Language of document : ECLI:EU:C:2020:49

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GERARD HOGAN

της 29ης Ιανουαρίου 2020(1)

Υπόθεση C-762/18

QH

κατά

Varhoven kasatsionen sad na Republika Bulgaria,

παρισταμένης της:

Prokuratura na Republika Bulgaria

[αίτηση του Rayonen sad Haskovo
(περιφερειακού δικαστηρίου Χάσκοβο, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

Υπόθεση C-37/19

CV

κατά

Iccrea Banca SpA Istituto Centrale del Credito Cooperativo

[αίτηση του Corte suprema di cassazione
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστικές παραπομπές – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2003/88/EΚ – Άρθρο 7 – Άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Παρανόμως απολυθέντες εργαζόμενοι, οι οποίοι επαναπροσλήφθηκαν κατόπιν δικαστικής αποφάσεως – Αποκλεισμός του δικαιώματος για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την απόλυση μέχρι την επαναπρόσληψη – Έλλειψη δικαιώματος χρηματικής αποζημιώσεως για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το ίδιο χρονικό διάστημα σε περίπτωση μεταγενέστερης λύσεως της σχέσεως εργασίας»






I.      Εισαγωγή

1.        Δικαιούται ο εργαζόμενος ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της απολύσεώς του μέχρι την ημέρα της επαναπροσλήψεώς του, στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι απολύθηκε παρανόμως; Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα το οποίο είναι κοινό στις παρούσες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως και το οποίο επιπλέον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (2).

2.        Οι υπό κρίση αιτήσεις υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών, η πρώτη μεταξύ της QH και του Varhovenkasatsionen sad na Republika Bulgaria (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) (στο εξής: VKS), και η δεύτερη μεταξύ της CV και της πρώην εργοδότριάς της, της Iccrea Banca SpA Istituto Centrale del Credito Cooperativo (στο εξής: Iccrea Banca). Μολονότι οι εν λόγω αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δεν ενώθηκαν κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία, τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο των ένδικων αυτών διαδικασιών είναι παρεμφερή. Είναι, επομένως, σκόπιμο να αναπτυχθούν ενιαίες προτάσεις όσον αφορά τις εν λόγω δύο υποθέσεις.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

3.        Το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο επιγράφεται «Δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας», έχει ως εξής:

«1.      Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε συνθήκες εργασίας οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του.

2.      Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης, καθώς και σε ετήσια περίοδο αμειβόμενων διακοπών.»

2.      Η οδηγία 2003/88

4.        Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, το οποίο επιγράφεται «Ετήσια άδεια», ορίζει:

«1.      Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.

2.      Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»

2.      Το βουλγαρικό δίκαιο

5.        Κατά το άρθρο 224, παράγραφος 1, του Kodeks na truda (Εργατικού Κώδικα): «[σ]ε περίπτωση καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται χρηματική αποζημίωση για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών […], εφόσον το δικαίωμα αδείας δεν έχει αποσβεσθεί».

6.        Το άρθρο 354, παράγραφος 1, του Εργατικού Κώδικα ορίζει ότι «ως χρόνος υπηρεσίας λογίζεται επίσης το χρονικό διάστημα κατά το οποίο […] δεν υφίστατο σχέση εργασίας [και κατά το οποίο] ο εργαζόμενος ήταν άνεργος λόγω καταγγελίας η οποία κρίθηκε από τις αρμόδιες αρχές παράνομη: από την καταγγελία έως την επαναπρόσληψη».

3.      Το ιταλικό δίκαιο

7.        Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Decreto legislativo 8 aprile 2003, n. 66, Attuazione delle direttive 93/104/CE e 2000/34/CE concernenti taluni aspetti dell’organizzazione dell’orario di lavoro (νομοθετικό διάταγμα 66, της 8ης Απριλίου 2003, περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών 93/104/ΕΚ (3) και 2000/34/ΕΚ (4) σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας), της 8ης Απριλίου 2003 (GURI αριθ. 87, της 14ης Απριλίου 2003), η περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.

8.        Το άρθρο 52 της Contratto collettivo nazionale di lavoro (CCNL) del 7.12.2000 per le Banche di Credito Cooperativo, Casse Rurali ed Artigiane (εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας της 7.12.2000 για τις συνεταιριστικές τράπεζες και τις αγροτικές και βιοτεχνικές τράπεζες), η οποία εφαρμόζεται ratione temporis, ορίζει ότι: «[δ]εν χωρεί παραίτηση από το δικαίωμα αδείας. [...] Σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας, ο εργαζόμενος ο οποίος δεν έλαβε εν όλω ή εν μέρει την άδεια του τρέχοντος ημερολογιακού έτους, στην οποία έχει θεμελιώσει δικαίωμα [...], δικαιούται αποζημίωση ίση με τις αποδοχές των μη ληφθεισών ημερών αδείας. Σε περίπτωση απουσίας από την εργασία, η περίοδος αδείας μετ’ αποδοχών την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος μειώνεται κατά τόσα δωδέκατα όσοι είναι οι πλήρεις μήνες απουσίας […]».

