά (εφεξής αποκαλούμενη “διαταγή αναστολής”).

2.      Η Επιτροπή μπορεί, αφού καλέσει το οικείο κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, να εκδώσει απόφαση, με την οποία απαιτεί από το κράτος μέλος την προσωρινή ανάκτηση κάθε παράνομης ενίσχυσης, έως ότου ληφθεί απόφαση της Επιτροπής για το συμβατό της ενίσχυσης με την κοινή αγορά (εφεξής αποκαλούμενη “διαταγή ανάκτησης”), εφόσον πληρούνται τα εξής κριτήρια:

–        σύμφωνα με την κρατούσα πρακτική, δεν υπάρχουν αμφιβολίες περί του χαρακτήρα του συγκεκριμένου μέτρου ως ενίσχυσης,

–        επιβάλλεται να αναληφθεί επείγουσα δράση,

–        υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προξενηθεί ουσιώδης και ανεπανόρθωτη ζημία σε ανταγωνιστή.

[...]»

7.        Το άρθρο 12 του κανονισμού 659/1999 παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή, σε περίπτωση παραβιάσεως των διαταγών αναστολής, να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ χωρίς να προηγηθεί άλλη διαδικασία πριν από την άσκηση της σχετικής προσφυγής:

«Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με διαταγή αναστολής ή προσωρινής ανάκτησης της ενίσχυσης, η Επιτροπή δύναται, παράλληλα με τη διεξαγωγή έρευνας επί της ουσίας της υπόθεσης βάσει των πληροφοριών που διαθέτει, να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να ζητήσει δήλωση περί του ότι η εν λόγω μη συμμόρφωση αποτελεί παράβαση της συνθήκης.»

8.        Η Επιτροπή περατώνει την επίσημη διαδικασία έρευνας για τις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις με απόφαση δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού 659/1999. Το άρθρο 7, παράγραφος 5, ρυθμίζει την απαγόρευση ενισχύσεων, τη λεγόμενη αρνητική απόφαση:

«Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση δεν είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, αποφασίζει να μην τεθεί σε εφαρμογή. […]»

III. Ιστορικό της διαφοράς

9.        Το 2014 η Ουγγαρία θέσπισε, αφενός, τον νόμο XCIV σχετικά με την εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας. Αφετέρου, τροποποίησε τον νόμο XLVI του 2008 σχετικά με την τροφική αλυσίδα και την εποπτεία της.

10.      Με τα δύο αυτά μέτρα, η Ουγγαρία εισήγαγε προοδευτικές εισφορές για τις εν λόγω επιχειρήσεις οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ στις αρχές του 2015.

11.      Η Ουγγαρία δεν ενημέρωσε την Επιτροπή για τα μέτρα αυτά. Ακολούθως, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ουγγαρία ότι, κατά την εκτίμησή της, οι ρυθμίσεις των νόμων XLVI και XCIV θα μπορούσαν να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή προειδοποίησε με αμφότερες τις επιστολές ότι υπήρχε ενδεχόμενο εκδόσεως διαταγών αναστολής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και ζήτησε από την Ουγγαρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Ουγγαρία δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή.

12.      Στις 15 Ιουλίου 2015, η Επιτροπή κίνησε δύο επίσημες διαδικασίες έρευνας βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (6).

13.      Συγχρόνως, η Επιτροπή εξέδωσε διαταγές αναστολής για αμφότερες τις διαδικασίες. Αιτιολόγησε τις αποφάσεις της επισημαίνοντας, πρώτον, ότι η Ουγγαρία δεν είχε λάβει θέση επί της απειλής εκδόσεως διαταγών αναστολής και υποστήριζε ότι τα μέτρα δεν συνιστούσαν ενισχύσεις. Δεύτερον, η Ουγγαρία εξακολουθούσε να χορηγεί την παράνομη ενίσχυση. Τρίτον, ο έντονα προοδευτικός χαρακτήρας των εισφορών που στηρίζονται στον κύκλο εργασιών θα είχε δυνητικώς σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά (7).

14.      Η Ουγγαρία άσκησε εμπρόθεσμα προσφυγή κατά των διαταγών αναστολής.

15.      Στις 4 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή έκρινε, με βάση το άρθρο 13, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 659/1999, ότι τα εξεταζόμενα μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά και εφαρμόσθηκαν παρανόμως κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (8). Αμφότερες οι αρνητικές αποφάσεις έχουν καταστεί απρόσβλητες.

16.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της 25ης Απριλίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές της Ουγγαρίας κατά των διαταγών αναστολής. Η απόφαση επιδόθηκε στην Ουγγαρία στις 2 Μαΐου 2018.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

17.      Στις 12 Ιουλίου 2018, η Ουγγαρία άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Η Ουγγαρία ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να ακυρώσει την απόφαση C(2015) 4805 τελικό, κατά το μέρος που προβλέπει την έκδοση διαταγής αναστολής·

–        να ακυρώσει την απόφαση C(2015) 4808 τελικό, κατά το μέρος που προβλέπει την έκδοση διαταγής αναστολής·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

18.      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2018, επετράπη στη Δημοκρατία της Πολωνίας να παρέμβει υπέρ της Ουγγαρίας (9).

19.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και/ή αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα.

20.      Η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και τις ανέπτυξαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Σεπτεμβρίου 2019.

V.      Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

1.      Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως

21.      Η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, διότι δεν είναι σαφής. Ιδίως δεν προκύπτουν από αυτήν με σαφήνεια οι σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει η Ουγγαρία. Επίσης, η Ουγγαρία επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τους λόγους και τα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως και βάλλει επανειλημμένως κατά των επίδικων αποφάσεων της Επιτροπής και όχι κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

22.      Κατά πάγια νομολογία, η αίτηση αναιρέσεως δεν πληροί τις επιταγές αιτιολογήσεως που απορρέουν από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Εντούτοις, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως στο στάδιο της αναιρετικής δίκης (10).