9.        Κατά το άρθρο 53 της ίδιας συλλογικής συμβάσεως, για τις ημέρες αδείας ή/και τις ημέρες αδείας για «καταργηθείσες αργίες» που δεν ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους καταβάλλεται ποσό που υπολογίζεται βάσει των αποδοχών που καταβάλλονταν στο τέλος του ημερολογιακού αυτού έτους.

III. Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

1.      Η υπόθεση C-762/18

10.      Η QH απασχολείτο ως δασκάλα μουσικής σε δημοτικό σχολείο από την 1η Σεπτεμβρίου 1985. Στις 29 Απριλίου 2004 ο διευθυντής του σχολείου αποφάσισε να καταγγείλει την εν λόγω σχέση εργασίας. Η QH προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής και το Rayonen sad Plovdiv (περιφερειακό δικαστήριο Φιλιππουπόλεως, Βουλγαρία) με τελεσίδικη απόφασή του έκρινε ότι η απόλυσή της ήταν παράνομη και διέταξε την επαναπρόσληψή της.

11.      Ο διευθυντής του σχολείου κατήγγειλε εκ νέου τη σχέση εργασίας της QH, με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, ωστόσο, τη φορά αυτή η QH δεν προσέφυγε κατά της απολύσεώς της.

12.      Την 1η Ιουλίου 2009, η QH άσκησε ενώπιον του Rayonen Sad Plovdiv (περιφερειακού δικαστηρίου Φιλιππουπόλεως) αγωγή κατά του σχολείου ζητώντας την καταβολή ποσού 7 125 βουλγαρικών λέβα (BGN) (περίπου 3 641 ευρώ) ως χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια μετ’ αποδοχών αντιστοιχούσα σε 285 ημέρες, ειδικότερα σε 57 ημέρες ανά έτος για το διάστημα από 30 Απριλίου 2004 έως 30 Νοεμβρίου 2008. Επιπλέον, ζήτησε την καταβολή ποσού 1 100 BGN (περίπου 562 ευρώ) προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της καθυστερημένης καταβολής του πρώτου ως άνω ποσού για το διάστημα από 30 Νοεμβρίου 2008 έως 1 Ιουλίου 2009. Με απόφαση της 15ης Απριλίου 2010 το Rayonen sad Plovdiv (περιφερειακό δικαστήριο Φιλιππουπόλεως) απέρριψε τα εν λόγω αγωγικά αιτήματα.

13.      Η QH άσκησε έφεση ενώπιον του Okruzhen Sad Plovdiv (Εφετείου Φιλιππουπόλεως, Βουλγαρία), το οποίο, με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά την απόρριψη των ως άνω αγωγικών αιτημάτων. Εν συνεχεία, η QH υπέβαλε ενώπιον του VKS αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Okruzhen Sad Plovdiv (Εφετείου Φιλιππουπόλεως). Ωστόσο, με διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 2011, το VKS δεν επέτρεψε την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

14.      Όσον αφορά το ουσιαστικό ζήτημα που θέτει η ενάγουσα της κύριας δίκης, ήτοι αν εργαζόμενος ο οποίος απολύθηκε παρανόμως δικαιούται χρηματική αποζημίωση για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, βάσει του άρθρου 224, παράγραφος 1, του Εργατικού Κώδικα, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την ημέρα της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας έως την ημέρα της επαναπροσλήψεώς του βάσει τελεσίδικης αποφάσεως, το VKS διαπίστωσε ότι η απάντηση που δόθηκε από το Okruzhen Sad Plovdiv (περιφερειακό δικαστήριο Φιλιππουπόλεως) ήταν σύμφωνη με τη δεσμευτική νομολογία του VKS. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας έως την ημέρα της ακυρώσεως της απολύσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και την επάνοδο του παρανόμως απολυθέντος εργαζομένου στην μέχρι πρότινος εργασία του, ο εν λόγω εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας. Κατά συνέπεια, για το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών βάσει του άρθρου 224, παράγραφος 1, του Εργατικού Κώδικα.

15.      Εν συνεχεία η QH άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Rayonen Sad Haskovo (περιφερειακό δικαστήριο Χάσκοβο, Βουλγαρία) αγωγή κατά του VKS η οποία αφορούσε την καταβολή αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία που υπέστη εξαιτίας της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης την οποία διέπραξε το VKS διά της διατάξεως της 25ης Οκτωβρίου 2011. Πλέον της προβαλλόμενης παραβάσεως του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η QH φρονεί ότι το VKS όφειλε να έχει εφαρμόσει το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 και να αναγνωρίσει ότι αυτή εδικαιούτο ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν μπορούσε να λάβει την άδεια αυτή λόγω της παράνομης απολύσεώς της.

16.      Υπό τις συνθήκες αυτές, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς το αν η νομολογία του VKS είναι συμβατή με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, το Rayonen Sad Haskovo (περιφερειακό δικαστήριο Χάσκοβο) με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Δεκεμβρίου 2018, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [2003/88] την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση ή/και νομολογία κατά την οποία ο εργαζόμενος ο οποίος επανέρχεται στην εργασία του κατόπιν δικαστικής αναγνωρίσεως του παράνομου χαρακτήρα προηγηθείσας καταγγελίας της σχέσεως εργασίας δεν δικαιούται ετήσια άδεια για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της καταγγελίας έως την ημέρα της επαναπροσλήψεώς του;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/88] την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση ή/και νομολογία κατά την οποία, σε περίπτωση νέας καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, ο εν λόγω εργαζόμενος δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την ημέρα της προηγούμενης καταγγελίας έως την ημέρα της επαναπροσλήψεώς του;»

2.      Υπόθεση C-37/19

17.      Η CV, υπάλληλος της Iccrea Banca, απολύθηκε στις 11 Ιουλίου 2002 στο πλαίσιο διαδικασίας ομαδικών απολύσεων. Κατόπιν αγωγής που άσκησε η CV, το Tribunale di Roma (πρωτοδικείο Ρώμης, Ιταλία) διέταξε την επαναπρόσληψή της και πράγματι εκείνη επανήλθε στα καθήκοντά της στις 6 Οκτωβρίου 2003.

18.      Με έγγραφα της 13ης Οκτωβρίου και της 15ης Νοεμβρίου 2003, η Iccrea Banca απέλυσε εκ νέου την CV, με άμεση ισχύ, απαλλάσσοντάς την συγχρόνως από την υποχρέωση να εργαστεί κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας προειδοποιήσεως. Τα εν λόγω έγγραφα καταγγελίας κρίθηκαν εν συνεχεία άκυρα με αποφάσεις οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες και η CV επανήλθε εκ νέου στην εργασία της. Εν τέλει, η CV απολύθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2010.

19.      Στο μεταξύ, η CV άσκησε ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η Iccrea Banca να της καταβάλει χρηματική αποζημίωση για τις ημέρες ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και άδειας για «καταργηθείσες αργίες», ως προς τις οποίες είχε θεμελιώσει μεν δικαίωμα αλλά δεν τις είχε λάβει κατά τα έτη 2003 και 2004.

20.      Όσον αφορά το ζήτημα που τέθηκε από την CV, το Corte d’appello di Roma (εφετείο Ρώμης, Ιταλία) έκρινε ότι η CV δεν εδικαιούτο αποζημίωση για τη κεκτημένη αλλά μη ληφθείσα άδεια όσον αφορά το χρονικό διάστημα από την απόλυση έως την επαναπρόσληψή της, διότι η αποζημίωση αυτή συνδέεται αναγκαστικά με την «έλλειψη δυνατότητας ανάπαυσης», προϋπόθεση η οποία δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι η CV δεν είχε εργασθεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

21.      Κατά της ως άνω αποφάσεως η CV άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία). Το εν λόγω δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88, επισήμανε ορισμένες κρίσιμες πτυχές της δικής του εθνικής νομολογίας επί των απολύσεων, της επαναπρόσληψεως και της αξιώσεως χρηματικής αποζημιώσεως για μη ληφθείσα αδείας.

22.      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς το αν η εν λόγω εθνική νομολογία είναι συμβατή με το άρθρο 31 του Χάρτη και με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία με απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Ιανουαρίου 2019, και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/88] και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του [Χάρτη], μεμονωμένα ή από κοινού, την έννοια ότι αντιβαίνουν σε αυτά εθνικές διατάξεις ή πρακτικές κατά τις οποίες, αν λυθεί η σχέση εργασίας, δεν υφίσταται αξίωση σε χρηματική αποζημίωση για την άδεια επί της οποίας θεμελιώθηκε δικαίωμα αλλά η οποία δεν ελήφθη (όπως και για νομικό θεσμό όπως οι καλούμενες «Festività soppresse» [καταργηθείσες αργίες] που εξομοιώνονται λόγω της φύσεως και της λειτουργίας τους προς την ετήσια άδεια), σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του σε άδεια πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας λόγω παράνομης πράξεως (απολύσεως η οποία κρίθηκε άκυρη από το εθνικό δικαστήριο με αποτέλεσμα την αναδρομική αποκατάσταση της σχέσεως εργασίας) για την οποία ευθύνεται ο εργοδότης, αποκλειστικώς ως προς το διάστημα μεταξύ της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του εργοδότη και της επαναπροσλήψεως;»

IV.    Οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου

23.      Στην υπόθεση C-762/18, γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η QH, το VKS, η Βουλγαρική, η Ιταλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην υπόθεση C-37/19, γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η CV, η Iccrea Banca, η Ιταλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

24.      Εξαιρουμένων των VKS και Iccrea Banca, όλοι οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 11 Δεκεμβρίου 2019.

V.      Ανάλυση

1.      Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων

1.      Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-762/18

25.       Πρώτον, η Βουλγαρική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Rayonen Sad Haskovo (περιφερειακό δικαστήριο Χάσκοβο) δεδομένου ότι η πρώτη απόλυση της ενάγουσας έλαβε χώρα στις 29 Απριλίου 2004, ήτοι σε ημερομηνία προγενέστερη της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 2007. Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης το οποίο υποβάλλεται από δικαστήριο κράτους μέλους, όταν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή είναι προγενέστερα της προσχωρήσεως του εν λόγω κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

26.      Συναφώς επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και των προσαρμογών των [Σ]υνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (5), οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών καθώς και οι πριν από την προσχώρηση θεσπισθείσες πράξεις των θεσμικών οργάνων –όπως η οδηγία 2003/88– δεσμεύουν τη Βουλγαρία από την ημερομηνία προσχωρήσεώς της, με συνέπεια να εφαρμόζονται επί των μελλοντικών αποτελεσμάτων των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρησή της (6).