23.      Εν προκειμένω, αντιθέτως προς την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή, η αίτηση αναιρέσεως δεν αποτελεί απλή επανάληψη των στοιχείων που είχαν ήδη προβληθεί πρωτοδίκως. Πιο συγκεκριμένα, η Ουγγαρία βάλλει κατά της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον επικρίνει κυρίως την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής κατά την έκδοση των διαταγών αναστολής και τη σχετική υποχρέωση αιτιολογήσεως. Τούτο αρκεί για να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

2.      Επί του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως

24.      Στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση διαδικασίας, το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό των προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (11).

25.      Επομένως, πριν εξετάσω την αίτηση αναιρέσεως επί της ουσίας, θα ελέγξω το παραδεκτό των προσφυγών που άσκησε η Ουγγαρία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δηλαδή, αν οι προσφυγές ήταν ήδη απαράδεκτες, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντάς τες και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως της Ουγγαρίας θα είναι αβάσιμη.

1.      Επί του παραδεκτού των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά των διαταγών αναστολής

26.      Οι προσφυγές που ασκήθηκαν κατά των προσωρινών διαταγών αναστολής θα μπορούσαν να έχουν καταστεί απαράδεκτες, διότι οι αρνητικές αποφάσεις είχαν καταστεί εν τω μεταξύ απρόσβλητες.

27.      Ωστόσο, κατά το Γενικό Δικαστήριο, οι προσφυγές είναι παραδεκτές. Πιο συγκεκριμένα, δεν έχει εκλείψει ούτε το αντικείμενο των προσφυγών (σχετικά, υπό α) ούτε το έννομο συμφέρον (σχετικά, υπό β). Το Γενικό Δικαστήριο αιτιολογεί τούτο στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα της εξαφανίσεως του αντικειμένου της προσφυγής συγχέεται στην πραγματικότητα με εκείνο της εκλείψεως του εννόμου συμφέροντος.

28.      Η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το αποτέλεσμα του παραδεκτού των προσφυγών, αλλά όχι όσον αφορά τη σχετική αιτιολογία.

1)      Επί της εκλείψεως του αντικειμένου της προσφυγής

29.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της διαφοράς πρέπει να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως (12).

30.      Βεβαίως, η νομολογία αυτή –εξ όσων διαπιστώνω– αφορά αποκλειστικώς τις προσφυγές ιδιωτών με βάση το άρθρο 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η Ουγγαρία ασκεί προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Συναφώς, ορθώς επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο ότι τα κράτη μέλη, ως προνομιούχοι προσφεύγοντες κατά την έννοια του άρθρου 263, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεν απαιτείται να αποδεικνύουν έννομο συμφέρον. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι κράτος μέλος μπορεί να προσφύγει per se κατά πράξεων των οποίων τα έννομα αποτελέσματα έχουν εκλείψει. Αντιθέτως προς την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, η έκλειψη του εννόμου συμφέροντος δεν ταυτίζεται με την έκλειψη του αντικειμένου της προσφυγής. Το ότι προνομιούχος προσφεύγων δεν οφείλει να πληροί τις ειδικές προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής βάσει του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ δεν σημαίνει ότι μπορεί να απασχολεί το Δικαστήριο με προσφυγές οι οποίες είναι ενδεχομένως μόνον υποθετικής φύσεως (13).

31.      Η απαγόρευση εφαρμογής που προκύπτει από τις διαταγές αναστολής εξέλιπε με την έκδοση των αρνητικών αποφάσεων που έχουν καταστεί απρόσβλητες. Πράγματι, από τον χρόνο εκδόσεως των αρνητικών αποφάσεων, η Ουγγαρία δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχετικά μέτρα ανεξάρτητα από τις διαταγές αναστολής.

32.      Επίσης, έχει εκλείψει και το αντικείμενο της απλοποιημένης διαδικασίας προσφυγής εκ μέρους της Επιτροπής η οποία συνδέεται με την έκδοση διαταγής αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 659/1999. Πιο συγκεκριμένα, δεδομένου του απρόσβλητου χαρακτήρα της αρνητικής αποφάσεως, τη διαδικασία αυτή υποκατέστησε η ομοίως απλοποιημένη διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (14).

33.      Ως εκ τούτου, λοιπόν, η διαταγή αναστολής με βάση το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 αναπτύσσει αυτοτελή αποτελέσματα μόνον έως την έκδοση της αρνητικής αποφάσεως (εν προκειμένω το 2016). Στη συνέχεια, η διαταγή αναστολής δεν παράγει πλέον αυτοτελή έννομα αποτελέσματα. Συνεπώς, το κύριο αντικείμενο της διαφοράς εξέλιπε μετά την άσκηση της προσφυγής το 2015.

2)      Επί της διατηρήσεως του έννομου συμφέροντος της Ουγγαρίας ως προς την ακύρωση των προσβαλλομένων διαταγών αναστολής

34.      Εντούτοις, εν προκειμένω, διατηρείται κατ’ εξαίρεση το έννομο συμφέρον της Ουγγαρίας ως προς την ακύρωση των προσβαλλομένων διαταγών αναστολής.

35.      Το γεγονός ότι η Ουγγαρία δεν προέβη σε καμία ενέργεια, προκειμένου να μην καταστούν απρόσβλητες οι αρνητικές αποφάσεις, δεν μεταβάλλει το ανωτέρω συμπέρασμα. Μολονότι η διαταγή αναστολής και η αρνητική απόφαση συνδέονται στενά μεταξύ τους, η προσβολή της αρνητικής αποφάσεως δεν συνιστά προϋπόθεση για τη διαπίστωση εννόμου συμφέροντος ως προς την ακύρωση της διαταγής αναστολής της οποίας το αντικείμενο έχει πλέον εκλείψει. Οι δύο αποφάσεις της Επιτροπής έχουν διαφορετικό αντικείμενο.

36.      Στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αρνητικής αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει αν ένα μέτρο θεσπισθέν από κράτος μέλος συνιστά ενίσχυση απαγορευόμενη από το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εν προκειμένω όμως εξετάζονται οι εξουσίες της Επιτροπής για τη λήψη προσωρινών μέτρων πριν από την έκδοση των οριστικών αποφάσεων. Οι εξουσίες αυτές υπόκεινται σε άλλες προϋποθέσεις. Στο πλαίσιο τούτο, το ότι η Ουγγαρία δεν προσέβαλε την αρνητική απόφαση δεν καθιστά αντιφατική τη συμπεριφορά της. Επομένως, το έννομο συμφέρον της Ουγγαρίας για τη διεξαγωγή χωριστής εξετάσεως της διαταγής αναστολής δεν εξέλιπε μετά την εξαφάνιση του αντικειμένου της σχετικής διαφοράς.

37.      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων διατηρεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Τούτο του παρέχει τη δυνατότητα να αποτρέψει τον εκδότη της πράξεως από την επανάληψη της παράνομης πράξεως. Η διατήρηση του συμφέροντος αυτού προϋποθέτει ότι η εν λόγω πλημμέλεια ενδέχεται να επαναληφθεί στο μέλλον, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων περιστάσεων της επίμαχης υποθέσεως (15).

38.      Βεβαίως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι εκδίδει σχετικά σπάνια διαταγές αναστολής και η Ουγγαρία δεν προέβαλε ότι η Επιτροπή είχε απειλήσει με την έκδοση διαταγών αναστολής στο πλαίσιο συγκεκριμένων άλλων διαδικασιών ελέγχου κρατικών ενισχύσεων.

39.      Ωστόσο, ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων είναι πολύ ευρύς και συνεπάγεται πολυάριθμες διαδικασίες της Επιτροπής. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίζει την πρακτική της σε σχέση με τις διαταγές αναστολής σε συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές. Επομένως, είναι δύσκολο να προβλεφθεί πότε, πώς και υπό ποιες περιστάσεις η Επιτροπή κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής.

40.      Επιπλέον, τα κράτη μέλη, ως προνομιούχοι προσφεύγοντες, έχουν κατ’ αρχήν αυξημένο έννομο συμφέρον όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων. Η πρόσφατη, μνημονευόμενη στην υποσημείωση 13, διάταξη του Δικαστηρίου (16) δεν αποκλείει το συμπέρασμα αυτό. Ασφαλώς, στη συγκεκριμένη διάταξη, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η Ουγγαρία διατηρούσε το έννομο συμφέρον της. Στην περίπτωση εκείνη όμως το αντικείμενο της διαφοράς είχε εκλείψει, διότι η Ουγγαρία τροποποίησε το μέτρο που η Επιτροπή είχε απαγορεύσει ως ενίσχυση. Η εν λόγω κατάσταση, λοιπόν, είναι διαφορετική από την εδώ εξεταζόμενη. Εν προκειμένω, υφίσταται διαφωνία σχετικά με τις εξουσίες της Επιτροπής στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Σε διαφορετική περίπτωση, τα κράτη μέλη θα στερούνταν την έννομη προστασία τους κατά των διαταγών αναστολής ως προσωρινών μέτρων.

41.      Τέλος, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Επιτροπή συμφώνησαν ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, έχουν έννομο συμφέρον ως προς τον έλεγχο των διαταγών αναστολής (17).

42.      Επομένως, η εξεταζόμενη διαφορά δεν είναι υποθετικής φύσεως. Αντιθέτως, υφίσταται επαρκής κίνδυνος επαναλήψεως που θεμελιώνει τη διατήρηση του έννομου συμφέροντος ως προς την εξέταση των διαταγών αναστολής των οποίων το αντικείμενο έχει εκλείψει.

3)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

43.      Συνεπώς, οι προσφυγές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν παραδεκτές.

2.      Επί των λόγων αναιρέσεως

44.      Η Ουγγαρία προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγών αναστολής βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και, αφετέρου, δεν εξέτασε επαρκώς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής. Κατά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας τα επιχειρήματα της Ουγγαρίας. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή.

45.      Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως μπορεί να απορριφθεί εκ προοιμίου ως προδήλως αβάσιμος. Με τον λόγο αυτόν, η Ουγγαρία προβάλλει την αιτίαση ότι, στις σκέψεις 53 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Ουγγαρία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή είχε καθορίσει εσφαλμένως το πλαίσιο αναφοράς των εξεταζόμενων μέτρων της Ουγγαρίας, με το σκεπτικό ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν προβλήθηκε εγκαίρως και, ως εκ τούτου, ήταν απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εκ μέρους της Επιτροπής αποτέλεσε απαράδεκτο νέο λόγο ακυρώσεως, καθόσον τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Ουγγαρία στα δικόγραφα της προσφυγής έβαλλαν μόνον κατά των προσβαλλομένων διαταγών αναστολής.

1)      Επί των προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγών αναστολής βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)

46.      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγών αναστολής με βάση το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.

1)      Επί της συνεκτιμήσεως του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999

47.      Η Ουγγαρία εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και της Επιτροπής.

48.      Τούτο στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (18), χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, επισημαίνοντας ότι οι εξουσίες των εθνικών δικαστηρίων περιορίζονται όταν η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας.

49.      Επιπλέον, οι επισημάνσεις του Γενικού Δικαστηρίου, τις οποίες επικρίνει η Ουγγαρία, σχετικά με την «κύρια έννομη συνέπεια» (σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και το «ουσιαστικά ίδιο έννομο αποτέλεσμα» (σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) της ενάρξεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και των διαταγών αναστολής δεν ασκούν καμία επιρροή στην έκβαση της διαφοράς. Πιο συγκεκριμένα, οι εν λόγω περιγραφές των εννόμων συνεπειών ουδόλως επηρεάζουν την ύπαρξή τους. Επομένως, δεν είναι κρίσιμες, διότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κανένα πλεονέκτημα στην Ουγγαρία (19). Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας είναι ατελέσφορη.

50.      Το Γενικό Δικαστήριο, λοιπόν, έλαβε υπόψη δεόντως τα έννομα αποτελέσματα του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.