27.      Εν προκειμένω, η επίμαχη πρώτη απόλυση όντως έλαβε χώρα πριν από την προσχώρηση της Βουλγαρίας. Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι η ακύρωση της εν λόγω απολύσεως και η επαναπρόσληψη έγιναν μετά την εν λόγω προσχώρηση. Σε αντίθεση με όσα προβάλλει συναφώς η Βουλγαρική Κυβέρνηση, έχω τη γνώμη ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν τις νομικές συνέπειες που έχει το παράνομο της απολύσεως και η επαναπρόσληψη που επακολούθησε και όχι την ίδια την απόλυση. Επομένως, τα στοιχεία αυτά και οι έννομες συνέπειές τους παρουσιάζουν επαρκή αυτοτέλεια και συνδέονται σαφώς με γεγονότα που συνέβησαν μετά τον Ιανουάριο του 2007 ώστε να θεμελιώνεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση (7).

28.      Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία που προέβαλε η Βουλγαρική Κυβέρνηση προς αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη γνώμη μου, η οδηγία 2003/88 τυγχάνει εφαρμογής ratione temporis όσον αφορά τις έννομες συνέπειες οι οποίες επήλθαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2007.

29.      Δεύτερον, τόσο το VKS όσο και η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα της πρώτης απολύσεως της ενάγουσας έως την ημέρα της επαναπρόσληψής της, η ενάγουσα δεν αποτελούσε «εργαζόμενο» κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88 και ως εκ τούτου δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ή, γενικότερα, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ώστε να έχει το Δικαστήριο αρμοδιότητα να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων.

30.      Και αυτό το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν ακριβώς το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών σε συνάρτηση με την παράνομη απόλυση εργαζομένου και την επαναπρόσληψή του βάσει δικαστικής αποφάσεως. Με άλλα λόγια, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το χρονικό διάστημα μεταξύ της απολύσεως εργαζομένου και της επανόδου του στην μέχρι πρότινος εργασία του πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διάστημα πραγματικής παροχής εργασίας για τον καθορισμό της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που δικαιούται ο επαναπροσληφθείς. Δεδομένου ότι το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών προβλέπεται από την οδηγία 2003/88, εμπίπτει ως εκ τούτου στην ερμηνευτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

2.      Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C37/19

31.      Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ιταλική Κυβέρνηση, υποστήριξε ότι το προδικαστικό ερώτημα του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο λόγω της ανεπάρκειας του πραγματικού πλαισίου και της ελλείψεως αναφορών σε συγκεκριμένη συναφή εθνική νομοθεσία ή πρακτικές.

32.      Πρέπει να υπομνησθεί ευθύς εξαρχής ότι, μολονότι στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί ως προς το αν εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με το δίκαιο της Ένωσης ούτε να ερμηνεύσει εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, εντούτοις είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που ανάγονται στο δίκαιο της Ένωσης και τα οποία μπορούν να του δώσουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει κατά πόσο οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται προς το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να εκδώσει απόφαση επί της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί (8).

33.      Στο πλαίσιο αυτό, αρκεί η διαπίστωση ότι, μολονότι οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εκτίθενται κατά τρόπο που ενδέχεται να δημιουργεί σύγχυση, το Corte suprema di Cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) προσδιορίζει εντούτοις με σαφήνεια τον λόγο αναιρέσεως που σχετίζεται με το προδικαστικό ερώτημα καθώς και τις περιστάσεις στο πλαίσιο των οποίων ανακύπτει το ερώτημα αυτό. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο προσδιορίζει με ακρίβεια τις πράξεις της Ένωσης οι οποίες χρήζουν ερμηνείας, καθώς και την εθνική νομολογία που ενδέχεται να αντιβαίνει σε αυτές.

34.      Επομένως από τα ανωτέρω στοιχεία της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο και, κατά συνέπεια, η αίτηση είναι παραδεκτή.

2.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-762/18

35.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση ή/και νομολογία κατά την οποία εργαζόμενος που απολύθηκε παρανόμως και επαναπροσλήφθηκε δυνάμει δικαστικής αποφάσεως δεν δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την απόλυση έως την επαναπρόσληψή του.

36.      Το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 είναι πλέον σαφές.

37.      Πρώτον, όπως προκύπτει από το γράμμα του ίδιου του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88, παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, δικαίωμα το οποίο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ιδιαίτερης σημασίας αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης (9). Επιπλέον, το εν λόγω δικαίωμα, το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι εργαζόμενοι, ως ουσιώδη αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης που αποτυπώνεται στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/104 και στο άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, κατοχυρώνεται πλέον ρητώς ως θεμελιώδες δικαίωμα στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη (10). Κατά συνέπεια, το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών δεν πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά (11).