2)      Επί της ερμηνείας του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999

51.      Η Ουγγαρία επικρίνει τη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11 του κανονισμού 659/1999. Στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εξάρτηση της εκδόσεως διαταγής αναστολής από πρόσθετες ουσιαστικές προϋποθέσεις θα αποδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Η Ουγγαρία θεωρεί ότι τούτο δύσκολα μπορεί να συμβιβαστεί με τη νομολογία. Κατά τη νομολογία, δηλαδή, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εκδίδει αυτομάτως διαταγές αναστολής, εάν οι ενισχύσεις δεν έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (20).

52.      Εντούτοις, από τις επισημάνσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 73 και 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εκδίδει αυτομάτως διαταγές αναστολής. Αντιθέτως, η Επιτροπή έχει την εξουσία («μπορεί») να εκδίδει διαταγές αναστολής. Η άσκηση της εξουσίας αυτής εκ μέρους της Επιτροπής επαφίεται στη διακριτική της ευχέρεια.

53.      Το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε, επίσης, ορθώς και το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωσε ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 περιορίζονται σε μία διαδικαστική και μία ουσιαστική προϋπόθεση. Επί της διαδικασίας, η Επιτροπή οφείλει να παρέχει τη δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Από ουσιαστικής απόψεως, η Επιτροπή πρέπει να χαρακτηρίσει προσωρινά το οικείο εθνικό μέτρο ως παράνομη ενίσχυση.

54.      Περαιτέρω, στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε ότι οι πρόσθετες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής ανακτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 δεν ισχύουν για την έκδοση διαταγών αναστολής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.

55.      Τούτο προκύπτει από την a contrario ερμηνεία της παραγράφου 2 σε σχέση με την παράγραφο 1, η οποία δεν απαιτεί πρόσθετες προϋποθέσεις. Ειδάλλως, θα υπονομευόταν η απόφαση του συντάκτη του κανονισμού να ορίσει πρόσθετες προϋποθέσεις μόνο για την έκδοση διαταγών ανακτήσεως με βάση το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999.

56.      Επίσης, το πνεύμα και ο σκοπός του άρθρου 11 του κανονισμού 659/1999 συνηγορούν υπέρ του ότι οι πρόσθετες προϋποθέσεις επιβάλλεται να πληρούνται μόνο για την έκδοση προσωρινών διαταγών ανακτήσεως εκ μέρους της Επιτροπής. Πράγματι, οι προσωρινές διαταγές ανακτήσεως παράγουν αποτελέσματα για το παρελθόν. Αντιθέτως, μια διαταγή αναστολής αναπτύσσει αποτελέσματα για το μέλλον. Λαμβανομένης υπόψη της υφιστάμενης απαγορεύσεως εφαρμογής του μέτρου την οποία προβλέπει ούτως ή άλλως το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το έννομο αποτέλεσμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 συνίσταται κυρίως στην απλοποιημένη διαδικασία ασκήσεως προσφυγής της Επιτροπής κατά του κράτους μέλους βάσει του άρθρου 12. Η προσφυγή αυτή συνιστά ειδική μορφή της προσφυγής λόγω παραβάσεως (21). Παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να κινήσει απλοποιημένη διαδικασία λόγω παραβάσεως, προκειμένου να αντιμετωπίσει, ταχέως και αποτελεσματικώς, τον αυξημένο κίνδυνο παραβάσεως εκ μέρους του κράτους μέλους.

57.      Η Ουγγαρία διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δέχθηκε ότι οι προϋποθέσεις αυτές πράγματι πληρούνται, παραμορφώνοντας τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία στις σκέψεις 59 έως 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, η Ουγγαρία αναφέρεται, κυρίως κατά τρόπο αφηρημένο, στις έννοιες του πλεονεκτήματος και της επιλεκτικότητας. Ωστόσο, δεν παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία για να στηρίξει την παραμόρφωση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, η εν λόγω εκτίμηση της Ουγγαρίας δεν ασκεί καμία επιρροή.

3)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

58.      Το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε, επομένως, σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και, ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

2)      Επί της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)

59.      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ουγγαρία και η Πολωνία αμφισβητούν την εξέταση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής από το Γενικό Δικαστήριο.

60.      Η Ουγγαρία υποστηρίζει εσφαλμένως ότι το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε στην Επιτροπή απεριόριστη διακριτική ευχέρεια. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ορθώς, στις σκέψεις 86 και 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υπόκεινται σε έλεγχο σχετικά με το αν οι πράξεις τους, επομένως και η έκδοση διαταγών αναστολής, συνάδουν προς τις Συνθήκες και τις γενικές αρχές του δικαίου (22).

61.      Η Ουγγαρία και η Πολωνία υποστηρίζουν επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής, διότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διαταγές αναστολής ήταν σύμφωνες προς τη γενική αρχή της αναλογικότητας.

1)      Επί της ανάγκης εκδόσεως των διαταγών αναστολής

62.      Συναφώς, η Ουγγαρία και η Πολωνία υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφασίσει την έναρξη της επίσημης διαδικασίας έρευνας ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με τις διαταγές αναστολής με βάση το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, αλλά το Γενικό Δικαστήριο δεν το έλαβε αυτό υπόψη.

63.      Το Γενικό Δικαστήριο όμως έκρινε ορθώς, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν τα ίδια να αντλήσουν όλες τις συνέπειες από την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και να αναστείλουν την εκτέλεση εθνικού μέτρου, ενώ οι διαταγές αναστολής είναι άμεσα –και σαφώς– δεσμευτικές δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 (23).

64.      Ασφαλώς, υπό το πρίσμα αυτό, ο περιορισμός μόνο στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας μπορεί να συνιστά ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την έκδοση διαταγής αναστολής. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα στερούνταν τη δυνατότητα να προσφύγει, εν ανάγκη, απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου και να επιβάλει κατ’ αυτόν τον τρόπο την απαγόρευση εκτελέσεως του οικείου μέτρου. Επομένως, δεν θα ενεργούσε εξίσου αποτελεσματικά. Εξάλλου, με βάση την επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, οι διαταγές αναστολής θα ήταν πάντοτε δυσανάλογες, εάν η Επιτροπή τις εξέδιδε συγχρόνως με την έναρξη της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

65.      Κατά συνέπεια, η έκδοση διαταγών αναστολής ήταν αναγκαία παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

2)      Επί της αναλογικότητας των διαταγών αναστολής στο φορολογικό δίκαιο

66.      Επιπλέον, κατά την Πολωνία, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, εν προκειμένω, απαιτείτο να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις για να θεωρηθεί πρόσφορη η έκδοση των διαταγών αναστολής στον τομέα του φορολογικού δικαίου.

67.      Αντιθέτως προς την άποψη της Πολωνίας, όμως, η έκδοση διαταγών αναστολής, ακόμη και στο φορολογικό δίκαιο, δεν προϋποθέτει τέτοιες ιδιαίτερες περιστάσεις.

68.      Ασφαλώς, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη φορολογική αυτονομία των κρατών μελών, όταν εξετάζει αν γενικά φορολογικά καθεστώτα συνιστούν ενισχύσεις. Φρονώ ότι τούτο συνεπάγεται μια τροποποιημένη εξέταση του επιλεκτικού πλεονεκτήματος (24). Εντούτοις, εάν με βάση την τροποποιημένη αυτή εξέταση, η Επιτροπή καταλήξει στο προσωρινό συμπέρασμα ότι ενδέχεται να υφίσταται παράνομη ενίσχυση, έχει επίσης την εξουσία να εκδώσει προσωρινές διαταγές αναστολής δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.

69.      Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του αν το επίμαχο μέτρο συνιστά, εν τέλει, πράγματι ενίσχυση (25). Η Επιτροπή δεν δύναται να εκδώσει διαταγή αναστολής μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι δεν υφίσταται ενίσχυση. Μολονότι δεν έχει αποσαφηνισθεί ακόμη αν η προοδευτική φορολογική διάρθρωση μπορεί να συνιστά επιλεκτικό πλεονέκτημα (26), δεν αποκλείεται προδήλως η ύπαρξη ενισχύσεως. Επιπλέον, η Ουγγαρία δεν προσέβαλε τις αρνητικές αποφάσεις της Επιτροπής και αυτές κατέστησαν εν τω μεταξύ απρόσβλητες. Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, είναι δεδομένο ότι τα επίδικα μέτρα συνιστούν ενισχύσεις μη συμβατές με την εσωτερική αγορά.

70.      Ωστόσο, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας σχετικά με την έκδοση διαταγών αναστολής, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τον ειδικό σκοπό των εν λόγω διαταγών. Αυτός συνίσταται –όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως– στη δυνατότητα της Επιτροπής να ασκεί προσφυγή με πιο απλή διαδικασία δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 659/1999. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά έναν αυξημένο κίνδυνο παραβάσεως (σχετικά, ανωτέρω, υπό σημείο 56).

3)      Άσκηση διακριτικής ευχέρειας από την Επιτροπή

71.      Η Ουγγαρία και η Πολωνία προσάπτουν, ιδίως, στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη δεόντως την προγενέστερη πρακτική της Επιτροπής κατά την εξέταση της αναλογικότητας των διαταγών αναστολής.

72.      Στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή κίνησε επίσημες διαδικασίες έρευνας όσον αφορά τα φορολογικά μέτρα που υφίστανται σε ορισμένα κράτη μέλη χωρίς να εκδώσει διαταγή αναστολής, ενώ εξέδωσε τέτοιες διαταγές κατά την κίνηση παρόμοιων διαδικασιών για άλλα κράτη μέλη, δεν αρκεί προς απόδειξη παραβιάσεως των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως. Η Ουγγαρία δεν απέδειξε, ιδίως, ότι οι προβαλλόμενες διαδικασίες είναι συγκρίσιμες (σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).

73.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι από το 1990 εξέδωσε μόνον περίπου 20 διαταγές αναστολής. Η Ουγγαρία και η Πολωνία έθεσαν το στοιχείο τούτο στο συγκριτικό πλαίσιο των πολλών εκατοντάδων διαδικασιών ελέγχου ενισχύσεων που έχουν διεξαχθεί έκτοτε.

74.      Επομένως, η Επιτροπή όφειλε να συνεκτιμήσει, εν προκειμένω, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, το ότι, βάσει της προγενέστερης πρακτικής της, σπανίως έχει ασκήσει την εξουσία εκδόσεως διαταγών αναστολής. Πρέπει να γίνει αντιληπτός, λοιπόν, ο λόγος για τον οποίον εξέδωσε διαταγές αναστολής στην παρούσα περίπτωση.

75.      Όταν η Επιτροπή εκδίδει διαταγή αναστολής αφού έχει κινήσει ήδη την επίσημη διαδικασία έρευνας, μπορεί να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο ασκήσεως της διακριτικής της ευχέρειας, ότι το κράτος μέλος εφαρμόζει το εξεταζόμενο μέτρο παρά την απόφαση περί κινήσεως της σχετικής διαδικασίας.

76.      Ωστόσο, όταν η Επιτροπή εκδίδει διαταγή αναστολής συγχρόνως με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, όπως συνέβη εν προκειμένω, ασκεί προσηκόντως τη διακριτική της ευχέρεια εφόσον εκτιμά ότι υφίσταται κίνδυνος, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, το κράτος μέλος να εφαρμόσει τα μέτρα ενισχύσεως παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Στη λογική αυτή στηρίχθηκε και το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αιτιολογίας της Επιτροπής στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

77.      Συναφώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη το ότι, τέσσερις μήνες πριν από την έκδοση των επίδικων αποφάσεων, η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας όσον αφορά φόρο τον οποίο θέσπισε η Ουγγαρία στον τομέα της διαφημίσεως, φόρο ο οποίος χαρακτηριζόταν από προοδευτικό φορολογικό συντελεστή εφαρμοζόμενο επί του κύκλου εργασιών από διαφημιστικές υπηρεσίες των επιχειρήσεων μέσων ενημερώσεως (27). Επομένως, ο φόρος αυτός ήταν παρόμοιος με την εισφορά υγείας και με το τροποποιημένο τέλος επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας. Πριν και μετά από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των ουγγρικών αρχών.