38.      Δεύτερον, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι ο σκοπός του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, το οποίο κατοχυρώνει υπέρ κάθε εργαζομένου το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88, συνίσταται στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας, αφενός, να αναπαυθεί από την άσκηση των καθηκόντων που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της συμβάσεως εργασίας και, αφετέρου, να έχει στη διάθεσή του ένα χρονικό διάστημα αναψυχής και ψυχαγωγίας (12). Ο ως άνω σκοπός, ο οποίος διακρίνει το δικαίωμα σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών από άλλα είδη άδειας που εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, στηρίζεται, ωστόσο, στην παραδοχή ότι ο εργαζόμενος εργάστηκε πράγματι κατά την περίοδο αναφοράς (13).

39.      Πράγματι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799), «[σ]υγκεκριμένα, ο σκοπός που έγκειται στο να δοθεί στον εργαζόμενο η δυνατότητα να αναπαυθεί προϋποθέτει ότι ο εργαζόμενος αυτός άσκησε δραστηριότητα που δικαιολογεί, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία της ασφάλειας και της υγείας του κατά την οδηγία 2003/88, να του χορηγηθεί περίοδος αναπαύσεως, χαλαρώσεως και αναψυχής. Κατά συνέπεια, η ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πρέπει καταρχήν να καθορίζεται σε συνάρτηση προς την πράγματι παρασχεθείσα από αυτόν εργασία δυνάμει της συμβάσεως εργασίας» (14).

40.      Τρίτον, είναι ωστόσο σαφές ότι, όπως έχει ήδη επισημάνει ο γενικός εισαγγελέας Ρ. Mengozzi, υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις, το Δικαστήριο «[έχει διαρρήξει] τον υποτιθέμενο εγγενή σύνδεσμο μεταξύ, αφενός, της παροχής πραγματικής εργασίας και, αφετέρου, του δικαιώματος για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών» (15).

41.      Ο εν λόγω σύνδεσμος έχει διαρρηχθεί επειδή το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, όταν συντρέχουν περιστάσεις οι οποίες είναι κατ’ ουσίαν ανεξάρτητες της βουλήσεως του εργαζομένου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν το δικαίωμα σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών από την υποχρέωση παροχής πραγματικής εργασίας. Τα μέχρι στιγμής παραδείγματα αφορούν ασθένεια (16) και άδεια μητρότητας (17). Αντιθέτως, η εν λόγω νομολογία δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση εργαζομένου ο οποίος έλαβε γονική άδεια κατά την περίοδο αναφοράς (18) ούτε εργαζομένου του οποίου η υποχρέωση παροχής εργασίας ανεστάλη (όπως και η υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή μισθού) στο πλαίσιο καθεστώτος «μηδενικής εκ περιτροπής εργασίας» («Kurzarbeit Null») (19).

42.      Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να απαντηθεί το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Rayonen Sad Haskovo (περιφερειακό δικαστήριο Χάσκοβο), είναι επομένως αναγκαίο να διευκρινιστεί αν η κατάσταση εργαζομένου ο οποίος αδυνατούσε να εργαστεί λόγω της παράνομης απολύσεώς του και ο οποίος στη συνέχεια επαναπροσλήφθηκε βάσει δικαστικής αποφάσεως «διαφέρει θεμελιωδώς» (20) από εκείνη ενός εργαζομένου που δεν μπορεί να εργασθεί λόγω ασθενείας ή άδειας μητρότητας.

43.      Λαμβανομένων υπόψη των απαιτούμενων κριτηρίων για να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως από την υποχρέωση παροχής πραγματικής εργασίας κατά την περίοδο αναφοράς προς θεμελίωση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, φρονώ ότι η επίμαχη περίπτωση στην κύρια δίκη δεν διαφέρει θεμελιωδώς από την άδεια ασθενείας ή την άδεια μητρότητας.

44.      Πράγματι, από την ήδη μνημονευθείσα στις παρούσες προτάσεις νομολογία μπορεί να συναχθεί ότι τα κριτήρια που διέπουν την εν λόγω εξαίρεση είναι κατ’ ουσίαν, πρώτον, ότι η απουσία από την εργασία είναι απρόβλεπτη (21) και, δεύτερον, ότι είναι ανεξάρτητη από τη βούληση του εργαζομένου (22). Εν ολίγοις, το κοινό στοιχείο των εν λόγω περιπτώσεων είναι ότι αφορούν σωματικές ή ψυχολογικές καταστάσεις τις οποίες υπομένει ο εργαζόμενος (23).

45.      Ρητή μνεία του δεύτερου αυτού κριτηρίου γίνεται επίσης στο άρθρο 5, παράγραφος 4, της συμβάσεως 132 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της 24ης Ιουνίου 1970, περί της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, όπως έχει αναθεωρηθεί, όσον αφορά τις απουσίες οι οποίες πρέπει να «συνυπολογίζονται στον χρόνο υπηρεσίας». Ωστόσο, όπως διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2003/88 και έχει ήδη επισημάνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, οι αρχές της ως άνω συμβάσεως πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας (24).