78.      Εξάλλου, στις σκέψεις 136 και 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, με βάση τη δικογραφία, η Ουγγαρία δεν ανέστειλε τα εν λόγω φορολογικά μέτρα παρά την κίνηση της διαδικασίας αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίστατο κίνδυνος η Ουγγαρία να εφαρμόσει τα σχετικά μέτρα παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

79.      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να συναγάγει ότι η Επιτροπή είχε συνεκτιμήσει την προγενέστερη πρακτική της κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. Συναφώς, εν τέλει, δεν χωρεί αμφισβήτηση ως προς τον έλεγχο του Γενικού Δικαστηρίου επί της ασκήσεως διακριτικής ευχέρειας.

4)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

80.      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας.

3)      Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή (τρίτος λόγος αναιρέσεως)

81.       Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 296, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 41, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

82.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της αιτιολογίας της Επιτροπής κατά την έκδοση διαταγών αναστολής (υπό 1). Έπειτα, θα εξετάσω αν το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε την αιτιολογία της Επιτροπής χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο (υπό 2).

1)      Επί του αντικειμένου της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή κατά την έκδοση διαταγών αναστολής

83.      Το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει ρητώς την υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων των θεσμικών οργάνων. Ομοίως, το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη περιλαμβάνει την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Το άρθρο 41 του Χάρτη αντανακλά μια γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης την οποία μπορούν να επικαλεσθούν τα κράτη μέλη (28).

84.      Φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμησή του ότι η αιτιολογία της Επιτροπής πρέπει να καλύπτει τις δύο προϋποθέσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, καθώς και –αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής– την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας.

85.      Πιο συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, από την απαιτούμενη κατά το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αιτιολογία των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το σχετικό μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της προκειμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των παρατιθέμενων στοιχείων της αιτιολογία και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες της ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Δεν απαιτείται να παρατίθενται εξαντλητικά στην αιτιολογία όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (29).

86.      Πρώτον, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ως παράνομης ενισχύσεως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίπεδο της αιτιολογίας της διαταγής αναστολής πρέπει να ανταποκρίνεται στην αιτιολογία την οποία επιτάσσει η νομολογία για τις αποφάσεις κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

87.      Δεύτερον, στη σκέψη 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι από τις επίδικες αποφάσεις προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέσχε στην Ουγγαρία τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Στο μέτρο τούτο, η αιτιολογία δεν είναι επικριτέα.

88.      Τρίτον, στη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ορθώς ότι η αιτιολογία της Επιτροπής πρέπει να καλύπτει και την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα έννομα αποτελέσματα που παράγει η διαταγή αναστολής με βάση το άρθρο 12 του κανονισμού 659/1999, όταν η διαταγή αναστολής περιλαμβάνεται στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

89.      Το πνεύμα και ο σκοπός της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως επιβάλλουν, όπως προκύπτει και από το σημείο 85, η έκδοση διαταγής αναστολής να πραγματοποιείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο, κατά την Επιτροπή, το οικείο κράτος μέλος δεν θα συμμορφωθεί προς την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και δεν θα αναστείλει την εκτέλεση των σχετικών μέτρων. Τούτο συνεπάγεται ότι η ιδιαίτερη φύση της διαταγής αναστολής λαμβάνεται υπόψη και στο πλαίσιο της αιτιολογίας. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, στα σημεία 56 και 70, η Επιτροπή πρέπει να έχει στη διάθεσή της την απλοποιημένη διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 659/1999, όταν υφίσταται αυξημένος κίνδυνος το κράτος μέλος να εξακολουθήσει να εφαρμόζει το εξεταζόμενο μέτρο. Η υποχρέωση ειδικής αιτιολογήσεως συντρέχει ιδίως σε περίπτωση που η έκδοση διαταγής αναστολής ήταν σπάνια στην προγενέστερη πρακτική, μολονότι λαμβανόταν υπόψη η ως άνω ιδιαίτερη φύση της διαταγής αναστολής.

2)      Επί του ελέγχου της αιτιολογίας της Επιτροπής από το Γενικό Δικαστήριο

90.      Κατά την Ουγγαρία και την Πολωνία, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την εκτίμησή της σχετικά με το ότι η Ουγγαρία θα εφάρμοζε τα επίμαχα εθνικά μέτρα παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

91.      Συναφώς, στη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δύο στοιχεία θεμελίωναν επαρκώς την απόφαση της Επιτροπής να εκδώσει διαταγές αναστολής. Αφενός, η Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί στο γεγονός ότι η Ουγγαρία αμφισβήτησε τον χαρακτήρα των μέτρων ως ενισχύσεων. Αφετέρου, η Ουγγαρία δεν έλαβε θέση επί των προβλεπομένων διαταγών αναστολής.

92.      Ωστόσο, τα δύο αυτά στοιχεία δεν αιτιολογούν επαρκώς την εκτίμηση της Επιτροπής ότι, παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Ουγγαρία θα εξακολουθήσει να εφαρμόζει τα εξεταζόμενα εθνικά μέτρα έως ότου περατωθεί η εν λόγω διαδικασία. Από τις επίδικες αποφάσεις δεν προκύπτει ότι μια απλοποιημένη διαδικασία λόγω παραβάσεως θα μπορούσε να είναι αναγκαία.

93.      Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί προφανώς δικαίωμα κάθε κράτους μέλους να αμυνθεί υποστηρίζοντας ότι ένα μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση. Από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συναχθεί αυξημένος κίνδυνος μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με τις έννομες συνέπειες του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Τούτο ισχύει, ιδίως, όσον αφορά αμφιλεγόμενα νομικά ζητήματα όπως αυτό της υπό κρίση υποθέσεως.