46.      Επιπλέον, οι καταστάσεις στις οποίες αναγνωρίζεται η εξαίρεση χαρακτηρίζονται επίσης από ορισμένους σωματικούς ή ψυχολογικούς περιορισμούς τους οποίους υφίσταται ο εργαζόμενος (25) ή από την ανάγκη προστασίας συγκεκριμένης βιολογικής καταστάσεως (26).

47.      Φρονώ ότι όλα τα ανωτέρω κριτήρια συντρέχουν στην περίπτωση που εργαζόμενος έχει απολυθεί παράνομα αλλά εν συνεχεία επαναπροσλαμβάνεται βάσει δικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, ο εργαζόμενος που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση θα αδυνατεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του για απρόβλεπτο και ανεξάρτητο από τη βούλησή του λόγο.

48.      Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι δεν είναι δίκαιο να αποβαίνουν εις βάρος του εργαζομένου πράξεις του εργοδότη οι οποίες ήταν, εξ ορισμού, παράνομες και εξαιτίας των οποίων ο εργαζόμενος στερήθηκε τη δυνατότητα να παράσχει την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα μετά την απόλυσή του. Εν ολίγοις, εφόσον, αν δεν είχε χωρήσει η απόλυση, η οποία οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, ο εν λόγω εργαζόμενος θα είχε παράσχει την εργασία του κατά την κρίσιμη περίοδο, το δικαίωμα του εργαζομένου σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών δεν πρέπει να θίγεται. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι ο εργοδότης οφείλει να μεριμνά ώστε να παρέχεται στον εργαζόμενο η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών (27).

49.      Προσθέτω επίσης ότι, υπό τις ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις, η παρέκκλιση που αναγνωρίζεται ως προς τους εργοδότες, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο σωρεύσεως από εργαζόμενο υπερβολικά μεγάλων διαστημάτων απουσίας και των δυσχερειών που ενδέχεται να προκληθούν στην οργάνωση της εργασίας από τα εν λόγω διαστήματα απουσίας, δεν τυγχάνει εφαρμογής (28).

50.      Πρώτον, η εν λόγω παρέκκλιση μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε «ιδιαίτερες περιπτώσεις» (29). Δεύτερον, εργοδότης ο οποίος δεν παρέχει σε εργαζόμενο τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πρέπει να αντιμετωπίζει τις σχετικές συνέπειες, ενώ γίνεται δεκτό ότι ενδεχόμενη εσφαλμένη εντύπωση που σχηματίζει συναφώς ο εργοδότης δεν ασκεί επιρροή (30). Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση εργαζομένου ο οποίος απολύθηκε παρανόμως. Πράγματι, ο εν λόγω εργαζόμενος στερήθηκε, τρόπον τινά, της δυνατότητας να ασκήσει εγκαίρως το δικαίωμά του ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, εξαιτίας σφάλματος του εργοδότη.

51.      Επομένως, υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στις «ιδιαίτερες περιπτώσεις» τις οποίες αναφέρει ρητώς το Δικαστήριο στην προηγούμενη νομολογία του. Διαφορετικά, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος εργοδότης ο οποίος απέλυσε παρανόμως εργαζόμενο να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις που υπέχει. Μια τέτοια κατάσταση, ωστόσο, πρέπει να αποφεύγεται (31).

52.      Η ως άνω ερμηνεία της παρεκκλίσεως συνάδει επιπλέον με την αρχή που ήδη υπομνήσθηκε ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών δεν πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ότι τυχόν παρεκκλίσεις από το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οργάνωση του χρόνου εργασίας που θεσπίστηκε από την οδηγία 2003/88 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε η εμβέλειά τους να περιορίζεται στο αυστηρώς αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλίζονται τα συμφέροντα τα οποία προστατεύονται από την εν λόγω παρέκκλιση.

53.      Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση που εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι ο παρανόμως απολυθείς εργαζόμενος πρέπει να επανέρχεται στην εργασία του, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη αντίκεινται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση ή νομολογία ή πρακτικές κατά τις οποίες ο εν λόγω εργαζόμενος δεν δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της απολύσεως έως την ημέρα της επαναπροσλήψεως.

3.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C762/18 και του προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C37/19

54.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα την υπόθεση C-762/18 και το μοναδικό προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-37/19, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί, αν το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σε αυτά εθνικές διατάξεις ή νομολογία ή πρακτικές, κατά τις οποίες, αν λυθεί η σχέση εργασίας, δεν υφίσταται αξίωση σε χρηματική αποζημίωση για τη θεμελιωμένη αλλά μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν μπόρεσε να λάβει την άδεια αυτή πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας λόγω απολύσεως που κρίθηκε παράνομη με απόφαση εθνικού δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η αναδρομική αποκατάσταση της εργασιακής σχέσεως για το χρονικό διάστημα μεταξύ της εν λόγω παράνομης πράξεως του εργοδότη και της επαναπροσλήψεως του εργαζομένου.