94.      Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν απλώς τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την έκδοση διαταγών αναστολής, αλλά δεν υποχρεούνται προς τούτο. Ασφαλώς, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης. Συναφώς, εάν κράτος μέλος δεν συνεργάζεται με την Επιτροπή, η στάση του μπορεί να αξιολογηθεί κάλλιστα ως αρνητική ένδειξη. Ελλείψει άλλων συμπληρωματικών περιστάσεων, όμως, τούτο δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι κράτος μέλος δεν θα συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

95.      Περαιτέρω, η απόφαση δεν είναι ορθή και για άλλους λόγους. Πέραν των πτυχών που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή αιτιολόγησε τις διαταγές αναστολής, στις αιτιολογικές σκέψεις 47 και 48 της αποφάσεως σχετικά με την εισφορά υγείας και στις αιτιολογικές σκέψεις 56 και 57 της αποφάσεως σχετικά με την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, επισημαίνοντας ότι η Ουγγαρία εξακολουθούσε να χορηγεί τις ενισχύσεις κατά τον χρόνο εκδόσεως των διαταγών αναστολής και ότι τούτο μπορούσε να είχε σοβαρές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό.

96.      Η Επιτροπή, όμως, δεν ήταν δυνατό να συναγάγει ούτε από αυτά τα δύο στοιχεία ότι η Ουγγαρία δεν θα εκπλήρωνε την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 108, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Πράγματι, αφενός, η απαγόρευση εκτελέσεως του μέτρου η οποία απορρέει από την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας δεν υφίστατο ακόμη πριν από την έκδοση των διαταγών αναστολής, διότι η Επιτροπή εξέδωσε τις διαταγές αναστολής συγχρόνως με την κίνηση των επίσημων διαδικασιών έρευνας. Αφετέρου, η απαγόρευση εκτελέσεως υφίσταται ανεξαρτήτως της σοβαρότητας των επιπτώσεων του μέτρου στον ανταγωνισμό. Το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν κάνει διάκριση αναλόγως του εύρους της ενισχύσεως. Επομένως, το εύρος μιας ενισχύσεως δεν έχει, καταρχήν, καμία σημασία ούτε σε σχέση με προσωρινό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί απλώς στην κίνηση απλοποιημένης διαδικασίας λόγω παραβάσεως.

97.      Αντιθέτως –όπως τονίζουν η Ουγγαρία και η Πολωνία–, από τις αιτιολογίες των επίδικων αποφάσεων της Επιτροπής έπρεπε να προκύπτουν οι περιστάσεις στις οποίες στήριξε η Επιτροπή την εκτίμησή της ότι η Ουγγαρία θα εκτελέσει τα σχετικά μέτρα παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

98.      Όπως επισημάνθηκε και στο σημείο 78, από τον φάκελο της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ότι, λίγους μήνες νωρίτερα, η Ουγγαρία δεν είχε αναστείλει τα μέτρα σχετικά με τον φόρο διαφημίσεως παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Κατά πάσα πιθανότητα, τούτο πρέπει να παρώθησε την Επιτροπή προς έκδοση των διαταγών αναστολής. Καθεαυτή η εν λόγω στάθμιση δεν θα μπορούσε να επικριθεί. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό της εκτιμήσεώς της είναι τόσο ουσιώδες, ώστε η Επιτροπή έπρεπε να το περιλάβει στην αιτιολογία της.

99.      Αντιθέτως προς τη θέση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί απλώς μέρος του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η έκδοση των προσβαλλομένων διαταγών το οποίο η Ουγγαρία δεν μπορούσε να αγνοεί. Αν η προγενέστερη συμπεριφορά της Ουγγαρίας αποτέλεσε όντως κρίσιμη ένδειξη για την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η Ουγγαρία θα εκτελούσε το μέτρο παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η σκέψη αυτή της Επιτροπής πρέπει να προκύπτει από τη δημοσιευθείσα αιτιολογία της διαταγής αναστολής. Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

100. Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπο παρέχεται η δυνατότητα, πρώτον, στον αποδέκτη της αποφάσεως, δεύτερον, σε άλλους δυνητικούς προσφεύγοντες και, τρίτον, στο Γενικό Δικαστήριο να αντιληφθούν και να ελέγξουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής. Συνολικά, λοιπόν, προκύπτει ότι η αιτιολογία της Επιτροπής ήταν ανεπαρκής και το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 137 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

3)      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

101. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της αιτιολογίας της Επιτροπής. Η αιτιολογία των προσβαλλομένων διαταγών αναστολής δεν πληροί τις νόμιμες απαιτήσεις.

4)      Συμπέρασμα

102. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως της Ουγγαρίας είναι βάσιμη.

VI.    Επί της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

103. Εάν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και μπορεί, εν συνεχεία, το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.

104. Δεδομένου ότι η αιτιολογία των διαταγών αναστολής δεν είναι σύννομη, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να διαπιστωθεί ότι οι επίδικες αποφάσεις ήταν άκυρες κατά το μέρος που προέβλεπαν την έκδοση διαταγών αναστολής.

105. Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει ακυρώσει, μέχρι σήμερα, και πράξεις των οποίων το αντικείμενο είχε ήδη εκλείψει (30). Ωστόσο, εάν τέτοιες πράξεις δεν παράγουν πλέον έννομα αποτελέσματα, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή η ακύρωσή τους. Στην πραγματικότητα, στις περιπτώσεις αυτές, είναι δυνατή μόνον η διαπίστωση της ακυρότητας. Επομένως, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται έννομο συμφέρον ως προς την ακύρωση, όπως εν προκειμένω, προτείνω να διαπιστωθεί ότι οι πράξεις ήταν άκυρες.