55.      Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα ετήσιας άδειας αποτελεί τη μία μόνον εκ των δύο πτυχών του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, που συνιστά ουσιώδη αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, το δε δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει επίσης την αξίωση καταβολής αποδοχών (32).

56.      Πρώτον, συνάγεται ότι, όσον αφορά εργαζόμενο ο οποίος δεν ήταν σε θέση, για λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεώς του, να ασκήσει το δικαίωμά του σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας, η χρηματική αποζημίωση που δικαιούται πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται στον εν λόγω εργαζόμενο κατάσταση παρόμοια με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν είχε ασκήσει το ως άνω δικαίωμα κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας (33). Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, το δικαίωμα στην καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας αποτελεί δικαίωμα άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα ετήσιας άδειας «μετ’ αποδοχών» (34).

57.      Δεύτερον, συνάγεται επίσης με σαφήνεια ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88 δεν θέτει καμία προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος χρηματικής αποζημιώσεως, πέραν εκείνης κατά την οποία, αφενός, η σχέση εργασίας πρέπει να έχει λυθεί και, αφετέρου, ο εργαζόμενος δεν πρέπει να έχει λάβει όλη την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία εδικαιούτο κατά τον χρόνο λύσεως της σχέσεως αυτής (35). Περαιτέρω, ο λόγος για τον οποίο λύθηκε η σχέση εργασίας δεν επηρεάζει το δικαίωμα χρηματικής αποζημιώσεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88 (36).

58.      Όπως διευκρίνισα ήδη, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι ότι παρανόμως απολυθείς εργαζόμενος ο οποίος στη συνέχεια επαναπροσλαμβάνεται πρέπει να δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της απολύσεως έως την ημέρα της επαναπροσλήψεώς του. Εξ αυτού προκύπτει ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι κατ’ ανάγκη ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη με τη σειρά τους, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνουν σε αυτά εθνικές διατάξεις, νομολογία ή πρακτικές, κατά τις οποίες, αν λυθεί η σχέση εργασίας, δεν υφίσταται αξίωση σε χρηματική αποζημίωση για τη θεμελιωμένη αλλά μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν μπόρεσε να λάβει την άδεια αυτή πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας λόγω απολύσεως που κρίθηκε παράνομη με απόφαση εθνικού δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η αναδρομική αποκατάσταση της εργασιακής σχέσεως για το χρονικό διάστημα μεταξύ της εν λόγω παράνομης πράξεως του εργοδότη και της επαναπροσλήψεως του εργαζομένου.

59.      Αν, ωστόσο, ο εργαζόμενος ανέλαβε άλλη απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παράνομης απολύσεως και της επαναπροσλήψεως, τότε δεν μπορεί να αξιώσει από τον αρχικό του εργοδότη την χρηματική αποζημίωση η οποία αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα παροχής εργασίας στη νέα θέση εργασίας. Υπό τις εν λόγω συγκεκριμένες περιστάσεις, η λήψη της πλήρους χρηματικής αποζημιώσεως από τον αρχικό εργοδότη θα είχε ως αποτέλεσμα τη συρροή δικαιωμάτων ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, γεγονός το οποίο εκφεύγει του πραγματικού σκοπού του δικαιώματος σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών.

60.      Επίσης, αυτό θα συνεπαγόταν υπέρβαση των ορίων της αρχής που διατυπώθηκε από το Δικαστήριο σε αποφάσεις όπως η Dicu (37), ήτοι ότι το δικαίωμα του εργαζομένου σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών δεν πρέπει να θίγεται από γεγονότα τα οποία είναι κατ’ ουσίαν ανεξάρτητα από τη βούλησή του. Όπως ακριβώς ο εργαζόμενος δεν πρέπει να θίγεται ως προς το σημείο αυτό εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του εργοδότη που εκδηλώθηκε με την απόλυση, κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα πρέπει και να επιβραβεύεται με την εξασφάλιση μεγαλύτερης αποζημιώσεως όσον αφορά την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών από εκείνη την οποία θα εδικαιούτο αν δεν είχε χωρήσει η απόλυση.

61.      Θα μπορούσε να προστεθεί ότι, υπό τις εν λόγω συγκεκριμένες περιστάσεις, ο εργαζόμενος είχε τη δυνατότητα να αναπαυθεί από την εργασία που απαιτείτο να παράσχει βάσει της νέας συμβάσεως εργασίας ή ότι έχει, εν τέλει, το δικαίωμα να λάβει από τον νέο εργοδότη την αποζημίωση που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της εργασίας που παρέχεται βάσει της νέας συμβάσεως εργασίας.

VI.    Πρόταση

62.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Rayonen Sad Haskovo (περιφερειακού δικαστηρίου Χάσκοβο, Βουλγαρία) και του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία) τις ακόλουθες απαντήσεις:

1)      Σε περίπτωση που εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι ο παρανόμως απολυθείς εργαζόμενος πρέπει να επανέρχεται στην εργασία του, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση ή νομολογία ή πρακτικές κατά τις οποίες ο εν λόγω εργαζόμενος δεν δικαιούται ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της απολύσεως έως την ημέρα της επαναπροσλήψεως.

2)      Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνουν σε αυτά εθνικές διατάξεις, ή νομολογία ή πρακτικές, κατά τις οποίες, αν λυθεί η σχέση εργασίας, δεν υφίσταται αξίωση σε χρηματική αποζημίωση για τη θεμελιωμένη αλλά μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος δεν μπόρεσε να λάβει την άδεια αυτή πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας λόγω απολύσεως που κρίθηκε παράνομη με απόφαση εθνικού δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η αναδρομική αποκατάσταση της εργασιακής σχέσεως για το χρονικό διάστημα μεταξύ της εν λόγω παράνομης πράξεως του εργοδότη και της επαναπροσλήψεως του εργαζομένου, εξαιρουμένου οποιουδήποτε διαστήματος κατά το οποίο αυτός παρείχε την εργασία του σε διαφορετικό εργοδότη.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2003, L 299, σ. 9.


3      Οδηγία του Συμβουλίου ; της 23ης Νοεμβρίου 1993 ; σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 1993, L 307, σ. 18).


4      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ; της 22ας Ιουνίου 2000 ; για την τροποποίηση της οδηγίας 93/104 του Συμβουλίου (ΕΕ 2000, L 195, σ. 41).


5      ΕΕ 2005, L 157, σ. 203.


6      Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Milivojević (C-630/17, EU:C:2019:123, σκέψη 42).


7      Βλ., a contrario, διάταξη της 11ης Μαΐου 2011, Semerdzhiev (C-32/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:288, σκέψεις 27 και 29).


8      Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Jaeger (C-151/02, EU:C:2003:437, σκέψη 43), και της 18ης Σεπτεμβρίου 2019, VIPA (C-222/18, EU:C:2019:751, σκέψη 28).


9      Πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2001, BECTU (C-173/99, EU:C:2001:356, σκέψη 43), της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 54), και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 24).


10      Πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψη 58). Βλ. επίσης, σχετικά με άλλη μία περίπτωση χαρακτηρισμού του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών ως θεμελιώδους δικαιώματος των εργαζομένων, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2014, Bollacke (C-118/13, EU:C:2014:1755, σκέψη 22), και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften (C-684/16, EU:C:2018:874, σκέψη 31).


11      Πρβλ. αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2012, Heimann και Toltschin (C-229/11 και C-230/11, EU:C:2012:693, σκέψη 23), και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψη 58).


12      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 25), της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 27), και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψη 41).


13      Πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 28).


14      Σκέψη 28 της αποφάσεως.


15      Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi στην υπόθεση Dicu (C-12/17, EU:C:2018:195, σημείο 21).


16      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 41), της 24ης Ιανουαρίου 2012, Dominguez (C-282/10, EU:C:2012:33, σκέψη 20)· και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 29).


17      Πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2004, Merino Gómez (C-342/01, EU:C:2004:160, σκέψεις 33 και 41).


18      Πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 31).


19      Πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Heimann και Toltschin (C-229/11 και C-230/11, EU:C:2012:693, σκέψη 26).


20      Αυτές ακριβώς τις λέξεις χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 8ης Νοεμβρίου 2012, Heimann και Toltschin (C-229/11 και C-230/11, EU:C:2012:693, σκέψη 27).


21      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 51), και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 32). Βλ., επίσης, a contrario, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Heimann και Toltschin (C-229/11 και C-230/11, EU:C:2012:693, σκέψη 29).


22      Πρβλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψη 49), και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 32).


23      Πρβλ. Gardin, A., «Acquisition de droits à congés payés par un salarié en congé parental: l’assimilation à du temps de travail effectif ne s’impose pas. Note sous CJUE 4 octobre 2018», Revue de jurisprudence sociale, 2/19, σ. 83.


24      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψεις 37 και 38), της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 32), και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψη 81).


25      Πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


26      Πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


27      Πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Kreuziger (C-619/16, EU:C:2018:872, σκέψη 51).


28      Για την εν λόγω παρέκκλιση, βλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2011, KHS (C-214/10, EU:C:2011:761), και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C-214/16, EU:C:2017:914).


29      Πρβλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2017, King(C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψεις 55 και 56).


30      Πρβλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψεις 61 και 63).


31      Πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften (C-684/16, EU:C:2018:874, σκέψη 43).


32      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 60), της 12ης Ιουνίου 2014, Bollacke (C-118/13, EU:C:2014:1755, σκέψη 20), της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψη 35), και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψεις 39 και 58).


33      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ. (C-350/06 και C-520/06, EU:C:2009:18, σκέψη 61), και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψη 52).


34      Αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψεις 58 και 83), και  Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften (C-684/16, EU:C:2018:874, σκέψεις 72 και 75).


35      Πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2014, Bollacke (C-118/13, EU:C:2014:1755, σκέψη 23), και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψη 44).


36      Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιουλίου 2016, Maschek (C-341/15, EU:C:2016:576, σκέψη 28), και της 6ης Νοεμβρίου 2018, Bauer και Willmeroth (C-569/16 και C-570/16, EU:C:2018:871, σκέψη 45).


37      Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Dicu (C-12/17, EU:C:2018:799).