VII. Έξοδα

106. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν το Δικαστήριο δέχεται την αίτηση αναιρέσεως και κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων. Βάσει του άρθρου 138, παράγραφος 1, το οποίο εφαρμόζεται στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

107. Με βάση το άρθρο 184, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Πολωνία, ως παρεμβαίνουσα, φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

VIII. Πρόταση

108. Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1.      Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Απριλίου 2018, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T‑554/15 και T‑555/15.

2.      Διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις C(2015) 4805 τελικό και C(2015) 4808 τελικό ήταν άκυρες κατά το μέρος που προέβλεπαν την έκδοση διαταγών αναστολής.

3.      Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

4.      Η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρει τα δικαστικά της έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2      Απόφαση της 25ης Απριλίου 2018, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T-554/15 και T‑555/15, EU:T:2018:220).


3      Vodafone Magyarország (C-75/18), Tesco-Global Áruházak (C-323/18), Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-562/19 P), και Επιτροπή κατά Ουγγαρίας και Πολωνίας (C‑596/19 P). Βλ. και προτάσεις μου στις υποθέσεις Vodafone Magyarország (C‑75/18, EU:C:2019:492, σημεία 136 επ.) και Tesco-Global Áruházak (C-323/18, EU:C:2019:567, σημεία 128 επ.).


4      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 734/2013 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2013 (ΕΕ 2013, L 204, σ. 15).


      Στις 14 Οκτωβρίου 2015, ο κανονισμός 659/1999 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9).


5      Το άρθρο 13 του κανονισμού 2015/1589, πλέον, είναι σχεδόν πανομοιότυπο.


6      Αποφάσεις της Επιτροπής της 15ης Ιουλίου 2015 [Κρατικές ενισχύσεις SA.40018 (πρώην 2014/NN), C(2015) 4808 τελικό, και SA.41187 (2015/NN), C(2015) 4805 τελικό] (ΕΕ 2015, C 277, σ. 12 και σ. 24).


7      «In that context, the Commission underlines that the steeply progressive character of the turnover fee is capable of having a significant impact on the competitive situation in the market» (αιτιολογικές σκέψεις 47 και 56 των αποφάσεων της Επιτροπής της 15ης Ιουλίου 2015).


8      Αποφάσεις της Επιτροπής της 4ης Ιουλίου 2016, (ΕΕ) 2016/1846 σχετικά με το μέτρο SA.41187 (2015/C) (πρώην 2015/NN), το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Ουγγαρία σχετικά με την εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2016) 4049] (ΕΕ 2016, L 282, σ. 43), και (ΕΕ) 2016/1848 σχετικά με το μέτρο SA.40018 (2015/C) (πρώην 2015/NN), το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Ουγγαρία περί της τροποποίησης του 2014 του ουγγρικού τέλους επιθεώρησης όσον αφορά την τροφική αλυσίδα [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2016) 4056] (ΕΕ 2016, L 282, σ. 63).


9      Από το υπόμνημα παρεμβάσεως της Πολωνίας το οποίο δεν περιέχει αιτήματα, αντιθέτως προς την πρόβλεψη του άρθρου 132, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, προκύπτει σαφώς ότι η Πολωνία υποστηρίζει τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η Ουγγαρία και, ως εκ τούτου, τα αιτήματά της.


10      Βλ. απόφαση της 4ης Απριλίου 2019, OZ κατά ΕΤΕπ (C-558/17 P, EU:C:2019:289, σκέψεις 33 και 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


11      Βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2012, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑208/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:76, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και προτάσεις μου στην υπόθεση HX κατά Συμβουλίου (C-423/16 P, EU:C:2017:493, σημείο 48).


12      Αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής (C-362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 42), της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C-239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 61), και της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 43).


13      Βλ. διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2017, Ουγγαρία κατά Επιτροπής [C-204/17 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:751, σκέψη 18].


14      Βλ. αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 23), και της 3ης Ιουλίου 2001, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑378/98, EU:C:2001:370, σκέψη 24), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-527/12, EU:C:2014:90, σημείο 25) και της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής (C-400/99, EU:C:2001:191, σημείο 64).


15      Βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C-57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


16      Διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2017, Ουγγαρία κατά Επιτροπής [C-204/17 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:751, σκέψη 18].


17      Βλ., σχετικά, σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


18      Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa (C-284/12, EU:C:2013:755, σκέψεις 41 και 42).


19      Βλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2009, GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής (C‑501/06 P, C-513/06 P, C-515/06 P και C-519/06 P, EU:C:2009:610, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Iride κατά Επιτροπής (C-329/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:859, σκέψη 50).


20      Βλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C-75/97, EU:C:1999:311, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


21      Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 23), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Deutsche Lufthansa (C-284/12, EU:C:2013:442, υποσημείωση 56 στο σημείο 33), καθώς και της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής (C-400/99, EU:C:2001:191, σημείο 65).


22      Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 44), της 26ης Ιουνίου 2012, Πολωνία κατά Επιτροπής (C-335/09 P, EU:C:2012:385, σκέψη 48), της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 91), και της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C-45/15 P, EU:C:2017:402, σκέψη 35).


23      Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής (C-400/99, EU:C:2001:528, σκέψη 60).


24      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Vodafone Magyarország (C-75/18, EU:C:2019:492, σημεία 163 επ.) και στην υπόθεση Tesco-Global Áruházak (C‑323/18, EU:C:2019:567, σημεία 150 επ.).


25      Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:442, σημείο 27).


26      Βλ. παραπομπές στην υποσημείωση 3.


27      Απόφαση C(2015) 1520, της 12ης Μαρτίου 2015, σχετικά με το μέτρο SA.39235 (2015/C) (πρώην 2015/NN) – Ουγγαρία – Φόρος διαφημίσεως (ΕΕ 2015, C 136, σ. 7).


28      Βλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-521/15, EU:C:2017:1982, σκέψη 89), και προτάσεις μου στην υπόθεση αυτή (EU:C:2017:420, σημείο 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


29      Απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)· ιδίως σε σχέση με το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο βεβαίως του άρθρου 253 ΕΚ, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής (C-194/09 P, EU:C:2011:497, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Βλ., παραδείγματος χάρη, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψεις 2 και 3).